ΕΥΔΑΙΜΟΝ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ,ΤΟ Δ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΤΟ ΕΥΨΥΧΟΝ ΚΡΙΝΟΜΕΝ...…

[Το μπλόγκ δημιουργήθηκε εξ αρχής,γιά να εξυπηρετεί,την ελεύθερη διακίνηση ιδεών και την ελευθερία του λόγου...υπό το κράτος αυτού επιλέγω με σεβασμό για τους αναγνώστες μου ,άρθρα που καλύπτουν κάθε διάθεση και τομέα έρευνας...άρθρα που κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο κι αντιπροσωπεύουν κάθε άποψη και με τά οποία δεν συμφωνώ απαραίτητα.....Τά σχόλια είναι ελεύθερα...διαγράφονται μόνο τά υβριστικά και οσα υπερβαίνουν τά όρια κοσμιότητας και σεβασμού..Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές..]




Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Περιηγητές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Περιηγητές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2010

ΠΩΣ ΕΙΔΑΝ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ 18ου ΑΙΩΝΑ ΟΙ ΔΙΑΦΟΡΟΙ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ...Μέρος Β΄

Γράφει η ΕΜΜΗ ΠΑΝΟΥΣΗ
ΟI επισκέπτες αυτοί, όμως, δεν είδαν, όπως περίμεναν, πλούτο και μεγαλοπρεπή μέγαρα. Αντιθέτως, ταλαιπωρήθηκαν πολύ στην προσπάθειά τους να διανύσουν και τις πιο απλές διαδρομές. Οι Έλληνες που τους υποδέχθηκαν δεν έμοιαζαν διόλου στον Ερμή του Πραξιτέλη? ήταν άνθρωποι φτωχοί και απελπισμένοι, αμόρφωτοι στην πλειονότητά τους, «ζυμωμένοι» με προκαταλήψεις και δεισιδαιμονίες αλλά και με έναν φλογερό πόθο για ελευθερία.
Κι όσο πιο μεγάλο φαινόταν το χάσμα από το «χθες» στο «σήμερα» τόσο περισσότερο γοητεύονταν οι ταξιδιώτες, που, επιστρέφοντας στην αφετηρία τους, τροφοδοτούσαν τους κύκλους των γραμμάτων και των τεχνών με περιηγητικά κείμενα. Φροντισμένα πονήματα που γρήγορα έφεραν ―σε συνδυασμό με άλλες συγκυρίες― την Ελλάδα στο κέντρο του ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος. Τίποτα από την παλιά αίγλη δεν είχε χαθεί τελικά.

Η Ευρώπη και η επίσκεψη στην Ελλάδα
Το ευρωπαϊκό ταξίδι στον ελληνικό χώρο αναπτύσσεται κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας. Την ίδια εποχή εκτός της συνέχειας που δημιουργεί η ευρωπαϊκή περιηγητική παράδοση, γίνεται και μια μικρή ...επανάσταση κατά την οποία η πόλη των Αθηνών εισέρχεται στην ευρωπαϊκή συνείδηση. Αυτό συμβαίνει το 1674- 1675. Η πόλη των Αθηνών γίνεται αιφνιδίως το επίκεντρο του ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος όσον αφορά τον ελληνικό χώρο.
Αποτέλεσμα αυτού ήταν η δημοσίευση των δύο πρώτων περιγραφών της πόλης όπως ήταν τότε (Πωλ Μπαμπέν, Αντρέ Γκιλέ) και ακολουθούνται από την πρώτη επαρκή και συστηματική ταύτιση των αρχαιοτήτων της (Ιάκωβος Σπον, Τζωρτζ Χουήλερ). Ένα έντονο και αδιάλειπτο ενδιαφέρον αρχίζει να διαδέχεται την έως τότε σιωπή και η Αθήνα αναδεικνύεται σε πόλη που γέννησε τον δυτικό πολιτισμό, αλλά και εθνικό κέντρο της νέας Ελλάδας. Έτσι έγιναν και τα «εγκαίνια» μιας νέας ταξιδιωτικής παράδοσης που διήρκεσε ως τα τέλη του 19ου αιώνα.
Βέβαια αρκετά είναι τα ερωτήματα που γεννιούνται σχετικά με τα αποτελέσματα του νέου αυτού δεδομένου. Ερωτήματα που αφορούν την Αθήνα και τη θεώρηση του ευρύτερου χώρου της Ανατολής από τη μία, αλλά και τη σιωπή γύρω από το όνομά της το διάστημα 1550-1675 από την άλλη. Η προσπάθεια ερμηνείας των ζητημάτων που προέκυψαν βοηθά σίγουρα κατά πολύ να εκτιμήσουμε σήμερα τα περιηγητικά κείμενα της εποχής. Εφόσον η αντίληψη του ελληνικού χώρου δομείται γύρω από τη συνάντηση της Ευρώπης με την αρχαία Ελλάδα αφενός, τα κείμενα αυτά βοηθούν στη μελέτη λειτουργίας της ευρωπαϊκής διαμεσολάβησης για τη δημιουργία ενός εθνικού χώρου και αφετέρου αποτελούν μια χρήσιμη αρχή για τη μελέτη της ευρωπαϊκής Ιστορίας.

Το ...ταξίδι στην ελληνική Ιστορία
Ήδη από τις αρχές του 18ου αι. ταξίδια στην Ανατολή επιχειρούν άνθρωποι με πλούσιαενδιαφέροντα. Η δε προσέγγιση του ελληνικού κόσμου από τους μελετητές γίνεται μέσα από τα αρχαία μνημεία. Λόγιοι όπως ο Λυκά, ο Σεβέν, ο αβάς Φουρμόν, μέλη επιστημονικών ακαδημιών αποτελούν χαρακτηριστικές περιπτώσεις ταξιδιωτών που επιδόθηκαν στην έρευνα και στη μελέτη, αλλά ενίοτε και στη διαρπαγή ή και στην καταστροφή των ελληνικών αρχαιοτήτων.
Το κυνήγι των αρχαιολογικών θησαυρών έχει ήδη αρχίσει. Είναι αυτονόητο για τις εταιρείες αρχαιοφίλων, όπως η Εταιρεία των Ντιλετάντι, να οργανώνουν αποστολές στην Ελλάδα με σκοπό ―μεταξύ άλλων― τη μεταφορά αντικειμένων για τον εμπλουτισμό ιδιωτικών συλλογών ηγεμόνων. Τους επόμενους αιώνες το φαινόμενο θα ενταθεί με θεαματικές συλήσεις αρχαίων μνημείων και ανάλογες αποστολές σε δυτικές πρωτεύουσες. Αυτά τα χρόνια παρατηρείται ένταση του ανταγωνισμού όχι μόνο ανάμεσα σε άτομα ή ομάδες αλλά και μεταξύ χωρών προκειμένου να επιτύχουν παραχωρήσεις από τις κατά τόπους εξουσίες και να αποκτήσουν το δικαίωμα διαρπαγής αρχαιοτήτων. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, μελετητές της οικονομίας, της κοινωνίας και των θεσμών, πραγματοποιώντας επιστημονικά ταξίδια στην Ελλάδα στρέφουν το ενδιαφέρον αλλά και τις συζητήσεις τους προς τα στοιχεία που συνέθεταν τη ζωντανή πραγματικότητα.
