ΕΥΔΑΙΜΟΝ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ,ΤΟ Δ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΤΟ ΕΥΨΥΧΟΝ ΚΡΙΝΟΜΕΝ...…

[Το μπλόγκ δημιουργήθηκε εξ αρχής,γιά να εξυπηρετεί,την ελεύθερη διακίνηση ιδεών και την ελευθερία του λόγου...υπό το κράτος αυτού επιλέγω με σεβασμό για τους αναγνώστες μου ,άρθρα που καλύπτουν κάθε διάθεση και τομέα έρευνας...άρθρα που κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο κι αντιπροσωπεύουν κάθε άποψη και με τά οποία δεν συμφωνώ απαραίτητα.....Τά σχόλια είναι ελεύθερα...διαγράφονται μόνο τά υβριστικά και οσα υπερβαίνουν τά όρια κοσμιότητας και σεβασμού..Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές..]




Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ρεμπέτικο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ρεμπέτικο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2021

ΕΝΑΣ ΑΠΟΣΥΝΑΓΩΓΟΣ......Ο ΛΟΥΚΑΣ ΝΤΑΡΑΛΑΣ


Φ*Αποκληρος,αποσυνάγωγος,κύριος κι αλήτης,λουμπεν και μπον βιβερ,αγγελος και διαολος η απλα ενας ρεμπετης;;;,ο ΛΟΥΚΑΣ ΝΤΑΡΑΛΑΣ,μύθος για τους εραστες του μουσικου ειδους που υπηρετησε,εφιαλτης για τους δικούς του ανθρωπους....ελευθερος κι αντισυμβατικός,με μια ζωή κινηματογραφικη,καταγώγια και σαλονια,φως και σκοτάδι,γυναίκες,ναρκωτικά ποτό,ερωτες ,,Ευρωπη,Αμερικη,Μεση Ανατολή, μια διαρκης φυγη,στο ονειρο,στο πουθενά... μια διαρκης εφηβεια απ την οποια αρνούνταν να βγει,....αντιφατικός κι αντιδραστικός,εντελως ανευθυνος και συγχρόνως σοβαρος ,μέ το"ο λόγος μου συμβόλαιο" να ισχυει........μ ενα μπουζούκι που στα χέρια του επαιρνε ζωή και σε ταξιδευε στα δαιδαλωδη μακαμια και μιά φωνή που εκανε"ν ακουγεται στην ερημια,ο πονος του με την πενιά"...εσπερνε θύελλες-δυστυχώς και παιδιά,,,,κι εδώ αρχίζει το πρόβλημα...γιατι καλα ολα,οταν ειναι επιλογη,αλλα τι γινεται με τις συνέπειες;;;δές τε τι εκανε στον Γιώργο...την χαρα του καθε ψυχαναλυτή,το τελειο προφίλ για ερευνα καθε ασκουμενου ψυχολόγου...σε καποια συνέντευξη του ο Νταλάρας,οταν τον ρωτησαν για τον πατερα του,να πει κατι με δυο λόγια,ειπε,"ηταν σαν ελευθερο αλογο που τρεχει μεσα στα δάση....αυτό σαν εικονα,ειναι υπεροχο...αλλα, στον κινηματογράφο,οχι στην ζωή...εμας μας κατεστρεψε....τον συγχώρησα,αλλά δεν τον κατάλαβα ποτε'...Αχ μωρέ Γιωργάκη,[κι ας μου σπάς τά νευρα με κατι δηλωσεις που κάνεις],ουτε τον κατάλαβες ουτε τον συγχωρεσες....αλλοιως δεν θα εψαχνες ακόμη να τον βρείς,να τον δείς σε μιά γωνιά να κουρδίζει το μπουζούκι του και να πιάσετε μαζί ενα μινοράκι γιαυτον τον ψευτη ντουνιά...τελος πάντων ας δούμε μερικά βιογραφικά στοιχεία για τον Λουκα.......

[Λουκάς Νταράλας (1927-1977)Ο κορυφαίος λαϊκός τραγουδιστής και εξαιρετικός μπουζουξής Λουκάς Νταράλας (1927-1977) έζησε πάντα ως αυθεντικός ρεμπέτης, περιπλανώμενος και ελεύθερος.
Ήταν γιός του δεξιοτέχνη του βιολιού Χρήστου Νταράλα (1880-1942) απο την Καρδίτσα, (τον οποίον συναντάμε στον δίσκο 78 στροφών της Columbia, με κωδικό D.G. 6062, που ηχογραφήθηκε το 1935. Εκεί ο Νίκος Καρακώστας (κλαρίνο) και ο Xρήστος Νταράλας (βιολί) , παίζουν τα οργανικά: „Σβαρνιάρα“ και „Πέρα στον πέρα μαχαλά").
Παιδιά του ο Γιώργος (Νταλάρας), η Ελένη, ο Χρήστος (πέθανε το 2010) και η Σόνια.
Απο τα τέλη της δεκαετίας του 40 έως και τα τέλη της δεκαετίας του 50 έπαιξε μουσική δίπλα σε μεγάλα ονόματα της ρεμπέτικης αλλά και λαϊκής μουσικής όπως ο Μάρκος, ο Τσαουσάκης, ο Στελλάκης, και το δίδυμο Καζαντζίδη - Μαρινέλλας. Στην υπόλοιπη ζωή του περιπλανήθηκε ως μουσικός ανα τον κόσμο, απο τη Γαλλία, το Βέλγιο και την Ολλανδία έως το Ισραηλ, την Τουρκία, την Αυστραλία, την Αφρική..
Γαλλία, Ολλανδία, Ισραήλ, Τουρκία, Αυστραλία, Αφρική Με Μάρκο, τον Παπαϊωάννου και τον Στελλάκη, μέχρι τον Τσαουσάκη, τον Καζαντζίδη και τη Μαρινέλλα
Έγραψε σημαντικά τραγούδια όπως Πικρός καημός, Μια μάνα είχα στη ζωή, Μου κλεισες βαριά την πόρτα και άλλα. Το πιό γνωστό τραγούδι του όμως είναι το περίφημο 'Βουνό' σε στίχους Ευάγγελου Πρέκα. Φωνογραφήθηκε για πρώτη φορά απο την Καίτη Γκρέυ και τον Δημήτρη Ρουμελιώτη το Μάρτη του 1954 σε δίσκο 78 στροφών, και την ίδια χρονιά, λίγους μήνες μετά, απο την Μαρίκα Νίνου. Ο ίδιος ο Λουκάς Νταράλας το ηχογράφησε με τη φωνή του το 1975.
Δύο μόνο επίσημες κυκλοφορίες δίσκων του Λουκά Νταράλα υπάρχουν στην ελληνική δισκογραφία. Τα LP : Ένας ρεμπέτης (1974) και Εγώ και το ρεμπέτικο (1975) απο την δισκογραφική εταιρία Sonora.]

*Στην φωτογραφία,ο Λουκάς,η γυναίκα του[η μαμα του Νταλαρα],ο Χρήστος και ο Γιώργος μωρό..





Σάββατο 17 Ιουνίου 2017

ΟΙ ΜΑΓΚΕΣ ΤΟΥ ΠΕΡΑΙΑ...

