ΕΥΔΑΙΜΟΝ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ,ΤΟ Δ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΤΟ ΕΥΨΥΧΟΝ ΚΡΙΝΟΜΕΝ...…

[Το μπλόγκ δημιουργήθηκε εξ αρχής,γιά να εξυπηρετεί,την ελεύθερη διακίνηση ιδεών και την ελευθερία του λόγου...υπό το κράτος αυτού επιλέγω με σεβασμό για τους αναγνώστες μου ,άρθρα που καλύπτουν κάθε διάθεση και τομέα έρευνας...άρθρα που κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο κι αντιπροσωπεύουν κάθε άποψη και με τά οποία δεν συμφωνώ απαραίτητα.....Τά σχόλια είναι ελεύθερα...διαγράφονται μόνο τά υβριστικά και οσα υπερβαίνουν τά όρια κοσμιότητας και σεβασμού..Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές..]




Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιερός γάμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιερός γάμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 24 Μαΐου 2015

Μέρος Β΄]Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΜΙΝΩΤΑΥΡΟΥ..

Ο μύθος του Μινώταυρου
Γράφει ο δαμ- ων
Β΄ μέρος
Σε παραλλαγή του μύθου, Ταύρος λεγόταν ο στρατηγός που βοήθησε τον Μίνωα να πάρει τον θρόνο. Λέγανε πως ο Ταύρος έκανε κρυφή σχέση με την Πασιφάη. Καρπός του έρωτα αυτού ήταν η γέννηση αγοριού, που ήταν κανονικός άνθρωπος, κι όχι τέρας. Ονομάστηκε Μινώταυρος γιατί ήταν το αναγνωρισμένο παιδί του Μίνωα, που έμοιαζε του κρητικού στρατηγού Ταύρου. Σε άλλη παράλληλη εκδοχή του μύθου, η Πασιφάη πλάγιασε με τον Ταύρο, έναν πολύ όμορφο νέο της βασιλικής ακολουθίας, την εποχή που ο Μίνωας έπασχε από τη τρομερή αρρώστια, όπου έβγαιναν από το σώμα του ερπετά όταν πλάγιαζε με γυναίκα. Έτσι ο Ταύρος ήταν ο φυσικός πατέρας του Μινώταυρου. Ο νόθος γιός έγινε στρατηγός του Μίνωα και με άλλους γενναίους Κρητικούς πήρε μέρος στην εκστρατεία του Διόνυσου στις Ινδίες. Στη συνέχεια ο Μινώταυρος πήγε στους Μασσαγέτες, όπου σκοτώθηκε και οι κάτοικοι για να τον τιμήσουν ονόμασαν την περιοχή Ταυρίδα, που ήταν κοντά στην Κολχίδα. Ο μύθος με την εκδοχή αυτή συνδέεται με τη λατρεία του Διόνυσου και την διείσδυση των Ελλήνων στα βόρεια παράλια του Εύξεινου Πόντου. Επομένως από την εποχή του Μίνωα η Ταυρίδα έχει κατοίκους προερχόμενους από την Ελλαδικό χώρο.
Το γενετήσιο νόσημα του Μίνωα μας παραπέμπει σε σοβαρό αφροδίσιο νόσημα, εφόσον αναφέρεται ότι κατά τη διάρκεια της ερωτικής επαφής ερπετά κατέτρωγαν τα σπλάχνα των ερωτικών συντρόφων του. Η Πρόκρις με τα γιατροσόφια της τον θεράπεψε ριζικά από το νόσημα αυτό, με αποτέλεσμα να γίνει ερωμένη του θεραπευμένου βασιλιά.
Συνεχίζουμε τον μύθο του Μινώταυρου τέρατος. Πριν να φτάσουμε στον ερχομό του Θησέα στην Κρήτη και τον σκοτωμό του τέρατος, ας δούμε όσα προηγήθηκαν.
Την εποχή που βασίλευε ο Μίνωας στην Κρήτη, στην Αθήνα ήταν βασιλιάς το Αιγέας, ο πατέρας του Θησέα, ο οποίος διοργάνωσε μεγάλες γιορτές, που συνοδεύονταν από αγώνες, τα Παναθήναια. Σ’ αυτά πήραν μέρος νέοι από πολλά μέρη. Ανάμεσα στα παλικάρια ήταν κι ο γιός του βασιλιά της Κρήτης, ο Ανδρόγεος, που αναδείχτηκε νικητής. Στην Αττική αυτή την εποχή ζούσε ένας άγριος ταύρος, που προξενούσε μεγάλες καταστροφές. Είχε γίνει ο φόβος κι ο τρόμος των κατοίκων της περιοχής. Ο ταύρος αυτός ήταν ο γνωστός μας ταύρος, το δώρο του Ποσειδώνα, το οποίο ο Μίνωας αρνήθηκε να θυσιάσει στο θεό. Αυτός που ενέπνευσε τον αφύσικο έρωτα στην Πασιφάη κι από την κτηνοβασία έγινε άθελά του πατέρας του Μινώταυρου. Ενώ στην αρχή ήταν ήρεμος, με τα χρόνια αγρίεψε και άρχισε να προκαλεί πολλές ζημιές στην Κρήτη. Γκρέμιζε κτίρια με τα δυνατά του κέρατα και κατέστρεφε τα σπαρτά. Από καμάρι των κοπαδιών του Μίνωα έγινε η μάστιγα της μεγαλονήσου. Ο Ευρυσθέας ανέθεσε σαν 7ο άθλο στον Ηρακλή να συλλάβει τον ταύρο και να τον φέρει στην Αργολίδα. Πράγματι ο Ηρακλής κατόρθωσε να συλλάβει τον ταύρο, τον οποίο οδήγησε στον εξάδελφό του Ευρυσθέα. Εκείνος θέλησε να τον θυσιάσει στην Ήρα. Η βασίλισσα του Όλυμπου αρνήθηκε αυτή τη θυσία, γιατί ο ταύρος προερχόταν από τον Ηρακλή- είναι γνωστή η έχθρα της θεάς προς τον μεγάλο ήρωα της Θήβας. Έτσι ο Ευρυσθέας άφησε ελεύθερο τον ταύρο, ο οποίος σπέρνοντας τον τρόμο στο πέρασμά του κατέληξε στον Μαραθώνα της Αττικής. Αυτόν τον ταύρο ο Αιγέας έστειλε να σκοτώσει ο Ανδρόγεος. Ο νέος, όμως, δεν μπόρεσε να τον αντιμετωπίσει κι έχασε τη ζωή του.
Κάποιοι ιστορούσαν πως ο γιος του Μίνωα έπεσε θύμα συνωμοσίας του Αιγέα και του αδερφού του Νίσου, βασιλιά των Μεγάρων, που τα είχαν με τον θαλασσοκράτορα, ο οποίος συνέχεια αύξανε τις κατακτήσεις του και την επιρροή του. Καθώς ο Ανδρόγεος κατευθυνόταν στη Θήβα, για να πάρει μέρος σε άλλους αγώνες, προς τιμή του Λάιου, έβαλαν ανθρώπους, που έστησαν ενέδρα και δολοφόνησαν το παλικάρι από την Κρήτη. Όποια από τις δύο εκδοχές ισχύει, ο Μίνωας θεώρησε αίτιους του θανάτου του γιού του τους δύο βασιλιάδες, των Μεγάρων και της Αθήνας. Έτσι η αρμάδα των πλοίων του έφτασε στα νερά του Σαρωνικού.
Πρώτα χτύπησαν τις πολιτείες της Μεγαρίδας. Αφού κυρίεψαν οι Κρητικοί πολεμιστές μερικές, μετά στράφηκαν στην μεγαλύτερη, τη Νίσαια, την έδρα του βασιλιά Νίσου, που είχε και το όνομά του. Αργότερα την ονόμασαν Μέγαρα. Σ’ αυτή την πολιτεία ο βασιλιάς είχε μαζέψει όλες τις δυνάμεις του. Αντιστάθηκε γενναία στην πολιορκία. Αιτία να πέσει ήταν η γοητεία του Μίνωα. Ο Μίνωας πρώτα κατέκτησε με την θωριά του την κόρη εχθρού του, τη Σκύλλα, που πρόδωσε την πατρίδα της. Με αυτό τον τρόπο νίκησε ο ρήγας της Κρήτης τον πρώτο εχθρό του, τον Νίσο.
Μετά στράφηκε κατά της Αθήνας. Παρ’ ότι την πολιόρκησε πολύν καιρό, δεν μπόρεσε να την κατακτήσει. Αφού είδε κι αποείδε, στράφηκε προς τον πατέρα του, τον βροντορίχτη Δία. Προσευχήθηκε, λοιπόν, να μην αφήσει ατιμώρητους τους Αθηναίους, που ήσαν υπεύθυνοι για το φονικό του Ανδρόγεο. Ο θεός εισάκουσε την προσευχή του γιού του και προκάλεσε λοιμό στην Αττική. Πάνω στην απελπισιά τους οι Αθηναίοι ζήτησαν χρησμό από το μαντείο των Δελφών. Η Πυθία τους συμβούλεψε να δεχτούν να πληρώσουν για το θάνατο του Ανδρόγεο και να συμβιβαστούν μ’ όποια ποινή τους επιβάλλει ο Μίνωας. Ο ρήγας της Κρήτης αξίωσε έναν φρικτό φόρο αίματος: κάθε χρόνο- ή κατ’ άλλους κάθε εννιά χρόνια, που είναι το πιθανότερο- οι Αθηναίοι να στέλνουν στην μεγαλόνησο εφτά νέους και εφτά νέες βορά για τον Μινώταυρο. Ήθελαν, δεν ήθελαν οι Αθηναίοι δέχτηκαν κι έτσι λύθηκε η πολιορκία της Αθήνας από τον Μίνωα.
Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης σχετικά με το φόνο του Ανδρόγεο γράφει:
«Από τα παιδιά του Μίνωα, ο Ανδρόγεως πήγε στην Αθήνα την εποχή των Παναθηναίων, ενώ ήταν ο Αιγέας βασιλιάς, εκεί νίκησε στους αγώνες όλους τους αθλητές κι έγινε φίλος με τους γιους του Πάλλαντα (ο Πάλλαντας ήταν αντίπαλος ή αδελφός του Αιγέα). Ο Αιγέας είδε με καχυποψία τη φιλία του Ανδρόγεω. Φοβούμενος μήπως βοηθήσει ο Μίνωας τους γιους του Πάλλαντα να του πάρουν την εξουσία, κατέστρωσε σχέδιο κατά της ζωής του Ανδρόγεω. Καθώς πήγαινε στη στις Θήβες με τα πόδια, για να παρακολουθήσει μια γιορτή (για χάρη του Λάιου), έβαλε να τον δολοφονήσουν κάποιοι ντόπιοι στα περίχωρα της Οινόης στην Αττική. Μαθαίνοντας ο Μίνωας τη συμφορά που βρήκε το γιο του Ανδρόγεω έφτασε στην Αθήνα απαιτώντας ικανοποίηση για το φόνο του. Καθώς κανείς δεν του έδωσε σημασία, κήρυξε πόλεμο στους Αθηναίους και τους καταράστηκε στο όνομα του Δία να πέσει στην πόλη των Αθηναίων ξηρασία και πείνα. Πράγματι μετά από λίγο έπεσε ξηρασία στην Αττική και στην Ελλάδα και καταστράφηκαν οι σοδιές. Μαζεύτηκαν, κατόπιν αυτού, οι ηγεμόνες των πόλεων και ρώτησαν το θεό πως θα απαλλάσσονταν από τα κακά. Ο θεός τους έδωσε χρησμό να πάνε στον Αιακό, το γιο του Δία και της Αίγινας, της κόρης του Ασωπού, και να του ζητήσουν να κάνει ευχές για λογαριασμός τους. Εκείνοι έκαναν ό,τι τους πρόσταξε ο θεός, ο Αιακός έκανε τις ευχές και η ξηρασία έπαψε σε όλους τους άλλους Έλληνες, στους Αθηναίους όμως έμεινε. Έτσι οι Αθηναίοι αναγκάστηκαν να ρωτήσουν το θεό για το πώς θα απαλλαγούν από τα κακά. Τότε ο θεός έδωσε τον χρησμό πως τα κακά θα πάψουν, άμα δώσουν ικανοποίηση στο Μίνωα σε ό,τι ζητήσει για το φόνο του Ανδρόγεω. Οι Αθηναίοι υπάκουσαν στο θεό και ο Μίνωας τους ζήτησε να του δίνουν επτά νέους και ισάριθμες νέες κάθε εννιά χρόνια, για να τα τρώει ο Μινώταυρος - επί τόσα χρόνια ζει το τέρας. Όταν οι Αθηναίοι του τα έδωσαν, απαλλάχτηκαν από τα κακά οι κάτοικοι της Αττικής και ο Μίνωας σταμάτησε να πολεμάει την Αθήνα….» (Διόδωρος Σικελιώτης, βιβλ. 4, 60-61)
Τον φοβερό ταύρο έμελλε να συλλάβει ο γιος του Αιγέα, ο Θησέας, που είχε ξεκινήσει το γεμάτο κατορθώματα ταξίδι του από την Τροιζήνα για να συναντήσει τον πατέρα του στην Αθήνα. Ο Θησέας δεν είχε γνωρίσει τον πατέρα του γιατί αυτός αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Αθήνα με το που άφησε έγκυο την Αίθρα. Λέγαν πως το ίδιο βράδυ που η Αίθρα έσμιξε με τον Αιγέα, γνώρισε και τον έρωτα του Ποσειδώνα. Έτσι όπως ο Ηρακλής θεωρούνταν γιος του Δία, ο Θησέας θεωρούνταν γιος του Ποσειδώνα. Στο ταξίδι του μέχρι την Αθήνα συνάντησε πολλούς κακούργους και ληστές, τους οποίους νίκησε. Από την περιοχή της Επιδαύρου μέχρι το Δαφνί της Αττικής έκανε έξι άθλους. Γι’ αυτό η φήμη του γενναίου παλικαριού ταξίδεψε γρηγορότερα κι έφτασε στο παλάτι του Αιγέα. Όταν έφτασε στο παλάτι δεν φανέρωσε στον Αιγέα την ιδιότητά του. Ο πατέρας του, όμως, τον αναγνώρισε από τη λαβή του σπαθιού του και με χαρά τον παρουσίασε στους πολίτες των Αθηνών. Κάποιο βράδυ, κρυφά από τον Αιγέα, ο Θησέας ξεκίνησε για τον Μαραθώνα, όπου ο άγριος ταύρος συνέχιζε το καταστροφικό του έργο. Κατόρθωσε να συλλάβει ζωντανό τον ταύρο- έβδομος άθλος- κι οδηγώντας τον δαμασμένο μέσα από τους δρόμους της Αθήνας τον θυσίασε στον Δελφίνιο Απόλλωνα.
Ο μεγαλύτερος άθλος του, όμως, ήταν στην Κρήτη, όπου σκότωσε τον Μινώταυρο. Επειδή αυτός συνδέεται με τον μύθο μας, θα τον εξετάσουμε διεξοδικότερα.
Ο ίδιος ο Μίνωας ερχόταν για να παραλάβει το φόρο αίματος, που είχαν αναγκαστεί να συμφωνήσουν οι Αθηναίοι. Επτά νιοί και επτά νιές έμπαιναν στο καράβι του θανάτου, που τους έφερνε στη μακρινή Κρήτη. Το σκαρί ήταν αθηναϊκό κι έπλεε ανοίγοντας μαύρα πανιά, που φανέρωναν το μεγάλο πένθος που επικρατούσε στην πόλη της Παλλάδας Αθηνάς. Η επιλογή των θυμάτων γινόταν με κλήρωση. Οι αναφορές για την κλήρωση δεν συμφωνούν. Άλλες λένε για ετήσια κλήρωση κι άλλες για κλήρωση κάθε εννιά χρόνια. Ο ανθός της Αθήνας, δεκατέσσερα άτομα, γινόταν τροφή του Μινώταυρου. Μεγάλος θρήνος επικρατούσε κάθε φορά που γινόταν κλήρωση. Υπήρχε συμφωνία να σταματήσει ο ανθρώπινος φόρος μόνο όταν κάποιο από τα άοπλα θύματα θα κατόρθωνε, αφού θα πάλευε με το τέρας, όταν το συναντούσε μέσα στον λαβύρινθο, να το σκοτώσει. Ήδη οι Αθηναίοι είχαν κλάψει δύο φορές πληρώνοντας ισάριθμες φορές τον σκληρό και γεμάτο θρήνους φόρο αίματος. Κι ήρθε η τρίτη φορά όταν βρέθηκε ο Θησέας στη γη του πατέρα του.
Ο ήρωας της Αθήνας δε θέλησε να μπει στην κλήρωση, παρά προσφέρθηκε να είναι ο ένας από τους επτά νιούς. Πάγωσε ο βασιλιάς σαν άκουσε την απόφαση του γιου του. Δεν μπορούσε ο διάδοχός του να κάνει τέτοια αποκοτιά. Βάλθηκε να του αλλάξει γνώμη, μα ο Θησέας ήταν αμετάπειστος. Δεν μπορούσε να αντέξει την ιδέα άλλουι συνομήλικοί του να γίνονται τροφή του κρητικού τέρατος κι αυτός να ετοιμάζεται να ανέβει στο θρόνο της Αθήνας. Η τόλμη του ήταν τόση, που ήθελε να αναμετρηθεί με το φοβερό ανθρωπόμορφο τέρας. Εξάλλου η φήμη κι ο ηρωισμός του ξάδελφου από τη Θήβα, του Ηρακλή, ήταν ένα κίνητρο να τον ανταγωνιστεί στον ηρωισμό. Έτσι του κάκου πήγαν οι ισχυρισμοί του Αιγέα, οπότε μπροστά στην επιμονή του γιου του υποχώρησε. Ζήτησε, όμως, σαν γύριζαν με το καλό, αφού είχε σκοτώσει τον Μινώταυρο, να ανεβάσουν στο κατάρτι λευκά πανιά, στη θέση των μαύρων, που θα είχαν όταν έφευγαν. Κυβερνήτης του καραβιού ήταν ο Ναυσίθοος, έχοντας βοηθό τον Φαίακα, που είχαν καταγωγή κι οι δυο από τη Σαλαμίνα, μιας κι ακόμη οι Αθηναίοι δεν ασχολούνταν με όσα είχαν σχέση με τη ναυσιπλοΐα. Για τους υπόλοιπους δεκατρείς νέους και νέες η κλήρωση έγινε στο Πρυτανείο. Στο μεταξύ ο Θησέας διάλεξε δύο νέους με κοριτσίστικη θωριά, που το ‘λεγε όμως η καρδιά τους, για ν’ αντικαταστήσει τις δύο νέες και τους δασκάλεψε να έχουν κοριτσίστικο φέρσιμο, για τον βοηθήσουν στο τόλμημά του. Σαν αρχηγός όλων των νέων κατέθεσε στον Δελφίνιο Απόλλωνα για όλους τους την ικετηρία, που ήταν ένα κλαδί από την ιερή ελιά της Ακρόπολης, στο οποίο είχαν τυλίξει λευκό μαλλί. Κι αφού προσευχήθηκε ο Θησέας, όλοι μαζί κατέβηκαν στο Φάληρο, που ήταν το λιμάνι της Αθήνας. Το μαντείο των Δελφών τους είχε συμβουλέψει να έχουν σαν οδηγό τους την θεά της ομορφιάς, την Αφροδίτη. Για να της θυσιάσουν λίγο πριν σαλπάρουν είχαν πάρει μαζί τους μια γίδα. Την ώρα της θυσίας η γίδα έγινε τράγος, κι αυτό θεωρήθηκε καλό σημάδι. Έτσι από τότε στην Αττική στη θεά έδωσαν την επωνυμία Επιτραγία.
Ξεκίνησαν την έκτη του Μουνιχιώνα (Απρίλης) το ταξίδι. Μία από τις νιές που είχαν κληρωθεί και βρισκόταν στο καράβι, το οποίο αρμένιζε με μαύρα πανιά, ήταν η πανέμορφη Περίβοια, κόρη του βασιλιά των Μεγάρων Αλκάθοου. Του καλάρεσε του ρήγα Μίνωα. Πόθος τον συνεπήρε κι αφού ήταν αυτός ο κυρίαρχος, θέλησε να τη χαϊδέψει. Σαν η κόρη ένιωσε πάνω της το ξαναμμένο χέρι του βασιλιά τρομαγμένη έβαλε τις φωνές και γύρεψε την προστασία του Θησέα. Οργισμένο το ρηγόπουλο έκανε έντονη παρατήρηση στον Μίνωα, λέγοντάς του να συγκρατηθεί γιατί επιχειρούσε ανόσιο κι ανήθικο πράγμα. Ήταν έτοιμοι οι νέοι και οι νέες να υποστούν όσα η μοίρα τους όρισε, ακόμη και το θάνατο όταν θα βρίσκονταν στο μαύρο σκοτάδι του λαβύρινθου, μα τίποτα παραπάνω. Κι αν ο ρήγας της Κρήτης στο πάθος ήταν ανίκανος να αντισταθεί, τότε θα δοκίμαζε τη δύναμη των χεριών του Θησέα. Γιατί αν ο Μίνωας είχε πατέρα του τον βροντορίχτη Δία, ο ίδιος είχε τον κοσμοσείστη Ποσειδώνα! Όλοι, όσοι βρίσκονταν στο καράβι, θαύμασαν το θάρρος του νεαρού Θησέα.