Οι συνθήκες του ταξιδιού προς την Ανατολή και φυσικά προς την Ελλάδα, τη νησιωτική και την ενδοχώρα, κάθε άλλο παρά εύκολες ήταν. (Αξίζει εδώ ν' αναφέρουμε πως ο βοτανολόγος Τζ. Σίμπθορπ, καταπονημένος από τις κακουχίες του ταξιδιού, πέθανε έξι μήνες μετά την επιστροφή του στην Αγγλία, σε ηλικία 38 ετών και πριν προλάβει να ολοκληρώσει την έκδοση του μνημειώδους έργου του «Flora Greca» (Ελληνική Χλωρίδα). Μεγάλο μέρος των μετακινήσεων γινόταν με πλεούμενα που εξαρτώνταν σε μεγάλο βαθμό από τις καιρικές συνθήκες. Τρικυμίες, δυνατοί άνεμοι, επίμονες άπνοιες ή αντίθετοι άνεμοι που δυσχέραιναν την είσοδο στα λιμάνια ταλαιπωρούσαν τους επιβάτες, ενώ και στην ξηρά τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα.
Κακοί, αν όχι ανύπαρκτοι δρόμοι, πανάθλια καταλύματα, βρόμικα χάνια, διατροφή λιτή και ευκαιριακή ήταν προβλήματα που δεν μπορούσαν να ξεπεραστούν αν έλειπε το νεανικό πάθος και η επίμονη αφοσίωση στον σκοπό του ταξιδιού.
Στην αυγή του 19ου αι. την Ελλάδα αρχίζει να επισκέπτεται ένα νέο είδος ταξιδιώτη που ενδιαφέρεται για την παρατήρηση των ελληνικών πραγμάτων. Ένας συνδυασμός τυπογράφου, εθνολόγου, κοινωνιολόγου, φιλόλογου και ιστορικού με κυριότερους εκπροσώπους τους Βρετανούς σερ Ουίλιαμ Τζελ, και Ουίλιαμ Μάρτιν Ληκ και τον Γάλλο Φρανσουά Πουκεβίλ.
Το ενδιαφέρον των νεώτερων λογίων κατά τις αλλεπάλληλες επισκέψεις τους στον ελλαδικό χώρο εντοπίζεται στον τρόπο ζωής των ανθρώπων. Πολλοί από αυτούς γνωρίζουν τη νέα ελληνική γλώσσα, ενώ άλλοι ασχολούνται και με το Βυζάντιο. Σημειώνεται εδώ ότι στα χρόνια αυτά ο ελληνικός βίος διαμορφώνεται με διαφορετικούς πλέον ρυθμούς κατά περιοχές και ανάλογα με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ζουν, εργάζονται και δημιουργούν οι Έλληνες. Και αυτό γιατί άλλοι ζουν κάτω από ξένη κυριαρχία, άλλοι σε ημιαυτόνομα καθεστώτα, ενώ άλλοι είναι εγκατεστημένοι σε ξένα κέντρα, έξω από τον ελληνικό χώρο, όπου έχουν σχηματιστεί ελληνικές κοινότητες ισχυρές οικονομικά, κοινωνικά και πολιτισμικά. Τις γοργές διαδικασίες, όσες συντελούσαν στην ανασύνταξη της ελληνικής κοινωνίας, κατέγραψαν λεπτομερώς οι περιηγητές των δύο τελευταίων δεκαετιών της οθωμανικής κυριαρχίας. Στα σημαντικά συμπληρώματα της ταξιδιωτικής περιπέτειας ανήκει το πλούσιο εικαστικό υλικό που συχνά συνοδεύει τα περιηγητικά κείμενα και απεικονίζει τον δημόσιο και ιδιωτικό βίο, αλλά και το ελληνικό τοπίο σε μια μακρά σκοτεινή περίοδο της ιστορίας του νέου ελληνισμού.
Μια άλλη εξίσου ενδιαφέρουσα διάσταση, που θα μπορούσαμε να προσθέσουμε στις ταξιδιωτικές καταγραφές, είναι το καθαρά «λογοτεχνικό» κείμενο, που ξεκινά από το ερέθισμα του ίδιου του ταξιδιού και στην πορεία διανθίζεται από πλούσια συναισθήματα, ευαισθησία, φαντασία και τη δεινότητα αλλά και την ανάγκη του συντάκτη να συνταιριάζει τη ρέμβη και το όνειρο με την πραγματικότητα.
«Αναζητητές εικόνων και προσκυνητές» ο Λαμαρτίνος και ο Σατωμπριάν, είναι οι κατεξοχήν εκπρόσωποι του ταξιδιώτη τον οποίο εξέθρεψε ο ρομαντισμός του 19ου αι.

Οι ρομαντικοί ταξιδιώτες-συγγραφείς
Τον 19ο αι. μια νέα γενιά συγγραφέων στοχαστών προσεγγίζουν την Ανατολή. Ξεκόβουν όμως από την παράδοση του 18ου αι. και μέσα από τα περιγραφικά κείμενά τους προβάλλουν καθαρά το «εγώ» τους. Ο ταξιδιώτης γίνεται πλέον πρωταγωνιστής και ο τόπος τον οποίο επισκέπτεται περνά σε δεύτερη μοίρα.
Ο Σατωμπριάν είναι ο μόνος από τους ρομαντικούς που επισκέφθηκε την προεπαναστατική Ελλάδα, μιαν Ελλάδα «ήσυχη και θλιβερή», όπως αναφέρει στο Οδοιπορικό του και ενδιαφέρεται όχι μόνο για τις αρχαίες μνήμες αλλά και για την τύχη των σκλαβωμένων Ελλήνων. Αργότερα ο Σατωμπριάν εξελίχθηκε σε έναν από τους πρωτοπόρους του γαλλικού φιλελληνισμού.
Η Ελλάδα που γνώρισε ο Λαμαρτίνος το 1832, όμως, ήταν τελείως διαφορετική. Ο ίδιος ο τόπος κάτω από τη σκιά της απελπισίας και της αθλιότητας τρομάζει τον ποιητή. Αφιέρωσε κάποιες από τις πιο αξιόλογες σελίδες του στους Έλληνες βουλευτές όταν έτυχε να παρευρεθεί σε μια συνεδρίαση του ελληνικού κοινοβουλίου. Όντας βουλευτής κι ο ίδιος, το 1836, αναφέρθηκε με ενθουσιασμό από το βήμα της γαλλικής βουλής, στους εκπροσώπους της απελευθερωμένης Ελλάδας.
Στα κείμενα που γράφτηκαν για την Ελλάδα του 19ου αι. μπορούμε επίσης να συμπεριλάβουμε τα Απομνημονεύματα των μελών της γαλλικής Αποστολής στον Μοριά. Στοιχεία που φωτίζουν περισσότερο τις πλευρές του οικονομικού και κοινωνικού βίου της χώρας και λιγότερο την επιστημονική γνώση, μολονότι ο στόχος της αποστολής ήταν η συστηματική μελέτη και καταγραφή του ελληνικού χώρου.
Οι συναντήσεις των μελών της αποστολής με Έλληνες αγωνιστές ή με τον Καποδίστρια και οι περιγραφές δείπνων που έφερναν στον ερειπωμένο Μοριά κάτι από το άρωμα του Παρισιού, αποτελούν στιγμιότυπα μιας ζωντανής πραγματικότητας.