Οι Μάγκες του Πειραιά ήξεραν να χειρίζονται το μαχαίρι πολύ καλύτερα από οποιοδήποτε Phillipino combat fighter και Kali fighter της εποχής μας       


Ενώ η μόδα των πολεμικών τεχνών δεν είχε  αρχίσει καν, υπήρχαν στο Πειραιά κάτι  αγριοι τύποι που θα έκαναν τον οποιοδήποτε αλοιφή αν δεν τους άρεσε η φάτσα του . Δεν είναι τυχαίο που μέχρι και τη δεκαετία του ’90 οι Πειραιώτες χαρακτηρίζονταν ως μαχαιροβγάλτες και τεχνίτες του μαχαιριού.Διαβάστε λοιπόν την απόκρυφη ιστορία του Πειραιά.Τα συνοικιακά καφενεία, τα καταγώγια και τους τεκέδες του Πειραιά χτυπούσε τις τρεις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα η καρδιά του ρεμπέτικου. Τότες ο Πειραιάς ήταν πολύ άγριος…. Παράγκες, τεκέδες, εμπόριο ναρκωτικών στο φόρτε, μπουρδέλα, αγαπητικοί, κακοποιοί, λαθρέμποροι, μάγκες, νταήδες, μπερμπάντηδες, πρεζάκηδες, χασικλήδες, μαχαιροβγάλτες, σκυλόμαγκες, ντερβισόπαιδα, αποφάγια μάγκες.Όσο για ντεκέδες από την Πειραϊκή, Παναγίτσα, Άγιο Νείλο, Γύφτικα, στο Χατζηκυρειάκειο, στην Τρούμπα και όσο πιο πέρα πήγαινες, Άγιο Διονύση, εκεί φουμάρανε στο δρόμο. …, σε κάθε καταγώγιο και σε κάθε καφενείο έπρεπε να είναι κρεμασμένα 3-4 μπουζούκια και μπαγλαμάδες για το σκυλολόι (πελάτες) που εσύχναζαν μέσα, όχι όμως στα κεντρικά, μόνον στα συνοικιακά. Διότι για να είχες τότε καφενείο, έπρεπε να ήσουν μούτρο, δηλαδή να ήσουν του κουρμπετιού και να είχες εγκληματίσει απαραιτήτως. Σε αυτά τα καφενεία, δε σταματούσε μέρα-νύχτα το μπουζούκι από τους κοπρόμαγκες και τους γνήσιους μάγκες. Επίσης στου Καραϊσκάκη, στα υπόστεγα στον Πειραιά, στου Τσελέπη, το μπουζούκι ήταν στην ημερήσια διάταξη, πενιές της φυλακής από ανέκδοτους συνθέτες… Μέρα και βράδυ όπου και να πέρναγες, δηλαδή από καφενείο, άκουγες το κελάηδισμα του μπουζουκιού ή του μπαγλαμά και την μυρωδιά της ταλμίρας (χασίς) ή από αργιλέ ή από τσιγαρλίκι. Και αυτός που το έπαιζε δεν ήταν κανά παιδάκι, ήταν άνθρωπος της τούφας και το είχε μάθει στο σχολείο-φυλακή… Δεν υπήρχανε, τότες, μπουζουξήδες επαγγελματίες. Μόνο παλιοί μάγκες έπαιζαν μπουζούκι, παλιοί κατάδικοι, γεροντόμαγκες, παλιοί τεκετζήδες, μόρτηδες και άλλοι της πιάτσας.

Στα τραγούδια τους οι ρεμπέτες αναφέρονται σε αρκετούς τεκέδες και τεκετζήδες, άλλοτε πραγματικούς κι άλλοτε φανταστικούς.
Ένα απέραντο χασισοποτείο  ήταν η περιοχή από το Χατζηκυριάκειο μέχρι τα Ταμπούρια και τη Δραπετσώνα ως τα τέλη της δεκαετίας του 1930.  Λειτουργούσαν τουλάχιστον τριάντα τεκέδες.
Το πιο πολυτελέστερο χασισοποτείο  ήταν του Τζοάνου, μιας μεγάλης μορφής  του κόσμου της εποχής εκείνης. Λειτουργούσε και  σαν καφενείο-ουζερί, πάντα με δροσερές και ελαφροντυμένες γκαρσόνες, έτοιμες να ικανοποιήσουν   απαιτητικούς  πελάτες.
Ένα  βράδυ, παρ ότι απαγορευόταν, ένας δόκιμος της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων, μπήκε στου Τζοάνου με την επίσημη στολή εξόδου. Ο Τζοάνος είτε για να τον περιποιηθεί, είτε για να τον ξεφτιλίσει, του έβαλε πάνω στο κάρβουνο  τουμπεκί, που είναι βαρύτερο απ’ το χασίς.
Ο δόκιμος, αμάθητος στο ναρκωτικό, ζαλίστηκε κι αποφάσισε να φύγει γρήγορα. Παραπατούσε και κατά λάθος  παρέσυρε και έσπασε με τη χλαίνη του τον αργιλέ. Τότε οι ρεμπέτες  σκάρωσαν ένα τετράστιχο, που έγινε σουξεδάκι στις φυλακές:
Μας έσπασες τον αργιλέ
κυρ λοχαγέ, κυρ λοχαγέ.
Τον πήρε η μανδύα σου
Γα………………………………..
Όπως γράφει το «Ασκαρδαμυκτί»  ξακουστός τεκές ήταν κι η «παράγκα του Σερενάκη», στα Δημοτικά Σφαγεία στα Λιπάσματα της Δραπετσώνας. Εκεί μαζευόταν η σάρα και η μάρα. Οι χειρότεροι μαχαιροβγάλτες του Πειραιά. Σε καθάριζαν «δια ασήμαντον αφορμήν».
Ο ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΟΣ  ΠΕΙΡΑΙΑΣ  ΚΑΙ  Η ΤΡΟΥΜΠΑ
 