Ο ρήγας Μίνωας δέχτηκε την πρόκληση. Ύψωσε τα χέρια σε προσευχή και ζήτησε από τον πατέρα του, τον βασιλιά του κόσμου Δία, να κάνει αισθητή την παρουσία του με ένα θαυμαστό σημάδι. Στον καταγάλανο ουρανό να ρίξει ευθύς μια αστραπή. Έτσι κι έγινε. Μια αστραπή έσκισε τον ανέφελο ουρανό, δείχνοντας πως ο Μίνωας ήταν γιος του Δία! Έπειτα ο θαλασσοκράτορας Μίνωας έβγαλε το δαχτυλίδι του και το πέταξε στα νερά του πέλαγου. Γυρνώντας στο ρηγόπουλο, του είπε αν ήταν πράγματι γιός του Ποσειδώνα, να βουτήξει και να το ξαναφέρει από τα βάθη του πόντου. Καιρό δεν έχασε ο Θησέας και με όλα του τα ρούχα πήδησε στη θάλασσα. Πρόσταξε ο ρήγας της Κρήτης τον κυβερνήτη να σταματήσει τη ρότα του καραβιού, μα εκείνο συνέχισε καθώς ήταν το πρόσταγμα της μοίρας. Βλέποντας οι σύντροφοι του Θησέα να χάνεται στο βάθος των νερών, θεώρησαν πως πνίγηκε κι άρχισαν το θρήνο. Τα δελφίνια ήρθαν οδηγοί του Θησέα και τον έφεραν στο παλάτι του πατέρα του, του κύριου των θαλασσών, που ήταν στο βάθος του ωκεανού. Μέσα στο κρυστάλλινο παλάτι, το στολισμένο με όστρακα και κοράλλια πρωτοαντίκρισε την Αμφιτρίτη, τη γυναίκα του Ποσειδώνα, ανάμεσα στις Νηρηίδες. Τιμώντας το γιο του άντρα της αυτή του έριξε στους ώμους πορφυρό χιτώνα, ενώ στόλισε τα μαλλιά του με πολύτιμο στεφάνι, που η ίδια η Αφροδίτη της έβαλε στην κεφαλή τη μέρα του γάμου της. Κρατώντας στο χέρι του Μίνωα το δαχτυλίδι πρόβαλε μέσα από τα γαλάζια νερά ακριβώς δίπλα στο σκαρί ο Θησέας κι ολόκληρος λαμποκοπούσε φορώντας τα θεϊκά δώρα. Διόλου δεν ήσαν βρεγμένα τα ρούχα του. Και τότε όλος ο πόντος αντήχησε από το δοξαστικό τραγούδι των συντρόφων του.
Σε αυτό το θαυμαστό γεγονός αναφέρεται ο αρχαίος ποιητής Βακχυλίδης με τους ακόλουθους στίχους, σε μετάφραση του Σίμου Μένανδρου:
« Καράβι γαλαζόπλωρο με τον πολύν Θησέα
και δυο φορές επτά παιδιά Κρητικό σκίζει πέλαγος
και στα πανιά τα ωραία στέλλει η Αθηνά πρύμο βοριά.
Μα την καρδιά του Μίνωος οι πόθοι την κεντούσαν,
της Αφροδίτης τα κακά, και τάνυσε το χέρι του
σε μια μουροματούσαν κι έπιασε μάγουλα λευκά∙
κι εφώναξε η Ερίβοια του Κέκροπος το εγγόνι
που εφόρει θώρακα γιερό∙ είδ’ ο Θησέας∙ το βλέμμα του
γυρίζει και στυλώνει κάτω απ’ τα φρύδια φλογερό.
Κι έγγιξε το φιλότιμο κι η λύπη την καρδιά του∙
και «Του Διός- είπε- γιε, σκοπό δεν έχεις τίμιο
πια μες στο νου σου∙ κάτου το βαρύ χέρι σου, αρχηγέ !
Η Μοίρα ό,τι μας έγραψε κι η Δίκη ό,τι έχει βάλει
θεϊκό για μας στη ζυγαριά. την τύχη θα πληρώσουμε
σαν έρθει∙ μα συ πάλι τη γνώμη βάστα τη βαριά.
Γιατί αν εσέ του Φοίνικος η θυγατέρ’ αγόρι
στην Ίδα σ’ έκαμε του Διός, κι εμέν’ από θεό γέννησε
του Τροιζηνίου η κόρη∙ του Ποσειδώνος είμαι γιος !
Της μάνας μου της έδωσαν Νεράιδες κυματούσες
στη γέννα σκέπασμα λαμπρό∙ θα ‘ταν καλά, πολέμαρχε
της Κρήτης, να κρατούσες τον τρόπο τούτο τον χοντρό.
Γιατί αν πειράξεις άβουλα κανένα εσύ κοράσι,
δεν θέλω πια να διω το φως. Στην δύναμη θα δείξομε
προτού ποιος θα περάσει, τ’ ακόλουθ’ ας τα κρίνει ο θεός!»
Τοσά ‘πεν ο περήφανος κι εθαύμασαν οι ξένοι
τα θάρρη του τα ζηλευτά. Μα κι ο γαμπρός εχόλιασε
του Ήλιου∙ βουλή υφαίνει πρωτάκουστη και λέγει αυτά :
«Πατέρα παντοδύναμε, Κρονίδη άκου μεγάλε
παιδί σου αν μ’ έχεις ποτέ ‘πει, σημάδι καλογνώριστον
από τα ουράνια βγάλε τώρα πυρόμαλλη αστραπή.
Ει δε και σένα γέννησε η Τροιζηνία αλήθεια
του Ποσειδώνος γνήσιο γιο, αυτό το δαχτυλίδι μου
τ’ ολόχρυσο απ’ τα βύθια της θάλασσας φέρ’ το να διω!
Άφοβα στου πατέρα σου μες στα βασίλεια βούτα
το σώμα. Και τώρα κοντά θα μάθεις αν τα λόγια μου
κι εμέν’ ακούσει τούτα ο βασιλιάς όπου βροντά».
Άκουσ’ ο παντοδύναμος την άμετρην ευκή του
κι άφθαστη χάρισε τιμή του αγαπημένου Μίνω του,
για να δουν το παιδί του, άστραψε κιόλα στη στιγμή.
Το θαύμα ως είδε ο πάντολμος, που πρόσμενε μ’ ελπίδα,
τα χέρια υψώνει να ευχηθεί και λέει, «Θησέα, το μήνυμα
του Διός είδες το∙ πήδα στο νερό τώρα το βαθύ.
Κι ο κρατερός πατέρας σου σ’ όλα της γης τα μάκρη
θα κάμει πως να δοξαστείς»∙ είπε∙ μ’ αυτού δε λύγισε
το θάρρος του∙ στην άκρη εστάθηκε της κουπαστής,
και να στο κύμα, π’ άνοιξε για να τον περιλάβει.
Κι ο γιος εσάστισε του Διος και διάταξε προσάνεμο
να μείνει το καράβι. Μα η μοίρα τα ‘φερεν αλλιώς.
Και το καράβι αρμένιζε με του βοριά την αύρα
και της Αθήνας τα παιδιά πώς πήδησε στή θάλασσα
δάκρυα εχύναν μαύρα και κλαίαν την τύχη την βαριά.
Μα τον Θησέα συνόδευαν δελφίνια στου πατρός του∙
στων θεών ήρθε την αυλή κι εκεί άμα τες ηλιόμορφες
Νεράιδες είδ’ εμπρός του πρώτα φοβήθηκε πολύ.
Από τ’ αφράτα μέλη των ελάμπαν οι κοπέλες
καθώς το σέλας της φωτιάς και στα μαλλιά των έπαιζαν
χρυσόπλοκες κορδέλες κι εχόρευαν όλες με μιας.
Είδε και του πατέρα του στο ξωτικό το σπίτι
την σύζυγο την τρυφερή και με τ’ αβρά τα χέρια της
η δέσποιν’ Αμφιτρίτη οξιά πορφύρα του φορεί.
Και στη σγουρή την κόμη του ρόδινο βάζει στέμμα
πού ‘χε απ’ του γάμου το πρωί της Αφροδίτης χάρισμα∙
ποτέ δεν είναι ψέμα ό,τι θελήσουν οι θεοί!
Να ! πλάγι στο λεπτόπρυμνο καράβι τώρα εφάνη∙
πως έσκασε το Κρητικό, από την θάλασσ’ άβρεκτος
ως ήρθε με στεφάνι! Τι θαύμα σ’ όλους, τι κακό !
Και να σου κι οι πεντάμορφες παρθένες οι Νεράιδες
μ’ άλλη χαρά μες στην ψυχή, εχόρευαν κι ανάκραζαν
«ε τώρα, Μίνω, τα είδες;» και πέρα η θάλασσ’ αντηχεί.
Κι από κοντά μελώδησαν κι οι νιες κι οι νέοι εκείνοι
με την φωνή τους την ψιλή. Και τους χορούς μας, Δήλιε,
για δες με καλοσύνη και τύχη δώσε μας καλή!» (Βακχυλίδης, Διθύραμβος ΙΙΙ, 1- 131)
Μετά το θαυμαστό γεγονός στο μέσο του πέλαγου, με ήπιο άνεμο, που φούσκωνε τα μαύρα πανιά, συνέχισαν το ταξίδι για γαλαζόζωστο νησί της Κρήτης. Στους νιούς και τις νιές θέριεψε η ελπίδα πως θα γυρίσουν πίσω στην πατρίδα και στους δικούς τους, γιατί το ρηγόπουλο θα νικούσε το τέρας. Σαν πάτησαν το πόδι τους στη μεγαλόνησο, η Κύπριδα Αφροδίτη το ‘καμε το θαύμα της. Η Αριάδνη, η πρώτη κόρη του Μίνωα και της Πασιφάης, ερωτεύτηκε τον Θησέα, το ρηγόπουλο από τη μακρινή Αττική. Θαμπώθηκε από τη θωριά του νέου και η καρδιά της δεν άντεχε να τον αφήσει να γίνει τροφή του ετεροθαλή αδελφού, ο οποίος ήταν ο αφύσικος και συνάμα άνομος καρπός του ανόσιου σμιξίματος της μάνας της με τον κυματόβγαλτο ταύρο του Ποσειδώνα. Σκιρτούσε η καρδιά της και φλογίζονταν τα μάγουλά της όταν η κόρη της Κρήτης κρυφά συνάντησε το παλικάρι της Αθήνας και του υποσχέθηκε να τον βοηθήσει να βγει από τα σκοτεινά σπλάχνα του λαβύρινθου, απ’ όπου κανείς δεν κατάφερε να βγει. Αν ο όμορφος νέος κατόρθωνε να σκοτώσει τον τερατόμορφο αδερφό της, αυτή θα τον καθοδηγούσε να βρει το δρόμο προς το φως. Αρκεί να την έπαιρνε μαζί του σαν σαλπάριζε για του γυρισμού το ταξίδι και να την έκανε ταίρι του. Κι ο Θησέας δεν έμεινε ασυγκίνητος από την ομορφιά της κόρης. Υποσχέθηκε, λοιπόν, να την έχει σύντροφο της ζωής του κι αγάπη τη καρδιάς του. Για τον έρωτά της η Αριάδνη πρόδωσε πατρίδα κι οικογένεια. Του έδωσε ένα κουβάρι με στερεό νήμα. Τον ορμήνεψε να στερεώσει στην είσοδο την άκρη και καθώς να προχωρούσε στους διάδρομους του λαβύρινθου, οδηγημένος από τα μουγκρητά του τέρατος, να ξετυλίγει το νήμα. Ακολουθώντας τις οδηγίες της προχώρησε στο εσωτερικό του δαιδαλώδους κατασκευάσματος ο ήρωας. Πρώτα όμως συμφώνησε με τους συντρόφους και την Αριάδνη τον τόπο της συνάντησης, όταν θα τους έκανε του φευγιού το σινιάλο.
Στο ένα χέρι κρατούσε τον πυρσό και στο άλλο το κουβάρι. Ξετυλίγοντας το νήμα από το κουβάρι προχώρησε θαρρετά. Κάπου στο κέντρο του σκοτεινού λαβύρινθου συνάντησε τον Μινώταυρο να μουγκρίζει με μανία και να βγάζει καυτό αέρα από τα ρουθούνια. Άφησε το δαυλί στην άκρη κι ατρόμητος όρμησε στο γιγαντόσωμο τέρας. Χωρίς σπαθί, παρά με των χεριών τη δύναμη, κι αφού πάλεψαν λυσσασμένα πολλήν ώρα, του έκανε θανατερή λαβή και το έπνιξε. Μετά ξαναπήρε τον πυρσό και τυλίγοντας το νήμα στο κουβάρι μπόρεσε και ξαναβγήκε στο φως της ‘μέρας, έχοντας πάνω του τα σημάδια της μεγάλης πάλης. Έδωσε το σύνθημα της αναχώρησης, καταπώς τα είχε συμφωνήσει με καραβοκύρη, ναύτες και συντρόφους. Οι δύο νέοι, που ήσαν ντυμένοι κοπέλες- με το που είδαν το σινιάλο- σκότωσαν τους φύλακες και ελευθέρωσαν τους άλλους νέους και τις κοπέλες. Κι όλοι μαζί, Αριάδνη, και συντρόφοι συναντήθηκαν κρυφά στο λιμάνι. Πριν να κατεβάσουν τα κουπιά, ο Θησέας με κάποιους έμπειρους ναύτες άνοιξαν τρύπες στου Μίνωα τα σκαριά, για να μη μπορέσει να τον πάρει στο κυνήγι ο στόλος του εχθρού. Μετά μπήκαν στο καράβι και κωπηλατώντας δυνατά απομακρύνθηκαν από τον προβλήτα. Σαν βγήκαν από το λιμάνι άνοιξαν τα πανιά και πήραν του γυρισμού τη ρότα.
Η Νάξος- τότε λεγόταν Δία- ήταν ο πρώτος τους σταθμός. Στο ακρογιάλι η Αριάδνη ενώθηκε με τον Θησέα κι απ’ αυτό το σμίξιμο γεννήθηκαν ο Στάφυλος και ο Οινοπίωνας ή ο Δημοφών και ο Ακάμας. Το ίδιο βράδυ ο Θησέας έφυγε κρυφά με τους συντρόφους του. Γι’ αυτή την εγκατάλειψη, που φανέρωνε αχαριστία απέναντι σε ευεργεσία, λένε πως φανερώθηκε η Αθηνά στον ύπνο του ήρωα και τον πρόσταξε ν’ αφήσει την κόρη του Μίνωα και να επιστρέψει αμέσως στην Αθήνα. Άλλη εκδοχή του μύθου μας λέει πως ο θεός Διόνυσος, ο γιος του Δία από την κόρη του Κάδμου, την πανωραία Σεμέλη, είδε την Αριάδνη και την ερωτεύτηκε. Ο θεός του κρασιού παρουσιάστηκε στον Θησέα και του ζήτησε ν’ αφήσει την Αριάδνη ή τον απείλησε με συμφορές αν δεν την άφηνα. Έτσι με βαριά καρδιά ο Θησέας, χωρίς την Αριάδνη, μπήκε στο καράβι και μεσ’ στη νύχτα άνοιξε τα πανιά.
Κι ενώ η Αριάδνη έκλαιγε απαρηγόρητη για την εγκατάλειψη, της παρουσιάστηκε η Αφροδίτη, την παρηγόρησε και της φανέρωσε πως θα αξιωνόταν να γίνει γυναίκα θεού, του Διόνυσου. Σε λίγο παρουσιάστηκε ο Διόνυσος στην κόρη, της μίλησε με καλοσύνη κι αγάπη. Αφού έλαμψε και πάλι το χαμόγελο στα χείλη της Αριάδνης, ο θεός ενώθηκε μαζί της, αφού πρώτα της χάρισε ένα ολόχρυσο στεφάνι, που ήταν έργο του τεχνίτη των θεών, του κουτσοπόδαρου Ήφαιστου. Ήταν τόσο λαμπρό το στεφάνι, που αργότερα οι θεοί το τοποθέτησαν στον ουρανό να λάμπει πλάι στ’ άλλα άστρα.
Στην συνέχεια ο Θησέας ήρθε στην Δήλο όπου και θυσίασε στον θεό Απόλλωνα, στον οποίο και αφιέρωσε τον μίτο. Μάλιστα γίνεται λόγος και για έναν χορό που χόρεψε προς τιμή του θεού ο ήρωας, κατά τον οποίο μιμούμενος τις πολύπλοκες κυκλικές στοές του λαβύρινθου, στροβιλιζόταν με ελικοειδείς κινήσεις. Τον νέο αυτό χορό τον οποίο χόρεψε κοντά στον βωμό Κερατώνα (λεγόταν έτσι επειδή ήταν κατασκευασμένος από κέρατα, και φυσικά εννοούμε τον συσχετισμό με τον Μινώταυρο), ονομάσανε οι κάτοικοι της Δήλου, Γέρανο:
«…εἰς Δῆλον κατέσχε• καὶ τῷ θεῷ θύσας καὶ ἀναθεὶς τὸ ἀφροδίσιον ὃ παρὰ τῆς Ἀριάδνης ἔλαβεν, ἐχόρευσε μετὰ τῶν ἠϊθέων χορείαν ἣν ἔτι νῦν ἐπιτελεῖν Δηλίους λέγουσι, μίμημα τῶν ἐν τῷ Λαβυρίνθῳ περιόδων καὶ διεξόδων, ἔν τινι ῥυθμῷ παραλλάξεις καὶ ἀνελίξεις ἔχοντι γιγνομένην.
…καλεῖται δὲ τὸ γένος τοῦτο τῆς χορείας ὑπὸ Δηλίων γέρανος, ὡς ἱστορεῖ Δικαίαρχος. ἐχόρευσε δὲ περὶ τὸν Κερατῶνα βωμόν, ἐκ κεράτων συνηρμοσμένον εὐωνύμων ἁπάντων. ποιῆσαι δὲ καὶ ἀγῶνά φασιν αὐτὸν ἐν Δήλῳ, καὶ τοῖς νικῶσι τότε πρῶτον ὑπ᾽ ἐκείνου φοίνικα δοθῆναι». (Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Περί Θησέως, 21, 1-2)
Το καράβι μετά συνέχισε το ταξίδι του για την Αττική. Όλοι ήσαν τόσο συγκινημένοι και χαρούμενοι, που ξέχασαν ν’ αλλάξουν τα πανιά. Έτσι εξακολουθούσαν να φουσκώνουν από του αγέρα τη δύναμη τα μαύρα πανιά. Ο γερο- Αιγέας κάθε μέρα ανέβαινε στην Ακρόπολη κι αντίκριζε στο βάθος της θάλασσας, προσμένοντας με αγωνία την επιστροφή του καραβιού από την Κρήτη. Και να, ένα πρωινό φάνηκε το καράβι. Αλίμονο, όμως. Τα πανιά δεν τα είχαν αλλάξει. Το σκαρί αρμένιζε με μαύρα πανιά. Δάκρυσε ο γέροντας κι από τη θλίψη για του γιου το χαμό έπεσε από το βράχο και σκοτώθηκε, βέβαιος πως δε θα ξανάβλεπε τον Θησέα.
Αξέχαστη έμεινε η μέρα του γυρισμού για τους Αθηναίους, όσο κι αν τη σκίαζε ο άδικος σκοτωμός του βασιλιά τους. Ο Θησέας θέσπισε γι’ αυτή τη μέρα μια ετήσια γιορτή, τα Πυανόψια.
Ο Διόδωρος Σικελιώτης σχετικά με το μύθο αυτό, λέει τα εξής: «Μόλις πέρασαν τα εννιά χρόνια, ήρθε πάλι ο Μίνωας στην Αττική με μεγάλο στόλο και ζητώντας τους δεκατέσσερις νέους και νέες, τους πήρε. Αυτή τη φορά ήταν και ο Θησέας σ’ εκείνους που επρόκειτο να αποπλεύσουν, ο Αιγέας έκανε συμφωνία με τον κυβερνήτη και τον πρόσταξε στην περίπτωση που ο Θησέας θα νικήσει το Μινώταυρο, να επιστρέψει το πλοίο με λευκά πανιά και αν σκοτωθεί με μαύρα, όπως συνήθισαν να κάνουν πριν. Φτάνοντας στην Κρήτη, η Αριάδνη, η θυγατέρα του Μίνωα, ερωτεύθηκε το Θησέα που είχε εξαίρετο παρουσιαστικό, ο Θησέας μίλησε μαζί της κι εξασφαλίζοντας τη βοήθειά της σκότωσε το Μινώταυρο και μαθαίνοντας από αυτή την έξοδο του Λαβυρίνθου σώθηκε. Για την επιστροφή στην πατρίδα έχοντας κλέψει την Αριάδνη απέπλευσε νύκτα και κρυφά κι έφτασε στο νησί που τότε ονομαζόταν Δία και σήμερα Νάξος. Εκείνον τον καιρό, σύμφωνα με το μύθο, εμφανίστηκε ο Διόνυσος στο νησί και λόγω της ομορφιάς της Αριάδνης πήρε την κόρη από το Θησέα, να την έχει μόνιμη σύζυγό του και να την αγαπάει πάνω από όλες. Πράγματι, μετά το θάνατό της, από την αγάπη του την έκρινε άξια αθάνατων τιμών κι έβαλε στ’ αστέρια του ουρανού το στέμμα της Αριάδνης. Ο Θησέας και οι φίλοι του, λένε, στεναχωρήθηκαν πολύ από την αρπαγή της Αριάδνης και από τη λύπη τους ξέχασαν την παραγγελία του Αιγέα, έτσι κατέπλευσαν στην Αττική με ανοικτά τα μαύρα πανιά. Ο Αιγέας μόλις είδε το πλοίο να πλησιάζει, πιστεύοντας πως ο γιος του πέθανε, έκανε μια πράξη που ήταν ηρωική, αλλά ήταν και συμφορά, γιατί ανέβηκε στην ακρόπολη κι απελπισμένος από τη ζωή του ένεκα της υπερβολικής λύπης του έπεσε στον γκρεμό και σκοτώθηκε.» (Διόδωρος Σικελιώτης, βίβλ. 4, 60-77)
Ο Απολλώδωρος αναφέρει: « ως δε ήκεν εις Κρήτην, Αριάδνη θυγάτηρ Μίνωος ερωτικώς διατεθείσα προς αυτόν συμπράσσειν απαγγέλλεται,εάν ομολογήση γυναίκα αυτήν έξειν απαγαγών εις Αθήνας. ομολογήσαντος δε συν όρκοις Θησέως δείται Δαιδάλου μηνύσαι του λαβυρύνθου την έξοδον. υποθεμένου δε εκείνου, λίνον εισιόντι Θησεί δίδωσι· τούτο έξάψας Θησεύς της θύρας εφελκόμενος εισήει. καταλαβών δε Μινώταυρον [p. 136] εν εσχάτω μέρει του λαβυρύνθου παίων πυγμαίς απέκτεινεν, εφελκόμενος δε το λίνον πάλιν εξήει. και δια νυκτός μετά Αριάδνης και των παίδων εις Νάξον αφικνείται. ένθα Διόνυσος ερασθείς Αριάδνης ήρπασε, και κομίσας εις Λήμνον εμίγη. και γεννά Θόαντα Στάφυλον Οινοπίωνα και Πεπάρηθον..» (Απολλόδωρος, Επιτομή, 8 - 9)
Ενώ ο Καλλίμαχος στους “Ύμνους” του μας λέει με στίχους:
« Και τότες από στέφανα σκεπάζεται το άγαλμα το ιερό
της αρχαίας Κύπριδας το ξακουσμένο, που ο Θησέας κάποτε
το έστησε με τα παιδιά σαν γύρισεν από την Κρήτη,
όταν το άθλιο μούγκρισμα του άγριου γιου ξεφύγανε
της Πασιφάης, και το φοβερόν ανάκτορο του μπερδεμένου λαβυρίνθου,
κι ω Σεβαστή, τριγύρω απ᾽ το βωμό σου όταν έπαιξε η κιθάρα
χορέψανε, και το χορό τον έσερνε ο Θησέας.
Και από τότε για παντοτινά, ως ιερά αναθήματα στο Φοίβο, με τη θεωρίδα
οι Κεκροπίδες στέλνουνε του πλοίου εκείνου (του Θησέα) την αρματωσιά.» (Καλλίμαχος, Ὕμνοι, 4, 307- 31vagia-gr.blogspot.com