Ωστόσο η αφήγηση του Εντγκάρ Κινέ ―χρονικό της συγκεκριμένης περιόδου γραμμένο με γνώση και ακρίβεια αλλά και συμπάθεια για τους δοκιμαζόμενους Έλληνες― είναι το μόνο από τα κείμενα αυτά που αντέχει σε μια αξιολόγηση με λογοτεχνικά κριτήρια. Πελοπόννησος, τουρκοκρατούμενη Αθήνα, Κυκλάδες και για λίγο Σύρα είναι το δρομολόγιο που επέλεξε να κάνει μόνος του ο Κινέ εγκαταλείποντας τους συντρόφους του.
Τον μεταγενέστερο Γάλλο συγγραφέα Ζεράρ ντε Νερβάλ ενδιέφερε η λογοτεχνική μετουσίωση του υλικού ασχέτως αν αυτό προερχόταν από άμεση ή έμμεση πηγή. Το οδοιπορικό του Ταξίδι στην Ανατολή (1851), που αποτελεί την πιο ολοκληρωμένη και συγκροτημένη ταξιδιωτική αφήγηση του 19ου αι. είναι προϊόν περισσότερο προσωπικών αναζητήσεων και μεταφυσικών ανησυχιών και λιγότερο καταγραφή μιας ιστορικής, κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας.
Αυτό το πρώτο μισό του 19ου αι. έχει χαρακτηριστεί ως η σημαντικότερη περίοδος των ρομαντικών οδοιποιρικών στην Ανατολή. Έκτοτε η μαγεία των ταξιδιών άρχισε να χάνεται μαζί με την τελειοποίηση των μέσων μεταφοράς και τη βελτίωση των συνθηκών ζωής που έκανε ευκολότερη την πραγματοποίησή τους και είχε ως φυσικό επακόλουθο τον πολλαπλασιασμό τους.
Ωστόσο το ταξίδι στην Ανατολή δεν έχασε ποτέ την ηδονιστική ιδεολογία του. Αυτή ήταν και η κινητήριος δύναμη που ώθησε τον Γκομπινό, που υπηρέτησε ως διπλωμάτης στην Αθήνα (1864-1868), να γράψει δύο νουβέλες με ελληνικά θέματα. Σ' αυτό το σημείο γίνεται αισθητή μια άλλη παράμετρος της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας: Το «σταυροδρόμι» όπου οι ταξιδιωτικές εντυπώσεις συναντούν τη μυθοπλασία σε ένα ενιαίο κείμενο πλοκής. Έτσι στις νουβέλες το ταξίδι μεταλλάσσεται σε λογοτεχνία. Είναι η εποχή που μαζί με τις πλούσιες ταξιδιωτικές αφηγήσεις κάνουν έντονη την εμφάνισή τους και οι ταξιδιωτικοί οδηγοί, που περιέχουν εγκυκλοπαιδικές πληροφορίες, αλλά και πρακτικές οδηγίες. Η παράλληλη ανάγκη, όμως, της επικοινωνίας των ταξιδιωτών με τους ντόπιους ανέδειξε τη χρησιμότητα διερμηνέων και δραγουμάνων, που συνήθως ήταν άτομα αμφιλεγόμενα. Ωστόσο, αξίζει εδώ να σημειώσουμε πως ο εγωκεντρισμός των ταξιδιωτών κατέστησε επιφανειακή την πρόθεση μύησης σε έναν κόσμο διαφορετικό. Έτσι συχνά η προσπάθεια επικοινωνίας των δύο κόσμων έπεφτε στο κενό.
Ο χαρακτήρας των ταξιδιών αρχίζει ν' αλλάζει από τα μέσα του 19ου αι. Οι ταξιδιώτες συμμετέχουν πλέον σε μαζικά οργανωμένα ταξίδια, οι τουριστικές αφηγήσεις αντικαθίστανται από τους τουριστικούς οδηγούς ενώ την εμβέλεια των περιγραφών μειώνει η διάδοση της φωτογραφίας. Παρ' όλα αυτά αφηγήσεις από την Ελλάδα εξακολουθούν να γράφονται και τον 20ό αι. Αφετηρία και κίνητρο για τη γραφή αποτελεί το ίδιο το ταξίδι, ενώ τονίζεται όλο και περισσότερο το αυτοβιογραφικό στοιχείο. Ο περιηγητής δηλαδή δεν στέκεται τόσο στην περιγραφή της Ελλάδας ως τόπου αλλά στην περιγραφή της δικής του ζωής σ' αυτόν τον τόπο. Έτσι ή αλλιώς πάντως η ταξιδιωτική αφήγηση έβρισκε απήχηση αφού κάλυπτε μια συνεχώς εντονότερη ανάγκη φυγής.

Η γλώσσα της εικόνας
Βασική πηγή γνώσης για τον ελληνικό χώρο ―μαζί με τα κείμενα― στο χρονικό διάστημα από τον 15ο έως και τον 19ο αι. αποτελούν τα χαρακτικά με ελληνικά θέματα στις ευρωπαϊκές περιηγητικές εκδόσεις. Κύριο σημείο αναφοράς τους είναι τα αρχαία μνημεία, που λόγω της σπουδαιότητάς τους περνούν πολλαπλά μηνύματα για την Ελλάδα. Το στοιχείο του φανταστικού που πηγάζει από τις αναπαραστάσεις των μνημείων, η αντιρεαλιστική συμβολική κλίμακα και οι αυθαίρετες συσσωρεύσεις ερειπίων «προσδιορίζουν» έναν κόσμο μακρινό που έχει μεν καταρρεύσει, αλλά εντούτοις ασκεί μια μαγνητική έλξη. Την έντυπη εικονογράφηση, ωστόσο, χαρακτήριζε μια γενικότερη έλλειψη αξιοπιστίας, σε εποχές μάλιστα που συχνά η εικόνα λειτουργούσε αυτοτελώς χωρίς την υποχρέωση πιστής αποτύπωσης του εικονιζόμενου θέματος.
Αντίκτυπο στις απεικονίσεις των ελληνικών αρχαιοτήτων από τους περιηγητές είχε το γεγονός ότι στον αιώνα του Διαφωτισμού (18ο) η εικόνα κατακυρώθηκε ως βασικό εργαλείο πληροφόρησης και γνώσης.
Στους Άγγλους Τζ. Στιούαρτ και Ν. Ρέβετ ανήκουν οι πρώτες αποτυπώσεις των αρχαιοτήτων της Αθήνας με επιστημονική εγκυρότητα. Δεν αργούν, όμως, να κυκλοφορήσουν και εικόνες μιας ρομαντικής έξαρσης του ερειπωμένου μνημείου ως αποτέλεσμα της αρχαιολατρίας που σφραγίζει την εποχή, κυρίως στη Γαλλία, και άλλων καλλιτεχνικών και αισθητικών τάσεων.
Έτσι γεννήθηκε η ποίηση των ερειπίων κυρίως από εικόνες που επιδιώκουν τη συγκίνηση ή τον θαυμασμό του θεατή-αναγνώστη. Το βιβλίο του Γάλλου αρχιτέκτονα Ζ. Ντ. Λερουά «Les ruines des plus beaux monuments de la Grece» («Τα ερείπια των ωραιότερων μνημείων της Ελλάδας») περιλαμβάνει σπουδαίες χαλκογραφίες ―αλλά και παραλλαγές τους― δουλεμένες με δεξιοτεχνία.