  Για τον προπολεμικό Πειραιά και το ρεμπέτικο,  ο ρεμπέτης    Νίκος  Μάθεσης,     γράφει  στα  απομνημονεύματά  – όπως τα παρέδωσε  στον Κώστα Χατζηδουλή:
      «Ο Πειραιάς πριν μισό αιώνα με τα καταγώγια, τους ντεκέδες, τα μπαρμπουταντζίδικα, τα Βούρλα και τα   «καφέ-σαντάν»  του.
Ο Πειραιάς με τους νταήδες του, τους μάγκες, τους ρεμπέτες, τους αγαπητικούς, τους πορτοφολάδες και τους κλέφτες των λιμανιών. Ο Πειραιάς προ 57 χρόνια όπως τον έζησα εγώ, τότε ήμουν 11 χρονών και τον θυμάμαι σαν να ήταν χθες. Τότε και πριν έλθουν οι πρόσφυγες ήταν μικρός. Θυμάμαι το 1917 όπου ήμουν πρόσκοπος στην ομάδα του Λελούδα με έναν συμμαθητή μου που τώρα είναι δικηγόρος, επίσης και ο αδερφός του δικηγόρος είναι. Και όταν ερχότανε απ’ τη Θεσσαλονίκη το «Λαφαγιέτ», το πλοίο νοσοκομείο (γαλλικό ήτανε) στου Ξαβέριου και έφερνε Έλληνες στρατιώτες τραυματίες από τις μάχες του Σκρα και τους κερνούσαμε και μετά τους πήγαιναν στο Χατζηκυριάκειον που ήτανε νοσοκομείο τότε. Εκεί μπροστά στου Ξαβέριου ήταν αραγμένα πολεμικά καράβια γαλλικά , ιταλικά, αγγλικά και ελληνικά. Και σαν δεν είχαμε δουλειά πηγαίναμε παρέες και κολυμπάγαμε και λέγαμε στους Γάλλους «μουσχιού ντόνε μουά λεπέν» ή «ντόνε μουά νεσού». Δηλαδή, «κύριε δω μας ψωμί» ή «δω μας μια δεκάρα». Κι αυτοί μας έλεγαν «μαργαρήτ…».
Τότες ο Πειραιάς ήταν πολύ άγριος. Από την μια ο αποκλεισμός, από την άλλη τα πολιτικά μας μίση. Οι φόνοι στα Καρβουνιάρικα, Τρούμπα και Τζελέπη ήταν στην ημερησίαν διάταξιν. Όσο για ντεκέδες από την Πειραϊκή, Παναγίτσα, Άγιο Νείλο, Άγιο Νικόλαο, Γύφτικα, στο Χατζηκυριάκειο, στην Τρούμπα και όσο πιο πέρα πήγαινες, Άγιο Διονύση, εκεί φουμάρανε στο δρόμο. Ζάρια μες το δρόμο παίζανε, περνούσε ο χωροφύλακας και δεν του έδινε κανείς σημασία, παρά τραβούσανε την δίκοπη (είδος μαχαιριού) επιδειχτικά να την δει! Τι να έκανε; Από στρατιώτη αγράμματο βουνήσιο τον ρίξανε χωροφύλακα στον Πειραιά μες τα λυσσασμένα τσακάλια.
Πρωτοδικείο, Εισαγγελία δεν είχε τότε ο Πειραιάς! Από  την Αθήνα κατέβαιναν οι νωματαρχέοι νταήδες να επιβάλουν την τάξη και να συλλάβουν κανέναν επικίνδυνο καταζητούμενον. Ο Μαρούδας και ο Γαλιγάλης, οι μάγκες είχανε συνθέσει και στίχους για τους μόρτες καταδότες και ας μην τους ήξεραν και το τραγουδούσαν παίζοντας το μπουζούκι τους.
»Ο Πειραιάς τότε είχε και έφιππη χωροφυλακή. Χαμαιτυπεία είχε μόνο στα Βούρλα που τώρα είναι φυλακές. Εκεί οι γυναίκες δεν βγαίνανε έξω, απαγορευότανε αυστηρώς. Αλλά οι αγαπητικοί είχαν τον τρόπο τους και πηδάγανε τα μεσάνυχτα μέσα παρ’ όλο που φυλάγανε άγριοι εύζωνοι! Αλλά καμία δεν μαρτυρούσε. Φόνοι γινόντουσαν κάθε τόσο, αιτία βέβαια οι γυναίκες αλλά όσοι εγκληματούσαν για την γυναίκα, αυτή ήταν υποχρεωμένη μέχρι να βγει απ’ την φυλακή να τον συντηρεί. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, θα σκοτωνότανε απ’ τους φίλους του. Αλλά και όταν έβγαινε, η πρώτη του δουλειά ήταν να την στεφανωθεί. απαραίτητος κανών!!! Για τον σκυλόμαγκα ο άγραπτος νόμος είναι σκληρός! Καφωδεία ο Πειραιάς είχε πολλά γύρω στην Ντρούμπα. Απάνω στο πάλκο έπαιζαν τσιφτετέλια, ζεϊμπέκικο κ.λ.π. Κάτω στο πάλκο ορχήστρα ευρωπαϊκή, πιάνο, βιολί και τζάζι για ταγκό κ.λ.π. Και μπροστά χαμηλά, σχεδόν κάτω ήταν δώδεκα κορίτσια σε παράταξη άβαφτες Γερμανίδες που έπαιζαν με την σειρά τους βιολιά. Αυτή την διαρρύθμιση είχαν όλα τα καφωδεία της Τρούμπας. Οι φόνοι εκεί γινόντουσαν συχνότατα. Αφού του έτρωγε τα λεπτά του και τον έκανε στούπα, του έλεγε να την περιμένει απέξω! Και η αρτίστα έβγαινε αγκαζέ με τον ντερβίση της, αλλά και ο άλλος ο επαρχιώτης άγριος, και το ψυχικό γινότανε…
Επίσης και τα παιχνίδια ήταν πάμπολλα (λέσχες). Μέσα κάθε καρυδιάς καρύδι, μπράβοι, αβανταδόροι, μούτρα, να πουν αμέσως φυλακή σε ένα γνέμα! Φόνοι πιο πολλοί στα παιχνίδια γιατί έχανες τα λεπτά σου, ίσως και ξένα που στα είχαν εμπιστευθεί να τους ψωνίσεις κάτι πράγματα. Και το αίμα ανέβαινε στο κεφάλι και … όσο για μάγκες, δηλαδή ρεμπέτες, κάθε συνοικία είχε τους δικούς της. Αν ακουγότανε κανένας ρεμπέτης καλός με πράξεις σωστές ρεμπέτικες, δηλαδή παλικαρίσιες εξηγήσεις, τότε ακουγότανε και στον Πειραιά, δηλαδή στην καρδιά του Πειραιά. Στα παιχνίδια που είχαν οι νταήδες ανεγνωρισμένοι… Έσπαγε τα δεσμά της συνοικίας του και από μαχαλόμαγκας αφανής –ενός μαχαλά -γινότανε διεθνής. Αναγνωριζότανε από όλες τις συνοικίες, αλλά πως;
Έπρεπε με έργα και όχι με λόγια, να μαλώσει, να μαχαιρώσει, να μπιστολίσει, να τραυματίσει καλόν νταή ανεγνωρισμένον, ασχέτως εάν δεν πήγε στην φυλακή. Μηνύσεις δεν γινόντουσαν, θα καθαρίζανε στον δεύτερο γύρο που θα έβγαινε ο χτυπημένος απ’ το νοσοκομείο…
Η αστυνομία το μάθαινε και ερχότανε να σου πάρει κατάθεση και εσύ τους έλεγες ότι έπεσες από ένα μικρό γκρεμό και σου μπήκαν κάτι σίδερα στην κοιλιά… και σου έλεγε μακάρι μόλις βγεις να σου μπούνε κι άλλα να ησυχάσουμε από εσάς τα τομάρια…Αν όμως έκανες μήνυση κατέρρεες αυτομάτως και όλοι οι μάγκες είχαν να κάνουν με σένα και να σε ξεφτιλίζουν…Τέτοια γινόντουσαν που και που, μάλλον από γερασμένους νταήδες και από φιγουρατζήδες ρεμπέτες…
Όσο για μπουζούκια, ο Πειραιάς με τους μαγκίτες του, ήτανε ορχήστρα πλήρης. Μέρα και βράδυ από όπου και να πέρναγες, δηλαδή από καφενείο, άκουγες το κελάηδισμα του μπουζουκιού ή του μπαγλαμά και την μυρωδιά της ταλμίρας (χασίς) ή από αργιλέ ή από τσιγαριλίκι. Και αυτός που το έπαιζε δεν ήταν κάνα παιδάκι, ήταν άνθρωπος της τούφας και το είχε μάθει στο σχολείο – φυλακή. Έτσι λεγότανε η φυλακή για να μην καταλαβαίνουν οι ανίδεοι. Παιδιά κάτω των 20 χρόνων και ανώμαλοι απαγορευότανε η είσοδος δια καρπαζιάς, σβουριχτής και κλοτσάς! Εδώ το νταραβέρι είναι του τάδε και συχνάζει όλο το σκυλολόι».
Να σημειώσουμε εδώ ότι  η ιστορία  μιας περιοχής γράφεται   κυρίως από τέτοιες αφηγήσεις.
Ωστόσο ο   π. Φιλόθεος  Φάρος   που μεγάλωσε   στην Τρούμπα  γράφει  στο βιβλίο του «Η αλλοίωση του Χριστιανικού ήθους»:  «Οι πόρνες και οι χασικλήδες της Τρούμπας δεν εστηρίζοντο στην δική τους δικαιοσύνη, όπως οι καθώς πρέπει ευσεβείς και γι’ αυτό όχι μόνον δεν είχαν έπαρση αλλά είχαν και μια αυθόρμητη ταπείνωση. Δεν έκαναν καμία προσπάθεια να αποκρύπτουν τη κατάντια τους. Δεν κάλυπταν την παλιανθρωπιά τους με μια μάσκα υποκριτικής ευπρέπειας. Δεν έκρυβαν την οργή τους με ανατριχιαστικά ευγενικά χαμόγελα, και είχαν μια γνήσια πίστη στην δύναμη και στην αγάπη του Θεού, γιατί αν και ομολογούσαν την κατάντια τους, δεν σταματούσαν να ζητούν και να ελπίζουν χωρίς μεγαλορρημοσύνες στο έλεός του».
Ο Διονύσης Χαριτόπουλος γραφει:
»Δεν υπήρξε πιο άγρια πόλη για πενήνταεξήντα χρόνια πριν από τον Δεύτερο Πόλεμο. Τα γκανγκστεριλίκια, τα πιστολίδια, τα μπουνίδια και τα μαχαιρώματα που βλέπουμε στις ταινίες, εκείνη την εποχή στον Πειραιά συνέβαιναν στην πραγματικότητα. Όλοι κουβάλαγαν πιστόλι, αν ήθελαν τη ζωή τους, ακόμα και οι νοικοκυραίοι κοιμόντουσαν με το όπλο κάτω απ’ το μαξιλάρι, και τις νύχτες ξέσπαγαν αληθινές μάχες μεταξύ συμμοριών, νταήδων, λαθρεμπόρων, σωματεμπόρων, ενώ η αστυνομία μέτραγε ανήμπορη κάθε νύχτα “άνω των τριάντα πυροβολισμών ανά πέντε λεπτά”». Στο λιμάνι υπάρχει χρήμα και η θάλασσα ξεβράζει ένα τσούρμο ξένους τυχοδιώκτες, λαθρεμπόρους, γκάνγκστερ, καλλιτέχνιδες, μαφιόζους, διεθνείς απατεώνες, άσπρα, μαύρα, κίτρινα ρεμάλια που η ανθρώπινη ζωή γι’ αυτούς δεν αξίζει σέντσι, γίνονται αχταρμάς με τους ντόπιους, τους μαθαίνουν νέα κόλπα, μπαίνουν στα δικά τους ή αλληλοσκοτώνονται πάνω στις λοβιτούρες».

