ΕΥΔΑΙΜΟΝ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ,ΤΟ Δ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΤΟ ΕΥΨΥΧΟΝ ΚΡΙΝΟΜΕΝ...…

[Το μπλόγκ δημιουργήθηκε εξ αρχής,γιά να εξυπηρετεί,την ελεύθερη διακίνηση ιδεών και την ελευθερία του λόγου...υπό το κράτος αυτού επιλέγω με σεβασμό για τους αναγνώστες μου ,άρθρα που καλύπτουν κάθε διάθεση και τομέα έρευνας...άρθρα που κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο κι αντιπροσωπεύουν κάθε άποψη και με τά οποία δεν συμφωνώ απαραίτητα.....Τά σχόλια είναι ελεύθερα...διαγράφονται μόνο τά υβριστικά και οσα υπερβαίνουν τά όρια κοσμιότητας και σεβασμού..Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές..]




Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διαφωτισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διαφωτισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 4 Σεπτεμβρίου 2017

Η ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΚΟΛΛΥΒΑΔΕΣ...ΜΕΡΟΣ Γ

΄ΜΕΡΟΣ Γ'
ΟΙ «ΔΙΩΞΕΙΣ»______________Υπάρχουν, βέβαια, και περιπτώσεις «δίωξης» κληρικών από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Η έρευνα όμως, πού συνεχώς φωτίζεται με νέα ευρήματα, αποδεικνύει ότι, όταν στις περιπτώσεις αυτές δεν πρόκειται για καθαρές παρεξηγήσεις, υπάρχουν και ουσιαστικοί λόγοι. Το 1721 π.χ. αφορίστηκε ο Μεθόδιος Ανθρακίτης, αλλά γιατί κατηγορήθηκε για αντιτριαδικές τάσεις (ότι απέρριπτε δηλαδή το θεμέλιο του χριστιανισμού, την Αγία Τριάδα). Το ίδιο όμως το Πατριαρχείο τον αθώωσε και τον αποκατέστησε (1725), όταν διαπιστώθηκε η πλάνη της απόφασης. Η «καταδίκη» του έργου του Χριστόδουλου Παμπλέκη ήταν υποχρέωση του Πατριαρχείου, αφού επρόκειτο για ριζική άρνηση του Χριστιανισμού. Μαζί με τον Παμπλέκη (1793) το Οικουμενικό Πατριαρχείο καταδίκασε όλο το δυτικό Διαφωτισμό στην άθεη και αντιεκκλησιαστική εκδοχή του, παίρνοντας έτσι επίσημα θέση απέναντι στη «φωτισμένη Ευρώπη», πού εκφραζόταν τότε με την αθεΐα και τρομοκρατία της Γαλλικής Επανάστασης. Παρόμοια με τον Παμπλέκη περίπτωση υπήρξε, αργότερα, ο Θεόφιλος Καΐρης

(1784-1853). Η Εκκλησία είχε επαινέσει την προσφορά του στον εθνικό αγώνα και την παιδεία. Δεν μπορούσε όμως να δεχθεί, χωρίς να αυτοκαταργηθεί, τη θρησκεία πού ο Καΐρης κατασκεύασε, τη «θεοσέβεια», η οποία απέρριπτε σύρριζα τη χριστιανική πίστη.
Μέσα σε τέτοια περίπου πλαίσια τοποθετούνται οι ιδεολογικές συγκρούσεις του 18ου αιώνα. Ήταν μια ταραγμένη εποχή-πραγματικά κοσμογονική - πού το νέο (και όχι πάντα ωφέλιμο για το Γένος) συγκρουόταν με το παλαιό (είτε τη δοκιμασμένη παράδοση, είτε τη δυσκίνητη πια συντήρηση). Οι εκτιμήσεις των επιμέρους προσώπων, όχι πάντα ορθές, συνέβαλλαν στην όξυνση των πνευμάτων και συνετέλεσαν στο να βρεθεί διχασμένο για μια ακόμη Γένος σε στιγμές κρίσιμες για τον προσανατολισμό της όλης του πορείας, όπως συνήθως συμβαίνει.


_________ΡΗΓΑΣ & ΚΟΡΑΗΣ___________

Τις ιδέες τής Γαλλικής Επανάστασης ασπάστηκαν και προπαγάνδισαν στο γένος ο Ρήγας (1757-1798) και ο Αδαμάντιος Κοραής (1748-1833). Ήταν και οι δύο, με το δικό του τρόπο ο καθένας, φορείς του γαλλικού Διαφωτισμού. Ό πρώτος, με κέντρο δράσης τη Βιέννη, εξέδωσε μεταφράσεις δυτικών έργων (Σχολείον ντελικάτων εραστών, Φυσικής απάνθισμα κλπ.), αλλά και έργα δικά του (Επιπεδογραφία της Κωνσταντινουπόλεως, Χάρτα της Ελλάδος, Νέα πολιτική διοίκησις κλπ.).

Αποτέλεσμα εικόνας για ρηγασ φεραιοσΟ δεύτερος, ζώντας στο Παρίσι, επηρεάστηκε από το γαλλικό Φιλελευθερισμό, αλλά όχι και το επαναστατικό πνεύμα, όπως ο Ρήγας. Προσπάθησε να ξανασυνδέσει το Γένος με την αρχαιότητα (ανάμνηση) υποτιμώντας όμως τη Ρωμανία-Βυζάντιο και με τη «φωτισμένη Ευρώπη» (μετακένωση), την οποία θεωρούσε άμεση κληρονόμο του ελληνικού πνεύματος, αδιαφορώντας όμως για την πνευματική αλλοτρίωση, πού ή μεσαιωνική Ευρώπη είχε υποστεί (εκφράγκευση) και παραβλέποντας το γεγονός, ότι ο Ελληνισμός δεν μπορεί να νοηθεί χωριστά από την Ορθοδοξία. Με την αναζήτηση της «μέσης Οδού» στο ζήτημα της γλώσσας, έγινε δημιουργός του «γλωσσικού ζητήματος», πού με την εμφάνιση και του Γιάννη Ψυχάρη (1854-1929) θα ταλαιπωρήσει το Γένος με μακροχρόνιες άσκοπες και ανώφελες συγκρούσεις.
Με τις πολλές όμως και ποικίλες εκδόσεις του ο Κοραής ήθελε να δώσει στο Έθνος ένα όπλο, για να αποκτήσει την ελευθερία του.


________ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΣ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ__

Και ο εκκλησιαστικός όμως χώρος ανέδειξε σπουδαίους πνευματικούς ηγέτες, πού σκοπό του αγώνα τους έταξαν το φωτισμό του Γένους, παράλληλα όμως με τη διακράτησή του στα πλαίσια της παράδοσης του. Συγχρόνως με τον Ευγένιο Βούλγαρη και το Νικηφόρο Θεοτόκη, αναγεννητικό -σε καθαρά ορθόδοξες βάσεις- έργο ανέπτυξε ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός (1714-1779). Έγινε ο απόστολος της ενότητας του Γένους μέσα στην ορθόδοξη παράδοση, την ελληνική γλώσσα και την κοινότητα. Υποστήριξε την παιδευτική προσπάθεια, ιδρύοντας ο ίδιος πολλά σχολεία. Γιατί δεχόταν το σχολείο ως δεύτερη εκκλησία, αφού σκοπό έχει να οδηγεί κι αυτό στη γνώση του θεού και την αδελφοποίηση των ανθρώπων.

Ο Πατροκοσμάς ανήκε στον κύκλο των μαθητών του Ε. Βούλγαρη, πού είχαν συμφωνήσει να βοηθήσουν το Γένος με την παιδεία, για να βρει την ελευθερία του. Μέλη της ομάδας αυτής υπήρξαν ο Πατροκοσμάς, ο Ι. Πέζαρος και ο κατοπινός σπουδαίος ιεράρχης Πλαταμώνος Διονύσιος. Σημασία δε έχει, ότι ο άγιος Κοσμάς δεν ανέπτυξε τη δράση του με απλή δική του πρωτοβουλία, αλλά με άδεια και ευλογία του οικουμενικού Πατριαρχείου, όπως ο ίδιος μαρτυρεί, εκτελώντας δηλαδή αποστολή εκκλησιαστικά επιδοκιμασμένη.Το β' μισό του 18ου αί., ως απάντηση στην πρόκληση του Διαφωτισμού, εκδηλώθηκε το κίνημα των Κολυβάδων. Μια σειρά (λογίων) μοναχών του Αγίου Όρους, πού ονομάσθηκαν από τους αντιπάλους τους «Κολυβάδες» (από τα κόλυβα), με την πλούσια συγγραφική παραγωγή τους και την επανέκφραση της Ορθόδοξης παράδοσης πού επιχείρησαν, θέλησαν να συμβάλουν στο ρωμαίικο διαφωτισμό του Γένους. Κορυφαίοι του κινήματος ήταν ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης (1749-1809) ο άγιος Μακάριος Νοταράς και ο Αθανάσιος Πάριος.

Ο Νικόδημος ήταν άριστος γνώστης των επιστημών της εποχής του, όπως και ο Πάριος, πού δίδασκε ο ίδιος μαθηματικά. Ό δεύτερος, σφοδρότερος ως χαρακτήρας, στο έργο του Αντιφώνησις... επικρίνει τους «από Ευρώπης ερχόμενους φιλοσόφους», όπως και τις σπουδές στη Δύση, αλλά για όσους ήθελαν να γίνουν κληρικοί και στο μέτρο, πού οι σπουδές αυτές απομακρύνουν από την Ορθοδοξία.Οι Κολυβάδες πέρα από τις ατομικές ιδιαιτερότητες τους στο σύνολο τους δεν ήταν αντίθετοι στην αληθινή γνώση. Μετέχοντας όμως στη ρωμαίικη παράδοση, μπορούσαν να διακρίνουν τις αρρώστιες και αδυναμίες της τόσο φημιζόμενης Ευρώπης. Το κολυβαδικό κίνημα είχε μια βαθιά πνευματική διάσταση. Ήταν στην ουσία του «φιλοκαλική» (ησυχαστική) αναγέννηση, πού παρουσίαζε πολλές αναλογίες με την ησυχαστική κίνηση του 14ου αι. Και στις δύο περιπτώσεις, ή πρόκληση πού δόθηκε από τη Δύση συνετέλεσε στο να φανερωθεί ευρύτερα η ορθόδοξη παράδοση, πού συνεχιζόταν στα πρόσωπα των ησυχαστών, και να χρησιμεύσει ως άντί6αρο στο δυτικό ορθολογισμό και την επιχειρούμενη εκφιλοσόφηση ή απόρριψη της πίστης. Οι Κολυβάδες αντιπαρέταξαν στον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό και το κοσμικό του πνεύμα τους «θεουμένους» - τους Αγίους, και στη σοφία του κόσμου τη θεία σοφία και την αγιοπνευματική εμπειρία.


________Η ΔΙΕΛΚΥΣΤΙΝΔΑ___________

Γίνεται όμως έτσι φανερό, ότι η πνευματική αναγέννηση του Γένους δεν έμεινε ελεύθερη από έντονες φυγόκεντρες τάσεις. Η δίψα για μάθηση οδήγησε στην ανεξέλεγκτη πρόσληψη αλλότριων ιδεών, πού δεν μπορούσαν να ενσωματωθούν στην παράδοση του Γένους, χωρίς να επιφέρουν την αλλοίωση της. Και στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί φυσικά να γίνει λόγος για πρόοδο. Γιατί δεν μπορεί να είναι πρόοδος η ανακοπή της πνευματικής και πολιτιστικής πορείας του Γένους.Από τον κίνδυνο αυτό αγωνίστηκαν να προφυλάξουν το Γένος ο Πατροκοσμάς και οι Κολυβάδες, μαζί με πολλούς άλλους, δημιουργώντας μιαν Αντίρροπη στάση: την κριτική και εκλεκτική τοποθέτηση απέναντι στα εισαγόμενα προϊόντα της επιστήμης και του πολιτισμού. Ή πνευματική αυτή διελκυστίνδα, πού δείχνει τον δυναμισμό του Ελληνισμού, συνεχίζεται μέχρι σήμερα.


________ΒΑΛΚΑΝΙΚΗ ΑΚΤΙΝΟΒΟΛΙΑ____

Αξιοσημείωτο παρ' όλα αυτά είναι, ότι η θαυμαστή πρόοδος της ελληνικής παιδείας είχε μια διαβαλκανική ακτινοβολία, σε σημείο πού οι Έλληνες να γίνουν φωτιστές και των άλλων ορθοδόξων εθνοτήτων. Ή διαφωτιστική μάλιστα δράση ελλήνων κληρικών στις περιοχές αυτές υπήρξε γι' αυτές ευεργετική.

 Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Δοσίθεος και η δράση του στη Βλαχία και Μολδαβία. Ανάλογη εξάπλωση στις βαλκανικές χώρες είχε και η πνευματική αναγέννηση των Κολυβάδων, πού συνετέλεσε στην επιστροφή στις πατερικές ρίζες και της σλαβικής ορθοδοξίας, με το εξής μάλιστα περίεργο.

Οι Έλληνες, με την επίδραση του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, οδηγήθηκαν σε μια δυτικού τύπου θρησκευτικότητα (ευσεβισμό). Οι άλλοι όμως βαλκάνιοι, και μαζί τους και οι Ρώσοι, γνώρισαν το 19ο αι. αληθινή ησυχαστική αναγέννηση, πού παρουσίασε μεγάλο αριθμό αγίων.
  

 ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ : ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ -
π. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΚΡΙΤΑΣ
http://www.egolpion.com/diafwtismos_e8nos.el.aspx
 

Η ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΚΟΛΛΥΒΑΔΕΣ...ΜΕΡΟΣ Β΄


ΜΕΡΟΣ Β
ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΘΝΟΣ

Η ανανεωτική κίνηση, πού κατακλύζει την Ευρώπη αυτή την εποχή είναι ο Διαφωτισμός. Ήταν ένα κίνημα πολυδιάστατο, πού ερχόταν να αλλάξει όλη τη ζωή. Ή αλλαγή νοοτροπίας στον κοινωνικό χώρο (αντιφεουδαρχικό πνεύμα, αστική νοοτροπία) συνοδευόταν από τη διάδοση των θετικών επιστημών και της νέας (θετικιστικής) φιλοσοφίας στην παιδεία, με παράλληλη απόρριψη της παλαιάς σκέψης και κάθε έννοιας παράδοσης. Ο πνευματικός και κοινωνικός αυτός ριζοσπαστισμός άρχισε στο β' μισό του 18ου αι. να αρδεύει και την ελληνική κοινωνία. Ή συνάντηση του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού με τη ρωμαίικη παράδοση πραγματοποιήθηκε σε διάφορα επίπεδα:

α) στο χώρο της παιδείας και ιδεολογίας,
β) στο χώρο του εθνικού προσανατολισμού και
γ) στο χώρο της κοινωνίας.

Εκφράσθηκε δε ως αμφισβήτηση των παραδοσιακών πραγματικοτήτων και εισαγωγή νέου συστήματος αξιών, ως ρήξη με τα κυρίαρχα στρώματα και τάση για δημιουργία εθνικού κράτους και ως αγώνας για κοινωνική μεταρρύθμιση και απελευθέρωση.

Το πρόβλημα με το Διαφωτισμό για τον ελληνικό χώρο δεν ήταν απλό. Ο Διαφωτισμός, με τις ριζοσπαστικές τάσεις του, δεν ήταν φυσική εξέλιξη ζυμώσεων και διαδικασιών, πού έλαβαν χώρα στην ελληνική κοινωνία. Ήταν γέννημα ξένων ανησυχιών και μεταφυτευόταν στον ελληνικό χώρο χωρίς να υπάρχουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις, για να μπορέσει να ενσωματωθεί αθόρυβα σ' αυτόν.
Αποτέλεσμα εικόνας για ΚΟΡΑΗΣ
Η σύγκρουση, συνεπώς, του παραδοσιακού με το (εισαγόμενο) νέο ήταν αναπόφευκτη. Η μελέτη λ.χ. των θετικών επιστημών, πού ήταν αληθινή πρόοδος στο χώρο της παιδείας, έφερνε στην Ανατολή και έναν παραποιημένο ορθολογισμό, πού συνδυαζόταν στους Έλληνες διαφωτιστές συχνά με αντιπαραδοσιακές τάσεις. Αυτό συνέβαινε, γιατί η έκπληξη των χαλαρά συνδεομένων με την παράδοση τους Ρωμηών μπροστά στα ξένα επιστημονικά επιτεύγματα μυθοποιούσε τις δυνάμεις του ευρωπαϊκού κόσμου, με παράλληλη υποτίμηση της ρωμαίικης παράδοσης, πού δεν είχε να παρουσιάσει ανάλογες εξελίξεις. Αυτή την «έκπληξη» ενσαρκώνει και εκφράζει συχνά στα κείμενα του ο Αδαμάντιος Κοραής (π.χ. μπροστά στον Βολτέρο). Σ' αντίθεση όμως μ' αυτούς οι Ρωμηοί, πού είχαν συνείδηση της ουσίας της παράδοσης τους, όπως ο Ευγένιος Βούλγαρης, έμεναν μακριά από την έκπληξη αυτή, αποτιμώντας ψυχραιμότερα και νηφαλιότερα την Ευρώπη και την πρόοδο της.

Η αλλαγή έτσι, στο χώρο της παιδείας ή της κοινωνίας δεν ήταν δυνατό να μείνει χωρίς πρόκληση συγκρούσεων.

Η «εμπειρική φιλοσοφία» αντικατέστησε την αριστοτελική μεταφυσική και προκάλεσε την πάλη των παλαιοφιλοσόφων με τους νεοφιλοσόφους πόσο μάλλον, αφού οι οπαδοί της «νεωτεριστικής» φιλοσοφίας εκπροσωπούσαν συχνά θεϊστικές, αντιτριαδικές ή και αθεϊστικές ακόμη αντιλήψεις και ζητούσαν τουλάχιστον οι περισσότερο δυτικοποιημένοι, όχι την ανανέωση ή τον εμπλουτισμό της παράδοσης τους, αλλά την υποκατάστασή της. Τα νέα φιλοσοφικά συστήματα, του Μαλμπράνς, του Λάιμπνιτς, του Βόλφ, του Λόκ, του Σπινόζα ή του Βολταίρου και του Ρουσσώ άρχισαν να κυριαρχούν στο χώρο της ελληνικής διανόησης, κατηγορούμενα από τους εκτοπιζόμενους παλαιοφιλόσοφους (αριστοτελικούς) ως αθεΐα και ανατροπή. Εντούτοις, μεγάλοι λόγιοι, οι περισσότεροι μάλιστα κληρικοί - όπως ο Μεθόδιος Ανθρακίτης, ο Ευγένιος Βούλγαρης, ο Νικηφόρος Θεοτόκης, ο Ιώσηπος Μοισιόδακας, ο Βενιαμίν Λέσβιος κ.π.ά. έγιναν οι γέφυρες στη σύζευξη του ανατολικού χώρου με το νέο δυτικοφιλοσοφικό και επιστημονικό πνεύμα.


______Η ΡΗΞΗ__________________

Είναι γεγονός, ότι παρά τις αναμφισβήτητες θετικές πλευρές του, ιδιαίτερα στην παιδεία, ο Διαφωτισμός μπόλιασε την ελληνική συνείδηση και με στοιχεία αναιρετικά της ταυτότητας της, π.χ. με τη θρησκευτική αδιαφορία ή και αθεϊστικές ακόμα τάσεις. Το προβάδισμα της γνώσης οδήγησε στην απολυτοποίηση της επιστήμης, π.χ. της φυσικής, και έπρεπε να έλθουν οι μεγάλοι φυσικοί του 20ού αιώνα (Αϊνστάιν, Χάιζεμπεργκ, Πλάνκ κ.ά.), για να αποδείξουν τις περιορισμένες δυνατότητες της. Ή στροφή, έπειτα, στο ενδοκοσμικό και η υπερεκτίμηση και απολυτοποίηση του, οδηγούσαν στην αποδοχή του θρησκευτικού φιλελευθερισμού ή του αδιαφορισμού και ξένων τρόπων ζωής και την υποτίμηση της πνευματικότητας της Ρωμανίας και του παραδοσιακού κοινοτικού πνεύματος, πού άρχισε να υποχωρεί μπροστά σε έναν προοδευτικά αυξανόμενο ατομισμό, προϊόν του αστικού πνεύματος.

Το αποτέλεσμα αυτής της όχι ομαλής εξέλιξης ήταν ο διχασμός των πνευματικών δυνάμεων του Γένους.

Στην ουσία αναβίωσε η μόνιμη διαίρεση, πού παρασιτούσε στα σπλάγχνα του Γένους, και πού παλαιότερα, όπως είδαμε, εκφραζόταν με τη διπολικότητα: ενωτικοί-ανθενωτικοί.

Και τώρα η αντίθεση σαρκώθηκε σε δύο ομάδες. Όσοι δεν είχαν ισχυρό σύνδεσμο με την πατερική παράδοση δόθηκαν ολόκληροι στις δυτικές ιδέες. Όσοι όμως ήταν ριζωμένοι στη ρωμαίικη παράδοση τους δεν μαγεύτηκαν από τα «φώτα» της Ευρώπης, αλλά δημιούργησαν έναν ελληνότροπο Διαφωτισμό. Αυτό σημαίνει, ότι δέχτηκαν ό,τι αποτελούσε πρόοδο στο χώρο της επιστήμης, της φιλοσοφίας και της κοινωνίας, χωρίς όμως να οδηγηθούν στην υποτίμηση και απόρριψη της ρωμαίικης παράδοσης, μέσα στην οποία ζυμώθηκε το Γένος. Η πνευματική υποδούλωση στη Δύση θα αποτελεί από τότε το μόνιμο πρόβλημα του Νέου Ελληνισμού.


________Η ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ______________

Εδώ πρέπει να εντοπιστεί και η αντίδραση στις νέες ιδέες, πού σημειώθηκε ιδιαίτερα στους κόλπους της Εκκλησίας. Φαίνεται αλήθεια περίεργο, ότι στο εκκλησιαστικό σώμα αναδείχθηκαν οι τολμηρότεροι αποδέκτες των νέων ιδεών, αλλά και η ισχυρότερη αντίδραση απέναντι τους. Πώς μπορεί να εξηγηθεί αυτή η «αντινομία»;

Η μόνιμη και ηγετική σύνδεση του Κλήρου με την παιδεία ήταν επόμενο να τον τοποθετήσει στο προσκήνιο της πάλης των ιδεών. Η στάση των εκπροσώπων της Εκκλησίας, πού καθοριζόταν σε μεγάλο ποσοστό από τις προσωπικές διαθέσεις και προϋποθέσεις τους, πήρε όλες τις δυνατές αποχρώσεις, από την απόλυτη παραδοχή μέχρι την απόλυτη άρνηση. Η αντίληψη, πώς υπήρχε ένα αντιδραστικό κέντρο (το οικουμενικό Πατριαρχείο) και μια ευέλικτη περιφέρεια, δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται απόλυτα στα πράγματα. Ήταν συχνές, άλλωστε, οι συγκρούσεις ανάμεσα στους ίδιους τους επιστήμονες – ή λόγιους - κληρικούς: π.χ. Μπαλάνος εναντίον Βούλγαρη, Πάριος εναντίον Βενιαμίν Λεσβίου κλπ.

Κατ' αρχήν ήταν φυσικό το Πατριαρχείο - και μάλιστα οι Πατριάρχες - πού ζούσαν κάτω από τον μόνιμο καταπιεστικό έλεγχο του σουλτάνου, να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί στις εκτιμήσεις και εκδηλώσεις τους. Δεν πρέπει επίσης να παραθεωρηθεί η στροφή (από το 1792-3) της Ρωσίας εναντίον της Γαλλίας και προς την πλευρά της Τουρκίας, πού είχε σημαντική επιρροή στη στάση και του οικουμενικού Πατριαρχείου απέναντι στη Δύση γενικά.
Ο Κλήρος, όπως είδαμε και στην περίπτωση της ένοπλης αντίστασης, δεν έχει το «δικαίωμα» να αστοχεί στις επιλογές του. Γιατί τα λάθη του θα έχουν συνέπειες καταστροφικές σ' όλο το Γένος, ως εκκλησιαστικό σώμα. Δεν μπορούσε, συνεπώς, το Πατριαρχείο να δεχτεί τις νέες ιδέες ανεξέλεγκτα και με την ευκολία των λογίων, οι όποιοι στις ενέργειες και αποφάσεις τους εκπροσωπούσαν μονό τον εαυτό τους. Το νέο, έπειτα, δημιουργεί πάντα δισταγμούς και υποψίες και στις πιο καλοπροαίρετες συνειδήσεις. Πόσο περισσότερο, όταν πολλές από τις «εισαγόμενες» νέες ιδέες συνιστούσαν ανατροπή της ρωμαίικης παράδοσης, την οποία είχε ταχθεί να φυλάει η Εκκλησία. Την υπάρχουσα δε ρευστότητα και στις δυο πλευρές δείχνει καθαρά η περίπτωση της «δίωξης» του (κληρικού) Βενιαμίν Λεσβίου (1803). Η σύνοδος του οικουμενικού Πατριαρχείου διχάστηκε απέναντι του. Οι μισοί συνοδικοί και ο ίδιος ο Πατριάρχης (Καλλίνικος Δ') τάχθηκαν υπέρ αυτού. Αλλά και ο ίδιος ο Βενιαμίν, προβαλλόμενος συνήθως ως προοδευτικός και θύμα του προοδευτισμού του, με άκρατο συντηρητικό πείσμα απέρριπτε το νευτωνικό νόμο της βαρύτητας, για να δικαιώσει το «πανταχηκίνητό» του και δεχόταν τον ήλιο «σκοτεινό» ξεπερνώντας δηλαδή και αυτό τον Μεσαίωνα! Ποια αίτια, λοιπόν, διαμόρφωσαν αυτή την ποικιλία των τάσεων;


________ΟΙ ΠΑΡΑΤΑΞΕΙΣ__________

Πρώτα η ιδιαιτερότητα των ίδιων των εκκλησιαστικών προσώπων. Οι πιο φιλελεύθεροι κληρικοί (χαρακτηριστική περίπτωση ο Θ. Καΐρης) απορροφήθηκαν από τις νέες ιδέες τόσο, πού έφτασαν σε σημείο να απορρίψουν την παράδοση τους, πού φυσικά δεν την είχαν ποτέ γνωρίσει αληθινά. Δεν ήταν άγνωστο άλλωστε το φαινόμενο, να εισέρχονται μερικοί στον κλήρο μόνο, για να έχουν τις δυνατότητες να σπουδάσουν, χωρίς την αναγκαία εσωτερική κλήση. Οι συντηρητικοί απέρριπταν τις νέες ιδέες, για να μείνουν πιστοί στην παλαιά φιλοσοφία και κοσμοθεωρία, πού είχαν διδαχθεί και στην οποία όφειλαν το κύρος τους, ανίκανοι να παρακολουθήσουν το ρυθμό της εποχής τους. (π.χ. Ιερ. Δενδρινός, Δωρ. Βουλησμάς και - κάπως λιγότερο - ο Αθαν. Πάριος).

Μόνον οι πατερικοί (όπως λ.χ. ο Βούλγαρης και ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης) θα επιτύχουν την ισορροπία, γνωρίζοντας πώς ή νέα επιστήμη και φιλοσοφία δεν μπορούσε καθόλου να βλάψει τη θεολογική παράδοση τους.

Από πλευράς εκκλησιαστικής, άλλωστε, στην ελληνορθόδοξη Ανατολή δεν υπήρχαν οι αρνητικές προϋποθέσεις, πού βρήκε ο Διαφωτισμός στη Δύση. Εκεί ο χριστιανισμός είχε γίνει από πλευράς μεν θεολογίας, φιλοσοφικό σύστημα και από πλευράς κοινωνίας, κράτος - πολιτική δύναμη (= Παπισμός). Έτσι, στο χώρο της διανόησης η νέα φιλοσοφία απέρριψε εκεί τη χριστιανική μεταφυσική, πού ανήκε στην παλαιά χριστιανο-αριστοτελική σκέψη, και στο χώρο της κοινωνίας τα ριζοσπαστικά ρεύματα απέκρουαν τη συντηρητικότητα του ρωμαιοκαθολικισμού και το Παπικό κράτος.

Στη ρωμαίικη Ανατολή όμως, παρά τις αστοχίες και ανεπάρκειες των ανθρώπων, η Εκκλησία συνέχισε την πατερική παράδοση. Στο χώρο της θεολογίας οι ησυχαστές κράτησαν την καθαρότητα της θεολογίας ως αγώνα θέωσης και στο χώρο της κοινωνίας, όπως είδαμε, η Εκκλησία σήκωσε αγόγγυστα το σταυρό του Γένους.

Οι πατερικοί και αυθεντικά παραδοσιακοί Έλληνες διανοούμενοι ήξεραν συνεπώς, ότι η γνώση τον Θεού (Άκτιστου) δεν μπορεί ποτέ να έλθει σε σύγκρουση με τη γνώση του κόσμου (κτιστού), γιατί πρόκειται για δύο διαφορετικά εγχειρήματα.

Η πρώτη γνώση έχει όργανο την καθαρή από πάθη και φωτισμένη από το Άγιο Πνεύμα καρδιά. Η δεύτερη γνώση έχει για όργανο τα λόγο (τη λογική). Είναι, συνεπώς, άλλο και άλλο. Αλλά, και από άποψη μεθόδου ο εμπειρικός χαρακτήρας της νέας δυτικής φιλοσοφίας δεν προκαλούσε αντίδραση στους πατερικούς της Ανατολής, όπως ξένιζε τους δυτικούς μεταφυσικούς και τους ανατολικούς συντηρητικούς, πού ταυτίζονταν τελικά μεταξύ τους. Γιατί και η θεολογική μέθοδος της Ορθοδοξίας είναι θετική-εμπειρική-σωματική, και όχι διανοητική-μεταφυσική. Η Ορθοδοξία εκφράζεται ως άσκηση -εμπειρία και προσπάθεια θεραπείας (θεραπευτική της ανθρώπινης ύπαρξης). Με το Διαφωτισμό έξαλλου πέρασαν στη ζωή του ρωμαίικου οι δυτικές «χρηστοήθειες» (κανόνες ηθικής συμπεριφοράς – Savoir vivre!). Από τον αυθορμητισμό της καρδιάς και το ρωμαίικο ήθος, περνούσε έτσι το Γένος στην τυποποιημένη συμπεριφορά των καλών τρόπων και του ηθικισμού.


________ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗΣ______

Πέρα όμως από αυτά, η στάση του οικουμενικού Πατριαρχείου χρειάζεται μια πολύ προσεκτική εκτίμηση. Οι εγκύκλιοί του, πού καταδικάζουν τις «καινοφανείς διδασκαλίες», δεν μπορούσαν να μην υπακούουν στις απαιτήσεις της Πύλης, πού καταδίκαζε για δικούς της λόγους την επιστήμη και τις νέες ιδέες.

Στα 1716 λ.χ., λόγω του αραβικού φανατισμού, με φετβά του Σεϊχουλισλάμη απαγορεύθηκαν τα βιβλία της αστρονομίας, ιστορίας και φιλοσοφίας. Πώς θα μπορούσε μια οθωμανική αρχή, όπως ήταν για το κράτος το ρωμαίικο Πατριαρχείο, να φανεί υπέρμαχο της επιστήμης; Όταν δε το Πατριαρχείο προβαίνει σε «καταδίκες», δεν καταδικάζει την ίδια την επιστήμη, αλλά κυρίως τις πλάνες, πού σχετίζονται με την πίστη. Όταν, πάλι, οι «καταδίκες» αναφέρονταν στη «φθοροποιόν λύμην», πού προερχόταν από τη Γαλλία, δεν πρέπει να παραθεωρεί κανείς τα αθεϊστικά κηρύγματα και τις αντιχριστιανικές ενέργειες της Γαλλικής Επανάστασης, πού δεν μπορούσαν φυσικά να αφήσουν το Πατριαρχείο αδιάφορο. Πόσο μάλλον, όταν «η τουρκική εξουσία ανησυχεί και εξωτερικούς και εσωτερικώς και εγκυκλίους παρά του Πατριάρχου της Κωνσταντινουπόλεως προεκάλεσε, δι' ων αφωρίζοντο οι εν τη αλλοδαπή εκδίδοντες φιλελεύθερα συγγράμματα Έλληνες» (Ι. Φιλήμων). Η οργή της Πύλης για κάθε ελληνική πρόκληση ήταν επόμενο να ξεσπά πάνω στο Πατριαρχείο. Αυτό το λησμονούσαν συχνά οι Έλληνες, πού ανέπτυσσαν «εκ του ασφαλούς» αντιοθωμανική δράση, έξω από τα σύνορα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Το Πατριαρχείο όμως έμενε ο «Κυρηναίος» του Γένους και κυματοθραύστης όλων των δεινών του.Έπειτα, όχι λίγοι από τους έλληνες λογίους, στον ενθουσιασμό τους για το νέο πνεύμα, δεν μπορούσαν (ή και δεν ήταν πρόθυμοι) να κάμουν διάκριση ανάμεσα στο δυτικό κλήρο, πού είχε γίνει κοινωνική τάξη και στον ανατολικό- Αυτό ήταν δυνατό μόνο στους παραδοσιακούς πού ζούσαν συνειδητά στο εκκλησιαστικό σώμα, όπως ο Μακρυγιάννης. Έτσι το Πατριαρχείο, βλέποντας τις νέες ιδέες να μεταφέρουν στην Ανατολή και το αντικληρικό πνεύμα του γαλλικού Διαφωτισμού, ήταν επόμενο και το ίδιο να ανησυχεί για την εισαγωγή αυτού του πνεύματος στην Ανατολή. Προκλήσεις αντικληρικών (ή και αντί εκκλησιαστικών) φυλλαδίων, όπως Ο Ανώνυμος του 1789 (κατά των μυστηρίων), ο Ρωσαγγλογάλλος (±1805), η Ελληνική Νομαρχία (1806), οι «Στοχασμοί τον Κρίτωνος» (1819) ή τα δημοσιεύματα του Χριστόδουλου Παμπλέκη (καθαρά αντιχριστιανικά), δεν ήταν δυνατό να περάσουν απαρατήρητες και αναπάντητες.Την ένταση αυτή φανερώνει η πασίγνωστη Πατρική Διδασκαλία (1798), ένα καθαρά φιλοτουρκικό και συντηρητικό κείμενο, πού από τη μια κινείται μέσα στο ιδεολογικό πλαίσιο της Πύλης και έχει καταφανή την επιρροή της και από την άλλη εκφράζει και το πνεύμα του Πατριαρχείου απέναντι στις βιαιότητες της Γαλλικής Επανάστασης (1793 κ.έ. βασιλοκτονία, τρομοκρατία), η οποία την εποχή αυτή-είναι γεγονός- είχε αρχίσει να απογοητεύει και τους πρώην θερμούς υποστηρικτές της. Τη σύγκρουση του Γένους ενσαρκώνει ο Κοραής, πού εκδίδει ανώνυμα τη Διδασκαλία Αδελφική το ίδιο έτος, εκπροσωπώντας την «προοδευτική» παράταξη. Και είναι γεγονός, ότι και αυτός ο για πολλά άλλα καυστικός αντιπατριαρχικός Κοραής καταδικάζει το κείμενο, όχι όμως και το Πατριαρχείο. Καμιά ορθή κρίση για τη στάση του οικουμενικού Πατριαρχείου δεν μπορεί να στηριχθεί σε κείμενα, όπως η Πατρική Διδασκαλία. Ούτε όμως πάλι είναι δυνατό να αντληθεί αντικειμενική πληροφόρηση από κείμενα με λιβελλικό χαρακτήρα. Γι' αυτό με μεγάλη προσοχή πρέπει να διαβάζονται έργα, όπως η Ελληνική Νομαρχία (1806). Η κατανόηση τους προϋποθέτει καλή γνώση της εποχής και όλων των τάσεων της, για να μη γίνεται ιδεολογική ερμηνεία της ιστορίας.ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ,,,,
  

Η ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΚΟΛΛΥΒΑΔΕΣ...ΜΕΡΟΣ Α΄.