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΜΙΝΩΤΑΥΡΟΥ[Μέρος Α΄]

Ο μύθος του Μινώταυρου
Γράφει ο δαμ- ων

Α΄ μέρος
Οι μύθοι είναι οι φανερές ιστορίες των μυστηρίων. Στους αμύητους φαντάζουν σαν ευχάριστες διηγήσεις, όπου εξιστορούνται υπεράνθρωπα κατορθώματα. Οι ατρόμητοι ήρωες παλεύουν με τέρατα, τα οποία νικούν κι απαλλάσσουν την ανθρωπότητα από τα αιμοβόρα τέρατα που τους έχουν αναστατώσει τη ζωή και τους έχουν κάνει να θρηνήσουν πολλά θύματα. Αντίθετα για τους μυημένους οι μύθοι είναι οδοδείκτες στην πνευματική τους πορεία. Όλοι οι αξιόλογοι πρόγονοί μας μυήθηκαν στα αρχαία μυστήρια και διαμέσου των μύθων πήραν αξιολογότατες διδασκαλίες για να κατανοήσουν τη ζωή, τη λειτουργία των κοσμικών νόμων και τον τρόπο για να μπορέσουν ν’ ανέβουν στον Όλυμπο. Ο Σωκράτης στον Πλατωνικό “Φαίδωνα” λέει: «Φαίνεται μάλιστα ότι και εκείνοι οι οποίοι οργάνωσαν σε εμάς τις μυστηριακές τελετές, δεν ήσαν άνθρωποι άνευ αξίας, αλλά πράγματι κάποιο βαθύ νόημα κρύβεται από παλαιούς χρόνους μέσα στα λόγια τους, ότι αν κανείς έρθει στον Άδη χωρίς να μυηθεί στη διδασκαλία των μυστηρίων και να υποβληθεί στις τελετουργικές διατυπώσεις, η θέση του θα είναι στο βόρβορο, ο δε κεκαρθαμένος και μεμυημένος με όλες τις διατυπώσεις, όταν φτάσει εκεί, θα συγκατοικήσει με τους θεούς. Διότι υπάρχουν, καθώς λέγουν οι εντεταλμένοι στις μυστηριακές τελετές, πολλοί μεν οι φέροντες τους νάρθηκας, ολίγοι δε οι πραγματικά εμπνεόμενοι από το θεό Βάκχο. Αυτοί δε οι τελευταίοι δεν είναι, κατά την ιδική μου γνώμη άλλοι, παρά όσοι φιλοσοφούν κατά την ορθή έννοια της λέξης.» ( Πλάτωνος “Φαίδων”, 69 b-c-d ).
Ένας από τους ωραιότερους μύθους της ελληνικής μυθολογίας είναι αυτός του Μινώταυρου και της πάλης του με το Θησέα μέσα στον Λαβύρινθο. Ο Μινώταυρος (= Μίνως+ Ταύρος) είναι ένα τέρας με σώμα ανθρώπου και κεφαλή κι ουρά ταύρου. Είναι ο γιος της Πασιφάης, της γυναίκας του Μίνωα, η οποία ζευγάρωσε- σε αντίθεση με τους νόμους της φύσης- με έναν ταύρο. Καρπός του αφύσικου ζευγαρώματος το τέρας, που εγκλείστηκε να ζει σε μια περίπλοκη κατασκευή του ονομαστού μηχανικού Δαίδαλου, στον Λαβύρινθο. Θα διηγηθούμε πρώτα τον μύθο και στη συνέχεια θα επιχειρήσουμε να ανασύρουμε τα πέπλα του μύθου για να βρούμε τα μηνύματα που κρύβει.
Όλα ξεκίνησαν από την αθέτηση της υπόσχεσης του Μίνωα προς τον Ποσειδώνα. Οι τρεις γιοι της πανωραίας Ευρώπης από τον βασιλιά θεών κι ανθρώπων, τον βροντορίχτη Δία, o Μίνωας, ο Ραδάμανθυς κι ο Σαρπηδόνας, σαν πέθανε ο θετός πατέρας τους Αστέριος, κληρονόμησαν το πλούσιο βασίλειό του. Ο καλόβολος Αστέριος δεν πρόκανε να ορίσει τα δικαιώματα σε καθένα από τα τρία παλικάρια κι αυτά άρχισαν τους τσακωμούς. Ο Μίνωας υποστήριζε πως ήταν θέλημα του θεού αυτός να βασιλέψει, μα οι άλλοι δυο δεν το δέχονταν. Για ν’ αποδείξει τον ισχυρισμό του ο Μίνωας τους είπε πως οι θεοί με θαυμαστό τρόπο θα έδειχναν πως όρισαν αυτός να βασιλέψει. Προσευχήθηκε, λοιπόν, στο θεό των υδάτων, τον κοσμοσείστη Ποσειδώνα, να του στείλει έναν ταύρο, που όμοιός του να μην υπήρχε σε ολόκληρο το νησί της Κρήτης, που με μεγάλη υπερηφάνεια να ξεπρόβαλλε από τη θάλασσα, για να το θυσιάσει στο θεό. Έτσι κι έγινε. Από τα κύματα ξεπήδησε ένας ολόλευκος ταύρος, που ανθρώπου μάτι μέχρι τότε δεν είχε ξαναδεί. Με αυτό το θαυμαστό γεγονός κανένας πια δεν μπόρεσε να αμφισβητήσει τη βασιλεία του Μίνωα.
Αλλά ο Μίνωας αθέτησε την υπόσχεσή του. Το θεϊκό σημάδι, τον ολόλευκο ταύρο, δεν τον θυσίασε στο θεό. Θαμπώθηκε από την ομορφιά και την υπερηφάνεια του ταύρου και τον κράτησε να τον έχει καμάρι των κοπαδιών του. Αντί για τον θαλασσόβγαλτο ταύρο θυσίασε έναν άλλο από τα κοπάδια του, τον καλύτερο, αλλά δεν ήταν ο ταύρος που έστειλε ο Ποσειδώνας. Η αθέτηση της υπόσχεσης του Μίνωα προς τον θεό, εξόργισε τον θεό της θάλασσας και του ετοίμασε μια σκληρή τιμωρία.
Έχοντας το χρυσό σκήπτρο, που του χάρισε ο Δίας, ο Μίνωας ένωσε πάνω από εκατό πολιτείες της Κρήτης κάτω από τη δύναμή του και κυριάρχησε σ’ όλη τη μεσόγειο και στα παράλια της Μικρασίας. Κέντρο της βασιλείας του ήταν η Κνωσός. Ναυπήγησε έναν τρανό στόλο κι έγινε θαλασσοκράτορας διώχνοντας τους πειρατές και περιορίζοντας τους βάρβαρους λαούς. Διακυβέρνησε με δικαιοσύνη τους αναρίθμητους υπηκόους του, εφαρμόζοντας νόμους που τους είχε δώσει ο ίδιος ο Δίας. Τον καιρό της βασιλείας του οι πολιτείες αναπτύχθηκαν και στολίστηκαν με ωραία κτίρια, αναπτύχθηκαν οι τέχνες και ο πολιτισμός, ενώ οι κάτοικοι ζούσαν πλούσια και ειρηνικά. Αυτή την εποχή ήρθε στην Κρήτη κι ο ξακουστός τεχνίτης Δαίδαλος, εξόριστος από την Αθήνα. Απλόχερα ξόδεψε μεγάλο μέρος του πλούτου ο Μίνωας για να στολίσει ο Δαίδαλος με όμορφα καλλιτεχνήματα τη Μεγαλόνησο. Ο εξαίρετος τεχνίτης έχτισε μεγάλα παλάτια με πολυτελείς αίθουσες, έστησε αγάλματα και βωμούς σε πολλά μέρη των πόλεων, έφτιαξε λουτρά, τον περίφημο λαβύρινθο και το μαρμαρένιο χοροστάσι, όπου στις μεγάλες γιορτές χόρευαν η βασιλοπούλα Αριάδνη με τις φίλες της.
Ο Μίνωας πήρε για γυναίκα του την Πασιφάη, που ήταν κόρη του Ήλιου και της Περσηίδας. Κάποιοι λένε πως πήρε την Κρήτη, την κόρη του Αστέριου. Από την Πασιφάη απόχτησε τέσσερις γιους: τον Δευκαλίωνα, τον Γλαύκο, τον Ανδρόγεο και τον Κατρέα, και τέσσερις κόρες: την Αριάδνη, τη Φαίδρα, την Ακάλλη ή Ακακαλλίδα και την Ξενοδίκη. Πέρα από τα οκτώ νόμιμα παιδιά απόκτησε και πολλά νόθα από άλλες γυναίκες. Στην αρχή της βασιλείας του ο Μίνωας δεν τα κατάφερε ν’ αποκτήσει παιδιά. Αιτία ήταν μια παράξενη αρρώστια. Κάποιοι λένε πως την προκάλεσαν τα μάγια της ζηλιάρας Πασιφάης για να βγάζει από τη μέση κάθε αντίζηλό της. Από το σώμα του βασιλιά, όταν ξάπλωνε με μια γυναίκα, έβγαιναν ερπετά που έτρωγαν τα σπλάχνα της συντρόφου του. Μόνο η Πασιφάη απόφευγε τον αφανισμό γιατί ήταν αθάνατη, εφόσον πατέρας της ήταν ο Ήλιος. Γιατρειά βρήκε από την κόρη του Ερεχθέα, την Πρόκνη, που εκείνο τον καιρό βρισκόταν στην Κρήτη. Η βασιλοπούλα της Αττικής συνδέθηκε ερωτικά με τον Μίνωα, αλλά γρήγορα αναγκάστηκε ν’ αφήσει την Κρήτη φοβούμενη την οργή της Πασιφάης. Για να την ευχαριστήσει ο θαλασσοκράτορας Μίνωας της χάρισε δύο δώρα θαυμαστά: ένα κοντάρι που ποτέ του δεν αστοχούσε κι έναν σκύλο που ποτέ του δεν του ξέφευγε θήραμα.
Ο ρήγας Μίνωας, λοιπόν, λιμπίστηκε τον ταύρο, που έστειλε ο κοσμοσείστης Ποσειδώνας, και δεν τον θυσίασε. Χολώθηκε ο Ποσειδώνας από του Μίνωα την ασέβεια και θέλησε να τον τιμωρήσει. Ζήτησε τη βοήθεια της Αφροδίτης, που έκανε τη ρήγισσα να νιώσει παράφορο έρωτα για το πανώριο ταύρο. Κάποιοι λένε πως η θεά ενέπνευσε τον αφύσικο έρωτα στην Πασιφάη γιατί αυτή παραμέλησε τη λατρεία της. Η βασίλισσα ήταν σε παραζάλη και η φούντωση της έκαιγε τα σπλάχνα. Στο μυαλό της ήταν καρφωμένη η σκέψη να χαρεί τον έρωτα του ταύρου. Δεν έβρισκε αναπαμό, τα βράδια το μόνο όνειρο που έβλεπε ήταν το αφύσικο και παράφορο σμίξιμό της με το όμορφο ζώο, το δώρο του θεού στον άντρα της.
Κατέφυγε στη βοήθεια του Δαίδαλου, από τον οποίο ζήτησε να φτιάξει το ομοίωμα μιας αγελάδας, που να ήταν κούφια. Πλούσια δώρα και μπόλικο χρυσάφι θα ήταν η αμοιβή του. Έτσι ο Αθηναίος τεχνίτης κατασκεύασε μια ξύλινη δαμάλα, την οποία έντυσε με δέρμα αγελάδας. Ήταν τόσο τέλεια, που ξεγελούσε ακόμα κι άνθρωπο. Με ρόδες την μετέφερε στο λιβάδι που βοσκούσε ο ταύρος του Ποσειδώνα. Αφού έδιωξε όλη την ακολουθία της η ρήγισσα, μπήκε μέσα στην κούφια δαμάλα κι εκεί κρυμμένη περίμενε τον ταύρο. Ο ταύρος πλησίασε την ξύλινη δαμάλα, που ήταν σαν ζωντανή κι ενώθηκε μαζί της. Από το αφύσικο σμίξιμο η Πασιφάη γέννησε τον Μινώταυρο, ένα τέρας με σώμα ανθρώπου και κεφάλι ταύρου. Το τέρας μεγάλωσε γοργά κι έγινε ο τρόμος του νησιού, γι’ αυτό ο Μίνωας τον έκλεισε στον λαβύρινθο. Ο λαβύρινθος ήταν ένα από τα σπουδαιότερα έργα του Δαίδαλου. Βρισκόταν στα υπόγεια του μεγάλου παλατιού και είχε εύκολη είσοδο αλλά αδύνατο να βρεθεί η έξοδος. Στους σκοτεινούς κι υγρούς διαδρόμους ήταν η κατοικία του Μινώταυρου και η τροφή του τρυφερές παρθένες κι αμούστακα παλικάρια.
Δεν μπορούσε να χωρέσει του Μίνωα το μυαλό αυτό το σμίξιμο. Θέλησε να τιμωρήσει τη κυρά του παλατιού για το μόλεμα του γάμου τους και διέταξε να την κλείσουν σε μια σκοτεινή αίθουσα του λαβύρινθου. Μα και ο Δαίδαλος πλήρωσε για την παράξενη βοήθεια στη ρήγισσα. Η αντιπληρωμή του ήταν να κλειστεί κι αυτός μαζί με τον Ίκαρο, το γιο του, σε ανήλιαγο κελί μέσα στο ίδιο το παράξενο κατασκεύασμα του, τον λαβύρινθο.
Πάνω στο θέμα της αταίριαστης ένωσης του ταύρου με την Πασιφάη, ο Ευριπίδης έγραψε την τραγωδία “Κρήτες”, από την οποία όμως διασώζονται πολύ λίγα αποσπάσματα. O Τάσος Ρούσσος μετέφρασε αυτά τα αποσπάσματα και με τις πληροφορίες που άντλησε από άλλους συγγραφείς συμπλήρωσε την τραγωδία, δίνοντάς μας μια θαυμάσια εκδοχή. Απ’ αυτό το έργο των εκδόσεων “Κάκτος” θα παραθέσουμε κάποια αποσπάσματα στη συνέχεια. Στην τραγωδία εμφανίζεται στην αρχή ο Ποσειδώνας, κάνοντας μια εισαγωγή, όπου αναφέρει το λόγο των δεινών του Μίνωα:
« Ο Ποσειδώνας είμαι κι έχω έρθει
στην Κρήτη εδώ, στου Μίνωα το παλάτι,
αφήνοντας της θάλασσας τα βάθη
και τους λαμπρούς χορούς των Νηρηίδων.
Η ευσέβεια συνήθως κι οι θυσίες
τραβούνε τους θεούς στη γης, εμένα
θυμός με φέρνει για του Δία το τέκνο,
που ενώ του παραστάθηκα με αγάπη,
με καταφρόνια μ’ έχει αντιπληρώσει.
Τη δέησή του εισάκουσα κι αμέσως
όμορφος ταύρος βγήκε από το κύμα∙
έτσι στους Κρήτες φάνηκε πως είχε
την εύνοιά μας κι όλοι τον δεχτήκαν
για βασιλιά τους. Την υπόσχεσή του
λησμόνησε όμως γρήγορα∙ τον ταύρο
δεν πρόσφερε σε μένα, αλλά τον έχει
μακριά στα βοσκοτόπια του κρυμμένο,
στα πλούσια κοπάδια του στολίδι,
κι άλλον αντί γι’ αυτόν μου θυσιάζει.
Η ασέβεια στους θεούς κι η αχαριστία
πάντοτε τιμωρούνται∙ δυστυχίες
αγιάτρευτες χτυπάνε τους ανθρώπους.
Τώρα το βασιλιά τόσο μεγάλες
θα τον βρουν συμφορές, που θ’ αφανίσουν
γοργά το σπιτικό του και τη χώρα.