Ο μπουζουξής που φυλακίστηκε ως «δημόσιος κίνδυνος» και άλλες ιστορίες από την west coast του Πειραιά.



Ο Μιχάλης Γενίτσαρης, γνωστός από το έπος «Εγώ Γκάνγκστα Φαινόμουνα Να Γίνω Από Μικράκι», επί Μεταξά είχε πιάσει γκόμενα μια πόρνη, τη Σοφία.
Κι εκεί που ήσαντο στα μέλια, κάτι νταβατζήδες τον «πείθουν» να την αφήσει να φύγει από την Αθήνα και να πάει να δουλέψει σ’ ένα μπουρδέλο στη Θήβα. Εκείνη του υποσχέθηκε ότι θα έχουν επικοινωνία, ότι θα συνεχίσει να τον αγαπάει και άλλα τέτοια απίστευτα.
Μετά από δέκα μέρες η Σοφία του στέλνει γράμμα ότι δεν θα γυρίσει πάλι στην Αθήνα γιατί την προξενεύουν με έναν ενωματάρχη και να την ξεχάσει.

 
Δεν το πολυσκέφτηκε ο Γενίτσαρης. Πήρε ένα ταξί, δυο μπουκάλες ούζο κι έφυγε μέσα στη νύχτα μαζί με την παρέα του, για να βρει την πουτάνα του.
Απολογισμός: ένα μπουρδέλο με κάθε δωμάτιό του σπασμένο, δυο δάχτυλα της τσατσάς κομμένα απ’ τη μαχαίρα του Γενίτσαρη και ένας ανθυπολοχαγός μαχαιρωμένος ψηλά στο πόδι, με την «λεπίδα» να βγαίνει πίσω στα κωλομέρια του, όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Γενίτσαρης στην αυτοβιογραφία του.
Για το περιστατικό αυτό ο Γενίτσαρης γλίτωσε τη φυλακή, για άλλα περιστατικά όμως όχι. Κατά τη διάρκεια της ζωής του πήγε τρεις φορές φυλακή, αλλά και ένα χρόνο εξορία στην Ίο ως «δημόσιος κίνδυνος».
Οι τεκέδες δεν ήταν ακριβώς cocktail bars
Για τους τεκέδες τα πράγματα λίγο πολύ είναι γνωστά.
ζουζούνια
Η λαϊκή κομπανία «Τα Ζουζούνια» σε μια πιστή αναπαράσταση της ατμόσφαιρας των τεκέδων. (Γιατί νομίζεται ότι η εκκλησία είχε απαγορέψει τα ρεμπέτικά που τώρα μόνο απαγορευμένα δεν είναι; Μα φυσικά ξεχάστηκε για πάντα η ιστορία των πρωταγωνιστών. )
 
Στα Βούρλα ωστόσο, περιοχή του Πειραιά, υπάρχαν κάποιοι ιδιότυποι τεκέδες που όπως αναφέρει ο Μάρκος Βαμβακάρης λειτουργούσαν και ως μπουρδέλα. Δηλαδή, αυτός που μαστούρωνε, προχωρούσε σε έναν διάδρομο και αριστερά δεξιά είχε μικρά παραθυράκια στο ύψος των γεννητικών οργάνων.
Άνοιγε ένα παράθυρο, άφηνες ένα τάληρο και κάποια προσφυγοπούλα «φερμάριζε τα πισινά της κι έκανες τη δουλειά σου». Μετά έφευγε, χωρίς να δεις ποτέ το πρόσωπό της. Κάτι σαν τα glory hole που βλέπετε σε αυτά τα youporn, τα πως τα λέτε εσείς η νεολαία.
minaj
Χαρακτηριστικό δείγμα προσφυγοπούλας της εποχής

Το crew του Βαμβακάρη την έπινε δίπλα σε σκυλόψαρα
Στον προπολεμικό Πειραιά κάθε λόφος, ρέμα και παραλία ήταν καβάτζα για χασισοπότες. Το κυνήγι που τρώγανε από την αστυνομία, το οποίο όσο πέρναγε η δεκαετία του ’30 γινόταν πιο άγριο, τους ανάγκαζε να μαζεύονται σε όλο και πιο απόμερα και απαγορευμένα μέρη για να ανάψουν τον λουλά.
Πόσο απαγορευμένα μέρη; Τόσο: «Καταλαβαίνεις με τί λαχτάρα έπαιρνα το δρόμο για τον τεκέ. Μια φορά έτρεξα στη σπηλιά του Κουλού που ήταν μια ακτή εδώ της Δραπετσώνας, η οποία ονομάζεται Απαγορεύεται» θυμόταν ο Βαμβακάρης στην αυτοβιογραφία του. «Από τότες το λέγανε Απαγορεύεται διότι εκεί πέρα φάγανε τα σκυλόψαρα δυο τρεις ανθρώπους».

Ο Μιχάλης Γενίτσαρης  το 1940 λίγο πριν το πόλεμο μπήκε φαντάρος. Άντεξε πέντε μέρες και μαζί μ’ έναν ακόμη φαντάρο απ’ τα Καμίνια το πήραν απόφαση να κάνουν μαντραπήδα.
Αυτό που τους την έδωσε περισσότερο ήταν ότι οι δύο γκόμενες που είχαν (οι οποίες, ξέρω θα ακουστεί απίστευτο, αλλά ήταν πουτάνες) τα ’χανε μπλέξει με άλλους. Του Γενίτσαρη η Σοφία είχε βρει ένα κελευστή, του άλλου του φαντάρου του Γιάννη του Βασάλου με τ’ όνομα, είχε μπλέξει με έναν αρχιφύλακα του τμήματος Ηθών.
Στάση πρώτη στο μπουρδέλο που δούλευε η γκόμενα του Γενίτσαρη. Δεν πρόλαβε να του πει ότι «συγγνώμη, το ξέρω ότι η απιστία δεν είναι μαγκιά, αλλά αυτοταπείνωση» και της κατάφερε μαχαιριά στο αριστερό μάγουλο, με το μαχαίρι να βγαίνει απ’ το δεξί. Και όλα αυτά μπροστά σε αστυνομικούς, από τους οποίους όμως κατάφερε και το’ σκασε.
γενίτσαρης πιμπ
 
Στάση δεύτερη τα Βούρλα, όπου «δούλευε» η γκόμενα του Βασάλου, η Νίτσα. Εκεί την είδανε μέσα στα σκοτάδια με έναν τύπο που νόμισαν ότι είναι ο αρχιφύλακας. Ο Βασάλος πλησίασε, τον μαχαίρωσε και το βάλανε στα πόδια. Τελικά, δεν ήταν ο αρχιφύλακας, αλλά ένας άλλος ρεμπέτης, ο Στέλιος Κηρομύτης (το πιο γνωστό του τραγούδι είναι αυτή η φούγκα σε ρε μείζονα).
Με τα πολλά τους συλλάβανε και ο Γενίτσαρης μπήκε φυλακή για δύο χρόνια, παρά το γεγονός ότι η πόρνη που μαχαίρωσε, κατέθεσε υπέρ του στο δικαστήριο.
Υπήρχε ένας τύπος πιο τρελός από όλους (και το έλεγε και το nickname του)
Το 1938, ο Νίκος Μάθεσης ή Τρελάκιας, ένας από τους πιο γνωστούς νταήδες του Πειραιά, έκανε ένα φόνο. Θύμα του ήταν ο Κώστας ο Στρίγκλας, το φόβητρο της Φρεαττύδας, ένας σκυλόμαγκας που όπως λένε τραβούσε μαχαίρι για το παραμικρό.
Αυτοί οι τύποι λοιπόν με τα ονόματα βγαλμένα από κακή Επιθεώρηση, παρεξηγήθηκαν σε έναν τεκέ, κάτι είπε ο Τρελάκιας στον Στρίγκλα και εκείνος του το κράτησε.
Αιτία του φονικού άρα, με τα σημερινά δεδομένα, ήταν ένα rap challenge που πήγε στραβά.

«Τον ξέρετε, μωρέ παιδιά, τον Νίκο τον τρελάκια,
παιδί τζιμάνι, μάγκες μου, μα κάνει καυγαδάκια»
Έτσι ένα απόγευμα ο Στρίγκλας, μαζί με έναν ξαδερφό του ψιλομούτρο, πήγαν να βρουν τον «Madman» Μάθεση στην αγορά του Πειραιά, που εκείνος είχε πάγκο. Του επιτέθηκαν ξαφνικά, ο ένας τον κράτησε και ο Στρίγκλας με το μαχαίρι τον χτύπησε στον λαιμό και στην πλάτη. Χωρίς να μασήσει σαν τη λουλού τον Notorious, ο Μάθεσης τράβηξε πιστόλι, του έριξε τέσσερις φορές και τον σκότωσε.
Ο Τρελάκιας έγινε καλά, έμεινε για λίγο στη φυλακή αλλα το δικαστήριο τον αθώωσε γιατί έκρινε ότι βρισκόταν σε άμυνα. Συνέχισε να πουλάει νταηλίκια και να γράφει στίχους για τον Μπάτη, τον Παπαϊωάννου, τον Τσιτσάνη και τον Βαμβακάρη – τον τελευταίο μάλιστα κάποτε τον τρύπησε με πιρούνι στον λαιμό, μετά από μία διαφωνία.
… ο Τρελάκιας όμως δεν είχε πει την τελευταία του λέξη
Το διάστημα που ο Μάθεσης έμεινε φυλακή για το φόνο του Στρίγκλα ήταν δύσκολο. Το μυαλό του βασάνιζε μια υπόσχεση που είχε δώσει και δεν μπορούσε να τηρήσει όσο τον κρατούσαν τα κάγκελα.
Τελικά αποφυλακίστηκε και όπως θυμόταν σε μεταγενέστερη συνέντευξή του «Μεγάλη Παρασκευή πήγα στον τάφο του Στρίγκλα, μαστούριασα και μετά τον έχεσα! Γιατί το ’χαμε πει, ότι όποιος καθαρίσει από τους δυο θα πάει να χέσει στον τάφο του αλλουνού! Και έτσι έκανα».
ma8eshs_6



Το λεξικό της Τρούμπας (Πειραϊκόν Λεξικόν)



Μορφωθείτε Πειραϊκά από το Μέγα Λεξικόν της Τρούμπας


Αλανιάρα = γυναίκα ρέμπελη του δρόμου
Αλαμπουρνέζικα = αυτά που δεν βγάζεις νόημα. Κατά τον Μπαμπιώτη προέρχονται από την φυλή Μπουρνού του Σουδάν που όταν μιλάνε ακούγονται απλά ήχοι περίεργοι.
Άμπακο = αυτό που δεν έχει τέλος (έφαγε τον άμπακο). Βγήκε από τον Άβακα τον τρόπο που οι άραβες έκαναν υπολογισμούς, κάτι σαν μικρό κομπιουτεράκι, με χάντρες που μπορούν ωστόσο να κάνουν υπολογισμούς τεράστιους άνευ τέλους
Αντάμικα = αντρίκια, θαρραλέα
Αρκουδόμαγκας = ψευτόμαγκας
Ασίκης = ωραίος, λεβέντης

Βλάμης =  σταυραδελφός, παλικαράς, κουτσαβάκης,  εραστής, γενναίος
Βουβή = μαχαίρι
Βουβουζέλας = αυτός που κάνει θόρυβο (όπως λέμε παπαρδέλας για αυτόν που μιλάει πολύ). Κατά συνέπεια η λέξη βουβουζέλα στο Μουντιάλ της Νοτίου Αφρικής είναι λέξη «πειραϊκή».

Γιαβάσης = ήρεμος, ψύχραιμος, αποφεύγει εντάσεις
Γιαβουκλού = μνηστή, ερωμένη
Γιαγκίνι = Σφοδρό ερωτικό πάθος
Γιάφκα = πρόκειται για ρωσική λέξη που σημαίνει το παράνομο στέκι που συγκεντρώνονταν οι κομμουνιστές για να προετοιμάσουν την επανάσταση του 1917
Γομάρια = τα γαϊδούρια αλλά στην Τρούμπα είχε την έννοια του σωματοφύλακα, του μπράβου που δεν καταλάβαινε τίποτα. Όπως τα γαϊδούρια που τα φορτώνεις και πάνε, έτσι κι αυτός «εαν τις έτρωγε» δεν έκανε πίσω.

Δαχτυλίθρες = παράνομο παιχνίδι εξαπάτησης, στο οποίο το θύμα  έπρεπε να βρει σε ποια από τις τρεις συνήθως δαχτυλίθρες, που είχε ο θύτης, βρισκόταν το στραγάλι, η φακή ή το ρεβύθι
Δερβίσης = Σωστός ιδανικός άντρας, μάγκας
Δίκοπη = Το αμφίστομο μαχαίρι

Εξωφυλαρούχας = το παιδί που είναι άμπαλο, δεν ξέρει μπάλα και γιαυτό όταν επιλέγουν του παίχτες στην αλάνα δεν τον θέλει κανείς και μένει να φυλάει τα ρούχα των υπολοίπων.Επίσης είναι αυτός που κάνει τον «καμπόη» μαζεύει δηλαδή τις μπάλες σκαρφαλώνοντας μάντρες. Στην εξωγηπεδική ζωή είναι αυτός που δεν έχει σοβαρό ρόλο.



Κασσαδόρος = ο διαρρήκτης
Κογιονάρω = εμπαίζω, ειρωνεύομαι
Κουμπούρι = το πιστόλι
Κουσελιάρης =  ο κουτσομπόλης
Κατσαβάκης = νταής, παλληκαράς
Κούφιο = το πιστόλι πάλι
Κοψοχρονιά = από τον κοψόχρονο άνδρα, δηλαδή αυτόν που πεθαίνει νωρίς βγήκε η λέξη αυτή που σημαίνει αυτό που φεύγει άδικα και χωρίς λόγο

Λαχανάδες = οι πορτοφολάδες
Λάχανα = τα πορτοφόλια
Λάζος = είδος μαχαιριού που διπλώνει
Λιμά = τα λόγια χωρίς σημασία

Μάγκας = ο σωστός άνδρας
Μαγκιόρος = Μεγάλος, ξεχωριστός
Μάλε βράσε = πρόκειται για έκφραση Πειραιωτών κρητικής καταγωγής που κατοικούσαν στην Καστέλα που μόλις μπλέκονταν με Μανιάτες προκαλούσαν φασαρίες. Ειδικά οι προερχόμενοι από τα Μάλια της Κρήτης μόλις τους προκαλούσαν οι Μανιάτες έβραζαν από θυμό
Μανίτα = Μέθοδος εξαπάτησης που εφαρμόζονταν όπως και ο «παππάς» σε αδαείς επαρχιώτες και μετανάστες
Μάπας = ο αργιλές
Μαστούρα = η χασισική μέθη
Ματσαράγκα = κατεργαριά
Μαύρης = χασίς
Μαχμούρικο = Βαρύθυμο, νωθρό, ζαλισμένο από αλκοόλ ή από άλλη αιτία
Μερακλής = Μανιώδης, παθιασμένος
Με γειά το κούρεμα = το κούρεμα αποτελούσε ειδικά στα χρόνια του Μεταξά μέσο τιμωρίας, επίσης τους άταχτους νέους τους κούρευαν με την ψιλή για να τους τιμωρήσουν. Έτσι όποιον έπιανε η αστυνομία για παραβάσεις περί «αλητείας» αφού τους κούρευαν πρώτα μετά έτρωγαν και μερικές ψιλές (φάπες). Έτσι έμεινε και σήμερα τους φρεσκοκουρεμένους να τους ρίχνουν φάπες στο σβέρκο «για το καλό»
Μόρτης =  συνώνυμο του Μάγκα
Μόκο = η σιωπή (κάνε μόκο)
Μπαγιόκο = Λεφτά, κομπόδεμα
Μπαλαμούτι = απάτη χαρτοπαικτική κυρίως
Μπαμπεσιά = η δόλια, η ύπουλη πράξη
Μπαρμπουτζής = αυτός που κουμαντάρει τυχερό παιχνίδι με ζάρι το οποίο ονομάζεται «μπαρμπούτι».
Μπαρμπούτι = τυχερό παράνομο παιχνίδι με ζάρια
Μπαχτσές = ο κήπος
Μπελαλής = αυτός που γίνεται συνεχώς αφορμή για καυγάδες, φασαρίες, ο δύστροπος
Μπιλαντέρια = τα αδέλφια
Μπιτιρίνι = η οργανωμένη μπαρμπουτιέρα
Μπουλασιλίκη = κόλλημα, επιμονή, πείσμα


Νταβατζής =  μαστρωπός
Νταής = παλληκαράς
Νταλκάς = δυνατή επιθυμία, πόθος
Νταμίρα = το φυτό Datura stramonium ή αλλιώς Τάτουλας που είναι πλούσιο σε αλκαλοειδείς ουσίες και ατροπίνη και χρησιμοποιούνταν ως υποκατάστατο του χασισιού
Ντερβίσης =  άντρας του κόσμου της μαγκιάς αλλά κλειστός τύπος σαν χαρακτήρας όπως ο μουσουλμάνος μοναχός δερβίσης που είναι γεμάτος μυστήριο
Ντέρτι = ψυχικός πόνος
Ντουζένι = το κέφι
Ντουνιάς =  ο κόσμος
Ντράβαλα = μπελάδες



Ξεφτέρι = το αρπακτικό πουλί κατά συνέπεια ο Ξύπνιος άνδρας

Παπατζής = αυτός που αεξαπατά θύματα παίζοντας με τα χαρτιά το παιχνίδι «παππάς»
Παπαγαλάκι = όπως το πτηνό παπαγάλος μπορεί να επαναλάβει κάτι που ακούει συνεχώς, έτσι και τύποι που το «έπαιζαν» μάγκες στον πειραιά αλλά δεν ήταν, μόλις τους έκαναν προσαγωγή στο τμήμα έλεγαν τι είχαν ακούσει στην «πιάτσα»
Πεζεβέγκης = ο Μαστρωπός (Ο πεζεβέγκης που τάχει στην πούγκα)
Πετσί = το πορτοφόλι
Πιάτσα = από την ιταλική λέξη piazza που σημαίνει πλατεία. Ήταν ο τόπος που συγκεντρώνονταν οι μάγκες
Ποδαράδες = παλιά ονομασία της Νέας Ιωνίας
Πούγκα = το κομπόδεμα
Πρεζάκιας  =  ο εξαρτημένος από ηρωίνηΡεφάρω = ξανακερδίζω όσα έχασα
Σεβνταλής = ο ερωτευμένος
Σεβντάς = ο ερωτικός καημός
Σεκλέτια = στεναχώρια
Σερέτης = ο δύστροπος, ο σκληρός, ο ευέξαπτος άνδρας
Σερετλίκι = η σκληρότητα
Σπαχάνι = από το Ισπαχάν της Περσίας
Συνάχης = άνδρας θυμωμένος, τσατισμένος ή υπό την επίδραση ναρκωτικών που λαμβάνονται από την μύτη
Σώτος = ο κερδισμένος
Ταρίφας = ο ταξιτζής
Τεκές = χασισοποτείο
Τεκετζής = ο ιδιοκτήτης του τεκέ
Τέρτσος  = ο χαμένος
Τεφαρίκι = το εκλεκτό πράγμα
Τζάμπα = δωρεάν
Τζαμπατζής = αυτός που δεν πληρώνει
Τζιμάνι = ο αξιαγάπητος, ο σεβαστός
Τουμπεκί = ο καπνός
Τσίφτης = στα αλβανικά είναι το γεράκι, και τσίφτηδες είναι αυτοί που είναι ξύπνιοι όπως τα αρπακτικά πουλιά
Τσίμα = Τσίμα τσίμα, επτανησιακή έκφραση που σημαίνει κοντά
Τουφατζής = αυτός που έχει κάνει φυλακή
Φάσκελο = η μούτζα. Προέρχεται από τον φάκελο που στέλνουμε (ταχυδρομούμε) κάτι σε κάποιον.
Φελέκι = Λέξη αραβικής προέλευσης που σημαίνει τύχη (γ…ώ το φελέκι μου δηλαδή την τύχη μου)
Φιλέτο = κατά κυριολεξία είναι η μικρή κλωστή. Επειδή συνήθιζαν να μαγειρεύουν τα καλά κρέατα δεμένα με σπάγκο έμεινε το φιλέτο να σημαίνει το καλύτερο.
Φούφουτος = σημαίνει ο άλφα, ο βήτα, ο τάδε, ο δείνα. Οι μάγκες όταν δεν ήξεραν το όνομα κάποιου αντί να πούνε το έκανε ο τάδε όπως έλεγαν οι καθώς πρέπει, απαντούσαν το έκανε ο Φούφουτος. Κατά άλλη εκδοχή προέρχεται από την πίεση που υπήρχε από την αστυνομία να «μιλήσουν» να δώσουν το όνομα του συνεργάτη τους έλεγαν όνομα το οποίο δεν υπήρχε.
Χαράμι = Μάταια, αυτό που πήγε άδικα. Βγήκε από το αραβικό χράμι που ενώ είναι κομψοτέχνημα και κεντητό οι μουσουλμάνοι το στρώνουν στο πάτωμα και πατάνε πάνω του για να προσευχηθούν.
Χαρμάνης = ο χρήστης χασίς που βρίσκεται σε κατάσταση στέρησης
Ψιλά =  τα λεφτά    https://pneymatiko.wordpress.com

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011

Ο ΑΝΤΩΝΗΣ Ο ΒΑΡΚΑΡΗΣ Ο ΣΕΡΕΤΗΣ......[ΚΑΘΕ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ]

H ιστορία του τραγουδιού: ” Ο Αντώνης, ο Βαρκάρης, ο Σερέτης”





Οι περιπέτειες της Κάρμεν στην Ελλάδα και άλλες ιστορίες
Η μουσική και τα τραγούδια μιας ταινίας, συχνά είναι ένα από τα βασικά συστατικά για την επιτυχία της. Υπάρχουν κινηματογραφικά τραγούδια που έχουν κλέψει κυριολεκτικά την παράσταση και έχουν αποκτήσει φήμη μεγαλύτερη ακόμα και από την ταινία στην οποία είχαν πρωτοακουστεί. Πρόχειρα έρχεται στο μυαλό μου το “ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας” του Μάνου Λοΐζου,που το γνωρίζουν ακόμα και όσοι δεν έχουν δει την ταινία “Ευδοκία” του Αλέξη Δαμιανού. Άλλο παράδειγμα είναι το “Βρέχει φωτιά στη στράτα μου” του Μίμη Πλέσσα, που με την φωνή του Στράτου Διονυσίου έχει γράψει την δικιά του ιστορία στο ελληνικό τραγούδι, ξεπερνώντας την φήμη του Φωσκολικού δράματος “Ορατότης Μηδέν” για το οποίο είχε δημιουργηθεί.

Το τραγούδι που είναι η αφορμή για το παρόν ποστ, ακούστηκε στην ταινία του σκηνοθέτη Florian Rey “Carmen la de Triana” (1938), από την Αργεντινο-ισπανίδα ηθοποιό Imperio Argentina. Το τραγούδι, που έχει τίτλο “Antonio Vargas Heredia” είναι σύνθεση των Jose Molleda και Juan Mostazo και μπορούμε να το παρακολουθήσουμε στο μικρό απόσπασμα της ταινίας:
H πρωταγωνίστρια Ιμπέριο Αρχεντίνα, που το πραγματικό της όνομα ήταν Magdalena Nile del Río, ήταν παντρεμένη με τον σκηνοθέτη της ταινίας Φλοριάν Ρέυ. Γεννημένη στην Αργεντινή τον Δεκέμβρη του 1906, πέθανε στην δεύτερη πατρίδα της, την Ισπανία,πλήρης ημερών τον Αύγουστο του 2003. Στην πολύχρονη καριέρα της σε θέατρο, κινηματογράφο, ραδιόφωνο και τηλεόραση, λατρεύτηκε όχι μόνο από τον απλό κόσμο αλλά και από τους δικτάτορες της Ευρώπης. Θαυμαστής και φίλος της υπήρξε τόσο ο Ισπανός δικτάτορας Φραγκίσκο Φράγκο, όσο και ο Αδόλφος Χίτλερ. Ο Χίτλερ γνωρίστηκε με την Ιμπέριο και τον σκηνοθέτη σύζυγό της Φλόριαν Ρέυ το 1938, όταν το ζευγάρι βρισκόταν στην Γερμανία, προσκαλεσμένοι του υπουργού προπαγάνδας της φασιστικής Γερμανίας Τζότζεφ Γκέμπελς, για να γυρίσει την ταινία “Andalusiche Naechte” όπως ήταν ο γερμανικός τίτλος της ταινίας “Carmen la de Triana” για την οποία μιλάμε. O Γκέμπελς την εποχή εκείνη ήταν ουσιαστικά το αφεντικό της εταιρίας παραγωγής UFA (Universum Film AG) και ασκούσε ασφυκτικό έλεγχο στο περιεχόμενο και την αισθητική των κινηματογραφικών παραγωγών της εταιρίας αυτής. Ο θαυμασμός και το πάθος, που εκδήλωνε τόσο δημόσια όσο και ιδιωτικά ο Χίτλερ για την ομορφιά και το ταλέντο της Ιμπέριο, άφησε ένα σκοτεινό στίγμα στην φήμη της, χωρίς όμως να σταθεί εμπόδιο για την καριέρας της, που συνεχίστηκε με επιτυχία για πολλές δεκαετίες ακόμα.
Η ταινία προβλήθηκε με επιτυχία στην Αθήνα το 1939 και η ιστορία της Κάρμεν από την Τριάνα (παλιά λαϊκή συνοικία της Σεβίλλης με φλαμέγκο, τσιγγάνους κλπ) συγκίνησε βαθύτατα το ελληνικό κοινό. Σχεδόν αμέσως τα τραγούδια της ταινίας ντύθηκαν με ελληνικούς στίχους από τον στιχουργό Μιχάλη Γαϊτάνο και με βασικό κορμό αυτά ανέβηκε στο θέατρο Μικάδο της Θεσσαλονίκης η επιθεώρηση “Κάρμεν”, κατ΄εντολήν του εκδότη Γιάννη Βελίδη για να προωθηθεί η “προστατευομένη” του ηθοποιός Μιμόζα.
Την ίδια χρονιά σε δίσκο,το τραγούδι “Αντόνιο Βάργκας Χερέδια” κυκλοφόρησε με την φωνή της Δανάης:
Έχει δύο χείλια, γαρούφαλου χρώμα
και δυό μάτια μαύρα που φλόγες σκορπάνε
και όπου περάσει ακούς μ’ ένα στόμα
Αχ, Αντόνιο Βάργκας Χερέδια Τσιγγάνε
Πηγαίνει μονάχος προς το μονοπάτι
να ‘βρει των τσιγγάνων τρελή συντροφιά
και όπως τον λούζει χλωμό το φεγγάρι
του δίνει πιο πλάνα ακόμα ομορφιά
Αντόνιο Βάργκας Χερέδια
με την μεγάλη καρδιά
ποθώ πολύ τα φιλιά σου
έστω και για μια βραδιά
Για το γερό σου το κορμί μιλάνε κάθε στιγμή
τρελές κοπέλες που ποθούν μαζί σου να φιληθούν.
Τα κορίτσια της Σιέρρα Μορένα
μπορούνε για σένα και να σκοτωθούν
Αντόνιο Βάργκας Χερέδια
μπορούνε για σένα και να σκοτωθούν
Εμπνευσμένο κυρίως από την υπόθεση της ταινίας και κλέβοντας κάποια μέτρα από την μουσική του τραγουδιού “Antonio Vargas Heredia” κυκλοφορεί το 1939 το χασάπικο “ο Αντώνης, ο βαρκάρης”. Η μουσική είναι του Σπύρου Περιστέρη και οι στίχοι του Μίνωα Μάτσα, που από νεαρός στιχουργός μέσα σε λίγα χρόνια έγινε το αφεντικό της ελληνικής δισκογραφίας. Στον δίσκο, ως στιχουργός αναφέρεται η Πιπίτσα Οικονόμου ,που ήταν υπάλληλος του Μ. Μάτσα, το όνομα της οποίας χρησιμοποίησε ως ψευδώνυμο ο Μάτσας για να υπογράψει τους στίχους του.
Εδώ ακούμε το τραγούδι από τον Μάρκο Βαμβακάρη και τον Απόστολο Χατζηχρήστο
Ο Αντώνης ο βαρκάρης,ο σερέτης
έπαψε να ζει ρεμπέτης,
θέλει πλούτη και παλάτια
και της Κάρμεν τα δυο μάτια.
Επαράτησε την βάρκα στο λιμάνι
κάτω στο πασαλιμάνι,
τραγουδάει κι όλο πίνει
ταυρομάχος πάει να γίνει.
Μα ο άκαρδος ο ταύρος τον σκοτώνει
και στην γης τον εξαπλώνει,
σαν τον βλέπει η Κάρμεν κλαίει
πάει κοντά του και του λέει:
Αχ Αντώνη μου βαρκάρη μου,σερέτη
τώρα μένω νέτη,σκέτη
μεσ’ τον κόσμο η καημένη
χήρα,παραπονεμένη.
Και μπορεί ο Antonio Vargas Heredia να έγινε Αντώνης, βαρκάρης και σερέτης, ο Mostozo, συνθέτης του αυθεντικού τραγουδιού,αποδείχτηκε ότι ήταν κι αυτός… σερέτης (=ζόρικος).
Όταν πληροφορήθηκε την επιτυχία της ρεμπέτικης εκδοχής του τραγουδιού του, κατέφυγε στα ελληνικά δικαστήρια καταγγέλοντας τους Περιστέρη-Μάτσα για κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας και απαιτώντας αποζημίωση. Το δικαστήριο όμως δεν δικαίωσε τον Ισπανό συνθέτη μια και η μουσική ήταν αρκετά παραλλαγμένη και οι ελληνικοί στίχοι δεν ταυτίζονταν με τους αντίστοιχους ισπανικούς. Ο Μάτσας στους στίχους του “Αντώνη” απέδιδε περιληπτικά το στόρι της ταινίας και όχι το νόημα των στίχων του αυθεντικού τραγουδιού. Λέγεται, ότι σαν μάρτυρα υπεράσπισης οι κατηγορούμενοι εμφάνισαν στο δικαστήριο κάποιον Αντώνη, βαρκάρη στο επάγγελμα, ο οποίος δήλωσε ότι το τραγούδι γράφτηκε ειδικά γι΄αυτόν.
Χωρίς να φοβηθεί από τις δικαστικές διαμάχες, λίγες μέρες αργότερα, ο Παναγιώτης Τούντας κυκλοφόρησε σε δίσκο την δικιά του εκδοχή για την Κάρμεν. Το τραγούδι “τηλεγράφημα στην Κάρμεν” σε στίχους του Β. Μαυροφρύδη, το ακούμε από τον Στράτο Παγιουμτζή και τον Στελλάκη Περπινιάδη:
Απόψε Καρμεντσίτα μου
μπαρκάρω απ’ τον Περαία
και στη Σεβίλλη έρχομαι
να κάνουμε παρέα.
Γλυκιά μου Κάρμεν έρχομαι,
κοντά να γνωριστούμε
και δίχως άλλο κούκλα μου
ταιράκια να γινούμε.
Να δείς μπουζούκι να σταθείς
με ανοιχτό το στόμα,
που θα ξεχάσεις, ξέρε το
και τον Χερέδια ακόμα.
Κι από τον ταύρο, ξέρε το,
δε θα ‘χω αβαρία,
γιατί έξι χρόνια έκανα
χασάπης στα σφαγεία.
Το τηλεγράφημα βεβαίως δεν έφτασε ποτέ στα χέρια της “Καρμεντσίτας”, το τραγούδι όμως γνώρισε επιτυχία. Βλέποντας την επιτυχία του τραγουδιού αυτού ο Περιστέρης και ο Μάτσας έδωσαν συνέχεια στις περιπέτειες της Κάρμεν, με ένα δεύτερο χασάπικο, με το οποίο ερχόταν “η Κάρμεν στην Αθήνα”. Στο τραγούδι αυτό γίνεται έμμεση αναφορά στη δικαστική διαμάχη που αναφέραμε πιο πάνω, μια και η Κάρμεν έρχεται στην Αθήνα για να πάρει την κληρονομιά του Αντώνη, όπως ο Μοστόζο ήρθε για να πάρει τα δικαιώματα του τραγουδιού του. Στο τέλος όμως η Κάρμεν, όπως και ο Μοστόζο, έπεσε θύμα της ελληνικής καπατσοσύνης. Ακούμε την άφιξη της Κάρμεν στην Αθήνα από τους Μάρκο Βαμβακάρη και Στράτο Παγιουμτζή.
Ήρθε η Κάρμεν στην Αθήνα
η Ιμπέριο Αρτζεντίνα
την κληρονομιά να πάρει
του Αντώνη του βαρκάρη.
Απ’ το τρένο μόλις φτάνει
τρέχει στο Πασαλιμάνι
την βαρκούλα ν’ αντικρίσει
τα κουπιά της να φιλήσει.
Κι που γύριζε η καημένη
βλέπει κατατρομαγμένη
μες την βάρκα τον Αντώνη
τα πανιά του να απλώνει.
Αντωνάκη μου βαρκάρη
ταυρομάχε παλικάρι
ζεις ακόμη ή γελιέμαι
σε θωρώ κι αναρωτιέμαι.
Κάρμεν Κάρμεν μη φωνάζεις
μη με βλέπεις και τρομάζεις
να πεθάνω ήταν κρίμα
κι έκανα το ψευτοθύμα.
Κάνοντας το ψευτοθύμα, ο Αντώνης την γλύτωσε φτηνά χωρίς να χυθεί ούτε μια σταγόνα από το αίμα του για τα μάτια της ωραίας Κάρμεν. Η Ευρώπη όμως ήδη στέναζε πλημμυρισμένη στο αίμα, από τα σχέδια για τη νέα τάξη πραγμάτων που θέλησε να επιβάλει ο Χίτλερ, ο μεγάλος όπως είδαμε θαυμαστής της Ιμπέριο Αρτζεντίνα. Η επίθεση της φασιστικής Ιταλίας κατά της χώρας μας, σύντομα έσπρωξε την πατρίδα μας στο αιματηρό ποτάμι του παγκόσμιου πολέμου.
Ο Περιστέρης και ο Μάτσας “επιστρατεύουν” τον Αντώνη τον Βαρκάρη και ντύνουν το τραγούδι στο χακί, με νέους σκωπτικούς στίχους, αυτή τη φορά κατά του Μουσολίνι. Το τραγούδι κυκλοφορεί σε δίσκο στο τέλος του 1940 με τίτλο “το Όνειρο του Μπενίτο”. Το ακούμε και πάλι από τον Μάρκο Βαμβακάρη και τον Απόστολο Χατζηχρήστο:
Ο Μπενίτο κάποια νύχτα ζαλισμένος είδε όνειρο ο καημένος,
πως βρισκόταν στην Αθήνα σε μια φίνα λιμουζίνα,
πως βρισκόταν στην Αθήνα σε μια φίνα λιμουζίνα.
Μα σα ξύπνησε και ρίχνει ένα βλέμμα, είπε κρίμα να ‘ναι ψέμα,
ένα τέτοιο μεγαλείο, βρε παιδιά, δεν είν’ αστείο,
ένα τέτοιο μεγαλείο, βρε παιδιά, δεν είν’ αστείο.
Φέρτε πένα διατάζει και μελάνι, τηλεσίγραφο μας κάνει,
μα του λέμε εν τω άμα, αν βαστάς κάνε το θαύμα,
μα του λέμε εν τω άμα, αν βαστάς κάνε το θαύμα.
Δεν περάσανε παρά ολίγες μέρες κι οι θαυματουργιές μας σφαίρες,
το τσαρούχι κι η αρβύλα κάναν στον Μπενίτο νίλα,
το τσαρούχι κι η αρβύλα κάναν στον Μπενίτο νίλα.
Βρε Μπενίτο μη θαρρείς για μακαρόνια τα Ελληνικά κανόνια,
τα ‘χουν χέρια δοξασμένα, παληκάρια ανδρειωμένα,
τα ‘χουν χέρια δοξασμένα, παληκάρια ανδρειωμένα.


ΠΗΓΗ 24grammata.com