ΜΕΡΟΣ Α΄
Το 18ο αιώνα συντελείται νέα περιπετειώδης συνάντηση της Ορθόδοξης Ανατολής με τη Δύση, που στα βασικά της σημεία συνιστά επανάληψη της ανάλογης διαδικασίας του 14ου αιώνα. Συνεχιστές, άλλωστε, των Ησυχαστών του φθίνοντος Βυζαντίου ήσαν οι αγιορείτες Κολλυβάδες Πατέρες, ενώ στη θέση του Καλαβρού «Λατινέλληνος» Βαρλαάμ, του φορέα δηλαδή και εκφραστού της «ευρωπαϊκής» συνειδήσεως, κατέλαβαν οι επισημότεροι εκπρόσωποι του Ελληνικού Διαφωτισμού, κληρικοί και μοναχοί στην πλειονότητα τους, όπως και εκείνοι. Πρόκειται για μια νέα φάση του μακραίωνος εθνικού διχασμού μας, του μακρόσυρτου δηλαδή «πνευματικού δυϊσμού», που κατατρώγει μόνιμα την εθνική μας σάρκα.
Η πνευματική αυτή κρίση κατανοείται -δίκαια ως ένα σημείο- ως κρίση ταυτότητας του Γένους. Σημασία όμως έχει, ότι και πάλι το Αγιον Όρος, χώρος περισσότερο ευαισθητοποιημένος σε ζητήματα παραδόσεως, γίνεται επίκεντρο και της νέας συγκρούσεως, εφ’ όσον έχει γίνει πια παραδεκτό (π.χ. Δημ. Αποστολόπουλος), ότι το Αγιον Όρος, στα πρόσωπα των Κολλυβάδων, όχι μόνο επηρεάζει, αλλά και κατευθύνει τον αγώνα του Εθναρχικού Κέντρου στις κρίσιμες πράγματι εκείνες ιστορικές επιλογές του.
Οι Έλληνες φορείς του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού εξέφραζαν κατά κανόνα μια στάση ζωής, που συνιστούσε ριζοσπαστική ανανοηματοδότηση σύνολης της κοινωνικής πραγματικότητας, στα όρια μιας νέας κοσμοθεωρίας (Weltanschauung), με την αυτούσια μεταφύτευση («μετα-κένωση») ιδεών, αρχών και πρακτικών, που παρήγαγε σε μια μακρά διαλεκτική διαδικασία – άγνωστη στην καθ’ ημάς Ανατολή- ο ευρωπαϊκός χώρος. Στους Έλληνες Διαφωτιστές δεν έλειπαν αθεϊστικές, αντιχριστιανικές και προ πάντων αντικληρικαλιστικές τάσεις. Οι ιδέες τους, μάλιστα, προωθούσαν κάτι φοβερότερο για την ορθόδοξη συνείδηση και από την αληθινή ή φαινομενική τους «αθεΐα», τον αδιαφορισμό. Εξ άλλου, στα έργα τους λανθάνουν θέσεις αντιτριαδικές, πανθεϊστικές, αλλά και ευσεβιστικές (Κοραής), που ήταν αδύνατο να μην προκαλέσουν τις παραδοσιακές συνειδήσεις, δεδομένου μάλιστα, ότι όλα αυτά εντάσσονταν σε μια σαφώς εκδηλούμενη πρόθεση για αποδυνάμωση της Ρωμαίικης Εθναρχίας, με απώτερο στόχο τη διάλυσή της (πρβλ. Ελλαδικό αυτοκέφαλο). Ένας νέος, λοιπόν, κόσμος εισέβαλλε στη Ρωμαίικη (Ελληνορθόδοξη) Ανατολή, που δεν ήταν δυνατόν να επικρατήσει χωρίς ανατροπή του κόσμου της ορθοδόξου παραδόσεως.
Παραδοσιακοί κατ’ εξοχήν στην Ανατολή ήσαν οι Κολλυβάδες Πατέρες, λόγιοι μοναχοί και κληρικοί, εντεταγμένοι στην ησυχαστική εμπειρία, με ρωμαίικο φρόνημα και γι’ αυτό ικανοί να κατανοήσουν τις πνευματικές διαφοροποιήσεις του ευρωπαϊκού κόσμου. Δυτικοί ερευνητές, όπως ο προτεστάντης Ν. Bonwetsch ή ο Ρωμαιοκαθολικός Louis Ρetit, δεν δίσταζαν να χαρακτηρίσουν το «κίνημα των Κολλυβάδων» «δείγμα της αφυπνιζόμενης ζωής του Ελληνικού Έθνους», όταν ένα μέρος της δικής μας Διανοήσεως επέμενε να το βλέπει με έντονη υποτίμηση, εφ’ όσον η αξιολόγηση των Κολλυβάδων συμβάδιζε με τη γενικότερη στάση έναντι του Ησυχασμού και του «Βυζαντίου». Η αποτίμησή τους όμως σήμερα είναι ευκολότερη, απ’ όσο στο παρελθόν, όσο μάλιστα προχωρεί η αποδέσμευση από τα παλαιότερα – μη ενδογενή εν πολλοίς- καταθλιπτικά κριτήρια.
Κατά τον Καθηγητή κ. Χρ. Γιανναρά, οι Κολλυβάδες συνιστούν «κίνημα αντίδρασης στον εκδυτικισμό και την αλλοτρίωση», που αποκαλύπτει «μιαν απροσδόκητη για την εποχή θεολογική εγρήγορση και επίγνωση των βιωματικών προτεραιοτήτων της Εκκλησίας». Οι Κολλυβάδες εξέφραζαν τη συνείδηση του πλατιού λαϊκού στρώματος της εποχής τους, της λαϊκής βάσης, με τα μέσα και τις δυνατότητες του καιρού τους, αλλά και τις προσωπικές χαρακτηριολογικές καταβολές τους. Ταυτόχρονα όμως επιβεβαιώνουν τη συνέχεια του Αγίου Όρους ως θεματοφύλακα της πατερικότητας. Η αντίδρασή τους στο ρεύμα της εποχής, δηλαδή «στην ευρωπαϊκή κοσμογονία [...] προδίδει μιαν ιστορική διορατικότητα και οξυδέρκεια πραγματικά θαυμαστή».
Η σύγκρουση των παραδοσιακών δυνάμεων του Γένους με τις ιδέες του Διαφωτισμού ήταν αναπόφευκτη, διότι, όπως ελέχθη, επρόκειτο για διαμετρικά αντίθετους μεταξύ τους κόσμους και δράματα ασύμπτωτα. Αντίθετα, συμπάθεια στις ιδέες του Διαφωτισμού έδειχναν οι Αγιορείτες Αντικολλυβάδες, επικεντρώνοντας και αυτοί την αντίθεση τους στην ησυχαστική παράδοση, που τους έφερε κοντά στους Διαφωτιστές. Ακριβώς δε η απόρριψη των ησυχαστικών πρακτικών από μοναχούς του Αγίου Όρους ήταν για τους Κολλυβάδες απτή απόδειξη των συνεπειών της ταυτίσεως με τις νέες ιδέες της Ευρώπης και της επερχόμενης αλλοτριώσεως.
Το ρεύμα του Διαφωτισμού ανέπτυξε, έτσι, μια ισχυρή δυναμική στην παραδοσιακή συνείδηση του Γένους, και μάλιστα όχι μόνο αρνητικά αλλά και θετικά. Η πρόκληση δηλαδή δεν οδήγησε μόνο σε αντιθέσεις -εν πολλοίς άγονες και ζημιογόνες-, αλλά και σε δημιουργική δράση (συγγραφική παραγωγή, ποιμαντικές ενέργειες για την αναθέρμανση της πατερικότητας στη ζωή του εκκλησιαστικού σώματος. Είναι δε γεγονός, ότι «οι ηγέτες των Κολλυβάδων (Μακάριος Νοταράς, Νικόδημος Αγιορείτης, Αθανάσιος Πάριος) δεν αντιτάσσουν στο νεωτερισμό μιαν αντίπαλη ιδεολογία, αλλά ένα λόγο υπαρκτικής αφυπνίσεως στις ουσιώδεις πρωταρχικές ανάγκες του ανθρώπου, όπως τις φώτισε το ήθος και η εμπειρία των Πατέρων της εκκλησιαστικής παραδόσεως». Αντιρρητική και θεολογική δημιουργία συμπορεύονται στη δράση των Κολλυβάδων, προσφέροντας μαρτυρία πνευματικής και πολιτισμικής αυτοσυνειδησίας, που δεν θα έφθανε στο φως της δημοσιότητας υπό άλλες συνθήκες. Αλλωστε, αυτή είναι ανά τους αιώνες η γενεσιουργός αιτία της θεολογικής δημιουργίας της Εκκλησίας. Πάντα η αιρετική ή αιρετίζουσα απόκλιση προκαλεί δημιουργικά την ορθόδοξη συνείδηση και σκέψη. Αυτό συνέβη και στην παράδοση των Κολλυβάδων. Η αντιδιαφωτιστική μάλιστα στράτευσή τους, παρά τις όποιες αστοχίες και υπερβολές της, απεκάλυψε τη συνέχεια της πατερικής -ορθόδοξης δηλαδή- εμπειρίας σε καιρούς, που η ορθόδοξη θεολογική παρουσία ήταν πολύ ισχνή.
Οι Κολλυβάδες αναπτύσσουν την αντιρρητική τους έναντι των εκπροσώπων του Διαφωτισμού, κινούμενοι σε μια θεματική, τα βασικά σημεία της οποίας είναι τα ακόλουθα:
α) Η Ευρώπη: Οι Έλληνες Διαφωτιστές, με πρώτο τον Αδαμ. Κοραή, μιλούν με υπερηφάνεια για τη «φωτισμένη Ευρώπη», τα «φώτα» της οποίας αυτοί μεταλαμπαδεύουν στο Γένος. Ο προσανατολισμός τους δε στην Ευρώπη, μόνιμο όραμα των Ενωτικών από αιώνες, θα παραγάγει το «σύνδρομο του εξευρωπαϊσμού» στο Νεώτερο Ελληνισμό, που κατέστησε την Ευρώπη «καθολική μητρόπολή» του. Οι Κολλυβάδες, πιστοί στην παράδοση των Ανθενωτικών, από τους Ησυχαστές του 14ου αιώνα ως τον Πατροκοσμά τον Αιτωλό (18ος αι, δεν πρωτοτυπούν σε τίποτε στη στάση τους έναντι της Ευρώπης. Απορρίπτουν και αυτοί καθολικά τη μετά το σχίσμα Ευρώπη, αρνούμενοι σ’ αυτήν κάθε σχέση με την πατερική παράδοση, θεολογικά και κοινωνικά, ως και κάθε δυνατότητα αναγέννησης του Γένους με τα δικά της «φώτα». Ο συχνά χρησιμοποιούμενος από αυτούς όρος «Φραγκιά» (France) εκφράζει ολόκληρη την εκφραγκευμένη Δύση. Σε ειδικά έργα, -λιγότερο ο Νικόδημος και συστηματικότερα, λόγω ειδικών αφορμών, ο Πάριος – προτείνουν τη διακοπή κάθε σχέσης με την Ευρώπη, διότι ο τρόπος υπάρξεως, που αυτή δημιουργεί, ανατρέπει το ορθόδοξο ήθος.
β) Η Παιδεία: Οι Έλληνες Διαφωτιστές θεωρούσαν τη νέα Φιλοσοφία ως την πεμπτουσία της ανανεωμένης παιδείας, που προέκριναν για το Γένος και την πρόοδο του. Η συνείδηση των Κολλυβάδων για τη «νέα φιλοσοφία» προσδιορίζει και τη στάση τους απέναντι στην εισαγόμενη ευρωπαϊκή παιδεία. Στα σχετικά έργα τους, ιδιαίτερα ο Πάριος, τάσσονται υπέρ μιας παιδείας, που θεμελιώνεται στην παράδοση του Γένους, όπως αυτοί βέβαια τη νοούν. Η αφετηρία τους -όσο και αν αναζητούνται άλλα κίνητρα είναι ουσιαστικά και εδώ ησυχαστική-πατερική επανάληψη της ανάλογης στάσης του Πατροκοσμά. Κάνουν διάκριση και αυτοί των δύο γνώσεων-σοφιών (της «άνω» και της «έξω» και διαγράφουν τα όριά τους. Η «άνω» σοφία απαιτεί πατερικά καθολική μετοχή του ανθρώπου. Η πολεμική του Παρίου κατά των Επιστημών δεν σημαίνει και απόρριψή τους καθ’ εαυτές, αλλά μόνο της στήριξης της ανθρώπινης ελπίδας σ’ αυτές. Αυτή την παράδοση άλλωστε είχε ενσαρκώσει και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, το πνευματικό πρότυπο των Κολλυβάδων. Γι’ αυτό και καταφεύγουν στις «επιστήμες» στα έργα τους, αλλά για να προχωρήσουν σε πνευματικότερες τεκμηριώσεις. Είναι σαφής η δήλωση του Παρίου: «Η έξω σοφία δεν είναι από την εδικήν της φύσιν ούτε κακή, ούτε καλή, αλλά από την μεταχείρισιν των εχόντων αυτήν γίνεται καλή ή κακή». Όχι συνεπώς η «σοφία», αλλ’ οι «σοφοί» είναι το πρόβλημα των παραδοσιακών Κολλυβάδων. Εδώ εντάσσεται και η απόρριψη του Κοπερνίκειου συστήματος από τον Πάριο, αλλά και άλλους. Οι φονταμενταλιστικές θέσεις (απολυτοποίηση της Γραφής λ.χ. η διακηρύξεις του τύπου «τα μαθηματικά πηγή αθεΐας» κατανοούνται σ’ αυτό το πλαίσιο και σχετίζονται με την έπαρση (των ευρωπαϊκά σκεπτόμενων επιστημόνων, μόνιμο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας ως τον αιώνα μας). Η δήθεν αντίθεση πίστεως και γνώσεως(επιστήμης), ψευδοπρόβλημα για την Ορθοδοξία, και η αναγνώριση της προτεραιότητας της δικαιούμενης από τον ορθό λόγο επιστήμης, βρίσκεται στο υπόβαθρο της διαφωτιστικής στάσης και της αντιδιαφωτιστικής επιθετικότητας.
γ) Προβολή προτύπων: Στα προβαλλόμενα πρότυπα των «σοφών» του κόσμου εκ μέρους των Διαφωτιστών, οι πατερικοί Κολλυβάδες αντιπροτάσσουν το σοφό της ρωμαίικης παράδοσης, τον Αγιο, το θεούμενο άνθρωπο και «κατά χάριν» θεάνθρωπο. Υπερβαίνεται, έτσι, η ιδεολογική αντιπαράθεση και το πρόβλημα αντιμετωπίζεται στο επίπεδο της εν Χριστώ αυθεντικής ύπαρξης. Γι’ αυτό ρίχνουν όλο το βάρος της θεολογικής και ποιμαντικής προσφοράς τους στη λατρεία, αποδεδειγμένη κιβωτό του Γένους κατά τη δουλεία. Υπογραμμίζουν τη σημασία της λειτουργικής ζωής, μέσα στην οποία διαμορφώνεται το ευχαριστιακό ήθος του εκκλησιαστικού σώματος. Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, ότι στο θέμα αυτό αφιερώνεται το μεγαλύτερο μέρος της συγγραφικής παραγωγής τους, που περιλαμβάνει: πατερικές εκδόσεις με επικέντρωση στο Γρηγ. Παλαμά και το Συμεών το Νέο θεολόγο, αναγεννητή του Ησυχασμού τον 11ο αιώνα΄ έκδοση γεροντικών κειμένων (η σοφία της ερήμου), λειτουργικών (ομιλιών, ακολουθιών, συναξαριών, εγκωμίων) και προ πάντων της Φιλοκαλίας. Η τελευταία, προσφέροντας τη νηπτικοασκητική εμπειρία της Ορθοδοξίας, απέβη πνευματική τροφή όλων των Ορθοδόξων και των σλαβικών χωρών και κριτήριο της νεώτερης θεολογίας μας, ως «εμπειρική μαρτυρία της εκκλησιαστικής γνησιότητας». Έχει απόλυτα δίκιο ο Χρ. Γιανναράς όταν γράφει, ότι η έκδοση της Φιλοκαλίας συνιστά «πρόκληση αναμέτρησης δύο πολιτισμών». «Από τη μια η φρενίτιδα της «προόδου», που ειδωλοποιεί θριαμβικά την πιο στεγνή και στεγανή ανθρωποκεντρική αυτάρκεια, αυτάρκεια του φυσικού και θνητού [...] και από την άλλη μεριά, η προτεραιότητα της αναζήτησης της αλήθειας και όχι της χρησιμότητας».
δ) Κοινωνία-εθνικό όραμα: Ένα από τα κυριότερα μέσα διαμόρφωσης της ευρωπαϊκής κοινωνίας απέβησαν οι Χρηστοήθειες, που προσδιόριζαν το ήθος της νέας κοινωνίας, δηλαδή τις «σχέσεις ανάμεσα στα άτομα και ανάμεσα στα φύλα». Είναι «οδηγοί καλής συμπεριφοράς» του πολίτη, «πως θα καθήσει, πως θα φάει, πως θα μιλήσει…». Οι νοοτροπίες αυτές εισβάλλουν στην Ελληνική κοινωνία μέσω διαφόρων διαύλων και κυρίως εκείνων, που, μετά τις σπουδές τους στην Ευρώπη, μεταφέρουν εδώ τα ήθη της. Τις συνέπειες επισημαίνει ο αείμνηστος Κ. Δημαράς: «Όλα δείχνουν ότι μια βαθιά αλλοίωση έχει επέλθει στη συγκρότηση της Ελληνικής κοινωνίας». «Η παραδοσιακή φιλοκαλία περνάει από δοκιμασία, ώσπου να αφομοιωθούν τα καινούρια, ενώ παραμελούνται τα παλαιά». Είναι η πρόκληση της Ευρώπης στο χώρο της κοινωνίας.
Δεν πρέπει στη συνάφεια αυτή να λησμονείται, ότι η διαμόρφωση της μετακαρλομάγνειας Ευρωπαϊκής κοινωνίας έχει υποδομή θεολογική, θεολογικό όμως, δηλαδή εκκλησιολογικό, είναι το υπόβαθρο και της ρωμαίικης κοινωνίας. Οι Κολλυβάδες το βιώνουν αυτό ως εκκλησιαστικά πρόσωπα και θεολόγοι. Γι΄ αυτό συνδυάζουν στην προσπάθειά τους την ανανέωση της θεολογικής παραδόσεως με το αμετακίνητο ορθόδοξο κοινωνικό μοντέλο, που προσφέρει το μοναστικό κοινόβιο και εμπεδώνει στις συνειδήσεις η λατρεία. Η προβολή του ορθοδόξου κοινωνικού ήθους γίνεται, έτσι, μετά από την ίδια την ορθόδοξη πράξη, που διασυνδέει την κοινωνία της λατρείας με τη «λειτουργία μετά τη λειτουργία», κάτι που εκφράζει πληρέστατα η εκκλησιαστική «πανήγυρις» με τη διπλή της όψη, μέσα και έξω από την Εκκλησία. Παρ’ όλα αυτά η Χρηστοήθεια του αγίου Νικόδημου έρχεται να καλύψει και θεωρητικά το θέμα. Οι αναφορές του συγγραφέα δεν είναι βέβαια ευσεβιστικές, αλλά πατερικές και αγιογραφικές. Δεν πρόκειται άρα για ηθικές «νόρμες», αλλά για αγιοπνευματική εμπειρία. Ο άγιος, που με το ασκητικό του πνεύμα ενοχλεί τους εκκοσμικευμένους του εκκλησιαστικού χώρου, προτείνει το αυθεντικό ορθόδοξο-πατερικό ήθος, ως τρόπο εκκλησιαστικής υπάρξεως.
Η πολιτική δράση των Κολλυβάδων, κυρίως του Παρίου, σ’ αυτό το πλαίσιο πρέπει πρωταρχικά, κατά την ταπεινή μου γνώμη, να θεωρηθεί. Είναι η απόλυτη συνέπεια στην απόρριψη της Ευρώπης όχι μόνο στον ιδεολογικό, αλλά και στον κοινωνικό χώρο. Η θεωρητική τους τεκμηρίωση επιβεβαιώνει αυτή τη θέση. Τα περί «κηρύγματος δουλικής υποταγής» στην Οθωμανική κυριαρχία ή περί «θεολογικά τεκμηριωμένα εθελοδουλίας» θα ανταποκρίνονταν στα πράγματα, αν δεν διασκεδασθούν με την προσθήκη του Βασιλείου Μακρίδη: με σκοπό «την προστασία της Ορθοδοξίας από τον κίνδυνο της Δύσης». Ίσως μάλιστα ο λόγος για «αυτοπροστασία» είναι προτιμότερος και ρεαλιστικότερος του όρου «εθελοδουλία». Ο «αντιευρωπαϊσμός» των Κολλυβάδων δεν είναι κατ’ ανάγκη και «φιλοτουρκισμός», για έναν που γνωρίζει τα ευρωπαϊκά και κυρίως τα γαλλικά σχέδια αυτή την εποχή για τη Ρωμαίικη Εθναρχία. Η σύμπτωση του προκρίματος των Κολλυβάδων με τις άμεσες στοχοθεσίες της Οθωμανικής πολιτικής είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός, ταυτίζεται όμως και εδώ απόλυτα με τη στάση του εθνομάρτυρα αγίου Κοσμά του Αιτωλού, που θεωρεί τον Οθωμανικό ζυγό θεϊκή εύνοια για το Γένος, με κριτήριο όμως τη στάση της Ευρώπης απέναντι στην Ορθοδοξία. Η αναζήτηση ερμηνείας πρέπει να αποδεχθεί αυτή την αδιατάρακτη πιστότητα στην παράδοση του Γένους. Η παραθεώρησή της όμως μεταβάλλει αυτόχρημα την επιστήμη σε πολιτική. Και μόνη η πρόταση του Παρίου να τιμώνται τα θύματα του ισλαμισμού, όπως οι αρχαίοι μάρτυρες της Εκκλησίας ή να τιμώνται ως άγιοι οι Νεομάρτυρες χωρίς την έγκριση της Μεγάλης Εκκλησίας, πρέπει να θεωρηθούν ως έμπρακτη «αντίσταση» στην εξουσία του «αντίχριστου», κατά τον Πατροκοσμά, Σουλτάνου.
Συμπερασματικά:
1. Η αντιπαράθεση Κολλυβάδων-Διαφωτιστών είναι αντίθεση δυο διαφορετικών κόσμων και «πολιτικών οραμάτων», ως δύο αλληλοαποκλειομένων εκδοχών της ελληνικότητας. Η επιλογή των μέσων σ’ αυτή τη διαπάλη δεν έχει πρωτεύουσα σημασία, όσο η ίδια η διαπάλη, που υποστασιώνει τις συνειδήσεις.
2. Η αποτίμηση της στάσης των Κολλυβάδων προϋποθέτει δυνατότητα κατανοήσεως της σημασίας γι’ αυτούς της Ορθοδοξίας, όχι ως θρησκευτικής ιδεολογίας ή μεταφυσικού στοχασμού, αλλ’ ως τρόπου υπάρξεως, που οδηγεί στη θέωση, τον μοναδικό για την Ορθοδοξία προορισμό του ανθρώπου, ενδοϊστορικά και μεταϊστορικά. Είναι, επίσης, αναγκαία η γνώση της γλώσσας τους, που δεν είναι απλά ελληνική, αλλ’ εκκλησιαστικά ελληνική, για την αποφυγή περαιτέρω παρανοήσεων.
3. Έτσι κατανοείται η εμμονή των Κολλυβάδων στην παράδοση του Γένους, εκφραζόμενη με το γραφικό αξίωμα: «μη μέταιρε όρια αιώνια, α έθεντο οι πατέρες σου» (Παρ. 22, 28).
4. Οι παρεξηγήσεις -τέλος- στην ερμηνευτική προσέγγιση των Κολλυβάδων πρέπει να αποδοθούν στην εφαρμογή δυτικών κριτηρίων (πολιτικών-οικονομικών, υλιστικών δηλαδή) και όχι των δικών τους (πνευματικών). Είναι ένα λάθος, που προσπαθεί να διορθώσει η σημερινή επιστημονική έρευνα, όταν βέβαια ελευθερώνεται από το καταθλιπτικό βάρος του παρελθόντος.Π.Γ.ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣΠηγή: «Πειραϊκή Εκκλησία», Ιούνιος 2009)
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2013

Η ΥΠΕΡΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΕΥΘΥΝΕΣ ΤΗΣ ΑΠΟΤΥΧΙΑΣ ΤΟΥ

Η υπερεκτίμηση του Διαφωτισμού και οι ευθύνες της αποτυχίας του


Πίνακας του ΑΠΕΛΛΗ: «BAR CODE», λάδια σε καμβά, 0,90Χ120, 2010
Μέρος Α’ «Η Αναγέννηση πίσω από τους μύθους της…»
Μέρος Β΄ «Η υπερεκτίμηση του Διαφωτισμού και οι ευθύνες της αποτυχίας του»
Μετά από τον λόγο για την Αναγέννηση, που υπήρξε η γενεσιουργός αιτία των εξελίξεων στη νεώτερη Ευρώπη, θα περάσουμε στο Β΄ μέρος, όπου θα δούμε τις συνέπειες και τις πνευματικές αλληλεπιδράσεις, μέχρι τον Διαφωτισμό (1), αλλά και τη σύγχρονη εποχή.

Θα ξεκινήσω, λοιπόν, τον λόγο αντίστροφα. Θα ζητήσω από τα αποτελέσματα, να μάθω την αιτία τους. Όπως αλάνθαστα, για να μάθει κάποιος το δέντρο και την ουσία του, θα πρέπει να κοιτάξει τον καρπό του. Γιατί, όπως σωστά λέει η λαϊκή μας θυμοσοφία, το δέντρο από τους καρπούς του κρίνεται.
Ποια είναι, λοιπόν, η κατάσταση που βιώνουμε σήμερα παγκόσμια αλλά και εθνικά; Είναι, θα έλεγα, ζοφερή και πιο επικίνδυνη από ποτέ, λαμβάνοντας υπόψη το βεβαρυμένο ισοζύγιο των διαφορών μεταξύ θετικών και αρνητικών, αλλά και των διαφορετικών συνθηκών και μέσων, που εμφανίστηκαν, ανάμεσα στην προ και στη μετά τον Διαφωτισμό εποχή. Το Περιβαλλοντικό και κλιματικό πρόβλημα, για παράδειγμα, δεν υπήρχαν. Όπως δεν υπήρχε η Βιομηχανική Επανάσταση, η εξάντληση των φυσικών πόρων, η απληστία του άκρατου Καπιταλισμού, ο μαρξισμός και ο διεθνισμός, η «Ορθή πολιτική» του αγγλοσαξωνικού και προτεσταντικού νεοφιλελευθερισμού, η κυριαρχία των τραπεζιτών επί των εθνών, των πολυεθνικών εταιρειών και η σχολή του Σικάγου, η επαπειλούμενη παγκόσμια υποδούλωση των λαών, η πυρηνική απειλή…



Πριν από 250 χρόνια, οι άνθρωποι πέθαιναν κατά χιλιάδες από συμβατικούς πολέμους, από πανούκλα ή από ασήμαντες ασθένειες, που τώρα θεραπεύονται με ένα χάπι. Σήμερα, όμως, πεθαίνουν κατά εκατομμύρια, από τα τρόφιμα που τρώνε, από τον αέρα που αναπνέουν, από το νερό που πίνουν και από ασθένειες που σχετίζονται με τη μόλυνση. Σήμερα, οι φαρμακοβιομηχανίες φτιάχνουν εμβόλια για ιούς αλακάρτ, που εμφανίζονται ξαφνικά από το πουθενά. Σήμερα, η Ιατρική με όλη της την πρόοδο θεραπεύει ή προσπαθεί να θεραπεύσει τις άγνωστες μέχρι προ τινος ασθένειες, που δημιούργησε ο σύγχρονος τρόπος ζωής και ο δίχως μέτρο καταναλωτισμός. Διότι, σήμερα, οι άνθρωποι δεν πεινούν πάνω στον πλανήτη, επειδή είναι πολλοί, όπως δειτείνονται τα «δοχεία σκέψεως» της δύσης. Πεινούν, επειδή η απληστία των λίγων κατέχει τα πολλά και η αγάπη και η ανθρωπιστική αλληλεγγύη έχουν εκλείψει, αν δεν έχουν δοθεί εργολαβικά σε ΜΚΟ.

Μην εκπλήσεσθε! Αυτό είναι απλώς με αναγωγή στα αποτελέσματα, το πνεύμα του Ορθολογισμού του Ευρωπαίου «Διαφωτιστή», που κατέβασε τον Θεό για να ανεβάσει τον άνθρωπο και την λογική του. Ο άνθρωπος του Διαφωτισμού, καθώς έτρεχε σε μια λεωφόρο γνώσης που οδηγούσε στον άκρατο ατομικισμό, μέσα από τα υπερτονισμένα προσωπικά του δικαιώματα, δεν προέβλεψε πως έτσι θα απεδομείτο η συλλογικότητα του εμείς. Ναι, η έννοια του Θεού μπορεί να φαίνεται σε κάποιους ως αναχρονιστική, αλλά είναι σίγουρα αυτή που μπορεί αποδειγμένα να διατηρεί την ενότητα της κοινωνίας. Αυτό σε ελεύθερη μετάφραση, μπορεί να συνάγει κανείς ως συμπέρασμα από την περίφημη φράση του «αρχιερέα» του Διαφωτισμού Βολτέρου πως: «Κι αν ακόμη δεν υπήρχε Θεός, θα έπρεπε να τον εφεύρουμε». Το ότι ο ισχυρός και ο «ανώτερος» δικαιούται να τα πάρει όλα από τον αδύναμο, είναι το συμπέρασμα μιας καθόλα ορθολογικής σκέψης, όπως διαπιστώνουμε και στον Υπεράνθρωπο του Νίτσε (2). Καθόλου παράξενο, λοιπόν, που η αποικιοκρατία γνωρίζει μεγάλη έξαρση στα χρόνια του Διαφωτισμού. Όλα αυτά, που ήδη ανέφερα, είναι απότοκοι κλάδοι της πνευματικής ρίζας του Διαφωτισμού και των πολυσχιδών ιστορικών, πνευματικών-πολιτικών του αναπτυγμάτων. Άλλωστε, δε νομίζω ότι αρνιέται κανείς, πως το κίνημα του Διαφωτισμού, είναι αυτό που τελικά κυριάρχησε και ακόμη κυριαρχεί-δυστυχώς πλέον εκφυλισμένο και απογυμνωμένο από κάθε ανθρωπισμό-στις διάφορες εκφάνσεις του και σε κάθε επίπεδο της ανθρώπινης δραστηριότητας, στον κόσμο του δυτικού ημισφαιρίου;

Άρα, ο «Διαφωτισμός», μπορεί πλέον να κριθεί με την ασφάλεια των 250 και πλέον χρόνων, από τα απτά αποτελέσματα του και όχι με έναν τρόπο γενικό και αόριστο, ως πλήρως αποτυχημένος και επικίνδυνος και να του καταλογιστούν ευθύνες. Κυρίως, διότι χάλκεψε και παραχάραξε τα μέσα, που χρησιμοποιεί η έμφυτη κλίση του ανθρώπου για την γνώση και την αλήθεια, δηλαδή την λογική. Όπως ακριβώς και στην περίπτωση του Κομμουνισμού στην πρώην ΕΣΣΔ, που επίσης απέτυχε να εφαρμόσει στην πράξη το πανάρχαιο αίτημα της ισονομίας και της ισότητας, που ήταν άλλωστε και ζητούμενα της Γαλλικής Επανάστασης. Το μόνο που απομένει στους διαφωτιστές ως ειλικρινής δικαιολογία, είναι ότι ο αληθής Διαφωτισμός, με την έννοια του όρου, δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Και δεν εφαρμόστηκε ποτέ, διότι απέρριψε το πνεύμα του Θεού. Η αποτυχία αυτή, δείχνει την έσχατη ποιοτική διαφορά ανάμεσα στην θεωρία και στην πράξη, στην ειλικρίνεια και στη σκοπιμότητα του εγχειρήματος. Όμως την ίδια δικαιολογία δε θα μπορούσε να προτάξει άραγε και ένας χριστιανός, ισχυριζόμενος, πως ήταν μόνο ο κληρικαλισμός η αιτία που απέτυχε να εφαρμοστεί η χριστιανική διδασκαλία, και όχι οι ίδιες οι προθέσεις, οι δυνατότητες και η αλήθεια του Χριστιανισμού;

Λίγοι, νομίζω, θα τολμούσαν να ισχυριστούν, ότι πρόκειται σήμερα για μια κατάσταση, όπου ο Διαφωτισμός, μετά από 250 περίπου χρόνια έχει δικαιωθεί, σε ό.τι αφορά τις θεμελιώδεις αρχές του. Αρχές που διατυπώθηκαν από τους εξοχότερους εκφραστές του, Βολτέρο και Ρουσσώ, και όπως κατατέθηκαν το 1789 στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης, υπό τη μορφή πολιτικών δικαιωμάτων. Η Γαλλική Επανάσταση αποτελεί ακριβώς ορόσημο για τη λήξη της εποχής του Διαφωτισμού και την έλευση της εποχής του (πρώιμου) Φιλελευθερισμού στην κοινωνία και την οικονομία. Ήδη, σήμερα, στην χώρα μας, βιώνουμε ως απτό παράδειγμα το «ανθρωπιστικό» υπόβαθρο των επιγόνων του διαφωτισμού, υπό τη μορφή ακόμη και της ωμής παρέμβασης στις δημοκρατικές μας δομές, πόσο μάλλον των πολιτικών μας δικαιωμάτων. Όχι! Ο Διαφωτισμός δεν έκανε τους ευρωπαίους λιγότερο βάρβαρους. Τους έκανε όμως περισσότερο εκλεπτυσμένους.

Για μια ακόμη φορά οι ευρωπαίοι, ως διαφωτιστές, ήρθαν σε επαφή με το ελληνικό πνεύμα, αλλά δεν κατάφεραν τίποτα άλλο από τη μάταια αντιγραφή του, τέλος δε την πλήρη παραποίηση του. Αυτό είναι που φέρνει πάντα εμάς τους Έλληνες, έστω παρηκμασμένους, απέναντι τους. Γιατί; Πρώτον, επειδή δεν είναι δικό τους, είναι έξω από την ιδιοσυγκρασία τους. Δεύτερον, διότι το γνώρισαν από τρίτο χέρι. Έτσι αναγκαστικά το διαστρεβλώνουν, καθώς εστιάζουν πάντα σε μέρη και όψεις του που τις προτιμούν, ενώ σε άλλες όχι. Κάποτε κόλλησαν με τον Αριστοτέλη, μετά γνώρισαν τον Πλάτωνα, αργότερα τον Επίκουρο. Μου έρχεται στο νου μια εικόνα ως παράδειγμα. Φανταστείτε, λοιπόν, ένα Γερμανό, να προσπαθεί να παίξει ηπειρώτικο κλαρίνο, που το έμαθε από έναν Ιταλό, που και εκείνος το έμαθε από έναν Ηπειρώτη. Και να έχει την απαίτηση ο Γερμανός να παίξει το κλαρίνο με καημό και νάζι, όπως ο Ηπειρώτης. Γίνεται; Ο πολιτισμός και το πνεύμα του, είναι απόρροια μιας έκαστης ιδιαίτερης ιδιοσυγκρασίας, όπου παίζουν καθοριστικό ρόλο πολλοί παράγοντες, ακόμη και κλιματικοί. Μπορείς να προσπαθήσεις να κατανοήσεις έναν πολιτισμό, ακόμη και να τον μιμηθείς, αλλά δε γίνεται ποτέ να έχεις την εσωτερική σύνδεση, τη συναισθηματική επαφή μαζί του. Για αυτήν την απώλεια της υποκειμενικότητας και της ατομικότητας του συναισθήματος, είναι, που ο Ρομαντισμός τον 19ο αιώνα, κατηγόρησε και πολέμησε την Λογοκρατία και τον Διαφωτισμό, με εξέχοντες αντιπρόσωπους του τους φιλέλληνες Λόρδο Βύρωνα και Ευγένιο Ντελακρουά. Για αυτό και ο Ελληνικός Λόγος από θερμή ανάσα ζωής κατέληξε μια ψυχρή λογική σαν βγαλμένη από νεκροτομείο. Αυτή τη συναισθηματική σύνδεση όμως, με τον αρχαίο πολιτισμό μας, οι Έλληνες δεν τη χάσαμε ποτέ, ακόμη και στους έσχατους καιρούς της παρακμής μας. Υπάρχει ακόμη ανάμεσα μας, ζωντανός, ο τύπος του Αριστοφάνη, του Λεωνίδα, του Αριστείδη….

Όπως στην εποχή της Ρώμης, όπως στην Αναγέννηση, όπως και στον Διαφωτισμό, πίσω από τη συγκινητική λατρεία προς κάθε τι αρχαιοελληνικό, όπως είναι η φιλοσοφία, οι τέχνες και ο πολιτισμός, υποκρύπτεται όχι μόνο η ανάγκη ενός άλλοθι και μιας επίφασης, ικανών να αποκρύψουν την βαρβαρότητα, αλλά και ένας υπολανθάνων φθόνος ομολογημένος από τους ίδιους (Νίτσε). Τα «Φωτισμένα Έθνη» του Κοραή, είχαν εκείνη την εποχή ξεκληρίσει πολλά έθνη και λαούς σε ανατολή και δύση. Ωστόσο, η «αγιοποίηση» τους αυτή στην Ελλάδα, οφείλεται στο ότι, τουλάχιστον εμάς, αν και αργά, αν και απρόθυμα, αν και υπό εκμετάλλευση, μας βοήθησαν να «απελευθερωθούμε». Αντίθετα, λοιπόν, από τις αρχικές προθέσεις, σήμερα βρισκόμαστε στο κατώφλι ενός φωταδιστικού μεσαίωνα, όπου τα συμβατικά θρησκευτικά ιερατεία, τείνουν πια να αντικατασταθούν από τα νέα ιερατεία των τεχνοκρατών και των επιστημόνων, που, ας μου επιτραπεί ο νεολογισμός, είναι οι νέοι «ιερείς» της «Μεταδιαφωτιστικής Εποχής». Σήμερα, κάποιοι «παίζουν» με το DNA ως «θεοί». Σε έναν κόσμο χαμηλών ηθικών αξιών, όμως, πώς να τους εμπιστευτεί κανείς;

Σε κάθε επίπεδο ο «Διαφωτισμός» έχει σχεδόν αποτύχει. Εκτός και αν επιμείνουμε να θεωρούμε τα επιστημονικά και τεχνολογικά επιτεύγματα, που πράγματι είναι πολλά, ως βασικές προτεραιότητες του διαφωτιστικού πνεύματος. Η αποστολή δορυφόρων στο πλανητικό σύστημα, δεν αποδεικνύεται χρήσιμη στο να γεμίσει τα στομάχια των πεινασμένων της γης. Τα υπερσύγχρονα μηχανήματα, η κατασκευή και η χρήση τους, δε συνιστούν απόδειξη ανώτερης λογικής ύπαρξης, με υπόβαθρο και μόρφωση ανθρωπιστική. Κάλλιστα ένας νέος μεσαίωνας, χειρότερος από τον προηγούμενο, θα μπορούσε να ενδυθεί την απαστράπτουσα ψηφιακή τεχνολογία, για τον έλεγχο των συνειδήσεων. Η ουσία δεν αλλάζει ποτέ. Οι μορφές και τα μέσα, είναι αυτά που αλλάζουν. Αυτές θα πρέπει να αποκωδικοποιούμε, γνώριζοντας, ότι ο «εχθρός» του ελεύθερου ανθρώπου, ήταν, είναι και θα είναι πάντα εδώ, σε καθε εποχή. Το μόνο που χρειάζεται, είναι κάθε φορά να ανακαλύπτουμε τη σύγχρονη «μεταμφίεση» του.

Όταν μιλάω για τον «Διαφωτισμό», δεν αναφέρομαι σε αυτό που θα πίστευαν πολλοί. Δηλαδή, στην εξωτερική θετική του εικόνα, που συνδέεται με καινοτομίες, μεταρρυθμίσεις, ανακαλύψεις και άλλα. Ποιος λογικός άνθρωπος στην εποχή μας θα διαφωνούσε, για παράδειγμα, στο να βρεθεί η θεραπεία από τον τάδε βάκιλο ή να εξελιχθούν τα μέσα παραγωγής, εκπαίδευσης, ιατρικής κλπ; Ή ποιος θα ήθελε σήμερα να καούν στην πυρά ο Γαλιλαίος ή ο Τζ. Μπρούνο; Εγώ πάντως, όχι.  Αναφέρομαι, κυρίως, σε αυτήν την παρασιτική, μυστική αρχή, που παρεμβαίνει επί των εξελίξεων και τις κατευθύνει για λογαριασμό της και σε σκοπούς αλλότριους από το συμφέρον της ανθρωπότητας. Και μάλιστα, με τον αισχρότερο των τρόπων. Με την προκάλυψη και την προσχηματική χρήση εννοιών, με τις οποίες δύσκολα θα μπορούσε κανείς εν πρώτοις να διαφωνήσει. Όπως είναι, για παράδειγμα, τα ανθρώπινα δικαιώματα, το περιβάλλον, τα μεταλλαγμένα τρόφιμα κ.α. Επενδύει η αρχή αυτή πάνω στο κοινό ενδιαφέρον για τα ανθρώπινα δικαιώματα και με πρόσχημα δήθεν την υποστήριξη τους, στην πραγματικότητα δρα εναντίον τους. Και το κάνει πολυκερματίζοντας και εξατομικεύοντας τα διαρκώς, σε μια κοινωνία που αρχίζει να χάνει τη συνοχή της και άρα να γίνεται πιο ευάλωτη, αφού πρώτα φρόντισαν να περιορίσουν τη βασική αρχή της ενότητας της, που ήταν ο Θεός, Αλλά έπειτα και τον θεσμό της οικογένειας, αργότερα δε και το Έθνος.

Με τον ίδιο τρόπο, αυτή η παραμορφωτική και εκφυλιστική σκέψη, που τη διακρίνει ένας δαιμονικός ατομικισμός και μια εωσφορική αλαζονεία, έχει καταφέρει να κυριαρχήσει ως μια διαστρεβλωμένη κατευθυντήρια οπτική, επί της εξελίξεως συνολικά του Διαφωτισμού σε κάθε επίπεδο, επιστημονικό, τεχνολογικό, πολιτικό, κοινωνικό, καλλιτεχνικό. Και αυτό, σχεδόν εξ αρχής. Είναι γνωστοί οι κύκλοι που κατεύθυναν τα γεγονότα της Γαλλικής Επανάστασης και τα όσα αφορούν τις απαρχές του Διαφωτισμού, ακόμη και της Αμερικής της ίδιας, που υπήρξε κατά τις προδιαγραφές της ΝΤ το πρώτο μεγάλο πείραμα ενός πολυεθνικού ομόσπονδου κράτους, προορισμένου να εφαρμοστεί σε όλον τον πλανήτη. Η ΕΣΣΔ, υπήρξε ένα ανάλογο αποτυχημένο εγχείρημα, ενώ και η ΕΕ είναι ένα ακόμη βήμα. Για να γίνει όμως αυτό, θα έπρεπε πρώτα να εξαλειφθούν δύο βασικά εμπόδια, που λειτουργούσαν συσπειρωτικά για τα ΄Εθνη στο παλαιό σύστημα τάξης. Η Θρησκεία και η Βασιλεία. Το ένα στο χώρο της μεταφυσικής πίστης και το άλλο στο ρεαλιστικό επίπεδο της πολιτικής. Η αναβίωση της Δημοκρατίας (ανεξάρτητα από τον φιλελευθερισμό του ίδιου του πολιτεύματος), πραγματοποιήθηκε μέσα στα πλαίσια του Διαφωτισμού και την άνοδο της αστικής τάξης και βασίστηκε στα τεράστια λάθη μιας κακής μοναρχίας απέναντι σε έναν άθλιο, βασανισμένο λαό. Η Δημοκρατία, που τόσο βάναυσα κακοποιήθηκε από τον Ροβεσπιέρο και από τον Βοναπάρτη, λειτούργησε ως μια μεταβατική πολιτική προκάλυψη ενός μελλοντικού αυταρχικού σχεδιασμού, που τώρα πια στις ημέρες μας άρχισε να αποδίδει τους καρπούς του στη μορφή της παγκοσμιοποίησης. Ουδέποτε νοιάστηκαν αληθινά για την Δημοκρατία, όσοι πίσω από τα νεοφανή φώτα του Διαφωτισμού, προετοίμαζαν την ποδηγέτηση της. Ακόμη και αν οι προθέσεις κάποιων ήταν ειλικρινείς, ο έλεγχος χάθηκε, κατά τη διάρκεια της πορείας.

Από τα μέσα του 18ου αιώνα, η επίδραση της διαφωτιστικής κριτικής στην κοινωνία ήταν μεγάλη. Οι χώροι συγκεντρώσεων και οι μασονικές στοές, έγιναν φορείς της ολοένα αυξανόμενης δυσαρέσκειας κατά της απόλυτης μοναρχίας. Θεός και Βασιλιάς, σε εκείνη την εποχή, ήταν ο ένας το στήριγμα του άλλου. Όποιος θα ήθελε να χτυπήσει τον έναν θα έπρεπε να τα βάλει και με τον άλλο. Η Γαλλική Επανάσταση, αποτέλεσε μια βίαιη ενσάρκωση της φιλοσοφίας του Διαφωτισμού, και η επιθυμία για αλλαγή και ορθολογισμό οδήγησε στην προσπάθεια να εξαλειφθεί η Εκκλησία και ο χριστιανισμός στο σύνολο τους, όχι μόνο ως ιδέες αλλά και υλικά. Έτσι δικαιολογούνται αρκετές εκδοχές της ιστορίας, που αναφέρονται στις διώξεις των πρώτων διαφωτιστών, του κύκλου των «Εγκυκλοπαιδιστών» (3). Έτσι εξηγείται και το αμοιβαίο θανάσιμο μίσος των μοναρχών κατά των μυστικών εταιρειών, αλλά και η αρνητική γνώμη του Καποδίστρια για το ρόλο τους στην Επανάσταση, εκφρασμένη μάλιστα εγγράφως σε δύο εγκυκλίους του, περί των εταιρειών αυτών (4). Το γεγονός, πως οι περισσότεροι μεγάλοι διαφωτιστές ήταν μασόνοι, δεν θα πρέπει να περνάει απαρατήρητο. Δεν πρόκειται για λέσχες τένις. Το γεγονός, πως οι μασόνοι κάθε άλλο παρά άθεοι είναι, θέτει υπό σκέψη την αντίφαση που δημιουργεί η εκφρασμένη περί αθείας στάση των διαφωτιστών. Και αυτό είναι βεβαίως σχετικό, καθώς δεν είχαν όλοι οι διαφωτιστές τις ίδιες ακριβώς άθεες απόψεις ή κίνητρα και σίγουρα υπήρχαν και εξαιρέσεις. Μιλάμε όμως για την πλειονότητα τους. Δεν είναι λοιπόν, ο Διαφωτισμός ο ίδιος το σάπιο φρούτο, ως μέσο για την κατάκτηση της γνώσης, αλλά η παρείσακτη σκέψη, που τον κατευθύνει στην μηχανοποιημένη εκμετάλλευση των μαζών και στην Τεχνοκρατία. Που τον απομακρύνει τελικά από την αληθινή γνώση και τη βελτίωση της ανθρώπινης ζωής, που θα ήταν και το ζητούμενο ενός αληθινού Διαφωτισμού.

Το στοιχείο, λοιπόν, που έλειψε από τον αληθινό Διαφωτισμό, ώστε να αστοχήσει τελικά στον πραγματικό του σκοπό, είναι το χριστιανικό πνεύμα. Αυτό, τα όργανα της παρείσακτης αρχής φρόντισαν σκόπιμα να το αποκλείσουν και να το εμφανίσουν, ως δήθεν  αντίθετο προς την έρευνα, την επιστήμη και την λογική. Αυτό, εν μέρει, εμπεριέχει κάποιαν αλήθεια, αφού η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, φάνηκε ανέτοιμη και οχυρώθηκε πίσω από τα δόγματα της. Αυτό, φυσικά, αντανακλά και μια εσωτερική στασιμότητα της Εκκλησίας. Προφανώς, επειδή το χριστιανικό πνεύμα δεν ήταν τόσο ισχυρό στη Δυτική Εκκλησία, ώστε να πιστεύει πως η γνώση και η αλήθεια, δε θα μπορούσαν ποτέ να απειλήσουν τον Θεό, και έτσι αντέδρασε περισσότερο χάριν των απειλούμενων προνομίων της. Υπό διαφορετικές συνθήκες, κάτι ανάλογο συνέβη και στον ελλαδικό χώρο, ωστόσο η περίπτωση του Ελληνικού Διαφωτισμού, όπως θα αναφέρω παρακάτω, έχει πολλές ιδιαιτερότητες. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία δεν ήταν έτοιμη για αυτό το άνοιγμα. Έτσι, χάθηκε η λαμπρή ευκαιρία, η αγάπη για τη γνώση και τον λόγο και τη διερεύνηση του εμπειρικού κόσμου, να μπορέσει να εναρμονιστεί με το πνεύμα του Θεού και να οδηγηθεί από αυτό προς την επιστημονική αλήθεια με τη μεγαλύτερη δυνατόν ηθική αρτιότητα. Σήμερα, γνωρίζουμε πολύ καλά, ότι ο Θεός και οι επιστήμες δεν απειλούν το ένα το άλλο, ούτε είναι δύο κόσμοι ασύμβατοι, όπως αποδεικνύουν πλήθη θεϊστών επιστημόνων και διανοητών, όπως βεβαίως, υπάρχουν και άθεοι. Από την άλλη, το γεγονός πως η Εκκλησία δε συμμετείχε στα πεπραγμένα του Διαφωτισμού, αλλά έμεινε πιστή στα θέσφατα της, της δίνει ταυτόχρονα και τη δυνατότητα, να μην έχει καμμία ευθύνη για τα αποτελέσματα της αποτυχίας του και για την κρίση που αυτός περνάει. Στο σημείο αυτό, προβάλλει και η μεγάλη ευκαιρία της Ορθοδοξίας, να παίξει σημαντικότατο θετικό ρόλο στα εξελισσόμενα του 21ου αιώνα.

Αυτή η αμφισβήτηση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, συνδέει προδρομικά τον Διαφωτισμό με την Μεταρρύθμιση στην βόρεια Ευρώπη και έτσι δεν είναι τυχαίο ότι οι διαφωτιστικές εστίες εντοπίζονται σε χώρες όπου η παπική εξουσία δεν ήταν ισχυρή, όπως η Γερμανία, η Γαλλία, η Αγγλία και η Ολλανδία. Ο Διαφωτισμός, χάριν της δίψας για ελευθερία από την θρησκευτική δομή της μακραίωνης παπικής πνευματικής τυραννίας, στράφηκε στην πραγματικότητα περισσότερο εναντίον του κληρικαλισμού (5), που εφάρμοσε εν πολλοίς, μια εν τω κόσμω παραχάραξη της χριστιανικής διδασκαλίας.

Ας μην ξεχνάμε ότι, η Αναγέννηση δεν ήταν ποτέ ένα κίνημα αθεΐας, αλλά εμφάνισε μόνο μια ροπή προς τον παγανισμό και την κλασικότητα. Έπειτα, ήταν ένα κίνημα περισσότερο καλλιτεχνικό. Αντίθετα, ο Διαφωτισμός υπήρξε ένα πιο καθαρό κίνημα αθεΐας, που επικεντρώθηκε κυρίως στις θετικές επιστήμες, στα γράμματα και στη διανόηση. Αυτό αποτελεί, φυσικά, μεγάλη μετατόπιση από τις αρχές και τους σκοπούς της Αναγέννησης, αλλά έπρεπε να προηγηθεί η Μεταρρύθμιση στη βορειοδυτική Ευρώπη, ώστε η πορεία προς τον Διαφωτισμό να γίνει δυνατή μέσα από τον προτεσταντικό πραγματισμό, που βρίσκεται ένα βήμα πιο κοντά στη διακήρυξη ενός ορθολογικού αθεϊστικού πνεύματος, όπως βλέπουμε στον Χέγκελ και στον Νίτσε. «Η θρησκευτική θεωρία της Μεταρρύθμισης αποτελεί σώμα αρχών για το δόγμα του Προτεσταντισμού. Ξεκινά έτσι μια ουσιαστική αλλαγή νοοτροπίας, που ξεπερνά την πίστη στο αλάθητο της παπικής εξουσίας και εγκαινιάζεται έτσι η νέα σκέψη, πάνω στην εσωτερική όψη της θρησκείας, ανοίγοντας πόρτες για την ανάπτυξη της φιλοσοφικής σκέψης που ανθεί στην επόμενη περίοδο του Διαφωτισμού (6). Ήδη από τον 16ο αιώνα, ο Μονταίν εφάρμοσε τον σκεπτικισμό. Ο σκεπτικισμός πήρε μια πιο ακραία μορφή στον Ντεκάρτ στα μέσα του 17ου αιώνα και στην φιλοσοφία του που ονομάστηκε «Καρτεσιανισμός» και εισάγει στην εμφάνιση του ρεύματος του Ορθολογισμού. Ο 18ος αιώνας ήταν στη συνέχεια ο «Αιώνας των Φώτων».


Στην Ελλάδα και στον βαλκανικό χώρο, οι πρώτες ιδέες του Διαφωτισμού άρχισαν να διαδίδονται ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα, αλλά εδώ πήρε μια διαφορετική μορφή. Ήταν ένα κίνημα για τη δημιουργία εκπαιδευτικής υποδομής και τη διδασκαλία της γλώσσας και των φυσικών επιστημών στον ελληνόφωνο χώρο, το οποίο προκάλεσε την αντίδραση του εκκλησιαστικού κατεστημένου. Από τον 17ο αιώνα άρχισε σταδιακά να δίδεται περιορισμένη εκπαίδευση σε ορθόδοξες εκκλησιαστικές σχολές, οι οποίες λειτουργούσαν με βάση τις υποχρεώσεις και τα σχετικά προνόμια, που είχε αναλάβει το Πατριαρχείο έναντι των Οθωμανών. Σε αυτές τις σχολές δίδασκαν αρχικά δάσκαλοι-κληρικοί παραδοσιακής παιδείας, αλλά από το 18ο αιώνα έπαιρναν τη θέση τους όλο και συχνότερα νεωτεριστές, οι λεγόμενοι σήμερα «Δάσκαλοι του Γένους»(7). 

Η ελληνική εκδοχή του Διαφωτισμού όμως, είχε συχνά διαφορετικούς στόχους από εκείνους του ευρωπαϊκού. Για παράδειγμα, την προσπάθεια Ελλήνων διαφωτιστών, που οι περισσότεροι ήταν κληρικοί, να συγκεράσουν τις ιδέες της ελευθερίας, ισότητας και δημοκρατίας με τις χριστιανικές αντιλήψεις (8). Ο Βούλγαρις παίρνει μέρος με το «Σχεδίασμα περί Ανεξιθρησκείας» στον προβληματισμό σχετικά με τη θρησκευτική ανοχή που ήταν σημαντικό θέμα στις συζητήσεις της ευρωπαϊκής διανόησης εκείνης της εποχής. Ενώ όμως ο Βολτέρος αμφισβητούσε στα σχετικά έργα του κάθε δογματικό φανατισμό και αναδείκνυε την υπεροχή της φυσικής θρησκείας, ο Βούλγαρις προβάλλει στο «Σχεδίασμά» του την ελεύθερη θρησκευτική συνείδηση ως χριστιανικό προνόμιο και εισάγει στην ελληνική γλώσσα τον όρο ανεξιθρησκεία (9). Τελικά για τον ρόλο των ευρωπαίων «διαφωτιστών» μας γράφει και ο στρατηγός Ι. Μακρυγιάννης: «…Κάνουν και οι μαθηταί τους οι Ευρωπαίοι την ανταμοιβή εις τους απογόνους εμάς -γύμναση της κακίας και παραλυσίας. Τέτοια αρετή έχουν, τέτοια φώτα μας δίνουν».

Ποιο αλήθεια από τα ανθρώπινα δικαιώματα, δεν περιλαμβάνεται στο «αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν»; Θα έπρεπε αλήθεια να περιμένουμε τον Βολτέρο, γνωστό και για τις φυλετικές του ιδέες, να μας μιλήσει για το δικαίωμα του άλλου, ή τον Ρουσσώ να μας κάνει «νέα» Κοινωνικά Συμβόλαια ή μήπως τους καθηγητές του Χάρβαντ να μας αποκαλύψουν μετά από πολυετείς έρευνες, την ιδανικότητα του μητρικού γάλακτος για την υγιή διατροφή του βρέφους;;!
Το «καλό» και το «λογικό» γίνονται ισάξια, μας λέει ο Διαφωτισμός, όμως κάπως έτσι οδηγούμαστε και στο συμπέρασμα πως «ότι είναι νόμιμο είναι και ηθικό». Αλλά, όπως ομολογεί ο Ρουσσώ, «Το λογικό πολλές φορές μας απατά, η συνείδηση όμως ποτέ». Πώς όμως το λογικό που είναι ισάξιο του καλού, μπορεί να μας απατά, εφόσον είναι καλό; Θα απαντούσα, πως στη συνείδηση, είναι που βρίσκεται ο ίδιος ο Θεός. Ο δε Λαμαρτίνος θα μας επιβεβαιώσει πως: «Η καρδιά έχει λόγους τους οποίους αγνοεί το λογικό».




Σημειώσεις-παραπομπές:


1. Ο Διαφωτισμός ήταν μια φιλοσοφία ανθρωποκεντρική, όπου ο άνθρωπος αναγνωρίζεται ως το κέντρο της ιστορίας, με όλα τα δικαιώματα τα οποία έπρεπε να αξιώνει. Αυτός ο ανθρωποκεντρισμός (=humanismus, Ουμανισμός) αποτελούσε τη σύνδεση με το αρχαιοελληνικό πνεύμα, έναντι του ανατολικού μυστικισμού της χριστιανικής θρησκείας.

2. Νίτσε: «Η θέληση της Δύναμης»

3. Ντιντερό, 1713-1784) και Jean-le-Rond d’ Alembert (ΝτΑλαμπέρ, 1717-1783)

4. α) «…Αν ή Ελλάς έγκατελείφθη άπό τό 1821 έως τόν Ιούλιον μήνα του τελευταίου έτους, τούτο προήλθε διότι οί εχθροί της τήν παρέσταιναν αδιακόπως πρός τους Βασιλείς, ώς λαόν έπαναστατωθέντα καί άγωνιζόμενον ύπό τήν διεύθυνσιν καί ύπό τούς σκοπούς Μυστικών Εταιρειών, όθεν έπήγασαν αί Kαταστροφαί της ‘Ισπανίας και Ιταλίας.
Εύκολον ήτο αναμφιβόλως να αναιρεθή ή σφαλερά αυτή δόξα. μ’όλον τούτο εχρειάσθησαν ολόκληρα επτά έτη βασάνων και δυστυχιών είς αναίρεσίν της. Μόλις ανηρέθη, καί ενώ ή Ελλάς άρχίζει νά λαμβάνη δείγματα εύνοίας καί καλοκαγαθίας έκ μέρους τών Συμμαχικών Δυνάμεων, οί έχθροί της θέλουν πάλιν τήν παραστήσει ώς υπεξούσιον τών Μυστικών Εταιρειών, καί είς άπόδειξιν τούτου θέλουν φανερώσει, ότι υπό διαφόρους ονόμασιν αί Εταιρείαι αυταί υπάρχουν καί πολλαπλασιάζονται μεταξύ των εν τοίς πράγμασι και τής πολιτικής τάξεως, και της στρατιωτικής δυνάμεως, ίσως καί αύτού του στόλου» Εν Πόρω τη 8 Ιουνίου 1828, Ο Κυβερνήτης Ι.Α. Καποδίστριας
β) «…Ἡ Κυβέρνησις χρεωστε ν πληροφορηθ τι πς πάλληλος, ποιοσδήποτε ν εναι βαθμς του, θέσις του, εναι κα θέλει μείνειντελς λλότριος π τν περ ς λόγος μυστικν ταιρίαν, ποιαδήποτε λλην μυστικ ταιρίαν, τις θελεν ντίκεισθαι ες τ χρέη, ες τποα καθυποβάλλεται, μ’ φο δέχεται δημόσιον τιν πηρεσίαν κα πειδ πηρετε τν πατρίδα κατ τν προσωρινς καθεστσαν τάξιν τν πραγμάτων, δν θέλει πόκεισθαι μήτε πακούει εμ ες τος πάρχοντας νόμους, κα ες τος κατ’ ατν διωριζομένους ρχηγούς». ν Ναυπλί τ 22α Αγούστου 1831. Κυβερνήτης Ι.Α.ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ. 48 ημέρες μετά ο Καποδίστριας δολοφονήθηκε.
5. Η κατευθυντήρια γραμμή του φιλοσόφου Immanuel Kant (Καντ, (1724-1804)), «Να έχεις το θάρρος να χρησιμοποιείς τη λογική σου», είχε ως στόχο τις εξωτερικές αντιδράσεις ενάντια στο Διαφωτισμό, αλλά και την εσωτερική απελευθέρωση από την ποδηγέτηση της κοσμικής και της εκκλησιαστικής εξουσίας.

6. Ο Ολλανδός φιλόσοφος Σπινόζα, 1632-1677) Ο ‘Άγγλος φιλόσοφος και γιατρός Λοκ, 1632-1704) δημοσίευσε το 1689 ένα βιβλίο «Επιστολές για την Ανοχή». Ο επίσης ‘Άγγλος φιλόσοφος Τόλαντ, 1670-1722), ο Γάλλος ιερωμένος Μεσλιέ -1773), ο Γάλλος ιερωμένος και φιλόσοφος Μπάυλ, 1647-1706), ο Γερμανο-Ολλανδός Μπέκερ, 1634-1698) που κατηγορούσε τον εκκλησιαστικό μηχανισμό καθολικών και προτεσταντών για τις δολοφονίες μαγισσών.

7. Τέτοια πρόσωπα ήταν οι Γεώργιος Σουγδουρής, Μεθόδιος Ανθρακίτης, Ευγένιος Βούλγαρις, Ιώσηπος Μοισιόδαξ, Νικηφόρος Θεοτόκης, Χριστόδουλος Παμπλέκης (1733-1793), ο οποίος στο δοκίμιό του «Περί Θεοκρατίας» (1793) υπερασπίζεται τις ιδέες του Διαφωτισμού, εκθειάζοντας τον Βολτέρο και τον Ρουσσώ, ο Νεόφυτος Βάμβας (1770-1855), ο Άνθιμος Γαζής, οι φιλόσοφοι Φιλιππίδης, Βαρδαλάχος, Οικονόμος, Γουλέλης, ο Θ. Καϊρης, ενώ οι κορυφαίοι Έλληνες διαφωτιστές είναι ο Ρήγας Φεραίος, ο Αδ. Κοραής καθώς και ο Κοσμάς ο Αιτωλός.

8.  «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» Κ.Θ. ΔΗΜΑΡΑ, Νεοελληνικά Μελετήματα, Αθήνα 1977

9. ‘Αννα Ταμπάκη: «Βολτέρος, Ο εμπνευστής μιας επανάστασης», τ.18, Ιαν. 2006»
olympia



Το διαβάσαμε από το: Η υπερεκτίμηση του Διαφωτισμού και οι ευθύνες της αποτυχίας του http://thesecretrealtruth.blogspot.com/2013/09/blog-post_2804.html#ixzz2eCfho9co

Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2011

ΚΟΛΥΒΑΔΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ

Η πρόκληση  του Διαφωτισμου και οι Κολυβάδες
π. Γ. Μεταλληνός
Το 18ο αιώνα συντελείται νέα περιπετειώδης συνάντηση της Ορθόδοξης Ανατολής με τη Δύση, που στα βασικά της σημεία συνιστά επανάληψη της ανάλογης διαδικασίας του 14ου αιώνα. Συνεχιστές, άλλωστε, των Ησυχαστών του φθίνοντος Βυζαντίου ήσαν οι αγιορείτες Κολλυβάδες Πατέρες, ενώ στη θέση του Καλαβρού «Λατινέλληνος» Βαρλαάμ, του φορέα δηλαδή και εκφραστού της «ευρωπαϊκής» συνειδήσεως, κατέλαβαν οι επισημότεροι εκπρόσωποι του Ελληνικού Διαφωτισμού, κληρικοί και μοναχοί στην πλειονότητα τους, όπως και εκείνοι. Πρόκειται για μια νέα φάση του μακραίωνος εθνικού διχασμού μας, του μακρόσυρτου δηλαδή «πνευματικού δυϊσμού», που κατατρώγει μόνιμα την εθνική μας σάρκα.
Η πνευματική αυτή κρίση κατανοείται -δίκαια ως ένα σημείο- ως κρίση ταυτότητας του Γένους. Σημασία όμως έχει, ότι και πάλι το Αγιον Όρος, χώρος περισσότερο ευαισθητοποιημένος σε ζητήματα παραδόσεως, γίνεται επίκεντρο και της νέας συγκρούσεως, εφ’ όσον έχει γίνει πια παραδεκτό (π.χ. Δημ. Αποστολόπουλος), ότι το Αγιον Όρος, στα πρόσωπα των Κολλυβάδων, όχι μόνο επηρεάζει, αλλά και κατευθύνει τον αγώνα του Εθναρχικού Κέντρου στις κρίσιμες πράγματι εκείνες ιστορικές επιλογές του.
Οι Έλληνες φορείς του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού εξέφραζαν κατά κανόνα μια στάση ζωής, που συνιστούσε ριζοσπαστική ανανοηματοδότηση σύνολης της κοινωνικής πραγματικότητας, στα όρια μιας νέας κοσμοθεωρίας (Weltanschauung), με την αυτούσια μεταφύτευση («μετα-κένωση») ιδεών, αρχών και πρακτικών, που παρήγαγε σε μια μακρά διαλεκτική διαδικασία – άγνωστη στην καθ’ ημάς Ανατολή- ο ευρωπαϊκός χώρος. Στους Έλληνες Διαφωτιστές δεν έλειπαν αθεϊστικές, αντιχριστιανικές και προ πάντων αντικληρικαλιστικές τάσεις. Οι ιδέες τους, μάλιστα, προωθούσαν κάτι φοβερότερο για την ορθόδοξη συνείδηση και από την αληθινή ή φαινομενική τους «αθεΐα», τον αδιαφορισμό. Εξ άλλου, στα έργα τους λανθάνουν θέσεις αντιτριαδικές, πανθεϊστικές, αλλά και ευσεβιστικές (Κοραής), που ήταν αδύνατο να μην προκαλέσουν τις παραδοσιακές συνειδήσεις, δεδομένου μάλιστα, ότι όλα αυτά εντάσσονταν σε μια σαφώς εκδηλούμενη πρόθεση για αποδυνάμωση της Ρωμαίικης Εθναρχίας, με απώτερο στόχο τη διάλυσή της (πρβλ. Ελλαδικό αυτοκέφαλο). Ένας νέος, λοιπόν, κόσμος εισέβαλλε στη Ρωμαίικη (Ελληνορθόδοξη) Ανατολή, που δεν ήταν δυνατόν να επικρατήσει χωρίς ανατροπή του κόσμου της ορθοδόξου παραδόσεως.
Παραδοσιακοί κατ’ εξοχήν στην Ανατολή ήσαν οι Κολλυβάδες Πατέρες, λόγιοι μοναχοί και κληρικοί, εντεταγμένοι στην ησυχαστική εμπειρία, με ρωμαίικο φρόνημα και γι’ αυτό ικανοί να κατανοήσουν τις πνευματικές διαφοροποιήσεις του ευρωπαϊκού κόσμου. Δυτικοί ερευνητές, όπως ο προτεστάντης Ν. Bonwetsch ή ο Ρωμαιοκαθολικός Louis Ρetit, δεν δίσταζαν να χαρακτηρίσουν το «κίνημα των Κολλυβάδων» «δείγμα της αφυπνιζόμενης ζωής του Ελληνικού Έθνους», όταν ένα μέρος της δικής μας Διανοήσεως επέμενε να το βλέπει με έντονη υποτίμηση, εφ’ όσον η αξιολόγηση των Κολλυβάδων συμβάδιζε με τη γενικότερη στάση έναντι του Ησυχασμού και του «Βυζαντίου». Η αποτίμησή τους όμως σήμερα είναι ευκολότερη, απ’ όσο στο παρελθόν, όσο μάλιστα προχωρεί η αποδέσμευση από τα παλαιότερα – μη ενδογενή εν πολλοίς- καταθλιπτικά κριτήρια.
Κατά τον Καθηγητή κ. Χρ. Γιανναρά, οι Κολλυβάδες συνιστούν «κίνημα αντίδρασης στον εκδυτικισμό και την αλλοτρίωση», που αποκαλύπτει «μιαν απροσδόκητη για την εποχή θεολογική εγρήγορση και επίγνωση των βιωματικών προτεραιοτήτων της Εκκλησίας». Οι Κολλυβάδες εξέφραζαν τη συνείδηση του πλατιού λαϊκού στρώματος της εποχής τους, της λαϊκής βάσης, με τα μέσα και τις δυνατότητες του καιρού τους, αλλά και τις προσωπικές χαρακτηριολογικές καταβολές τους. Ταυτόχρονα όμως επιβεβαιώνουν τη συνέχεια του Αγίου Όρους ως θεματοφύλακα της πατερικότητας. Η αντίδρασή τους στο ρεύμα της εποχής, δηλαδή «στην ευρωπαϊκή κοσμογονία [...] προδίδει μιαν ιστορική διορατικότητα και οξυδέρκεια πραγματικά θαυμαστή».
Η σύγκρουση των παραδοσιακών δυνάμεων του Γένους με τις ιδέες του Διαφωτισμού ήταν αναπόφευκτη, διότι, όπως ελέχθη, επρόκειτο για διαμετρικά αντίθετους μεταξύ τους κόσμους και δράματα ασύμπτωτα. Αντίθετα, συμπάθεια στις ιδέες του Διαφωτισμού έδειχναν οι Αγιορείτες Αντικολλυβάδες, επικεντρώνοντας και αυτοί την αντίθεση τους στην ησυχαστική παράδοση, που τους έφερε κοντά στους Διαφωτιστές. Ακριβώς δε η απόρριψη των ησυχαστικών πρακτικών από μοναχούς του Αγίου Όρους ήταν για τους Κολλυβάδες απτή απόδειξη των συνεπειών της ταυτίσεως με τις νέες ιδέες της Ευρώπης και της επερχόμενης αλλοτριώσεως.
Το ρεύμα του Διαφωτισμού ανέπτυξε, έτσι, μια ισχυρή δυναμική στην παραδοσιακή συνείδηση του Γένους, και μάλιστα όχι μόνο αρνητικά αλλά και θετικά. Η πρόκληση δηλαδή δεν οδήγησε μόνο σε αντιθέσεις -εν πολλοίς άγονες και ζημιογόνες-, αλλά και σε δημιουργική δράση (συγγραφική παραγωγή, ποιμαντικές ενέργειες για την αναθέρμανση της πατερικότητας στη ζωή του εκκλησιαστικού σώματος. Είναι δε γεγονός, ότι «οι ηγέτες των Κολλυβάδων (Μακάριος Νοταράς, Νικόδημος Αγιορείτης, Αθανάσιος Πάριος) δεν αντιτάσσουν στο νεωτερισμό μιαν αντίπαλη ιδεολογία, αλλά ένα λόγο υπαρκτικής αφυπνίσεως στις ουσιώδεις πρωταρχικές ανάγκες του ανθρώπου, όπως τις φώτισε το ήθος και η εμπειρία των Πατέρων της εκκλησιαστικής παραδόσεως». Αντιρρητική και θεολογική δημιουργία συμπορεύονται στη δράση των Κολλυβάδων, προσφέροντας μαρτυρία πνευματικής και πολιτισμικής αυτοσυνειδησίας, που δεν θα έφθανε στο φως της δημοσιότητας υπό άλλες συνθήκες. Αλλωστε, αυτή είναι ανά τους αιώνες η γενεσιουργός αιτία της θεολογικής δημιουργίας της Εκκλησίας. Πάντα η αιρετική ή αιρετίζουσα απόκλιση προκαλεί δημιουργικά την ορθόδοξη συνείδηση και σκέψη. Αυτό συνέβη και στην παράδοση των Κολλυβάδων. Η αντιδιαφωτιστική μάλιστα στράτευσή τους, παρά τις όποιες αστοχίες και υπερβολές της, απεκάλυψε τη συνέχεια της πατερικής -ορθόδοξης δηλαδή- εμπειρίας σε καιρούς, που η ορθόδοξη θεολογική παρουσία ήταν πολύ ισχνή.
Οι Κολλυβάδες αναπτύσσουν την αντιρρητική τους έναντι των εκπροσώπων του Διαφωτισμού, κινούμενοι σε μια θεματική, τα βασικά σημεία της οποίας είναι τα ακόλουθα:
α) Η Ευρώπη: Οι Έλληνες Διαφωτιστές, με πρώτο τον Αδαμ. Κοραή, μιλούν με υπερηφάνεια για τη «φωτισμένη Ευρώπη», τα «φώτα» της οποίας αυτοί μεταλαμπαδεύουν στο Γένος. Ο προσανατολισμός τους δε στην Ευρώπη, μόνιμο όραμα των Ενωτικών από αιώνες, θα παραγάγει το «σύνδρομο του εξευρωπαϊσμού» στο Νεώτερο Ελληνισμό, που κατέστησε την Ευρώπη «καθολική μητρόπολή» του. Οι Κολλυβάδες, πιστοί στην παράδοση των Ανθενωτικών, από τους Ησυχαστές του 14ου αιώνα ως τον Πατροκοσμά τον Αιτωλό (18ος αι, δεν πρωτοτυπούν σε τίποτε στη στάση τους έναντι της Ευρώπης. Απορρίπτουν και αυτοί καθολικά τη μετά το σχίσμα Ευρώπη, αρνούμενοι σ’ αυτήν κάθε σχέση με την πατερική παράδοση, θεολογικά και κοινωνικά, ως και κάθε δυνατότητα αναγέννησης του Γένους με τα δικά της «φώτα». Ο συχνά χρησιμοποιούμενος από αυτούς όρος «Φραγκιά» (France) εκφράζει ολόκληρη την εκφραγκευμένη Δύση. Σε ειδικά έργα, -λιγότερο ο Νικόδημος και συστηματικότερα, λόγω ειδικών αφορμών, ο Πάριος – προτείνουν τη διακοπή κάθε σχέσης με την Ευρώπη, διότι ο τρόπος υπάρξεως, που αυτή δημιουργεί, ανατρέπει το ορθόδοξο ήθος.
β) Η Παιδεία: Οι Έλληνες Διαφωτιστές θεωρούσαν τη νέα Φιλοσοφία ως την πεμπτουσία της ανανεωμένης παιδείας, που προέκριναν για το Γένος και την πρόοδο του. Η συνείδηση των Κολλυβάδων για τη «νέα φιλοσοφία» προσδιορίζει και τη στάση τους απέναντι στην εισαγόμενη ευρωπαϊκή παιδεία. Στα σχετικά έργα τους, ιδιαίτερα ο Πάριος, τάσσονται υπέρ μιας παιδείας, που θεμελιώνεται στην παράδοση του Γένους, όπως αυτοί βέβαια τη νοούν. Η αφετηρία τους -όσο και αν αναζητούνται άλλα κίνητρα είναι ουσιαστικά και εδώ ησυχαστική-πατερική επανάληψη της ανάλογης στάσης του Πατροκοσμά. Κάνουν διάκριση και αυτοί των δύο γνώσεων-σοφιών (της «άνω» και της «έξω» και διαγράφουν τα όριά τους. Η «άνω» σοφία απαιτεί πατερικά καθολική μετοχή του ανθρώπου. Η πολεμική του Παρίου κατά των Επιστημών δεν σημαίνει και απόρριψή τους καθ’ εαυτές, αλλά μόνο της στήριξης της ανθρώπινης ελπίδας σ’ αυτές. Αυτή την παράδοση άλλωστε είχε ενσαρκώσει και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, το πνευματικό πρότυπο των Κολλυβάδων. Γι’ αυτό και καταφεύγουν στις «επιστήμες» στα έργα τους, αλλά για να προχωρήσουν σε πνευματικότερες τεκμηριώσεις. Είναι σαφής η δήλωση του Παρίου: «Η έξω σοφία δεν είναι από την εδικήν της φύσιν ούτε κακή, ούτε καλή, αλλά από την μεταχείρισιν των εχόντων αυτήν γίνεται καλή ή κακή». Όχι συνεπώς η «σοφία», αλλ’ οι «σοφοί» είναι το πρόβλημα των παραδοσιακών Κολλυβάδων. Εδώ εντάσσεται και η απόρριψη του Κοπερνίκειου συστήματος από τον Πάριο, αλλά και άλλους. Οι φονταμενταλιστικές θέσεις (απολυτοποίηση της Γραφής λ.χ. η διακηρύξεις του τύπου «τα μαθηματικά πηγή αθεΐας» κατανοούνται σ’ αυτό το πλαίσιο και σχετίζονται με την έπαρση (των ευρωπαϊκά σκεπτόμενων επιστημόνων, μόνιμο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας ως τον αιώνα μας). Η δήθεν αντίθεση πίστεως και γνώσεως(επιστήμης), ψευδοπρόβλημα για την Ορθοδοξία, και η αναγνώριση της προτεραιότητας της δικαιούμενης από τον ορθό λόγο επιστήμης, βρίσκεται στο υπόβαθρο της διαφωτιστικής στάσης και της αντιδιαφωτιστικής επιθετικότητας.
γ) Προβολή προτύπων: Στα προβαλλόμενα πρότυπα των «σοφών» του κόσμου εκ μέρους των Διαφωτιστών, οι πατερικοί Κολλυβάδες αντιπροτάσσουν το σοφό της ρωμαίικης παράδοσης, τον Αγιο, το θεούμενο άνθρωπο και «κατά χάριν» θεάνθρωπο. Υπερβαίνεται, έτσι, η ιδεολογική αντιπαράθεση και το πρόβλημα αντιμετωπίζεται στο επίπεδο της εν Χριστώ αυθεντικής ύπαρξης. Γι’ αυτό ρίχνουν όλο το βάρος της θεολογικής και ποιμαντικής προσφοράς τους στη λατρεία, αποδεδειγμένη κιβωτό του Γένους κατά τη δουλεία. Υπογραμμίζουν τη σημασία της λειτουργικής ζωής, μέσα στην οποία διαμορφώνεται το ευχαριστιακό ήθος του εκκλησιαστικού σώματος. Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, ότι στο θέμα αυτό αφιερώνεται το μεγαλύτερο μέρος της συγγραφικής παραγωγής τους, που περιλαμβάνει: πατερικές εκδόσεις με επικέντρωση στο Γρηγ. Παλαμά και το Συμεών το Νέο θεολόγο, αναγεννητή του Ησυχασμού τον 11ο αιώνα΄ έκδοση γεροντικών κειμένων (η σοφία της ερήμου), λειτουργικών (ομιλιών, ακολουθιών, συναξαριών, εγκωμίων) και προ πάντων της Φιλοκαλίας. Η τελευταία, προσφέροντας τη νηπτικοασκητική εμπειρία της Ορθοδοξίας, απέβη πνευματική τροφή όλων των Ορθοδόξων και των σλαβικών χωρών και κριτήριο της νεώτερης θεολογίας μας, ως «εμπειρική μαρτυρία της εκκλησιαστικής γνησιότητας». Έχει απόλυτα δίκιο ο Χρ. Γιανναράς όταν γράφει, ότι η έκδοση της Φιλοκαλίας συνιστά «πρόκληση αναμέτρησης δύο πολιτισμών». «Από τη μια η φρενίτιδα της «προόδου», που ειδωλοποιεί θριαμβικά την πιο στεγνή και στεγανή ανθρωποκεντρική αυτάρκεια, αυτάρκεια του φυσικού και θνητού [...] και από την άλλη μεριά, η προτεραιότητα της αναζήτησης της αλήθειας και όχι της χρησιμότητας».
δ) Κοινωνία-εθνικό όραμα: Ένα από τα κυριότερα μέσα διαμόρφωσης της ευρωπαϊκής κοινωνίας απέβησαν οι Χρηστοήθειες, που προσδιόριζαν το ήθος της νέας κοινωνίας, δηλαδή τις «σχέσεις ανάμεσα στα άτομα και ανάμεσα στα φύλα». Είναι «οδηγοί καλής συμπεριφοράς» του πολίτη, «πως θα καθήσει, πως θα φάει, πως θα μιλήσει…». Οι νοοτροπίες αυτές εισβάλλουν στην Ελληνική κοινωνία μέσω διαφόρων διαύλων και κυρίως εκείνων, που, μετά τις σπουδές τους στην Ευρώπη, μεταφέρουν εδώ τα ήθη της. Τις συνέπειες επισημαίνει ο αείμνηστος Κ. Δημαράς: «Όλα δείχνουν ότι μια βαθιά αλλοίωση έχει επέλθει στη συγκρότηση της Ελληνικής κοινωνίας». «Η παραδοσιακή φιλοκαλία περνάει από δοκιμασία, ώσπου να αφομοιωθούν τα καινούρια, ενώ παραμελούνται τα παλαιά». Είναι η πρόκληση της Ευρώπης στο χώρο της κοινωνίας.
Δεν πρέπει στη συνάφεια αυτή να λησμονείται, ότι η διαμόρφωση της μετακαρλομάγνειας Ευρωπαϊκής κοινωνίας έχει υποδομή θεολογική, θεολογικό όμως, δηλαδή εκκλησιολογικό, είναι το υπόβαθρο και της ρωμαίικης κοινωνίας. Οι Κολλυβάδες το βιώνουν αυτό ως εκκλησιαστικά πρόσωπα και θεολόγοι. Γι΄ αυτό συνδυάζουν στην προσπάθειά τους την ανανέωση της θεολογικής παραδόσεως με το αμετακίνητο ορθόδοξο κοινωνικό μοντέλο, που προσφέρει το μοναστικό κοινόβιο και εμπεδώνει στις συνειδήσεις η λατρεία. Η προβολή του ορθοδόξου κοινωνικού ήθους γίνεται, έτσι, μετά από την ίδια την ορθόδοξη πράξη, που διασυνδέει την κοινωνία της λατρείας με τη «λειτουργία μετά τη λειτουργία», κάτι που εκφράζει πληρέστατα η εκκλησιαστική «πανήγυρις» με τη διπλή της όψη, μέσα και έξω από την Εκκλησία. Παρ’ όλα αυτά η Χρηστοήθεια του αγίου Νικόδημου έρχεται να καλύψει και θεωρητικά το θέμα. Οι αναφορές του συγγραφέα δεν είναι βέβαια ευσεβιστικές, αλλά πατερικές και αγιογραφικές. Δεν πρόκειται άρα για ηθικές «νόρμες», αλλά για αγιοπνευματική εμπειρία. Ο άγιος, που με το ασκητικό του πνεύμα ενοχλεί τους εκκοσμικευμένους του εκκλησιαστικού χώρου, προτείνει το αυθεντικό ορθόδοξο-πατερικό ήθος, ως τρόπο εκκλησιαστικής υπάρξεως.
Η πολιτική δράση των Κολλυβάδων, κυρίως του Παρίου, σ’ αυτό το πλαίσιο πρέπει πρωταρχικά, κατά την ταπεινή μου γνώμη, να θεωρηθεί. Είναι η απόλυτη συνέπεια στην απόρριψη της Ευρώπης όχι μόνο στον ιδεολογικό, αλλά και στον κοινωνικό χώρο. Η θεωρητική τους τεκμηρίωση επιβεβαιώνει αυτή τη θέση. Τα περί «κηρύγματος δουλικής υποταγής» στην Οθωμανική κυριαρχία ή περί «θεολογικά τεκμηριωμένα εθελοδουλίας» θα ανταποκρίνονταν στα πράγματα, αν δεν διασκεδασθούν με την προσθήκη του Βασιλείου Μακρίδη: με σκοπό «την προστασία της Ορθοδοξίας από τον κίνδυνο της Δύσης». Ίσως μάλιστα ο λόγος για «αυτοπροστασία» είναι προτιμότερος και ρεαλιστικότερος του όρου «εθελοδουλία». Ο «αντιευρωπαϊσμός» των Κολλυβάδων δεν είναι κατ’ ανάγκη και «φιλοτουρκισμός», για έναν που γνωρίζει τα ευρωπαϊκά και κυρίως τα γαλλικά σχέδια αυτή την εποχή για τη Ρωμαίικη Εθναρχία. Η σύμπτωση του προκρίματος των Κολλυβάδων με τις άμεσες στοχοθεσίες της Οθωμανικής πολιτικής είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός, ταυτίζεται όμως και εδώ απόλυτα με τη στάση του εθνομάρτυρα αγίου Κοσμά του Αιτωλού, που θεωρεί τον Οθωμανικό ζυγό θεϊκή εύνοια για το Γένος, με κριτήριο όμως τη στάση της Ευρώπης απέναντι στην Ορθοδοξία. Η αναζήτηση ερμηνείας πρέπει να αποδεχθεί αυτή την αδιατάρακτη πιστότητα στην παράδοση του Γένους. Η παραθεώρησή της όμως μεταβάλλει αυτόχρημα την επιστήμη σε πολιτική. Και μόνη η πρόταση του Παρίου να τιμώνται τα θύματα του ισλαμισμού, όπως οι αρχαίοι μάρτυρες της Εκκλησίας ή να τιμώνται ως άγιοι οι Νεομάρτυρες χωρίς την έγκριση της Μεγάλης Εκκλησίας, πρέπει να θεωρηθούν ως έμπρακτη «αντίσταση» στην εξουσία του «αντίχριστου», κατά τον Πατροκοσμά, Σουλτάνου.
Συμπερασματικά:
1. Η αντιπαράθεση Κολλυβάδων-Διαφωτιστών είναι αντίθεση δυο διαφορετικών κόσμων και «πολιτικών οραμάτων», ως δύο αλληλοαποκλειομένων εκδοχών της ελληνικότητας. Η επιλογή των μέσων σ’ αυτή τη διαπάλη δεν έχει πρωτεύουσα σημασία, όσο η ίδια η διαπάλη, που υποστασιώνει τις συνειδήσεις.
2. Η αποτίμηση της στάσης των Κολλυβάδων προϋποθέτει δυνατότητα κατανοήσεως της σημασίας γι’ αυτούς της Ορθοδοξίας, όχι ως θρησκευτικής ιδεολογίας ή μεταφυσικού στοχασμού, αλλ’ ως τρόπου υπάρξεως, που οδηγεί στη θέωση, τον μοναδικό για την Ορθοδοξία προορισμό του ανθρώπου, ενδοϊστορικά και μεταϊστορικά. Είναι, επίσης, αναγκαία η γνώση της γλώσσας τους, που δεν είναι απλά ελληνική, αλλ’ εκκλησιαστικά ελληνική, για την αποφυγή περαιτέρω παρανοήσεων.
3. Έτσι κατανοείται η εμμονή των Κολλυβάδων στην παράδοση του Γένους, εκφραζόμενη με το γραφικό αξίωμα: «μη μέταιρε όρια αιώνια, α έθεντο οι πατέρες σου» (Παρ. 22, 28).
4. Οι παρεξηγήσεις -τέλος- στην ερμηνευτική προσέγγιση των Κολλυβάδων πρέπει να αποδοθούν στην εφαρμογή δυτικών κριτηρίων (πολιτικών-οικονομικών, υλιστικών δηλαδή) και όχι των δικών τους (πνευματικών). Είναι ένα λάθος, που προσπαθεί να διορθώσει η σημερινή επιστημονική έρευνα, όταν βέβαια ελευθερώνεται από το καταθλιπτικό βάρος του παρελθόντος.

(Πηγή: «Πειραϊκή Εκκλησία», Ιούνιος 2009)


ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΘΝΟΣ



Η ανανεωτική κίνηση, πού κατακλύζει την Ευρώπη αυτή την εποχή είναι ο Διαφωτισμός. Ήταν ένα κίνημα πολυδιάστατο, πού ερχόταν να αλλάξει όλη τη ζωή. Ή αλλαγή νοοτροπίας στον κοινωνικό χώρο (αντιφεουδαρχικό πνεύμα, αστική νοοτροπία) συνοδευόταν από τη διάδοση των θετικών επιστημών και της νέας (θετικιστικής) φιλοσοφίας στην παιδεία, με παράλληλη απόρριψη της παλαιάς σκέψης και κάθε έννοιας παράδοσης. Ο πνευματικός και κοινωνικός αυτός ριζοσπαστισμός άρχισε στο β' μισό του 18ου αι. να αρδεύει και την ελληνική κοινωνία. Ή συνάντηση του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού με τη ρωμαίικη παράδοση πραγματοποιήθηκε σε διάφορα επίπεδα:

α) στο χώρο της παιδείας και ιδεολογίας,
β) στο χώρο του εθνικού προσανατολισμού και
γ) στο χώρο της κοινωνίας.

Εκφράσθηκε δε ως αμφισβήτηση των παραδοσιακών πραγματικοτήτων και εισαγωγή νέου συστήματος αξιών, ως ρήξη με τα κυρίαρχα στρώματα και τάση για δημιουργία εθνικού κράτους και ως αγώνας για κοινωνική μεταρρύθμιση και απελευθέρωση.

Το πρόβλημα με το Διαφωτισμό για τον ελληνικό χώρο δεν ήταν απλό. Ο Διαφωτισμός, με τις ριζοσπαστικές τάσεις του, δεν ήταν φυσική εξέλιξη ζυμώσεων και διαδικασιών, πού έλαβαν χώρα στην ελληνική κοινωνία. Ήταν γέννημα ξένων ανησυχιών και μεταφυτευόταν στον ελληνικό χώρο χωρίς να υπάρχουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις, για να μπορέσει να ενσωματωθεί αθόρυβα σ' αυτόν.

Η σύγκρουση, συνεπώς, του παραδοσιακού με το (εισαγόμενο) νέο ήταν αναπόφευκτη. Η μελέτη λ.χ. των θετικών επιστημών, πού ήταν αληθινή πρόοδος στο χώρο της παιδείας, έφερνε στην Ανατολή και έναν παραποιημένο ορθολογισμό, πού συνδυαζόταν στους Έλληνες διαφωτιστές συχνά με αντιπαραδοσιακές τάσεις. Αυτό συνέβαινε, γιατί η έκπληξη των χαλαρά συνδεομένων με την παράδοση τους Ρωμηών μπροστά στα ξένα επιστημονικά επιτεύγματα μυθοποιούσε τις δυνάμεις του ευρωπαϊκού κόσμου, με παράλληλη υποτίμηση της ρωμαίικης παράδοσης, πού δεν είχε να παρουσιάσει ανάλογες εξελίξεις. Αυτή την «έκπληξη» ενσαρκώνει και εκφράζει συχνά στα κείμενα του ο Αδαμάντιος Κοραής (π.χ. μπροστά στον Βολτέρο). Σ' αντίθεση όμως μ' αυτούς οι Ρωμηοί, πού είχαν συνείδηση της ουσίας της παράδοσης τους, όπως ο Ευγένιος Βούλγαρης, έμεναν μακριά από την έκπληξη αυτή, αποτιμώντας ψυχραιμότερα και νηφαλιότερα την Ευρώπη και την πρόοδο της.

Η αλλαγή έτσι, στο χώρο της παιδείας ή της κοινωνίας δεν ήταν δυνατό να μείνει χωρίς πρόκληση συγκρούσεων.

Η «εμπειρική φιλοσοφία» αντικατέστησε την αριστοτελική μεταφυσική και προκάλεσε την πάλη των παλαιοφιλοσόφων με τους νεοφιλοσόφους πόσο μάλλον, αφού οι οπαδοί της «νεωτεριστικής» φιλοσοφίας εκπροσωπούσαν συχνά θεϊστικές, αντιτριαδικές ή και αθεϊστικές ακόμη αντιλήψεις και ζητούσαν τουλάχιστον οι περισσότερο δυτικοποιημένοι, όχι την ανανέωση ή τον εμπλουτισμό της παράδοσης τους, αλλά την υποκατάστασή της. Τα νέα φιλοσοφικά συστήματα, του Μαλμπράνς, του Λάιμπνιτς, του Βόλφ, του Λόκ, του Σπινόζα ή του Βολταίρου και του Ρουσσώ άρχισαν να κυριαρχούν στο χώρο της ελληνικής διανόησης, κατηγορούμενα από τους εκτοπιζόμενους παλαιοφιλόσοφους (αριστοτελικούς) ως αθεΐα και ανατροπή. Εντούτοις, μεγάλοι λόγιοι, οι περισσότεροι μάλιστα κληρικοί - όπως ο Μεθόδιος Ανθρακίτης, ο Ευγένιος Βούλγαρης, ο Νικηφόρος Θεοτόκης, ο Ιώσηπος Μοισιόδακας, ο Βενιαμίν Λέσβιος κ.π.ά. έγιναν οι γέφυρες στη σύζευξη του ανατολικού χώρου με το νέο δυτικοφιλοσοφικό και επιστημονικό πνεύμα.


______Η ΡΗΞΗ__________________

Είναι γεγονός, ότι παρά τις αναμφισβήτητες θετικές πλευρές του, ιδιαίτερα στην παιδεία, ο Διαφωτισμός μπόλιασε την ελληνική συνείδηση και με στοιχεία αναιρετικά της ταυτότητας της, π.χ. με τη θρησκευτική αδιαφορία ή και αθεϊστικές ακόμα τάσεις. Το προβάδισμα της γνώσης οδήγησε στην απολυτοποίηση της επιστήμης, π.χ. της φυσικής, και έπρεπε να έλθουν οι μεγάλοι φυσικοί του 20ού αιώνα (Αϊνστάιν, Χάιζεμπεργκ, Πλάνκ κ.ά.), για να αποδείξουν τις περιορισμένες δυνατότητες της. Ή στροφή, έπειτα, στο ενδοκοσμικό και η υπερεκτίμηση και απολυτοποίηση του, οδηγούσαν στην αποδοχή του θρησκευτικού φιλελευθερισμού ή του αδιαφορισμού και ξένων τρόπων ζωής και την υποτίμηση της πνευματικότητας της Ρωμανίας και του παραδοσιακού κοινοτικού πνεύματος, πού άρχισε να υποχωρεί μπροστά σε έναν προοδευτικά αυξανόμενο ατομισμό, προϊόν του αστικού πνεύματος.

Το αποτέλεσμα αυτής της όχι ομαλής εξέλιξης ήταν ο διχασμός των πνευματικών δυνάμεων του Γένους.

Στην ουσία αναβίωσε η μόνιμη διαίρεση, πού παρασιτούσε στα σπλάγχνα του Γένους, και πού παλαιότερα, όπως είδαμε, εκφραζόταν με τη διπολικότητα: ενωτικοί-ανθενωτικοί.

Και τώρα η αντίθεση σαρκώθηκε σε δύο ομάδες. Όσοι δεν είχαν ισχυρό σύνδεσμο με την πατερική παράδοση δόθηκαν ολόκληροι στις δυτικές ιδέες. Όσοι όμως ήταν ριζωμένοι στη ρωμαίικη παράδοση τους δεν μαγεύτηκαν από τα «φώτα» της Ευρώπης, αλλά δημιούργησαν έναν ελληνότροπο Διαφωτισμό. Αυτό σημαίνει, ότι δέχτηκαν ό,τι αποτελούσε πρόοδο στο χώρο της επιστήμης, της φιλοσοφίας και της κοινωνίας, χωρίς όμως να οδηγηθούν στην υποτίμηση και απόρριψη της ρωμαίικης παράδοσης, μέσα στην οποία ζυμώθηκε το Γένος. Η πνευματική υποδούλωση στη Δύση θα αποτελεί από τότε το μόνιμο πρόβλημα του Νέου Ελληνισμού.


________Η ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ______________

Εδώ πρέπει να εντοπιστεί και η αντίδραση στις νέες ιδέες, πού σημειώθηκε ιδιαίτερα στους κόλπους της Εκκλησίας. Φαίνεται αλήθεια περίεργο, ότι στο εκκλησιαστικό σώμα αναδείχθηκαν οι τολμηρότεροι αποδέκτες των νέων ιδεών, αλλά και η ισχυρότερη αντίδραση απέναντι τους. Πώς μπορεί να εξηγηθεί αυτή η «αντινομία»;

Η μόνιμη και ηγετική σύνδεση του Κλήρου με την παιδεία ήταν επόμενο να τον τοποθετήσει στο προσκήνιο της πάλης των ιδεών. Η στάση των εκπροσώπων της Εκκλησίας, πού καθοριζόταν σε μεγάλο ποσοστό από τις προσωπικές διαθέσεις και προϋποθέσεις τους, πήρε όλες τις δυνατές αποχρώσεις, από την απόλυτη παραδοχή μέχρι την απόλυτη άρνηση. Η αντίληψη, πώς υπήρχε ένα αντιδραστικό κέντρο (το οικουμενικό Πατριαρχείο) και μια ευέλικτη περιφέρεια, δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται απόλυτα στα πράγματα. Ήταν συχνές, άλλωστε, οι συγκρούσεις ανάμεσα στους ίδιους τους επιστήμονες – ή λόγιους - κληρικούς: π.χ. Μπαλάνος εναντίον Βούλγαρη, Πάριος εναντίον Βενιαμίν Λεσβίου κλπ.

Κατ' αρχήν ήταν φυσικό το Πατριαρχείο - και μάλιστα οι Πατριάρχες - πού ζούσαν κάτω από τον μόνιμο καταπιεστικό έλεγχο του σουλτάνου, να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί στις εκτιμήσεις και εκδηλώσεις τους. Δεν πρέπει επίσης να παραθεωρηθεί η στροφή (από το 1792-3) της Ρωσίας εναντίον της Γαλλίας και προς την πλευρά της Τουρκίας, πού είχε σημαντική επιρροή στη στάση και του οικουμενικού Πατριαρχείου απέναντι στη Δύση γενικά.
Ο Κλήρος, όπως είδαμε και στην περίπτωση της ένοπλης αντίστασης, δεν έχει το «δικαίωμα» να αστοχεί στις επιλογές του. Γιατί τα λάθη του θα έχουν συνέπειες καταστροφικές σ' όλο το Γένος, ως εκκλησιαστικό σώμα. Δεν μπορούσε, συνεπώς, το Πατριαρχείο να δεχτεί τις νέες ιδέες ανεξέλεγκτα και με την ευκολία των λογίων, οι όποιοι στις ενέργειες και αποφάσεις τους εκπροσωπούσαν μονό τον εαυτό τους. Το νέο, έπειτα, δημιουργεί πάντα δισταγμούς και υποψίες και στις πιο καλοπροαίρετες συνειδήσεις. Πόσο περισσότερο, όταν πολλές από τις «εισαγόμενες» νέες ιδέες συνιστούσαν ανατροπή της ρωμαίικης παράδοσης, την οποία είχε ταχθεί να φυλάει η Εκκλησία. Την υπάρχουσα δε ρευστότητα και στις δυο πλευρές δείχνει καθαρά η περίπτωση της «δίωξης» του (κληρικού) Βενιαμίν Λεσβίου (1803). Η σύνοδος του οικουμενικού Πατριαρχείου διχάστηκε απέναντι του. Οι μισοί συνοδικοί και ο ίδιος ο Πατριάρχης (Καλλίνικος Δ') τάχθηκαν υπέρ αυτού. Αλλά και ο ίδιος ο Βενιαμίν, προβαλλόμενος συνήθως ως προοδευτικός και θύμα του προοδευτισμού του, με άκρατο συντηρητικό πείσμα απέρριπτε το νευτωνικό νόμο της βαρύτητας, για να δικαιώσει το «πανταχηκίνητό» του και δεχόταν τον ήλιο «σκοτεινό» ξεπερνώντας δηλαδή και αυτό τον Μεσαίωνα! Ποια αίτια, λοιπόν, διαμόρφωσαν αυτή την ποικιλία των τάσεων;


________ΟΙ ΠΑΡΑΤΑΞΕΙΣ__________

Πρώτα η ιδιαιτερότητα των ίδιων των εκκλησιαστικών προσώπων. Οι πιο φιλελεύθεροι κληρικοί (χαρακτηριστική περίπτωση ο Θ. Καΐρης) απορροφήθηκαν από τις νέες ιδέες τόσο, πού έφτασαν σε σημείο να απορρίψουν την παράδοση τους, πού φυσικά δεν την είχαν ποτέ γνωρίσει αληθινά. Δεν ήταν άγνωστο άλλωστε το φαινόμενο, να εισέρχονται μερικοί στον κλήρο μόνο, για να έχουν τις δυνατότητες να σπουδάσουν, χωρίς την αναγκαία εσωτερική κλήση. Οι συντηρητικοί απέρριπταν τις νέες ιδέες, για να μείνουν πιστοί στην παλαιά φιλοσοφία και κοσμοθεωρία, πού είχαν διδαχθεί και στην οποία όφειλαν το κύρος τους, ανίκανοι να παρακολουθήσουν το ρυθμό της εποχής τους. (π.χ. Ιερ. Δενδρινός, Δωρ. Βουλησμάς και - κάπως λιγότερο - ο Αθαν. Πάριος).

Μόνον οι πατερικοί (όπως λ.χ. ο Βούλγαρης και ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης) θα επιτύχουν την ισορροπία, γνωρίζοντας πώς ή νέα επιστήμη και φιλοσοφία δεν μπορούσε καθόλου να βλάψει τη θεολογική παράδοση τους.

Από πλευράς εκκλησιαστικής, άλλωστε, στην ελληνορθόδοξη Ανατολή δεν υπήρχαν οι αρνητικές προϋποθέσεις, πού βρήκε ο Διαφωτισμός στη Δύση. Εκεί ο χριστιανισμός είχε γίνει από πλευράς μεν θεολογίας, φιλοσοφικό σύστημα και από πλευράς κοινωνίας, κράτος - πολιτική δύναμη (= Παπισμός). Έτσι, στο χώρο της διανόησης η νέα φιλοσοφία απέρριψε εκεί τη χριστιανική μεταφυσική, πού ανήκε στην παλαιά χριστιανο-αριστοτελική σκέψη, και στο χώρο της κοινωνίας τα ριζοσπαστικά ρεύματα απέκρουαν τη συντηρητικότητα του ρωμαιοκαθολικισμού και το Παπικό κράτος.

Στη ρωμαίικη Ανατολή όμως, παρά τις αστοχίες και ανεπάρκειες των ανθρώπων, η Εκκλησία συνέχισε την πατερική παράδοση. Στο χώρο της θεολογίας οι ησυχαστές κράτησαν την καθαρότητα της θεολογίας ως αγώνα θέωσης και στο χώρο της κοινωνίας, όπως είδαμε, η Εκκλησία σήκωσε αγόγγυστα το σταυρό του Γένους.

Οι πατερικοί και αυθεντικά παραδοσιακοί Έλληνες διανοούμενοι ήξεραν συνεπώς, ότι η γνώση τον Θεού (Άκτιστου) δεν μπορεί ποτέ να έλθει σε σύγκρουση με τη γνώση του κόσμου (κτιστού), γιατί πρόκειται για δύο διαφορετικά εγχειρήματα.

Η πρώτη γνώση έχει όργανο την καθαρή από πάθη και φωτισμένη από το Άγιο Πνεύμα καρδιά. Η δεύτερη γνώση έχει για όργανο τα λόγο (τη λογική). Είναι, συνεπώς, άλλο και άλλο. Αλλά, και από άποψη μεθόδου ο εμπειρικός χαρακτήρας της νέας δυτικής φιλοσοφίας δεν προκαλούσε αντίδραση στους πατερικούς της Ανατολής, όπως ξένιζε τους δυτικούς μεταφυσικούς και τους ανατολικούς συντηρητικούς, πού ταυτίζονταν τελικά μεταξύ τους. Γιατί και η θεολογική μέθοδος της Ορθοδοξίας είναι θετική-εμπειρική-σωματική, και όχι διανοητική-μεταφυσική. Η Ορθοδοξία εκφράζεται ως άσκηση -εμπειρία και προσπάθεια θεραπείας (θεραπευτική της ανθρώπινης ύπαρξης). Με το Διαφωτισμό έξαλλου πέρασαν στη ζωή του ρωμαίικου οι δυτικές «χρηστοήθειες» (κανόνες ηθικής συμπεριφοράς – Savoir vivre!). Από τον αυθορμητισμό της καρδιάς και το ρωμαίικο ήθος, περνούσε έτσι το Γένος στην τυποποιημένη συμπεριφορά των καλών τρόπων και του ηθικισμού.


________ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗΣ______

Πέρα όμως από αυτά, η στάση του οικουμενικού Πατριαρχείου χρειάζεται μια πολύ προσεκτική εκτίμηση. Οι εγκύκλιοί του, πού καταδικάζουν τις «καινοφανείς διδασκαλίες», δεν μπορούσαν να μην υπακούουν στις απαιτήσεις της Πύλης, πού καταδίκαζε για δικούς της λόγους την επιστήμη και τις νέες ιδέες.

Στα 1716 λ.χ., λόγω του αραβικού φανατισμού, με φετβά του Σεϊχουλισλάμη απαγορεύθηκαν τα βιβλία της αστρονομίας, ιστορίας και φιλοσοφίας. Πώς θα μπορούσε μια οθωμανική αρχή, όπως ήταν για το κράτος το ρωμαίικο Πατριαρχείο, να φανεί υπέρμαχο της επιστήμης; Όταν δε το Πατριαρχείο προβαίνει σε «καταδίκες», δεν καταδικάζει την ίδια την επιστήμη, αλλά κυρίως τις πλάνες, πού σχετίζονται με την πίστη. Όταν, πάλι, οι «καταδίκες» αναφέρονταν στη «φθοροποιόν λύμην», πού προερχόταν από τη Γαλλία, δεν πρέπει να παραθεωρεί κανείς τα αθεϊστικά κηρύγματα και τις αντιχριστιανικές ενέργειες της Γαλλικής Επανάστασης, πού δεν μπορούσαν φυσικά να αφήσουν το Πατριαρχείο αδιάφορο. Πόσο μάλλον, όταν «η τουρκική εξουσία ανησυχεί και εξωτερικούς και εσωτερικώς και εγκυκλίους παρά του Πατριάρχου της Κωνσταντινουπόλεως προεκάλεσε, δι' ων αφωρίζοντο οι εν τη αλλοδαπή εκδίδοντες φιλελεύθερα συγγράμματα Έλληνες» (Ι. Φιλήμων). Η οργή της Πύλης για κάθε ελληνική πρόκληση ήταν επόμενο να ξεσπά πάνω στο Πατριαρχείο. Αυτό το λησμονούσαν συχνά οι Έλληνες, πού ανέπτυσσαν «εκ του ασφαλούς» αντιοθωμανική δράση, έξω από τα σύνορα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Το Πατριαρχείο όμως έμενε ο «Κυρηναίος» του Γένους και κυματοθραύστης όλων των δεινών του.Έπειτα, όχι λίγοι από τους έλληνες λογίους, στον ενθουσιασμό τους για το νέο πνεύμα, δεν μπορούσαν (ή και δεν ήταν πρόθυμοι) να κάμουν διάκριση ανάμεσα στο δυτικό κλήρο, πού είχε γίνει κοινωνική τάξη και στον ανατολικό- Αυτό ήταν δυνατό μόνο στους παραδοσιακούς πού ζούσαν συνειδητά στο εκκλησιαστικό σώμα, όπως ο Μακρυγιάννης. Έτσι το Πατριαρχείο, βλέποντας τις νέες ιδέες να μεταφέρουν στην Ανατολή και το αντικληρικό πνεύμα του γαλλικού Διαφωτισμού, ήταν επόμενο και το ίδιο να ανησυχεί για την εισαγωγή αυτού του πνεύματος στην Ανατολή. Προκλήσεις αντικληρικών (ή και αντί εκκλησιαστικών) φυλλαδίων, όπως Ο Ανώνυμος του 1789 (κατά των μυστηρίων), ο Ρωσαγγλογάλλος (±1805), η Ελληνική Νομαρχία (1806), οι «Στοχασμοί τον Κρίτωνος» (1819) ή τα δημοσιεύματα του Χριστόδουλου Παμπλέκη (καθαρά αντιχριστιανικά), δεν ήταν δυνατό να περάσουν απαρατήρητες και αναπάντητες.Την ένταση αυτή φανερώνει η πασίγνωστη Πατρική Διδασκαλία (1798), ένα καθαρά φιλοτουρκικό και συντηρητικό κείμενο, πού από τη μια κινείται μέσα στο ιδεολογικό πλαίσιο της Πύλης και έχει καταφανή την επιρροή της και από την άλλη εκφράζει και το πνεύμα του Πατριαρχείου απέναντι στις βιαιότητες της Γαλλικής Επανάστασης (1793 κ.έ. βασιλοκτονία, τρομοκρατία), η οποία την εποχή αυτή-είναι γεγονός- είχε αρχίσει να απογοητεύει και τους πρώην θερμούς υποστηρικτές της. Τη σύγκρουση του Γένους ενσαρκώνει ο Κοραής, πού εκδίδει ανώνυμα τη Διδασκαλία Αδελφική το ίδιο έτος, εκπροσωπώντας την «προοδευτική» παράταξη. Και είναι γεγονός, ότι και αυτός ο για πολλά άλλα καυστικός αντιπατριαρχικός Κοραής καταδικάζει το κείμενο, όχι όμως και το Πατριαρχείο. Καμιά ορθή κρίση για τη στάση του οικουμενικού Πατριαρχείου δεν μπορεί να στηριχθεί σε κείμενα, όπως η Πατρική Διδασκαλία. Ούτε όμως πάλι είναι δυνατό να αντληθεί αντικειμενική πληροφόρηση από κείμενα με λιβελλικό χαρακτήρα. Γι' αυτό με μεγάλη προσοχή πρέπει να διαβάζονται έργα, όπως η Ελληνική Νομαρχία (1806). Η κατανόηση τους προϋποθέτει καλή γνώση της εποχής και όλων των τάσεων της, για να μη γίνεται ιδεολογική ερμηνεία της ιστορίας.
 

________ΟΙ «ΔΙΩΞΕΙΣ»______________

Υπάρχουν, βέβαια, και περιπτώσεις «δίωξης» κληρικών από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Η έρευνα όμως, πού συνεχώς φωτίζεται με νέα ευρήματα, αποδεικνύει ότι, όταν στις περιπτώσεις αυτές δεν πρόκειται για καθαρές παρεξηγήσεις, υπάρχουν και ουσιαστικοί λόγοι. Το 1721 π.χ. αφορίστηκε ο Μεθόδιος Ανθρακίτης, αλλά γιατί κατηγορήθηκε για αντιτριαδικές τάσεις (ότι απέρριπτε δηλαδή το θεμέλιο του χριστιανισμού, την Αγία Τριάδα). Το ίδιο όμως το Πατριαρχείο τον αθώωσε και τον αποκατέστησε (1725), όταν διαπιστώθηκε η πλάνη της απόφασης. Η «καταδίκη» του έργου του Χριστόδουλου Παμπλέκη ήταν υποχρέωση του Πατριαρχείου, αφού επρόκειτο για ριζική άρνηση του Χριστιανισμού. Μαζί με τον Παμπλέκη (1793) το Οικουμενικό Πατριαρχείο καταδίκασε όλο το δυτικό Διαφωτισμό στην άθεη και αντιεκκλησιαστική εκδοχή του, παίρνοντας έτσι επίσημα θέση απέναντι στη «φωτισμένη Ευρώπη», πού εκφραζόταν τότε με την αθεΐα και τρομοκρατία της Γαλλικής Επανάστασης. Παρόμοια με τον Παμπλέκη περίπτωση υπήρξε, αργότερα, ο Θεόφιλος Καΐρης (1784-1853). Η Εκκλησία είχε επαινέσει την προσφορά του στον εθνικό αγώνα και την παιδεία. Δεν μπορούσε όμως να δεχθεί, χωρίς να αυτοκαταργηθεί, τη θρησκεία πού ο Καΐρης κατασκεύασε, τη «θεοσέβεια», η οποία απέρριπτε σύρριζα τη χριστιανική πίστη.

Μέσα σε τέτοια περίπου πλαίσια τοποθετούνται οι ιδεολογικές συγκρούσεις του 18ου αιώνα. Ήταν μια ταραγμένη εποχή-πραγματικά κοσμογονική - πού το νέο (και όχι πάντα ωφέλιμο για το Γένος) συγκρουόταν με το παλαιό (είτε τη δοκιμασμένη παράδοση, είτε τη δυσκίνητη πια συντήρηση). Οι εκτιμήσεις των επιμέρους προσώπων, όχι πάντα ορθές, συνέβαλλαν στην όξυνση των πνευμάτων και συνετέλεσαν στο να βρεθεί διχασμένο για μια ακόμη φορά το Γένος σε στιγμές κρίσιμες για τον προσανατολισμό της όλης του πορείας, όπως συνήθως συμβαίνει.


_________ΡΗΓΑΣ & ΚΟΡΑΗΣ___________

Τις ιδέες τής Γαλλικής Επανάστασης ασπάστηκαν και προπαγάνδισαν στο γένος ο Ρήγας (1757-1798) και ο Αδαμάντιος Κοραής (1748-1833). Ήταν και οι δύο, με το δικό του τρόπο ο καθένας, φορείς του γαλλικού Διαφωτισμού. Ό πρώτος, με κέντρο δράσης τη Βιέννη, εξέδωσε μεταφράσεις δυτικών έργων (Σχολείον ντελικάτων εραστών, Φυσικής απάνθισμα κλπ.), αλλά και έργα δικά του (Επιπεδογραφία της Κωνσταντινουπόλεως, Χάρτα της Ελλάδος, Νέα πολιτική διοίκησις κλπ.).

Ο δεύτερος, ζώντας στο Παρίσι, επηρεάστηκε από το γαλλικό Φιλελευθερισμό, αλλά όχι και το επαναστατικό πνεύμα, όπως ο Ρήγας. Προσπάθησε να ξανασυνδέσει το Γένος με την αρχαιότητα (ανάμνηση) υποτιμώντας όμως τη Ρωμανία-Βυζάντιο και με τη «φωτισμένη Ευρώπη» (μετακένωση), την οποία θεωρούσε άμεση κληρονόμο του ελληνικού πνεύματος, αδιαφορώντας όμως για την πνευματική αλλοτρίωση, πού ή μεσαιωνική Ευρώπη είχε υποστεί (εκφράγκευση) και παραβλέποντας το γεγονός, ότι ο Ελληνισμός δεν μπορεί να νοηθεί χωριστά από την Ορθοδοξία. Με την αναζήτηση της «μέσης Οδού» στο ζήτημα της γλώσσας, έγινε δημιουργός του «γλωσσικού ζητήματος», πού με την εμφάνιση και του Γιάννη Ψυχάρη (1854-1929) θα ταλαιπωρήσει το Γένος με μακροχρόνιες άσκοπες και ανώφελες συγκρούσεις.
Με τις πολλές όμως και ποικίλες εκδόσεις του ο Κοραής ήθελε να δώσει στο Έθνος ένα όπλο, για να αποκτήσει την ελευθερία του.


________ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΣ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ__

Και ο εκκλησιαστικός όμως χώρος ανέδειξε σπουδαίους πνευματικούς ηγέτες, πού σκοπό του αγώνα τους έταξαν το φωτισμό του Γένους, παράλληλα όμως με τη διακράτησή του στα πλαίσια της παράδοσης του. Συγχρόνως με τον Ευγένιο Βούλγαρη και το Νικηφόρο Θεοτόκη, αναγεννητικό -σε καθαρά ορθόδοξες βάσεις- έργο ανέπτυξε ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός (1714-1779). Έγινε ο απόστολος της ενότητας του Γένους μέσα στην ορθόδοξη παράδοση, την ελληνική γλώσσα και την κοινότητα. Υποστήριξε την παιδευτική προσπάθεια, ιδρύοντας ο ίδιος πολλά σχολεία. Γιατί δεχόταν το σχολείο ως δεύτερη εκκλησία, αφού σκοπό έχει να οδηγεί κι αυτό στη γνώση του θεού και την αδελφοποίηση των ανθρώπων.

Ο Πατροκοσμάς ανήκε στον κύκλο των μαθητών του Ε. Βούλγαρη, πού είχαν συμφωνήσει να βοηθήσουν το Γένος με την παιδεία, για να βρει την ελευθερία του. Μέλη της ομάδας αυτής υπήρξαν ο Πατροκοσμάς, ο Ι. Πέζαρος και ο κατοπινός σπουδαίος ιεράρχης Πλαταμώνος Διονύσιος. Σημασία δε έχει, ότι ο άγιος Κοσμάς δεν ανέπτυξε τη δράση του με απλή δική του πρωτοβουλία, αλλά με άδεια και ευλογία του οικουμενικού Πατριαρχείου, όπως ο ίδιος μαρτυρεί, εκτελώντας δηλαδή αποστολή εκκλησιαστικά επιδοκιμασμένη.Το β' μισό του 18ου αί., ως απάντηση στην πρόκληση του Διαφωτισμού, εκδηλώθηκε το κίνημα των Κολυβάδων. Μια σειρά (λογίων) μοναχών του Αγίου Όρους, πού ονομάσθηκαν από τους αντιπάλους τους «Κολυβάδες» (από τα κόλυβα), με την πλούσια συγγραφική παραγωγή τους και την επανέκφραση της Ορθόδοξης παράδοσης πού επιχείρησαν, θέλησαν να συμβάλουν στο ρωμαίικο διαφωτισμό του Γένους. Κορυφαίοι του κινήματος ήταν ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης (1749-1809) ο άγιος Μακάριος Νοταράς και ο Αθανάσιος Πάριος.

Ο Νικόδημος ήταν άριστος γνώστης των επιστημών της εποχής του, όπως και ο Πάριος, πού δίδασκε ο ίδιος μαθηματικά. Ό δεύτερος, σφοδρότερος ως χαρακτήρας, στο έργο του Αντιφώνησις... επικρίνει τους «από Ευρώπης ερχόμενους φιλοσόφους», όπως και τις σπουδές στη Δύση, αλλά για όσους ήθελαν να γίνουν κληρικοί και στο μέτρο, πού οι σπουδές αυτές απομακρύνουν από την Ορθοδοξία.Οι Κολυβάδες πέρα από τις ατομικές ιδιαιτερότητες τους στο σύνολο τους δεν ήταν αντίθετοι στην αληθινή γνώση. Μετέχοντας όμως στη ρωμαίικη παράδοση, μπορούσαν να διακρίνουν τις αρρώστιες και αδυναμίες της τόσο φημιζόμενης Ευρώπης. Το κολυβαδικό κίνημα είχε μια βαθιά πνευματική διάσταση. Ήταν στην ουσία του «φιλοκαλική» (ησυχαστική) αναγέννηση, πού παρουσίαζε πολλές αναλογίες με την ησυχαστική κίνηση του 14ου αι. Και στις δύο περιπτώσεις, ή πρόκληση πού δόθηκε από τη Δύση συνετέλεσε στο να φανερωθεί ευρύτερα η ορθόδοξη παράδοση, πού συνεχιζόταν στα πρόσωπα των ησυχαστών, και να χρησιμεύσει ως άντί6αρο στο δυτικό ορθολογισμό και την επιχειρούμενη εκφιλοσόφηση ή απόρριψη της πίστης. Οι Κολυβάδες αντιπαρέταξαν στον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό και το κοσμικό του πνεύμα τους «θεουμένους» - τους Αγίους, και στη σοφία του κόσμου τη θεία σοφία και την αγιοπνευματική εμπειρία.


________Η ΔΙΕΛΚΥΣΤΙΝΔΑ___________

Γίνεται όμως έτσι φανερό, ότι η πνευματική αναγέννηση του Γένους δεν έμεινε ελεύθερη από έντονες φυγόκεντρες τάσεις. Η δίψα για μάθηση οδήγησε στην ανεξέλεγκτη πρόσληψη αλλότριων ιδεών, πού δεν μπορούσαν να ενσωματωθούν στην παράδοση του Γένους, χωρίς να επιφέρουν την αλλοίωση της. Και στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί φυσικά να γίνει λόγος για πρόοδο. Γιατί δεν μπορεί να είναι πρόοδος η ανακοπή της πνευματικής και πολιτιστικής πορείας του Γένους.Από τον κίνδυνο αυτό αγωνίστηκαν να προφυλάξουν το Γένος ο Πατροκοσμάς και οι Κολυβάδες, μαζί με πολλούς άλλους, δημιουργώντας μιαν Αντίρροπη στάση: την κριτική και εκλεκτική τοποθέτηση απέναντι στα εισαγόμενα προϊόντα της επιστήμης και του πολιτισμού. Ή πνευματική αυτή διελκυστίνδα, πού δείχνει τον δυναμισμό του Ελληνισμού, συνεχίζεται μέχρι σήμερα.


________ΒΑΛΚΑΝΙΚΗ ΑΚΤΙΝΟΒΟΛΙΑ____

Αξιοσημείωτο παρ' όλα αυτά είναι, ότι η θαυμαστή πρόοδος της ελληνικής παιδείας είχε μια διαβαλκανική ακτινοβολία, σε σημείο πού οι Έλληνες να γίνουν φωτιστές και των άλλων ορθοδόξων εθνοτήτων. Ή διαφωτιστική μάλιστα δράση ελλήνων κληρικών στις περιοχές αυτές υπήρξε γι' αυτές ευεργετική.

 Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Δοσίθεος και η δράση του στη Βλαχία και Μολδαβία. Ανάλογη εξάπλωση στις βαλκανικές χώρες είχε και η πνευματική αναγέννηση των Κολυβάδων, πού συνετέλεσε στην επιστροφή στις πατερικές ρίζες και της σλαβικής ορθοδοξίας, με το εξής μάλιστα περίεργο.

 Οι Έλληνες, με την επίδραση του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, οδηγήθηκαν σε μια δυτικού τύπου θρησκευτικότητα (ευσεβισμό). Οι άλλοι όμως βαλκάνιοι, και μαζί τους και οι Ρώσοι, γνώρισαν το 19ο αι. αληθινή ησυχαστική αναγέννηση, πού παρουσίασε μεγάλο αριθμό αγίων.
 


 
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ : ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ -
π. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΚΡΙΤΑΣ
http://www.egolpion.com/diafwtismos_e8nos.el.aspx