Έχω τη συνδρομή της Αφροδίτης∙
αυτή παρέσυρε την Πασιφάη,
το διαλεχτό του ταίρι, σε μια πράξη
αφύσικη που μύρια θα γεννήσει
φριχτά δεινά μολύνοντας το σπίτι.
Ο Μίνωας στης βασίλισσας εμπήκε
το θάλαμο κι αντίκρισεν εκείνο
που γίνηκε η αρχή της συμφοράς του.
Ο φόβος από τότε τον κατέχει,
η σύγχυση κι η οργή∙ ποιος τάχα
δαίμονας έχει μπει μες στο παλάτι;
Ή μήπως είναι των θεών κατάρα;
Όμως στο πέρασμα του χρόνου κι άλλα
θα τον βρούνε δεινά. Ο πανώριος ταύρος
που δεν μου πρόσφερε, μανία και φόνο
πνέοντας, θα βυθίσει όλη την Κρήτη
στο πένθος και στο θρήνο, θα ρημάζει
κοπάδια, τη σπαρμένη γης, ανθρώπους,
παντού σκορπώντας τρόμο, ώσπου μια μέρα
θα τον σηκώσει ο Ηρακλής δεμένον,
του Ευρυσθέα την εντολή εκτελώντας,
και θα τον αμολήσει στην Αθήνα,
στη δασωμένη γη του Μαραθώνα∙
εκεί ο Θησέας θα τον θανατώσει
κι αργότερα, σαν έρθει αυτός στην Κρήτη,
το τερατόμορφο θα σφάξει σπέρμα
του άγριου ταύρου. Τέτοια τιμωρία
θα λάβει ο Μίνωας για την ασέβειά του.
Το σπίτι του θ’ αφανιστεί κι η Κρήτη
σε μαρασμό θα πέσει και θα χάσει
σιγά σιγά και δύναμη και δόξα.
Πρέπει οι θνητοί να δείχνουν πάντα σέβας
και φόβο στους θεούς, να τους λατρεύουν. » ( Ευριπίδης, “Κρήτες” 1-59 )
Μετά εμφανίζει τον τροφό του παλατιού να μιλάει και να συμβουλεύει την βασίλισσα να απαλλαγούν από το παράξενο μωρό:
« ΤΡ.: Δεν πρέπει να κρατήσεις πια το βρέφος,
Κυρά μου, Πασιφάη, μες στο παλάτι.
Αν το ξανάβρει ο Μίνωας εκεί μέσα,
πάμε κι οι δυο χαμένες, να το ξέρεις.
ΠΑ.: Θα το ’χουμε κρυφά σε κάποιο μέρος
που θα γνωρίζουμε μονάχα οι δυο μας.
ΤΡ.: Είναι μωρό, το κλάμα του θ’ ακούσουν.
ΠΑ.: Μα θα ’χουμε το νου μας να μην κλάψει.
ΤΡ.: Δεν κλαίει τώρα πια, παρά μουγκρίζει
σαν ορφανό μοσχάρι που πεινάει.
ΠΑ.: Με βότανα θα το ’χω κοιμισμένο.
ΤΡ.: Δε γίνεται όλη μέρα να κοιμάται∙
θα το ξυπνάει η πείνα κάθε λίγο∙
βαρύ το μούγκρισμά του, θα τ’ ακούσουν∙
ο αχός θα ξεσηκώσει όλους του δούλους
του βασιλιά, θα ψάξουν και θα το ’βρουν.
Κούφιες λοιπόν ελπίδες να μην έχεις.
ΠΑ.: Κάτι θα βρούμε, κάτι θα σκεφτούμε.
ΤΡ.: Βιάσου, φυγάδεψέ το αμέσως, σώσε
τον εαυτό σου τώρα, μη διστάζεις.
ΠΑ.: Πώς να το διώξω, εγώ το ’χω γεννήσει.
Ταυρόμορφο κι αν είναι, είναι παιδί μου. » ( Ευριπίδης, “Κρήτες” 63-84 )
Μπορεί να μην έφταιξε σε τίποτα η Πασιφάη, να είναι ένα θύμα της ασέβειας του άντρα της και οι θεοί να την χρησιμοποίησαν για να τιμωρήσουν τον Μίνωα, αλλά δε συμφωνεί να πετάξουν το βρέφος. Το μητρικό φίλτρο δεν επιτρέπει μια τέτοια αποτρόπαια πράξη, έστω κι αν είναι τερατόμορφος ο καρπός αυτού του αφύσικου σμιξίματος, στο οποίο την έσπρωξαν οι θεοί. Θα μπορούσε από αποστροφή για την παραφορά στην οποία την οδήγησαν, από ντροπή για το πάθος στο οποίο ενέδωσε, να συμφωνήσει ν’ αφανιστεί αμέσως το μωρό. Μα είναι μάνα, κι αν και ταυρόμορφο το βρέφος, είναι παιδί της! Η καρδιά της μάνας δεν μπορούσε να συνεργήσει στο θάνατο του παιδιού της. Η βασίλισσα γνώριζε πως μοιραία αυτό το μωρό θα γινόταν η αιτία να διαλυθεί ο γάμος της, να χάσει την αίγλη του θρόνου, να γίνει ο περίγελως των κατοίκων του νησιού, να χάσει ακόμα και τη ζωή της σαν τιμωρία της απιστίας της. Όμως, μίλησε η καρδιά της μάνας που δε γνωρίζει φόβο και δεν υπολογίζει τον κατατρεγμό μπροστά στη ζωή του παιδιού της!
Ο βασιλιάς κάτι κατάλαβε, ένιωσε να υπάρχει μια συνωμοσία από τη βασίλισσα κι όσες αποτελούσαν την ακολουθία της. Έτσι ζήτησε να πάρει πληροφορίες από τη τροφό, την οποία πίεσε κι έμαθε ένα μέρος της αλήθειας:
« ΜΙ.: Ποια σφάλματα η βασίλισσα πληρώνει
κι είναι οργισμένη η Κύπριδα μαζί της;
Μα πες μου, πώς ετέλειωσαν ετούτα;
TΡ.: Δεν τέλειωσαν, γιατί, όπως λέει ο κόσμος,
οι δυστυχίες γεννάνε δυστυχίες.
ΜΙ.: Τα λόγια σου δεινά μου προμαντεύουν.
ΤΡ.: Έλιωνε η δόλια μέρα με τη μέρα
και μη μπορώντας άλλο στο εργαστήρι
του Δαίδαλου πηγαίνει κι αφού πρώτα
τον όρκισε κρυφό να μείνει ετούτο,
μια ξύλινη δαμάλα του γυρεύει,
που ζωντανή να μοιάζει∙ πλούσια δώρα
του έταξε, αν το έργο του πετύχει,
κι ακόμη πιο πολύ, να τον συντρέξει
να φύγει από την Κρήτη με το γιο του.
ΜΙ.: Τη ρώτησε για ποιο σκοπό τη θέλει;
ΤΡ.: Τη χρειαζόταν, είπε, για να κάνει
μυστικές στη θεά τελετουργίες,
μήπως και μαλακώσει το θυμό της.
ΜΙ.: ΚΙ ο Δαίδαλος; Εκτέλεσε το έργο;
ΤΡ.: Με προθυμία και μεγάλη τέχνη.
Έντυσε με τομάρι γελάδας
το ξύλινο ομοίωμα, στα ποδάρια
του έβαλε τροχούς και της το δίνει.
Το πήρε αυτή και στο κρυφό λιβάδι
το μετάφεραν άνθρωποι δικοί της.
Το δειλινό μας έδιωξε όλους∙ μπαίνει,
το σκέπασμα σηκώνοντας, στην κούφια
δαμάλα και προσμένει να ’ρθει ο ταύρος.
ΜΙ.: Και τι έγινε μετά; Πες μου, το είδες;
ΤΡ.: Κανείς δεν είδε τίποτα, δεν ξέρει.
Σαν βράδιασε, κατά την προσταγή της,
πήγαμε πίσω∙ κείτονταν στο χόρτο
σε παραλόισμα τρομερό χαμένη.
Τη φέραμε όπως ήταν στο παλάτι.
ΜΙ.: Δεν θα ρωτήσω τίποτα άλλο, ξέρω
και νύφη και γαμπρό και βρέφος
και ποιοι βοήθησαν σ’ αυτήν την πράξη,
που όνομα δεν βρίσκω να της δώσω.
Με τη ζωή τους όμως θα πληρώσουν
το μίασμα τούτο που όλους μας βαραίνει.
Κάποιος να πάει μέσα στο παλάτι
και τη βασίλισσα να μου φωνάξει. » ( Ευριπίδης, “Κρήτες” 447-489 )
Ο Μίνωας είχε καλέσει τους ιερείς και μύστες από το Ιδαίον άντρο, το ιερό του πατέρα του Δία, να τον βοηθήσουν να ξεδιαλύνει το μυστήριο. Στην τραγωδία αποτελούν και τον αντίστοιχο χορό. Έτσι όταν αυτοί ακούνε για το αφύσικο σμίξιμο, κάνουν το ακόλουθο σχόλιο:
« Απ’ την αρχή του κόσμου νόμος
υπάρχει αλύγιστος κι ορίζει
για κάθε ζωντανό της γης,
της θάλασσας και τ’ ουρανού
να σμίγει μοναχά με τ’ όμοιό του.
Κάθε παράβαση του φέρνει
τη γέννηση φριχτών τεράστιων
που δίκαια τις νομίζουμε
κατάρες των θεών ή τιμωρίες. » ( Ευριπίδης, “Κρήτες” 491- 499 )
Ο θυμωμένος Μίνωας κάλεσε την γυναίκα του Πασιφάη για να της ζητήσει εξηγήσεις σχετικά τη γέννηση του παιδιού- τέρατος. Η βασίλισσα τον κατηγορεί πως αυτός είναι η αιτία της συμφοράς. Για όλα έφταιε η ασέβεια του θαλασσοκράτορα θνητού προς τον θεό της θάλασσας. Επομένως η ίδια ήταν το εξιλαστήριο θύμα και δεν είχε μερτικό στην αιτία των δεινών, που είχαν χτυπήσει το παλάτι. Ανάμεσα στον Μίνωα και την Πασιφάη έγινε ο παρακάτω διάλογος:
« ΧΟ.: Mη στέκεις σιωπηλή, βασίλισσά μου∙
πρέπει ν’ αποκριθείς στην κατηγόρια.
ΠΑ.: Ποια κατηγόρια και για τι; Ν’ ακούσω.
ΜΙ.: Άκου λοιπόν∙ ποιο ήτανε το βρέφος
που ’χε κεφάλι ταύρου στο παλάτι;
ΠΑ.: Σου το ’χω πει και πριν, οι θεοί το στείλαν.
ΜΙ.: Σαν ευλογία τάχα ή σαν κατάρα;
ΠΑ.: Κατάρα είναι για μένα που δεν φταίω.
ΜΙ.: Δεν φταίς εσύ; Ποιος είναι τότε ο φταίχτης;
ΠΑ.: Ψάξε τον εαυτό σου και θα τον ’βρεις.
ΜΙ.: Ένοχος είμαι ‘γω για ένα τέρας;
ΠΑ.: Αν θες, στοχάσου λίγο και θυμήσου.
ΜΙ.: Αστόχαστος δεν είμαι ούτε ξεχνάω.
ΠΑ.: Σέβεσαι τους θεούς, καθώς ταιριάζει;
ΜΙ.: Θυσίες πλούσιες πάντα τους προσφέρω
και δεν ξεχνάω σ’ αυτές ποτέ κανέναν.
ΠΑ.: Μα είναι μαζί σου κάποιος οργισμένος.
ΜΙ.: Ποιος είναι αυτός και ποια η αιτία; Πες μου.
ΠΑ.: Της θάλασσας ο αφέντης Ποσειδώνας.
Δίχως ντροπή τον έχεις απατήσει.
ΜΙ.: Τον σέβομαι και τον λατρεύω πάντα.
ΠΑ.: Ξέχασες όμως τάχα να θυσιάσεις
τον ταύρο που σου έστειλε απ’ το κύμα.
ΜΙ.: Ήταν πανέμορφος, χωρίς ψεγάδι,
δεν μ’ άφηνε η καρδιά μου να τον σφάξω.
ΠΑ.: Κι έτσι προτίμησες να ξεγελάσεις
αισχρά τρανό θεό∙ είχες τη γνώμη
πως θα παράβλεπε την προσβολή σου
γιατί ’σαι γιος του Δία, καθώς λένε;
Μα οι θεοί, να ξέρεις, βρίσκουν τρόπους
να τιμωρούν τους ασεβείς∙ κι εμένα
χτύπησε ο θεϊκός θυμός, σε τέτοιες
ανείπωτες ντροπές βυθίζοντάς με. » ( Ευριπίδης, “Κρήτες” 541-573 )
Ο Δαίδαλος, αφού κατασκεύασε για χάρη του Μίνωα όλα τα θαυμαστά κτίρια που του ζήτησε και τα στόλισε με ωραιότατα τεχνουργήματα, πεθύμησε να φύγει από την Κρήτη. Ο ρήγας όμως δεν ήθελε να υπάρχουν κι αλλού τόσο ωραίες κατασκευές κι απαγόρεψε τον απόπλου στον τεχνίτη. Όταν σε κάποιον βάζεις εμπόδια, τόσο τρανεύει η νοσταλγία. Την επιθυμία για φυγή την μετέδωσε και στον Ίκαρο. Έτσι το παλληκάρι πήγαινε συχνά κι περιεργαζόταν τα πλεούμενα κάνοντας όνειρα για το ταξίδι. Τ’ αγνάντευε να σχίζουν τα νερά με φουσκωμένα τα πανιά και θαρρούσε πως ήταν κι αυτός ένα ταξιδιάρικο πουλί, που τ’ ακολουθούσε. Η ρήγισσα, που τους αγαπούσε, είχε υποσχεθεί να τους συντρέξει σ’ αυτή την πεθυμιά.
Καθώς επέστρεφε από το λιμάνι ο Ίκαρος έπεσε πάνω στον βασιλιά, που είχε πάρει την απόφαση να κλείσει πατέρα και γιο στη φυλακή, για να τους τιμωρήσει, επειδή ο Δαίδαλος είχε κατασκευάσει την αγελάδα για την Πασιφάη. Ταυτόχρονα είχε στείλει στρατιώτες για να οδηγήσουν μπροστά του τον Δαίδαλο. Σαν έφτασε ο τεχνίτης, ανάμεσα σ’ αυτόν και τον ρήγα έγινε ο ακόλουθος διάλογος, καταπώς μας λέει ο ποιητής:
Έτσι ο διάλογος έφτασε στο επίμαχο σημείο της κατασκευής της δαμάλας:
« ΜΙ.: Σου ζήτησε η βασίλισσα να φτιάξεις
ένα ομοίωμα ξύλινης δαμάλας;
ΔΑ.: Την προσταγή της μου έφερε η τροφός της,
ΜΙ.: Την προσταγή της; Έχεις λησμονήσει
πως σε προστάζω εγώ, κανένας άλλος;
ΔΑ.: Είναι βασίλισσά μου η Πασιφάη
κι ο λόγος της είναι δικός σου λόγος.
Η θέλησή της θέληση δική σου.
ΜΙ.: Τη ρώτησες για ποιο σκοπό ζητούσε
να τεχνουργήσεις ένα τέτοιο έργο;
ΔΑ.: Δεν μίλησε ξεκάθαρα, νομίζω
πως το χρειαζόταν για να τελέσει
κάποιες για τους θεούς τελετουργίες
και την οργή τους έτσι να πραΰνει.
ΜΙ.: Σου ’δωσε κάποιες άλλες οδηγίες;
ΔΑ.: Η ξύλινη γελάδα να είναι κούφια
που μια γυναίκα να χωράει εντός της
και σαν αληθινή να μοιάζει σ’ όλα.
ΜΙ.: Εδούλεψες λοιπόν σαν καλλιτέχνης
κι όχι σαν ξυλουργός και τη δαμάλα
τόσο καλά την έφτιαξες, λες κι ήταν
ζωντανή και ξεγέλασε τον ταύρο.
ΔA.: Ήτανε προσταγή της Πασιφάης
κι έπρεπε να της φτιάξω αυτό το έργο
μ’ όσο καλύτερο μπορούσα τρόπο.
Εξάσκησα την τέχνη που γνωρίζω.
ΜΙ.: Έφτιαξες δηλαδή το νυφικό της.
ΔΑ.: Ο λόγος σου δυσνόητος, δεν σε νιώθω.
ΜΙ.: Και τι σου έταξε γι’ αυτό το έργο;
ΔΑ.: Αυτά που οι βασιλιάδες τάζουν πάντα:
πλούσια δώρα και πολύ χρυσάφι.
………………………………………………….
ΜΙ.: Καλύτερα να πω την προδοσία
που με ψευτιές πασκίζεις να σκεπάσεις.
ΔΑ.: Ποια προδοσία; Πες να την ακούσω;
ΜΙ.: Σου λέω∙ βοήθησες την Πασιφάη
στο αισχρό της κι ανόσιο πάθος της, να σμίξει
ερωτικά με ταύρο, μην τ’ αρνιέσαι,
μην κάνεις τον ανίδεο, τα ξέρω.
Με πρόδωσες και θα σε τιμωρήσω.
ΔΑ.: Αν είναι προδοσία να υπακούεις
σ’ αυτούς που εξουσιάζουν, τότε σ’ έχω
κι εγώ προδώσει, εμπρός, τιμώρησέ με.
ΜΙ.: Αλυσοδέστε τον γοργά, στρατιώτες,
και το γιο του μαζί∙ ποτέ το θράσος
και το ψέμα δεν ωφέλησαν κανέναν. » ( Ευριπίδης, “Κρήτες” 996-1027 και 1036-1049 )
O Μίνωας, παρασυρμένος από την οργή, διέταξε να ρίξουν στα μπουντρούμια κι αυτούς που ήσαν πιστοί στη δούλεψή του, γεμίζοντας το ανάκτορο κι όλη την επικράτεια με κατασκευές, που πουθενά αλλού δεν εύρισκες. Τώρα μέσα στον λαβύρινθο, εκτός από την Πασιφάη, ρίχτηκε κι ο κατασκευαστής του.
Ο πατέρας της βασίλισσας, ο χρυσαφένιος και ζωοδότης Ήλιος, είδε την αδικία προς την κόρη του. Την απελευθέρωσε με θαυμαστό τρόπο, που μόνον οι θεοί μπορούν να επινοήσουν και οι θνητοί να γεμίζουν μ’ απορίες. Ο Μίνωας νόμισε ότι η γυναίκα του δραπέτευσε. Αυτή την δραπέτευση ανήγγειλε στον χορό των μυστών του Ιδαίου άντρου:
« ΜΙ.: Γέροντες μύστες του Ιδαίου άντρου,
γίνηκε κάτι μέσα στο παλάτι
παράξενο, που ο νους δεν το χωράει.
ΧΟ.: Τάχα τι να ’ναι αυτό; Πες μου να κρίνω.
ΜΙ.: Στη φυλακή η βασίλισσα δεν είναι.
ΧΟ.: Ποιος τη βοήθησε να δραπετεύσει;
ΜΙ.: Κανένας δεν εστάθη βοηθός της.
ΧΟ.: Τότε πώς έφυγε και δεν την είδαν;
MI.: Της φυλακής οι τοίχοι ξάφνου πέσαν
χωρίς σεισμό, από μόνοι τους, και τότε
γέμισε φως το υπόγειο, σαν να ’ταν
ήλιος μεσημεριού, κι η Πασιφάη
μες στη χρυσή φεγγοβολή ανυψώθη
κι εχάθη στον αέρα∙ όλοι την είδαν.
ΧΟ.: Φως φανερό, θεός την έχει σώσει. » ( Ευριπίδης, “Κρήτες” 1169-1186 )
Δεν έφτανε το παράξενο φευγιό της ρήγισσας. Ήρθε αγγελιοφόρος από τη φυλακή του λαβύρινθου για να φέρει στον Μίνωα κι άλλη δραπέτευση. Τώρα πήραν σειρά ο Αθηναίος τεχνίτης με το γιο του, που έφυγαν σάμπως να ήσαν του ουρανού πετούμενα. Χάθηκαν στον αιθέρα πάνω από τα σύννεφα πετώντας. Δεν άντεξε ο βασιλιάς το νέο φευγιό κι έδωσε διαταγή να ετοιμάσουν καράβια γοργοτάξιδα για να κυνηγήσουν τους δραπέτες. Τους άξιζε τιμωρία γι’ αυτή την αποκοτιά. Και τότε εμφανίστηκε ο Ήλιος, ο από μηχανής θεός, για να νουθετήσει τον έξαλλο βασιλιά, λέγοντάς του τα εξής;
« Άφησε τη βιασύνη, Μίνωα, κι άκου
τα λόγια μου, ο Ήλιος σου μιλάει.
Εγώ λευτέρωσα την Πασιφάη
την ακριβή μου κόρη, απ’ τα δεσμά της,
γκρεμίζοντας της φυλακής τους τοίχους.
Ήταν γραμμένο τέτοια να περάσει
ντροπή για την ασέβεια που ’χεις δείξει
στον Ποσειδώνα εσύ, να τελειώσει
μ’ αυτόν τον τρόπο τη θνητή ζωή της
και ν’ αποθεωθεί καθώς της πρέπει.
Ο γάμος της με τον πανώριο ταύρο,
θεόσταλτο κακό απ’ την Αφροδίτη,
που το θεό της θάλασσας βοηθώντας
τη βύθισε στ’ ανόσιο πάθος, τώρα
θα γίνει αρχή λατρείας∙ μες στα δάση
κάθε ’άνοιξη οι θνητοί θα τη λατρεύουν
με μυστικές τελετουργίες, φορώντας
δέρματα δαμαλιών και ταύρων∙ έτσι
θα ’χουν την ευλογία της που θα φέρνει
πλήθος γεννήματα και στα χωράφια
πάντα πολλές σοδειές. Γι’ αυτό στο μέλλον
θα τη φωνάζουνε και Πλησιφάη
και θα ιδρυθεί μαντείο στ’ όνομά της.
Αυτή να ξέρεις έχει βοηθήσει
το Δαίδαλο και το παιδί του, απάνω
στη στέγη του λαβύρινθου να βγούνε∙
και τις φτερούγες που μ’ αυτές πετάξαν
ψηλά στους ουρανούς, εκείνη πάλι
απ’ το εργαστήρι του τις έχει φέρει.
Ξεπλήρωσε έτσι την υπόσχεσή της∙
τον σύντρεξε να φύγει από την Κρήτη.
Όμως κι ο Δαίδαλος πρέπει να ξέρει
πως ακουμπά επικίνδυνα την ύβρη∙
δεν δόθηκε στον άνθρωπο το ύψος
των ουρανών κι ο αιθέρας∙ εδώ κάτω
στη γη του ορίστηκε να κατοικήσει.
Ετούτα να στοχάζεται πετώντας
με το γιο του μαζί. Όλα τελειώσαν
όπως θελήσαν οι θεοί. Δεν έχει
ο Ποσειδώνας πάψει την οργή του
που την εγέννησε η ασέβειά σου.
Πρέπει θυσίες πολλές να του προσφέρεις,
μικρή αντιπληρωμή για τον ωραίο
ταύρο που σου ’στειλε. Τώρα εκείνο
το ζώο, το αψεγάδιαστο και πράο,
ανήμερο θεριό, πληγή έχει γίνει,
φόβος και τρόμος για όλο το νησί σου.
Κι όσο για το ταυρόμορφο παιδί του,
που μέσα στο λαβύρινθο έχεις κλείσει,
φρόντισε μην πεθάνει∙ να το τρέφεις
με σάρκες ζωντανές κι ανθρώπινο αίμα.
Ο αδερφός αυτός της Αριάδνης
θα πάρει τ’ όνομά σου, θα τον λένε
Μινώταυρο, και την ασέβειά σου
πάντοτε θα θυμίζει στους ανθρώπους.
Της βασιλείας σου σύμβολο και στίγμα
θα γίνει, ώσπου να ’ρθει από την Αθήνα
κάποιος τρανός λεβέντης να τον σφάξει,
την εξουσία γκρεμίζοντας της Κρήτης.
Ο θυμός των θεών δεν μαλακώνει
με τον καιρό, κρατάει, να το ξέρεις.
Η ευσέβεια λοιπόν θα πρέπει να ’ναι
η πρώτη σου φροντίδα. Αν έτσι κάνεις,
ίσως να δεις κι ευτυχισμένες μέρες. » ( Ευριπίδης, “Κρήτες” 1382- 1445 )
H τραγωδία τελείωνε με τα ακόλουθα λόγια από τον χορό των μυστών:
« Πατέρα Δία, χάριζε καθάριο
νου στους θνητούς
να σε δοξάζουν πάντα
μ’ ευλάβεια και με σέβας όπως πρέπει. » ( Ευριπίδης, “Κρήτες” 1452-1455 )
Είδαμε ότι ο Δαίδαλος συνδέεται με την κατασκευή της ξύλινης δαμάλας, την οποία χρησιμοποίησε η Πασιφάη για να σμίξει με τον ταύρο του Ποσειδώνα. Σχετικά με την ερμηνεία της ένωσης της Πασιφάης και του ταύρου, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το ακόλουθο απόσπασμα από της εισαγωγή στην τραγωδία “Κρήτες”, των εκδόσεων “Κάκτος” (σελ. 14-15 ) και γι’ αυτό το παραθέτουμε:
[[ Η ένωση της Πασιφάης με τον ταύρο αντικατοπτρίζει ένα τύπο του ιερού γάμου, όπου ο βασιλιάς και η βασίλισσα, μασκαρεμένοι σε ταύρο και αγελάδα, σμίγουν, παριστάνοντας τον γάμο του Ήλιου και της Σελήνης. Η Πασιφάη άλλωστε, κόρη του Ήλιου κατά τον μύθο, είναι μια από τις πολλές προελληνικές και προδωριακές μορφές λατρείας της Σελήνης. Πασιφάη, Πασιφάεσσα, Πασιφαίνουσα, Πλησιφάη, Μνησιφάη, Τηλεφάη και Τηλεφάεσσα είναι λατρευτικά επίθετα της Άρτεμης. Η σεληνιακή φύση της ηρωίδας βεβαιώνεται κι από μαρτυρίες για μαντείο στο Ταίναρο με αγάλματα του Ήλιου και της Πασιφάης.
Καθοριστικό ρόλο για το στοιχείο του ζευγαρώματος της Πασιφάης με τον ταύρο έπαιξαν σίγουρα τα ταυροκαθάψια, τα ακροβατικά παιγνίδια των κοριτσιών της Μινωικής Κρήτης με τους ταύρους. Η ξύλινη αγελάδα έχει αφετηρία κάποιο λατρευτικό ομοίωμα και, ως έργο του Δαίδαλου, υπαινίσσεται την τεχνολογική πρόοδο της Μινωικής εποχής.
Ο ταύρος- εραστής της Πασιφάης παραπέμπει προφανώς και στην “προϊστορία” της υπόθεσης, στην καταγωγή του Μίνωα, στον ταύρο- Δία που έφερε την Ευρώπη από τη Φοινίκη στην Κρήτη κι έσμιξε μαζί της, για να γεννηθεί ο Μίνωας και τα αδέρφια του. Ωστόσο, στην πραγματικότητα, εκείνο που σίγουρα συνδέει αρχικά όλους αυτούς τους ταύρους, της Πασιφάης, του Ποσειδώνα και της Ευρώπης, δεν είναι ο μύθος αλλά η λατρεία.
Η άρνηση του Μίνωα να θυσιάσει τον ταύρο που του έστειλε ο Ποσειδώνας ερμηνεύτηκε ως νύξη σε αναίμακτες θυσίες, σύμφωνα με κάποιο λατρευτικό τυπικό που είχε ασπαστεί ο βασιλιάς και υπαινίσσεται ο Χορός των Κρητών στο σωζόμενο απόσπασμα της Παρόδου του. Προϋπόθεση βέβαια για κάτι τέτοιο είναι ότι στην αρχική μορφή του μύθου δεν θυσιάστηκε άλλο ζώο στη θέση του ταύρου του Ποσειδώνα.]]
Η ένωση της Πασιφάης με τον ταύρο θεολογεί τον ιερό γάμο στο κοσμολογικό πρότυπο του ταυρόμορφου θεού του ουρανού με την αγελαδόμορφη θεά της γης.
Ο Διόδωρος Σικελιώτης, σχετικά με το μύθο αυτό, λέει: «Σύμφωνα, τώρα, με το μύθο που μας παραδόθηκε, η Πασιφάη, η γυναίκα του Μίνωα, ερωτεύθηκε το ταύρο και ο Δαίδαλος της έφτιαξε ένα μηχανικό ομοίωμα αγελάδας, βοηθώντας την να ικανοποιήσει την επιθυμία της. Οι συγγραφείς μύθων λένε πως πριν από εκείνα τα χρόνια, ο Μίνωας, σύμφωνα με τη συνήθεια, αφιέρωνε τον ωραιότερο ταύρο που γεννιόνταν στον Ποσειδώνα και τον θυσίαζε στο θεό. Καθώς ο ταύρος που γεννήθηκε τότε ήταν σπάνιας ομορφιάς, ο Μίνωας θυσίασε άλλον μικρότερης αξίας. Ο Ποσειδώνας θύμωσε με τον Μίνωα κι έκανε τη γυναίκα του την Πασιφάη να ερωτευθεί τον ταύρο. Με τη ευρηματικότητα του Δαίδαλου, η Πασιφάη έσμιξε με τον ταύρο και γέννησε το Μινώταυρο της μυθολογίας. Αυτός είχε διπλή φύση, το πάνω μέρος του σώματός του μέχρι τους ώμους ήταν ταύρος, ενώ το υπόλοιπο άνθρωπος. Λέγεται, λοιπόν, πως, για να μένει το τέρας, ο Δαίδαλος έφτιαξε τον Λαβύρινθο, του οποίου οι δίοδοι ήταν ελικοειδείς και δεν μπορούσαν να βρουν την άκρη τους όσοι δεν τις ήξεραν και εκεί ζούσε ο Μινώταυρος που έτρωγε τους επτά νέους και επτά νέες που έστελναν οι Αθηναίοι»… (Διόδωρος Σικελιώτης, βίβλ. 4, 60-77)
Λέει ο Απολλόδωρος: [Γ 1,3] Αστερίου δε άπαιδος αποθανόντος Μίνως βασιλεύειν θέλων Κρήτης εκωλύετο. φήσας δε παρά θεών την βασιλείαν ειληφέναι, του πιστευθήναι χάριν έφη, ο τι αν εύξηται, γενέσθαι. και Ποσειδώνι θύων ηύξατο ταύρον αναφανήναι εκ των βυθών, καταθύσειν υποσχόμενος τον φανέντα. του δε Ποσειδώνος ταύρον ανέντος αυτώ διαπρεπή την βασιλείαν παρέλαβε, τον δε ταύρον εις τα βουκόλια πέμψας έθυσεν έτερον. [ θαλασσοκρατήσας δε πρώτος πασών των νήσων σχεδόν επήρξεν].
«[Γ 1,4] οργισθείς δε αυτω Ποσειδων ότι μη κατέθυσε τον ταύρον, τούτον μεν εξηγρίωσε, Πασιφάην δε ελθειν εις επιθυμίαν αυτού παρεσκεύασεν. η δε ερασθείσα του ταύρου συνεργόν λαμβάνει Δαίδαλον, ος ην αρχιτέκτων, πεφευγώς εξ Αθηνών επι φονω. ουτος ξυλίνην βουν επί τροχών κατασκευάσας, και ταύτην λαβών και κοιλάνας ένδοθεν, εκδείρας τε βουν την δοράν περιέρραψε, και θεις εν ωπερ είθιστο ο ταυρος λειμώνι βόσκεσθαι, την Πασιφάην ενεβίβασεν. ελθών δε ο ταυρος ως αληθινή βοί συνήλθεν. η δε Αστέριον εγέννησε τον κληθέντα Μινώταυρον. ούτος είχε ταύρου πρόσωπον, τα δε λοιπά ανδρος· Μίνως δε εν τω λαβυρίνθω κατά τινας χρησμούς κατακλείσας αυτον εφύλαττεν. ην δε ο λαβύρινθος, ον Δαίδαλος κατεσκεύασεν, οίκημα καμπαίς πολυπλόκοις πλανών την έξοδον. τα μεν ουν περί Μινωταύρου και Ανδρόγεω και Φαίδρας και Αριάδνης εν τοις περί Θησέως ύστερον ερούμεν. (Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη Γ, 1, 3 και 1, 4)ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ....

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013

ΤΟ ΙΕΡΟ ΑΙΜΑ.ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΜΥΣΤΗΡΙΑ[Μέρος Β΄]

Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ
Πανάρχαιες αντιλήψεις μάς παρουσιάζουν τη Mάνα Γη να γεννάει τα τέκνα της
και να τα παίρνει ξανά στη μήτρα της όταν πεθαίνουν, για να τα φέρει ξανά
στο φως. Δεν θα παραξενευτούμε, λοιπόν, μαθαίνοντας ότι οι Nεάτερνταλ
έθαβαν τα άψυχα κορμιά σε στάση εμβρύου, αφού τα έβαφαν με κόκκινη
ώχρα -σύμβολο του ζωογόνου Aίματος της Θεάς, που θα τους έδινε και πάλι
τη ζωή.[10] Aντίστοιχα, τα παλαιολιθικά ευρήματα στο Kρο-Mανιόν της
Γαλλίας αποκάλυψαν ότι οι νεκρές και οι νεκροί κοσμούνταν με αιδοιόσχημα
κοχύλια, επιστρωμένα επίσης με ερυθρή ώχρα.[11]
Kάτι παρόμοιο ήρθε στο φως και στην περιοχή της Ναζαρέτ, στην Παλαιστίνη,
σε ένα σημαντικό προϊστορικό θρησκευτικό κέντρο που χρονολογείται γύρω
στο 8.000 και το οποίο περιλάμβανε ταφές πολλών ανθρώπων. Η
αρχαιολόγος Βασιλική Ζαβάκου επισημαίνει ότι «ίχνη κόκκινης χρωστικής
εντοπίσθηκαν σε δύο από τα κρανία ως σύμβολο του αίματος το οποίο θα
προσέφερε, μετά θάνατον, ζωή στον νεκρό».[12]
Τέτοιου είδους έθιμα τα συναντάμε ξανά και ξανά σε ποικίλους τόπους. Για
παράδειγμα, έξω από το Μόντε Αλμπάν του Μεξικού, ανακαλύφθηκε
πρόσφατα σημαντικός τάφος τεσσάρων ατόμων, που ανήκει στον πολιτισμό
των Σαποτέκων και χρονολογείται στο 500 μ.0. Ο σκελετός του ενός ήταν
χρωματισμένος με ερυθρή ουσία.[13]
Σε άλλες περιπτώσεις, καθετί μέσα στον τάφο, ακόμη και τα τοιχώματα, είχε
το άλικο χρώμα που μεταφέρει την πνοή της αναγέννησης μέσα στο θάνατο.
Mέχρι και σήμερα αυτό εμπνέει ιερό δέος -ή και τρόμο: όταν κάποτε σε
ανασκαφές στη Mάλτα βρέθηκε ένας περίεργος τάφος μέσα σε πηγάδι, οι
εργάτες που αντίκρισαν τα κοκκινισμένα κόκαλα πανικοβλήθηκαν -είπαν πως
ήταν καλυμμένα με φρέσκο αίμα![14]
ΤΑΜΠΟΥ, ΙΕΡΟ ΚΑΙ ΜΑΓΙΚΟ
Δεν είναι δύσκολο να μαντέψουμε το δέος που θα προκαλούσε στους
αρχαίους λαούς το αίμα της μήτρας, που ρέει χωρίς πληγή ακολουθώντας το
ρυθμό της Φεγγαροθεάς. Γι’ αυτό και θεωρήθηκε ταμπού -λέξη που η
πρωταρχική της σημασία είναι ιερό. Γνωρίζουμε, βέβαια, ότι σε πολλούς
λαούς υπήρχε η συνήθεια να απομονώνονται οι εμμηνορροούσες σε ειδικές
καλύβες έξω από το χωριό τους. Η αιτιολογία που προβάλλεται είναι ο
ακραίος και πέρα από κάθε λογική φόβος των ανδρών για το αινιγματικό
υγρό. Αξίζει εδώ να δούμε τις παρατηρήσεις που κάνει η Έλινορ Μπερκ Λίκοκ
(Eleanor Burke Leacock), καθηγήτρια κοινωνικής ανθρωπολογίας:
Το μυστήριο που περιβάλλει την έμμηνο ρύση έχει υποτιμηθεί. Τα αισθήματα
μυστηρίου και κινδύνου που κατακλύζουν τους άνδρες στη διάρκεια αυτής της
περιόδου ερμηνεύονται σαν αντανάκλαση μιας κατάστασης «μη καθαρότητας»,
που είναι ακριβώς η απλουστευτική αντίληψη του δικού μας πολιτισμού για 
την έμμηνο ρύση. Αναφέρεται, π.χ., ότι οι γυναίκες μένουν «απομονωμένες» σε
ειδικά καταλύματα κατά τη διάρκεια της έμμηνης ρύσης τους, για να μη
μολύνονται, δήθεν, οι άνδρες. Όπου όμως, αντίθετα, οι άνδρες μένουν
απομονωμένοι σε ιδιαίτερες κατοικίες, αυτό αναφέρεται με σεβασμό και
θεωρείται ότι στην περίπτωση αυτή ο αποκλεισμός των γυναικών αποτελεί
δήθεν απόδειξη της ανωτερότητας των ανδρών. Είναι ολοφάνερο ότι αυτό το
σύστημα ανάλυσης της στάσης των ιθαγενών αντικαθρέφτιζε τη νοοτροπία των
ιεραποστόλων και των εμπόρων, από τους οποίους οι ιθαγενείς έμαθαν να
βιώνουν και να εξηγούν έτσι τα έθιμά τους στους λευκούς.[15]

Σήμερα κερδίζει έδαφος η άποψη ότι αρχικά -πριν την επιβολή της
πατριαρχίας- η απομάκρυνση των θηλυκών ανθρώπων ήταν εκούσια: ήταν γι’
αυτές μια θαυμάσια ευκαιρία να ξεκουραστούν από τα καθημερινά τους
καθήκοντα και να τιμήσουν, μαζί με τις ομόφυλές τους, τις σεληνιακές τους
ιδιότητες. Mέσα από την τελετουργία και το διαλογισμό, θα μπορούσαν να
έρθουν σε μια βαθύτερη κοινωνία με τις δυνάμεις της ψυχής τους αλλά και της
ίδιας της Φύσης. Mάλιστα, αρκετές φεμινίστριες προτρέπουν τις σύγχρονες
γυναίκες να κάνουν κάτι αντίστοιχο: να ξεφεύγουν για λίγες μέρες κάθε μήνα
από τον κουραστικό τρόπο ζωής τους και να βρίσκονται σε επαφή με τον
εσωτερικό τους κόσμο και το φυσικό περιβάλλον. (Αυτό βέβαια ακούγεται
πολύ ωραίο, αλλά μέσα στο σημερινό τρόπο ζωής είναι μάλλον πρακτικά
δύσκολο!)
Ότι αρχικά το έμμηνο αίμα δεν θεωρούνταν ακάθαρτο αλλά ιερό το
μαρτυρεί ένα πλήθος παραδόσεων. Κάποιες τις είδαμε ήδη, ενώ θα αναφέρω
μερικά ακόμη παραδείγματα. Οι Mαόρι καθαγίαζαν ένα αντικείμενο βάφοντάς
το κόκκινο και ονομάζοντας τη βαφή «αίμα της μήτρας».[16] Oι κάτοικοι των
νησιών Άνταμαν στην Iνδία θεωρούσαν την άλικη μπογιά ισχυρό γιατρικό -
χρωμάτιζαν με αυτήν ολόκληρο το σώμα των ασθενών, στην προσπάθειά
τους να τους θεραπεύσουν.[17] Ορισμένοι αυτόχθονες της Aυστραλίας πριν
από τις θρησκευτικές τους τελετουργίες έβαφαν τις ιερές τους πέτρες και τον
εαυτό τους με ερυθρή ώχρα, δηλώνοντας πως ήταν στην πραγματικότητα
έμμηνο υγρό.[18]
Aκόμη και τα … αβγά συνδέονται με το γυναικείο αίμα: ήδη από την
προϊστορική εποχή το ωόν ήταν σύμβολο της μήτρας και της Mεγάλης
Θεάς[19] (σήμερα γνωρίζουμε ότι η ανθρώπινη ζωή προέρχεται από το
γυναικείο γονιμοποιημένο ωάριο). Και βέβαια αξίζει να προσέξουμε ότι, τόσο
στην ορφική μυθολογία όσο και σε πολλές άλλες, ολόκληρος ο κόσμος
δημιουργήθηκε από το Συμπαντικό Aβγό.[20] Iδιαίτερα τα κόκκινα αβγά
συνδεόνται με την Eostre, βορειοευρωπαϊκή θεά της άνοιξης, και αποτελούν
σύμβολα γονιμότητας και αναγέννησης -στην Ελλάδα έχουμε αντίστοιχα τα
κόκκινα αβγά του Πάσχα. Mάλιστα, σε κάποια μέρη της Eλλάδας αλλά και της
νότιας Pωσίας υπήρχε η συνήθεια να τοποθετούνται τα κόκκινα αβγά σε
τάφους. Αυτό μας παραπέμπει στην παλαιολιθική αντίληψη που είδαμε
νωρίτερα: το άλικο χρώμα μπορεί να βοηθήσει τις νεκρές και τους νεκρούς να
γυρίσουν ξανά στη ζωή…[21]
ΜΙΑ ΑΛΛΙΩΤΙΚΗ ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Aν στις παλιότερες γυναικοκεντρικές παραδόσεις το σεληνιακό αίμα
θεωρούνταν ελιξήριο δύναμης και ζωής, μέσα στα πλαίσια της πατριαρχίας
έγιναν πολλές προσπάθειες να αντιστραφεί ολοκληρωτικά η σημασία του. Για
παράδειγμα, στο Λευιτικόν (15) της Παλαιάς Διαθήκης, θα δείτε το Γιαχβέ να
εξηγεί -με κάθε σοβαρότητα- για πόσες μέρες είναι … «ακάθαρτη» μια
εμμηνορροούσα, καθώς και ο άντρας που θ’ αγγίξει την ίδια, το κάθισμα ή το
κρεβάτι της! Aκόμη και σήμερα, τόσο η «Oρθόδοξη» όσο και η «Kαθολική»
Eκκλησία αποκλείουν τις θηλυκές ανθρώπους από το ιερατείο τους, με το
απίθανο επιχείρημα ότι … έχουν περίοδο.
Ωστόσο, οι προγενέστερες αντιλήψεις δεν υποχώρησαν εύκολα. Aκόμη και
σε τμήματα του πρώιμου Xριστιανισμού φαίνεται ότι ο χυμός της μήτρας
θεωρούνταν καθαγιασμένος, όπως φανερώνεται από τις συνήθειες των
Γνωστικών Xριστιανών που ονομάζονταν Φιβιονίτες/ίτιδες. (Σημειωτέον ότι οι
Γνωστικοί, τους οποίους η επίσημη Εκκλησία καταδίωξε άγρια, είχαν στις
τάξεις τους και γυναίκες ως ιέρειες και επισκόπους.) O Eπιφάνειος, επίσκοπος
και συγγραφέας του 4ου αιώνα, μας διασώζει κάποιες ενδιαφέρουσες
πληροφορίες σχετικά με τα συμπόσια της Aγάπης που γιόρταζαν οι
Φιβιονίτες:
Oι σύζυγοι χωρίζουν από τις γυναίκες τους και ένας άντρας λέει στην ίδια τη
σύζυγό του: «Σήκω και γιόρτασε την αγάπη με τον αδελφό σου». Kαι οι αχρείοι
σμίγουν μεταξύ τους, αφού έχουν συναγελαστεί μαζί σε παθιασμένη ακολασία.
H γυναίκα και ο άνδρας παίρνουν στα χέρια τους την εκσπερμάτωση του
άνδρα, στέκονται όρθιοι προσφέροντας στον Πατέρα, στο Πρωταρχικό Oν
Oλόκληρης της Φύσης, αυτό που βρίσκεται στα χέρια τους, με τα λόγια:
«Φέρνουμε σε Σένα αυτή την προσφορά, που είναι το ίδιο το Σώμα του
Xριστού». Tο καταναλώνουν, κοινωνούν την ντροπή τους και λένε: «Tούτο
εστί το Σώμα του Xριστού, η Πασχαλινή Θυσία μέσα από την οποία τα σώματά
μας υποφέρουν και αναγκάζονται να ομολογήσουν τα πάθη του Xριστού».
Kαι όταν η γυναίκα έχει την περίοδό της, κάνουν το ίδιο με τα έμμηνά της.
Tην ακάθαρτη ροή του αίματος, την οποία συγκεντρώνουν, τη σηκώνουν με
τον ίδιο τρόπο και την τρώνε μαζί. Kαι αυτό, λένε, είναι το Aίμα του Xριστού.
Γιατί όταν διαβάζουν στην Aποκάλυψη «Eίδα το δέντρο της ζωής με τα
δώδεκα είδη καρπών του να δίνει τον καρπό του κάθε μήνα» (22:2),
ερμηνεύουν αυτό σαν έναν υπαινιγμό στο μηνιαίο συμβάν της γυναικείας
περιόδου.[22]

Οι συνήθειες αυτές, όσο και αν σήμερα μπορεί να μας σοκάρουν, αποτελούν
επιβιώσεις μιας πανάρχαιας παράδοσης: του Ιερού Γάμου, που είχε σκοπό να
τονώσει τη γονιμότητα και τη βλάστηση σε ολόκληρη τη Φύση. Ο Ιερός Γάμος
μυθολογικά συμβολιζόταν από την ένωση της θηλυκής με την αρσενική
θεότητα: της Γαίας με τον Ουρανό, της Ήρας με το Δία, της Αφροδίτης με τον
Άδωνι, της Ινάνας ή Αστάρτης με τον Ντουμούζι ή Ταμούζ κ.ο.κ.
Για τις Γνωστικές και τους Γνωστικούς την αρσενική θεότητα ενσάρκωνε ο
Χριστός, ενώ τη θηλυκή εκπροσωπούσε η Σοφία αλλά και η Μαρία
Μαγδαληνή. Ο Ιερός Γάμος σε διάφορους λαούς εορταζόταν με ομαδικές
ερωτικές τελετουργίες, πράγμα που μας θυμίζει ότι σε κάποιες παλιότερες
εποχές δεν υπήρχε καν η έννοια της μονογαμίας, η οποία αποτελεί
πατριαρχική επινόηση.
Για να γυρίσουμε όμως στο θέμα του γυναικείου αίματος: οι Φιβιονίτιδες και οι
Φιβιονίτες δεν ήταν οι μόνοι που συνδύαζαν την εμμηνόρροια με το σεξ. Στην
ταντρική γιόγκα, για παράδειγμα, ένας άντρας πρέπει να συνουσιαστεί με μια
γυναίκα που εμμηνορροεί, γιατί τότε η «κόκκινη ενέργειά» της θεωρείται πιο
ισχυρή [23].
ΑΝΔΡΙΚΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΚΙ ΑΙΜΑΤΗΡΕΣ ΘΥΣΙΕΣ
Aν συνειδητοποιήσουμε την τεράστια μαγική δύναμη που αποδιδόταν κάποτε
στο σεληνιακό υγρό, δεν θα μας φανεί τόσο παράξενη η άποψη του γνωστού
ψυχίατρου Mπρούνο Mπέτελχαϊμ (Bruno Bettelheim), ο οποίος στο βιβλίο του
Συμβολικές Πληγές υποστηρίζει το εξής εκπληκτικό: ότι όλες οι μυητικές
τελετές των ανδρών μπορεί να ξεκίνησαν από την επιθυμία τους να μιμηθούν
τις λειτουργίες της εμμηνόρροιας και της γέννας!
Έτσι προέκυψαν κάποια έθιμα μάλλον παράξενα. Για παράδειγμα, ο Ίαν
Χόγκμπιν (Ιan Hogbin), στη μελέτη του με τίτλο Το Νησί των Ανδρών που
Έχουν Περίοδο
,[24] περιγράφει μια ενδιαφέρουσα συνήθεια που επικρατούσε
στη Νέα Γουινέα αλλά και σε γύρω περιοχές. Εκεί oι άνδρες υφίσταντο
αφαίρεση αίματος από το πέος (ή από άλλο σημείο του σώματος σε
διαφορετικές ομάδες) και έπειτα περνούσαν όλο τον τελετουργικό κύκλο των
έμμηνων: απέφευγαν τις καθημερινές τους δραστηριότητες, τηρούσαν
ορισμένα ταμπού και μετά ξαναγύριζαν, καθαροί κι ανανεωμένοι, στον
κανονικό τρόπο ζωής τους.
Στη φυλή Aράντα,[25] στην κεντρική Aυστραλία, τα έφηβα αγόρια, κατά τη
διάρκεια της μύησής τους, υφίσταντο μια επώδυνη εγχείρηση: ένας
μεγαλύτερος άντρας τούς έσχιζε με λίθινο μαχαίρι το δέρμα του πέους από
την κάτω πλευρά σε όλο το μήκος της ουρήθρας -την ίδια διαδικασία
περνούσαν ξανά άλλη μία ή δύο φορές στη ζωή τους, με τη θέλησή τους. Tην
τομή αυτή ονόμαζαν «μήτρα του πέους» ή «κόλπο». [26]
Kατά τις διαβατήριες τελετές τους, οι νεαροί ιθαγενείς περνούσαν μέσα από τα
πόδια μεγαλύτερων ανδρών, κι έτσι «ξαναγεννιούνταν» από την «αρσενική
μήτρα». Oρισμένες φορές μάλιστα δεν έπρεπε να φάνε και να πιουν τίποτα
άλλο εκτός από … αίμα, το οποίο τους παρείχαν οι ενήλικοι άρρενες της
φυλής χαράζοντας τα μπράτσα τους και χτυπώντας την πληγή στο γεννητικό
τους μόριο. Tο ίδιο υγρό χυνόταν επίσης και πάνω στους έφηβους, ώστε να
είναι μουσκεμένοι μέσα σ’ αυτό εσωτερικά κι εξωτερικά.[27] Γνωρίζοντας ότι η
μύηση αποτελεί μια συμβολική γέννηση, δεν είναι δύσκολο να δούμε τη
σύνδεση των συνηθειών αυτών με την αντίληψη ότι το αίμα της μητέρας είναι
αυτό που δίνει τη ζωή…
Eκτός απ’ αυτά όμως, οι ερευνήτριες Mόνικα Zου (Monica Sjoo) και
Mπάρμπαρα Mορ (Barbara Mor) υποστηρίζουν ότι το έθιμο των αιματηρών
θυσιών -που ήταν διαδεδομένο σε πάρα πολλά έθνη, μεταξύ των οποίων το
ελληνικό και το εβραϊκό- προήλθε από την πίστη στη ζωοδότρα δύναμη του
γυναικείου χυμού:
Πιστευόταν ότι η Mητέρα ως γήινο σώμα είχε ανάγκη από ενδυνάμωση και
ανανέωση μέσα από θυσίες αίματος. όπως το αίμα της δημιουργούσε τα
πλάσματα, έτσι το αίμα των πλασμάτων γύριζε κυκλικά σε αυτήν. Aυτό που της
έπαιρναν οι άνθρωποι με τη μορφή της συγκομιδής έπρεπε να της το
επιστρέψουν μέσα από θυσίες ανθρώπων ή ζώων.[28]

Eπισημαίνουν ακόμη ότι αυτές συνέβαιναν μόνο ανάμεσα σε μόνιμα
εγκατεστημένους γεωργικούς λαούς, οι οποίοι κατά τη Nεολιθική Eποχή
άρχισαν να ελέγχουν τη βλάστηση, φυτεύοντας και θερίζοντας. Όμως, μια
τέτοια συμπεριφορά παραβίαζε τη φυσική τάξη της Mάνας Γης, που θα
έπρεπε να εξευμενιστεί. Έτσι, η θυσία πολύ πιθανόν ήταν ένα μέσο για να
επαναφέρουν τη χαμένη ισορροπία, να αποκαταστήσουν την αρμονία
ανάμεσα στα ανθρώπινα όντα και τη Mεγάλη Mητέρα Φύση…[29]
Ωστόσο, υπήρχε κι άλλη μία μέθοδος που χρησιμοποιούνταν για να τονωθεί η
γονιμότητα της γης και να υπάρξει καλή σοδειά. Στη Βόρεια Αμερική, όταν
έπεφταν σκουλήκια στο στάρι, εμμηνορροούσες γυναίκες έβγαιναν έξω τη
νύχτα και περπατούσαν γυμνές στα χωράφια. Παρόμοιες συνήθειες υπήρχαν
ως πρόσφατα και στην ευρωπαϊκή αγροτιά.
Ο Πλίνιος συνιστούσε σαν αντίδοτο για τα βλαβερά έντομα να διασχίζουν τα
χωράφια ξυπόλυτες εμμηνορροούσες γυναίκες, με ξέπλεκα μαλλιά και τις
ποδιές σηκωμένες ως τους γοφούς. Λέγεται ότι ο Δημόκριτος υποστήριζε την
ίδια γνώμη: οι γυναίκες, έλεγε, θα πρέπει να φέρνουν βόλτα το σπαρμένο
χωράφι τρεις φορές ξυπόλυτες και λυσίκομες. Η ιδέα, όπως φαίνεται, ήταν να
ξεχυθεί η γονιμική ενέργεια με την οποία πιστευόταν πως ήταν φορτισμένο το
γυναικείο σώμα τη στιγμή αυτή.[30]
ΧΑΡΙΤΑ ΜΗΝΗ
 
http://hmeenee.com/1794/53301.html

Τρίτη 11 Ιουνίου 2013

Ο ΙΕΡΟΣ ΓΑΜΟΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΘΕΑΣ[Μέρος Α΄]

Γράφει η Αρχαιολόγος Αγγελική Κοτταρίδη
 
Η τελετή του Ιερού Γάμου βρισκόταν στο επίκεντρο της θειας λατρείας σε πολλά μέρη του αρχαίου κόσμου και εξακολούθησε να τελείται ώς το τέλος της αρχαιότη­τας, ενώ κάποια στοιχεία της κατάφεραν, μέσα από τα λαϊκά δρώμενα, να ξεπερά­σουν ακόμη και το αυστηρό ιδεολογικό φράγμα των μονοθεϊστικών θρησκειών (Χριστιανισμός. Ισλάμ) και να επιβιώσουν ώς τις μέρες μας.



Συχνά ένα μέρος (κάποτε και το σύνολο) των δρωμένων που σχετίζονταν με τον Ιερό Γάμο τελούνταν μυστικά ή αποτελούσαν συστατικό μέρος των μυστηριακών λατρειών και ήταν άρρητα. Ακόμη όμως και όταν η τελετή αυτή. σαν μέρος της επί­σημης λατρείας της πόλης, τελούνταν ανοιχτά, όπως συνέβαινε σης γιορτές της Ηρας στη Σάμο (τα Γοναια). στα Δαίδαλα στις Πλαταιές της Βοιωτίας, ή στις γιορ­τές της Κνωσού, οι πληροφορίες που αντλούμε από τις πηγές για την ίδια την τελε­τή είναι πολύ περιορισμένες Τα κενά έρχεται να καλύψει και εδώ ο μύθος που. ξε­κινώντας από την τελετή, δίνει τροφή στη φαντασία των αφηγητών του και μέσα από τα έργα του λόγου και της τέχνης φωτίζε. αρχαίες πίστεις και δοξασίες.

Το θέμα του Ιερού Γόμου, κατ εξαίρεση, το βρίσκουμε να εμφανίζεται στα πλαί­σια της λατρείας αρσενικών θεοτήτων, όπως συμβαίνει στην Αττική, στις γιορτές του Διονύσου. Ο κανόνας όμως είναι ν'αποτελεί επίκεντρο της λατρείας της Μεγά­λης θεάς της Φύσης, που μπορεί να έχει διάφορα ονόματα και υποστάσεις, εξακο­λουθεί όμως πάντα για τους πιστούς της να είναι η Δέσποινα της ζωής και του θα­νάτου.

Η συγκριτική μελέτη του υλικού από τη Μεσοποταμία, τίς χωρες τής Ανατολι­κής και της δυτικής Μεσογείου, το προελληνικό Αιγαίο, ακόμη και την ίδια την Ελλάδα των Ιστορικών χρονών, δείχνει ότι η τελετή του Ιερού Γάμου είναι ριζωμένη πολύ βαθιά πίσω στο χρόνο και σχετίζεται αμεσα με τις απαρχές της ιερής βασιλεί­ας. Η θεά σμίγει με τον εκλεκτό της. που είναι θνητός, για να γεννήσει τον πρώτο βασιλιά, η εξουσία του οποίου αποκτά έτσι οπόλυτο κύρος και συγχρόνως μαγική δύναμη. Η πίστη αυτή. κοινός τόπος για τούς λαούς της Ανατολής, αλλά και τους Ετρούσκοος της Δύσης, φαίνεται να απηχεί μα παλαιότερη ταξη πραγμάτων, όπου η συγγένεια βασιζόταν στη σχέση με τη μάνα και οπωσδήποτε δημιουργούσε προ­βλήματα στην ιδεολογία της πατριαρχίας. Κάτω από αυτό το πρίσμα, οι ιδέες και  πίστεις που συνδέονται με το θέμα του Ιερού Γάμου της θεάς είναι φυσικό να μην έβρισκαν ιδιαίτερη απήχηοη στους Έλληνες της Ιστορικής εποχής, που είχαν απορρίψει τη βασιλεία και είχαν αναγάγει την πατριαρχία σε απόλυτη αξία. Ωστό­σο, και αυτό είναι ενδεικτικό της ακατάλυτης δύναμης των αρχέγονων δομών, ακό­μη και στην ορθολογιστική δημοκρατική Αθήνα του χρυσού αιώνα, ο Ιερός Γάμος με το Διόνυσο τελούνταν από τη βασίλιννα (=τη βασίλισσα), τη σύζυγο του άρχο­ντος βασιλέως, που στο θρησκευτικό επίπεδο διατηρούσε τις εξουσίες του μακρι­νού προκατόχου του και στον μύθο της γέννησης του Εριχονιου από το σπέρμα του Ηφαίστου που απόρριψε η Αθηνά στη Γη και την υιοθεσία του γηγενούς βασι-

λιά της Αθήνας αιιό την πσρ'ολΐγο μητέ­ρα του μεγάλη θεά της πόλης διατηρεί­ται το αρχαίο σχήμα, μολονότι η Αθηνά, για να προσαρμοστεί στο πατριαρχικά πρότυπα, χρειάστηκε να θυσιάσει το ουσιαστικά θηλυκό κομμάτι της.
Η ιδέα του γάμου του εκλεκτού με τη θεότητα ξεπερνά τα χρονικά και τοπι­κά όρια του αρχαίου κόσμου. Στη σύγ­χρονη Ιαπωνία, προτού στεφθεί ο νέος αυτοκράτορας Ακιχίτο, χρειάστηκε να αποσυρθεί για μια νύχτα με τη μεγάλη θεά Αματερασου.

Στην αρχαία Ελλάδα οι γοητευτικό­τεροι μύθοι με θέμα τη σχέση της θεάς με το θνητό αγαπημένο της πλέχθηκαν γύρω από το όνομα της Αφροδίτης, της παντοδύναμης θεας του Ερωτα που ήρ­θε από την Κύπρο





την πιο παλιά και συγχρόνως πιο χαρακτη­ριστική περιγραφή των ερώτων της θεός με το νεαρό θνητό τη βρίσκουμε στον λε­γόμενο ομηρικό ύμνο στην Αφροδίτη, ένα ποίη­μα που γράφτηκε σης αρχές του 7ου προχρι­στιανικού αιώνα: μόλις είδε τον Αγχιση. τον όμορφο βοσκό που έβοσκε τα ζώα του στις κο­ρυφές της Ιδας, η Αφοοδίτη τον ερωτεύτηκε Ο πόθος άλωσε το νου της και θέλησε να σμίξει, θεά αυτή, με το θνητά. Πήγε στην Πάφο. στο ναό της. όπου οι Χάριτες την έλουσαν, άλειψαν το κορμί της με μυρώυένο λαδί. την έντυσαν με ομορφα ρούχα, τη στολιπαν |ιγ. χροπάιρι 'Ρπτι στολισμένη η φιλομαδής Αφροδίτη, η 'κυρά του χαμόγελου", πέταξε με τα σύννεφα και έφτασε στην Ίδα με τις πολλές πηγές, τη μάνα των θηρίων. Με βήμα γρήγορο περνούσε η θεό το δάσος. Την ακολουθούσαν λύκοι, λιοντάρια, αρκούδες και παρδαλεις. ήμερα σα σκυλάκια. Εκείνη τα έβλεπε και χαιρόταν η ψυχή της, κι έβαλε στην καρδιά τους πόθο και όλα τα ζώα έσμιξαν δυο-δυο στις σκιερές λόχμες.
Η Αφροδίτη έφτασε στο μαντρί. Βρήκε το αγόρι του βουνού μοναχο να παίζει την κιθάρα του. ωραίος σα θεός. Πα να μη ταν τρομάξει, πήρε μορφή παρθένος που δε γνώρισε ακόμη άντρα και στάθηκε μπροστά του λαμπροντυμέ-νη. χρυσοστόλιστη, μι το στήθος να λάμπει σαν το φεγγάρι, 'θαύμα ιδέσθαι.

Γεμάτος θαυμασμό ο νεος της απηύθυνε το λόγο, όπως θα ταίριαζε στην πραγματική της φύση:

"Χαίρε βασίλισσα, αν κάποια από τις αθάνα­τες θεές ήρθες εδώ, η Αρτεμη ή η Λητώ ή η χρυσή Αφροδίτη, η θέμις η ευγενικιά ή η Αθηνά η αστραποματο, ή καμιά από τις Χάριτες που ουντροψεύουν τους θεούς και λέγονται αθάνα­τες, ή ακόμη και καμιά από τις Νεράιδες που κα­τοικούν στα δάση σ'αυτό το όμορφο βουνό, μέ­σα σης πηγές και στα ποτάμια Για σένα εγώ σ' έναν ψηλο τόπο θα στήσω βωμό και θα σου προσφέρω ωραίες θυσίες όλες τις ώρες, καθώς αρμόζει.Και συ δειξε μου τήν ευνοιά σου και κάνε να



 γίνω άνθρωπος δοξασμένος ανάμεσα στους Τρώες και ν'αφήσω πίσα μου λαμπρή γε­νιά. Κι εγώ ο ίδιος να ζω καλά. να βλέπω το φως του ήλιου, γερός κι ευτυχισμένος να φτάσω στων γηρατειών μου το κατώφλι."

Θυσία και προσευχή, αύτος είναι ο μόνος ασφαλής δρόμος για την επικοινωνία των θνη­τών με τους αθάνατους. Ομως οι βουλές της θεάς είναι άλλες, και Βέβαια δε δυσκολεύεται να ξεγελάσει το φρόνιμο νέο. Του λέει πως δεν είναι θεό αλλά θνητή, κόρη θνητού, του βασιλιά των Φρυγών, και πως, παρθένα άπειρη από τα εργα της αγάπης, την άρπαξε ο Ερμής από το λιβάδι που χόρευε και ταυ την έφερε να την κά­νει γυναίκα του, και τον παρακαλεί να ειδοποιή­σει τους γονείς της και να φροντίσει να γίνουν όλα όπως πρέπει, ανάβοντας στην ψυχή του τον πόθο

Ο Αγχίσης. που ο έρωτας τον έχει  κυριέ­ψει και δεν μπορεί να κρατηθεί άλλο. της απα­ντάει: "Αν είσαι θνητή και σε γέννησε γυναίκα και ο πατέρας σου είναι ο δοξασμένος Οτρεύς.


καθώς λ£ς. και σ' εψερε εδώ η βούληση του αθάνατου Ερμή. γυναίκα μου. συντρόφισσα της κλίνης μου θα είσαι ώς το τέλος των ημερών Ομως κανείς από τους θεούς ούτε από τους θνητούς ανθρώπους δε θα μπορέσει να μ εμπο­δίσει να σμξω ερωτικό μαζί σου τώρα αμέσως εδώ Ακόμα κι αν ο ίδιος ο Απόλλωνας με το ασημένιο τόξο του μου ρίξει τα πικρά του βέλη. ακόμη και τότε θα ήθελα γυναίκα που μοιάζεις με θεά. νανέβω στο κρεβάτι σου. και ας κατέβω στον Αδη"

Στα λόγια του αρσενικού υπάρχει ακομη η δυσπιστία και η σκιά του φόβου, όμως ο πόθος νίκησε το λόγο και η ερωτική επιθυμία έπνιξε τη λαχτάρα της ζωής Ο άντρας οδηγει την 'κυρα του χαμόγελου" στο κρεβάτι το στρωμένο με μαλάκες κουβέρτες κα πρόβιες. Ξαπλώνουν Ενα ενα της βγάζει τα χρυσά κοσμήματα, λύνει τη ζώνη  την ξεντυνει και σμίγει ο θνητός με την αθάνατη θεά. χωρίς να ξέρει ακριβώς τι κάνει

Υστερα έρχεται η ωρα της αλήθειας Η Αφοοδιτη δείχνειστον εραεττή της την πραγμα­τική της οψη Εντρομος ο Αγχκτης αποστρέφει το κεφάλι του και κρύβει το πρόσωπο του. ζη· τώντας έλεος από τη θεά που τον γέλασε, γιατί ξέρει τον κίνδυνο που ελλοχεύει στο αγκάλια­σμα που χάρηκε Εκείνη τον καθησυχάζει: δεν θα του συμβεί κακό, όμως δεν θα γίνει ούτε άντρας της ούτε αθάνατος, γιατί αιώνια ζωή χω­ρίς αιωνία νιότη είναι κατάρα και όχι ευλογία θα συνεχίσει να ζει ανάμεσα στους ανθρώπους, ευτυχισμένος. Εκείνη θα του γεννήσει γιο που θα πάρει το όνομα Αίνειος, 'αχος αΐνόν*. για τη φοβερη θλψη που έφερε στη θεά η ταπείνωση να ξεπέσει σε κρεβάτι θνητού. Το παιδί θα το αναθρέψουν αι νεράιδες του βουνού. Οταν ερ-θει η ωρα θα φέρει η ιδια το γιο στον πατέρα του για να δοξάσει τη γενιά του. Για να γίνουν ομως όλα αυτα, αναγκαία προϋπόθεση είναι να συνεχιστεί το παιχνίδι οπως άρχισε. Κανείς δεν π ρεπει να μάθει την αλήθεια για την ωραα επι­σκέπτρια του βοσκού Ο Αγχίσης θα λέει ότι το γιο του τον γέννησε μια νεράιδα της Ιδας Γιατί αν τολμήσει να καυχηθεί oτι απόλαυσε την ίδια την Αφροδιτη. θα τον κάψει κεραυνΰς-

Σ έναν κόσμο αυστηρά πατριαρχικό, που θέλει τις γυναίκες κατώτερες και υποταγμένες στους άντρες, ο'έναν κόσμο που στο ερωτικό σμίξιμο αναγνωρίζει τον κατ εξοχήν μηχανισμό επιβολής της αντρικής ισχύος, ο'έναν κόσμο γε­μάτο δαμασμένα θηλυκά, δμωές και δαμαστές (σκλάβες και σύζυγοι), γυναίκες δορυάλωτες που έμαθαν να βλέπουν στο σύντροφο της κλί­νης τον αφέντη τους. το σμίξιμο μιας αθάνατης θέας - ενός πλάσματος θηλυκού, θέσει και φύ­σει ανωτέρου μ έναν άντρα θνητό -ενο πλά­σμα αρσενικό, θέσει και φύσει κατώτερο - απει­λεί να τινάξει στον αέρα τα θεμέλια της κοινω­νίας Στην απόλαυση του ισχυρού θηλυκού καραδοκεί ο τρόμος του ευνουχισμού και ο κερουνός του Δία ο φύλακας της έννομης τάξης, απειλεί ν αναλάβει δράση.

Αυτο το ξέρει ο Αγχισης και φοβάται. το ξέ­ρει ο πολυμήχανος Οδυσσέας κα εινα πολύ προσεκτικός, στον συναντάει στα ταξίδια του θεες που πολλά υπόσχονται, το ξέρει κα ο Βαβυλώνιος Γιλγαμές και αρνιέται τον έρωτα της μεγάλης Ιστάρ. Λιγότερο φρόνιμος ο κυνη­γός Ωρίων σμίγει με την Ηώ. της θεά της αυ­γής. Τα βέλη της Αρτέμιδος του κόβουν το νήμα της ζωής Ενας άλλος κυνηγός, ο Ακταων. τολ μα να επιθυμήσει την ίδια την κυρά των αγρι­μιών. Γίνεται θήραμα κα τον σπαράζουν τα σκυ­λιά του. Ο Ιασίων σμίγει με τη Δήμητρα στις αυ­λακιές τρισοργωμένου χωραφιού, τον καίει ο κεραυνός του Δία1

Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται σε όλους αυτούς τους πανάρχαιους μύθους που έσωσαν οι επικοί ποιητές των πρωίμων αρχαϊκών χρο­νών σαν απολιθώματα -κάπως παράξενα-μιας άλλης τάξης πραγμάτων, που οι Ελληνες της Κλασικής εποχής μοιάζουν να θέλουν να τους ξεχάσουν Πίσω τους αχνοφέγγει η κοινη ρίζα η αρχέγονη τελετή, ο Ιερός Γάμος, που υπόσχεται την ευλογία της γονιμότητας κα εγ­γυάται τη διατήρηση της ζωης.

Γιος της Δήμητρας και του θνητού συντρό­φου της ειναι ο Πλούτος Το όνομα Ιασίων μοιά­ζει πολύ με το Ιάσων, κα αυτός, ο Ιάσων, ο πρώ­τος ταξιδιώτης της θάλασσας, εινα θνητός που έσμιξε με θεά, τη σοφή Μήδεια. Ιασίων, Ιάσων, ιασομαι. ιατρός, ιάσις είναι λέξεις με την ίδια ρί­ζα, την ίδια ρίζα που ξαναβρίσκουμε στον Ιακχο όνομα του μυστικού έφηβου της Ελευσίνας. *Ίώ. ιώ. Ιακχε", κραυγάζουν οι μύστες ,Ιερός Γάμος υπάρχει και εκεί. και την ύψιστη στιγμή της τελε­τής, την ώρα που η λάμψη της φωτιάς σκίζει το απόλυτο σκοτάδι, ο Ιεροφάντης αναγγέλλει με δυνατή φωνή: "Ιερόν {ετεκέ πότνια κοΰρον. Βριμώ Βριμόν''. η σεβαστή δέσποινα γέννησε το θείο βρέφος, η βροντερή το βροντερό - και δείχνει το κομμένο στάχυ

Ο έφηβος που αντρωθηκε γυρίζει από το δάσος, μονοσΰνδολος. με τα μακριό μαλλιά λυ­τά παιδι και άντρας, άγριος και ήμερος συγ­χρόνως Ο εκλεκτός, βασιλιάς κα φαρμακός πρεπει να συναντήσει τήν δέσποινα τής ζωής και τού θανάτου.


Οργώνεται η γη Η μητρα της θε­άς δέχεται το σπόρο, και ο γιος του ανθρώπου γεν­νιέται Η παρουσία του σφραγίζει την ευλογία που υπόσχεται η μάνα του. Χρόνο με το χρόνο η τελετή εξασφαλίζει τη συνέχεια.

Σ ένα χρυσό δαχτυλίδι σχιο τις Μυκήνες η Μεγάλη θεα που τη λατρεύουν οι ιέρειες με τα γυμνά στήθη, καθισμένη σε θρόνο, συνοδεύεται από μια πολύ μικρότερη όρθια αντρική μορφή .Νά είναι αυτός άραγε ο θνητός σύνευνος της θεάς;Το παλίμψηστο του μύθου οδηνεί βαθιά πίσω στο χρόνο, αλλά οι Ελληνες δεν αγαπούν να μιλούν για το θέμα αυτό. Οι πληροφορίες λί­γες, το λόγια φειδωλά. Η μοίρα του εκλεχτού κρύβεται στη σιωπή των πηγών. Η σκοτεινή πλευρά του Ιερού Γάμου παραμένει άόρατη...

Ο συνειρμός έρχεται να καλύψει το κενό... Το θνητό πλάσμα που πλησιάζει περσσότερο από κάθε άλλο τη θεότητα είναι το σφάγιο της θυσίας της: σκεύος της θείας εκλογής φορέας και θύμα της θεότητας συγχρόνως. Tο κεφάλι του ακουμπάει στο βωμό, το αίμα του γραφει στις στάχτες βαθυπόρφυρο αυλάκι Το αρχαίο μονοπάτι ανοίγει. Η επικοινωνία της ανθρώπινης ομάδας με το θείο γίνεται εφικτή: πρόσφορο και διάμεσο το θύμα.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.......