Από τα μέσα του 18ου αλλά και στις αρχές του 19ου η διάσταση ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν της χώρας μας γίνεται εμμονή της περιηγητικής φιλολογίας, ενώ το πρόσωπο της νεώτερης Ελλάδας προκαλεί το έντονο ενδιαφέρον γενικότερα της Ευρώπης ―κάτι που φαίνεται στις απεικονίσεις του ελληνικού χώρου― και σ' αυτό συμβάλλουν κατά πολύ το φιλελληνικό κίνημα, ο ρομαντισμός και το Οδοιπορικό του Σατωμπριάν.
Η επιθυμία ανίχνευσης της ιστορικής συνέχειας από το χθες στο σήμερα ενός λαού είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία όχι απλώς γραφικών... στιγμιότυπων του τοπικού χρώματος, αλλά παρουσίες με ιδιαίτερο νόημα. Για παράδειγμα δεν ήταν τυχαίο το μοτίβο χορού ανδρών και γυναικών με παραδοσιακές στολές και με φόντο ένα αρχαίο μνημείο.
Τέτοια χαρακτικά, αλλά και ζωγραφικοί πίνακες και σχέδια ήταν ενταγμένα στο γενικότερο πνεύμα του φιλελληνισμού και η σημασία τους ήταν μεγαλύτερη αν συνυπολογίσουμε το γεγονός ότι αποτέλεσαν σημεία αναφοράς για τους Έλληνες ζωγράφους του 19ου αι. και κατακύρωσαν την αδιάσπαστη ιστορική συνέχεια του νεοσύστατου ελληνικού κράτους με τη λαμπρή Αρχαιότητα.

Η Ελληνίδα μέσα από τα μάτια των περιηγητών
Ο παραδοσιακός τρόπος ζωής των γυναικών, οι τοπικές συνήθειες, αλλά και τα δρομολόγια και ο χρόνος παραμονής των περιηγητών σε έναν τόπο τους έδινε τη δυνατότητα να γνωρίσουν τις Ελληνίδες και να συγκεντρώσουν τις πληροφορίες που ήθελαν γι' αυτές. Τα κείμενά τους, αν και οι πληροφορίες είναι αποσπασματικές, μας βοηθούν σήμερα να έχουμε μια σαφή εικόνα για το θέμα.
Αυτό που είχε προκαλέσει το ενδιαφέρον των επισκεπτών ήταν το γεγονός ότι δυσκολεύονταν ακόμη και ν' αντικρίσουν τις ανύπαντρες νεαρές κοπέλες, αλλά και τις γυναίκες των υψηλότερων τάξεων δεδομένου ότι ζούσαν αρκετά περιορισμένες. Όμως, αυτός ο βαθμός δυσκολίας τούς προκαλούσε περισσότερο, και ενώ ήταν πιο εύκολο ν' ασχοληθούν με τις γυναίκες των φτωχότερων τάξεων, που η ανάγκη τις έκανε να κινούνται πολλές ώρες έξω από το σπίτι, ωστόσο ήταν για εκείνους αδιάφορες.
Στην ηπειρωτική Ελλάδα τον τρόπο ζωής των γυναικών καθόριζε η κοινωνική τάξη, ενώ σημαντικές διαφορές παρατηρούνταν ανάμεσα στα νησιά του Αιγαίου και στην υπόλοιπη Ελλάδα.
Το γεγονός ότι σχεδόν όλος ο ενεργός ανδρικός πληθυσμός έλειπε, ταξιδεύοντας με τα καράβια, έκανε τις γυναίκες των νησιών ελεύθερες και δραστήριες καθώς είχαν επωμιστεί όλες τις βιοτικές ευθύνες. Μεγαλύτερη ελευθερία απολάμβαναν επίσης οι γυναίκες της Πόλης και της Σμύρνης, λόγω της επαφής που είχαν οι Φαναριώτες και οι πλούσιοι έμποροι με τους Φράγκους που ζούσαν εκεί, αλλά και με τις γενικότερες δυτικές αντιλήψεις. Κάτι τέτοιο, ωστόσο, δεν συνέβαινε και στα Επτάνησα όπου τόσο οι γυναίκες όσο και τα κορίτσια των ανώτερων τάξεων ζούσαν υπό αυστηρό περιορισμό.
Την έντονη περιέργεια των περιηγητών προκαλούσε επίσης η φυσική εμφάνιση και η ενδυμασία των Ελληνίδων. Συχνά τα μακροσκελή κείμενά τους συνόδευαν σχέδια με γυναικείες φιγούρες και φορεσιές. Περίοπτη θέση στα γούστα των παλαιότερων ταξιδιωτών κατείχαν οι Αιγαιοπελαγίτισσες αν και αρκετοί θεωρούσαν χοντροκομμένη τη φορεσιά τους, ενώ την ίδια στιγμή τη φορεσιά των γυναικών της Σαντορίνης, της Χίου και της Κύπρου την χαρακτήριζαν άσεμνη λόγω κοντής φούστας ή μεγάλου ντεκολτέ.
Η πολυτέλεια της ενδυμασίας αλλά και των κοσμημάτων των γυναικών της Πόλης και της Σμύρνης προκαλούσε τη συχνή περιγραφή τους που φανέρωνε θαυμασμό, ενώ την ίδια στιγμή οι περιηγητές σχολίαζαν αρνητικά τη συνήθειά τους να βάφονται συχνά έντονα.
Με τον καιρό διαπίστωσαν ότι οι Ελληνίδες δεν ήταν τελικά και τόσο όμορφες, παρατήρησαν δε πως ήταν πολύ παχύτερες από τις γυναίκες της Δύσης. Όμορφες ήταν οι κοπέλες μόνο μέχρι την ηλικία των 20 ετών. Στα 25 τους ήταν κιόλας γριές και γεμάτες ρυτίδες. Οι ίδιοι υπέθεταν ότι αυτό οφειλόταν στη συχνή χρήση των χαμάμ και στην καθιστική ζωή τους, αλλά η πραγματική αιτία, κυρίως για τις γυναίκες των λαϊκών τάξεων, ήταν οι σκληρές συνθήκες ζωής, η κακή διατροφή και οι παρατεταμένες νηστείες.
Θετικά, ωστόσο, περιγράφεται η προσωπικότητα των Ελληνίδων οι οποίες, παρά τη συγκρατημένη συμπεριφορά τους, στην πλειονότητά τους ήταν γοητευτικές, ζωηρές, φιλικές, είχαν ευχάριστους και κομψούς τρόπους και η ομιλία τους ήταν ρέουσα και εκφραστική. Παλαιότερα οι περιηγητές χαρακτήριζαν ανήθικες τις γυναίκες της Μήλου, της Κιμώλου, της Μυκόνου, της Χίου και ενίοτε της Πόλης. Γρήγορα δόθηκε η εξήγηση ότι η έκλυση των ηθών στα νησιά οφειλόταν στη μακρόχρονη παρουσία των κουρσάρων και των πειρατών στο Αιγαίο. Οι ισχυρισμοί περί ανηθικότητας, όμως, καταρρίφθηκαν από τους μεταγενέστερους ταξιδιώτες της Δύσης.
Το κεφάλαιο για τη μόρφωση των γυναικών της Ελλάδας άρχισε να απασχολεί ζωηρά τους περιηγητές λίγο πριν τα τέλη του 18ου αι. Το γεγονός ότι η Ελληνίδα είχε ελλιπή παιδεία αποτέλεσε αντικείμενο έντονου σχολιασμού από τους ξένους επισκέπτες. Από νωρίς κατάλαβαν ότι η εκπαίδευση των κοριτσιών δεν εθεωρείτο απαραίτητη. Αρκούσαν οι γνώσεις που θα τους φαίνονταν χρήσιμες στη διαχείριση του νοικοκυριού τους, όπως το να γνέθουν ή να κεντάνε. Για τον ρόλο της νοικοκυράς μάλιστα προετοιμάζονταν από νηπιακή ηλικία. Επίσης μάθαιναν να σχεδιάζουν, να παίζουν μουσική και να χορεύουν. Ήξεραν να λένε πολλά τραγούδια και ν' αφηγούνται πλείστες όσες ιστορίες, μάθαιναν μάλιστα και ανάγνωση αν κάποιο συγγενικό τους πρόσωπο ήξερε γράμματα. Η φτώχεια των οικογενειών, των κατώτερων τάξεων, ο περιορισμός των κοριτσιών στο σπίτι και ο γάμος τους σε νεαρότατη ηλικία καθιστούσε πολυτέλεια την εκπαίδευσή τους.
Έτσι η κοινωνία μετέτρεπε τις περισσότερες γυναίκες της εποχής σε αδαείς και δεισιδαίμονες, παρότι από τη φύση τους αυτές ήταν προικισμένες με ευγλωττία και ευφυΐα. Εξαίρεση αποτέλεσαν πολλές γυναίκες από τη Σμύρνη και την Πόλη που το περιβάλλον τους τούς άφηνε το περιθώριο να μάθουν ξένες γλώσσες, αλλά και ν' αποκτήσουν γνώσεις λογοτεχνίας ανάλογες με των γυναικών της Δυτικής Ευρώπης.
Ιδιαίτερα σκληρή ήταν η ζωή των γυναικών που προέρχονταν από λαϊκές τάξεις. Αυτές ήταν αναγκασμένες να συμμετέχουν στις γεωργικές και κτηνοτροφικές εργασίες και να φτιάχνουν τα ρούχα που χρειάζονταν όλα τα μέλη της οικογένειας, αλλά συχνά πήγαιναν για μισθωτή εργασία, παίρνοντας ωστόσο κατώτερο μεροκάματο από εκείνο των ανδρών.
Οι γυναίκες έγνεθαν, ύφαιναν, έραβαν και κεντούσαν όχι μόνο για τις ανάγκες του νοικοκυριού τους, αλλά και για βιοποριστικούς λόγους. Η τοπική οικοτεχνία στα νησιά του Αιγαίου, όπου οι γυναίκες κατασκεύαζαν βαμβακερά και μεταξωτά ρούχα και αντικείμενα, ήταν ένα πολύ σημαντικό συμπλήρωμα στα εισοδήματα του νοικοκυριού των ναυτικών.
Η συστηματική συμμετοχή των γυναικών, όμως, παρατηρείται και σε όλα εκείνα τα μέρη της χώρας που είχαν βιοτεχνική και κλωστοϋφαντουργική παραγωγή. Περίοπτη θέση στα κείμενα των ταξιδιωτών καταλάμβαναν πληροφορίες για τον γάμο και συναφή θέματα, όπως η προίκα και άλλα τοπικά έθιμα. Οι ίδιοι μάλιστα περιέγραφαν με κάθε λεπτομέρεια οτιδήποτε παρατηρούσαν όταν ήταν καλεσμένοι σε κάποιον γάμο.
Πηγές
. «Τόπος και Εικόνα» Χαρακτικά ξένων περιηγητών για την Ελλάδα. (Από σπάνια βιβλία της Γενναδείου Βιβλιοθήκης, Μουσείου Μπενάκη, Ιδιωτικών Συλλογών). Τόμοι: Α' έως Στ' Εκδόσεις Ολκός.
. «Ταξίδια στην Ελλάδα», Εθνικόν Ημερολόγιον του έτους 1910, Κ. Φ. Κόκου. «Αθήναι 1650-1870» Μελέτη-Κείμενα Ι. Μελετόπουλου. Έκδοση Τραπέζης Πίστεως 1979.
. «Οδοιπορικό του 1843 Αθήνα-Ναύπλιο» κείμενα και λιθογραφίες του Th. du Moncel. Εκδόσεις Ολκός-Αριάδνη 1984.
ΤΕΛΟΣ

Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2010

ΠΩΣ ΕΙΔΑΝ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ 18ου ΑΙΩΝΑ ΟΙ ΔΙΑΦΟΡΟΙ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ...[ΝΤΙΛΕΤΑΝΤΙ ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΙ ΚΑΤΣΙΚΟΚΛΕΦΤΕΣ ΚΑΙ ΛΑΜΟΓΙΑ...]μέρος Α


αναζητώντας το ελληνικό ιδεώδες

ΕΛENH aΓΓEΛOMaTH-TΣOYΓKaPaKH
Καθηγήτρια της Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού Ιόνιο Πανεπιστήμιο

«H aκρόπολις κατά την περίοδο της Tουρκοκρατίας». Eπιχρωματισμένη χαλκογραφία του Eντουαρντ Nτόντγουελ, από την έκδοση «Views in Greece», London 1821. Eδώ είχε την έδρα του ο Tούρκος φρούραρχος. Mέσα στον σηκό του Παρθενώνα είχε κτιστεί ένα μικρό τζαμί, ενώ τα κτίσματα στον περιβάλλοντα χώρο έφταναν τα διακόσια. Mουσείο της Πόλεως των aθηνών Bούρου-Eυταξία.
TO KYPIO θελγητρο της Ελλάδας για τους περιηγητές όλων των περιόδων υπήρξε αναμφίβολα το αρχαίο παρελθόν της. Η Αθήνα με την ιστορία και τα μνημεία της αποτελούσε τον κύριο πόλο έλξης των ταξιδιωτών, για τους οποίους ήταν σχεδόν αδιανόητο να φτάσουν στον ελλαδικό χώρο και να μην την επισκεφτούν. Το αρχαιοδιφικό και τοπογραφικό ενδιαφέρον τους, ζωντανό σ' όλους τους προηγούμενους αιώνες, έλαβε ωστόσο πολύ μεγαλύτερη ανάπτυξη κυρίως από τα μέσα του 18ου αι. Την ίδια περίοδο όμως παρατηρείται μια σημαντική διαφοροποίηση στην προσέγγιση του τόπου και των μνημείων.
Η διαφοροποίηση είχε τις ρίζες της στις γενικότερες μεταβολές που συντελούνταν στις κοινωνίες της Δ. Ευρώπης την εποχή αυτή. Η μετατόπιση της έμφασης των κλασικών σπουδών από τη λατινική στην αρχαία ελληνική παιδεία, αφενός, και η επίδραση των απόψεων του Βίνκελμαν στη μελέτη της αρχαίας ελληνικής τέχνης, αφετέρου, αποτέλεσαν ουσιώδεις επιρροές στον τρόπο αντιμετώπισης του ελληνικού χώρου και των μνημείων από τους περιηγητές. Η γνωριμία τους με την κλασική ελληνική αρχαιότητα είχε ουσιαστικά μέχρι τότε πραγματοποιηθεί μέσω της επαφής τους με τη ρωμαϊκή γλυπτική και αρχιτεκτονική - η αναζήτηση του ελληνικού ιδεώδους μόλις άρχιζε να αποτελεί κίνητρο γνωριμίας και έρευνας για τους περισσότερους από αυτούς.
Βεβαίως, η συλλογή ελληνικών αρχαιοτήτων που προορίζονταν να κοσμήσουν τα ανάκτορα και τα μέγαρα βασιλιάδων και μεγιστάνων είχε αποτελέσει και στο παρελθόν την κύρια αιτία για την πραγματοποίηση διαφόρων ειδικών αποστολών. Επανειλημμένες υπήρξαν επίσης οι καταγραφές επιγραφών ή οι περιστασιακές προσπάθειες ταύτισης χώρων και μνημείων. Ωστόσο, γενικά απουσίαζε η συστηματική καταγραφή, περιγραφή και η επιστημονικότερη προσέγγιση. Για την Αθήνα μάλιστα, μετά την οργανωμένη και συστηματική προσπάθεια του Ιάκωβου Σπον και του Τζωρτζ Ουέλερ το 1676 να μελετήσουν την τοπογραφία της και να περιγράψουν λεπτομερειακά τον Παρθενώνα λίγο πριν από το καίριο πλήγμα που υπέστη από το βενετσιάνικο πυροβολικό το 1687, δεν είχε υπάρξει άλλη απόπειρα αντίστοιχης σοβαρότητας και εμβέλειας. Η προσοχή που είχε δοθεί στην αρχιτεκτονική των μνημείων της Αθήνας ήταν ελάχιστη.
Λονδίνο 1819. aποψη της αίθουσας με την πρώτη έκθεση των γλυπτών που απέσπασε ο λόρδος Eλγιν από τα μνημεία της aκρόπολης. Eλαιογραφία του a. archer. aριστερά, καθισμένοι, οι sir B. West και sir J. Plant. Δεξιά, ο ζωγράφος. Λονδίνο, Bρετανικό Mουσείο.
Nτιλετάντι
Η βασική αλλαγή επήλθε με τις δραστηριότητες της «Εταιρείας των Ντιλετάντι», η οποία ιδρύθηκε στο Λονδίνο το 1734 από αριστοκράτες που είχαν επισκεφθεί την Ιταλία. Μολονότι οι σκοποί της περιλάμβαναν κυρίως συνεστιάσεις και οινοποσίες, τα μέλη της ενδιαφέρονταν παράλληλα να αναπτύξουν πολιτιστικές δραστηριότητες και να επηρεάσουν τον κόσμο των γραμμάτων και των τεχνών. Οι Ντιλετάντι υπήρξαν εκείνοι που τελικά στήριξαν την πρώτη συστηματική επιστημονική προσπάθεια ακριβούς περιγραφής, μέτρησης και σχεδίασης των αρχαιοτήτων της Αθήνας, που πραγματοποιήθηκε από τους αρχιτέκτονες Τζέιμς Στιούαρτ και Νίκολας Ρεβέτ ανάμεσα στα 1751 και 1753. Αποτέλεσμα της κοπιώδους δουλειάς τους υπήρξαν οι τέσσερις μνημειώδεις τόμοι των Αρχαιοτήτων της Αθήνας. Oσο ζούσε ο Στιούαρτ εκδόθηκε, το 1762, μονάχα ο πρώτος τόμος, ενώ οι υπόλοιποι ακολούθησαν κατά διαστήματα, και ένα συμπλήρωμα εκδόθηκε το 1830. Η έκδοση του πρώτου τόμου είχε μεγάλο αντίκτυπο στη Βρετανία, στην οποία από τότε άρχισαν να ξεφυτρώνουν κτίσματα που αποτελούσαν πιστά αντίγραφα των αθηναϊκών μνημείων.
Η επίδραση του έργου όμως δεν περιορίστηκε στην αρχιτεκτονική της Βρετανίας. Δημιούργησε ουσιαστικά ένα νέο υπόδειγμα περιηγητικών δραστηριοτήτων προσανατολισμένων στη μεθοδικότερη και επιστημονικότερη ενασχόληση με τις ελληνικές αρχαιότητες, τη γεωγραφία και την τοπογραφία. Οι περισσότεροι Βρετανοί περιηγητές, ακόμη και αν δεν συμμετείχαν σε αποστολή της Εταιρείας των Ντιλετάντι, προσπαθούσαν να ακολουθούν κατά το δυνατόν τις συγκεκριμένες οδηγίες με τις οποίες εφοδίαζε τα μέλη της προκειμένου να παρατηρήσουν και να καταγράψουν με σωστό τρόπο τα μνημεία.
Σύληση μνημείων
H αρχαιολογική ενασχόληση τις περισσότερες φορές δεν ήταν καθόλου απαλλαγμένη από την ασύστολη αρχαιοθηρία που, από τα μέσα του 18ου αι. και κυρίως στις αρχές του 19ου, είχε λάβει ακόμη μεγαλύτερη έκταση. Δεν περιοριζόταν πια μόνο στην αγορά ή με άλλο μέσο απόκτηση αρχαίων αντικειμένων που βρίσκονταν στην επιφάνεια του εδάφους, αλλά είχε προχωρήσει πλέον στην απόσπασή τους από τα ίδια τα αρχιτεκτονικά μνημεία. Η σύληση των αρχιτεκτονικών μελών των μνημείων της Ακροπόλεως, του Παρθενώνα και του Ερεχθείου, από τον πρεσβευτή της Μ. Βρετανίας στην Πόλη λόρδο Eλγιν, αποτελεί τη σημαντικότερη και πιο ακραία μορφή αυτής της δραστηριότητας. Οι περιηγητές συνήθως πρόβαλλαν ως δικαιολογία της λαφυραγωγίας των κάθε είδους αρχαιοτήτων τη σωτηρία τους από τη σχεδόν βέβαιη καταστροφή από τους Οθωμανούς.
aνασκαφές
Ταυτόχρονα, οι δραστηριότητες των ξένων είχαν επεκταθεί και σε ανασκαφές που πραγματοποιούνταν περισσότερο ή λιγότερο συστηματικά σε ολόκληρη την Ελλάδα. Η Αθήνα λόγω των αρχαιοτήτων της παρείχε ευρύτατο πεδίο για τέτοιες ενέργειες. Ελάχιστοι από τους επισκέπτες της δεν επιδίδονταν στην ανασκαφή τάφων, πηγαδιών, μνημείων. Λίγοι από αυτούς βέβαια έκαναν κάτι συστηματικό ή τελικά αποδοτικό. Η πρώτη καθώς φαίνεται επίσημη συμφωνία για τη διενέργεια ανασκαφών μέσα στην πόλη έναντι πληρωμής 150 γροσίων έγινε από τον γνωστό φιλέλληνα Φρέντερικ Νορθ, μετέπειτα πέμπτο κόμη του Γκίλφορντ το 1813. Η ανασκαφή έγινε στον χώρο της Βιβλιοθήκης του Αδριανού, που τότε νόμιζαν πως ήταν ο ναός του Ολυμπίου Διός, και δεν απέδωσε ιδιαίτερα θεαματικά ευρήματα. Μάλιστα καθώς με το σκάψιμο προξενήθηκε ζημιά στον παρακείμενο τοίχο της οικίας του βοϊβόδα, ο Νορθ αναγκάστηκε να πληρώσει αποζημίωση 1.000 γρόσια.
Προσωπογραφία του Λ.Φ.Σ. Φωβέλ. Eργο του Λουί Nτυπρέ από το βιβλίο «Voyage a athenes et Constantinople», Paris 1825. O Φωβέλ, κάτοικος της aθήνας για αρκετά χρόνια, είχε συγκεντρώσει μια τεράστια συλλογή αθηναϊκών αρχαιοτήτων, τις οποίες πουλούσε κυρίως στους Bρετανούς ταξιδιώτες που κατέκλυζαν τότε την aθήνα.
Ο γνωστότερος ωστόσο ξένος συλλέκτης και μόνιμος κάτοικος της Αθήνας για πολλά χρόνια υπήρξε ο Γάλλος Λουίς Φρανσουά Σεμπαστιάν Φωβέλ, αρχικά καλλιτεχνικός σύμβουλος και επιφορτισμένος να συλλέξει αρχαιότητες για τον Γάλλο πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη Σουαζέλ-Γκουφιέ, και αργότερα υποπρόξενος της Γαλλίας. Ο Φωβέλ με ανασκαφές και αγορές είχε συγκεντρώσει μια τεράστια συλλογή αθηναϊκών αρχαιοτήτων, κάνοντας το σπίτι του ένα μικρό μουσείο. Ανάμεσα στους πολλούς τάφους που είχε ανασκάψει περιλαμβανόταν και ο τύμβος των Μαραθωνομάχων. Τα πολυάριθμα αντικείμενα της συλλογής του κατά διαστήματα τα πουλούσε κυρίως στους Βρετανούς ταξιδιώτες που την περίοδο αυτή κατέκλυζαν την Αθήνα. Eνας άλλος, ο Βρετανός Σάντφορντ Γκρέιαμ, είχε συλλέξει το 1810 από τις ανασκαφές του στην Αθήνα περίπου χίλια αρχαία αγγεία. Το ίδιο είχε κάνει άλλωστε λίγο νωρίτερα και ο συμπατριώτης του Eντουαρντ Ντόντγουελ, που αργότερα πούλησε τα αττικά αγγεία της συλλογής του στον Λουδοβίκο Α΄ της Βαυαρίας.
Κάποιοι από τους αρχαιολογούντες για επιστημονικούς ή και για ιδιοτελείς σκοπούς ασχολούνταν παράλληλα με την προσπάθεια ταύτισης των αρχαίων τοποθεσιών και μνημείων στην πόλη και την Αττική γενικότερα. Το εγχείρημα δεν ήταν ούτε απλό ούτε αυτονόητο. Ο Ουίλλιαμ Μάρτιν Ληκ, ο σημαντικότερος περιηγητής των αρχών του 19ου αι., συγκέντρωσε τις παρατηρήσεις του για την Αθήνα στο δίτομο βιβλίο του «Η τοπογραφία της Αθήνας και ορισμένες από τις αρχαιότητές της». Ο Ληκ για πρώτη φορά ταύτισε το όρος aγχεσμος με τον Λυκαβηττό, διέκρινε την πραγματική φύση των Αέρηδων και του Μνημείου του Λυσικράτη και πραγματεύτηκε τα προβλήματα των δύο αγορών της Αθήνας. Eνας άλλος από τους γνωστότερους τοπογράφους περιηγητές, ο Ουίλλιαμ Γκελ, απεσταλμένος των Ντιλετάντι στην Ελλάδα, δημοσίευσε επίσης το έργο του «Ανέκδοτες αρχαιότητες της Αττικής».
H πόλη
Για τους ξένους η Αθήνα ήταν κατεξοχήν οι αρχαιότητές της. Στο τέλος του 18ου αι. μάλιστα, εποχή αναζήτησης της γραφικότητας και της σχέσης της με το κλασικό τοπίο, η Αθήνα και η Αττική παρουσίαζαν ακόμη ευρύτερο πεδίο για ανάλογους συσχετισμούς, περιγραφές και αναζητήσεις. Ωστόσο, υπήρχε και η σύγχρονη πόλη και οι κάτοικοί της, που ήταν αδύνατον στους περιηγητές να τους αγνοήσουν. Ακόμη και στις πιο ειδικές δημοσιεύσεις, όπως ήταν οι Αρχαιότητες της Αθήνας, ήταν αδύνατον να μην αναφερθούν έστω και με εξαιρετική βραχύτητα σ' αυτούς.
Η Αθήνα ήταν μια σχετικά μικρή πόλη. Τη βλέπουμε να εικονίζεται στα πολυάριθμα σχέδια των περιηγητών άλλοτε σχεδιασμένη από απόσταση, αρχικά ατείχιστη και αργότερα περιβαλλόμενη με το τείχος που έχτισε ο τυραννικός βοϊβόδας της Χατζή Αλή Χασεκή, άλλοτε εκ του σύνεγγυς με τα μνημεία, τα σπίτια, το παζάρι της. Hταν συγκεντρωμένη και πυκνοδομημένη κάτω από τον βράχο της Ακρόπολης αλλά και πάνω σ' αυτόν. Ο Πειραιάς ήταν έρημος εκτός από κάποιες αποθήκες και το μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα. Οι μνείες για τον πληθυσμό της κυμαίνονται κατά εποχή και περιηγητή από 6.000 έως 15.000 κατοίκους. Πλησιέστερος στην πραγματικότητα φαίνεται πως ήταν ο αριθμός των 10.000 κατοίκων τον οποίο δίνουν ορισμένοι ταξιδιώτες. Ο πληθυσμός αυτός παρουσίαζε διακυμάνσεις, καθώς σε δύσκολες περιόδους, όπως αυτή του Χασεκή, πολλοί κάτοικοι εγκατέλειπαν την πόλη για μεγαλύτερα ή μικρότερα διαστήματα, μετακινούμενοι στα χωριά της Αττικής ή και μακρύτερα στην Εύβοια. Το ένα τρίτο, ή κατ' άλλους το ένα πέμπτο, περίπου των κατοίκων ήταν Τούρκοι. Υπήρχε και σημαντικός αριθμός ορθόδοξων Αρβανιτών, καλλιεργητών της γης, που ζούσαν κυρίως στους γύρω οικισμούς.
Η Αθήνα είχε κάποια μικρή εμπορική δραστηριότητα που αφορούσε το σημαντικότερο αγροτικό προϊόν της, το λάδι, που εξαγόταν κυρίως στη Γαλλία, και σε μικρότερο βαθμό το περίφημο μέλι της. Το παζάρι της δεν συγκαταλεγόταν σ' αυτά που εντυπωσίαζαν τους περιηγητές με τον πλούτο και την ποικιλία του.
O χορός «πάνω-κάτω». Λιθογραφία του O. M. Στάκελμπεργκ, από την έκδοση «Costomes et osages des peoples de la Grece Moderne», Rome 1825. O Στάκελμπεργκ κατά την παραμονή του στην Eλλάδα (1810-13) δεν μελέτησε μόνο τα αρχαία μνημεία. Eνδιαφέρθηκε επίσης για τα βιώματα, τις ενδυμασίες, τα ήθη και τα έθιμα, την κατάσταση και το φρόνημα των Eλλήνων.
Ξένη παροικία
Στην Αθήνα ζούσε μια πολύ μικρή ξένη παροικία Φράγκων, Γάλλων και Ιταλών, που συχνά κατέληγαν να παντρευτούν Αθηναίες. Hταν έμποροι και παράλληλα και δανειστές των Αθηναίων εμπόρων. Συνήθως υπήρχε επίσης ένας γιατρός, ένας υποπρόξενος της Γαλλίας και αργότερα της Βρετανίας και της Αυστρίας, όχι πάντοτε αλλοδαπός. Λιγοστοί Καπουκίνοι μοναχοί, των οποίων το οίκημα είχε ενσωματώσει το Μνημείο του Λυσικράτη, φρόντιζαν για τις πνευματικές ανάγκες της παροικίας.
Από τα μέσα τουλάχιστον του 18ου αι., οπότε η διέλευση των περιηγητών από την Αθήνα αποτελούσε απαραίτητο συστατικό του ταξιδιού στην οθωμανική αυτοκρατορία, μια αυξομειούμενη κοινότητα ξένων παρεπιδημούσε σ' αυτήν, συχνά για μακρά διαστήματα.
Διοίκηση και κοινωνική ζωή
Oλοι οι ταξιδιώτες γνώριζαν λίγο ώς πολύ τη διοικητική κατάσταση της πόλης: ότι ανήκε στον μαύρο αρχιευνούχο του χαρεμιού, πως από αυτόν οριζόταν ο βοϊβόδας που την κυβερνούσε, από την αρπακτικότητα και αυθαιρεσία του οποίου υπέφεραν κατά καιρούς έντονα οι κάτοικοί της. Γνώριζαν επίσης και το κοινοτικό σύστημα της Αθήνας και αρκετά συχνά αναφέρονται διεξοδικά σ' αυτό. Γράφουν για τους επιτρόπους, ή άρχοντες, της κοινότητας, τον τρόπο που εκλέγονταν, το πώς αυτοί δίκαζαν υπό την προεδρία του αρχιεπισκόπου της Αθήνας, τις μεταξύ τους έριδες, αλλά και τις καίριες αντιδράσεις τους στην Κωνσταντινούπολη με τις οποίες επιτύγχαναν να απαλλαγούν από τους τυραννικούς βοϊβόδες. Η ύπαρξη των δύο σχολείων που λειτουργούσαν στην Αθήνα τούς ήταν επίσης γνωστή, ορισμένοι μάλιστα είχαν παρακολουθήσει και κάποια από τα μαθήματα που γίνονταν, χωρίς ωστόσο να εντυπωσιαστούν πολύ ευνοϊκά από αυτά.
«Tο Mνημείο του Φιλοπάππου στον ομώνυμο λόφο». Xαλκογραφία του J.D. Le Roy, από την έκδοση «Les roines des plos beaox monoments de la Grece», Paris 1758. Mουσείο της Πόλεως των aθηνών Bούρου-Eυταξία.
Αρκετοί αναφέρονται στις υφιστάμενες κοινωνικές τάξεις, τις απασχολήσεις τους, τις ιδιομορφίες τους, την ένδυσή τους και τις μεταξύ τους σχέσεις. Εξαιτίας των μόνιμων ξένων κατοίκων και της πληθώρας των επισκεπτών, στην Αθήνα υπήρχε μια ασυνήθιστη για άλλες μικρές πόλεις της οθωμανικής αυτοκρατορίας ζωντάνια και ελευθερία, και κοινωνική ζωή δυτικού τύπου, τουλάχιστον στις αρχές του 19ου αι. Καθώς οι ταξιδιώτες ήταν καλόδεχτοι σε γάμους και βαφτίσια και τοπικούς εορτασμούς, δεν έχαναν την ευκαιρία να τα περιγράψουν αλλά και να τα απεικονίσουν στα σχέδιά τους. Οι ίδιοι έκαναν βεγγέρες, πάρτι και χορούς, ιδίως τις Απόκριες, στα οποία συμμετείχε η ανώτερη κοινωνική τάξη των Αθηναίων. Από μερικές απόψεις η Αθήνα έδειχνε ως η πιο εξευγενισμένη πόλη της Ελλάδας, αν και όλοι οι ξένοι παραδέχονταν ότι από άποψη παιδείας, πλούτου, ακόμη και της γλωσσικής διαλέκτου τα Γιάννινα υπερτερούσαν καταφανώς.
Oι Αθηναίοι και οι Αθηναίες
Για τους Αθηναίους, ιδίως των κατώτερων τάξεων, οι ταξιδιώτες συχνά επαναλάμβαναν μια φράση, πως ήταν «τόσο κακοί όσο οι Τούρκοι του Νεγροπόντε (της Χαλκίδας) και οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης». Κατά τα άλλα προσπαθούσαν να κάνουν παραλληλισμούς ανάμεσα στους συγχρόνους τους και τους αρχαίους Αθηναίους, που δεν κατέληγαν ιδιαίτερα κολακευτικά για τους πρώτους, αφού συνήθως ισχυρίζονταν πως είχαν διατηρήσει μόνο τα αρνητικά χαρακτηριστικά των προγόνων τους.
«Πύλη της aθηνάς aρχιγέτηδος ή Παζαρόπορτα». Xαλκογραφία των Tζέιμς Στιούαρτ και Nίκολας Pεβέτ, Λονδίνο 1762. aριστερά, το σπίτι του Γάλλου προξένου Etienne Leosson και η κρήνη που φέρει τα αρχικά του. Mουσείο της Πόλεως των aθηνών Bούρου-Eυταξία.
Η εικόνα που μας δίνεται για τις Αθηναίες είναι σχετικά αντιφατική. Συνήθως επαναλαμβάνεται πως ήταν πολύ δύσκολο να τις δεις, γιατί παρέμεναν προσεκτικά κλεισμένες στα σπίτια τους, οι νεότερες τουλάχιστον. Oσες παντρεμένες κυκλοφορούσαν στους δρόμους ήταν πάντοτε απόλυτα καλυμμένες και συνοδευμένες από συγγενείς ή υπηρέτριες, γιατί ο κίνδυνος αρπαγής τους ή διαβολής της αρετής τους από τους Τούρκους, κυρίως ως πρόσχημα για την απόσπαση χρημάτων από τις οικογένειές τους, ήταν μεγάλος. Ωστόσο, οι γυναίκες των κατώτερων τάξεων, αναγκασμένες καθώς ήταν να εργάζονται σκληρά, δεν ήταν δυνατόν να ακολουθήσουν ένα παρόμοιο τρόπο ζωής. Ο συγχρωτισμός των αθηναϊκών καλών οικογενειών με τους Φράγκους είχε οδηγήσει παράλληλα και σε σχετικά ελεύθερη επικοινωνία των γυναικών με τους ταξιδιώτες. Eτσι, δεν ήταν άγνωστη η συναναστροφή μαζί τους και η παρουσία τους σε μπάλους και άλλες εκδηλώσεις. Τα φλερτ με τους περιηγητές δεν ήταν άλλωστε άγνωστα στις αρχές του 19ου αι., όπως φαίνεται καθαρά από τη γνωστή υπόθεση της Θηρεσίας Μακρή, της «Ωραίας των Αθηνών», και του λόρδου Βύρωνα, που δεν ήταν και η μοναδική.
Oπως εικονίζεται στα περιηγητικά κείμενα, η Αθήνα των προεπαναστατικών χρόνων παρουσιάζει ένα μείγμα αγροτικού και αγωνιζόμενου να αναδυθεί αστικού χώρου με δυτικό προσανατολισμό. Η εικόνα της μας επιτρέπει να αντιληφθούμε ότι, πέρα από τη συμβολική της σημασία και το αρχαίο κλέος της και παρά τις καταστροφές που υπέστη κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, ήταν η μόνη πόλη της απελευθερωμένης Ελλάδας που διέθετε τις προϋποθέσεις για να αποτελέσει την πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους.
<><><>  
Copyright:  http://www.kathimerini.gr  ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ....