ΕΥΔΑΙΜΟΝ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ,ΤΟ Δ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΤΟ ΕΥΨΥΧΟΝ ΚΡΙΝΟΜΕΝ...…

[Το μπλόγκ δημιουργήθηκε εξ αρχής,γιά να εξυπηρετεί,την ελεύθερη διακίνηση ιδεών και την ελευθερία του λόγου...υπό το κράτος αυτού επιλέγω με σεβασμό για τους αναγνώστες μου ,άρθρα που καλύπτουν κάθε διάθεση και τομέα έρευνας...άρθρα που κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο κι αντιπροσωπεύουν κάθε άποψη και με τά οποία δεν συμφωνώ απαραίτητα.....Τά σχόλια είναι ελεύθερα...διαγράφονται μόνο τά υβριστικά και οσα υπερβαίνουν τά όρια κοσμιότητας και σεβασμού..Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές..]




Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική γραμματεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική γραμματεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2025

Κοίλη Χθων Σήματα μιας ξεχασμένης γλώσσας




«Στον Άδη θα κατέβω και στον Παράδεισο»

Σε ένα απόσπασμα από κάποιον χαμένο θρήνο του Πινδάρου, διαβάζουμε:

Όλβιος όστις ιδών εκείνα
κοίλαν είσιν υπό χθόνα...

Το νόημα των στίχων αυτών υποτίθεται, γενικά, ότι πάνω κάτω είναι το ακόλουθο: «Μακάριος όποιος πριν στο χώμα/να μπει τ’αντίκρισεν εκείνα», όπως αποδίδει ο Λεκατσάς. Το εκείνα αναφέρεται στα Ελευσίνια Μυστήρια, όπως μας πληροφορεί ο Κλήμης Αλεξανδρείας στους Στρωματείς, όπου και διασώζεται το απόσπασμα. Οι μελετητές υποστηρίζουν ότι ο θρήνος γράφτηκε για έναν νεκρό μυημένο στα μυστήρια της Ελευσίνας, επειδή τον μακαρίζει («όλβιος»):

Όλβιος όστις ιδών εκείνα κοίλαν
είσιν υπό χθόνα˙ οίδε μεν βίου τελευτάν,
οίδεν δε διόσδοτον αρχάν

«Μακάριος», δηλαδή, «όποιος είδε αυτά τα πράγματα πριν περάσει κάτω από τη γη. Γνωρίζει το τέλος της ζωής, όπως γνωρίζει και την δοσμένη από τον Δία αρχή της». Έτσι απόδόθηκε στα νέα ελληνικά και αυτό περίπου λένε οι μεταφράσεις του αποσπάσματος σε διάφορες γλώσσες. Οι οποίες μεταφράσεις είναι προβληματικές, για τον επιπλέον λόγο ότι στα αρχαία η αρχή δεν σημαίνει την χρονική έναρξη –αρχή είναι αυτό που άρχει από πάντα– όπως τέλος δεν σημαίνει το σταμάτημα, αλλά την τελείωση. Αυστηρά μιλώντας, «αρχή» και «τέλος» με την σημερινή έννοια είναι ανύπαρκτα στους αρχαίους... Το ίδιο βέβαια ισχύει για πολλές άλλες έννοιες που κάπως επιπόλαια υπάρχει η τάση να θεωρούνται διαχρονικές. Και όμως, σε άλλες εποχές δεν υπήρχαν καν οι λέξεις για πολλά από αυτά που σήμερα θεωρούμε δεδομένα και αυτονόητα. Συμβαίνει και το αντίστροφο, έννοιες που κάποτε ήταν λίγο ή πολύ δεδομένες, και γι’αυτό το λόγο δεν υπήρχε ανάγκη να διασαφηνίζονται στα κείμενα, σήμερα αντιμετωπίζονται συχνά με δυσπιστία, και «διορθώνονται» για να ταιριάξουν στην εικόνα που έχουμε δημιουργήσει για το πώς ήταν οι αρχαίοι και η γλώσσα τους. Αυτό συνέβη και με το απόσπασμα του Πινδάρου, με το οποίο ασχολούμαστε εδώ. Δεν δίστασαν να προτείνουν «διόρθωση», η λέξη κοίλαν (αιτιατική της λέξης κοίλη) να γίνει κοινά, ώστε ο στίχος «να βγάζει νόημα» (όλβιος όστις ιδών εκείνα κοινά είσ’υπό χθόνα).
Η γνώμη μου είναι το ποίημα μιλάει από μόνο του:

Όλβιος όστις ιδών εκείνα
κοίλαν είσιν υπό χθόνα
δηλαδή,
Ευτυχής αυτός που είδε εκείνα
που είναι κάτω από την κοίλη χθόνα
με άλλα λόγια,
Ευτυχής αυτός που είδε εκείνα
που είναι κάτω από την κούφια γη

Το πιθανότερο είναι η έκφραση αυτή, «κοίλη χθων», να ανήκε είτε στην ποιητική είτε στην ιερατική γλώσσα, όπως η Έρα ή η λατινική Tellus, ονομασίες και οι δύο της Γαίας. Η ίδια η λέξη Χθων είναι ίσως το πιο μυστηριακό όνομα της Γης απ' όλα όσα έχουν διασωθεί και φαίνεται να προέρχεται από ένα μυθολογικό ιδίωμα οι ρίζες του οποίου χάνονται στο απώτατο παρελθόν.
Προκύπτει το ερώτημα, τί σχέση μπορεί να έχει η έκφραση του Πινδάρου με τις θεωρίες της Κούφιας ή της Κοίλης Γης. Το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν έπαιξε κάποιο ρόλο στον σχηματισμό των θεωριών αυτών, δεν χρησιμοποιήθηκε ως αρχαία μαρτυρία. Γιατί, όπως είδαμε, επίσημα η έκφραση «κοίλη χθων» δεν υπάρχει, δεν έχει κατοχυρωθεί από την φιλολογία, δεν καταχωρήθηκε στο ποιητικό λεξιλόγιο του Πινδάρου, γι' αυτό και οι μεταφραστές πήραν όλη την ελευθερία να αποδώσουν το απόσπασμα με όποιους τρόπους εκείνοι έκριναν σκόπιμο παρουσιάζοντας ερμηνευτικές αποδόσεις.
Όμως, το ποίημα λέει κάτι τελείως άλλο από εκείνο που υποτίθεται ότι λέει: ευτυχής είναι αυτός που βλέπει τα Μυστήρια, όχι πριν μπει –νεκρός– κάτω απ’το χώμα, αλλά όταν μπει κάτω απ’το χώμα ζωντανός, όταν μπει στην κοίλη χθόνα και δει τα Μυστήρια. Η Κοίλη Χθων είναι ο τόπος των Μυστηρίων, ο πραγματικός τόπος των Μυστηρίων. Αλλά ποιών Μυστηρίων;
Ο αθάνορας της Γης
Η Χθων δεν είναι μόνο το σπίτι μας, δεν είναι μόνο ένας άλλος κόσμος κάτω από τα πόδια μας. Όπως έδειξα σε προηγούμενο κείμενο , πάλι με αναφορές στην αρχαία γραμματεία, η Χθων είναι η Μάτηρ, η Μητέρα–Ύλη. Μπορεί κάποιος να καταλάβει ότι τα Μυστήρια της δεν είναι απλή υπόθεση.
Θα δούμε ότι ορισμένες από τις όψεις των αινιγματικών χθονίων μυστηρίων που υπαινίσσεται το απόσπασμα του Πινδάρου μπορούν να φωτιστούν μέσα από την αλχημική παράδοση. Θα σταθώ εδώ σε ένα από τα πιο σπουδαία κείμενα, το Novum Lumen Chymicum των Sethon και Sendivogius, μεταφράζοντας προσεκτικά ορισμένα χωρία.
Στο κείμενο αυτό, η Γη παρουσιάζεται ως ένας πελώριος αθάνορας, ως ένας θαυμαστός αλχημικός φούρνος, το εργαστήρι της Μητέρας Φύσεως, ο αρχετυπικός αθάνορας. Όπως είναι φυσικό, είναι στο εσωτερικό της Γης που εστιάζει η ενόραση αλλά και η σκέψη των αλχημιστών. Αλλά δεν είναι η Γη των γεωλόγων, απλώς, δεν είναι η γη-αντικείμενο, ούτε η τρομερή θεά των μυστικιστών, εκείνο που αναζητούν.
«Το κέντρο της γης είναι ένας τόπος κενός, όπου τίποτα δεν βρίσκεται σε ανάπαυση» αναφέρεται χαρακτηριστικά σε ένα σημείο στο Novum Lumen. «Και επάνω στο όριο ή στην περιφέρεια αυτού του κέντρου τα τέσσερα στοιχεία προβάλλουν τις ποιότητές τους». Τί τόπος είναι αυτός, που είναι κενός και όπου συγχρόνως «τίποτα δεν βρίσκεται σε ανάπαυση»; Τί είδους χώρος; Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί μια αναλογία παρμένη από το θηλυκό σώμα: «Όπως το αρσενικό σπέρμα εκβάλλει μέσα στην θηλυκή μήτρα, όπου μόνον όσο χρειάζεται συγκρατείται και το υπόλοιπο αποβάλλεται ξανά, έτσι και η μαγνητική δύναμη του κέντρου της γης μας [« η γη μας», εννοεί την αλχημική Γη] έλκει προς αυτήν τόση όση είναι αναγκαία από την ομοειδή ουσία...»
Υπάρχει λοιπόν ένα μαγνητικό κέντρο, «κενό» αυτό καθ’αυτό, δηλαδή δεκτικό, παθητικό, το οποίο έλκει ένα μέρος από τις ποιότητες των δυνάμεων που προβάλλονται στην περιφέρειά του. Αυτές οι ποιότητες εκπέμπονται ξανά προς τα έξω μεταμορφωμένες και αυτό είναι μια συνεχής διαδικασία. Αυτή η διαδικασία της αέναης μεταμόρφωσης γύρω από έναν κενό πυρήνα, περιγράφεται με τελείως διαφορετικό τρόπο σε ένα άλλο σημείο του ίδιου κειμένου, σημείο το οποίο είναι απομακρυσμένο από το πρώτο, κατά την πάγια τακτική των αλχημιστών –και αυτό για χάρη της κρυπτογραφίας αλλά και της imaginatioimaginatio, η αλχημική φαντασία, είναι από τη φύση της κρυπτογραφική). Έτσι, με ένα άλμα από την δεύτερη στην ενδέκατη πραγματεία του έργου, η συμβολική εικόνα της μήτρας έχει τώρα αντικατασταθεί από την εικόνα ενός ήλιου...
«Στο κέντρο της γης», διαβάζουμε, «βρίσκεται ένας ήλιος της γης...ένας κεντρικός ήλιος» Δηλαδή, τον κενό τόπο στο κέντρο της γης τον καταλαμβάνει ένας ήλιος. Αυτό ακούγεται σαν μια ακόμη παραδοξότητα, αλλά δεν είναι, γιατί, όπως θα δούμε, ο εσωτερικός αυτός ήλιος είναι κοίλος... Αν θα χρησιμοποιούσαμε την αναλογία του θηλυκού σώματος, όπως προτείνει το κείμενο, θα λέγαμε ότι υπάρχει ένας ήλιος μέσα στη σκοτεινή μήτρα της Γης (αυτή είναι η μυστηριακή Χθων των αρχαίων, η Μαύρη Γη, η Κεμέτ, όπως ήταν η πανάρχαιη ονομασία της Αιγύπτου από την οποία ενδεχομένως προέρχεται η ίδια η λέξη αλχημεία). Η θερμότητά αυτού του εσωτερικού ήλιου εκπέμπεται στην επιφάνεια της Γης, που είναι ψυχρή, και την θερμαίνει. Γιατί η Γη, σύμφωνα με τους αλχημιστές, είναι ψυχρή απ’έξω και θερμή από μέσα. Αλλά, ο εσωτερικός ήλιος, αντιστρόφως, είναι θερμός απ’έξω και ψυχρός από μέσα.
Θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι η αλχημική παράδοση υποστηρίζει ότι ο Ήλιος είναι ψυχρός. Το Novum Lumen είναι ένα από τα ελάχιστα κείμενα στα οποία αυτό λέγεται ξεκάθαρα (είναι ένα θέμα στο οποίο θα επανέλθω). Στην ίδια πραγματεία, την ενδέκατη, λέγεται ότι: «Το συνηθισμένο βλέμμα συμπεραίνει ότι ο ήλιος είναι θερμός. Τα μάτια του Σοφού διακρίνουν ότι ο ήλιος καθ’εαυτόν είναι ψυχρός και ότι είναι μονάχα η κίνησή του που παράγει θερμότητα...». Μία παράδοξη αναφορά, που ωστόσο δεν αποτελεί έκπληξη για όσους καταλαβαίνουν την αλχημική γλώσσα.
Στον πυρήνα του, λοιπόν, ο Ήλιος είναι ψυχρός, σκοτεινός, μαύρος, είναι ο Μαύρος Ήλιος – ο Ήλιος που βλέπεις στον ουρανό είναι ο Μαύρος Ήλιος... Και ο ήλιος της γης, στο κέντρο της Γης, είναι μια γη αντεστραμμένη, κατ' αναλογία. Με άλλα λόγια, στον πυρήνα του, αυτό το κεντρικό πυρ παρουσιάζει την (αρχετυπική) παθητικότητα της Γαίας («...ένας τόπος κενός, όπου τίποτα δεν βρίσκεται σε ανάπαυση»). Το καταπληκτικό – και εδώ θέλω να καταλήξω – είναι ότι αυτό ακριβώς σημαίνεται στην αρχαία γλώσσα με την λέξη κοίλος. Η λέξη κοίλος έχει δύο κύριες σημασίες, αναφέρεται στο βάθος με την έννοια της καμπυλότητας και επιπλέον σημαίνει «κενός», «κούφιος». Αλλά με μία πιο ειδική σημασία, που είναι και η πιο αποκαλυπτική για το θέμα μας, κοίλος στα αρχαία ελληνικά είναι αυτός που έχει σκοτεινό κέντρο, σαν να υπάρχει μια οπή στο κέντρο αυτό. Με αυτή την έννοια ο Θεόφραστος, στο δεύτερο κεφάλαιο του Περί σημείων υδάτων και πνευμάτων, γράφει: «και εάν κοίλος φαίνηται ο ήλιος, ανέμου ή ύδατος το σημείον».
Συνοψίζοντας τα παραπάνω, γίνεται φανερό ότι η Κοίλη Χθων σχετίζεται με τις συναφείς έννοιες του κενού, της βαθύτητας, της παθητικότητας, της δεκτικότητας, που αποδίδονται στην αρχετυπική Γη, τη Γη που είναι μαζί Μητέρα και Παρθένος («Χαίρε γη άσπορε...Χαίρε βάθος δυσθεώρητον» λέει ο Ακάθιστος Ύμνος). Στην Αλχημεία, όλες αυτές οι ιδιότητες αποδίδονται στον Υδράργυρο, που δεν είναι κάποια ουσία αλλά αρχή της αλχημικής κοσμογονίας. Και το παράδοξο μυστικό του Υδραργύρου, αν μπορεί να περιγραφεί με λέξεις (να γιατί τα βιβλία δεν το γράφουν) συνίσταται στο ότι είναι παθητικώς ενεργητικός.
Τώρα μπορούμε πράγματι να αναρωτηθούμε: Τί είδε στον Άδη, στον ανείδωτο τόπο, με τα μάτια κλειστά, ο μυημένος νεκρός του Πινδάρου;

Δημήτρης Τσουμάνης ΔΙΠΛΟΣΛΟΓΟΣ

**Τό ιστολόγιο δέν συμφωνει απαραίτητα με τις απόψεις των αρθρογράφων


Κυριακή 18 Μαΐου 2025

Η υπαρξιακή αμηχανία των γειτόνων από την σιωπή των προγόνων και η κρισιμότητα διατήρησης της γλώσσας μας

 

Γράφει ο Ανδρέας Σταλίδης.

Eμείς οι Έλληνες μπορούμε να διαβάσουμε τον Όμηρο του 800 π.Χ. στο πρωτότυπο και να αναγνωρίσουμε από το 25% έως και το 60% των λέξεων. Το ποσοστό εξαρτάται από το μορφωτικό μας επίπεδο, την εξέλιξη των λέξεων στους αιώνες και την ικανότητα να αναγνωρίζουμε τις ρίζες σύνθετων λέξεων. Ακόμα κι αν χρειαζόμαστε βοήθεια για την κατανόηση του νοήματος, η γλωσσική σύνδεση παραμένει ζωντανή. Μιλάμε για μια συνέχεια σχεδόν 2.800 ετών και είναι εντυπωσιακό το επίπεδο κατανόσης σε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ας δούμε όμως τους γείτονές μας.

Οι Τούρκοι υιοθέτησαν το λατινικό αλφάβητο το 1928. Η απότομη τομή με το παρελθόν στέρησε από τους Τούρκους τη δυνατότητα άμεσης πρόσβασης στην παλιά τους γραμματεία και τους δημιουργεί ένα κενό. Αφορμή για το άρθρο στάθηκε ένα πρόσφατο σχόλιο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, το οποίο ανέδειξε με θλίψη το γεγονός ότι οι σημερινοί Τούρκοι δεν μπορούν να διαβάσουν κείμενα γραμμένα με το οθωμανικό αλφάβητο, βασισμένο στα αραβικά. Έτσι, δεν μπορούν να διαβάσουν κείμενα των προπαππούδων τους!

Οι Αλβανοί επισημοποίησαν τη γλώσσα και το αλφάβητό τους το 1912. Την περίοδο 1750–1900, η αλβανική γραφόταν με 11 διαφορετικά αλφάβητα! Τα δύο πρώτα βιβλία στην αλβανική γλώσσα γράφτηκαν το 1555 («Λειτουργικόν» του Μπουζουκού) και το 1592 («Χριστιανικό Δόγμα» του Ματρέγκα), και τα δύο από Καθολικούς ιερείς με στόχο την ένταξή τους στον Καθολικισμό. Το δεύτερο ήταν μετάφραση από Ισπανό Ιησουίτη. Γραμμένα και τα δύο στο λατινικό αλφάβητο. Οι Αλβανοί, επομένως, όχι μόνο δυσκολεύονται να διαβάσουν κείμενα των προπαππούδων τους αλλά δεν έχουν καν πολλά κείμενα να διαβάσουν.

Οι Σκοπιανοί διαμόρφωσαν τη γλώσσα τους μόλις το 1944. Ο Τίτο πήρε το βουλγαρικό αλφάβητο, αφαίρεσε έξι γράμματα, πρόσθεσε τέσσερα από το σερβικό και επινόησε και τρία νέα. Επιπλέον, άλλαξε κάποιες συλλαβές σε κοινές λέξεις για να διαφοροποιηθούν από τα βουλγαρικά. Έτσι, ενώ οι Σκοπιανοί διαθέτουν κείμενα των προπαππούδων τους, αυτά είναι γραμμένα σε άλλη γλώσσα: στα παλιά βουλγαρικά!

Η βαθιά σύνδεση του ελληνικού λαού με τη γλώσσα και τη γραπτή του παράδοση, που εκτείνεται αδιάκοπα μέχρι σήμερα, δεν είναι απλώς ζήτημα πολιτιστικής υπερηφάνειας — αποτελεί και μια σπάνια περίπτωση ιστορικής συνέχειας. Σε αντίθεση με τους γείτονες λαούς, που είτε αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις παλαιές τους γραφές είτε κατασκεύασαν πρόσφατα τις γλωσσικές τους ταυτότητες, οι Έλληνες έχουμε τη δυνατότητα να “συνομιλούμε” με τους προγόνους μας μέσα από το ίδιο γλωσσικό σώμα.

Ίσως αυτή η αίσθηση απώλειας —ή ακόμα και υπαρξιακής αμηχανίας— να αποτελεί μία λιγότερο φανερή πηγή της αντιπαλότητας που συχνά εκδηλώνεται απέναντί μας. Η σιωπή των προγόνων είναι μια απουσία που βαραίνει.

Το λυπηρό για εμάς είναι ότι, ενώ έχουμε αυτήν τη μοναδική γλωσσική συνέχεια από τον Όμηρο μέχρι σήμερα, στον 21ο αιώνα πολλοί νέοι δυσκολεύονται να διαβάσουν τον Παπαδιαμάντη και τα ελληνικά γραπτά του 19ου αιώνα. Μπορούμε, αλλά ξεμακραίνουμε.

Ακριβώς για αυτόν τον λόγο, είναι κρίσιμο να μη χαθεί αυτή η κληρονομιά από τις επόμενες γενιές Ελλήνων· γιατί το πλεονέκτημα αυτό δεν είναι αυτονόητο, ούτε αιώνιο.

Πηγή – https://www.antibaro.gr/article/38184

(Η εικόνα είναι δημιουργία του ΑΙ όταν του δόθηκαν οι κατάλληλες οδηγίες ώστε να εκφράζει το περιεχόμενο του άρθρου).


**Τό ιστολόγιο δέν συμφωνει απαραίτητα με τις απόψεις των αρθρογράφων.

Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2025

ΤΑ ΑΡΡΗΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΩΝ ΘΕΩΝ---ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ

 

Τα άρρητα ονόματα των Θεών
Σύμφωνα με τον Πλάτωνα και τον Σωκράτη στον διάλογο Κρατύλος , οι άνθρωποι όχι μόνο δεν γνωρίζουν τίποτα για τις ιεραρχίες των Θεών αλλά δεν γνωρίζουν ουτε τα ονόματα τους. Ο Πλάτων βέβαια δεν αμφισβητεί ότι οι Θεοί έχουν ονόματα αλλά αυτά τα γνωρίζουν μόνο οι ίδιοι και αυτοί στους οποίους μπορούν να τα εμπιστευθούν. Θεωρεί όμως ο Πλάτων ότι είναι καλό οι άνθρωποι να προσεύχονται στους Θεούς και άρα ελπίζει να μην προκαλούν την οργή τους όταν τους ονομάζουν με ονόματα που τους έδωσαν οι ίδιοι και δεν είναι τα αληθινά τους ονόματα αλλά ονομασίες που εκπροσωπούν σύμφωνα με την Ελληνική διάλεκτο τις ποιότητες και τις ενέργειες της συμπαντικής δύναμης που εκφράζεται μέσω αυτών.
«..Ναί, μα το Δία, Ερμογένη, αν είμαστε μυαλωμένοι, θα ήταν για μας ένας τρόπος, ο πιο καλύτερος άπ όλους : ότι δηλαδή τίποτα δε γνωρίζουμε για τους θεούς, ούτε για τους ίδιους ούτε για τα ονόματα τους πού κάποτε οι ίδιοι έδωσαν στον εαυτό τους, γιατί είναι φανερό οτι εκείνοι χρησιμοποιούν τα αληθινά τους ονόματα. Ενας δεύτερος πάλι τρόπος της ορθότητος είναι ο τρόπος πού συνηθίζομε να ευχόμαστε στις προσευχές, δηλαδή όπως οι θεοί ευχαριστούνται να ονομάζονται ποιοι και ποιάς καταγωγής, ετσι κι εμείς να τους ονομάζουμε, αφού τίποτε άλλο δεν γνωρίζομε γιατί εγώ νομίζω οτι είναι καλές οι συνήθειες των προσευχών. Λοιπόν, αν θέλεις, ας εξετάσουμε, αφού προηγουμένως δηλώσουμε στους θεούς, ότι εμείς τίποτε δε θα εξετάσουμε γι' αυτούς τους ίδιους ,γιατί δεν έχομε την αξίωση ότι είμαστε ικανοί να ερευνήσουμε, άλλα για τους ανθρώπους, ποια τέλος πάντων έχοντας γνώμη έδωσαν σ' αυτούς τα ονόματα γιατί αυτό το φέρσιμο μας δε θα μπορούσε να τους εξοργίσει» Πλάτων-Κρατύλος
Όσον αφορά τα ονόματα που χρησιμοποιούνται στη θεουργία, ο Πορφύριος ρώτησε τον Ιάμβλιχο γιατί οι ιερείς προτιμούν τα ονόματα των βαρβάρων από τα «δικά μας». Ο Ιάμβλιχος απάντησε ότι γι αυτό υπάρχει ένας «μυστικός λόγος» (ΠΜ 256, 5–6): «Επειδή οι Θεοί μας έχουν διδάξει ότι όσον αφορά τις ιερές φυλές όπως οι Αιγύπτιοι και οι Ασσύριοι , ολόκληρη η γλώσσα τους είναι προσαρμοσμένη σε ιερές τελετουργίες , και γι' αυτό πιστεύουμε ότι είναι απαραίτητο όταν απευθυνόμαστε στους Θεούς να χρησιμοποιούμε μια γλώσσα που τους είναι συγγενική » (ΠΜ 256, 6–9). Ο Ιάμβλιχος υποστήριξε ότι οι Αιγύπτιοι και οι Ασσύριοι έλαβαν τα ονόματα των θεών μέσω θείας αποκάλυψης και κρατώντας τα ανέπαφα συνδέθηκαν με τους θεούς που τους τα έστειλαν.
Ο Ιάμβλιχος αντιτάχθηκε στην θεώρηση του Πορφυρίου ότι τα ιερά ονόματα μπορούσαν να μεταφραστούν, επειδή οι εννοιολογικές τους αναφορές ήταν ανεξάρτητες από τις φωνητικές τους εκφράσεις .
«Η κατάσταση δεν είναι όπως νομίζετε. Διότι αν τα ονόματα καθιερώθηκαν κατά σύμβαση ( κατά συνθήκην) , δεν θα είχε καμία διαφορά εάν χρησιμοποιούσαμε κάποια ονόματα έναντι κάποιων άλλων . Αλλά αν συνδέονται με τη πραγματική φύση των Θεών , τότε εκείνα από τα ονόματα που είναι πιο συγγενικά σε αυτήν θα ήταν αναμφίβολα πιο ευχάριστα στους Θεούς. Πράγματι, από αυτό συνεπάγεται ότι η γλώσσα των ιερών φυλών προτιμάται έναντι των υπόλοιπων ανθρώπων. Η μετάφραση των «ιερών ονομάτων» θα ήταν αναποτελεσματική, «γιατί ακόμη κι αν ήταν δυνατή η μετάφραση τους, δεν θα είχαν πλέον καμία δύναμη» (ΠΜ 257, 3–10)
«Τα ονόματα των θεών είναι ατομικές θεοφάνειες ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που ο κόσμος είναι η καθολική θεοφάνεια, και επειδή και τα δύο προηγήθηκαν όλων των εννοιολογικών κατανοήσεων των ανθρώπων, δεν πρέπει να αλλάζουν σύμφωνα με εννοιολογικά κριτήρια . Τα ιερά ονόματα είναι τα «οχήματα» των θεών και δεν πρέπει να παραβιάζονται με μετάφραση» (ΠΜ 259, 1–5)
Στα Ερμητικά κείμενα του Ερμή του Τρισμεγίστου , ο «Ασκληπιός» προειδοποιεί τον βασιλιά Άμμωνα να μην μεταφράζει τα αιγυπτιακά μυστήρια στα ελληνικά:
«Για τους Έλληνες, Βασιλιά, που κάνουν συνεχώς λογικοφανείς συνειρμούς , χρησιμοποιούν λέξεις που δεν έχουν ιερουργική δύναμη, και αυτή ακριβώς η δραστηριότητα είναι που αποτελεί και τη φιλοσοφία τους, ένας απλός θόρυβος λέξεων. Αλλά εμείς [οι Αιγύπτιοι] δεν χρησιμοποιούμε [τόσο] «λέξεις» (λόγους), αλλά «ήχους» (φωναί) που προκαλούν την άμεση απόκριση των Θεών».
Ο Ιάμβλιχος χρησιμοποιεί έναν «μυστικὸ λόγο» για να εξηγήσει την εγγενή σύνδεση των ιερών ονομάτων και ήχων που χρησιμοποιούνται στον ιερατικό λόγο. « Τα ονόματα των θεών είναι η ίδια η ηχητική δόνηση τους , και όταν λαμβάνονται και εκφέρονται σωστά γίνονται σύμβολα που ενώνουν τους θεουργούς με τις θεϊκές τους αρχές — αν βέβαια αυτοί είναι έτοιμοι να τις δεχτούν.» Μέσω της σωστής ηχητικής εκφοράς αυτών των ονομάτων, οι θεουργοί εισέρχονται στην «ενέργεια» (δραστηριότητα) των θεών με την οποία δημιουργείται ο κόσμος. Για τους Θεουργούς όλο αυτό , είναι λιγότερο μια «κατανόηση» και περισσότερο μια «ενσάρκωση- μελωδία-αναπνοή» των θεών.

Οντολογία Πλάτωνος
Το Αγαθόν / Οι Οντολογικές Περιοχές / Το Κοσμοείδωλο
Το Αγαθόν
Σύμφωνα με τον Πλάτωνα το Αγαθόν χαρακτηρίζεται σαν «τελείως είναι» (διαφορετικό του «είναι») και σαν «επέκεινα της ουσίας» (του «είναι»). Το Αγαθόν (εφόσον είναι επέκεινα του «είναι», της «ουσίας») δεν επιδέχεται κανένα προσδιορισμό, ούτε αυτόν του «όντος». Είναι Άρρητο, ανεξιχνίαστο. Είναι η Αρχέγονη Δύναμη (Αγαθόν είναι το Πλήρες Δυνάμεως, το Τέλειο), η οποία συνέχει το παν, τα πάντα. Είναι «η του παντός αρχή», είναι η Έσχατη Ενοποιητική Αρχή – γι’ αυτό ταυτίζεται με το Εν. Είναι η Αρχή που παρέχει την Ύπαρξη.
Οι Οντολογικές Περιοχές
Το Είναι
Από το Αγαθόν, το Πλήρες Δυνάμεως, γεννιέται το Ον (ΕΙΝΑΙ), το Πρώτο Γένος. Το Ον είναι αντανάκλαση του Αγαθού μέσα στον χώρο της δραστηριότητας. Είναι το Αγαθόν που εμφανίζεται σαν Ον. Το Ον (ΕΙΝΑΙ) είναι Ενέργεια, Αντίληψη του ΕΙΝΑΙ, είναι το Νοούν, το Νοείν, που χαρακτηρίζεται σαν Ουσία της Ύπαρξης (η Ουσία είναι λοιπόν δραστηριότητα, όχι κάτι «χειροπιαστό»). Το Ον είναι το Υπόβαθρο της ύπαρξης, κάθε ύπαρξης. Το Ον είναι το «Ουσιώδες Είναι» από το οποίο πηγάζει ολόκληρη η δημιουργία. Σε αυτό το επίπεδο της δραστηριότητας δεν «αναδύεται» ούτε νοείν, ούτε νοούμενο, είναι μία κατάσταση «ασάφειας», μη «διάκρισης».
Όταν το Ον προσδιορίζεται σαν Ύπαρξη γίνεται, εμφανίζεται, σαν «Καθολικό Είναι». Στο Ον, το πρώτο γένος, προστίθεται τώρα το «ταυτόν», η ταυτότητα, το δεύτερο γένος. Η ταυτότητα είναι που αναδύει την Ουσία σαν ύπαρξη και την «διατηρεί» όμοια με τον εαυτό της, αποκλείοντας οτιδήποτε άλλο. Το «Καθολικό Είναι» είναι το «Υπαρκτικό Είναι» που παραμένει σαν «Απλό Είναι», το «Ίδιον» και δεν περιέχει τίποτα διαφορετικό. Επειδή είναι το «Απλό Είναι», το «Γενικό Είναι» (με υπαρκτική έννοια) είναι αυτό που Περιέχει και περιέχεται σε κάθε ύπαρξη. Το «Υπαρκτικό Είναι» είναι αυτό στο Οποίο αναφέρεται κάθε «είναι». Σε αυτή την κατάσταση το Νοούν (Νοείν) και το νοούμενο ταυτίζονται. Είναι μία κατάσταση Παγκόσμιας συνείδησης, ύπαρξης, μία κατάσταση ενότητας, στην οποία δεν διαχωρίζεται το Νοούν από το νοούμενο κι ούτε υπάρχει πολλαπλότητα στο Νοούν και στα νοούμενα.
Όταν στο «Καθολικό Είναι» το Νοούν «διακρίνεται» (χωρίς να «διαχωρίζεται») από το νοούμενο αναδύεται το καθέκαστον ον. Αυτό συμβαίνει επειδή το «Καθολικό Είναι» συνδυάζεται με την ετερότητα, το τρίτο γένος, που προσδίδει στο «Καθολικό Είναι» την διαφορά, την ιδιότητα που το διαφοροποιεί. Έτσι προκύπτει το καθέκαστον ον, τα καθέκαστα όντα (νοούντα). Το ίδιο συμβαίνει και στο νοούμενο Με την πρόσθεση της ετερότητας το «καθολικό νοούμενο» διαφοροποιείται σε πολλά νοούμενα, αντικείμενα, στο σύνολο των ιδεών. Σε αυτή την κατάσταση το καθέκαστον ον απλά διακρίνεται από το σύνολο των νοούμενων . Είναι μία κατάσταση Παγκόσμιας Ύπαρξης. Μια κατάσταση συνείδησης που απλώνεται σε όλο τον χώρο. Το καθέκαστον νοούν (κι όλα τα καθέκαστα νοούντα) νοιώθουν να απλώνονται σε όλο τον χώρο. Περικλείνουν το σύνολο των νοούμένων, των ιδεών, τα οποία θεωρούν άμεσα. Τα νοούμενα είναι υπαρκτά, αντικειμενικά, αιώνια σταθερά όντα. Το Καθέκαστον νοούν θεωρεί άμεσα αντικειμενικά όντα.
Το Ον, η ταυτότητα, η ετερότητα είναι τα τρία μεγάλα γένη. Το Ον, το πρώτο γένος, δίνει το Ουσιώδες Είναι. Η ταυτότητα, το δεύτερο γένος, δίνει το Υπαρκτικό Είναι, στο Οποίο αναφέρεται κάθε «είναι». Η ετερότητα, το τρίτο γένος, αποδίδει τις ιδιότητες, είναι το «κατηγορικό είναι» και εκφράζεται με το κατηγορικό ρήμα «είναι». Έτσι εκκινώντας από το Ον και με την ανάδυση των άλλων γενών δημιουργείται ο υπέρτατος κόσμος Του Όντος, των Γενών, που διαμορφώνεται τελικά στο Βασίλειο των ιδεών. Τα καθέκαστον νοούντα (που θα ονομαστούν ψυχές) ανήκουν σε αυτό το Βασίλειο των ιδεών, είναι κι αυτά αιώνια όντα, όπως και τα αντικειμενικά νοούμενα, οι ιδέες.
Αυτή είναι η σφαίρα του Όντος που διαβαθμίζεται σε τρεις καταστάσεις ανάλογα με την δραστηριότητα των μεγάλων γενών.
1) Ον
2) Ον και ταυτότητα
3) Ον, ταυτότητα και ετερότητα.
Είναι ο κόσμος του Όντος (το Βασίλειο των Ιδεών), όπου υπάρχουν τα καθέκαστον όντα (ψυχές) και οι ιδέες, αντικειμενικές, αιώνιες. Σε αυτή την σφαίρα του Όντος το καθέκαστον ον (η ψυχή) ορά, έχει άμεση γνώση των ιδεών, του συνόλου του βασιλείου των ιδεών, νοιώθει ότι όλα είναι «μέσα» του. Εδώ οι ιδέες έχουν αντικειμενική υπόσταση. Σε αυτή την σφαίρα λοιπόν οι ιδέες έχουν οντολογική σημασία.
Ο κόσμος του Όντος τοποθετείται στον υπερουράνιο τόπο, των απλανών αστέρων

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2025

Ὑπό διωγμόν «Ἰλιάδα» καί «Ὀδύσσεια» ἀπό τά βρεταννικά πανεπιστήμια.

 


Συνιστοῦν «ψυχολογική ὑποστήριξη» σέ ὅσους φοιτητές διαβάζουν τήν ἀρχαία ἑλληνική γραμματεία! – Κατακεραυνώνει τίς καινοφανεῖς ἀπόψεις τῶν ἀνωτάτων ἱδρυμάτων ὁ Μπόρις Τζόνσον

Η πολιτική ὀρθότης στρέφεται τώρα καί κατά τῆς ἑλληνικῆς μυθολογίας συμπαρασύροντας τούς ἥρωές της στόν πόλεμο πού ἔχει κηρύξει σέ κάθε τί παλαιό πού δέν συνάδει μέ τήν σύγχρονη κουλτούρα τῶν μειονοτήτων. Ἡ ἀρχαιοελληνική γραμματεία, στήν ὁποία στηρίχθηκε ὁ Δυτικός Πολιτισμός, βάλλεται ἀπό τά βρεταννικά πανεπιστήμια, τά ὁποία ἔφθασαν στό σημεῖο νά πιστεύουν ὅτι φοιτητές τους κινδυνεύουν ἀπό τό διάβασμα τῆς «Ἰλιάδος» καί τῆς «Ὀδύσσειας».

  • Τοῦ Δημ. Παππᾶ

Τήν ὥρα πού ὁ ὀσκαρικός σκηνοθέτης Κρίστοφερ Νόλαν ἀνακοίνωνε ὅτι θά σκηνοθετήσει τήν πιό ἀκριβή του ταινία ἕως τώρα, τήν «Ὀδύσσεια», μέ κορυφαίους ἠθοποιούς τοῦ Χόλλυγουντ, τό πανεπιστήμιο τοῦ Ἔξετερ συμβουλεύει τούς φοιτητές πού διαβάζουν ἑλληνική μυθολογία νά ἀναζητήσουν ψυχολογική στήριξη (!) ἐάν θεωρήσουν ὅτι ἡ μελέτη τῶν Ἑλλήνων θεῶν καί ἡμίθεων, τῶν μύθων τοῦ Αἰσώπου καί τῶν κορυφαίων ἔργων Ἑλλήνων συγγραφέων τούς ἐνοχλήσει πάρα πολύ.

Συγκεκριμένα τό γνωστό πανεπιστήμιο ἐξέδωσε ἀνακοίνωση γιά τούς προπτυχιακούς φοιτητές τῆς ἑνότητος «Women in Homer» ὅτι μπορεῖ νά βροῦν τήν ὕλη τοῦ μαθήματος «ἄβολη καί προκλητική», εἰδικά δέ στίς ἀναφορές γιά τήν βρεφική θνησιμότητα, τόν βιασμό καί τήν σεξουαλική βία. Οἱ Ἀρχές τοῦ πανεπιστημίου, θέλοντας νά υἱοθετήσουν πλήρως τήν πολιτική ὀρθότητα πού ἔχουν ἐπιβάλει κάποια κινήματα τῆς τελευταίας δεκαετίας, ἐνημερώνουν πώς ἐάν κάποιοι αἰσθανθοῦν ἔντονο στρές ἀπό τήν ἀνάγνωση τῶν κειμένων γιά τήν Ὡραία Ἑλένη, τήν Ἑκάβη, τήν Ἀνδρομάχη, τήν Θεά Ἀθηνᾶ ἤ τήν Ἀφροδίτη, δέν πρέπει νά διστάσουν ἀκόμη καί νά φύγουν ἀπό τήν τάξη, νά ἐπικοινωνήσουν μέ τόν ἁρμόδιο κρατικό φορέα ψυχικῆς στηρίξεως καί νά μιλήσουν κατ΄ιδίαν μέ τόν καθηγητή γιά τό πῶς νά ξεπεράσουν τό στρές. Θά μποροῦσε νά ἦταν ἀστεῖο, ἀλλά δυστυχῶς παρατηρεῖται μιά τάσις ἀπό τούς σύγχρονους ἡθικοπλάστες νά ἐξαφανίσουν τά ἀρχαῖα ἑλληνικά συγγράμματα καί ὁ φοιτητής νά περιορισθεῖ στήν ἀνάγνωση βιβλίων πού τόν στρέφουν κατά τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ.

Μέ τό πού ἔγινε γνωστή ἡ εἴδησις προκλήθηκε σάλος. Ὑπῆρξε παρέμβασις Βρεταννῶν καθηγητῶν ἄλλων πανεπιστημίων, ἀλλά καί τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ τῆς χώρας, Μπόρις Τζόνσον, λάτρη τῆς ἑλληνικῆς Ἱστορίας καί γνώστη τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας. Καί δέν θά μποροῦσε νά ἦταν διαφορετικά ἀπό τήν στιγμή πού, τό 2018, ἡ «Ὀδύσσεια» ψηφίσθηκε ὡς ἡ σπουδαιότερη ἱστορία πού ἔχει γραφεῖ ποτέ. Καί τώρα κάποια κέντρα δίδουν ἐντολές νά ἀρχίσει ἡ ἐκρίζωσίς της ἀπό τά πανεπιστήμια.

«Τά ὁμηρικά ἔπη εἶναι τό θεμέλιο τῆς δυτικῆς λογοτεχνίας καί συγκροτοῦν τήν καλύτερη ἐκπαίδευση ἀναφορικῶς μέ τό νόημα τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου. Ἔχουν ἀγαπηθεῖ καί μελετηθεῖ ἀπό τούς νέους ἐδῶ καί χιλιάδες χρόνια – καί οὔτε μιά φορά δέν ὑπῆρξε ὑπόδειξη ὅτι μπορεῖ νά εἶναι κατά κάποιο τρόπο ψυχολογικά ἐπιζήμια γιά τόν ἀναγνώστη», εἶπε ὁ Μπόρις Τζόνσον. Κάλεσε τό Πανεπιστήμιο τοῦ Ἔξετερ νά ἀποσύρει τήν «παράλογη» προειδοποίησή του. Διερωτᾶται ἐάν ἡ διοίκησις τοῦ πανεπιστημίου θεωρεῖ τούς μαθητές του τόσο φοβητσιάρηδες, τόσο ἀδύναμους καί γενικά τόσο μαλθακούς «πού δέν μποροῦν νά ἀπολαύσουν τόν Ὅμηρο». «Δηλαδή ἡ διοίκησις τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Ἔξετερ θέλει νά μᾶς πεῖ ὅτι οἱ φοιτητές του εἶναι οἱ πιό φοβισμένοι καί ἀξιολύπητοι στούς 28 αἰῶνες πού διαβάζονται τά ὁμηρικά ἔπη; Ἄν ναί, ντροπή σέ αὐτούς τούς ἀκαδημαϊκούς, γιατί βάζω στοίχημα ὅτι οἱ μαθητές πιστεύουν ὅτι εἶναι ἐξ ἴσου ἐνοχλητικοί, ὅπως πιστεύω καί ἐγώ», κατέληξε ὁ πρώην Πρωθυπουργός.

Ἄμεση ἦταν καί ἡ ἀντίδρασις τοῦ Λόρδου Ἄντριου Ρόμπερτς, ὁ ὁποῖος, ἐπίσης ἐνοχλημένος ἀπό τήν νέα τάξη πραγμάτων πού ἐπιχειροῦν κάποιοι νά ἐπιβάλουν στά βρεταννικά πανεπιστήμια, εἶπε: «Τό πανεπιστήμιο θά ἔπρεπε νά εἶναι μιά ἐποχή πού οἱ νέοι δοκιμάζονται γιά τόν πραγματικό κόσμο, πού μπορεῖ νά εἶναι ἕνα συγκλονιστικό μέρος, ὄχι τυλιγμένο σέ βαμβάκι καί οὐσιαστικά ἐνάντια στά ἀρχαῖα ἀλλά καί σέ βασικά κείμενα τῆς Δύσεως».

Ὁ Φράνκ Φουρέντι, ὁμότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας στό Πανεπιστήμιο τοῦ Κέντ, εἶπε: «Ὁ κακόμοιρος γερο-Ὅμηρος. Ἕνα πανεπιστήμιο πού ἀποφασίζει νά ἐκδώσει προειδοποίηση γιά τήν “Ἰλιάδα” καί τήν “Ὀδύσσεια” τοῦ Ὁμήρου ἔχει ἀποπροσανατολιστεῖ ἠθικά σέ σημεῖο πού ἔχει χάσει τήν πλοκή! Εἶναι προφανές ὅτι αὐτό τό πανεπιστήμιο ἀγνοεῖ τή χρονική διάκριση μεταξύ τοῦ παρόντος καί τοῦ παρελθόντος καί θεωρεῖ αὐτές τίς θεμελιώδεις μυθολογίες σάν νά εἶναι σύγχρονες ἀναφορές γιά τόν κόσμο»!

Ὁ Τζέρεμυ Μπλάκ, γνωστός συγγραφεύς, ἐπεσήμανε ὅτι πολλαπλασιάζονται συστάσεις καί προειδοποιήσεις τύπου Ἔξετερ καί αὐτό μόνο ὡς παρωδία μπορεῖ νά ἐκληφθεῖ. «Τό ἔργο τοῦ Ὁμήρου γιά τόν Τρωικό Πόλεμο ἑστιάζει ἐγγενῶς στήν βία καί εἶναι ρεαλιστικό ἀκριβῶς ἐπειδή ὁ ἡρωισμός καί ἡ σκληρότητα φαίνεται νά σχετίζονται. Δέν ὑπάρχει ἀνάγκη γιά συναισθηματική ὑπερβολή πού ὁδηγεῖ στήν ἀποχώρηση τήν ὥρα τῆς διαλέξεως στό πανεπιστήμιο». Ὡστόσο τό Πανεπιστήμιο τοῦ Ἔξετερ ἐπιμένει στήν ἀπόφασή του.

«Τό πανεπιστήμιο ὑποστηρίζει σθεναρά τόσο τήν ἀκαδημαϊκή ἐλευθερία ὅσο καί τήν ἐλευθερία τοῦ λόγου καί ἀποδέχεται ὅτι αὐτό σημαίνει πώς κάποιοι φοιτητές μπορεῖ νά βρεθοῦν ἀντιμέτωποι μέ ἀπόψεις καί περιεχόμενο πού μπορεῖ νά τούς φανοῦν ἄβολα κατά τήν διάρκεια τῶν σπουδῶν τους». Ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ πανεπιστημίου ὑπεστήριξε ὅτι ὅλα αὐτά γίνονται γιά νά μήν δημιουργηθεῖ περαιτέρω ἄγχος στούς φοιτητές πού διαβάζουν γιά τά κατορθώματα τῶν Ἑλλήνων ἡρώων καί τῶν γυναικῶν τῆς ἐποχῆς τοῦ Ὁμήρου καί ἀναγκασθοῦν νά καταφύγουν σέ ψυχολογική στήριξη! Τό μόνο βέβαιο εἶναι ὅτι ἐάν καί ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν φοιτητές πού μπορεῖ νά χάσουν τόν ὕπνο τους διαβάζοντας «Ἰλιάδα» καί «Ὀδύσσεια», δέν θά ἐπιλέγονταν ποτέ νά ἐκστρατεύουν στήν Τροία ἤ νά ἀποτελέσουν πλήρωμα τοῦ Ὀδυσσέα. Αὐτό ὅμως πού ὅλοι πιστεύουν εἶναι ὅτι κάτι ἄλλο κρύβεται πίσω ἀπό τήν ἀπόφαση, πού δέν ἔχει νά κάνει μέ τήν βία καί τό σέξ, πού βρίθει στά βιντεοπαιχνίδια καί τίς ταινίες, ἀλλά μέ τήν διάδοση τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος, τῶν ἰδεῶν καί τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς κληρονομιᾶς.

 ΕΣΤΙΑ

Κυριακή 19 Μαΐου 2024

ΤΑ ΧΑΜΕΝΑ ΕΠΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ-ΜΕΡΟΣ Β΄



"Μνηστηροφονία"
του Κριστόφ-Τομά Ντεζόρζ


ΜΕΡΟΣ Β΄

Χρήστος Μπελόπουλος 


Οιχαλίας άλωσις

Η Οἰχαλίας ἅλωσις ήταν ένα επικό ποίημα που διηγείτο την κατάκτηση της θεσσαλικής(;) Οιχαλίας[1] από τον Ηρακλή και την απαγωγή της Ιόλης (κόρης του Ευρύτου, βασιλιά της εκπορθημένης πόλης).[2]

Ως συγγραφές του έπους μνημονευόταν ο ποιητής του 7ου ή 6ου π.Χ. αιώνα Κρεώφυλος ο Σάμιος ή και ο ίδιος ο Όμηρος. Σύμφωνα μάλιστα με μια παράδοση που αναφέρεται από τον Στράβωνα[3] και τη Σούδα[4] το ποίημα γράφτηκε αρχικά από τον Όμηρο, ο οποίος όμως το χάρισε τελικά στον φίλο (ή γαμβρό) του Κρεώφυλο, όταν κάποτε ο τελευταίος τον φιλοξένησε στο σπίτι του.

Από την Οἰχαλίας ἅλωσιν σώθηκαν ελάχιστα μόνον αποσπάσματα.[5]

 Σημειώσεις

1. Δεν ήταν βέβαιο, ακόμη και στην αρχαία εποχή, ποια από τις αναφερόμενες με το όνομα Οιχαλία πόλεις ήταν η Οιχαλία του Ευρύτου. (βλέπε και: Στράβων, 9.5.17)

2. Α. Λέσκυ, Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, σελ. 139, εκδ. Κυριακίδη.

3. Στράβων, Γεωγραφικά, 14.1.18. Perseus (Strab. 14.1.18)

4. Λεξικόν Σουΐδα, λήμμα: "Κρεώφυλος"

5. Ομηρικά - Επικός κύκλος, "Οἰχαλίας ἅλωσις", σελ. 151-155, εκδ. Κάκτος, 2005.

-  M. West, Greek Epic Fragments: From the Seventh to the Fifth Centuries BC, "Creophylus, the capture of Oichalia: Testimonia and Fragments", σελ. 174, Loeb Classical Library, Harvard University Press, 2003.

Πειρίθου κατάβασις

Η Πειρίθου κατάβασις  [Θησέως καὶ Πειρίθου εἰς Ἅιδου κατάβασις] ήταν ένα από τα επικά ποιήματα που ο Παυσανίας απέδιδε στον Ησίοδο.[1]Υποθέτουμε πως διηγιόταν την κάθοδο των δύο ηρώων στο βασίλειο του Κάτω Κόσμου με σκοπό να κλέψουν την Περσεφόνη που ο Πειρίθους την ήθελε για γυναίκα του. Από άλλες διηγήσεις[2] γνωρίζουμε ότι ο Άδης κατάλαβε το σχέδιο τους και με δόλο τους έβαλε να καθίσουν στον θρόνο της λήθης. Έμειναν εκεί μαρμαρωμένοι για πολύ καιρό μέχρι που ήρθε ο Ηρακλής, ο οποίος κατόρθωσε να ελευθερώσει τον Θησέα, αλλά όχι και τον Πειρίθου που έμεινε για πάντα αλυσοδεμένος στον Κάτω Κόσμο.[3]Από την Πειρίθου κατάβασιν δεν σώθηκε κανένα απόσπασμα. Πιθανολογείται μόνον ότι οι 27-30 μισοκατεστραμμένοι στίχοι ενός παπυρικού αποσπάσματος που περιγράφουν την συνάντηση του νεκρού Μελεάγρου με τον Θησέα και τον Πειρίθουν[4] ανήκαν ίσως στο έπος αυτό. (Θα μπορούσαν βέβαια να ανήκουν και στην Μινυάδα στην οποία επίσης, όπως μας πληροφορεί ο Παυσανίας,[5] περιγραφόταν η κάθοδος του Θησέα και του Πειρίθου στον Άδη).

"Αγρέας"

1. Παυσανίας, Ἑλλάδος περιήγησις, 9.31.5.

2. Κ. Κερένυϊ, Η μυθολογία των Ελλήνων, σελ. 482, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1996.

3. Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, Επιτομή, 1.24·

[Θησεὺς δὲ μετὰ Πειρίθου παραγενόμενος εἰς Ἅιδου ἐξαπατᾶται, καὶ ὃς ὡς ξενίων μεταληψομένους πρῶτον ἐν τῷ τῆς Λήθης εἶπε καθεσθῆναι θρόνῳ, ᾧ προσφυέντες σπείραις δρακόντων κατείχοντο. Πειρίθους μὲν οὖν εἰς ἀίδιον δεθεὶς ἔμεινε, Θησέα δὲ Ἡρακλῆς ἀναγαγὼν ἔπεμψεν εἰς Ἀθήνας. ἐκεῖθεν δὲ ὑπὸ Μενεσθέως ἐξελαθεὶς πρὸς Λυκομήδην ἦλθεν, ὃς αὐτὸν βάλλει κατὰ βαράθρων καὶ ἀποκτείνει]. Perseus

4. M. West, Greek Epic Fragments: From the Seventh to the Fifth Centuries BC, "Ibscher papyrus", σελ. 271-273, Loeb Classical Library, Harvard University Press, 2003.

5. Παυσανίας, Ἑλλάδος περιήγησις, 10.28.2.

Τηλεγόνεια ή Τηλεγονία

Η Τηλεγόνεια ή Τηλεγονία ήταν το νεότερο ποίημα του επικού κύκλου και αποτελούσε συνέχεια της Οδύσσειας. Ως ποιητής του φερόταν ο Ευγάμμων ο Κυρηναίος ή (σπανιότερα) ο Κιναίθων ο Λακεδαιμόνιος.[1]Σύμφωνα με την Χρηστομάθεια του Πρόκλου η Τηλεγόνεια περιελάμβανε τις εξής ιστορίες:[2]Μετά την μνηστηροφονία και την ταφή των νεκρών ο Οδυσσέας θυσίαζε στις Νύμφες και αναχωρούσε για την Ήλιδα. Εκεί τον φιλοξενούσε ο βασιλιάς Πολύξενος, ένας από τους στρατηγούς των Επειών στο τρωικό πόλεμο, και του χάριζε έναν κρατήρα διακοσμημένο με παραστάσεις σχετικές με τον μύθο του Αγαμήδη και του Τροφωνίου.[3]Ο Οδυσσεύς επέστρεφε στην Ιθάκη, αλλά πολύ σύντομα έφευγε ξανά, αυτή τη φορά για την Θεσπρωτία. Εκεί, αφού πρώτα τελούσε θυσίες για να εξευμενίσει τον Ποσειδώνα, παντρευόταν την βασίλισσα των Θεσπρωτών Καλλιδίκη και έκανε μαζί της ένα γιό, τον Πολυποίτη. Επικεφαλής των Θεσπρωτών ξεκινούσε πόλεμο ενάντια στους Βρύγους, στον οποίο ανακατευόταν και ο Άρης με την Αθηνά, ο πρώτος υπέρ των Βρυγών και η δεύτερη υπέρ των Θεσπρωτών. Τελικά με την διαμεσολάβηση του Απόλλωνος επερχόταν η ειρήνη.Μετά τον θάνατο της Καλλιδίκης, βασιλιάς των Θεσπρωτών γινόταν ο Πολυποίτης και ο Οδυσσέας ξαναγυρνούσε στην Ιθάκη όπου έβλεπε για πρώτη φορά τον μικρότερο του γιο, τον Πολιπόρθη, που η Πηνελόπη είχε γεννήσει εν τω μεταξύ όσο αυτός έλειπε μακριά.ην Ιθάκη όμως κατέφθανε και ο Τηλέγονος, ο άλλος του γιος από την Κίρκη που ταξίδευε αναζητώντας τον και μη γνωρίζοντας που βρίσκεται άρχιζε να λεηλατεί το νησί. Ο Οδυσσέας προσπαθούσε τότε να τον σταματήσει, αλλά ο Τηλέγονος τον πλήγωνε θανάσιμα. Όταν καταλάβαινε ότι στην πραγματικότητα είχε σκοτώσει αυτόν που αναζητούσε, έπαιρνε το άψυχο σώμα του πατέρα του και μαζί με τον Τηλέμαχο και την Πηνελόπη κατέφευγαν στο μαγικό νησί της Κίρκης. Για τον νεκρό Οδυσσέα βέβαια η Κίρκη δεν μπορούσε να κάνει τίποτα πια, όμως τους υπόλοιπους όλους τους έκανε αθάνατους. Στην συνέχεια ο Τηλέγονος παντρευόταν την Πηνελόπη, ο Τηλέμαχος την Κίρκη, και η Τηλεγόνεια τελείωνε με τον ευφάνταστο αυτόν τρόπο.


Ορισμένοι μελετητές πιστεύουν ότι ένα μέρος της Τηλεγονείας, αυτό που μιλά για τις περιπέτειες του Οδυσσέα στην Θεσπρωτία, προερχόταν μάλλον από ένα παλαιότερο χαμένο έπος, την Θεσπρωτίδα.[4]

Από την Τηλεγόνεια σώθηκαν ελάχιστα μόνον αποσπάσματα.[5]
"Αγρέας"

 Σημειώσεις


1. P. Kroh, Λεξικό αρχαίων συγγραφέων Ελλήνων και Λατίνων, εκδ. USP, 1996.

2. R. Westphal, "Πρόκλου, Χρηστομαθείας Γραμματικής Β΄", στο: Scriptores metrici graeci (1866)σελ. 241.

3. Ο Αγαμήδης και ο γιος του Τροφώνιος ήταν φημισμένοι αρχιτέκτονες της μυθικής εποχής. Ανάμεσα στα κτίσματα που τους απέδιδαν συγκαταλεγόταν ο νυφικός θάλαμος της Αλκμήνης στη Θήβα, ο ναός του Ποσειδώνα στην Αρκαδία και ο ναός του Απόλλωνα στους Δελφούς. Ο βασιλιάς Αυγείας της Ήλιδας τους ανέθεσε κάποτε να κατασκευάσουν το θησαυροφυλάκιό του. Ο Αγαμήδης και ο Τροφώνιος όμως κατά την κατασκευή του κτιρίου τοποθέτησαν μια από τις πέτρες με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορούν να την μετακινούν εύκολα τη νύχτα για να κλέβουν τους θησαυρούς του βασιλιά. Ο Αυγείας τους αντιλήφθηκε και με τη βοήθεια του Δαιδάλου τους έστησε παγίδα. Ο Αγαμήδης έχασε τη ζωή του και ο Τροφώνιος μαζί με τον αδελφό του Κερκύονα, που είχε επίσης συμμετάσχει στην κλοπή, κατέφυγαν κυνηγημένοι ο πρώτος στη Λεβαδειά και ο δεύτερος στην Αθήνα. 
(Για διαφορετικές εκδοχές του μύθου βλέπε: Pierre Grimal, Λεξικό της ελληνικής και ρωμαϊκής μυθολογίας, USP. 1991.) 

4. A. Lesky, Ιστορία της Αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, σελ. 138, εκδ. Κυριακίδη, 2011.

5. M. West, Greek Epic Fragments: From the Seventh to the Fifth Centuries BC., "Telegony", σελ. 164-171, Loeb Classical Library, Harvard University Press, 2003.

Τιτανομαχία και Γιγαντομαχία

Η Τιτανομαχία, ένα από τα χαμένα έπη του επικού κύκλου, αφηγιόταν τη σύγκρουση των Ολύμπιων θεών με τους Τιτάνες[1] που κατέληξε με την ήττα των τελευταίων και την κατακρήμνισή τους στα Τάρταρα. Αποτελούνταν από δύο βιβλία και ως δημιουργός της αναφερόταν (όπως μας πληροφορεί ο Αθήναιος) άλλοτε ο ποιητής του 8ου/7ου π.Χ. αιώνα Εύμηλος ο Κορίνθιος και άλλοτε ο Αρκτίνος ο Μιλήσιος[2]. Είναι πιθανόν όμως να υπήρχαν διαφορετικές "Τιτανομαχίες", τα ίχνη των οποίων χάθηκαν με το πέρασμα των αιώνων, αν και ο Αθήναιος φαίνεται να γνώριζε μόνο μία.

Μια Τιτανομαχία λεγόταν πως είχε γράψει και ο ποιητής της μυθικής εποχής Θάμυρης [Θάμυρις][3], ενώ κάποιος σχολιαστής μας πληροφορεί ότι υπήρχε και ένα άλλο έπος, τριών βιβλίων αυτό, με τίτλο Τιτανογραφία που είχε συνθέσει ο ημιμυθικός ποιητής Μουσαίος[4].

Από την Τιτανομαχία του Ευμήλου (ή του Αρκτίνου) σώθηκαν ελάχιστοι στίχοι ή αποσπάσματα σε πεζό λόγο[5]. Είμαστε όμως σε θέση να γνωρίζουμε ότι η διήγηση της, τουλάχιστον σε κάποια σημεία, διέφερε από την αντίστοιχη διήγηση περί τιτανομαχίας που περιέχεται στη Θεογονία του Ησιόδου.

Η τιτανομαχία στη "Θεογονία" του Ησιόδου

Για δέκα χρόνια, μας λέει ο Ησίοδος, οι Ολύμπιοι θεοί από τη κορυφή του Ολύμπου και οι Τιτάνες από την κορυφή της Όθρυος πολεμούσαν μεταξύ τους[6]. Ο αγώνας παρέμεινε αμφίρροπος, ώσπου ο Δίας, ακολουθώντας τη συμβουλή της Γαίας, ελευθέρωσε τους τρεις Εκατόγχειρες (Βριάρεω, Κόττο και Γύη) από τα Τάρταρα, όπου κάποτε τους είχε φυλακίσει ο πατέρας τους ο Ουρανός, και τους ζήτησε να συμμαχήσουν μαζί του. Η μάχη ξανάρχισε σφοδρότερη: Ενώ ο Δίας έριχνε ακατάπαυστα τους κεραυνούς του κατακαίοντας τη γη και κάνοντας τη θάλασσα να κοχλάζει, οι τρεις Εκατόγχειρες άρπαξαν με τα τριακόσια χέρια τους τριακόσιους βράχους και τους εκσφενδόνισαν εναντίον των τυφλωμένων από τον καπνό και τη φωτιά Τιτάνων καταπλακώνοντάς τους. Οι νικημένοι Τιτάνες αλυσοδέθηκαν και ρίχτηκαν στα Τάρταρα, που απέχουν από την επιφάνεια της γης, "όσο και η γη από τον ουρανό"[7]. Ο Γύης, ο Κόττος και ο Βριάρεως ανέλαβαν τη φρούρησή τους.

Όμως, στην Τιτανομαχία του Ευμήλου (ή του Αρκτίνου) ο Βριάρεως ή Αιγαίωνας, όπως ήταν το άλλο του όνομα, δεν ήταν σύμμαχος του Δία αλλά των Τιτάνων[8]. Η πληροφορία προέρχεται από ένα αρχαίο σχόλιο στον Απολλόδωρο τον Ρόδιο και στηρίζει την υπόθεση ότι ο Εύμηλος και ο Ησίοδος μετέφεραν στο ποιήματα τους διαφορετικές παραδόσεις σχετικά με τους Τιτάνες.

"Γιγαντομαχία"

Εκτός από την Τιτανομαχία φαίνεται πως υπήρχε και μια αρχαϊκή Γιγαντομαχία, για την οποία όμως δεν διαθέτουμε γραπτές μαρτυρίες. Εικάζουμε την ύπαρξή της από σχετικές εικαστικές αναπαραστάσεις[9]. Ιστορούσε τη σύγκρουση των Ολυμπίων θεών με τους Γίγαντες, τα παιδιά της Γαίας που γεννήθηκαν από το αίμα του ακρωτηριασμένου Ουρανού.

•  Σε μεταγενέστερους χρόνους μια Γιγαντομαχία έγραψε ο ποιητής του 5ου μ.Χ. αιώνα Νόννος, από την οποία δεν σώθηκε τίποτα, και ο ελληνικής καταγωγής Λατίνος ποιητής Κλαυδιανός (Gigantomachia). 


Σημειώσεις

1. Οι Τιτάνες (Ωκεανός, Κοίος, Υπερίων, Κρείος, Ιαπετός, Κρόνος) ήταν έξι από τα παιδιά του Ουρανού και της Γαίας. Αδελφές τους ήταν οι Τιτανίδες (Θεία, Ρέα, Θέμις, Μνημοσύνη, Φοίβη, Τιθύς) με τις οποίες ενώθηκαν γεννώντας μια μεγάλη σειρά από δευτερεύουσες θεότητες. Ο Κρόνος, ο νεότερος από τους Τιτάνες, ακρωτηρίασε τον πατέρα του Ουρανό ευνουχίζοντάς τον και μαζί με τα αδέλφια του κατέλαβε τη θεϊκή εξουσία. Παντρεύτηκε την αδελφή του τη Ρέα και απέκτησε μαζί της διαδοχικά την Εστία, τη Δήμητρα, την Ήρα, τον Πλούτωνα, τον Ποσειδώνα και τον Δία. Επειδή όμως γνώριζε ότι κάποια μέρα θα εκθρονιζόταν και αυτός με τη σειρά του από ένα από ένα από τα παιδιά του, γι' αυτό και τα καταβρόχθιζε μόλις γεννιόταν. Η Ρέα, απηυδισμένη με όλα αυτά, λίγο πριν γεννήσει τον Διά κατέφυγε στην Κρήτη. Τον γέννησε κρυφά στο όρος Δίκτη και έδωσε στον Κρόνο να καταπιεί ένα φασκιωμένο λιθάρι. Όταν ο Δίας μεγάλωσε με τη βοήθεια της Μήτιδος (μιας κόρης του Ωκεανού) ή της ίδια της Γαίας, έδωσε στον Κρόνο να πιεί ένα φάρμακο που τον έκανε να ξεράσει όλα τα παιδιά που είχε καταπιεί. Ο Δίας και τα αδέλφια του (που έμελλε να γίνουν οι Ολύμπιοι θεοί) ξεκίνησαν τότε πόλεμο ενάντια στον Κρόνο που είχε τη βοήθεια των δικών του αδελφών. Στο πλευρό του Δία στάθηκαν και άλλες θεότητες, όπως οι Εκατόγχειρες και οι Κύκλωπες (παιδιά και αυτοί του Ουρανού), η Στύγα (η πρωτότοκη κόρη του Ωκεανού) και ο Προμηθέας (ο γιος του Ιαπετού).

2. Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, 277d·  
[οἶδα ὅτι ὁ τὴν Τιτανομαχίαν ποιήσας, εἴτ᾿ Εὔμηλός ἐστιν ὁ Κορίνθιος ἢ Ἀρκτῖνος ἢ ὅστις δήποτε     χαίρει ὀνομαζόμενος, ἐν τῷ δευτέρῳ οὕτως εἴρηκεν·
           ἐν δ᾿ αὐτῇ πλωτοὶ χρυσώπιδες ἰχθύες ἐλλοὶ
           νήχοντες παίζουσιν δι᾿ ὕδατος ἀμβοσίοιο]
.

3. Π. Γκριμάλ, Λεξικό της ελληνικής και ρωμαϊκής μυθολογίας, "Θάμυρης", εκδ. USP, 1991.

4. 
Σχόλια στα Αργοναυτικά του Απολλωνίου, 3.1179·
"Ἐν δὲ τῇ γ΄[Μουσαῖος] Τιτανογραφίᾳ λέγεται ὡς Κάδμος ἐκ τοῦ Δελφικοῦ ἐπορεύετο προκαθηγουμένης αὐτῷ βοός".

5. Ομηρικά - Επικός κύκλος, "Τιτανομαχία" (αρχ. κείμενο και μετάφραση), σελ.54-57, εκδ. Κάκτος, 2005.
•  M. West, Greek epic fragments: From the seventh to the fifth enturies BC
"Eumelus or Arctinus Titanomachy", p.222-233, Loeb, 2003.

6. 
ΗσίοδοςΘεογονία, στ. 630-634.

7. 
Ησίοδος, στ.720.

8. 
Σχόλια στα Αργοναυτικά του Απολλωνίου, 1.1165·  
[
Εὔμηλος δὲ ἐν τῇ Τιτανομαχίᾳ τὸν Αἰγαίωνα Γῆς καὶ Πόντου φησὶ παῖδα, κατοικοῦντα δὲ ἐν τῇ θαλάσσῃ τοῖς Τιτᾶσι συμμαχεῖν].
(M. West. ό.π., σελ. 224)

9. P. Kroh, Λεξικό αρχαίων συγγραφέων Ελλήνων και Λατίνων, "Γιγαντομαχία", εκδ. USP, 1996.


Φορωνίς (έπος)

Η Φορωνίς ήταν ένα επικό ποίημα γραμμένο τον 6ο ή 7ο π.Χ. αιώνα από κάποιον άγνωστο ποιητή. Διηγιόταν την παμπάλαια ιστορία και τα κατορθώματα του Φορωνέος, του μυθικού πρώτου βασιλιά της Αργολίδος.

Σύμφωνα με τις γνωστές από άλλες πηγές επιχώριες παραδόσεις του Άργους, ο Φορωνεύς ήταν αυτός που εξημέρωσε τα άγρια ήθη των διάσπαρτων μέχρι τότε ανθρώπων συγκεντρώνοντας τους στο Φορωνικόν Άστυ, στην πρώτη πόλη που δημιουργήθηκε ποτέ· εγκαθίδρυσε την λατρεία της Ήρας και έφερε από τον ουρανό το θείο δώρο της φωτιάς. Μέχρι την εποχή του Παυσανία το αρχέγονο αυτό πυρ, το πυρ του Φορωνέος, έκαιγε ακόμη στο ναό του Λυκίου Απόλλωνος στο Άργος.[1] Αυτές τις ιστορίες το δίχως άλλο, σύμφωνα με τον Τζέιμς Φρέιζερ, διηγιόταν η χαμένη Φορωνίδα[2] .

Υπήρχαν ακόμη και κάποιες αναφορές σε άλλες μυθολογικές παραδόσεις: Ένα απόσπασμα λίγων στίχων της Φορωνίδος -που έσωσε σχολιαστής στο Απολλώνιο τον Ρόδιο- λέει ότι οι Φρύγες μάγοι και θεράποντες της Αδράστειας Κέλμις, Δαμναμενεύς και Άκμων ανακάλυψαν στις δασωμένες κοιλάδες της Ίδης την τέχνη της μεταλλουργίας και με την βοήθεια της φωτιάς έγιναν οι πρώτοι σιδηρουργοί.[3] 

Σε ένα άλλο απόσπασμα, που αναφέρεται από τον Κλήμη τον Αλεξανδρέα, ο Φορωνεύς αποκαλείται πατέρας των θνητών ανθρώπων. Συνολικά σώθηκαν έξι μόλις αποσπάσματα.[4]

Εκτεταμένα στοιχεία από την Φορωνίδα χρησιμοποίησαν αργότερα στα έργα τους οι λογογράφοι Ακουσίλαος και Ελλάνικος ο Μυτιληναίος. Ο τελευταίος μάλιστα φαίνεται πως μετέγραψε την Φορωνίδα σε ένα ομότιτλο πεζό έργο αποτελούμενο από δύο βιβλία, το οποίο έχει επίσης χαθεί.[5]


 

Σημειώσεις


1.  Παυσανίας, Ελλάδος περιήγησις , Κορινθιακά15.5 & 19.5. 

2. James George Frazer, Myths of the Origin of Fire (γαλλική μετάφραση: εκδ Payot, 1967, σελ. 178).

3. G. Kinkel,
απόσπασμα 2, σελ. 211.
                                         [...]
ἔνθα γόητες
   
Ἰδαῖοι, Φρύγες ἄνδρες, ὀρέστερα οἰκί᾿ ἔναιον,
   
Κέλμις Δαμναμενεύς τε μέγας καὶ ὑπέρβιος Ἄκμων,
   
εὐπάλαμοι θεράποντες ὀρείης Ἀδρηστείης,
   
οἳ πρῶτοι τέχνηις πολυμήτιος Ἡφαίστοιο
   
εὗρον ἐν οὐρείηισι νάπαις ἰόεντα σίδηρον
   
ἐς πῦρ τ᾿ ἤνεγκαν καὶ ἀριπρεπὲς ἔργον ἔδειξαν.

4. G. Kinkel, Epicorum Graecorum fragmenta (1877),
σελ. 209. Phoronis
  Loeb Classical Library, Greek Epic Fragments.
Genealogical and Antiquarian EpicsPhoronis (όπου περιλαμβάνεται και το απόσπασμα που βρέθηκε σε πάπυρο της Οξυρρύγχου).
5. William Smith, A dictionary of Greek and Roman biography and mythology (1867),Τόμος II, λήμμα "Hellanicus".

(Παραλλαγή του άρθρου αυτού δόθηκε για δημοσίευση στην ελληνική Βικιπαίδεια.)


Φωκαΐς (έπος)

Η Φωκαΐς ήταν ένα από τα χαμένα ποιήματα της αρχαϊκής εποχής, γραμμένο μάλλον γύρω στον 7ο π.Χ. αιώνα.[1] Το περιεχόμενο του μας είναι παντελώς άγνωστο.

Σύμφωνα με τον Βίο του Ομήρου[2] του Ψευδο-Ηροδότου, που διασώζει μάλλον μια παλαιότερη παράδοση των Φωκαέων, η Φωκαΐδα (όπως και η Μικρά Ιλιάς) γράφτηκε στην πόλη τους από τον Όμηρο όταν αυτός φιλοξενούταν στο σπίτι του γραμματοδιδάσκαλου Θεστορίδη. Αργότερα όμως ο Θεστορίδης αντέγραψε το έργο και το παρουσίαζε ως δικό του.[3]

"Αγρέας"


1. P. Kroh, Λεξικό αρχαίων συγγραφέων, USP, 1996.
2. Ψευδο-Ηρόδοτος, "Περί Ομήρου γενέσιος και βιοτής", στο Vitarum scriptores graeci minores, Λειψία, 1845.
• G. Kinkel, Epicorum Graecorum fragmenta (1877), σελ. 63. Phocais
3. Περί Ομήρου γενέσιος και βιοτής, 16.

Χρήστος Μπελόπουλος 

ΠΗΓΗ https://belopchi.blogspot.com/


ΤΑ ΧΑΜΕΝΑ ΕΠΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ-ΜΕΡΟΣ Α΄

Oedipus Rex
Πιερ Ωγκύστ 


ΜΕΡΟΣ Α΄

Από τόν Χρήστος Μπελόπουλος    

 Ατρειδών κάθοδος

"Ατρειδών κάθοδος" ονομαζόταν το έπος κάποιου αγνώστου προ-ομηρικού ποιητή που εξιστορούσε την επιστροφή του Αγαμέμνονα και του Μενελάου στις πατρίδες τους μετά το τέλος του τρωικο

Ο θάνατος του Αγαμέμνονα
Αττικός ερυθρόμορφος κρατήρας.
Μουσείο Καλών Τεχνών Βοστόνης

πολέμου. Αναφέρεται από τον Αθήναιο[1] και αποτελούνταν από τρία τουλάχιστον βιβλία.[2]

Εικάζεται ότι ο ποιητής Αγίας ο Τροιζήνιος το ενσωμάτωσε αργότερα στους "Νόστους", στο κύκλιο έπος που διηγιόταν τις περιπέτειες και τα πάθη και των άλλων Αχαιών ηρώων κατά το ταξίδι επιστροφής τους στην πατρίδα.

Ενδεχομένως δε, ακόμη και ο ίδιος ο Όμηρος να γνώριζε την ύπαρξή των "Ατρειδών", όπως θα μπορούσε ίσως να υποθέσει κανείς[3], αφού ήδη στην πρώτη ραψωδία της Οδύσσειας βάζει τον αοιδό Φήμιο να τραγουδά ένα θλιβερό τραγούδι για τον "λυγρόν" [ολέθριο] νόστο των Αχαιών.[4]



1. Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, 281b.
2. Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, 399a.
3. Δ. Ν. Μαρωνίτης και Λ. Πόλκας, Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια, "Φήμιος". Κέντρο ελληνικής γλώσσας (www.greek-language.gr)
4. Ομήρου Οδύσσεια, α326-327 (… ὁ δ ̓ Ἀχαιῶν νόστον ἄειδε /.λυγρόν, ὃν ἐκ Τροίης ἐπετείλατο Παλλὰς Ἀθήνη).

Αιθιοπίς

Η Αιθιοπίς, ένα από τα αρχαιότερα έπη του τρωικού κύκλου, αποτελούνταν από πέντε βιβλία και αποδιδόταν στον ποιητή του 7ου π.Χ. αιώνα Αρκτίνο τον Μιλήσιο.

Το περιεχόμενο της "Αιθιοπίδος"

Σύμφωνα με τη Χρηστομάθεια του Πρόκλου το έπος του Αρκτίνου συνέχιζε τη διήγηση της Ιλιάδος, διηγείτο δηλαδή τα γεγονότα του τρωικού πολέμου που συνέβησαν μετά το θάνατο και την ταφή του Έκτορα.

Ο Αχιλλέας σκοτώνει
την Πενθεσίλεια

Η υπόθεση του, όπως μας την παραδίδει η Χρηστομάθεια, είχε ως εξής:

• Η Πενθεσίλεια, η βασίλισσα των Αμαζόνων καταφθάνει με το στρατό της στο Ίλιον για να βοηθήσει τους Τρώες, αλλά σκοτώνεται μονομαχώντας με τον Αχιλλέα. Αυτός θαμπωμένος από την ομορφιά της, καθώς τη βλέπει να πεθαίνει, την ερωτεύεται κεραυνοβόλα. Όμως, ο Θερσίτης (γνωστός ήδη από την Ιλιάδα για την αθυροστομία και τον κακότροπο χαρακτήρα του) τον ειρωνεύεται, και ο Αχιλλέας εξοργισμένος τον σκοτώνει γρονθοκοπώντας τον. Το γεγονός προκαλεί αναστάτωση στο στράτευμα και ο Αχιλλέας αναχωρεί για τη Λέσβο, όπου τελικά εξαγνίζεται από τον Οδυσσέα για το φόνο του συμπολεμιστή του με θυσίες στην απολλώνεια τριάδα (Λητώ, Απόλλωνα, Άρτεμη)· έπειτα επιστρέφει στην Τροία.

 

• Εκεί εν τω μεταξύ έχει καταφθάσει ο Μέμνων, ο βασιλιάς των Αιθιόπων, σύμμαχος και αυτός των Τρώων. Φορώντας ηφαιστότευκτη πανοπλία επιτίθεται κατά των Αχαιών και φονεύει τον πιο αγαπητό φίλο του Αχιλλέα (μετά τον Πάτροκλο), τον Αντίλοχο. Ο Αχιλλέας εκδικείται το θάνατο του φίλου του σκοτώνοντας με τη σειρά του τον Μέμνονα, (στον οποίο ο Δίας, μετά από παράκληση της μητέρας του, της Ηούς, θα προσφέρει αθανασία).

Ο Μέμνων

Ο Μέμνων
αμφορέας αρχαϊκής εποχής

• Παρασυρμένος από την οργή του κυνηγά τους Τρώες μέχρι τα τείχη της πόλης, αλλά εκεί, κοντά στις Σκαιές Πύλες, πληγώνεται θανάσιμα από το βέλος που εκτοξεύει εύστοχα εναντίον του ο Πάρις με την βοήθεια του Απόλλωνα. Μετά από σκληρό και αμφίρροπο αγώνα, ο Αίας και ο Οδυσσέας κατορθώνουν να περισώσουν τη σωρό του ήρωα και να τη μεταφέρουν στο στρατόπεδο τους.

• Οι Αχαιοί αφού κηδεύουν πρώτα τον Αντίλοχο, ετοιμάζουν την νεκρική πυρά και για τον Αχιλλέα. Η Θέτις όμως, που έχει καταφθάσει μαζί με τι Μούσες και τις αδελφές της θρηνώντας το παιδί της, δεν θ' αφήσει να καεί το σώμα του Αχιλλέα. Τον αρπάζει ξαφνικά από την πυρά και τον μεταφέρει στη Λευκή νήσο, τη νήσο των Μακάρων.

• Η "Αιθιοπίδα", σύμφωνα πάντα με τη Χρηστομάθεια του Πρόκλου, τελείωνε με τους επιτάφιους αγώνες που γινόταν προς τιμήν των νεκρών ηρώων και τη φιλονικία Αίαντος και Οδυσσέως για το ποιος είναι πιο άξιος να πάρει τα όπλα του Αχιλλέα.[1] Τη διήγηση των γεγονότων του πολέμου συνέχιζαν τα επόμενα έπη του τρωικού κύκλου, η Μικρά Ιλιάς και η Ιλίου Πέρσις.

Αιγίμιος

Ο Αιγίμιος ήταν ένα μικρό έπος δύο βιβλίων που οι αρχαίοι απέδιδαν, σύμφωνα με τον Αθήναιο, άλλοτε στον Ησίοδο και άλλοτε στον Κέρκωπα τον Μιλήσιο[1].

Ηρακλής τοξότης
Εμίλ Αντουάν Μπουρντέλ (1909)
Μουσείο Ορσαί (Παρίσι)

Σώθηκαν οκτώ μόλις αποσπάσματα[2] που κάνουν λόγο για τις περιπέτειες της Ιούς, τον Άργο, την Θέτιδα και τον Πηλέα, τον Φρίξο και τους Αργοναύτες. Φιλολογικές μελέτες αποδεικνύουν ωστόσο ότι τα παραπάνω ιστορίες ήταν εμβόλιμες διηγήσεις και ότι το πρωταρχικό θέμα του έργου ήταν τα κατορθώματα του Ηρακλή, συμμάχου του βασιλιά των Δωριέων Αιγιμίου στον πόλεμο του ενάντια στους Λαπίθες και τους Δρύοπες.[3]

1. Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, βιβλίον XI. p 503·

   [Καὶ ὁ τὸν Αἰγίμιον δὲ ποιήσας εἴθ´ Ἡσίοδός ἐστιν ἢ Κέρκωψ ὁ Μιλήσιος].

2. H.G Evelyn-White, Hesiod, the Homeric hymns and Homerica (1914), "Αιγίμιος", σελ. 270 -274.

3. A. Severyns, Le cycle épique dans l'école d'Aristarque, "Aegimios". σελ. 178-182, Droz, 1928.

  J. Schwartz, Pseudo- Hesiodeia, "Aegimios", σελ. 261- 295, Brill , 1960.

Αλκμαιωνίς / Αλκμεωνίς

Η Ἀλκμαιωνίς (ή Ἀλκμεωνίς) ήταν ένα -χαμένο σήμερα- έπος γραμμένο από κάποιον άγνωστο ποιητή τον 7ο ή 6ο π.Χ. αιώνα. Ως κεντρικό χαρακτήρα είχε τον Αλκμαίωνα, τον γιο του Αμφιάραου, και το περιεχόμενό του ήταν ανάλογο με το περιεχόμενο των Επιγόνων. (Ορισμένοι μάλιστα μελετητές υποστήριξαν ότι τα δύο έπη, η "Αλκμαιωνίς" και οι "Επίγονοι", ταυτίζονταν ή ότι το πρώτο ήταν απλώς ένα από τα τμήματα του δεύτερου -άποψη που σήμερα τείνει να εγκαταλειφθεί.)

Το περιεχόμενο της Αλκμαιωνίδος

Σύμφωνα με τον Βέλγο ελληνιστή Αλμπέρ Σεβερένς (Albert Severyns)[1] το περιεχόμενο της Αλκμαιωνίδας ήταν περίπου το εξής:

• Ένας χρησμός είχε πληροφορήσει τους Επιγόνους ότι προκειμένου να κατακτήσουν την Θήβα όφειλαν να κάνουν αρχηγό της εκστρατείας τους τον Αλκμαίωνα . Ο Αλκμαίων παρά τις αρχικές του αντιρρήσεις, μετά και από την πιεστική παρέμβαση της μητέρας του (της Εριφύλης), δέχθηκε τελικά την πρόκληση και τέθηκε επικεφαλής του εκστρατευτικού σώματος.

• Στον Γλίσαντα σκότωσε τον βασιλιά της Θήβας Λαοδάμαντα (ο οποίος προηγουμένως είχε φονεύσει τον γιο του Άδραστου, τον Αιγιαλέα), κατέκτησε την Θήβα και επέστρεψε θριαμβευτής στο Άργος.

• Στην Αλκμαιωνίδα παρεμβάλλονταν επίσης (όπως προκύπτει από τα σωζόμενα αποσπάσματα[2]) και ιστορίες σχετικές με τον Τυδέα, τον Πηλέα, τον Πέλοπα, τον Ατρέα και τον Θυέστη[3].

• Το μεγαλύτερο όμως μέρος του έπους καταλάμβανε η εξιστόρηση του κρίματος του Αλκμαίωνα, δηλαδή της μητροκτονίας που αυτός (ως άλλος Ορέστης) διέπραξε σκοτώνοντας την Εριφύλη για να εκδικηθεί τον θάνατο του πατέρα του.

Ο θάνατος της Εριφύλης

Σύμφωνα με την Θηβαΐδα, ο Αμφιάραος αρνιόταν να πάρει μέρος στην εκστρατεία κατά της Θήβας, επειδή ως μάντης που ήταν γνώριζε ότι οι θεοί ήταν εναντίον των Αργείων. Τελικά όμως αναγκάσθηκε να συμμετάσχει μετά από παρέμβαση της γυναίκας του, της Εριφύλης, την οποία είχε δωροδοκήσει για το σκοπό αυτό ο Πολυνείκης προσφέροντάς της ως ανταμοιβή το περίφημο περιδέραιο της Αρμονίας.

Στην Αλκμαιωνίδα (όπως και στους Επιγόνους) η ίδια ιστορία επαναλαμβανόταν με τον Αλκμαίωνα αυτή τη φορά: Ο Αλκμαίων, όπως και ο πατέρας του, αρνιόταν και αυτός να πάρει μέρος στην προετοιμαζόμενη εκστρατεία. Η Εριφύλη όμως -μαγεμένη αυτήν τη φορά από τον πέπλο [το φόρεμα] της Αρμονίας που της πρόσφερε ο Θέρσανδρος, ο γιος του Πολυνείκη- εξανάγκασε τον γιο της να εκστρατεύσει, όπως είχε προηγουμένως κάνει και με τον πατέρα του.

"Οι τύψεις του Ορέστη"
του Ουίλιαμ Αντόλφ Μπουκερώ
(W. A. Bouguereau, 1825-1905)
Ο Αμφιάραος, όμως, πριν φύγει για την Θήβα είχε διατάξει μυστικά τον τότε μικρό του γιο Αλκμαίωνα να τιμωρήσει την Εριφύλη για την προδοσία της, αν ποτέ δεν γύριζε ο ίδιος ζωντανός από τον πόλεμο. Και ο Αμφιάραος πράγματι δεν γύρισε.

Ο Αλκμαίων, δέκα χρόνια αργότερα, επιστρέφοντας θριαμβευτής στο Άργος, και αφού πρώτα συμβουλεύτηκε το μαντείο των Δελφών[4], αποφάσισε να εκτελέσει την ξεχασμένη πατρική εντολή και σκότωσε την Εριφύλη. Κυνηγημένος μετά το φονικό από τις ανελέητες Ερινύες έχασε τα λογικά του και άρχισε να περιπλανιέται σε διάφορα μέρη προσπαθώντας να εξιλεωθεί.

Τελικά οι θεοί, αφού πρώτα άφησαν πολύ χρόνο να κυλίσει, δέχθηκαν να τον απαλλάξουν από τις αβάσταχτες τύψεις και την οδύνη του, αναγνωρίζοντας ότι διέπραξε το στυγερό του έγκλημα μόνο και μόνο από σεβασμό στην φρικτή και επώδυνη πατρική προσταγή, ως ώφειλε σύμφωνα με τους ηθικούς κανόνες της εποχής.


Αμφιαράου εξέλασις

Αμφιάραος

Αμφιάραος
κλεμμένο ανάγλυφο από τον Ωρωπό
στο Μουσείο της Περγάμου (Βερολίνο)

H Αμφιαράου εξέλασις [Ἀμφιαράου ἐξελασίη ἐς Θήβας], δηλαδή η εκστρατεία του Αμφιάραου στην Θήβα, ήταν ένα από τα επικά ποιήματα που αποδιδόταν (από τον ψεύδο-Ηρόδοτο[1] και τον Ησύχιο τον Μιλήσιο[2]) στον Όμηρο. Φαίνεται πως είχε ανάλογο περιεχόμενο μ' αυτό της Θηβαΐδος, και γι' αυτό ορισμένοι μελετητές υπέθεσαν ότι ίσως να ήταν απλώς ένας άλλος τίτλος για την Θηβαΐδα ή να αποτελούσε κάποιο από τα τμήματά της.

Από την Αμφιαράου εξέλασιν σώθηκε μόνον ένα τρίστιχο απόσπασμα[3](που βέβαια κάλλιστα θα μπορούσε να προέρχεται και από την Θηβαΐδα), στο οποίο ο Αμφιάραος συμβουλεύει τον μικρό του γιο, τον Αμφίλοχο, με αυτά τα λόγια:

      του χταποδιού, παιδί μου, ήρωα Αμφίλοχε, να έχεις την νοοτροπία

      να προσαρμόζεσαι σε κάθε λαό, όπου πηγαίνεις

      να γίνεσαι κάθε φορά διαφορετικός ακολουθώντας του τόπου [τις συνήθειες].[4]

 

1. Hugh G. Evelyn-White, Hesiod, the Homeric hymns and Homerica (1914), "Ἀμφιαράου ἐξέλασις" [The expedition of Amphiaraus], σελ. 532.

 

2. M.L. West, Homeric Hymns. Homeric Apocrypha, "Lives of Homer 6 - Hesychius Milesius", σελ. 430, Loeb Classical Library 496, Harvard University Press, 2003.

 

3. Ομηρικά - Επικός κύκλος, "Ἀμφιαράου ἐξέλασις", σελ. 143-147, εκδ. Κάκτος, 2005.

 

4.  Πολύποδός μοι, τέκνον, ἔχον νόον, Ἀμφίλοχ᾿ ἥρως

    τοῖσιν ἐφαρμόζειν, τῶν κατὰ δῆμον ἵκηαι,

    ἄλλοτε δ᾿ ἀλλοῖος τελέθειν καὶ χώρῃ ἕπεσθαι.


Δαναΐς (έπος)

Η Δαναΐς ήταν ένα έπος που αποτελούνταν από 6.500 στίχους και διηγιόταν την ιστορία των Δαναΐδων.[1] Ο συγγραφέας του και η εποχή στην οποία γράφτηκε μας είναι παντελώς άγνωστα. Σώθηκαν μόνο δύο στίχοι από τον Κλήμη τον Αλεξανδρέα [2] και ένα απόσπασμα σε πεζό λόγο από τον Αρποκρατίονα.[3] 

"Αγρέας"

1. P. Kroh, Λεξικό Αρχαίων συγγραφέων Ελλήνων και Λατίνων, 1996.

2.  Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, Στρωματείς IV. 

         Καὶ τότ' ἄρ' ὡπλίζοντο θοῶς Δαναοῖο θύγατρες

         πρόσθεν ἐυρρεῖος ποταμοῦ Νείλοιο ἄνακτος.

(G. Kinkel, Epicorum Graecorum fragmenta, "Danais", σελ. 78.)

3. Αρποκρατίων, λήμμα: "Αὐτόχθονες"·

    [ δὲ Πίνδαρος καὶ τὴν Δαναΐδα πεποιηκώς φασιν Ἐριχθόνιον καὶ Ἥφαιστον ἐκ τῆς γῆς φανῆναι].

Επίγονοι (έπος)

Οι Επίγονοι ήταν ένα επικό ποίημα επτά χιλιάδων στίχων[1] που διηγιόταν την πολιορκία και τελικά την άλωση της Θήβας από τους γιους [τους Επιγόνους] των επτά Αργείων ηγεμόνων ["Επτά επί Θήβας"], οι οποίοι δέκα χρόνια πρωτύτερα είχαν επιχειρήσει ανεπιτυχώς τότε την κατάληψη της ίδιας πόλης.

Οι Επίγονοι ανήκαν (μαζί με τη Οιδιπόδεια και τη Θηβαΐδα) στον θηβαϊκό επικό κύκλο και ως πιθανός ποιητής τους αναφερόταν (με επιφύλαξη) άλλοτε ο Όμηρος[2] και άλλοτε ο Αντίμαχος ο Τήιος[3].

Περιεχόμενο και αποσπάσματα

Η άλωση της Θήβας

Μυκηναίοι πολεμιστές

Σε γενικές γραμμές το (υποτιθέμενο) περιεχόμενο των Επιγόνων ήταν το εξής: Οι Επίγονοι έχοντας επικεφαλής αυτήν την φορά τον Αιγιαλέα, τον γιο του Άδραστου, νίκησαν αρχικά τον γιο του Ετεοκλή και βασιλιά της Θήβας Λαοδάμαντα στη μάχη του Γλίσαντα. Οι Θηβαίοι αναγκάσθηκαν τότε να υποχωρήσουν και να οχυρωθούν πίσω από τα τείχη της πόλης τους, αλλά ύστερα από μια σύντομη πολιορκία παραδόθηκαν. Οι νικητές τοποθέτησαν στο θρόνο της Θήβας τον γιο του Πολυνείκη, τον Θέρσανδρο, και αφιέρωσαν στο μαντείο των Δελφών τον αιχμάλωτο μάντη Τειρεσία και την κόρη του Μαντώ. Ο Τειρεσίας όμως καθ' οδόν προς τους Δελφούς πέθανε και η Μαντώ μετά από λίγο κατέφυγε στην Κολοφώνα[4]. Όλοι οι Επίγονοι, εκτός από τον Αιγιαλέα που σκοτώθηκε, επέστρεψαν σώοι και θριαμβευτές στις πατρίδες τους.Στους Επιγόνους γινόταν εκτενής αναφορά και στην ιστορία του Αλκμαίωνος, του γιου του Αμφιάραου και της Εριφύλης. Αρχικά, ο Αλκμαίων δεν ήθελε να συμμετάσχει στην εκστρατεία των Επιγόνων, εξαναγκάσθηκε όμως από την μητέρα του -την οποία δωροδόκησε ο Θέρσανδρος προσφέροντάς της τον πέπλο [το φόρεμα] της Αρμονίας. Έτσι, η Εριφύλη για δεύτερη φορά μέσα σε λίγα χρόνια διέπραξε το ίδιο κρίμα προδίδοντας εξαγορασμένη έναν δικό της άνθρωπο.


Η δωροδοκία της Εριφύλης
Η πρώτη φορά ήταν τότε που, όπως διηγιόταν ο ποιητής της Θηβαΐδος, δωροδοκημένη με το περιδέραιο της Αρμονίας από τον Πολυνείκη φανέρωσε τον κρυψώνα του συζύγου της, του Αμφιάραου, ο οποίος αρνιόταν να συμμετάσχει στην εκστρατεία των Επτά, επειδή (ως μάντης που ήταν) γνώριζε το άδοξο και καταστροφικό για τους Αργείους και για τον ίδιο τέλος της. Εξαιτίας της προδοσίας της Εριφύλης, ο Αμφιάραος αναγκάστηκε τελικά να πάρει μέρος στην εκστρατεία, όπου και σκοτώθηκε. Πριν φύγει όμως όρκισε τον γιο του τον Αλκμαίωνα, ότι (αν ποτέ δεν γυρνούσε ζωντανός ο πατέρας του από τον πόλεμο) θα τιμωρούσε την Εριφύλη -την "στυγερή" όπως την αποκαλεί ο Όμηρος[5]-, για την προδοσία της σκοτώνοντάς την.

Και πράγματι, ο Αλκμαίων επιστρέφοντας από την εκστρατεία των Επιγόνων θα τηρήσει τον παλιό του όρκο και θα φονεύσει την μητέρα του -επηρεασμένος βέβαια και από την στάση της απέναντί του[6]. Αυτή όμως ήταν μια ιστορία που την διηγιόταν αναλυτικότερα το επόμενο χαμένο έπος του θηβαϊκού μυθολογικού κύκλου, η Αλκμαιωνίδα.

Επικιχλίδες

Οι Ἐπικιχλίδες ήταν ένα μικρό ερωτικό έπος από το οποίο κανένας στίχος δεν έχει σωθεί. Γνωρίζουμε μόνον ότι κάποιοι αρχαίοι συγγραφείς, όπως ο Κλέαρχος ο Σολεύς, ο Ησύχιος ο Μιλήσιος[1] και ο ψευδο-Ηρόδοτος, το απέδιδαν στον Όμηρο. Ο ψευδο- Ηρόδοτος προσέθετε μάλιστα ότι οι Επικιχλίδες ήταν ένα από τα πολλά "παίγνια" [διασκεδαστικά ποιήματα] που έγραψε ο Όμηρος την εποχή που διέμεινε στη Βολισσό της Χίου.[2]

Ο Αθήναιος επικαλούμενος παλαιότερη μαρτυρία του ιστορικού Μέναιχμου γράφει ότι το ποίημα ονομάσθηκε Επικιχλίδες, επειδή κάποτε ο Όμηρος τραγουδώντας το σε παιδιά έλαβε ως δώρο-ανταμοιβή κίχλες [κίχλη: το μικρό πουλί τσίχλα].[3]

Ίσως όμως το όνομα του τίτλου να σχετίζεται περισσότερο με την λέξη "κιχλισμοί", που σήμαινε τα δυνατά γέλια ή τους καγχασμούς.[4

Σημειώσεις

1. M. L. West , Homeric Hymns. Homeric Apocrypha. Lives of Homer, "Epikichlides", σελ. 254-257, Loeb Classical Library 496. Harvard University Press, 2003.

2. M. L. West, ό.π. [καὶ τοὺς Κέρκωπας καὶ Βατραχομαχίαν καὶ Ψαρομαχίην καί Ἑπταπακτικήν καὶ Ἐπικιχλίδας καὶ τἄλλα πάντα ὅσα παίγνιά ἐστιν Ὁμήρου ἐνταῦθα ἐποίησε παρὰ τῷ Χίῷ ἐν Βολισσῷ].

3. Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, 2.68· [ὅτι τὸ εἰς Ὅμηρον ἀναφερόμενον ἐπύλλιον, ἐπιγραφόμενον δὲ Ἐπικιχλίδες, ἔτυχε ταύτης τῆς προσηγορίας διὰ τὸ τὸν Ὅμηρον ᾁδοντα αὐτὸ τοῖς παισὶ κίχλας δῶρον λαμβάνειν, ἱστορεῖ Μέναιχμος ἐν τῷ περὶ τεχνιτῶν]. Perseus (Ath. 2.68)

4. Brill's New Pauly Encyclopedia Of The Ancient World,  " Epikichlides". Brill Online

Θεσπρωτίς (έπος)

Η Θεσπρωτίς ήταν ένα από τα πολύ παλιά και πρόωρα χαμένα επικά ποιήματα.

Εκτός από τον τίτλο του, που αναφέρεται μία και μοναδική φορά από τον Παυσανία[1], δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα τίποτε άλλο γι' αυτό. Εικάζουμε μόνον ότι πραγματευόταν τις περιπέτειες του Οδυσσέα στην Θεσπρωτία και ότι ήταν η πηγή της μεταγενέστερης Τηλεγονείας.[2] (Υπάρχουν βέβαια και οι μελετητές που, αντιθέτως, υποστηρίζουν ότι η Θεσπρωτίς ήταν απλά και μόνον μια άλλη ονομασία της Τηλεγονείας ή ίσως κάποιο από τα βιβλία της.)

Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς αναφέρει ότι ένα ποίημα για τους Θεσπρωτούς, δηλαδή μια "Θεσπρωτίδα", είχε γράψει και ο (μυθικός) ποιητής Μουσαίος, το οποίο κατέκλεψε αργότερα ο Ευγάμμων ο Κυρηναίος (ο φερόμενος και ως δημιουργός της Τηλεγονείας).[3]

 Σημειώσεις

1. Παυσανίας, Ελλάδος περιήγησις, "Αρκαδικά", 12.5.

2. A. Lesky, Ιστορία της Αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, σελ. 138, εκδ. Κυριακίδη, 2011.

  P. Kroh, Λεξικό αρχαίων συγγραφέων, λήμμα: "Θεσπρωτίς", εκδ.USP, 1996.

3. Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, Στρωματείς, 6.25.1· [αὐτοτελῶς γὰρ (οἱ Ἐλληνες) τὰ ἑτέρων ὑφελόμενοι ὡς ἴδια ἐξήνεγκαν, καθάπερ Εὐγάμμων ὁ Κυρηναῖος ἐκ Μουσαίου τὸ περὶ Θεσπρωτῶν βιβλίον ὁλόκληρον].

Να σημειωθεί πάντως ότι ο Μουσαίος είναι μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα που χάνεται, όπως και ο δάσκαλός του ο Ορφέας, στην αχλή του μύθου.

Θηβαΐς (έπος)

Η Θηβαΐδα [Θηβαΐς], ένα μεγάλο πολύ παλιό και χαμένο σήμερα επικό ποίημα 7000 στίχων,[1] διηγιόταν την διαμάχη και τον αλληλοσκοτωμό των γιων του Οιδίποδα (του Πολυνείκη και του Ετεοκλή) και τον αφανισμό των Επτά ηγεμόνων, οι οποίοι υπό την αρχιστρατηγία του βασιλιά του Άργους Άδραστου, επιχείρησαν ανεπιτυχώς να καταλάβουν την Θήβα -μια ιστορία που μας είναι κυρίως γνωστή από τις τραγωδίες Επτά επί Θήβας του Αισχύλου και Φοίνισσαι του Ευριπίδη.

 1. Ο ποιητής της Θηβαίδος

Η Θηβαΐδα μαζί με την Οιδιπόδεια και τους Επιγόνους συναποτελούσε τον θηβαϊκό επικό κύκλο[2], ο οποίος πραγματευόταν τους σχετικούς με το γένος των Λαβδακιδών[3] μύθους. Ο Παυσανίας (ο οποίος εκτιμούσε ότι η Θηβαΐς υπολειπόταν σε ποιητική αξία μόνον της Ιλιάδας και της Οδύσσειας[3]), αναφέρει ότι ο Καλλίνος ο Εφέσιος, ο ελεγειακός ποιητής του 7ου π.Χ. αιώνα, απέδιδε την Θηβαΐδα στον Όμηρο[4] -άποψη που υιοθετούσε και ο άγνωστος συγγραφέας του Αγώνος Ομήρου και Ησιόδου (ενός μικρού έργου της ελληνιστικής εποχής)[5]. Ωστόσο άλλοι αρχαίοι συγγραφείς, όπως ο Αθήναιος[6] ή ο Απολλόδωρος[7], αν και μνημόνευαν την Θηβαΐδα και ανέφεραν στίχους απ' αυτήν, δήλωναν παράλληλα παντελή άγνοια ως προς τον πραγματικό της δημιουργό.

  2. Το (υποτιθέμενο) περιεχόμενο της Θηβαΐδος και τα αποσπάσματα που σώθηκαν

   Ο εναρκτήριος στίχος της Θηβαΐδος

Από την Θηβαΐδα σώθηκαν ελάχιστοι στίχοι[8] μεταξύ των οποίων και ο εναρκτήριος στίχος του ποιήματος που περιλαμβάνει την καθιερωμένη στην επική ποίηση επίκληση στην Θεά ή στην Μούσα:

    Ἄργος ἄειδε, θεά, πολυδίψιον, ἔνθεν ἄνακτες.[9]

    (Το Άργος ψάλε, θεά, το άνυδρο, απ' όπου οι βασιλιάδες…)

  Η κατάρα του Οιδίποδα

Στη συνέχεια του ποιήματος, όπως προκύπτει από δύο αποσπάσματα (δεκατεσσάρων συνολικά στίχων) που σώθηκαν από τον Αθήναιο και κάποιον ανώνυμο σχολιαστή, ο ποιητής της Θηβαΐδας αναφερόταν στην κατάρα του Οιδίποδα, ο οποίος επειδή ένιωθε περιφρονημένος ή και παραγκωνισμένος από τους γιους του,[10]

     "προσευχήθηκε στον άνακτα Δία και στους άλλους αθανάτους

      να δώσει να κατέβουν αλληλοσκοτωμένα στον Άδη [τα παιδιά του]"[11].

Ο Αμφιάραος

Ο Πολυνείκης
δωροδοκεί την Εριφύλη
Ο Αμφιάραος φαίνεται πως ήταν ένας από τους κύριους χαρακτήρες της Θηβαΐδος και ενδεχομένως κατείχε έναν ρόλο ανάλογο με αυτόν που είχε ο Αχιλλέας στην Ιλιάδα. Άλλωστε, όπως και ο Αχιλλέας, ο Αμφιάραος δεν ήθελε αρχικά να συμμετάσχει στην εκστρατεία εναντίον των Θηβαίων και κρύφθηκε. Τον φανέρωσε όμως η σύζυγός του η Εριφύλη, όταν ο Πολυνείκης την δωροδόκησε με το περιδέραιο της Αρμονίας. Ο Αμφιάραος χολωμένος με την προδοσία της γυναίκας του όρκισε πριν φύγει για τον πόλεμο τους γιούς του, τον Αλκμαίωνα και τον Αμφίλοχο, να τιμωρήσουν την μητέρα τους σκοτώνοντας την, αν ποτέ δεν γύριζε ζωντανός από την Θήβα.

Δέκα χρόνια μετά την πρώτη αποτυχημένη εκστρατεία οι γιοι των σκοτωμένων αρχηγών, οι Επίγονοι, μεταξύ των οποίων και ο Αλκμαίων, θα ξαναεκστρατεύσουν εναντίον της Θήβας και θα την εκπορθήσουν. Ο Αλκμαίων επιστρέφοντας θα τηρήσει τον όρκο που είχε δώσει μικρός στον πατέρα του και θα θανατώσει την Εριφύλη. Αλλά αυτές ήταν ιστορίες που διηγούνταν τα επόμενα έπη του θηβαϊκού κύκλου, οι Επίγονοι και η Αλκμαιωνίς.

  3. Η επίδραση της Θηβαΐδος στους μεταγενέστερους ποιητές

Η Θηβαΐς άσκησε μεγάλη επίδραση στους μετέπειτα λυρικούς, επικούς και τραγικούς ποιητές. Ο Πίνδαρος[15], ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης και πολλοί άλλοι επηρεάστηκαν από την Θηβαΐδα, μετέγραψαν ή διασκεύασαν τις ιστορίες της, ενώ ο Αντίμαχος ο Κολοφώνιος δανείστηκε τον τίτλο Θηβαΐς για το μεγάλο επικό του ποίημα που έγραψε γύρω στο 400 π.Χ. από το οποίο σώθηκαν λίγα αποσπάσματα[16].

Αντιγόνη και Πολυνείκης
(Νικηφόρος Λύτρας)
Μια Θηβαΐδα δώδεκα βιβλίων[17] έγραψε και ο Λατίνος ποιητής του 1ου μ.Χ. αιώνα Πόπλιος Παπίνιος Στάτιος: Το πρώτο αρχίζει με την φιλονικία του Ετεοκλή και του Πολυνείκη, ενώ στο τελευταίο με επέμβαση του Θησέα (μετά από επίκληση των γυναικών των σκοτωμένων Αργείων ηγεμόνων, τα πτώματα των οποίων δεν επέτρεπαν οι Θηβαίοι να ταφούν), ο Κρέων σκοτώνεται, η Αντιγόνη σώζεται, θάβονται οι νεκροί και η χώρα ειρηνεύει.

Τέλος, στους νεώτερους χρόνους, ο μεγάλος Γάλλος δραματουργός του 17ου αιώνα Ρακίνας θα γράψει το δράμα Θηβαΐς (Thébaide) εμπνευσμένος και αυτός από την ιστορία του Ετεοκλή, του Πολυνείκη και της Αντιγόνης[18].

Ιλίου Πέρσις

Η Ιλίου Πέρσις,[1] ένα από τα χαμένα έπη του τρωικού κύκλου, περιέγραφε την άλωση και καταστροφή της Τροίας από τους Αχαιούς. Ως δημιουργός του φερόταν ο ποιητής του 8ου π.Χ. αιώνα Αρκτίνος ο Μιλήσιος, πιθανολογούμενος συγγραφέας επίσης της Αιθιοπίδος και της Τιτανομαχίας[2].

Σύμφωνα με τον Πρόκλο, τον συγγραφέα της Γραμματικής Χρηστομάθειας, η Ιλίου Πέρσις αποτελούσε συνέχεια της Αιθιοπίδος και της Μικράς Ιλιάδος και περιελάμβανε δύο βιβλία. Σύγχρονοι ερευνητές πιστεύουν ότι στην πραγματικότητα το έπος του Αρκτίνου ήταν αρκετά μεγαλύτερο -άλλωστε ο Πρόκλος δεν είχε άμεση πρόσβαση στο αρχικό κείμενο του ποιήματος (που στην εποχή του ήταν ήδη χαμένο) και αντλούσε τις πληροφορίες του αποκλειστικά και μόνον από επιτομές και σχόλια προγενεστέρων του[3].

Περιεχόμενο της "Ιλίου Πέρσεως" (σύμφωνα με την Χρηστομάθεια του Πρόκλόυ)[4]

Οι Τρώες βλέποντας άδειο το στρατόπεδο των Αχαιών, εξέρχονταν από τα τείχη και έβρισκαν τον Δούρειο ίππο. Ακολουθούσε σύσκεψη στην οποία αποφασιζόταν τελικά η μεταφορά του μέσα στην πόλη παρά τις προειδοποιήσεις της Κασσάνδρας και τις αντιρρήσεις του Λαοκόωντος. Δυο πελώρια φίδια έβγαιναν τότε από την θάλασσα, έπνιγαν το Λαοκόωντα και έναν από τους γιούς του και κατέφευγαν στον ναό της Αθηνάς. Ο Αινείας εκλαμβάνοντας το γεγονός ως σημάδι των θεών και προαισθανόμενος τον επικείμενο όλεθρο κατέφευγε με τους δικούς του στην Ίδη. Οι υπόλοιποι Τρώες έφερναν τον Δούρειο Ίππο μέσα στην Τροία και με απόφαση του Πριάμου γιόρταζαν το δήθεν τέλος του πολέμου. Οι παραμονεύοντες πίσω από την Τένεδο Αχαιοί ειδοποιούνταν με πυρσούς από τον Σίνωνα, τον κατάσκοπο που είχαν αφήσει πίσω τους, επέστρεφαν αιφνιδιαστικά και μαζί με τους κρυμμένους μέσα στην κοιλιά του Δούρειου ίππου συμπολεμιστές τους καταλάμβαναν εύκολα την πόλη.Ακολουθούσε η σφαγή των Τρώων και το ξεκλήρισμα της γενιάς του Πριάμου:

Ο νεαρός Νεοπτόλεμος σκότωνε τον γέροντα Πρίαμο πάνω στο βωμό του Ερκείου Διός[5] και έπαιρνε σκλάβα την Ανδρομάχη. Ο Αίας ο Λοκρός γκρέμιζε το άγαλμα της Αθηνάς στην προσπάθεια του ν' αρπάξει την Κασσάνδρα που είχε απελπισμένα γαντζωθεί σ' αυτό. Ο Οδυσσεύς σκότωνε τον μικρό Αστυάνακτα ρίχνοντας τον από το τείχη της πόλης και η Πολυξένη σφαγιαζόταν πάνω στον τάφο του Αχιλλέως. Ο Μενέλαος κατακρεουργούσε τον Δηίφοβο, άνδρα της Ελένης μετά τον θάνατο του Πάριδος, συμφιλιωνόταν με την ίδια και την οδηγούσε στα πλοία.

Ο Δημοφών και ο Ακάμας, οι γιοί του Θησέως, έβρισκαν την γιαγιά τους την Αίθρα (που είχε αναγκασθεί να ακολουθήσει την Ελένη στην Τροία) και την έπαιρναν πίσω μαζί τους. Οι Αχαιοί μοιράζονταν τα λάφυρα και τις γυναίκες των Τρώων, πυρπολούσαν την πόλη και αναχωρούσαν. Οι θεοί όμως εξοργισμένοι με τις τόσες ιεροσυλίες και ακρότητες αποφάσιζαν να τους τιμωρήσουν. Θα τους αφάνιζαν κατά την επιστροφή τους στην πατρίδα - περιπέτειες όμως που θα διηγιόταν το επόμενο έπος του τρωικού κύκλου, οι Νόστοι.


   
 Σημειώσεις
 
1. Η λέξη πέρσις σημαίνει άλωση, καταστροφή. Σχετίζεται με το ρήμα πέρθω (μέλ. πέρσω, αόρ. έπερσα) που σήμαινε εκπορθώ, καταστρέφω, λεηλατώ, κουρσεύω.

 2. P. Kroh, Λεξικό αρχαίων συγγραφέων, εκδ. USP, 1996.

 3. A. Lesky, Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, σελ. 137. εκδ. Κυριακίδη, 2011.

 4. G. Kinkel, Epicorum Graecorum fragmenta (1877), σελ. 49 "Iliu Persis".
 •  M. West, Greek Epic Fragments: From the Seventh to the Fifth Centuries BC., "The Sac of Ilion", σελ. 142, Harvard University Press, 2003.

 5. Ο Έρκειος Ζεύς ήταν προστάτης της οικογένειας και της οικογενειακής γαλήνης. Είχε το άγαλμα ή τον βωμό του στο προαύλιο, στο ἕρκος, των οικιών.

Κέρκωπες (έπος)

Οι Κέρκωπες ήταν ένα επύλλιο το οποίο ο Ψευδο-Ηρόδοτος, ο Πρόκλος και ο Αρποκρατίων απέδιδαν στον Όμηρο[1]. Διηγιόταν προφανώς με κωμικό τρόπο την σύλληψη των Κερκώπων από τον Ηρακλή, όταν προσπάθησαν να του κλέψουν τα όπλα του.

Ηρακλής και Κέρκωπες

Από το ποίημα δεν έχει σωθεί κανένας στίχος, γνωρίζουμε όμως από άλλες πηγές πως οι Κέρκωπες ήταν δύο αδέλφια δυνατά και μεγαλόσωμα που εξαπατούσαν, λήστευαν και σκότωναν τους περαστικούς. Ονομάζονταν Ευρυβάτης και Φρυνώνδας ή κατ' άλλους Σίλλος και Τριβαλός[2]. Μητέρα τους ήταν η Θεία, μια κόρη του Ωκεανού, η οποία πάντα τους συμβούλευε να φυλάγονται από τον επίφοβο Μελάμπυγο (τον άνθρωπο με τους μαύρους γλουτούς). Κάποτε συνάντησαν τον Ηρακλή την ώρα που αυτός κοιμόταν και προσπάθησαν να τον ληστέψουν. Ο Ηρακλής όμως ξύπνησε, τους συνέλαβε και τους κρέμασε ανάποδα από τις άκρες του ροπάλου του. Καθώς τους κουβάλαγε, έτσι όπως ήταν με το κεφάλι προς τα κάτω στο ύψος των σκουρόχρωμων ηλιοκαμένων  γλουτών του, θυμήθηκαν την μητρική συμβουλή και ξέσπασαν σε γέλια. Ο Ηρακλής γέλασε και αυτός μαζί τους και τους άφησε να φύγουν[3].

"Αγρέας"

 Σημειώσεις

1. M. L. West , Homeric Hymns. Homeric Apocrypha. Lives of Homer, "Cercopes", σελ. 254-257, Loeb Classical Library 496. Harvard University Press, 2003.

2. Σύμφωνα με την Σούδα (στο ομώνυμο λήμμα), οι Κέρκωπες ονομάζονταν Πάσσαλος και Άκμων και μητέρα τους  ήταν η Μεμνονίς.

3. P. Grimal, Λεξικό της ελληνικής και της ρωμαϊκής μυθολογίας, "Κέρκωπες", USP, 1991.

Μαργίτης

Ο Μαργίτης ήταν ένα διάσημο κωμικό έπος της αρχαϊκής εποχής από το οποίο έχουν σωθεί ελάχιστα αποσπάσματα[1]. Θεωρείται πρόδρομος της ιωνικής πεζογραφικής μυθιστορίας[2], ενώ ο κεντρικός του χαρακτήρας (ο Μαργίτης) ενέπνευσε συχνά τους μεταγενέστερους κωμωδιογράφους (όπως σημείωνε ήδη ο Αριστοτέλης στο Περί Ποιητικής έργο του)[3].

Ο Ηφαιστίων ο Αλεξανδρεύς μας πληροφορεί ότι το ποίημα παρουσίαζε μια ιδιάζουσα και πρωτότυπη μορφή, καθώς μεταξύ των -συνηθισμένων για έπος- δακτυλικών εξάμετρων στίχων παρεμβάλλονταν σε άνισα διαστήματα ιαμβικοί τρίμετροι[4]

Η Σούδα αναφέρει ως δημιουργό του τον ποιητή του 5ου π.Χ. αιώνα Πίγρητα από την Αλικαρνασσό, αδελφό της βασίλισσας της Καρίας Αρτεμισίας[5]. Ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης όμως θεωρούσαν τον Μαργίτη έργο του Ομήρου[6]. Ως έργο του Ομήρου το μνημόνευαν επίσης ο Αρχίλοχος, ο Κρατίνος και ο Καλλίμαχος (όπως μας πληροφορεί ο Ευστράτιος στο έργο του Υπομνήματα εις τα Ηθικά Νικομάχεια του Αριστοτέλη)[7]  καθώς και μεταγενέστεροι συγγραφείς της ρωμαϊκής και βυζαντινής εποχής (π.χ. ο Ιωάννης Τζέτζης)[8].

Οι σύγχρονοι φιλόλογοι αμφιβάλλουν ωστόσο ως προς την πατρότητα του έργου. Υποθέτουν ότι το έπος γράφτηκε, ενδεχομένως στην Κολοφώνα της Ιωνίας, τον 6ο π.Χ. αιώνα ή προς το τέλος του 7ου από κάποιο άγνωστο ποιητή αρχικά σε δακτυλικό εξάμετρο. Αργότερα, ίσως, ο Πίγρης ή κάποιος άλλος ανασκεύασε το ποίημα εισάγοντας τα ιαμβικά τρίμετρα με στόχο να επαυξήσει το κωμικό του αποτέλεσμα[9] .Ο κεντρικός ήρωας του έργου, ο Μαργίτης, ήταν ένας ανόητος και ανίκανος γόνος πλούσιας οικογένειας που "οι θεοί δεν τον είχαν διδάξει ούτε να σκάβει ούτε να οργώνει ούτε να κάνει κάτι άλλο"[10]. Ένας αδαής δηλαδή "ξερόλας" που "ήξερε πολλά, όμως όλα τα ήξερε άσχημα", σύμφωνα με έναν άλλο στίχο του ποιήματος που διέσωσε ο Πλάτων[11].


Το έργο φαίνεται πως ήταν δημοφιλές ιδιαίτερα μεταξύ των λαϊκών στρωμάτων και σώζονταν ακέραιο μέχρι τον 13ο μ.Χ. αιώνα[12]. Η λέξη μαργίτης πέρασε στο καθημερινό λεξιλόγιο με την σημασία του ανόητου, του γελοίου[13], η δε φράση Μαργίτης εἶ συγκαταλέγεται στην συλλογή αρχαίων παροιμιών του βυζαντινού λόγιου Μιχαήλ Αποστόλιου[14].


    
Σημειώσεις
 
 1. G. Kinkel, Epicorum Graecorum fragmenta (1877)σελ. 64.
 
 2. A. Lesky, Ιστορία της Αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, σελ. 146, εκδ. Κυριακίδη, 2011.

 3. Αριστοτέλης, Ποιητική1448b - 1449a· [ὁ γὰρ Μαργίτης ἀνάλογον ἔχει, ὥσπερ Ἰλιὰς καὶ ἡ Ὀδύσσεια πρὸς τὰς τραγῳδίας, οὕτω καὶ οὗτος πρὸς τὰς κωμῳδίας].

 4. Ηφαιστίων, Εγχειρίδιον περί μέτρων, στο Scriptores metrici graeci, Λειψία, 1866.
 •  Gilbert Murray, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας , μτφ. Σίμος Μενάνδρος, 1922. Project Gutenberg 

 5. Λεξικόν Σουίδα, λήμμα: "Πίγρης".

 6. Αριστοτέλης, ό.π.

 7. A. Lesky, ό.π.·
    [Παράγει δ’ εἰς μαρτυρίαν τοῦ εἶναι τὸν ὅλως σοφὸν ἕτερον παρὰ τόν τινα σοφὸν καί τινα ποίησιν Μαργίτην ὀνομαζομένην Ὁμήρου. Mνημονεύει δ’ αὐτῆς οὐ μόνον αὐτὸς Ἀριστοτέλης ἐν τῷ πρώτῳ Περὶ ποιητικῆς ἀλλὰ καὶ Ἀρχίλοχος καὶ Κρατῖνος καὶ Καλλίμαχος ἐν τῷ ἐπιγράμματι καὶ μαρτυροῦσιν εἶναι Ὁμήρου τὸ ποίημα.]

 8. Ιωάννης Τζέτζης, Χιλιάδες IV, 867-871.
                                  [ ...] ἅκουε τὸν Μαργίτην,
      Εἰς ὅν ὁ γέρων Ὅμηρος ἡρωιάμβους γράφει.
      Οὗτος ὤν γέρων νουνεχής, αὐτόχρηνα νοῦς, φρένες,
      Ἐξανηρώτα, τίς αὐτὸν ἐγκυμονήσας βρέφος
      Ἑκ τῆς γαστρὸς ἐγέννησεν, ἆρ' ὁ πατὴρ ἤ μήτηρ.


  9. W. Smith, A dictionary of Greek and Roman biography and mythology (1867),Τόμος II. perseus

 10. Αριστοτέλης, Ἠθικὰ ΝικομάχειαVI, .1141a · […ὥσπερ Ὅμηρός φησιν ἐν τῷ Μαργίτῃ τὸν δ’ οὔτ’ ἄρ σκαπτῆρα θεοὶ θέσαν οὔτ’ ἀροτῆρα οὔτ’ἄλλως τι σοφόν].

 11. Πλάτων, Δεύτερος Ἀλκιβιάδης, 147b· [πολλὰ μὲν ἠπίστατο ἔργα, κακῶς δέ ἠπίστατο πάντα].

 12. P. Kroh, Λεξικό αρχαίων συγγραφέων Ελλήνων  και Λατίνων, USP, 1996.

 13. Λήμμα "μαργίτης" στα λεξικά ΦωτίουΣούδας και Αρποκρατίονος.

 14. Μιχαήλ Αποστόλιος, Συναγωγὴ παροιμιῶνBibl. Augustana

Μελαμπόδεια ή Μελαμποδία

Η Μελαμπόδεια ή Μελαμποδία ήταν επικό ποίημα του 7ου ή 6ου π.Χ. αιώνα, το οποίο αρχαίοι συγγραφείς, όπως ο Αθήναιος και ο Παυσανίας, απέδιδαν στον Ησίοδο[1]. Αποτελούνταν από τρία τουλάχιστον βιβλία και διηγιόταν την ζωή και τα κατορθώματα του μυθικού ήρωα, μάντη και θεραπευτή Μελάμποδα.Ο Μελάμπους, κατά τον Ηρόδοτο, ήταν αυτός που εισήγαγε την λατρεία του Διονύσου στην Ελλάδα και καθιέρωσε τις φαλλικές τελετουργίες (Φαλληφόρια)[2]. Ήταν επίσης ο πρώτος άνθρωπος στον οποίο οι θεοί προσέδωσαν προφητικές και θεραπευτικές ικανότητες. Ως θεραπευτής απήλλαξε τις κόρες του Προίτου, του μυθικού βασιλιά της Τίρυνθας, από την μανία που τις είχε καταλάβει επειδή αψήφησαν τον Διόνυσο, και έλαβε ως αμοιβή τα δύο τρίτα του βασιλείου του. Θεράπευσε επίσης τον Ίφικλο, τον γιό του Φυλάκου, από τα προβλήματα στειρότητας που είχε παίρνοντας ως αντάλλαγμα το περίφημο κοπάδι αγελάδων του πατέρα του  (που ο Μελάμπους το ήθελε για να το χαρίσει στον αδελφό του Βίαντα προκειμένου αυτός να μπορέσει να παντρευτεί την Πηρώ, την κόρη του Νηλέως)[4].υτούς τους μύθους το δίχως άλλο θα διηγιόταν η Μελαμπόδεια -άλλωστε ένα από τα σωθέντα αποσπάσματα αναφέρεται ρητά στην ιστορία με τον Ίφικλο[5]. Περιείχε επίσης και εμβόλιμες διηγήσεις για τους άλλους μεγάλους μάντεις της μυθικής εποχής.


Ο Τειρεσίας σκοτώνει το θηλυκό φίδι
 την ώρα που ζευγάρωνε
Διαβάζουμε έτσι σε κάποιο απόσπασμα τον μύθο του Τειρεσία που μεταμορφώθηκε σε γυναίκα, επειδή σκότωσε ένα θηλυκό φίδι την ώρα που ζευγάρωνε. Έχοντας γνωρίσει τον έρωτα και σαν άνδρας και σαν γυναίκα, κλήθηκε ως διαιτητής στην λογομαχία μεταξύ Δία και Ήρας για το ποιο από τα δύο φύλα απολαμβάνει περισσότερο την ερωτική ηδονή. Ο Τειρεσίας είπε πως από τα δέκα μέρη ηδονής η γυναίκα γεύεται τα εννιά και ο άνδρας μόνο το ένα. Η Ήρα τότε θυμωμένη (επειδή αποκάλυψε τα μυστικά της γυναικείας φύσης) τον τύφλωσε, αλλά ο Δίας ως αντιστάθμισμα του χάρισε προφητική ικανότητα και μακροζωία[6].

Ένα άλλο απόσπασμα αναφερόταν στην συνάντηση του Κάλχαντος με τον Μόψο και στον αγώνα μαντικής ικανότητας που επακολούθησε. Νικητής ανακηρύχθηκε ο Μόψος και ο Κάλχας ντροπιασμένος πέθανε από την λύπη του.[7]

Συνολικά από την Μελαμπόδεια σώθηκαν εννιά αποσπάσματα. Αναφέρονται από τον Αθήναιο, τον Στράβωνα,τον Σχολιαστή της Οδύσσειας, τον Κλήμη τον Αλεξανδρέα και τον Ιωάννη Τζέτζη.



 
Σημειώσεις
 
1. Αθήναιος, Δειπονοσοφισταί, XIII.89. perseus
•  Παυσανίας, Ελλάδος περιήγησις, IX.31.5. Βικιθήκη

2. Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 2.49. Βικιθήκη

3. Κ. Κερένυϊ, Η μυθολογία των Ελλήνων, σελ.246 & 578, εκδ. Βιβλιοπωλείου της Εστίας, 1996.

4. H.G Evelyn-White, Hesiod, the Homeric hymns and Homerica (1914), "Μελαμπόδεια", σελ. 266 270, (απόσπασμα 6).

5. Evelyn-White, ό.π., (απόσπασμα 3).

6. Evelyn-White, ό.π., (απόσπασμα 1).

Μικρά Ιλιάς

Η Μικρά Ιλιάς ήταν ένα από τα έπη του τρωικού κύκλου που συνέχιζαν τη διήγηση της ομηρικής Ιλιάδος, περιέγραφαν δηλαδή τα γεγονότα του τρωικού πολέμου που συνέβησαν μετά τον θάνατο και την ταφή του Έκτορα. Αποτελείτο από τέσσερα βιβλία και ως συγγραφέας της θεωρούνταν (συνήθως) ο ποιητής του 7ου π.Χ. αιώνα Λέσχης ο Μυτιληναίος.

Υπήρχαν όμως και αρχαίοι συγγραφείς που απέδιδαν τη Μικρά Ιλιάδα σε άλλους ποιητές. Ο Ησύχιος ο Μιλήσιος[1] και ο Ψευδο-Ηρόδοτος[2] την αναφέρουν ως έργο του Ομήρου· ενώ κάποιοι άλλοι, όπως μας πληροφορεί ένας αρχαίος σχολιαστής, την απέδιδαν στον Θεστορίδη τον Φωκαέα, ή τον Κιναίθωνα τον Λακεδαιμονίο, ή ακόμη τον Διόδωρο τον Ερυθραίο.[3]

Περιεχόμενο της "Μικράς Ιλιάδος"

Σύμφωνα με τη "Χρηστομάθεια" του Πρόκλου, η Αιθιοπίς (το προηγούμενο της Μικράς Ιλιάδος έπος) τελείωνε με τη διαμάχη Αίαντα και Οδυσσέα για το ποιος ήταν πιο άξιος να πάρει την πανοπλία και τα όπλα του φονευθέντος από τον Πάρη Αχιλλέα.

• Στη Μικρά Ιλιάδα τα όπλα, μετά από παρέμβαση της Αθηνάς, είχαν ήδη δοθεί στον Οδυσσέα. Ο Αίας έχανε τα λογικά του και επιτίθονταν στο κοπάδια του στρατεύματος κατασφάζοντας τα. Αργότερα συνερχόταν και ντροπιασμένος αυτοκτονούσε.

• Ο Οδυσσέας εν τω μεταξύ αιχμαλώτιζε σε ενέδρα τον Έλενο, τον μάντη γιο του Πριάμου, και μάθαινε απ' αυτόν ότι η Τροία θα καταλαμβανόταν μόνον όταν οι Αχαιοί χρησιμοποιούσαν το τόξο και τα βέλη του Ηρακλή, τα οποία κατείχε ο Φιλοκτήτης. Ο Διομήδης πήγαινε να βρει τον Φιλοκτήτη στη Λήμνο (όπου οι Αχαιοί τον είχαν εγκαταλείψει πριν δέκα χρόνια, όταν κακοφόρμισε η πληγή που είχε από δάγκωμα φιδιού), και τελικά τον έπειθε να έρθει μαζί του στην Τροία. Ο γιατρός Μαχάων θεράπευε τον Φιλοκτήτη και αυτός αρίστευε στη μάχη σκοτώνοντας σε μονομαχία τον Πάρη. Ο Μενέλαος έπαιρνε τότε εκδίκηση ακρωτηριάζοντας το πτώμα του Πάρη, αλλά τελικά οι Τρώες κατόρθωναν να το μεταφέρουν στην Τροία και να το ενταφιάσουν. Μετά την ταφή ο Δηίφοβος, ένας άλλος γιος του Πριάμου, παντρευόταν την Ελένη.[4] 

• Ο Οδυσσέας έφερνε από τη Σκύρο τον γιο του Αχιλλέα τον Νεοπτόλεμο και του έδινε τα όπλα του πατέρα του. Ο Νεοπτόλεμος σκότωνε τον βασιλιά της Μυσίας Ευρύπυλο, τον γιό του Τηλέφου, που είχε έρθει να βοηθήσει τους Τρώες, και αυτοί κλείνονταν στα τείχη της πόλης τους.

• Ο Επειός κατασκεύαζε με τις συμβουλές της Αθηνάς τον Δούρειο Ίππο, ενώ ο Οδυσσέας μεταμφιεσμένος εισερχόταν στην Τροία για να την κατασκοπεύσει. Εκεί συναντούσε την Ελένη, η οποία τον αναγνώριζε και συνωμοτούσε μαζί του. Ο Οδυσσέας επέστρεφε στα πλοία, αφού πρώτα σκότωνε αρκετούς Τρώες. Αργότερα, ξαναέμπαινε μυστικά στην πολιορκημένη πόλη, μαζί με τον Διομήδη αυτήν τη φορά, και έκλεβαν το Παλλάδιον, το άγαλμα που προστάτευε την Τροία.

• Τελικά, οι καλύτεροι πολεμιστές των Ελλήνων κρύβονταν μέσα στον Δούρειο Ίππο. Οι υπόλοιποι αφού έκαιγαν τις σκηνές, διέλυαν το στρατόπεδο και επιβιβάζονταν στα πλοία προσποιούμενοι ότι τάχα λύουν την πολιορκία και αναχωρούν. Στην πραγματικότητα κρύβονταν πίσω από την Τένεδο καραδοκώντας. Οι Τρώες έπεφταν στην παγίδα και αφού γκρέμιζαν ένα μέρος του τείχους, οδηγούσαν τον Δούρειο Ίππο μέσα στην πόλη γιορτάζοντας το δήθεν τέλος του πολέμου.

Στο σημείο αυτό, κατά τη "Χρηστομάθεια", τελείωνε η διήγηση της Μικράς Ιλιάδος. Η περίληψη όμως του έπους από τον Πρόκλο φαίνεται πως ήταν αρκετά ελλιπής. Όπως προκύπτει και από τα αποσπάσματα που σώθηκαν[5], η Μικρά Ιλιάς στην πραγματικότητα κάλυπτε ένα μεγάλο φάσμα γεγονότων του τρωικού πολέμου, στα οποία περιλαμβανόταν η άλωση της Τροίας και ο διαμοιρασμός των λαφύρων. Κάλυπτε δηλαδή και επεισόδια του πολέμου που πραγματευόταν η Αιθιοπίς και η Ιλίου Πέρσις. Ο Πρόκλος βέβαια δεν είχε άμεση πρόσβαση στα έπη του τρωικού κύκλου. Στην εποχή του τα έπη αυτά είχαν μάλλον προ πολλού χαθεί· αντλούσε τις πληροφορίες του από έργα προγενεστέρων του μυθογράφων και γραμματικών.[6]

Αποσπάσματα

Η Μικρά Ιλιάς φαίνεται πως υιοθετούσε ορισμένες εκδοχές των μύθων που έρχονταν σε αντίθεση με την επικρατούσα παράδοση ή με τις εκδοχές που εμφανίζονται σε άλλα έπη του τρωικού κύκλου, όπως λόγου χάριν στην Ιλίου Πέρσιν

Διαβάζουμε έτσι σε ένα από τα σωθέντα αποσπάσματα, ότι ο Νεοπτόλεμος αιχμαλώτισε τον Αινεία και τον οδήγησε στα πλοία ως "γέρας έξοχον", "έπαθλο ανώτερο απ' όλων των άλλων Δαναών".[7] Αντίθετα, στην Ιλίου Πέρσιν ο Αινείας, μετά την επιπόλαια απόφαση των Τρώων να μεταφέρουν τον Δούρειο Ίππο μέσα στη πόλη, διαισθανόμενος την επικείμενη καταστροφή κατέφευγε με του δικούς του στην Ίδη. Σύμφωνα δε με μια μεταγενέστερη παράδοση συγκέντρωσε αργότερα τους εναπομείναντες Τρώες και ίδρυσε μια καινούργια πόλη, ή -άλλη εκδοχή- κατέφυγε με τους δικούς του στην Ιταλία.

Ο Νεοπτόλεμος σκοτώνει τον Πρίαμο
χτυπώνοντας τον με το σώμα του Αστυάνακτα
(αττικός αμφορέας, Βρεττανικό Μουσείο)
Στο ίδιο απόσπασμα διαβάζουμε ακόμη ότι ο Νεοπτόλεμος αρπάζοντας από το πόδι τον Αστυάνακτα μέσα από την αγκαλιά της παραμάνας του τον πέταξε κάτω από τα τείχη της Τροίας σκοτώνοντάς τον· ενώ στην Ιλίου Πέρσιν είναι ο Οδυσσέας που προβαίνει στη φρικαλέα αυτή πράξη.
(Σε ένα αγγείο της αρχαϊκής εποχής ο φόνος του Αστυάνακτα παρουσιάζεται ακόμη πιο αποτρόπαιος: Βλέπουμε τον Νεοπτόλεμο να σκοτώνει τον Πρίαμο πάνω στο βωμό του Ερκείου Διός χρησιμοποιώντας ως φονικό ρόπαλο το σώμα του μικρού Αστυάνακτα.)

Ανάμεσα στους στίχους της Μικράς Ιλιάδος που σώθηκαν περιλαμβάνονται και οι δύο εναρκτήριοι στίχοι του έπους:
         Ἴλιον ἀείδω καὶ Δαρδανίην εὔπωλον,
         ἧς πέρι πόλλα πάθον Δαναοὶ θεράποντες Ἄρηος.
         [Ψάλλω το Ίλιον και τη Δαρδανία με τα λαμπρά άλογα
         όπου πολλά έπαθαν οι Δαναοί, οι ακόλουθοι του Άρη.]
 Χρήστος Μπελόπουλος     


Σημειώσεις
 
1. M. West, Homeric Hymns. Homeric Apocrypha. Lives of Homer, p.430, Loeb Classical Library 496, Harvard University Press, 2003.

2. Ψευδο-Ηρόδοτος, Περὶ τῆς τοῦ Ὁμήρου γενέσιος καὶ βιοτῆς, 16.

3. M. West, Greek Epic Fragments: From the Seventh to the Fifth Centuries BC, p. 128, Loeb Classical Library 497, Harvard University Press, 2003.
• Ιωάννης Τζέτζης: "Ἰλιάς ... Ὁμήρου δὲ, πρὸς ἀντιδιαστολήν τῶν μικρῶν Ἰλιάδων· καὶ γὰρ Λέσχης Πυρραίος, Κιναίθων τὲ τις Λακεδαιμόνιος, καὶ ὁ Ἐρυθραῖος Διόδωρος, Τρυφιόδωρος τε καὶ Κόϊντος ὁ Σμυρναῖος, καὶ ἕτεροι, Ἰλιάδας συγγεγραφήκεσαν".
("Εις την Ομήρου Ιλιάδα εξήγησης Ιωάννου γραμματικού του Τζέτζου" σελ. 45 [257], στο: Liber de metris poeticis ; Joannis Tzetzae Exegesis in Homeri Iliadem ; Primum edidit et indices addidit Godofredus Hermannus, Weigel, 1812.)

4. R. Westphal, Scriptores metrici graeci (1866)"Πρόκλου χρηστομαθίας γραμματικής β' ", σελ.238-239.

5. Ομηρικά - Επικός κύκλος, "Μικρά Ιλιάς" (αρχαίο κείμενο και νεοελληνική απόδοση), σελ. 110-121, εκδ. Κάκτος, 2005.
•  M. West, Greek Epic Fragments…, ό.π., "The Little Iliad, Testimonia and Fragments", p. 118-143.

6. A. Lesky, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας, σελ. 135, εκδ. Κυριακίδη, 2011.

7. Ομηρικά - Επικός κύκλος, ό.π., σελ. 117.
 



Το κείμενο της "Χρηστομάθειας" για τη "Μικρά Ιλιάδα"

… …
"Ο θάνατος του Αίαντα"
Αντόνιο Τζάνκι
(Antonio Zanchi, 1631-1722)
Ἑξῆς δ᾿ ἐστὶν Ἰλιάδος μικρᾶς βιβλία τέσσαρα Λέσχεω Μυτιληναίου, περιέχοντα τάδε·

ἡ τῶν ὅπλων κρίσις γίνεται καὶ Ὀδυσσεὺς κατὰ βούλησιν Ἀθηνᾶς λαμβάνει, Αἴας δὲ ἐμμανὴς γενόμενος τήν τε λείαν τῶν Ἀχαιῶν λυμαίνεται καὶ ἑαυτὸν ἀναιρεῖ.
μετὰ ταῦτα Ὀδυσσεὺς λοχήσας Ἕλενον λαμβάνει καὶ, χρήσαντος περὶ τῆς ἁλώσεως τούτου Διομήδης ἐκ Λήμνου Φιλοκτήτην ἀνάγει. ἰαθεὶς δὲ οὗτος ὑπὸ Μαχάονος καὶ μονομαχήσας Ἀλεξάνδρῳ κτείνει καὶ τὸν νεκρὸν ὑπὸ Μενελάου καταικισθέντα ἀνελόμενοι θάπτουσιν οἱ Τρῶες.

"Ο θάνατος του Αστυάντακτα"
Ανδρομάχη, Αστυάνακτας
Πύρρος (Νεοπτόλεμος)
Εντουάρ Τεοφίλ Μπλανσάρ
(Eduard Theophile Blanchard,
1844-1879)
μετὰ δὲ ταῦτα Δηΐφοβος Ἑλένην γαμεῖ· καὶ Νεοπτόλεμον Ὀδυσσεὺς ἐκ Σκύρου ἀγαγὼν τὰ ὅπλα δίδωσι τὰ τοῦ πατρός· καὶ Ἀχιλλεὺς αὐτῷ φαντάζεται. Εὐρύπυλος δὲ ὁ Τηλέφου ἐπίκουρος τοῖς Τρωσὶ παραγίνεται, καὶ ἀριστεύοντα αὐτὸν ἀποκτείνει Νεοπτόλεμος. καὶ οἱ Τρῶες πολιορκοῦνται· καὶ Ἐπειὸς κατ᾿ Ἀθηνᾶς προαίρεσιν τὸν Δούρειον Ἵππον κατασκευάζει.

Ὀδυσσεὺς δὲ αἰκισάμενος ἑαυτὸν κατάσκοπος εἰς Ἴλιον παραγίνεται καὶ ἀναγνωρισθεὶς ὑφ᾿ Ἑλένης περὶ τῆς ἁλώσεως τῆς πόλεως συντίθεται, κτείνας τέ τινας τῶν Τρώων ἐπὶ τὰς ναῦς ἀφικνεῖται· καὶ μετὰ ταῦτα σὺν Διομήδει τὸ Παλλάδιον ἐκκομίζει ἐκ τῆς Ἰλίου.

ἔπειτα εἰς τὸν Δούρειον Ἵππον τοὺς ἀρίστους ἐμβιβάσαντες τάς τε σκηνὰς καταφλέξαντες, οἱ λοιποὶ τῶν Ἑλλήνων εἰς Τένεδον ἀνάγονται· οἱ δὲ Τρῶες τῶν κακῶν ὑπολαβόντες ἀπηλλάχθαι, τόν τε Δούρειον Ἵππον εἰς τὴν πόλιν εἰσδέχονται, διελόντες μέρος τι τοῦ τείχους, καὶ εὐωχοῦνται ὡς νενικηκότες τοὺς Ἕλληνας.

Μινυάς (έπος)

Η Μινυάς ήταν ένα επικό ποίημα του 7ου ή 6ου π.Χ. αιώνα το οποίο ο Παυσανίας απέδιδε με επιφύλαξη στον Πρόδικο τον Φωκαέα.[1] [2]

Υποθέτουμε, βασιζόμενοι αποκλειστικά και μόνον στον τίτλο του έργου, ότι η Μινυάς διηγιόταν την ιστορία του Μινύα, του μυθικού βασιλιά του βοιωτικού Ορχομενού και γενάρχη των Μινύων. Ωστόσο, οι δύο -και μοναδικοί- στίχοι της Μινυάδος που σώζονται καθώς και τα σωθέντα σε πεζό λόγο αποσπάσματα αναφέρονται όλα είτε στην κάθοδο του Θησέα και του Πειρίθου στον Άδη[3] (με σκοπό να απαγάγουν την Περσεφόνη) είτε στη θανάτωση και στη μεταθανάτια τιμωρία ηρώων (όπως ο Μελεάγρος,[4] ο Αμφίων και ο Θάμυρις),[5] οι οποίοι με την υβριστική τους συμπεριφορά προσέβαλαν και εξόργισαν τους θεούς.Ανάλογα όμως θέματα, σχετικά με την κάθοδο ή την τιμωρία ηρώων στον Κάτω Κόσμο, πραγματευόταν και το ορφικό ποίημα Εἰς Ἅιδου κατάβασις (που ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς[6] και η Σούδα[7] αποδίδουν επίσης στον Πρόδικο) και γι' αυτό ορισμένοι σύγχρονοι φιλόλογοι υποστηρίζουν ότι η Εἰς Ἅιδου κατάβασις ήταν στην πραγματικότητα ένα άλλο όνομα της Μινυάδος ή ότι αποτελούσε απλά ένα τμήμα της -άποψη που φυσικά δεν είναι γενικά αποδεκτή.


Εκτός από τον Παυσανία, μια σύντομη μνεία στην Μινυάδα υπήρχε και στο Περὶ Εὐσεβείας έργο του Φιλόδημου, ενώ ένα παπυρικό απόσπασμα 27 περίπου στίχων (στο οποίο ο νεκρός Μελέαγρος συνομιλεί στον Κάτω κόσμο με τον Θησέα) θα μπορούσε επίσης να ανήκει στην Μινυάδα.[8][9] 
"Αγρέας"


 Σημειώσεις
1. Παυσανίας, Ἑλλάδος περιήγησις, 4. 33:7· [Πρόδικος δὲ Φωκαεὺς - εἰ δὴ τούτου τὰ ἐς τὴν Μινυάδα ἔπη…].
2. Στηριζόμενοι στην επιφύλαξη αυτή του Παυσανία και στις υποτιθέμενες βοιωτικές ιστορίες στις οποίες παραπέμπει ο τίτλος του ποιήματος, κάποιοι σύγχρονοι φιλόλογοι υποστηρίζουν ότι η Μινυάς πρέπει μάλλον να γράφτηκε από κάποιον αρχαϊκό Βοιωτό ποιητή, όπως ο Χερσίας, αν και δεν υπάρχει καμιά αρχαία μαρτυρία που να τεκμηριώνει ανάλογη υπόθεση.
3. Παυσανίας, 10.28.2· 
      ... ἐπηκολούθησε δὲ ὁ Πολύγνωτος ἐμοὶ δοκεῖν ποιήσει Μινυάδι∙ ἔστι γὰρ δὴ ἐν τῆι Μινυάδι ἐς Θησέα ἔχοντα καὶ Πειρίθουν∙
                 ἔνθ’ ἦ τοι νέα μὲν νεκυάμβατον, ἣν ὁ γεραιὸς
                 πορθμεὺς ἦγε Χάρων, οὐκ ἔλλαβον ἔνδοθεν ὅρμου

ἐπὶ τούτωι (τοῦτο β) οὖν καὶ Πολύγνωτος γέροντα ἔγραφεν ἤδη τῆι ἡλικίαι τὸν Χάρωνα.

  
["Μου φαίνεται πως ο Πολύγνωτος ακολούθησε το ποίημα Μινυάς, γιατί στην Μινυάδα αναφέρονται τα εξής σχετικά με τον Θησέα και τον Πειρίθου:
      τότε, φυσικά, το πλοίο όπου μπαίνουν οι νεκροί, που το οδηγούσε ο γέροντας /
      βαρκάρης Χάρων, δεν το βρήκαν μέσα στον όρμο.
Γι’ αυτό λοιπόν ο Πολύγνωτος παρέστησε τον Χάρωνα σε γεροντική ηλικία."]
      Δρόμοι του Παυσανία 
4. Παυσανίας, 10.31.3.
5. Παυσανίας, 9.5.8.
6. Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, Στρωματεῖς, XXI:e.
7. Λεξικόν Σουΐδα, λήμμα: "Ορφεύς".
8. M. West, Greek Epic Fragments: From the Seventh to the Fifth Centuries BC, "Minyas", σελ. 268-273, Loeb Classical Library, Harvard University Press, 2003.
9. Οι στίχοι αυτοί βέβαια θα μπορούσαν κάλλιστα να ανήκουν και στο ησιόδειο έπος Πειρίθου κατάβασις

Το έπος "Οιδιπόδεια"

Οιδιπόδεια ή Οιδιποδία: έπος του 8ου π.Χ. αιώνα που διηγιόταν τους σχετικούς με τον Οιδίποδα μύθους. Αποτελούνταν, όπως μας πληροφορεί μια σωζόμενη επιγραφή[1],  από 6.600 στίχους και ενίοτε ως συγγραφέας του αναφερόταν ο Λακεδαιμόνιος ποιητής Κιναίθων[2]. Μαζί με τους Επιγόνους και την Θηβαΐδα ανήκαν στον θηβαϊκό επικό κύκλο.

1. Το περιεχόμενο της "Οιδιπόδειας" και τα αποσπάσματα που σώθηκαν

1.1. Ο γνωστός από την τραγική ποίηση μύθος του Οιδίποδα           

Όπως γνωρίζουμε από τους μεταγενέστερους της Οιδιπόδειας ποιητές και μυθογράφους, ο νεογέννητος Οιδίποδας με διαταγή του πατέρα του και βασιλιά της Θήβας Λάιου οδηγήθηκε στον Κιθαιρώνα και εγκαταλείφθηκε εκεί, επειδή ο τελευταίος νόμιζε ότι με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να ξεφύγει από τη μοίρα του (σύμφωνα με την οποία έμελλε να σκοτωθεί μια μέρα από τον ίδιο του τον γιο). Το εκτεθειμένο βρέφος διέσωσε ένας βοσκός, ο Εύφορβος, και το μετέφερε στην Κόρινθο, όπου ο βασιλιάς Πόλυβος και η γυναίκα του Περίβοια το μεγάλωσαν σαν δικό τους παιδί.

Μεγάλος πια ο Οιδίποδας πήγε στους Δελφούς και ζητώντας χρησμό έμαθε ότι επρόκειτο να σκοτώσει τον πατέρα του και να παντρευτεί την μητέρα του. Θορυβημένος και νομίζοντας ότι οι πραγματικοί του γονείς ήταν ο Πόλυβος και η Περίβοια, αποφάσισε να μην γυρίσει στην Κόρινθο και κατευθύνθηκε προς τη Θήβα. Στο δρόμο συνάντησε τον Λάιο, φιλονίκησε μαζί του και τον σκότωσε

Μετά το φονικό, ο αντιβασιλεύων στη Θήβα Κρέων διακήρυξε ότι νέος βασιλιάς της πόλης θα γινόταν όποιος κατόρθωνε να νικήσει την Σφίγγα, το τέρας που τρομοκρατούσε την περιοχή. Ο άθλος επιτεύχθηκε από τον Οιδίποδα, ο οποίος έτσι έγινε βασιλιάς στη θέση του σκοτωμένου πατέρα του και πήρε για σύζυγό του την χήρα βασίλισσα, την Ιοκάστη (ή Επικάστη), δηλαδή την πραγματική του μητέρα. Αργότερα, όταν αποκαλύφτηκε όλη η τραγική αλήθεια, η Ιοκάστη απαγχονίστηκε από ντροπή και ο απελπισμένος Οιδίποδας αυτοτυφλώθηκε και εγκατέλειψε την Θήβα.

1.2. Ιδιαιτερότητες του μύθου στην "Οιδιπόδεια"

Στην Οιδιπόδεια, σε αντίθεση με τα λεγόμενα από τους τραγικούς ποιητές[3], ο Οιδίπους μετά την αποκάλυψη της αιμομιξίας και την αυτοκτονία της Ιοκάστης ξαναπαντρευόταν[4] και παρέμενε βασιλιάς της Θήβας μέχρι τον θάνατό του.

Σύμφωνα με ένα απόσπασμα του Πεισάνδρου[5] (το οποίο έσωσε σχολιαστής του Ευριπίδη[6] και το οποίο σύγχρονοι μελετητές πιστεύουν ότι συνόψιζε το περιεχόμενο της Οιδιποδείας), ο Οιδίπους παντρεύτηκε μετά τον θάνατο της Ιοκάστης την Ευρυγάνεια, την κόρη του Υπέρφαντος, με την οποία έκανε και τα τέσσερα παιδιά του: την Αντιγόνη, την Ισμήνη, τον Ετεοκλή και τον Πολυνείκη. Τα ίδια υπεστήριζε και ο Φερεκύδης ο Αθηναίος, ο οποίος -όπως πίστευε ο Γάλλος ελληνιστής Αλμπέρ Σεβερένς-, αντλούσε τις πληροφορίες του κατευθείαν από το αρχαίο χαμένο έπος[7]. Ο Φερεκύδης μάλιστα προσέθετε ότι και με την Ιοκάστη ο Οιδίποδας έκανε δύο γιους, τον Φράστορα και τον Λαόνυτο, οι οποίοι σκοτώθηκαν πολεμώντας εναντίον των Μινύων και του βασιλιά τους Εργίνου, και ότι μετά τον θάνατο και της Ευρυγάνειας παντρεύτηκε και πάλι με την Αστυμέδουσα αυτήν τη φορά, την κόρη του Σθένελου.[8]

Στην Οιδιπόδεια περιλαμβανόταν ενδεχομένως και η ιστορία του Χρυσίππου, του πανέμορφου γιου του Πέλοπος, που τον ερωτεύθηκε και τον απήγαγε ο βασιλιάς Λάιος με αποτέλεσμα: ο οργισμένος Πέλοπας να καταραστεί τον απαγωγέα να παραμείνει άτεκνος ή , αν ποτέ αποκτούσε γιο, να πεθάνει από το χέρι του γιου του· και η Ήρα, η θεά προστάτιδα του θεσμού του γάμου, προσβεβλημένη από την παιδεραστική πράξη, να στείλει την Σφίγγα στη Θήβα να καταβροχθίζει ζωντανούς τους νεαρούς Θηβαίους.

1.3. Τα αποσπάσματα

Από την Οιδιπόδεια σώθηκαν δύο μόνον στίχοι[9] που μιλούν για την αρπαγή και τον φόνο από την Σφίγγα του Αίμονος, του γιου του Κρέοντος, "του πιο ωραίου και πιο ποθητού αγοριού" της Θήβας:

    ἀλλ᾿ ἔτι κάλλιστόν τε καὶ ἱμεροέστατον ἄλλων

    παῖδα φίλον Κρείοντος ἀμύμονος, Αἴμονα δῖον 

(και [σκότωσε] το πιο ωραίο και πιο ποθητό αγόρι απ' όλα

τον αγαπημένο γιό του έξοχου Κρέοντος, τον θεϊκό Αίμονα).

2. "Οιδιπόδεια" του Μελήτου

Εκτός από την κυκλική Οιδιπόδεια, είναι γνωστή και μια άλλη μεταγενέστερη Οιδιπόδεια, μια τριλογία που έγραψε ο Αθηναίος τραγικός ποιητής Μέλητος[10] (ο πιθανολογούμενος και ως πατέρας ενός άλλου Μέλητου, του κατήγορου του Σωκράτη).[11]

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ......