ΕΥΔΑΙΜΟΝ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ,ΤΟ Δ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΤΟ ΕΥΨΥΧΟΝ ΚΡΙΝΟΜΕΝ...…

[Το μπλόγκ δημιουργήθηκε εξ αρχής,γιά να εξυπηρετεί,την ελεύθερη διακίνηση ιδεών και την ελευθερία του λόγου...υπό το κράτος αυτού επιλέγω με σεβασμό για τους αναγνώστες μου ,άρθρα που καλύπτουν κάθε διάθεση και τομέα έρευνας...άρθρα που κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο κι αντιπροσωπεύουν κάθε άποψη και με τά οποία δεν συμφωνώ απαραίτητα.....Τά σχόλια είναι ελεύθερα...διαγράφονται μόνο τά υβριστικά και οσα υπερβαίνουν τά όρια κοσμιότητας και σεβασμού..Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές..]




Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σταυροφόροι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σταυροφόροι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 29 Ιουνίου 2017

ΤΟ ΠΡΙΓΚΙΠΑΤΟ ΤΟΥ ΜΟΡΙΑ ΚΑΙ Η ΚΑΛΑΜΑΤΑ[ΜΕΡΟΣ Γ΄]


 
Το Πριγκιπάτο του Μοριά (μέρος γ')Η πρώτη γυναίκα του Γουλιέλμου της Καλαμάτας, η κόρη του Narjaud de Toucy, απεβίωσε πρόωρα. Ο ηγεμόνας παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο την Καριντάνα (Carintana), κόρη του Ριχάρδου Ντάλλε Κάρτσερι της Εύβοιας, βαρονέσα του βόρειου τρίτου του νησιού. Μετά και τον δικό της αδόκητο θάνατο, το 1255, ο Γουλιέλμος διεκδίκησε τη βαρονία της βόρεια Εύβοιας, σπεύδοντας μάλιστα να εκδώσει μια σειρά νομισμάτων του με την επιγραφή «Τριτημόριος του Νεγρεπόντε». Οι δύο άλλοι τριτημόριοι της Εύβοιας, θορυβημένοι από τις κατακτητικές διαθέσεις του ηγεμόνα, συμμάχησαν με τον Βενετό βάιλο Πάολο Γραδενίγο. Ο Γουλιέλμος όμως κατάφερε να τους αιχμαλωτίσει με δόλο και να τους κλείσει στο κάστρο της Κούπας (La Cuppa), κοντά στο Αυλονάρι. Οι Βενετσιάνοι αντέδρασαν άμεσα και μετά από πολιορκία κυρίεψαν τη Χαλκίδα, νικώντας σε μάχη το ιππικό του Μοριά. Ο πόλεμος επεκτάθηκε τάχιστα στο Μοριά και την ηπειρωτική Ελλάδα. Μια διευρυμένη συμμαχία βαρόνων σχηματίστηκε γύρω από τους Βενετούς ενάντια στον ηγεμόνα, ο οποίος κατάφερε να εξασφαλίσει μόνο τη βοήθεια των Γενοβέζων, δηλωμένων εχθρών και ανταγωνιστών των Βενετών. Το 1258 τα στρατεύματά του ηγεμόνα του Μοριά συγκρούστηκαν με εκείνα του Γκυ (Guy) Α΄, ηγεμόνα της Αθήνας (που είχε τεθεί επί κεφαλής των αντιπάλων του) στο στενό του βουνού Καρύδι, κοντά στην Κακιά Σκάλα και τα έτρεψαν σε φυγή προς τη Θήβα. Ο Γουλιέλμος νίκησε στη συνέχεια και το στρατό των Βενετσιάνων στους Ωρεούς, οι οποίοι αναγκάστηκαν να ζητήσουν την υπογραφή συμφωνίας για ειρήνη. Ο ηγεμόνας της Αχαΐας έβγαινε προς το παρόν κερδισμένος από το ριψοκίνδυνο παιχνίδι του.Το 1255, όταν πέθανε η Καριντάνα (Carintana dalle Carceri), η δεύτερη γυναίκα του Γουλιέλμου, ο ηγεμόνας έστρεψε το ενδιαφέρον του προς την ωραία Ελληνίδα Αννα, κόρη του δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Β΄ Κομνηνού, την οποία και παντρεύτηκε. Φιλοδοξούσε να αναστήσει το βασίλειο της Θεσσαλονίκης και να γίνει κυρίαρχος ολόκληρης της Ελλάδας από τη Μακεδονία ως το Ταίναρο. Ομως τα πράγματα πήραν αυτή τη φορά άλλη τροπή. Ο αυτοκράτορας της Νίκαιας Μιχαήλ Παλαιολόγος, επιθυμώντας να καταλύσει τη Λατινική αυτοκρατορία της Ρωμανίας και να βασιλέψει στο Βυζάντιο έστειλε τον αδελφό του Ιωάννη με στρατό ενάντια στον Δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Β'. Αυτός δεν δέχτηκε την ειρήνη που του πρότειναν οι απεσταλμένοι, αλλά ζήτησε, το 1257, τη βοήθεια των δύο γαμπρών του, του Μάνφρεντ Χοενστάουφεν (Hohenstaufen), βασιλιά των δύο Σικελιών και του Γουλιέλμου Βιλεαρδουίνου της Αχαΐας. Ο Μάνφρεντ έστειλε σε βοήθεια του πεθερού του τετρακόσιους πάνοπλους Γερμανούς ιππότες. Ο ατρόμητος Γουλιέλμος έφτασε αυτοπροσώπως στην Ηπειρο, οδηγώντας μεγάλη στρατιωτική δύναμη από Φράγκους και Έλληνες του Μοριά. Γύρω του συντάχθηκαν και στρατεύματα της Εύβοιας και του Αιγαίου, καθώς επίσης ο Ριχάρδος της Κεφαλλονιάς, ο Θωμάς Β΄ Ωτρεμενκούρ (Autremencourt) κύριος των Σαλόνων και ο Ουμπερτίνο της Βοδονίτσας. 
Η σύγκρουση με τις δυνάμεις του αυτοκράτορα, που είχαν επικεφαλής τον αδελφό του Ιωάννη και αποτελούνταν από ξένους κυρίως μισθοφόρους (Γερμανούς, Σέρβους, Ούγγρους, Βούλγαρους, Τούρκους και Κομάνους), έλαβε χώρα το 1259 στην πεδιάδα της Πελαγονίας, κοντά στην Καστοριά της Δυτικής Μακεδονίας. Ο νόθος γιος του δεσπότη της Ηπείρου, Ιωάννης, εγκατέλειψε ξαφνικά, λόγω προσωπικής παρεξήγησης με τον Γουλιέλμο, και τάχθηκε με το μέρος του εχθρού παίρνοντας μαζί το στρατό του, αποτελούμενο κυρίως από σκληροτράχηλους Βλάχους της Θεσσαλίας. Μετά την προδοτική αυτή ενέργεια, ο ίδιος ο Δεσπότης Μανουήλ εγκατέλειψε νύχτα το στρατόπεδο του Γουλιέλμου και έφυγε για τη Λευκάδα, αφήνοντας μόνους τους Φράγκους της Αχαΐας. Στην αμφίρροπη αρχικά και σκληρή μάχη που ακολούθησε, η πλάστιγγα έγειρε τελικά προς το μέρος των αυτοκρατορικών στρατευμάτων, όταν ο Αλέξιος Στρατηγόπουλος, στρατηγός του Ιωάννη, βλέποντας τους Γερμανούς του να θερίζονται από τους Φράγκους, έδωσε εντολή στους Ούγγρους και τους Κομάνους τοξότες να στοχεύουν τα άλογα των Φράγκων ιπποτών. Αυτά χτυπημένα από τα βέλη άρχισαν να σωριάζονται στο έδαφος μαζί με τους καβαλάρηδες. Ο Γοδεφρείδος ντε Μπρυγιέρ (Geoffrey I de Briel ή de Bruyere), ανιψιός του Γουλιέλμου και ηγεμόνας της Καρύταινας, καθώς και ο ίδιος ο Γουλιέλμος που έσπευσε να τον βοηθήσει σε μια δύσκολη στιγμή της μάχης, πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Ελάχιστοι σώθηκαν από το στρατό των Φράγκων και κατάφεραν να γυρίσουν σε άθλια κατάσταση στο Μοριά. Ο Αλέξιος Στρατηγόπουλος συνέχισε την νικηφόρο πορεία του προς Νότον καταλαμβάνοντας την Ηπειρο, τη Θεσσαλία και τη Θήβα. Στη Θήβα τον εγκατέλειψε ο προδότης νόθος γιος του δεσπότη της Ηπείρου, Ιωάννης, και ενώθηκε με τον φυγά πατέρα του, ο οποίος ένα μόνο χρόνο μετά την καταστροφική μάχη της Πελαγονίας είχε καταφέρει να συνέλθει, ενισχυμένος με στρατό από τον γαμπρό του Μάνφρεντ Χόενσταουφεν. Εστειλε το γιο του Νικηφόρο ενάντια στον αυτοκρατορικό στρατό, τον οποίο κατατρόπωσε, συλλαμβάνοντας μάλιστα αιχμάλωτο τον Στρατηγόπουλο. Ακολούθησε σύντομη ανακωχή με ανταλλαγή αιχμαλώτων και νέα νικηφόρος επίθεση του δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ, ο οποίος αιχμαλώτισε αυτή τη φορά τον ίδιο τον αυτοκράτορα. Το 1263, ωστόσο, ο αδελφός του αυτοκράτορα, Ιωάννης, νίκησε τον Μιχαήλ Β΄ της Ηπείρου υποχρεώνοντάς τον στην υπογραφή συνθήκης ειρήνης. Την περίοδο αυτή, ο Μιχαήλ έχτισε με παρακίνηση της γυναίκας του Θεοδώρας και με αρχιμάστορα τον Νικολό Καρούλη το Γαλαξείδι, σύμφωνα με το Χρονικό του Γαλαξιδίου (φ.5-φ.6).Ο ηγεμόνας του Μοριά και οι άλλοι επιφανείς αιχμάλωτοι της δραματικής μάχης στην Πελαγονία μεταφέρθηκαν στη Λάμψακο και από κει στον αυτοκράτορα Μιχαήλ, ο οποίος πρόσφερε στον Γουλιέλμο χρήματα για αγορά κτημάτων στη Γαλλία με αντάλλαγμα τον Μοριά και την ελευθερία του. Η άρνηση του περήφανου Γουλιέλμου είχε ως συνέπεια να φυλακιστεί μαζί με αρκετούς βαρόνους συντρόφους του και να μείνει στην Πόλη για τρία ολόκληρα χρόνια. Η πριγκηπέσσα Αννα Κομνηνή της Ηπείρου, σύζυγος του Γουλιέλμου, και οι Φράγκοι του Μοριά, ανήσυχοι από τις δυσάρεστες εξελίξεις και φοβούμενοι εξέγερση των Ελλήνων στην Πελοπόννησο, πρόσφεραν στον δούκα της Αθήνας Γκυ Α΄ τη θέση του βάιλου της Αχαΐας. Αυτός την αποδέχτηκε και προχώρησε αμέσως σε απελευθέρωση των δύο τριτημόριων της Εύβοιας, αναλαμβάνοντας τη διοίκηση της χώρας. Η Κωνσταντινούπολη στο διάστημα αυτό είχε ανακτηθεί από τους Ελληνες του «νέου Κωνσταντίνου», όπως αποκαλούσαν τώρα τον αυτοκράτορα Μανουήλ Η΄ Παλαιολόγο. Η λατινική αυτοκρατορία της Ρωμανίας είχε οριστικά καταλυθεί. Ο τελευταίος Λατίνος αυτοκράτορας Μπάλντουιν (Baldwin) Β΄ έφτασε φυγάς στο Νεγρεπόντε (τη Χαλκίδα), από κει πορεύτηκε προς τη Θήβα και σταμάτησε για λίγο στην Αθήνα για να αποχαιρετήσει τον δούκα Γκυ Α΄ και τους υπόλοιπους Φράγκους πρώην υπηκόους του, που είχαν συγκεντρωθεί εκεί. Αναχώρησε τελικά με πλοίο από τον Πειραιά για την Ευρώπη με ενδιάμεσο μόνο σταθμό τη Μονεμβασία. Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Μανουήλ ήλθε σε νέα συνεννόηση με τον σκληροτράχηλο φυλακισμένο Γουλιέλμο Βιλεαρδουίνο και κατάφερε αυτή τη φορά να του αποσπάσει την υπόσχεση παραχώρησης των κάστρων της Μονεμβασίας, του Μυστρά και της Μάινας, προσφέροντάς του σε αντάλλαγμα την ελευθερία του και τον τίτλο του Μεγάλου Δομέστικου. Ο Γκυ Α΄, δούκας της Αθήνας και βάιλος τώρα της Αχαΐας, συγκάλεσε αμέσως τη Μεγάλη Κούρτη στο Νίκλι (την Τεγέα) για να αποφασίσει το μέλλον της ηγεμονίας μετά την υποχώρηση του Γουλιέλμου και τη συγκατάθεσή του να παραδώσει τα τρία κάστρα στον αυτοκράτορα. Στην Κούρτη συγκεντρώθηκαν κυρίως οι χήρες και οι γυναίκες των βαρόνων που είχαν πέσει ηρωικά ή αιχμαλωτιστεί στη μάχη της Πελαγονίας, με εξαίρεση τον Λογοθέτη (καγκελλάριο) της Αχαΐας Λεονάρδο de Veroli του Λατίου και τον Πέτρο de Vaux. 
Χάρη στην ψήφο των γυναικών αποφασίστηκε σε αυτή την «Κούρτη των Κυράδων», όπως ονομάστηκε, να παραδοθούν τα τρία κάστρα που είχε υποσχεθεί ο Γουλιέλμος στον αυτοκράτορα και να σταλούν ως όμηροι στην Πόλη η Μαργαρίτα, κόρη του Ζαν ντε Νεϊγύ, πρωτοστράτορα (στρατηγού) της Αχαΐας, καθώς και η αδελφή του Ζαν ντε Σωντερόν, μεγάλου κοντόσταβλου της Αχαΐας και ανεψιού του αιχμάλωτου ηγεμόνα.
Ο Γουλιέλμος, ελεύθερος πια, επέστρεψε στο Μοριά και έγινε δεκτός με τιμές στο Νεγρεπόντε από τον πρώην αντίπαλό του, Γκυ Α', δούκα της Αθήνας. Στη Θήβα, στο σπίτι του Φράγκου αρχιεπισκόπου Ερρίκου κλείστηκε συνθήκη μεταξύ του ηγεμόνα της Αχαΐας, των Βενετών και των τριτημόριων της Εύβοιας, με την οποία τα πράγματα γύριζαν στο προηγούμενο status quo ως προς την κατανομή των εδαφών και τη διοίκησή τους. Εκλεισαν εύκολα τις διαφορές τους οι Φράγκοι, γιατί είχαν να αντιμετωπίσουν την ισχυρή νεοσύστατη Βυζαντινή αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης. Οι Βενετοί υποχώρησαν περισσότερο από φόβο προς τους εχθρούς τους Γενοβέζους, οι οποίοι με τη συνθήκη του Νυμφαίου της Λυδίας που είχαν κλείσει με τον αυτοκράτορα το 1261 ένα χρόνο πριν από την πτώση της Πόλης, είχαν αναδειχθεί σε υπολογίσιμη δύναμη στο χώρο του ανατολικού εμπορίου, απειλώντας με εκτοπισμό του Βενετούς. Το 1262 εγκαταστάθηκε στον Μυστρά αυτοκρατορικός αντιπρόσωπος με τον τίτλο «Κεφαλή της κατά την Πελοπόννησον χώρας και των κάστρων της Βασιλείας» με αυλή Βυζαντινών αξιωματούχων γύρω του, ενώ καθιερώθηκε ως αρχή και ο στρατηγός (πρωτοστράτορας). Οι Ελληνες ορθόδοξοι κάτοικοι της Πελοποννήσου αναθάρρησαν μετά την παράδοση των κάστρων της Μονεμβασίας του Μυστρά και της Μαΐνης και άρχισαν να γίνονται επιθετικοί. Τα λατινικά μοναστήρια, που έτυχε να βρίσκονται απροστάτευτα μακριά από τις οχυρωμένες πόλεις, λεηλατήθηκαν και καταστράφηκαν. Οι καλόγριες του Κιστερκιανού τάγματος που είχαν εγκατασταθεί στο μοναστήρι Santa Maria de Verge στη Μεθώνη διώχτηκαν και κατέφυγαν το 1267 στο Μπρίντεζι.Ο Γουλιέλμος δεν ήταν δυνατόν να μείνει αδρανής. Την ίδια χρονιά (1262) οργάνωσε μια υπεροπτική επίδειξη δύναμης, διασχίζοντας έφιππος με εντυπωσιακή ακολουθία την κοιλάδα του Ευρώτα μπροστά στα έκπληκτα μάτια των φρουρών του Μυστρά, που θορυβημένοι κάλεσαν τους Μελιγγούς του Ταϋγέτου σε βοήθεια και έστειλαν αγγελιοφόρο στον αυτοκρατορικό διοικητή της Μονεμβασίας. Εκείνος με τη σειρά του ενημέρωσε τον ίδιο τον αυτοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη για μονομερή παραβίαση της ειρήνης εκ μέρους των Φράγκων. Ο αυτοκράτορας έστειλε αμέσως στρατό από 1500 Τούρκους και αρκετούς σκληροτράχηλους Ελληνες της Μικράς Ασίας με επικεφαλής τον αδελφό του, Κωνσταντίνο, και τους αξιωματούχους Φιλή και Μακρηνό. Στόλος με ναύαρχο τον Φιλανθρωπηνό και πληρώματα από Τσάκωνες και Γασμούλους επιτέθηκε στα φραγκοκρατούμενα νησιά του Αιγαίου και τις νότιες ακτές της Πελοποννήσου με τη σύμπραξη των Γενοβέζων. Ο Γουλιέλμος ενισχύθηκε μόνο από τον Γουλιέλμο ντα Βερόνα, τριτημόριο βαρόνο της Εύβοιας και από μικρό σώμα αθηναϊκού στρατού. Ο Γοδεφρείδος ντε Μπρυγέρ, βαρόνος της Καρύταινας, «το ωραιότερο λουλούδι της αχαϊκής ιπποσύνης», που θέριζε τους εχθρούς «όπως τη χλόη στο λιβάδι», σύμφωνα με το Χρονικό του Μορέως, παρά την πρόσκληση του θείου του ηγεμόνα της Αχαΐας, δεν προσήλθε, γιατί έλειπε για προσωπική του υπόθεση στην Απουλία.Ο αυτοκράτορας έστειλε ενισχύσεις στον αδελφό του, Ιωάννη, και τους στρατηγούς του στο Μοριά, συνοδευόμενες από τον ικανότατο στρατιωτικό Μιχαήλ Καντακουζηνό, που καταγόταν από παλιά οικογένεια της Μεσσηνίας. Στόχος των Βυζαντινών ήταν η Ανδραβίδα, η πρωτεύουσα των Φράγκων στο Μοριά. Στην πορεία τους προς τα εκεί πυρπόλησαν το Λατινικό μοναστήρι της Παναγίας της Ισοβας στην κοιλάδα του Αλφειού και στρατοπέδευσαν στην Πρινίτσα, κοντά στην Ολυμπία. Εκεί συγκρούστηκαν με μικρό σώμα 312 Φράγκων με διοικητή τον Ζαν ντε Κουταβάς, ο οποίος υπέφερε από χρόνια ρευματοπάθεια. Με τη σύζυγο του Κουταβάς περιδιάβαζε στην Ιταλία ο εραστής της ντε Μπρυγιέρ. Παρά τους ρευματικούς πόνους του, ο ντε Κουταβάς όρμησε έφιππος και ασπροντυμένος στη σκηνή του Κωνσταντίνου και οδήγησε τελικά τους Φράγκους στη νίκη. Oι έντρομοι Ελληνες το έβαλαν στα πόδια γιατί πέρασαν για τον ίδιο τον Αϊ-Γιώργη τον ασπροντυμένο δρακοντοκτόνο καβαλάρη. Ο Κωνσταντίνος Καντακουζηνός κατάφερε να ξεφύγει καβάλα σ’ ένα γρήγορο τουρκικό άτι και μέσα από πλάγια μονοπάτια να φτάσει στο Μυστρά, ενώ οι σαστισμένοι στρατιώτες του έτρεχαν να σωθούν στα γύρω δάση. 
ΠΗΓΗ: https://www.eleftheriaonline.gr
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

ΤΟ ΠΡΙΓΚΙΠΑΤΟ ΤΟΥ ΜΟΡΙΑ ΚΑΙ Η ΚΑΛΑΜΑΤΑ[ΜΕΡΟΣ Β΄]

Το Πριγκιπάτο του Μοριά και η Καλαμάτα (β΄μέρος)



 
Του καθηγητη Πέτρου Θέμελη 
Τον Γοδεφρείδο Α΄ τον διαδέχτηκε αμέσως το 1228 ο μεγαλύτερος γιος του Γοδεφρείδος Β΄ που όριζε μεγάλη επικράτεια και πλούτη. Στην αυλή του διατηρούσε 80 ιππότες με χρυσά σπιρούνια, που έρχονταν από την Καμπανία κυρίως, αλλά και από την Βουργουνδία και τη Γαλλία, για να του προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, να ξεπληρώσουν τα χρέη τους, να ξεφύγουν από διώξεις ή να διασκεδάσουν. Μόνο με τον λατινικό κλήρο είχε προβλήματα ο νέος ηγεμόνας, γιατί δεν εκπλήρωνε τις στρατιωτικές υποχρεώσεις που όριζε ο «Αχαϊκός Καταστατικός Χάρτης» ή αλλιώς «Χάρτα της Ηγεμονίας» που είχε συμφωνηθεί στη Συνέλευση (το Παρλαμέντο) της Ανδραβίδας το 1209 με πρωτοβουλία του πατέρα του. Ο νέος ηγεμόνας αναγκάστηκε για αυτόν το λόγο να προχωρήσει σε κατάσχεση ορισμένων τιμαρίων που είχαν παραχωρηθεί στους εκκλησιαστικούς βαρόνους και να διαθέσει τα χρήματα στην ανοικοδόμηση του μεγάλου κάστρου της Γλαρέντζας, που είχε τον έλεγχο του σημαντικού λιμανιού της Κυλλήνης και λειτουργούσε ως επίνειο του βασικού στεριανού κάστρου στο Χλουμούτζι. Κατάφερε μάλιστα να εξασφαλίσει και την συγκατάθεση του πάπα Ονώριου Γ΄ (1216-1227), να υπογράψει συμφωνία (κονκορδάτο) με την εκκλησία το 1223 και να διευθετήσει τη διένεξη, αποκαθιστώντας την τάξη, χωρίς να αφήσει έξω από τη συμφωνία τους ορθόδοξους Ελληνες παπάδες των πόλεων και της υπαίθρου. 
Το Πριγκιπάτο του Μοριά και η Καλαμάτα (β΄μέρος)
Το 1225 ζήτησε από τη συνέλευση των Κιστερκιανών να στείλει ομάδα μοναχών για να ιδρύσουν μοναστήρι στην Αχαΐα, όπως είχε πράξει και ο πατέρας του. Η συνέλευση ανέθεσε στον ηγούμενο της μονής Morimod της Σαβοΐας να επιληφθεί της υπόθεσης ίδρυσης του μοναστηριού. Στη Γλαρέντζα διατηρούνται σήμερα μόνο πενιχρά ερείπια του οικισμού και της οχύρωσης, καθώς και τα λείψανα μιας μεγάλης γοτθικής βασιλικής (43Χ15 μ.) που ο Antoine Bon ταύτισε με τον ναό της μονής του Αγίου Φραγκίσκου, όπου είχαν λάβει χώρα συνελεύσεις των αρχόντων του πριγκιπάτου.
ΠΡΟΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΩΝ ΛΑΤΙΝΩΝ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ
Ο Ροβέρτος ντε Κουρτενέ, αδελφός της γυναίκας του Γοδεφρείδου Β´ Αγνής και Λατίνος αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης, πέθανε το 1228. Ο Γοδεφρείδος αισθάνθηκε τότε την υποχρέωση να ενισχύσει την άμυνα της πρωτεύουσας, στέλνοντας 22.000 υπέρπυρα το χρόνο στο νέο αυτοκράτορα Μπαλντουίν Β΄ ντε Κουρτενέ. Κατάφερε επίσης με έξι πλοία να διασπάσει τις γραμμές των Ελλήνων και να εισέλθει στο λιμάνι της Πόλης. Υστερα από πρόσκληση του πάπα, ο Γοδεφρείδος έστειλε δέκα γαλέρες, σπεύδοντας για δεύτερη φορά σε ενίσχυση της Πόλης. Αργότερα, το 1244 ο πάπας Ιννοκέντιος Δ΄ (1243-1254) του επέτρεψε να κρατήσει τα έσοδα της Πελοποννησιακής Εκκλησίας, ώστε να συντηρεί ένα σώμα εκατό τοξοτών. Με αυτό τον τρόπο είχε καταφέρει ο Γοδεφρείδος να αναδειχθεί στον ισχυρότερο Φράγκο ηγεμόνα της εποχής - σε βαθμό που ο δεσπότης της Ηπείρου Μανουήλ και ο κόμης Κεφαλλονιάς και Ζακύνθου να γίνουν οικειοθελώς υποτελείς του.Σύμφωνα με το «Χρονικό του Μορέως», όταν ο άτεκνος Γοδεφρείδος Β΄ κατάλαβε ότι πλησιάζει το τέλος του το 1245, ζήτησε από τον αδελφό του Γουλιέλμο της Καλαμάτας να χτίσει στην πρωτεύουσά του Ανδραβίδα, δίπλα στον αυλικό ναό της Αγίας Σοφίας που αποτελούσε και την έδρα του Λατίνου επισκόπου της Ωλένης, μιαν ακόμη εκκλησία στο όνομα του Αγίου Ιακώβου, όπου θα αναπαυόταν το σώμα του μαζί με εκείνο του πατέρα τους που θα μετέφερε από την Καλαμάτα. Στο Μαυσωλείο του Αγίου Ιακώβου της Ανδραβίδας, του οποίου τα αρχιτεκτονικά λείψανα δεν έχουν εντοπισθεί, ενταφιάστηκε αργότερα και ο Γουλιέλμος Βιλεαρδουίνος, ο οποίος ανέλαβε τα ηνία της ηγεμονίας το 1246 μετά το θάνατο του αδελφού του. Στο αραγωνέζικο Χρονικό του Μωρέως αναφέρεται και τρίτη εκκλησία, ο Άγιος Στέφανος, από την οποία δεν σώζονται ίχνη. Ανασκαφική έρευνα στην περιοχή της Αγίας Σοφίας Ανδραβίδας αναφέρεται από τον Σπυρίδωνα Λάμπρο. Ανασκαφή πραγματοποίησαν επίσης στο χώρο της εκκλησίας ο C. Sheppard το 1982/3 και ο Δημήτρης Αθανασούλης το 1997 και το 2001. Το ναό της Αγίας Σοφίας τον είχε χτίσει το τάγμα των Δομινικανών μοναχών που είχε κοιτίδα του την περιοχή της Τουλούζης και όφειλε το όνομά του στον ιδρυτή του Αγιο Δομίνικο. Ηταν μια τρίκλιτη βασιλική με τετράγωνη την αψίδα του ιερού και πλευρικά παρεκκλήσια. Τα κλίτη δεν σώζονται σήμερα, εκτός από ορισμένα ίχνη των βάσεων για τους κίονες που χώριζαν τα κλίτη. Τα διαμερίσματα του ιερού στεγάζονται με σταυροθόλια με νευρώσεις χωρίς εγκάρσιο τόξο.
ΕΝΑΣ ΓΑΛΛΟΣ «ΟΔΥΣΣΕΑΣ» ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΛΑΜΑΤΑ
Ο Γουλιέλμος, που κυβέρνησε το πριγκιπάτο της Αχαΐας επί τριάντα ολόκληρα χρόνια, αναδείχτηκε σε δεσπόζουσα φυσιογνωμία της περιόδου με σημαίνοντα ρόλο στις ιστορικές εξελίξεις, ξεπερνώντας τον αδελφό του Γοδεφρείδο Β´ σε κατορθώματα και φήμη. Δικαιολογημένα θεωρήθηκε ως ο πλέον τολμηρός και ιπποτικός άνδρας της φραγκοκρατούμενης Ελλάδας, ο οποίος «συνδύαζε το ιπποτικό πνεύμα της Γαλλίας με το πονηρό πνεύμα του ομηρικού Οδυσσέα», όπως επιτυχημένα τον χαρακτηρίζει ο ιστορικός Γουίλιαμ Μίλερ. Είχε γεννηθεί στο οικογενειακό κάστρο της Καλαμάτας και μιλούσε τα ελληνικά ως μητρική του γλώσσα. Ενα από τα δόντια του προεξείχε ελαφρά από τα χείλη του, προσθέτοντας μια χαριτωμένη πινελιά στη φυσιογνωμία του. Αυτός είναι ο βασικός ήρωας του Χρονικού του Μορέως, όπου αποκαλείται συχνά «Γυλιάμος ο Καλομάτας» και επαινείται με τους παρακάτω στίχους: Τον δεύτερον εκράζασιν Γυλιάμον τον ελέγαν / ελέγασιν το επίκλιν του Γυλιάμο ντε Καλομάτα / αφέντην γαρ τον άφηκεν κάστρου της Καλομάτας / μετά της άλλης περιοχής του καστελλανικίου. (στ. 2448-51)Ενταύθα γαρ οι αρχιερείς και οι φλαμουριάροι όλοι / εστέψασιν δια πρίγκιπα εκείνον τον Γυλιάμο, / τον αδελφόν του πρίγκιπος εκείνου του Ντζεφρόη, / όστις και γαρ εξέβηκεν άνθρωπος επιδέξιος, / φρόνιμος και κοπιαστής είς όλους τους ανθρώπους, / όπου να εγεννήθησαν εις μέρη Ρωμανίας. (στ. 2759-61)Ο Γουλιέλμος ανακαίνισε πλήρως την οχύρωση του Κάστρου της Καλαμάτας και προετοιμάστηκε τάχιστα για την πολιορκία και την κατάληψη του τελευταίου οχυρού των Ελλήνων στο βράχο της Μονεμβασίας (συχνά παραβάλλεται με το Γιβραλτάρ), που κυβερνιόταν από τρεις άρχοντες, τον Μαμωνά, το (Ευ)δαιμονογιάννη και τον Σοφιανό. Κάλεσε σε βοήθεια τους υποτελείς του, τον Γκυ Α΄ της Αθήνας και ταυτόχρονα του Αργους και της Ναυπλίας, τους τρεις βαρόνους της Εύβοιας, τον δούκα της Νάξου Αγγελο Σανούδο (1227-1262) και τον κόμητα Ματέο Ορσίνι της Κεφαλλονιάς, ενώ ζήτησε και τέσσερις γαλέρες από τη Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας. Μετά από μακρά πολιορκία οι τρεις άρχοντες του «Γιβραλτάρ του Αιγαίου» του παρέδωσαν τα κλειδιά του κάστρου με όρους τους οποίους σεβάστηκε απόλυτα ο Γουλιέλμος. Τους παραχώρησε τιμάρια στα Βάτικα, κοντά στον Καβομαλιά. Εγκατέστησε φρουρά στο κάστρο, καθώς και Λατίνο επίσκοπο. 
ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ ΤΟΥ ΜΟΡΙΑ, ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΙΠΠΟΤΙΣΜΟΥ
Ο αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης Μπαλντουίν παραχώρησε το 1248 το δουκάτο του Αρχιπελάγους (εκτός από τη Μυτιλήνη, τη Σάμο, τη Χίο και την Κω), την επικράτεια δηλαδή του δεύτερου δούκα του Αρχιπελάγους, Αγγέλου Σανούδου (1227-1262), καθώς και την Εύβοια, στον ηγεμόνα της Αχαΐας, Γουλιέλμο. Ο Γουλιέλμος έγινε τότε και επικυρίαρχος της Βοδονίτσας, τιμάριου της αυτοκρατορικής οικογένειας των Κουρτενέ.Οι ανυπότακτοι Τσάκωνες του Μαλεβού, θορυβημένοι από τις επιτυχίες του, δήλωσαν τότε υποταγή. Με βάση έναν ορθό στρατηγικό σχεδιασμό, ο Γουλιέλμος έχτισε τότε τα δυνατά κάστρα του Μυστρά ή Μυτζηθρά, της παλιάς Μάινας στο Ταίναρο και του Λεύτρου (Baeufort), αναγκάζοντας έτσι και τους ανυπότακτους Σλάβους Μελιγγούς του Ταϋγέτου να του δηλώσουν υποταγή, με μόνη υποχρέωση να υπηρετούν στο στρατό του. Τα κάστρα αυτά παίζουν σημαντικό ρόλο στις περαιτέρω εξελίξεις.Ολόκληρος ο Μοριάς, με εξαίρεση τα βενετσιάνικα κάστρα Κορώνης και Μεθώνης, αναγνώριζε τώρα την εξουσία του Γουλιέλμου Βιλεαρδουίνου. Η αυλή του στη Λακεδαιμονία (Σπάρτη) όπου είχε μεταφερθεί, αλλά και στην Καλαμάτα, θεωρούνταν ως η λαμπρότερη σχολή ιπποτισμού της εποχής. Γιγαντόκορμοι ιππότες καβαλάρηδες, 700 ως και 1.000 σε αριθμό, ακολουθούσαν πάντοτε τον έφιππο ηγεμόνα της Αχαΐας, ο οποίος ήταν σε θέση να εξοπλίσει στόλο από 24 πλοία που μετέφεραν 400 ιππότες. Με αυτά έλαβε μέρος το 1249 στην έβδομη Σταυροφορία που είχε οργανώσει ο βασιλιάς της Γαλλίας, Λουδοβίκος ΙΧ (1226-1270), κατά της Αιγύπτου. Ακολούθησε τις δυνάμεις του δούκα ΙV της Βουργουνδίας και έλαβε μέρος σε μάχες στη Ρόδο, τη Λεμεσό της Κύπρου και στη Δαμιέττα, πριν επιστρέψει στο Μοριά.
Τορνέσια, γκρόσια, σολδία και δουκάτα
Το εμπόριο που ανθούσε στα όρια του Πριγκιπάτου του Μοριά απαιτούσε την κοπή τοπικού νομίσματος. To κεντρικό νομισματοκοπείο του ηγεμόνα άρχισε να κόβει τορνέσια (tournois) με την έγκριση του βασιλιά της Γαλλίας, Λουδοβίκου ΙΧ, το 1250. Ηταν εγκατεστημένο μάλλον στο Κάστρο Χλουμούτζι (αλλιώς Χλεμούτσι) ή Κλερμόντ, που ονομαζόταν και Castel Tornese από τα τορνέσια. Χτισμένο μεταξύ 1221 και 1223 επί Γοδεφρείδου Β΄, αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα αμιγώς φράγκικα κάστρα με κάποιες βυζαντινές επιδράσεις στη δόμηση. Το εσωτερικό φρούριο, στο υψηλότερο σημείο του εξωτερικού τειχισμένου περιβόλου, έχει σχήμα επίμηκες εξαγωνικό. Ο γνωστός βυζαντινολόγος Δ. Αθανασούλης στέγασε στο κάστρο Χλεμούτσι ένα σημαντικό Μουσείο με αντικείμενα της ανασκαφής του στην περιοχή της Γλαρέντζας.Το Χλεμούτσι με το επίνειό του, τη Γλαρέντζα, λειτουργούσε ως εμπορικό κέντρο ολόκληρης της ηγεμονίας του Μοριά. Τα νομίσματα φέρουν στον εμπροσθότυπο σταυρό με την επιγραφή PRINCEPS G(ULIEMUS) γύρω του, ενώ στον οπισθότυπο έχουν ως σύμβολο την εκκλησία του Αγίου Μαρτίνου της Tours και την επιγραφή DE CLΑRENTIA, που ενδέχεται να αποτελεί συγκεκομμένη μορφή του DE(NARIUS) CLΑRENTIA(NUS). Την περίοδο αυτή, φαίνεται ότι λειτούργησε, για σύντομο χρονικό διάστημα στην πόλη της Καλαμάτας ένα δεύτερο τοπικό νομισματοκοπείο, σύμφωνα με την άποψη του αείμνηστου νομισματολόγου Αναστάσιου Τζαμαλή. Το τορνέσιο ήταν νόμισμα μικρής αγοραστικής δύναμης· για το λόγο αυτό οι σοβαρές εμπορικές συναλλαγές γίνονταν με ξένα νομίσματα, όπως τα ασημένια γαλλικά τορνέσια-δηνάρια, τα ασημένια γκρόσια, τα σολδία και τα χρυσά δουκάτα της Βενετίας. Η Γλαρέντζα διέκοψε την κοπή τορνέσιων στα χρόνια του Ροβέρτου του Τάραντα (1346-1364) ως ηγεμόνα της Αχαΐας, λόγω παρακμής του πριγκιπάτου και της γενικευμένης χρήσης των βενετσιάνικων τορνεζέλι.ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.......

ΤΟ ΠΡΙΓΚΙΠΑΤΟ ΤΟΥ ΜΟΡΙΑ ΚΑΙ Η ΚΑΛΑΜΑΤΑ[ΜΕΡΟΣ Α΄]

Το Πριγκιπάτο του Μοριά και η Καλαμάτα

Το Πριγκιπάτο του Μοριά και η Καλαμάτα (α' μέρος)

Του καθηγητή Πέτρου Θέμελη

Στα χρόνια της 4ης Σταυροφορίας, πριν από την άλωση της Πόλης το 1204, ντόπιες οικογένειες του Μοριά όριζαν μεγάλες εκτάσεις γης που τις διοικούσαν ως ανεξάρτητοι τοπικοί τύραννοι. Μεγάλο μέρος της Μεσσηνίας ανήκε τότε στις οικογένειες των Βρανάδων και των Καντακουζηνών. Ο ιστορικός Νικήτας Ακομινάτος ή Χωνιάτης, αδελφός του λόγιου μητροπολίτη Αθηνών Μιχαήλ Ακομινάτου (1140-1220), σημειώνει γενικά ότι οι άρχοντες αυτοί -με παράδειγμα προς αποφυγήν τον αυθέντη της Ναυπλίας Λέοντα Σγουρό- ήταν υπεύθυνοι για τα δεινά των κατοίκων και την υποταγή στους Φράγκους. Το Πριγκιπάτο του Μοριά και η Καλαμάτα (α' μέρος)Η Μεθώνη υπήρξε κατά καιρούς άντρο πειρατών. Η Κορώνη φημιζόταν για τη μεγάλη ποσότητα λαδιού που έβγαζε. Οι Μανιάτες (ο λαός της Μάινας) δεν είχαν καθόλου καλή φήμη, ενώ η Καλαμάτα θεωρείτο ανέκαθεν πόλη με εύφορη ενδοχώρα αλλά αδύναμο κάστρο. Με το όνομα Καλαμάτα και Καλο(μ)μάτα γνώρισαν την αρχαία πόλη των Φαρών οι Φράγκοι κατακτητές του Μοριά το 1209.
Μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1204 και τη συνθήκη της μοιρασιάς που ακολούθησε, οι Βενετσιάνοι κατάφεραν μεταξύ άλλων να κρατήσουν το μερίδιό τους στην Πελοπόννησο, δηλαδή την επαρχία της Λακεδαιμονίας, τα Καλάβρυτα, τις περιοχές της Πάτρας και Μεθώνης με τις ιδιοκτησίες των οικογενειών Βρανά και Καντακουζηνού. Ο Μπάλντουιν (Baldwin), κόμης της Φλάνδρας, έγινε αυτοκράτορας της Λατινικής Αυτοκρατορίας της Ρωμανίας, ενώ οι σταυροφόροι με αρχηγό τον Βονιφάτιο (Boniface), μαρκήσιο του Μομφεράτου, πήραν ως μερίδιο το Βασίλειο της Θεσσαλονίκης, τις ελληνικές επαρχίες της Ανατολής και «το νησί της Ελλάδος», δηλαδή την Πελοπόννησο. 
ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ ΤΩΝ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΩΝ
Ο Βονιφάτιος ξεκίνησε το φθινόπωρο του 1204 να καταλάβει τις ελληνικές κτήσεις του, συνοδευόμενος από ομάδες σταυροφόρων διαφόρων εθνικοτήτων, που προσδοκούσαν την κατοχή τιμαρίων. Ανάμεσά τους ξεχώριζε ο Γκιγιόμ ντε Σαμπλίτ (Guillaume de Champlitte), υποκόμης της Ντιζόν, καταγόμενος από το χωριό Σαμπλίτ της Φρανς-Κοντέ στη Βουργουνδία, επονομαζόμενος και Καμπανίτης (Le Champenois) από τον παππού του κόμη της Καμπανίας. Τονίζουμε τη σχέση του Σαμπλίτ με την Καμπανία, γιατί την περίοδο της ρωμαιοκρατίας η ελίτ της αρχαίας Μεσσήνης -ιδιαίτερα η πανίσχυρη οικονομικά μεσσηνιακή οικογένεια των Σαιθιδών- είχε κτήσεις στην Καμπανία· μάλιστα ένας γόνος της οικογένειας, ο Τιβέριος Κλαύδιος Φροντίνος Nικήρατος επονομαζόταν Καμπανός. 
Οι υπόλοιποι σταυροφόροι ήταν ο Βουργούνδιος Οθων ντε λα Ρος (Otho de la Roche), ο Φλαμανδός Ιάκωβος ντ’ Αβέν (Jacques d’ Avesnes) και τα ανίψια του Ιάκωβος και Νικόλαος ντε Σεντ-Oμέρ (Jacues, Nicolas de Saint-Omer, ο Μπέρτολντ φον Κατσενελεμπόγκεν (Berthold von Katzenellenbogen) από τη Ρηνανία, ο μαρκήσιος Γουλιέλμος Παλαβιτσίνο (Guglielmo Pallavicino) από τα περίχωρα της Πάρμας, ο Θωμάς ντ' Οτρεμανκούρ (Thomas d' Autremencourt) και ο Ραμπάνο ντάλε Κάρτσερι (Ravano dalle Carceri) από τη Βερόνα. 
Ο Βονιφάτιος του Μομφεράτου ανέθεσε στον Γκιγιόμ ντε Σαμπλίτ την κατάληψη της Πελοποννήσου, γιατί ο ίδιος ήταν αναγκασμένος να επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη προκειμένου να υπερασπιστεί τα βόρεια σύνορά της ενάντια στους Βουλγάρους. Σε μια καίρια μάχη κρίθηκε η τύχη ολόκληρης της Πελοποννήσου: 
Οι Βυζαντινοί με επικεφαλής τον Μιχαήλ Δούκα Κομνηνό, ιδρυτή αργότερα του Δεσποτάτου της Ηπείρου, παρέταξαν ενάντια στους Φράγκους κατοίκους από τα χωριά του Λάκκου στρατιωτικές δυνάμεις από το Νίκλι (Τεγέα), τη Βελιγοστή και τη Σπάρτη, καθώς και τους Σλάβους του Πενταδάκτυλου. Παρασύρθηκαν από τους Φράγκους στην ανοιχτή πεδιάδα της Μεσσηνίας, όπου αναγκάστηκαν να δώσουν την αποφασιστική μάχη και ηττήθηκαν κατά κράτος. Σύμφωνα με το «Χρονικό του Μορέως», η μάχη δόθηκε στους «Κηπησκιάνους, όπου το κράζουν όνομα στον Κούντουραν ελαιώνα» (στ. 1723-1724). 
(Δεν γνωρίζω πού ακριβώς βρίσκονται οι «Κηπησιάνοι» και ο ελαιώνας στον Κούντουρα. Παρακαλώ τους γνώστες της μεσσηνιακής τοπογραφίας και των τοπωνυμίων να με ενημερώσουν, ει δυνατόν).
ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ, ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΤΡΑΓΩΔΙΕΣ
Τα κάστρα της Καλαμάτας και -κυρίως- της Αρκαδιάς, της σημερινής δηλαδή Κυπαρισσίας, σε αντίθεση με όλα τα άλλα της Πελοποννήσου άντεξαν αρκετό καιρό πριν πέσουν στα χέρια του Γκιγιόμ ντε Σαμπλίτ και του συμμάχου του Γοδεφρείδου Βιλεαρδουίνου (Geoffroy de Ville-hardouin) που καταγόταν και αυτός από χωριό της Καμπανίας, συγκεκριμένα το Αρντουέν (Hardouin), ευρισκόμενο μεταξύ Βαρ και Αρκίς-σιρ-Ομπ. Ο Γοδεφρείδος είχε προσορμιστεί στη Μεθώνη της Πελοποννήσου ερχόμενος από την Παλαιστίνη, όπου είχε μεταβεί για προσκύνημα τον Μάιο του 1203. Ηταν ανιψιός του ομώνυμου χρονικογράφου και στρατάρχη της Καμπανίας Γοδεφρείδου Βιλεαρδουίνου, ο οποίος είχε συμβάλει αποφασιστικά στην κατάληψη της Κωνσταντινούπολης το 1204· για τον λόγο αυτό ο ανιψιός είχε γίνει ασμένως δεκτός στο στρατόπεδο του Βονιφάτιου στη Ναυπλία, το Φεβρουάριο του 1205.  
Στην πολιορκία της Κορίνθου, ο σκληρός τύραννος Λέων Σγουρός αντιστάθηκε και κράτησε το κάστρο του Ακροκόρινθου ως το 1208, όταν ευρισκόμενος σε απόγνωση γκρεμίστηκε έφιππος από το μεγαλόπρεπα τείχη. Ενας μόνο πολεμιστής αντιστάθηκε με θαυμαστή γενναιότητα, κατά την παράδοση, στο μικρό κάστρο του Αράκλοβου. Αυτός ήταν ο Δοξαπατρής Βουτσαράς, ο ηρωισμός του οποίου εξυμνήθηκε στο μεσαιωνικό έμμετρο χρονικό, γνωστό ως «Χρονικό  του Μορέως», και πήρε μυθικές διαστάσεις. Η κόρη του, Μαρία Δοξαπατρή, προτίμησε να αυτοκτονήσει πέφτοντας από το κάστρο, παρά να μετατραπεί σε παλλακίδα του κατακτητή - όπως έπραξαν αργότερα οι Σουλιώτισσες. Εγινε μάλιστα ηρωίδα μιας νεοελληνικής τραγωδίας που συνέγραψε ο Δημήτριος Βερναρδάκης το 1859. 
Η ΚΑΛΑΜΑΤΑ ΚΕΝΤΡΟ ΓΑΛΛΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
Tο 1209 ο ντε Σαμπλίτ αναγκάστηκε να αναχωρήσει για τη Γαλλία προκειμένου να διεκδικήσει τη βουργουνδική κληρονομιά του, μετά το θάνατο του αδελφού του Λουδοβίκου (Louis). Παραχώρησε την Καλαμάτα και την Αρκαδιά (Κυπαρισσία) στον Γοδεφρείδο Bιλεαρδουίνο και όρισε τον ανιψιό του Ούγκο (Hughes de Champlite) βάιλο του νεοσύστατου πριγκιπάτου της Αχαΐας. Διασχίζοντας την Απουλία στο ταξίδι του για τη Γαλλία αρρώστησε και πέθανε. Την ίδια χρονιά απεβίωσε και ο ανιψιός του Ούγκο. 
“Βάιλος της Aχαΐας και Ηγεμόνας” αυτοδιορίστηκε τελικά ο Γοδεφρείδος Βιλεαρδουίνος. Πρωτεύουσα της βαρονίας του ήταν η Aνδραβίδα (Andreville), όμως ο ηγεμόνας έμενε συχνότερα στην Kαλαμάτα. Η μικρή αυτή παραλιακή πόλη ασκούσε ιδιαίτερη γοητεία σε όλους γενικά τους Βιλεαρδουίνους, οι οποίοι τη θεωρούσαν κοιτίδα και γενέτειρά τους. 
Η Καλαμάτα αναδείχτηκε σταδιακά σε κέντρο Γάλλων διανοούμενων και σε γαλλική παροικία αριστοκρατικών οίκων που συμπεριφέρονταν με ιπποτικούς τρόπους. Ολόκληρη η ελληνογαλλική κοινωνία της πόλης είχε αναπτυχθεί οικονομικά και πνευματικά, με παράλληλη χρήση και των δύο γλωσσών. Η Γαλλική εξακολουθεί να διδάσκεται με επιτυχία στη σύγχρονη πόλη, χάρη σε φωτισμένους δασκάλους και κυρίως δασκάλες. 
Η αγάπη των Φράγκων ιπποτών για την Καλαμάτα εκδηλώνεται και μέσα από τους στίχους του «Χρονικού του Μορέως»:
Αφ᾽ ότου εκερδήσασι την Καλαμάταν οι Φράγκοι
και είδον τον τόπον έμνοστον, απλόν, χαριτωμένον.
τους κάμπους γαρ και τα νερά, το πλήθος των λιβαδίων 
(στ. 1739-41).
ΤΟ ΑΔΥΝΑΜΟ ΚΑΣΤΡΟ
Ο Γοδεφρείδος Α´ επιδίωξε και κατάφερε, μεταξύ άλλων, να ενισχύσει την οχύρωση της Καλαμάτας με έναν εσωτερικό και έναν εξωτερικό περίβολο και να κτίσει την κατοικία του στη θέση ενός παλαιού βυζαντινού μοναστηριού. Ενσωματωμένα στον κεντρικό πύργο της οχύρωσης σώζονται κατάλοιπα του καθολικού του μοναστηριού, προγενέστερου του 13ου αιώνα, που φαίνεται ότι είχε τη μορφή σταυροειδούς ναού με τρούλο και με νάρθηκα στη δυτική πλευρά. Σώζονται τμήματα τραπεζοειδούς αψίδας στη βορειοανατολική γωνία, καθώς και ίχνη από καμάρες και τόξα στο μέσο του βόρειου, του νότιου και του δυτικού τοίχου.
Η Καλαμάτα παρέμενε ωστόσο ένα πόλισμα με αδύναμο σχετικά κάστρο, που δεν κατάφερε στη μακραίωνη ιστορική πορεία του να προβάλει σθεναρή αντίσταση στους πολιορκητές του. Το βραχώδες ύψωμα πάνω στο οποίο αρχικά οικοδομήθηκε δεν ήταν αρκετά ευρύ και ψηλό, ώστε να δεσπόζει στη γύρω περιοχή και να παρέχει στους ενοίκους του πλήρη ασφάλεια, καθώς και τη δυνατότητα να αντέχουν σε μακροχρόνιες πολιορκίες. Γι' αυτόν άλλωστε το λόγο δεν ανακαινίστηκε ποτέ ριζικά, σύμφωνα με τους νέους κανόνες της αμυντικής τεχνικής, ώστε να αντέχει στις οβίδες του πυροβολικού: Οι Βενετσιάνοι κατεδάφισαν τις πύλες, τους προμαχώνες και τα παραπέτα το 1685, άλλαξαν εντούτοις γρήγορα γνώμη και ξαναέκτισαν τον εξωτερικό περίβολο γύρω στο 1700· κατασκεύασαν μάλιστα και νέα αψιδωτή είσοδο που σώζεται ακόμη σήμερα, με ανάγλυφο που εικονίζει το Λιοντάρι του Αγίου Μάρκου, σύμβολο της Bενετίας, πάνω από την καμάρα της.  
Η «ΜΕΓΑΛΗ ΚΟΥΡΤΗ» ΚΑΙ ΟΙ 12 ΒΑΡΟΝΙΕΣ
Ο Γοδεφρείδος Βιλεαρδουίνος κατένειμε το πριγκιπάτο της Αχαΐας σε 12 βαρονίες, οι βαρόνοι των οποίων συγκροτούσαν την «Μεγάλη Κούρτην» (Haute Courte), με άλλα λόγια την Αυλή, όπως ονομαζόταν το ανώτατο συμβούλιο της Ηγεμονίας του Μοριά, δηλαδή του Πριγκιπάτου της Αχαΐας. Οι βαρονίες, στις οποίες υπάγονταν 120 περίπου ιπποτικά φέουδα (τιμάρια), ήταν οι εξής: 
1) Της Ακοβας (αλλιώς Ματαγκριφόν), κοντά στη Δημητσάνα, 2) της Λακεδαιμονίας με το κάστρο του Πασσαβά κοντά στο Γύθειο, 3) της Βοστίτσας στο Αίγιο, 4) των Καλαβρύτων, 5) της Καρύταινας, 6) της Χαλανδρίτσας, νότια των Πατρών, 7) της Βελιγοστής, κοντά στη Μεγαλόπολη, 8) του Νικλίου στην Τεγέα, 9) του Γερακίου, δυτικά του Πάρνωνα, 10) των Πατρών, 11) της Καλαμάτας και της Αρκαδιάς στην Κυπαρισσία, φέουδα των Βιλεαρδουίνων, και 12) της Γρίτσενας, στις χαράδρες της ορεινής χώρας γύρω από την Καλαμάτα, που τη φύλαγε ο βαρόνος Λουκάς του «Ντετζεπρουντέ» στην περιοχή Λάκκων της Μεσσηνίας. Το επίθετό του αποδίδει πιθανότατα στα ελληνικά το φράγκικο επώνυμο «de Charpigny». Ορίστηκαν επίσης τότε 6 εκκλησιαστικοί βαρόνοι με βάση την ελληνική εκκλησιαστική τάξη: της Ωλένης με έδρα την Ανδραβίδα, της Μεθώνης, της Κορώνης, της Βελιγοστής (Μεγαλόπολης), των Αμυκλών (Νυκλίου) και της Λακεδαιμονίας (La Cremonie) - στους οποίους δόθηκαν από 4 τιμάρια. Eπικεφαλής είχαν τον Λατίνο αρχιεπίσκοπο της Πάτρας και έξαρχο της Αχαΐας Αντελμο του Κλινί (Antelme de Cluny), ο οποίος κατείχε 8 ιπποτικά τιμάρια. Ο ίδιος ο Γοδεφρείδος κράτησε για τον εαυτό του την ενδέκατη βαρονία, στην οποία ανήκαν, όπως σημειώσαμε, τα τιμάρια της Καλαμάτας και της Αρκαδιάς (Kυπαρισσίας). 
ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΗΣ ΣΑΠΙΕΝΤΖΑΣ ΚΑΙ ΚΙΣΤΕΡΚΙΑΝΕΣ ΜΟΝΕΣ
Τον Ιούνιο του 1209, ο Δόγης Πιέτρο Τζιάνι (Pietro Ziani) έστειλε τον νέο διοικητή της Μεθώνης Ραφαέλε Γκόρο (Raffaele Goro) στο νησί της Σαπιέντζας, όπου υπήρχε ένα σημαντικό μοναστήρι του Τάγματος των Βενεδικτίνων -κατά την άποψη του Ανδρέα Νανέττι-, για να λύσουν τις εδαφικές διαφορές τους με τον Γοδεφρείδο Βιλεαρδουίνο. Εκεί υπογράφηκε η γνωστή «Συνθήκη της Σαπιέντζας», παρουσία του πρωτοβεστιάριου της αυτοκρατορικής αυλής Cοnon di Béthune και του Guy d’ Henruel που εκπροσωπούσε τον ίδιο τον Λατίνο αυτοκράτορα της Ρωμανίας στην Κωνσταντινούπολη, Ερρίκο ντ' Ενό (Enri d’ Hainaut, 1206-1216). 
Σύμφωνα με την συνθήκη, οι Ενετοί κρατούσαν τη Μεθώνη με τη Σαπιέντζα, καθώς και την Κορώνη με τα διοικητικά τους διαμερίσματα, ενώ ο Βιλεαρδουίνος παρέμενε ηγεμόνας ολόκληρης της Πελοποννήσου. Εδωσε όρκο αιώνιας πίστης στον δόγη της Βενετίας και τους διαδόχους του και ανέλαβε την υποχρέωση να στέλνει κάθε χρόνο 3 μεταξωτά χρυσοκέντητα παραπετάσματα, δύο για την εκκλησία του Αγίου Μάρκου της Βενετίας και ένα για το παλάτι του δόγη. 
Παραδίδεται επίσης ότι ο Γοδεφρείδος, όπως και ορισμένοι βαρόνοι της Αχαΐας, πήραν υπό την κατοχή τους τη γη των εκκλησιών και εξανάγκασαν τους κληρικούς να πληρώνουν ετήσιο φόρο. Ο πάπας Ιννοκέντιος Γ´ (1198-12160) δυσαρεστήθηκε σφόδρα όταν πληροφορήθηκε το γεγονός. Ο Γοδεφρείδος, προκειμένου να βελτιώσει τις σχέσεις του με τον πάπα, του πρότεινε το 1210 να χτίσει στην Πάτρα μοναστήρι θυγατρικό του κιστερκιανού Μοναστηριού της Οτκόμπ (Hautecombe) της Σαβοΐας. Δεν είναι γνωστό αν χτίστηκε το μοναστήρι, κάποιος μοναχός πάντως της Οτκόμπ ήταν το 1212 ηγούμενος μοναστηριού στην Ελλάδα. 
Ο Λατίνος αρχιεπίσκοπος της Πάτρας Αντελμος ενθάρρυνε οπωσδήποτε την εγκατάσταση Γάλλων μοναχών στην Πελοπόννησο, συμπεριλαμβανομένων και μοναχών από τη Μονή Hautecombe. Το Τάγμα των Κιστερκιανών είχε ιδρυθεί το 1098 στο Σιτό (Citeaux) της Γαλλίας από τον Ρομπέρ ντε Μολέμ (Robert de Molesme) και εικοσιέναν μοναχούς ερημίτες.
ΘΡΗΝΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΝΕΤΟ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟ ΗΓΕΜΟΝΑ
Ο Γοδεφρείδος νυμφεύθηκε την Ελισάβετ ντε Σαπ (de Chappes) και απέκτησε μαζί της μια κόρη, την Αλίκη, και δύο γιους, τον Γοδεφρείδο Β' και τον Γουλιέλμο. Το 1217 ο Γοδεφρείδος Β΄, ο μεγαλύτερος γιος του Γοδεφρείδου Α´, παντρεύτηκε την Αγνή, κόρη του Πέτρου ντε Κουρτενέ (de Courtenay) και της Γιολάντας της Οσέρ (Auxerre). Ο Ροβέρτος ντε Κουρτενέ, αδελφός της Αγνής και διάδοχος του αποθανόντος αυτοκράτορα Πέτρου, αναγνώρισε την ίδια χρονιά και επίσημα τον Γοδεφρείδο ως ηγεμόνα της Αχαΐας, όταν πια ο τελευταίος βρισκόταν στη δύση του βίου του.Ο Γοδεφρείδος Βιλεαρδουίνος πέθανε το 1228 - και τότε μέγας θρήνος ξέσπασε ανάμεσα τους Ελληνες του Μοριά, γιατί ήταν συνετός και δίκαιος αφέντης, τον θεωρούσαν όλοι δικό τους πατέρα. Εκτός από την πολεμική δεινότητα που διέθετε, ήταν άνθρωπος με κάποια μόρφωση και είχε ευαισθησίες. Εγραψε μάλιστα και στίχους ποιημάτων που σώθηκαν. Είχε προφανώς κληρονομήσει ορισμένες από τις αρετές του θείου του Γοδεφρείδου, στρατηγού της Ρωμανίας και χρονικογράφου της 4ης Σταυροφορίας. Ενταφιάστηκε στην αγαπημένη του παραθαλάσσια πόλη Καλαμάτα.ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.....


Τετάρτη 11 Μαΐου 2011

Η ΚΥΠΡΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΗΣ Γ΄ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑΣ....

ΜΕΡΙΚΟΙ ΦΡΑΓΚΟΙ ΑΠΟΣΤΑΤΕΣ ή αρνησίθρησκοι, αναφέρεται ότι ήσαν εκείνοι που διενήργησαν την επόμενη κατά της Κύπρου επιδρομή, που συνέβη το 1191, πιθανότατα κατά το μήνα Απρίλιο.


Την πληροφορία έχουμε από ανατολική πηγή, τον Beha-ed-din ibn Shaddad (στο κείμενό του στο Historiens Orientaux, III, p.213, πρβλ.George Hill, A History of Cyprus, I,1972, p. 315). Ο συγγραφέας της είδησης αυτής λέγει ότι είχε πληροφορηθεί τα γεγονότα από επιστολή που είχε σταλεί από την Αντιόχεια νωρίς το Μάιο του 1191, συνεπώς η επιδρομή θα πρέπει να συνέβη λίγο πιο πριν. Αυτοί οι Φράγκοι, που αναφέρονται ως αρνησίθρησκοι, θα πρέπει να ήσαν μέλη κάποιας ομάδας που όχι μόνο επεβίωσε και παρέμεινε στη Συρία μετά την πτώση των Σταυροφορικών κρατών, αλλά συνεργάζονταν κιόλας με τους Μουσουλμάνους. 'Εχοντας στη διάθεσή τους μερικά καράβια, αυτοί οι Φράγκοι, των οποίων ο αριθμός δεν αναφέρεται, επέδραμαν στην Κύπρο από τη Λαοδίκεια. Αποβιβάστηκαν σε κάποια περιοχή του νησιού, κατά την ημέρα εορτής (πιθανώς του Πάσχα;) και αναμίχθηκαν με το πλήθος των Κυπρίων που πανηγύριζε σε " κάποια εκκλησία κοντά στη θάλασσα". Και ξαφνικά επετέθησαν κατά του ανυποψίαστου πλήθους, συλλαμβάνοντας πολλούς αιχμαλώτους. Αφού λεηλάτησαν και την περιοχή, αναχώρησαν για τη Λαοδίκεια, μεταφέροντας μαζί τους πολλά λάφυρα και πολλούς αιχμαλώτους, κυρίως γυναίκες.



Ωστόσο φαίνεται ότι το επεισόδιο αυτό ήταν μεμονωμένο και χωρίς ιδιαίτερη σημασία, ένα από τα πολλά παρόμοια που συνέβαιναν συχνά, ιδίως λόγω της μόνιμης δραστηριότητας των πειρατών στην ανατολική Μεσόγειο.



Στο μεταξύ όμως, ενώ συνέβαιναν αυτά ο πραγματικός για την Κύπρο κίνδυνος έπλεε ήδη προς τα ανατολικά: ο βασιλιάς της Αγγλίας Ριχάρδος Α' αναχώρησε με το στόλο του από τη Σικελία, στις 10 Απριλίου, 1191, με προορισμό τους Αγίους Τόπους.



Η τρίτη Σταυροφορία είχε κηρυχθεί αμέσως μετά την πτώση της Ιερουσαλήμ στα χέρια του Σαλαντίν, από τον πάπα Γρηγόριον Η'(που μόλις είχε διαδεχθεί τον αποθανόντα Ουρβανόν Γ'). Ωστόσο καθυστέρησε αρκετά να πραγματοποιηθεί, κυρίως λόγω διαφορών μεταξύ των κυριοτέρων βασιλιάδων της Ευρώπης (του Φιλίππου Β' Αυγούστου της Γαλλίας, του Φρειδερίκου Α' Βαρβαρόσσα της Γερμανίας και του Ριχάρδου Α' της Αγγλίας). Η άμεση ανταπόκριση μερικών άλλων (όπως ο Γουλιέλμος Β' της Σικελίας, που σταμάτησε τις εχθροπραξίες με τους Βυζαντινούς και έστειλε δυνάμεις του στους αγίους τόπους, αλλά πέθανε το 1189, καθώς και καράβια από τη Δανία, τη Φλάνδρα και αλλού) προσέφερε μικρή μεν βοήθεια στους Σταυροφόρους αλλά ικανή για να τους ενισχύσει ώστε να κρατήσουν τα ελάχιστα εδάφη που τους είχαν απομείνει στη Συροπαλαιστίνη. Στο μεταξύ ο Σαλαντίν απελευθέρωσε το βασιλιά της Ιερουσαλήμ, τον Γκυ ντε Λουζινιάν, με αντάλλαγμα την πόλη Ασκαλώνα. Ο Γκυ ντε Λουζινιάν αφού συγκέντρωσε κάποιες δυνάμεις προσπάθησε να αντεπιτεθεί με πρώτη του ενέργεια την επίθεση ενάντια στην 'Ακρα (αρχαία Πτολεμαΐδα), που όμως αντιστάθηκε και πολιορκήθηκε. Ο Γκυ ντε Λουζινιάν αντιμετώπισε και άλλα σοβαρά προβλήματα, όταν ο Κορράδος Μονφερρατικός αρνήθηκε να τον αναγνωρίσει ως βασιλιά της Ιερουσαλήμ, όταν δε σύντομα πέθανε η σύζυγος του Γκυ ντε Λουζινιάν, η περίφημη Σιβύλλα, που ήταν η πραγματική κληρονόμος του θρόνου, πολλοί τον εγκατέλειψαν για να υποστηρίξουν τον Μονφερρατικό (που στο μεταξύ είχε νυμφευθεί την Ισαβέλλα, αδελφή της Σιβύλλας). Αλλά, παρά τις μεταξύ τους διαφορές, οι Λατίνοι εξακολουθούσαν να πολιορκούν την 'Ακρα.



Ο ηλικιωμένος αυτοκράτορας της Γερμανίας Φρειδερίκος Α'(Βαρβαρόσσα) ξεκίνησε πρώτος από την Ευρώπη, επικεφαλής στρατού 30.000, δια ξηράς. Αφού, όχι χωρίς πολλές περιπέτειες, διαφωνίες, ακόμη και συγκρούσεις, πέρασε από τα εδάφη των Βυζαντινών, διέσχισε τη Μικρά Ασία, συγκρουόμενος και προς τους Σελτζούκους Τούρκους, τελικά όμως ο ίδιος πνίγηκε στο μικρό ποταμό Καλλίκανδο, πέφτοντας από το άλογό του στο νερό (στις 10 Ιουνίου 1190). Ο στρατός του όμως συνέχισε την πορεία, δίνοντας σκληρές μάχες, μέχρι που έφθασε στη Συρία, και συνενώθηκε με τους άλλους Σταυροφόρους.



Ο Φίλιππος Β' Αύγουστος της Γαλλίας, που συνεχώς βρισκόταν σε σύγκρουση με τον Ριχάρδο Α' της Αγγλίας, ξεκίνησε με καράβια από τη Σικελία στις 30 Μαρτίου 1191 και έφθασε λίγο αργότερα στην 'Ακρα. Ο Ριχάρδος Α' είχε διαχειμάσει στη Σικελία (αν και είχε ξεκινήσει την εκστρατεία μαζί με τον Φίλιππο Β', από τη Γαλλία τον Ιούνιο του 1190). Στη Σικελία αρραβωνιάστηκε τη Βερεγγάρια της Ναβάρρας (κόρη του Σάντσο Στ' του Σοφού, βασιλιά της Ναβάρρας [ Ισπανίας]) που την πήρε μαζί του στην εκστρατεία, όπως και την αδελφή του, την Ιωάννα της Σικελίας σύζυγο του αποθανόντος ήδη βασιλιά της Σικελίας Γουλιέλμου Β').



Ο Ριχάρδος Α' ξεκίνησε τελικά τελευταίος. Αναχώρησε με το στόλο του από τη Σικελία στις 10 Απριλίου 1191. 'Εφθασε δε στους Αγίους Τόπους με ακόμη περισσότερη καθυστέρηση, αφού καθ' οδόν αποφάσισε να κατακτήσει την Κύπρο...



Οι υπάρχουσες μαρτυρίες αφήνουν να νοηθεί ότι η κατάσταση στην Κύπρο από τον Ριχάρδο Α' της Αγγλίας, είχε ξεκινήσει από ένα τυχαίο περιστατικό: την ακούσια άφιξη στο νησί της αρρβωνιαστικιάς του Βερεγγάριας της Ναβάρρας και της αδελφής του Ιωάννας της Σικελίας, προς τις οποίες ο Ισαάκιος Κομνηνός δεν είχε συμπεριφερθεί ιπποτικά.



Μπορούμε, όμως, να δεχθούμε ασυζητητί αυτήν την άποψη περί του τυχαίου;



Νομίζουμε πως όχι. Οι εκστρατεύοντες Σταυροφόροι είχαν και τα σχέδια και την πολιτική τους. 'Οπως είχαν εξελιχθεί τα γεγονότα στη Συροπαλαιστίνη, με την αντεπίθεση του Σαλαντίν, η Κύπρος ασφαλώς φαινόταν τώρα πολύ περισσότερο χρήσιμη για τους Σταυροφόρους. Θα ήταν η επόμενη " θέση υποχώρησης" των δυνάμεών τους, εάν ερρίχνοντο τελικά στη θάλασσα από τον Σαλαντίν, αλλά και μια σταθερή γι' αυτούς βάση, όπως και σημείο ανεφοδιασμού, δεδομένου του γεγονότος ότι σχεδόν ολόκληρη η Συροπαλαιστίνη (στην οποία διεξάγονταν στρατιωτικές επιχειρήσεις) βρισκόταν υπό την κατοχή των αντιπάλων τους. Εξάλλου η Κύπρος, διαχωρισμένη ήδη τώρα από τη Βυζαντινή αυτοκρατορία, χάρη στον Ισαάκιο Κομνηνό, αποτελούσε ευκολότερη λεία για τους Σταυροφόρους. Από την άλλη, τα αντιλατινικά αισθήματα του Ισαάκιου Κομνηνού, ακόμη και κάποια πιθανή συμφωνία του που λεγόταν ότι είχε κάμει με τον Σαλαντίν και που μάλλον θα προέβλεπε τουλάχιστον την μη παροχή οποιωνδήποτε διευκολύνσεων προς τους Σταυροφόρους, ασφαλώς δεν ήταν δυνατό να αγνοηθούν από αυτούς, ιδίως εκείνη τη στιγμή κατά την οποία τόσο πολύ πιέζονταν στην Συρία. Τέλος, η προοπτική της εξασφάλισης κέρδους από τα πλούτη της Κύπρου για πολλούς από τους Σταυροφόρους που πρόσβλεπαν και στη λεηλασία και λαφυραγωγία, δε θα πρέπει να παραβλέπεται. Γενικότερα, οι Σταυροφορίες είχαν μεν περιβληθεί με τη θρησκευτική αίγλη ενός "ιερού πολέμου" κατά των απίστων που "βεβήλωναν" τους αγίους τόπους, αλλά στην πραγματικότητα απέβλεπαν στην κατάκτηση νέων εδρών, στην ευρωπαϊκή εξάπλωση προς την ανατολή, στην ισχυρή παρουσία των Λατίνων στην περιοχή, που θα διασφάλιζε - μεταξύ άλλων - τον έλεγχο των μεγάλων εμπορικών οδών ανατολής - δύσης και φυσικά θα εξασφάλιζε πολύ σημαντικά κέρδη. Σε αυτό το πλαίσιο της προσπάθειας των Λατίνων, η καίρια γεωγραφική θέση της Κύπρου δεν μπορούσε να αγνοηθεί.



Νομίζουμε, λοιπόν, ότι ο Ριχάρδος Α' είχε, εξαρχής, αναλάβει την αποστολή να κατακτήσει την Κύπρο καθ' οδόν προς τους αγίους τόπους, και ότι τα λίγα καράβια του που αφίχθησαν πρώτα στο νησί, δεν είχαν φθάσει τυχαία για να ναυαγήσουν ή να εξωκείλουν στα νερά της Λεμεσού. Αντίθετα, η Κύπρος θα είχε, πιθανότατα, οριστεί ως ο τόπος συγκέντρωσης των καραβιών, σε περίπτωση διασκορπισμού του αγγλικού στόλου στη θάλασσα, πράγμα που συνέβη.



Την πληροφορία για πιθανή συμμαχία ή συμφωνία μεταξύ Ισαάκιου Κομνηνού και Σαλαντίν, που προέβλεπε τη μη παροχή διευκολύνσεων εκμέρους της Κύπρου στους σταυροφόρους (περιλαμβανομένης της άρνησης για προμήθεια εφοδίων προς αυτούς), έχουμε τον Ambroise d' Evreux (V, 1389). Ο Ambroise (Αμβρόσιος) ήταν Νορμανδός λόγιος - ποιητής, που είχε συνοδεύσει ως ραψωδός τον Ριχάρδο Α' κατά την τρίτη σταυροφορία. Το σχετικό έργο του, ένα εκτενές ποίημα 12.000 στροφών που σώθηκε σε ένα αγγλονορμανδικό χειρόγραφο (που δεν ήταν το αρχικό, πάντως), φέρει το χαρακτηριστικό τίτλο: Estoire de la Guerre Sainte (= Ιστορία του ιερού πολέμου). Χρησιμοποιήθηκε δε σαν βασική πηγή περί της εκστρατείας του Ριχάρδου Α'(Itinerarium Regis Richardi).



Αλλά και ο Guillaume le Breton (στο έργο του Philippis, πρβλ. George Hill, A History of Cyprus, I,1972, p.317) διασώζει την πληροφορία ότι ο Ισαάκιος Κομνηνός είχε εκδόσει διαταγές σύμφωνα προς τις οποίες δε θα έπρεπε να επιτρέπεται σε κανένα από τα καράβια των σταυροφόρων να προσεγγίσουν οποιοδήποτε από τα λιμάνια της Κύπρου. Το μέτρο αυτό είχε ληφθεί, πιθανότατα, προς υλοποίηση της συμφωνίας μεταξύ του Ισαάκιου Κομνηνού και του Σαλαντίν. Αλλά είναι επίσης πολύ πιθανόν ότι ο Ισαάκιος προσπαθούσε, με τέτοιους τρόπους να κρατήσει την Κύπρο έξω από την πορεία των σταυροφόρων - ή, ορθότερα, να κρατήσει τους σταυροφόρους μακριά από την Κύπρο - φοβούμενος για εκτεταμένες λεηλασίες και άλλα παρόμοια από αυτούς, εάν αφήνονταν να περνούν από το νησί. Οι προηγούμενες διελεύσεις των σταυροφόρων από τα εδάφη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, αποτελούσαν συγκλονιστική εμπειρία.



Ο Ριχάρδος Α' αναχώρησε με το στόλο του από τη Σικελία, όπως σημειώσαμε ήδη, στις 10 Απριλίου 1191. Σύντομα συνάντησε θαλασσοταραχή που σκόρπισε τα καράβια του. Μερικά απ' αυτά, περιλαμβανόμενου κι εκείνου στο οποίο βρισκόταν ο ίδιος, πέρασαν από την Κρήτη όπου και παρέμειναν για μια μέρα και στη συνέχεια έπλευσαν στη Ρόδο όπου και στάθμευσαν για άλλες δέκα μέρες. 'Αλλα από τα καράβια του συνέχισαν την πορεία τους στη θάλασσα και προσέγγισαν στην Κύπρο. Δύο από αυτά ναυάγησαν κοντά στις νότιες ακτές του νησιού και πολλοί από τους επιβαίνοντες σ' αυτά πνίγηκαν. Μεταξύ των πτωμάτων, που τα κύματα εξέβρασαν στην ακτή, ήταν και εκείνο του καγκελλάριου (ή αντικαγκελλάριου) του Ριχάρδου Α', του Rogerus Malus Catulus (ο George Hill, ό.π.π.p.317, τον αναφέρει ως Roger Malcael ή Malchiel, που φορούσε στο λαιμό του τη βασιλική σφραγίδα, την οποία πήρε αργότερα πίσω ο 'Αγγλος βασιλιάς από τον Κύπριο χωρικό που την είχε αφαιρέσει από το πτώμα).



Στην Κύπρο έφθασε και το καράβι στο οποίο βρισκόταν η αρραβωνιαστικιά του Ριχάρδου Βερεγγάρια και η αδελφή του Ιωάννα. Το καράβι αγκυροβόλησε στον όρμο της Λεμεσού, ενώ στην περιοχή είχε σπεύσει στο μεταξύ και ο Ισαάκιος Κομνηνός, επικεφαλής στρατιωτικής δύναμης. 'Οσοι από τους ναυαγούς των δύο άλλων καραβιών σώθηκαν και βγήκαν στη στεριά, συνελήφθησαν από τον Ισαάκιο και φυλακίσθηκαν. Οι δύο υψηλές κυρίες δε βγήκαν στη στεριά αλλά παρέμειναν στο αγκυροβολημένο καράβι τους. Ο Ισαάκιος τις κάλεσε να αποβιβαστούν, αλλά εκείνες αρνήθηκαν, φοβούμενες ότι ίσως θα τις συνελάμβανε και ζητούσε την καταβολή λύτρων για απελευθέρωσή τους - πράγμα που συνηθιζόταν. Ωστόσο ζήτησαν από το "βασιλιά" της Κύπρου την άδεια να εφοδιάσουν με νερό το καράβι τους και να συνεχίσουν την πορεία τους στους αγίους τόπους. Ο Ισαάκιος απέρριψε το αίτημά τους. Αναφέρεται, μάλιστα, ότι ο Ισαάκιος προσπάθησε, κινητοποιώντας δικά του καράβια να αιχμαλωτίσει το καράβι του Ριχάρδου Α', όμως εκείνο έγκαιρα απομακρύνθηκε στα ανοικτά.



Στο μεταξύ, ο ίδιος ο Ριχάρδος είχε αναχωρήσει με τον υπόλοιπο στόλο του από τη Ρόδο κι αφού ακολούθησε πορεία κατά μήκος των νοτίων ακτών της Μικράς Ασίας, αποφεύγοντας και κίνδυνο καταστροφής από τρικυμία στην περιοχή της Ατταλείας, έφθασε τελικά στον κόλπο της Λεμεσού στις 6 Μαΐου, 1191.



Πώς ακριβώς εξελίχθηκαν στη συνέχεια τα γεγονότα, δεν είναι σαφές. Μερικές πηγές (της πλευράς του Ριχάρδου Α') ισχυρίζονται ότι ο Ισαάκιος προσπάθησε να εμποδίσει την αποβίβαση των σταυροφορικών στρατευμάτων στο νησί, παρατάσσοντας κατά μήκος της ακτής τις δυνάμεις του (στις οποίες, εκτός από τους 'Ελληνες, υπηρετούσαν και αρκετοί Αρμένιοι) και δίνοντας σκληρές μάχες προς τις δυνάμεις του Ριχάρδου οι οποίες προσπάθησαν να αποβιβαστούν. Κι ότι η αποβίβαση έγινε, τελικά, ύστερα από πεισματικές συγκρούσεις. 'Αλλες πηγές ισχυρίζονται ότι οι δυνάμεις του Ριχάρδου αποβιβάστηκαν χωρίς να συναντήσουν πραγματική αντίσταση, επειδή ο Ισαάκιος, όταν είδε τα στρατεύματα να βγαίνουν στην παραλία, σε διάφορα μέρη, με μικρές φορτηγίδες (νάκκας) και να απειλούν την πόλη Λεμεσού, ενώ παράλληλα τα καράβια του 'Αγγλου βασιλιά παρέπλεαν τις ακτές, απέσυρε το δικό του στράτευμα προς τα βουνά και μάλιστα στο ορεινό χωριό Κοιλάνι. Κατά μια άλλη εκδοχή, οι δυνάμεις που αποβιβάζονταν είχαν προξενήσει σοβαρές απώλειες στο στράτευμα του Ισαάκιου και τελικά επετέθησαν αιφνιδιαστικά (;) την επόμενη αυγή (δηλαδή στις 7 ή στις 8 Μαΐου) εναντίον και του στρατοπέδου του που βρισκόταν κάπου κοντά στη Λεμεσό και προς τα ενδότερα, οπότε ο ίδιος ο Ισαάκιος σώθηκε τρεπόμενος σε φυγή προς τα ορεινά. Φεύγοντας μάλιστα ο Ισαάκιος, εγκατέλειψε και την ίδια τη χρυσοκέντητη σημαία του, την οποία ο Ριχάρδος αφιέρωσε αργότερα στο αββαείο του St. Edmundsbury (στην Ανατολική Αγγλία).



Θα πρέπει να δεχθούμε ότι πράγματι ο Ισαάκιος είχε αρνηθεί να επιτρέψει την αποβίβαση στρατευμάτων του Ριχάρδου στο νησί, ή έστω τον ανεφοδιασμό των καραβιών του. Η αποβίβαση όμως έγινε, κι αναφέρεται ότι ο 'Αγγλος βασιλιάς έδωσε εντολές στους άνδρες του να αποφύγουν να βλάψουν τους κατοίκους του νησιού. Συνελήφθησαν όμως πολλοί αιχμάλωτοι, 'Ελληνες και Αρμένιοι, από το στρατό του Ριχάρδου. Εξάλλου, μερικοί Λατίνοι έμποροι που ζούσαν στην Κύπρο, είχαν σπεύσει να καλωσορίσουν τον Ριχάρδο (μάλιστα αναφέρεται ότι τον είχαν επισκεφθεί και στο καράβι του, πριν ο ίδιος αποβιβαστεί στο νησί) και να τον πληροφορήσουν περί της τυραννικής συμπεριφοράς του Ισαακίου. Αλλά και πολλοί Κύπριοι (περιλαμβανομένων, μάλλον, και αριστοκρατών ή και πλουσίων, που είχαν υποφέρει από τον Ισαάκιο πολλά) δέχθηκαν με ικανοποίηση την άφιξη στην Κύπρο του Ριχάρδου. Ο αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων εκείνων, ο άγιος Νεόφυτος ο 'Εγκλειστος, στο κείμενό του Περί τών κατά τήν χώραν Κύπρον σκαιών, κάνει σχετική νύξη:



... Τούτων δέ ούτως εχόντων, ιδού καί Ιγκλίτερ [= 'Αγγλος] προσβάλλει τή Κύπρω, καί θάττον πρός αυτόν έδραμον πάντες. Τότε ο βασιλεύς [ =ο Ισαάκιος] έρημος εναπομείνας λαού, προύδωκε καί αυτός χερσί τού Ιγκλιτέρρων...



Ο άγιος Νεόφυτος, που ομιλεί τόσο εναντίον του Ισαάκιου όσο και εναντίον του Ριχάρδου, είναι ίσως η πιο αντικειμενική πηγή των γεγονότων. Δυστυχώς όμως δε δίνει λεπτομέρειες αλλά αντίθετα γράφει πολύ συνοπτικά. 'Οταν όμως λέγει ότι ο Ισαάκιος αναγκάστηκε τελικά να παραδοθεί στα χέρια των 'Αγγλων, αφού παρέμεινε έρημος λαού, δηλαδή χωρίς καμιά υποστήριξη εκ μέρους αυτού τούτου του λαού της Κύπρου, θα πρέπει να τον πιστέψουμε. Υποστηρίζοντας τον 'Αγγλο βασιλιά, οι Κύπριοι ήλπιζαν ότι αφ' ενός θα μπορούσαν μέσω αυτού να απαλλαγούν από την επτάχρονη σχεδόν τυραννία του Ισαακίου κι αφ' ετέρου θα είχαν την εύνοια του Ριχάρδου. Ακόμη, ίσως πίστευαν ότι τελικά ο Ριχάρδος θα έφευγε και η Κύπρος θα επανενωνόταν με τη Βυζαντινή αυτοκρατορία.



Στις 9 ή στις 10 Μαΐου, δηλαδή την τρίτη μέρα μετά την αποβίβαση, ο Ριχάρδος έστειλε μήνυμα στον Ισαάκιο, καλώντας τον σε συνάντηση και συζήτηση της κατάστασης. Κατ' άλλην εκδοχή, τη συνάντηση ζήτησε ο Ισαάκιος και απεδέχθη ο Ριχάρδος. Η διευθέτηση έγινε με τη μεσολάβηση Ιωαννιτών ιπποτών και η συνάντηση έγινε είτε στο χωριό Κολόσσι, κατά μιαν εκδοχή, είτε σε κάποιο περιβόλι στην οδό μεταξύ Λεμεσού και Κιτίου (σημερινής Λάρνακας). Το Κολόσσι φαίνεται ως πιθανότερος τόπος συνάντησης, εάν δεχθούμε ότι ο Ισαάκιος βρισκόταν ακόμη στο χωριό Κοιλάνι αντί στην πρωτεύουσα Λευκωσία.



Η συνάντηση, πάντως, των δυο πραγματοποιήθηκε με θετικά, εκ πρώτης όψεως, αποτελέσματα. Δηλαδή με κατάληξη σε μια συμφωνία, της οποίας όμως οι όροι δίνονται διαφορετικοί στις υπάρχουσες πηγές.



Αναφέρεται, συγκεκριμένα, ότι ο Ριχάρδος κάλεσε κατ' αρχήν τον Ισαάκιο να σταματήσει να αντιτίθεται στην πραγματοποίηση της Σταυροφορίας αλλά και να συμμετάσχει κι ο ίδιος σ' αυτή. Ο Ισαάκιος αρνήθηκε να πάρει μέρος στη Σταυροφορία προσωπικά, με τη δικαιολογία ότι, εάν εγκατέλειπε το νησί, οι κάτοικοι θα επαναστατούσαν - με την υποκίνηση και συμπαράσταση και του αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως - και αυτός θα έχανε την εξουσία. 'Ομως συμφώνησε να ενισχύσει τη Σταυροφορία με παραχώρηση στρατιωτικής μονάδας από 200 άνδρες ή, κατά μιαν πηγή, από 100 ιππότες και 400 ιππείς, όπως και άλλους 500 πεζούς (δηλαδή με ένα σύνολο 1.000 ανδρών). Επίσης, φάνηκε διατεθειμένος να παραχωρήσει δωρεάν εφόδια και προμήθειες στους Σταυροφόρους. Επιπλέον, προσφέρθηκε να πληρώσει αποζημιώσεις ύψους 20.000 χρυσών μάρκων (ή, Κατ' άλλην πηγή, 3.500 ασημένιων μάρκων) για τη λεηλασία των δυο καραβιών του Ριχάρδου που είχαν βουλιάξει στα νερά της Κύπρου και την κατάσχεση των υπαρχόντων εκείνων τους οποίους είχε συλλάβει. Ως εγγύηση για την τήρηση της συμφωνίας, ο Ισαάκιος προθυμοποιήθηκε να παραχωρήσει τη μονάκριβη κόρη του (το γιο του τον είχε σκοτώσει) ως όμηρο. Δεν είχε διασωθεί το όνομα αυτής της κόρης του Ισαάκιου, που παρέμεινε γνωστή ως "πριγκίπισσα της Κύπρου".



Στο μεταξύ, στις 11 Μαΐου, έφθασαν στην Κύπρο από την 'Ακρα τρία σταυροφορικά καράβια για να ενισχύσουν τις δυνάμεις του Ριχάρδου. Μετέφεραν στο νησί 160 ιππότες, της παράταξης που αντετίθετο στον Κορράδο τον Μομφερρατικό, επικεφαλής των οποίων βρισκόταν ο Γκυ ντε Λουζινιάν, ο χωρίς βασίλειο βασιλιάς της Ιερουσαλήμ, του οποίου ο οίκος (στην πόλη Λουζινιάν της Γαλλίας) ήταν υποτελής στον Ριχάρδο. 'Ισως ο Γκυ ντε Λουζινιάν και οι άλλοι νεοαφιχθέντες ιππότες να είχαν συμβάλει με τη γνώμη τους στη λήψη της απόφασης να κρατηθεί η Κύπρος από τους Σταυροφόρους, ως απαραίτητη σ' αυτούς λόγω της στρατηγικής της σημασίας. Η συνάντηση και διαπραγμάτευση μεταξύ Ριχάρδου και Ισαακίου θα πρέπει να έγινε αυτήν την ίδια μέρα, δηλαδή στις 11 Μαΐου, εφόσον αναφέρεται ότι ο Γκυ ντε Λουζινιάν παρευρισκόταν στην τελετή κατά την οποία ο Ισαάκιος Κομνηνός ορκίστηκε υποτέλεια στον 'Αγγλο βασιλιά και τήρηση των όρων που είχαν συμφωνηθεί. Στην τελετή παρευρίσκονταν και άλλοι ευγενείς που είχαν έλθει μαζί με τον Γκυ ντε Λουζινιάν από την 'Ακρα, όπως ο Βοημούνδος Γ' της Αντιοχείας, ο Ρεϋμόνδος Γ' της Τριπόλεως, ο Λέων Β', αδελφός του Ρούπεν Γ', της Μικρής Αρμενίας τον οποίο είχε διαδεχθεί από το 1185 που πέθανε, και άλλοι ακόμη που είχαν σπεύσει - μόλις αφίχθησαν στο νησί- να δηλώσουν πίστη στον 'Αγγλο βασιλιά στον οποίο και παρέδωσαν τα ξίφη τους. Επιπλέον, ο Γκυ ντε Λουζινιάν ζήτησε τη συνδρομή του Ριχάρδου για να αποκτήσει ξανά το βασίλειο της Ιερουσαλήμ.



'Ομως αργότερα την ίδια μέρα ο Ισαάκιος αποφάσισε να μην τηρήσει τίποτα από όσα συμφωνήθηκαν.



Προφανώς, όταν συναντήθηκε με τον Ριχάρδο στο στρατόπεδο των 'Αγγλων, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι δυνάμεις του δεν ήσαν τόσες πολλές κι ότι θα μπορούσε να τις πολεμήσει με επιτυχία. Μάλιστα κατά μια άποψη, ο Ισαάκιος επεδίωξε (ή δέχθηκε) να συναντηθεί με τον Ριχάρδο, ακριβώς για να διαπιστώσει πόσες ήσαν οι δυνάμεις του εχθρού του. Και τώρα, αφού αρχικά (υποκρινόμενος ή όχι) κατέληξε στη συμφωνία με τον αρχηγό των εισβολέων, έφυγε εσπευσμένα από εκεί - ή και κρυφά - και με τα υπολείμματα του στρατού του, βάδισε προς τη Λευκωσία. Ταυτόχρονα έστειλε ένα μήνυμα στον Ριχάρδο, απαιτώντας από αυτόν να αναχωρήσει αμέσως από την Κύπρο, διαφορετικά θα τον θεωρούσε ως εχθρό (και συνεπώς θα τον πολεμούσε). Κατά μια άλλη άποψη, ο Ισαάκιος υπαναχώρησε και έφυγε κρυφά από το στρατόπεδο του Ριχάρδου, επειδή είχε πληροφορηθεί από κάποιον ιππότη που λεγόταν Paganus de Cayphas, ότι ο 'Αγγλος σκόπευε να τον συλλάβει.



Την επόμενη μέρα, δηλαδή στις 12 Μαΐου 1191, ο Ριχάρδος τέλεσε το γάμο του με τη Βερεγγάρια της Ναβάρρας στη Λεμεσό, σε μια μικρή εκκλησία που ήταν αφιερωμένη στον άγιο Γεώργιο. Ταυτόχρονα, η Βερεγγάρια στέφθηκε εκεί και ως βασίλισσα της Αγγλίας, από τον John Fitz Luke, επίσκοπο του Evreux. (Δε γνωρίζουμε πού ακριβώς βρισκόταν η μικρή εκκλησία του αγίου Γεωργίου στην οποία, όπως αναφέρεται, έγινε ο γάμος του Ριχάρδου με τη Βερεγγάρια. Η επικρατούσα σήμερα παράδοση ότι το γεγονός αυτό συνέβη στο σωζόμενο φρούριο της Λεμεσού [κοντά στο παλαιό λιμάνι της πόλης] είναι λανθασμένη και εντελώς αστήρικτη. Αν και στις πηγές αναφέρεται ότι ο Ριχάρδος, όταν έφθασε στη Λεμεσό, τη βρήκε τειχισμένη, αλλά όχι με ισχυρά τείχη, το σωζόμενο σήμερα φρούριο δεν είχε κτιστεί ακόμη, ο Στέφανος Λουζινιανός λέγει ότι το φρούριο κτίστηκε από τον Γκυ ντε Λουζινιάν [το 1192-1194], ενώ ο Φλώριος Βουστρώνιος λέγει ότι κτίστηκε από τους Ναΐτες [το 1191-1192]. Οποιανδήποτε των δύο απόψεων κι αν δεχθούμε, βλέπουμε ότι ο Ριχάρδος βρέθηκε στην Κύπρο, συνεπώς δεν ήταν δυνατό να τελέσει σ' αυτόν το γάμο του).



Στο μεταξύ κατέπλευσαν στον όρμο Λεμεσού και μερικά άλλα καράβια του στόλου του Ριχάρδου, που αριθμούσε τώρα συνολικά 40 γαλέρες και άλλα 60 καράβια που μετέφεραν πολεμικά άλογα, στρατό και διάφορα εφόδια. Στο στόλο του Ριχάρδου είχαν προστεθεί και 5 κυπριακές γαλέρες που είχαν κυριευθεί στη Λεμεσό. Την επομένη του γάμου του (δηλαδή στις 13 Μαΐου), ο Ριχάρδος κινήθηκε εναντίον του Ισαάκιου. Ο ίδιος, με το στόλο του, έπλευσε προς το Κίτιον (Λάρνακα) και την Αμμόχωστο, ενώ ο στρατός βάδισε από ξηράς προς την ίδια κατεύθυνση. 'Ετσι, οι δυο αυτές πόλεις κατελήφθησαν εύκολα και μάλλον χωρίς καμιά αντίσταση.



Ο Ισαάκιος έστειλε την κόρη του, για περισσότερη ασφάλεια, στο φρούριο της Κερύνειας, στο οποίο έστειλε και κάποιους θησαυρούς του. Κατά μια άποψη, στο φρούριο της Κερύνειας, έστειλε και τη σύζυγό του (αν δεν ήταν αυτή την οποία είχε δολοφονήσει) που ήταν αρμενικής καταγωγής (κόρη του βασιλιά Αρμενίας Θορός Β'). Πιθανώς θεωρούσε την Κερύνεια ως ύστατο καταφύγιό του γιατί προστατευόταν από την οροσειρά του Πενταδακτύλου και γιατί από την πόλη αυτή, εάν τελικά ηττάτο, ήταν δυνατό να διαφύγει με καράβι.



Στην Αμμόχωστο ο Ριχάρδος παρέμεινε τρεις μέρες, κι εκεί ήλθαν να τον συναντήσουν κάποιοι απεσταλμένοι από τις σταυροφορικές δυνάμεις που εξακολουθούσαν να μάχονται στην 'Ακρα, καλώντας τον να σπεύσει εκεί όσο πιο γρήγορα γινόταν. Ο Ριχάρδος απάντησε ότι κατ' ουδένα λόγο δε θα έφευγε από την Κύπρο, εάν δεν έλυνε πρώτα τη διαφορά του με τον Ισαάκιο Κομνηνό κι εάν δεν κέρδιζε την Κύπρο, που αποτελούσε τόσο σημαντική πηγή προμηθειών για τη Σταυροφορία.



Από τη δική του πλευρά, ο Ισαάκιος κινήθηκε εναντίον του Ριχάρδου, από τη Λευκωσία προς την Αμμόχωστο, έχοντας υπό τις διαταγές του 700 άνδρες. 'Οταν ο 'Αγγλος βασιλιάς έμαθε την κίνηση του Ισαάκιου, ξεκίνησε κι ο ίδιος, με δικό του στρατό, για να τον αντιμετωπίσει στην πεδιάδα. Οι δυο στρατοί συναντήθηκαν κοντά στην Τρεμιθούντα (σημερινό χωριό Τρεμετουσιά), όπου και συνέβη η αποφασιστική μάχη, στις 17 Μαΐου, 1191.



Ο Ισαάκιος Κομνηνός ηττήθηκε και, από εκείνη τη στιγμή, η Κύπρος ανήκε πλέον στο Ριχάρδο Α'.



Ωστόσο δεν είναι απόλυτα σαφές πώς ακριβώς είχαν εξελιχθεί τα πράγματα κατά και μετά τη μάχη της Τρεμιθούνος, εφόσον δίνονται διαφορετικές εκδοχές στις υπάρχουσες πηγές.



Σύμφωνα προς μια εκδοχή, η σύγκρουση ήταν θυελλώδης και ιδιαίτερα άγρια. Ο ίδιος ο Ισαάκιος επέλεξε να αναμετρηθεί προσωπικά με τον 'Αγγλο βασιλιά και, διασπώντας τις γραμμές των εχθρών, κατόρθωσε να τον πλησιάσει. Η μονομαχία τους, κι ενώ γύρω τους η μάχη μαινόταν, είχε ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό του Ριχάρδου, όταν ο Ισαάκιος κατόρθωσε να του καταφέρει ένα ισχυρό κτύπημα με το ρόπαλό του. Ενώ όμως ετοιμαζόταν να καταβάλει τον αντίπαλό του, πρόλαβε η φρουρά του Ριχάρδου που περικύκλωσε τον Ισαάκιο και τον αιχμαλώτισε.



Σύμφωνα προς άλλη εκδοχή, κατά τη μάχη ο Ισαάκιος είχε χρησιμοποιήσει δηλητηριασμένα βέλη, αλλά μετά την ήττα του, κατόρθωσε να διαφύγει προς το φρούριο της Καντάρας και απ' εκεί προς τη χερσόνησο της Καρπασίας και τελικά στο ακρωτήρι του Αποστόλου Ανδρέα (όπου πιθανόν να υφίστατο κάποιο μικρό φρούριο), πριν αναγκαστεί να παραδοθεί. Μια από τις πηγές, ο Βενέδικτος του Πέτερμπορω (Benedict of Peterborough, στο χρονικόν του με τίτλο Gesta Regis Henrici ll et Ricardi I), λέγει ότι ο Ισαάκιος Κομνηνός είχε καταφύγει στο "ισχυρά οχυρωμένο μοναστήρι που λεγόταν Αγιος Ανδρέας του Ακρωτηρίου". Να υποθέσουμε ότι και αυτό το μοναστήρι ήταν ιδρυμένο από το 12ο (ή ακόμη και 11ο) αιώνα, και ότι, και στην περίπτωση αυτήν υπήρξε συνδυασμός μοναστηριού και παρακείμενου φρουρίου; Από στρατηγική άποψη, πάντως, θα φαινόταν παράδοξο εάν στην εσχατιά αυτήν της Κύπρου δεν υπήρξε κάποια στρατιωτική παρουσία και εγκατάσταση, της οποίας όμως δε σώθηκαν ίχνη.



Αναφέρεται, πάντως, ότι ο Ριχάρδος, μετά τη νίκη του στην Τρεμιθούντα, βάδισε προς τη Λευκωσία η οποία και παραδόθηκε. Στην κυπριακή πρωτεύουσα ο 'Αγγλος βασιλιάς έφθασε άρρωστος, πράγμα που ίσως συνηγόρει υπέρ της εκδοχής ότι ο Ισαάκιος είχε κατορθώσει να τον πληγώσει στη μάχη της Τρεμιθούντος. Στο μεταξύ, ο στρατός συνέχισε την πορεία του προς την Κερύνεια, με επικεφαλή τον Γκυ ντε Λουζινιάν. Η πόλη αυτή παραδόθηκε επίσης, με αποτέλεσμα η κόρη (και πιθανώς και η σύζυγος) του Ισαακίου να συλληφθεί αιχμάλωτη.



Κατά άλλην εκδοχή (Βενέδικτος του Πέτερμπορω) ο Ριχάρδος έστειλε τον Γκυ ντε Λουζινιάν προς καταδίωξη του Ισαακίου, ενώ ο ίδιος ασχολήθηκε με την κατάληψη των διαφόρων φρουρίων και οχυρών του νησιού. Λέγεται ότι μετά την παράδοση της Κερύνειας, παραδόθηκε και το φρούριο του Αγίου Ιλαρίωνος. Παράλληλα, ο Ριχάρδος έστειλε μια δύναμη, υπό την αρχηγία του Robertus de Turneham, να πλεύσει με μερικά καράβια ολόγυρα στο νησί και να καταλάβει όλα τα παράκτια φρούρια και οχυρά. Η αυτή πηγή (Gesta Regis Henrici II...), η οποία πάντως δε μνημονεύει τη μάχη της Τρεμιθούντος, περιγράφει σκηνή κατά την οποία η "πριγκίπισσα της Κύπρου", η κόρη του Ισαακίου Κομνηνού, βγήκε αγέρωχη από το φρούριο της Κερύνειας, βάδισε ανάμεσα στους εχθρούς, γονάτισε μπροστά στον Ριχάρδο και παραδόθηκε σ' αυτόν, παραδίδοντάς του και την πόλη.



Μετά από όλα αυτά, ο Ισαάκιος Κομνηνός αντελήφθη πλέον πως δεν μπορούσε να συνεχίσει τον αγώνα του, οπότε και παραδόθηκε κι ο ίδιος στον Ριχάρδο, στις 25 Μαΐου 1191. Ταυτόχρονα διέταξε τους υπερασπιστές του τελευταίου φρουρίου που του είχε απομείνει, εκείνου του Βουφαβέντο (εναντίον του οποίου ο Ριχάρδος ετοιμαζόταν να επιτεθεί), να παραδοθούν επίσης.



Η ασάφεια στις πηγές συνεχίζεται. Ο συνεχιστής του Γουλιέλμου της Τύρου θεωρεί ότι ο Ριχάρδος είχε κινηθεί από τη Λεμεσό στο Κίτιον κι απ' εκεί στην Τρεμιθούντα και στη Λευκωσία, χωρίς να αναφέρει καθόλου την Αμμόχωστο που μνημονεύεται από άλλους. Μια άλλη πηγή (Roger of Hoveden) μνημονεύει και την Πάφο ως ένα των φρουρίων του Ισαακίου (castellum quod dicitur Baffes) που είχαν παραδοθεί στον 'Αγγλο βασιλιά. Προφανώς θα επρόκειτο για το ισχυρό φρούριο που είναι σήμερα ερειπωμένο και γνωστό με το όνομα "Σαράντα Κολώνες". Περιέργως, δε μνημονεύεται η αξιόλογη Αμαθούς, πόλη που ευημερούσε ως αυτήν την εποχή και που δέχθηκε το τελειωτικό κτύπημα από τον Ριχάρδο, εφόσον μέχρι το 1191 τερματίζεται η ιστορία της πόλης αυτής.



Η παράδοση του Ισαάκιου στον Ριχάρδο έγινε, βέβαια χωρίς όρους εφόσον ο "βασιλιάς" της Κύπρου δεν ήταν σε θέση να υποβάλει οποιαδήποτε απαίτηση. Λέγεται ότι δήθεν ζήτησε μόνο να μη δεθεί με σιδερένιες αλυσίδες, ο δε 'Αγγλος βασιλιάς διέταξε να τον δέσουν με χρυσές ή ασημένιες!
πηγή daedulus.gr










Τρίτη 10 Μαΐου 2011

Η ΤΡΙΤΗ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ....

[σημ.Γιά τόν Σαλαντίν και τον Ριχάρδο θά εχουμε ιδιαίτερο αφιέρωμα στην συνέχεια]


Τρίτη Σταυροφορία (1189-1192) ήταν η απάντηση της Δυτικής Χριστιανοσύνης στην αντεπίθεση του Ισλάμ στην περιοχή της Παλαιστίνης και της Συρίας εναντίον των σταυροφορικών κρατών.Παρ'όλο που με την Γ' Σταυροφορία άλλαξε το πολιτικό σκηνικό στην ανατολική Μεσόγειο, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί μετά την μάχη του Χαττίν (1187) και τη συντριβή του σταυροφορικού στρατού από τον Σαλαντίν, οι σταυροφόροι απέτυχαν να ανακτήσουν την Ιερουσαλήμ.

 


 Η κατάσταση στην Ανατολή πριν το 1187

Τα χρόνια πριν το 1187 υπήρξε αύξηση της ισχύος ενός μουσουλμάνου ηγέτη, του Σαλαντίν, που κατάφερε μέχρι το 1186 να ενώσει όλους τους μουσουλμάνους, από την Αίγυπτο μέχρι την Μεσοποταμία, και να αναδειχθεί στον πιο επικίνδυνο ηγέτη που είχαν να αντιμετωπίσουν οι σταυροφόροι μέχρι τότε. Αντίθετα με την πρωτοφανή σύμπνοια και ενότητα που είχαν οι μουσουλμάνοι, το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ σπαρασσόταν από εσωτερικές αντιπαλότητες. Ο Βαλδουίνος Δ' πέθανε το 1185. Μην έχοντας εμπιστοσύνη στον επ' αδελφή γαμπρό του, Γκυ των Λουζινιάν, μετά την άρνησή του να τον βοηθήσει σε μία επίθεση κατά των μουσουλμάνων, είχε ορίσει διάδοχό του τον πεντάχρονο ανηψιό του, τον Βαλδουίνο Ε' το 1183.Ο Βαλδουίνος Ε' ανέβηκε στο θρόνο, αλλά επειδή ήταν ανήλικος ο θείος του πριν πεθάνει όρισε αντιβασιλέα, το Ραϋμόνδο της Τρίπολης.Το 1186, όμως, ο Βαλδουίνος Ε' πέθανε. Ο Ραϋμόνδος προσπάθησε να σταματήσει την άνοδο στο θρόνο της μητέρας του Βαλδουίνου, Σιβύλλας, και του συζύγου της, Γκι ντε Λουζινιάν. Σ' αυτό συμφωνούσαν οι περισσότεροι φεουδάρχες και αξιωματούχοι του βασιλείου. Ο υποψήφιος που πρότεινε για το θρόνο της Ιερουσαλήμ ήταν ο σύζυγος της Ισαβέλλας, αδερφής της Σιβύλλας και του Βαλδουίνου Δ', ο Ονφρουά ντε Τορόν. Η προσπάθεια του Ραϋμόνδου, όμως, δεν απέδωσε. Ο Ονφρουά δήλωσε πίστη στον Γκυ, και αυτό ανάγκασε τους περισσότερους φεουδάρχες να δεχθούν ως βασιλιά τους τον Γκυ. Ο Ραϋμόνδος αποσύρθηκε στην Τρίπολη.
Την ίδια περίοδο ένας από τους σημαντικότερους υποστηρικτές του Γκυ, ο Ραϋνάλδος του Σατιγιόν, κύριος του Κεράκ και παλαιότερα πρίγκηπας της Αντιόχειας, άρχισε να επιτίθεται στα καραβάνια των προσκυνητών που περνούσαν από το Κεράκ προς την Μέκκα και να τα λεηλατεί. Ο Σαλαντίν διαμαρτυρήθηκε και ζήτησε από τον Γκυ να σταματήσει τις επιθέσεις του Ραϋνάλδου και να ελευθερώσει τους αιχμάλωτους προσκυνητές. Ο Γκυ συμφώνησε και διέταξε την απελευθέρωση των αιχμαλώτων, αλλά ο Ραϋνάλδος αρνήθηκε να υπακούσει. Έτσι ξεκίνησε νέα σύγκρουση μεταξύ του Σαλαντίν και των σταυροφόρων.

Μάχη του Χαττίν

Στις αρχές του 1187, ο στρατός του Σαλαντίν στρατοπέδευσε στην Τιβεριάδα. Ο Ραϋμόνδος μπροστά στον κίνδυνο μιας νέας μουσουλμανικής επίθεσης συμφιλιώθηκε με τον Γκυ και τον αναγνώρισε σαν βασιλιά. Τότε ο Γκυ αποφάσισε να συγκεντρώσει όλο το σταυροφορικό στρατό και να εκστρατεύσει εναντίον του Σαλαντίν. Ο Ραϋμόνδος προσπάθησε να τον αποτρέψει με το επιχείρημα ότι ο Σαλαντίν αυτό ακριβώς ήθελε να κάνουν οι σταυροφόροι. Τον συμβούλεψε να συγκρατηθεί και να διατάξει το στρατό να κρατήσει τις θέσεις του στα κάστρα. Έτσι ο Σαλαντίν θα αναγκαζόταν να υποχωρήσει γιατί θα ήταν πολύ δύσκολο να συντηρήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα το στρατό του σε εχθρικό έδαφος. Ο Ραϋμόνδος κατηγορήθηκε για αυτές του τις συμβουλές για δειλία, και αναγκάστηκε να δεχθεί το σχέδιο του Γκυ.
Το σύνολο του σταυροφορικού στρατού με όλους τους σημαντικούς αρχηγούς του και τον Τίμιο Σταυρό προέλασε στην Τιβεριάδα εκτός των σταυροφορικών ταγμάτων οι οποίοι πήγαν στην Αντιόχεια και από κει στις χώρες τους διότι κατάλαβαν πως θα έχαναν. Όμως, στις 3 Ιουλίου του 1187, εγκλωβίστηκε από το στρατό του Σαλαντίν σε μία άνυδρη πεδιάδα. Την επόμενη ημέρα, οι μουσουλμάνοι άναψαν φωτιές γύρω από τις θέσεις των σταυροφόρων και προστατευμένοι από τον καπνό τους έριχναν συνεχώς βέλη. Όλες οι προσπάθειες του σταυροφορικού στρατού να σπάσει τον κλοιό των μουσουλμάνων απέτυχαν και στο τέλος της ημέρας παραδόθηκαν όλοι, εξαντλημένοι από τη δίψα. Ελάχιστοι γλύτωσαν από αυτήν την καταστροφή. Ο Σαλαντίν χάρισε στον Γκυ τη ζωή του, αλλά όχι και στον Ραϋνάλδο τον οποίο σκότωσε ο ίδιος. Ο Σαλαντίν, μετά από αυτή τη σημαντική του επιτυχία, κατέλαβε τα περισσότερα κάστρα και όλες σχεδόν τις πόλεις που κατείχαν οι σταυροφόροι, εκτός από την Τύρο, την Τρίπολη και την Αντιόχεια. Μπήκε θριαμβευτικά στην Ιερουσαλήμ στις 2 Οκτωβρίου, που παραδόθηκε μετά από σύντομη πολιορκία. 88 χρόνια μετά την κατάληψη της πόλης, στη διάρκεια της Α' Σταυροφορίας, από χριστιανούς έπεσε ξανά στα χέρια των μουσουλμάνων. Ο Σαλαντίν είχε κάθε λόγο να είναι ευχαριστημένος.

 Κήρυξη μίας νέας Σταυροφορίας

Τα νέα της πτώσης της Ιερουσαλήμ συντάραξαν την Ευρώπη. Όπως λέγεται, ο Πάπας Ουρβανός Γ' πέθανε συγκλονισμένος από την είδηση αυτή. Ο νέος Πάπας, Γρηγόριος Η', εξέδωσε παπικό διάταγμα (βούλα) για μια νέα σταυροφορία και κάλεσε τους χριστιανούς σε νηστεία και μετάνοια. Ιταλοί υπό τον μαρκήσιο του Μομφερρά, Κορράδο, έσπευσαν να βοηθήσουν τους χριστιανούς της Παλαιστίνης, ενώ ο πάπας Γρηγόριος έστειλε τον καρδινάλιο-λεγάτο Ερρίκο του Αλμπάνο στη Γαλλία και στη Γερμανία. Ο αυτοκράτορας της Γερμανίας Φρειδερίκος Α' Βαρβαρόσσας, που ήταν και βετεράνος της Β' Σταυροφορίας, απάντησε θετικά στο κάλεσμα του πάπα και πήρε το σταυρό το Μάρτιο του 1188.
Στο μεταξύ, το φθινόπωρο του 1187 ο Γουλιέλμος Β’ της Σικελίας έστειλε στόλο αποτελούμενο από 60 πλοία μαζί με 200 ιππότες, υπό τη διοίκηση του ναυάρχου του Μαργαριτώνη, να περιπολεί τα παράλια της Παλαιστίνης συστηματικά για να μην επιτρέψει στον Σαλλαδίνο να κατακτήσει κανένα από τα λιμάνια που είχαν τόσο ζωτική σημασία για το Λατινικό Βασίλειο της Ιερουσαλήμ. Ο Μαργαριτώνης υποχρέωσε το 1188 τον Σαλλαδίνο να λύσει την πολιορκία του κάστρου Κρακ των Ιπποτών, των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη, κοντά στην Τρίπολη της Συρίας. Τον επόμενο χρόνο έλυσε πολιορκίες στο κάστρο του Μαργκάτ, στη Λαττάκια (Λαοδίκεια) και στην Τύρο.
Παράλληλα, ο αρχιεπίσκοπος της Τύρου, Γιόσκιους (Ιωσίας), πήγε στην Ευρώπη να ζητήσει βοήθεια. Στις 22 Ιανουαρίου του 1189 στη Νορμανδία, κήρυξε τη σταυροφορία μπροστά στο βασιλιά της Αγγλίας, Ερρίκο Β', το Γάλλο βασιλιά, Φίλιππο Αύγουστο, και άλλους ισχυρούς φεουδάρχες, από την Αλσατία, τις Κάτω Χώρες, και αλλού. Ο Άγγλος βασιλιάς άρχισε αμέσως τις προετοιμασίες για τη σταυροφορία, και μάλιστα επέβαλλε στους υπηκόους του έναν καινούργιο φόρο, τη δεκάτη του Σαλαδίνου, αλλά πέθανε πολύ σύντομα. Στο θρόνο τον διαδέχθηκε ο γιος του, Ριχάρδος Α', που συνέχισε τις προετοιμασίες.

 Η πορεία του Φρειδερίκου

Ο Φρειδερίκος Βαρβαρόσσας ξεκίνησε το Μάιο του 1189 επικεφαλής ισχυρού στρατεύματος και με τεύτονες έχοντας προηγουμένως κάνει συμφωνία με το βασιλιά της Ουγγαρίας Μπέλα Γ' και το Βυζαντινό αυτοκράτορα Ισαάκιο Β'. Ο Φρειδερίκος διέσχισε ειρηνικά την Ουγγαρία. Τα γερμανικά στρατεύματα πέρασαν στην Μικρά Ασία από την Καλλίπολη, με τη βοήθεια του βυζαντινού στόλου. Οι Γερμανοί συνέχισαν την πορεία τους με κάποιες μικροσυμπλοκές με τους Βυζαντινούς, μέχρι που εισήλθαν στην τουρκική επικράτεια. Ο Φρειδερίκος νίκησε τους Σελτζούκους του Ικονίου σε τρεις μάχες, στο Φιλομήλιο, στο Γιγκλάριο και στο Ικόνιο. Στις αρχές Ιουνίου οι Γερμανοί στρατοπέδευσαν στην όχθη του ποταμού Καλίκαδνου. Στις 10 Ιουνίου ο Φρειδερίκος πνίγηκε στο ποτάμι προσπαθώντας να το διαβεί έφιππος. Την ηγεσία του στρατεύματος ανέλαβε ο γιος του Φρειδερίκος της Σουηβίας και οι σταυροφόροι κατάφεραν να φτάσουν στην Αντιόχεια.Μετά πήγαν στην Άκρα όπου συνάντησαν τους υπόλοιπους Ευρωπαίους και ενίσχυσαν την πολιορκία.

 Η πορεία του Ριχάρδου και του Φιλίππου

Οι δύο άλλοι Ευρωπαίοι βασιλείς που επρόκειτο να συμμετάσχουν στη σταυροφορία, ο Ριχάρδος Α' και ο Φίλιππος Β' ήταν δύο ολότελα διαφορετικοί χαρακτήρες. Είχαν καταφέρει, όμως, να συμβιβάσουν τις αγγλογαλλικές διαφορές και ξεκίνησαν από τη νότια Γαλλία σαν φίλοι. Στη συνέχεια ακολούθησαν διαφορετικές πορείες, ο Ριχάρδος συναντήθηκε με τον στόλο του στην Μασσαλία και ο Φίλιππος με τον στρατό του κατευθύνθηκε στη Γένοβα, και βρέθηκαν πάλι στην Μεσσήνη της Σικελίας το Σεπτέμβριο του 1190. Ο προηγούμενος βασιλιάς της Σικελίας, Γουλιέλμος Β', που είχε πεθάνει τον προηγούμενο χρόνο, ήταν σύζυγος της αδελφής του Ριχάρδου, Ιωάννας. Όταν έφτασε ο Ριχάρδος και ο Φίλλιπος στη Σικελία άφησαν τα μισά στρατεύματα να επιστρέψουν στις χώρες τους ανάμεσά τους και τα σταυροφορικά τάγματα αφού είχαν 100.000 στρατιώτες ο καθένας.
Τελικά, τον Μάρτιο του 1191, ο Ταγκρέδος, ο Ριχάρδος και ο Φίλιππος ήρθαν σε συμφωνία με την οποία οι αξιώσεις του Ριχάρδου σχετικά με την Ιωάννα ικανοποιούνταν, ο Ριχάρδος και ο Φίλιππος αναγνώριζαν ως βασιλιά της Σικελίας τον Ταγκρέδο (αν και η νόμιμη διάδοχος ήταν η θεία του Γουλιέλμου, Κωνσταντία) και τέλος, ο Ριχάρδος αναγνώριζε ως νόμιμο διάδοχό του τον ανηψιό του Αρθούρο της Βρετάνης, ο οποίος μόλις ενηλικιωνόταν θα παντρευόταν με μία κόρη του Ταγκρέδου.O Ριχάρδος και ο Φίλλιπος είχαν ιππότες από όλη την Ευρώπη αλλά και από τα σταυροφορικά τάγματα που επίσης προέρχονταν από όλη την Ευρώπη.
Οι δύο στρατοί αφού τακτοποιήθηκαν οι εκκρεμότητες στη Σικελία, αναχώρησαν από εκεί για την Παλαιστίνη,στις 30 Μαρτίου ο Γαλλικός, και στις 10 Απριλίου ο Αγγλικός.
Ο στόλος του Ριχάρδου μετά από μία καταιγίδα προσορμίστηκε στην Κύπρο. Είχαν χάσει μερικά καράβια από την καταιγίδα και σε ένα από αυτά βρίσκονταν η Ιωάννα, η Βερεγγάρια (μέλλουσα σύζυγος του Ριχάρδου) και ένα μεγάλο τμήμα των χρημάτων που είχαν συγκεντρωθεί για τη σταυροφορία. Λίγες ημέρες αργότερα ανακάλυψαν ότι οι επιβάτες (και μαζί τους τα χρήματα) είχαν αιχμαλωτιστεί από τον ηγεμόνα της Κύπρου, τον Ισαάκιο Κομνηνό, τον άνθρωπο που απόσχισε την Κύπρο από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Ο Ριχάρδος τότε κυρίεψε την Κύπρο, απελευθέρωσε τους δικούς του, αιχμαλώτισε τον Ισαάκιο Κομνηνό και πούλησε αμέσως το νησί στους Ναΐτες Ιππότες. Πριν φύγει από την Κύπρο, ο Ριχάρδος τέλεσε τους γάμους του με την Βερεγγάρια.
Ο Φίλιππος έφτασε στην Άκρα στις 20 Μαΐου 1191 για να ενισχύσει τους σταυροφόρους που ήδη πολιορκούσαν την πόλη. Ο Ριχάρδος έφτασε στην Άκρα στις 8 Ιουνίου 1191.

 Πολιορκία της Άκρας

Η Άκρα ήταν ένα σπουδαίο λιμάνι και πολύ πλούσιο κέντρο του βασιλείου της Ιερουσαλήμ, που είχε πέσει αμαχητί στα χέρια του Σαλαντίν το Σεπτέμβριο του 1187.
Τον Απρίλιο του 1189 ο Σαλαντίν απελευθέρωσε τον Γκυ ντε Λουζινιάν, του οποίου η χρησιμότητα είχε εκμηδενιστεί. Αφού απελευθερώθηκε, ο Γκυ προσπάθησε να εγκαταστήσει την έδρα του στην Τύρο. Ο Κορράδος του Μομφερρά, ο οποίος είχε ηγηθεί της επιτυχημένης άμυνας στην πολιορκία από τον Σαλαντίν, αρνήθηκε να του την παραδώσει με τη δικαιολογία ότι μαζί με την Ιερουσαλήμ ο Γκυ είχε χάσει και το βασιλικό αξίωμά. Μετά την αποτυχία του στην Τύρο, ο Γκυ αποφάσισε να επιτεθεί στην Άκρα. Η αιφνιδιαστική επίθεση του Γκυ απέτυχε και αποφάσισε να πολιορκήσει την Άκρα.Η είδηση της πολιορκίας της Άκρας εξαπλώθηκε με μεγάλη ταχύτητα σε όλη την Ευρώπη και πολλοί ξακουστοί και ισχυροί φεουδάρχες έσπευδαν να λάβουν μέρος σε αυτή. Ταυτόχρονα, ο ίδιος ο Σαλαντίν έσπευσε στην Άκρα για να βοηθήσει την πολιορκούμενη φρουρά της. Στρατοπέδευσε στα περίχωρα της Άκρας προσπαθώντας να περνά τρόφιμα και εφόδια μέσα στην πόλη ενώ εμπόδιζε τον δια ξηράς ανεφοδιασμό των πολιορκητών από την Τύρο. Οι σταυροφόροι προσπάθησαν να τον απωθήσουν αλλά απέτυχαν.
Εν τω μεταξύ, ενισχύσεις κατέφθαναν συνεχώς από την Ευρώπη. Στο στρατόπεδο των σταυροφόρων άρχισαν να αντιμετωπίζουν προβλήματα σίτισης και πολλές αρρώστιες εκδηλώθηκαν ανάμεσα στους πολιορκητές. Από ασθένεια πέθανε η σύζυγος του Γκυ, βασίλισσα Σιβύλλα, γεγονός που πυροδότησε νέες δυναστικές έριδες. Ο Κορράδος του Μονφερρά νυμφεύθηκε την αδερφή της, Ισαβέλλα, για να αποκτήσει δικαιώματα στον θρόνο της Ιερουσαλήμ. Από ασθένεια πέθαναν τον χειμώνα του 1190-1191 ο Λατίνος πατριάρχης της Ιερουσαλήμ, Ηράκλειος, ο Φρειδερίκος της Σουηβίας, ο θάνατος του οποίου άφησε προσωρινά τα γερμανικά στρατεύματα χωρίς ηγεσία, και πολλοί άλλοι διοικητές και απλοί στρατιώτες. Τον Απρίλιο του 1191 έφτασε στην Άκρα ο δούκας Λεοπόλδος της Αυστρίας και ανέλαβε την ηγεσία του γερμανικού στρατεύματος. Ο Ερρίκος της Καμπανίας μόλις που γλύτωσε.
Στις 20 Μαΐου έφτασε στο στρατόπεδο των πολιορκητών ο βασιλιάς Φίλιππος με το κύριο σώμα των 50.000 Γάλλων σταυροφόρων και στις 8 Ιουνίου του 1191 ο Ριχάρδος με τους με άλλους 50.000 Άγγλους σταυροφόρους. Οι δυσκολίες συνεχίστηκαν, αλλά όλα έδειχναν ότι το τέλος της πολιορκίας πλησίαζε. Η φρουρά της αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει και να παραδόσει την Άκρα στις 12 Ιουλίου του 1191. Έτσι, τελείωσε η επική πολιορκία. Η νίκη, όμως, κηλιδώθηκε από τη σφαγή 2.700 αιχμαλώτων τον Αύγουστο από τον Ριχάρδο.
Ο βασιλιάς Φίλιππος μετά το τέλος της πολιορκίας αποφάσισε να επιστρέψει στη Γαλλία. Αλλά και ο δούκας Λεοπόλδος γύρισε πίσω στην Αυστρία προσβεβλημένος από τον Ριχάρδο. Έτσι ο Ριχάρδος έμεινε ο μοναδικός ανώτατος διοικητής των σταυροφορικών δυνάμεων.

 Μάχη του Αρσούφ

Μετά την πολιορκία της Άκρας οι σταυροφόροι αποφάσισαν να προχωρήσουν νότια και να καταλάβουν τη Γιάφα, από όπου θα μπορούσαν να συνεχίσουν προς το εσωτερικό της Παλαιστίνης και την Ιερουσαλήμ. Στις 7 Σεπτεμβρίου ο Σαλαντίν επιτέθηκε στο στρατό των σταυροφόρων στο Αρσούφ, λίγο πιο βόρεια από τη Γιάφα. Οι σταυροφόροι κράτησαν τις θέσεις τους και προκάλεσαν μεγάλες απώλειες στο στρατό του Σαλαντίν που αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Η μάχη έληξε με νίκη των σταυροφόρων δίνοντας τους μεγάλη περηφάνια αφού ήταν η πρώτη φορά που νικούσαν τους σαρακηνούς σε μάχη μετά το Χαττίν. Ο δρόμος για τη Γιάφα ήταν ανοικτός.

 Διαπραγματεύσεις και συνέχεια των εχθροπραξιών

Ο Ριχάρδος όταν έφτασε στην Γιάφα προσπάθησε να διαπραγματευθεί με τον Σαλαντίν. Οι διαπραγματεύσεις ήταν μία ευκαιρία ανασυγκρότησης και για τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές. Οι σταυροφόροι θα ξεκουράζονταν για λίγο καιρό και οι μουσουλμάνοι θα αναπλήρωναν τις απώλειές τους. Η πρότασή του ήταν να παντρευτεί ο αδελφός του Σαλαντίν, Ελ Αντίλ, την αδελφή του Ριχάρδου, Ιωάννα, και να κυβερνήσουν τις περιοχές του Βασιλείου της Ιερουσαλήμ που κατείχαν και οι σταυροφόροι και οι μουσουλμάνοι.Η Ιερουσαλήμ θα ήταν ανοικτή τόσο στους μουσουλμάνους όσο και στους χριστιανούς προσκυνητές. Η άρνηση της Ιωάννας για αυτόν τον γάμο έθεσε τέλος στις διαπραγματεύσεις. Μετά την κατάρρευση των διαπραγματεύσεων, και ενώ είχε φτάσει ο Νοέμβριος του 1191, ο Ριχάρδος αποφάσισε να προχωρήσει στο εσωτερικό για να επιτεθεί στην Ιερουσαλήμ. Φτάνοντας κοντά στην Ιερουσαλήμ άλλαξε γνώμη καθώς θα ήταν ασύνετο να πολιορκήσει την πόλη στη διάρκεια του χειμώνα που θα έπλητε κυρίως τους σταυροφόρους αφού θα ήταν αναγκασμένοι να μείνουν στην ύπαιθρο γύρω από την πόλη για όσο διαρκούσε η πολιορκία. Αποφάσισε την επιστροφή στα παράλια και δουλεύοντας μαζί με το στρατό του ξαναέκτισαν το κάστρο της Ασκαλώνας. Οι εργασίες ολοκληρώθηκαν στο πρώτο μισό του 1192.
Παράλληλα, τους σταυροφόρους απασχολούσε η διαμάχη του Γκυ με τον Κορράδο για τον θρόνο της Ιερουσαλήμ. Ο Ριχάρδος κατάλαβε ότι κανένας αξιωματούχος του Βασιλείου της Ιερουσαλήμ δεν ήθελε να έχει ξανά για βασιλιά του τον Γκυ και απέσυρε την υποστήριξή του από αυτόν. Τον Απρίλιο του 1192 οι Ναΐτες Ιππότες επέστρεψαν την Κύπρο στον Ριχάρδο επειδή ο τοπικός πληθυσμός είχε εξεγερθεί εναντίον της σκληρής διακυβέρνησής τους και της βαριάς φορολογίας που είχαν επιβάλει. Λίγο αργότερα ο Ριχάρδος πούλησε την Κύπρο στον έκπτωτο Γάλλο βασιλιά της Ιερουσαλήμ Γκι ντε Λουζινιάν, σαν αντάλλαγμα για την παραίτησή του από τα δικαιώματά του στο Βασίλειο της Ιερουσαλήμ.
Στις 28 Απριλίου του 1192, λίγες ημέρες μετά την αναγνώρισή του ως βασιλιάς της Ιερουσαλήμ, ο Κορράδος δολοφονήθηκε από δύο Χασασσίνους. Οι Χασσασίνοι είχαν διαφορές μαζί του. Ο Κορράδος λίγο καιρό νωρίτερα είχε αρπάξει εμπόρευμα που ανήκε στους Χασσασίνους και αρνιόταν να το επιστρέψει. Αρκετοί σταυροφόροι κατηγόρησαν τον Ριχάρδο ότι βρισκόταν πίσω από τη δολοφονία. Τίποτα, όμως, δεν αποδείχθηκε. Λίγες ημέρες μετά τη δολοφονία η Ισαβέλλα παντρεύτηκε τον Ερρίκο της Καμπανίας για να μη μείνουν οι σταυροφόροι της περιοχής ξανά χωρίς βασιλιά.
Τον Ιούνιο του 1192 ο Ριχάρδος προχώρησε ξανά προς την Ιερουσαλήμ. Στρατοπέδευσε στην Χεβρώνα, όπου ήταν αρκετά κοντά ώστε να μπορεί να δει την Ιερουσαλήμ. Ο Σαλαντίν όλον αυτόν τον καιρό είχε ενισχύσει τα τείχη της Ιερουσαλήμ και είχε επιχωματώσει τα πηγάδια και είχε καταστρέψει τις πηγές γύρω από την πόλη ώστε οι σταυροφόροι να μην μπορούν να βρουν πόσιμο νερό. Ο Σαλαντίν βρισκόταν με ένα μέρος του στρατού μέσα στην πόλη και ο υπόλοιπος στρατός του ήταν στα βουνά της γύρω περιοχής. Οι σταυροφόροι αντιμετώπιζαν ένα σοβαρό δίλημα, την υποχώρηση και την ντροπή ή την επίθεση και την καταστροφή. Το μόνο που είχε να κάνει ο Σαλαντίν ήταν να περιμένει. Τελικά ο Ριχάρδος, αντιλαμβανόμενος ότι ακόμη κι αν κατάφερνε να καταλάβει την Ιερουσαλήμ δεν θα κατάφερνε να την κρατήσει, διέταξε υποχώρηση. Ένα σχέδιο να κατευθυνθεί στην Αίγυπτο και να καταλάβει το Κάιρο απέτυχε. Στην οπισθοχώρηση η πειθαρχία χαλάρωσε υπερβολικά, πολλοί σταυροφόροι αρνήθηκαν να συμμετάσχουν σε επίθεση στην Αίγυπτο και έτσι ο στρατός επέστρεψε στην Άκρα.

 Μάχη της Γιάφας


Ριχάρδος και Σαλαντίν (από μεσαιωνικό χειρόγραφο).
Σχεδόν ταυτόχρονα με την υποχώρηση των σταυροφόρων ο Σαλαντίν βγήκε από την Ιερουσαλήμ και επιτέθηκε στη Γιάφα. Η πόλη κατελήφθη γρήγορα από τους σαρακηνούς και η φρουρά της κλείστηκε στο κάστρο της πόλης.Τα νέα έφτασαν στην Άκρα και όταν τα έμαθε ο Ριχάρδος επέλεξε κάποιους από τους άνδρες του και επιβιβάστηκαν σε 7 πλοία με κατεύθυνση τη Γιάφα. Ο υπόλοιπος στρατός θα έφτανε από την ξηρά.
Φτάνοντας στη Γιάφα ο Ριχάρδος με τους άντρες του απόβιβαστηκαν και κατάφεραν μέχρι να πέσει η νύχτα να διώξουν τους μουσουλμάνους από την πόλη. Το πρωί έφτασε ο υπόλοιπος σταυροφορικός στρατός. Ο Σαλαντίν διέταξε ξανά επίθεση και η μάχη έξω από τη Γιάφα διήρκεσε αρκετές ώρες μέχρι να διατάξει τους άντρες του να υποχωρήσουν. Η μάχη τελείωσε με νίκη των σταυροφόρων. Είχαν διατηρήσει τις θέσεις τους και είχαν σιγουρέψει την κυριαρχία τους στη Γιάφα. Για αυτούς τους λόγους το ηθικό και η αυτοπεποίθησή τους ήταν αρκετά μεγάλα ενώ των σαρακηνών και του Σαλαντίν είχαν πέσει πάρα πολύ καθώς συνειδητοποίησαν ότι δεν ήταν αρκετά ισχυροί ώστε να εκδιώξουν μια και καλή τους σταυροφόρους από την Παλαιστίνη. Η μάχη έδειξε και στους δύο αντιπάλους ότι ήταν ισοδύναμοι. Οι σταυροφόροι κατείχαν σταθερά τα παράλια και οι σαρακηνοί το εσωτερικό, αλλά κανένας δεν ήταν τόσο ισχυρός ώστε να κυριαρχήσει και στα παράλια και στην ενδοχώρα.

 Συμφωνία ειρήνης

Ο Ριχάρδος αποφάσισε ότι ήταν ώρα να επιστρέψει στις κτήσεις του. Αλλά και ο Σαλαντίν είχε πολεμήσει για πολλά χρόνια και χρειαζόταν την ειρήνη για να ανασυγκροτήσει τις δυνάμεις του και να αναπληρώσει τις απώλειές του.Έτσι, έκαναν συμφωνία στις 2 Σεπτεμβρίου του 1192 με τους εξής όρους:
  • Οι δύο αντιμαχόμενοι συμφωνούσαν σε ανακωχή που θα διαρκούσε για τρία χρόνια.
  • Το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ θα εκτεινόταν στην παράλια ζώνη από την Τύρο μέχρι και τη Γιάφα.
  • Οι οχυρώσεις της Ασκαλώνας θα γκρεμίζονταν και η πόλη θα επέστρεφε ανοχύρωτη στην κυριαρχία του Σαλαντίν.
  • Οι χριστιανοί προσκυνητές και επισκέπτες θα μπορούσαν ανεμπόδιστα και με ασφάλεια να πηγαίνουν στην Ιερουσαλήμ.
Ο Ριχάρδος με τον όρο της τρίχρονης ανακωχής προσπαθούσε να μην χάσει σε γοήτρο, αφού αν ήταν διαφορετικά διατυπωμένος, ως όρος για ειρήνη, θα αποδεχόταν ότι δεν μπορούσε να καταλάβει την Ιερουσαλήμ. Θεωρητικά τρία χρόνια ήταν αρκετά για να γυρίσει στις κτήσεις του, να τακτοποιήσει τις υποθέσεις του και να επιστρέψει στην Παλαιστίνη με ακόμη μεγαλύτερο στρατό.

 Τα μετέπειτα γεγονότα

Ο Σαλαντίν πέθανε το 1193 στη Δαμασκό της Συρίας. Όταν άνοιξαν το θησαυροφυλάκιό του διαπίστωσαν ότι μέσα δεν υπήρχαν αρκετά χρήματα για την κηδεία του. Είχε μοιράσει όλη του την περιουσία στους φτωχούς υπηκόους του[1]. Μετά το θανατό του ξέσπασε διαμάχη, αρχικά μεταξύ των γιων του και αργότερα και του αδερφού του, Ελ Αντίλ, που αναδείχθηκε ο τελικός κυρίαρχος σε όλη την επικράτεια του Σαλαντίν το 1200.
Ο Γκυ πέθανε στην Κύπρο το 1194. Την Κύπρο κληρονόμησε ο αδελφός του Γκι, ο Αμορί (ή Αμάλριχος). Το 1197 η Κύπρος αναγνωρίστηκε ως Βασίλειο.
Ο Ερρίκος της Καμπανίας πέθανε το 1197 πέφτοντας από το μπαλκόνι του παλατιού του στην Άκρα, στη διάρκεια μίας παρέλασης. Η Ισαβέλλα παντεύτηκε σε τέταρτο γάμο τον Αμάλριχο της Κύπρου το 1198.
Ο Ριχάρδος δεν επέστρεψε ποτέ στην Παλαιστίνη. Έφυγε από τους Αγίους Τόπους και προσπάθησε να φτάσει στην Αγγλία μέσω Γερμανίας μεταμφιεσμένος σε προσκυνητή. Κοντά στη Βιέννη αιχμαλωτίστηκε από τον Λεοπόλδο της Αυστρίας, που δεν είχε ξεχάσει την προσβολή του από τον Ριχάρδο στην Άκρα. Στη συνέχεια παραδόθηκε στον Γερμανό αυτοκράτορα και γιο του Φρειδερίκου Βαρβαρόσσα, Ερρίκο ΣΤ'. Η συμφωνία που είχε κάνει ο Ριχάρδος με τον Ταγκρέδο της Σικελίας το 1191 αγνοούσε τα δικαιώματα της Κωνσταντίας,συζύγου του Ερρίκου, στον σικελικό θρόνο. Μία άλλη κατηγορία που προσάφθηκε στον Ριχάρδο ήταν η δολοφονία του Κορράδου του Μονφερρά. Ο Ριχάρδος απελευθερώθηκε το 1194 αφού συμφώνησε να πληρώσει ως λύτρα 150.000 ασημένια μάρκα. Τα επόμενα χρόνια συμφιλιώθηκε με τον αδελφό του, Ιωάννη τον Ακτήμονα, που αναγνώρισε τη βασιλική εξουσία του Ριχάρδου, και προσπάθησε να διατηρήσει τις κτήσεις του στη Γαλλία απέναντι στις βλέψεις του Φιλίππου. Το 1199 τραυματίστηκε στον ώμο από βέλος κατά την πολιορκία του Σαλύ, στη Γαλλία. Πέθανε από γάγγραινα λίγο αργότερα.Μετά το θάνατό του βασιλιάς της Αγγλίας και κληρονόμος των Γαλλικών κτήσεών του έγινε ο αδελφός του, Ιωάννης. Όμως, απέτυχε να υπερασπίσει την επικράτειά του ενάντια στον Φίλιππο που κατάφερε τελικά να κυριαρχήσει σε όλη τη βόρεια Γαλλία.
Η αποτυχία της Τρίτης Σταυροφορίας να καταλάβει την Ιερουσαλήμ οδήγησε στη διεξαγωγή της Δ' Σταυροφορίας, λίγα χρόνια αργότερα.
Το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ επέζησε μέχρι το 1291, όταν η Άκρα καταλήφθηκε από τους Μαμελούκους.πηγή Βικιπαιδεία

 κι ενα άρθρο από τήν http://greekheraldry.com/

Γ' Σταυροφορία

Μετά τήν κατάληψη της Ιερουσαλήμ τόν Οκτώβριο του 1187, ο Σαλαδίνος έστειλε πρεσβεία στή “Θεοφύλακτη” γιά νά ανακοινώσει τή νίκη του. Ο Ισαάκιος Β’ έσπευσε νά απαντήσει, στέλνοντας δική του πρεσβεία στόν σουλτάνο, στίς αρχές του 1188, ζητώντας τήν ανανέωση της συμμαχίας τους καί προειδοποιώντας τον, ότι ετοιμαζόνταν μία νέα σταυροφορία από τή Δύση. Οι Λατίνοι χρονογράφοι καταγγέλουν ακόμα καί σήμερα τήν “ελληνική δολιότητα”, παραβλέποντας τά δεινά πού προξένησαν οι προηγούμενοι σταυροφόροι στό πέρασμά τους, από τά εδάφη της Ελληνικής Αυτοκρατορίας, παραβλέποντας τό μίσος των Ρωμιών πρός τούς Ιταλούς εμπόρους πού εκμεταλεύονταν τό εμπόριο στήν Ανατολή, χωρίς νά πληρώνουν ούτε ίχνος φόρου. Χειρότερα όμως ήταν τά δεινά πού είχαν προξενήσει οι Νορμανδοί της Κάτω Ιταλίας, οι οποίοι είχαν λεηλατήσει δεκάδες πόλεις της Μακεδονίας καί της Ιλλυρίας, συμπεριλαμβανομένης καί της δεύτερης μεγαλύτερης πόλης της αυτοκρατορίας. Η Θεσσαλονίκη, στίς 24 Αυγούστου 1185 είχε καταληφθεί από τούς Νορμανδούς καί η πτώση της είχε συνοδευτεί από σφαγές καί ανελέητες αγριότητες.,σύντομα όμως ανακτήθηκε από τον Στρατηγό Αλέξιο Βρανά ένα από τους τελευταίους άξιομνημόνευτους  στρατιωτικούς ηγέτες της  παρακμάζουσας Αυτοκρατορίας.
Aυτή η συμπεριφορά των Λατίνων, είχε οδηγήσει τούς Ρωμαίους σέ μία φιλικότερη συμπεριφορά πρός τούς Αραβες μουσουλμάνους. Ο Ισαάκιος, σάν ένδειξη φιλίας, είχε κατασκευάσει τέμενος στήν “Βασιλεύουσα”, όπου διαβάζονταν προσευχή στό όνομα του Αβασίδη χαλίφη πού υποστήριζε ο Σαλαδίνος, ενώ σέ αντάλλαγμα ο μεγάλος μωαμεθανός ηγέτης είχε παραχωρήσει τή διαχείριση της εκκλησίας του Πανάγιου Τάφου στούς έλληνες ιερείς.
Η Δυτική Ευρώπη έμαθε για τήν πτώση της Ιερουσαλήμ με κατάθλιψη. Παρ’ όλες τις εκκλήσεις που είχαν έρθει από το βασίλειο της Ιερουσαλήμ τα τελευταία χρόνια, κανένας στη Δύση, δεν είχε αντιληφθεί πόσο επείγων ήταν ο κίνδυνος. Οι ιππότες και οι προσκυνητές που είχαν ταξιδέψει στην Ανατολή είχαν βρει στα φραγκικά κράτη μια ζωή πιο πολυτελή και πιο εύθυμη από ο,τιδήποτε ανάλογο είχαν γνωρίσει στον τόπο τους. Δεν μπόρεσαν να καταλάβουν πόσο ασταθής ήταν όλη αυτή η ευημερία. Τώρα, ξαφνικά, άκουσαν ότι όλ’ αυτά είχαν τελειώσει. Ο χριστιανικός στρατός είχε καταστραφεί, ο Τίμιος Σταυρός, το ιερότερο κειμήλιο της Χριστιανοσύνης, ήταν στα χέρια των απίστων και η ίδια η Ιερουσαλήμ είχε καταληφθεί. Στο διάστημα λίγων μηνών ολόκληρο το οικοδόμημα της φραγκικής Ανατολής είχε καταρρεύσει. Αν επρόκειτο να διασωθεί κάτι από τα ερείπια, έπρεπε να σταλεί βοήθεια, και να σταλεί γρήγορα. Οι πρόσφυγες που είχαν επιζήσει από τη συμφορά είχαν σωρευτεί πίσω από τα τείχη της Τύρου τά οποία υπερασπιζόταν το θάρρος καί η ενεργητικότητα του Conrad de Montferrat.
Ο βασιλιάς της Γερμανίας, Kaiser Friedrich I έδειξε τό μεγαλύτερο ζήλο καί ουσιαστικά ξεκίνησε τήν Τρίτη Σταυροφορία. Στις 11 Μαΐου 1189, έφυγε απ’ το Ρέγκενσμπουργκ μέ ένα στράτευμα εξαιρετικά οργανωμένο και πειθαρχημένο, που, σύμφωνα με ορισμένους χρονογράφους, αριθμούσε στο ξεκίνημα του κάπου 100.000 άντρες. Ξεκίνησε για την Κωνσταντινούπολη από την Ουγγαρία. Ο βασιλεύς Bela του έκανε φιλική υποδοχή και του παρέσχε κάθε ευκολία κατά τη διάβασή του από την Ουγγαρία. Στις 23 Ιουνίου πέρασε το Δούναβη στο Βελιγράδι και μπήκε στο βυζαντινό έδαφος. Ο Ρωμηός αυτοκράτωρ Ισαάκιος άγγελος δεν ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για να χειρισθεί αυτή τήν κατάσταση, αλλά ούτε καί τά τεράστια προβλήματα ταλάνιζαν τό κράτος. Η Κύπρος βρισκόταν σε εξέγερση υπό τον αποστάτη Ισαάκιο Κομνηνό και τον Στρατηγό Μιχαήλ Βρανά. Η Κιλικία είχε καταληφθεί από τους Αρμενίους. Οι Τούρκοι εισέβαλλαν στις αυτοκρατορικές επαρχίες στην κεντρική και νοτιοδυτική Ανατολία και οι Νορμανδοί είχαν εξαπολύσει μια μεγάλη επίθεση στην Ήπειρο και στη Μακεδονία, ενώ τόσο οι Σέρβοι όσο καί οι Βούλγαροι είχαν επαναστατήσει ξανά.
Μόλις ο γερμανικός στρατός πέρασε τον Δούναβη, άρχισαν τα επεισόδια. Ληστές, Σέρβοι και Βούλγαροι, χτυπούσαν τους βραδυπορούντες και ο λαός της υπαίθρου ήταν τρομαγμένος και εχθρικός. Οι Γερμανοί αμέσως κατηγόρησαν τους Βυζαντινούς ότι εξωθούσαν τους ανθρώπους σ’ αυτή την εχθρότητα. Η ασυνεννοησία Ελλήνων καί Γερμάνων, ώθησε τόν Φρειδερικό Βαρβαρόσσα νά καταλάβει τήν Φιλιππούπολη καί από εκεί έστειλε αντιπροσώπους του στην Κωνσταντινούπολη για να ρυθμίσουν το ζήτημα της διαβάσεως των στρατευμάτων του στην Ασία. Ο Ισαάκιος τους έριξε στη φυλακή, έχοντας σκοπό να τους κρατήσει ως ομήρους. Οι Γερμανοί όμως ήταν πανίσχυροι καί σέ όλες τίς αψιμαχίες κατετρόπωναν τά αυτοκρατορικά στρατεύματα.
Τελικά ο Ισαάκιος απέλυσε τους Γερμανούς πρέσβεις, συμφώνησε ειρήνη στην Αδριανούπολη καί έδωσε ομήρους μέ τήν υπόσχεση να διαθέσει πλοία στόν Barbarossa, γιά νά διαβεί από τα Δαρδανέλια στήν Μικρά Ασία. Τον Μάρτιο του 1190, ολόκληρο το εκστρατευτικό του σώμα βάδισε στην Καλλίπολη, και με τη βοήθεια βυζαντινών πλοίων πέρασε στην Ασία, προς ανακούφιση του βυζαντινού αυτοκράτορα και των υπηκόων του. Έφθασε στη Λαοδίκεια στις 27 Απριλίου 1190, τριάντα ημέρες μετά τη διάβασή του από τα Δαρδανέλια. Από εκεί κινήθηκε στην ενδοχώρα από το δρόμο που είχε ακολουθήσει ο Μανουήλ κατά τη μοιραία πορεία του προς το Μυριοκέφαλον και στις 3 Μαΐου, ύστερ’ από μια αψιμαχία με τους Τούρκους, πέρασε από την τοποθεσία του πεδίου της μάχης, όπου φαίνονταν ακόμα τα κόκαλα των πεσόντων. Βρισκόταν τώρα σε έδαφος ελεγχόμενο από τον Σελτζούκο Σουλτάνο. Ήταν φανερό ότι ο Kilidj Arslan, παρά τις υποσχέσεις του, δεν είχε σκοπό ν’ αφήσει τους σταυροφόρους να περάσουν ειρηνικά μέσ’ από τις κτήσεις του. Αλλά, φοβισμένος από το μέγεθος του στρατού των, περιορίστηκε να τον παρακολουθεί από κοντά, να πιάνει βραδυπορούντες και να δυσχεραίνει την αναζήτηση τροφίμων. Αυτή η τακτική υπήρξε αποτελεσματική. Η πείνα και η δίψα καθώς και τα τουρκικά βέλη άρχισαν να προξενούν απώλειες. Προχωρώντας γύρω από την άκρη των βουνών του Σουλτάν Νταγ επάνω στον παλιό δρόμο από το Φιλομήλιον προς ανατολάς, ο Frederick κατέλαβε στο Ικόνιο στις 17 Μαΐου 1190.
Το δύσκολο πέρασμα του οροπεδίου της Μικράς Ασίας, που είχε αποβεί μοιραίο σε τόσες προηγούμενες Σταυροφορίες, είχε πραγματοποιηθεί χωρίς εμπόδια χάρη στην πειθαρχία και στη θαυμαστή επιμελητεία του γερμανικού στρατού. Death of Frederick of Germany Ο Φρειδερίκος Μπαρμπαρόσα δεν έμεινε πολύ μέσα στα τείχη, κινήθηκε προς Καραμάν, και από εκεί οδήγησε το στρατό του μέσα από τις διαβάσεις του Ταύρου χωρίς αντίσταση, προς τη νότια ακτή, στη Σελεύκεια. Τον λιμένα κατείχαν τώρα οι Αρμένιοι, οι οποίοι τόν δέχτηκαν σάν σύμμαχο.
Η προσέγγιση της μεγάλης γερμανικής στρατιάς έσπειρε τον πανικό στο μουσουλμανικό κόσμο. Τόσος ήταν ο φόβος των στρατηγών του Σαλαδίνου που εκκένωσαν τα οχυρά των συνόρων Συρίας και Κιλικίας, όπως το Μπαγκράς, που πριν λίγο είχαν καταχτηθεί απ’ τον αφέντη τους. Ο ίδιος ο Σαλαδίνος έβαλε και γκρέμισαν τα τείχη της Σιδώνας, της Καισάρειας και της Γιάφας, γιατί πίστευε πως οι πόλεις αυτές δεν ήταν δυνατό να υπερασπιστούν. Αν ο Αλλάχ, λέει ο άραβας ιστορικός Ιμπν αλ-Αθίρ, δεν είχε ευδοκήσει να δείξει την καλοσύνη του στους Μουσουλμάνους προκαλώντας το θάνατο του βασιλιά των Γερμανών, τη στιγμή ακριβώς που θα έμπαινε στη Συρία, θα ‘γραφαν σήμερα: «Η Συρία και η Αίγυπτος ανήκαν κάποτε στο Ισλάμ». Πραγματικά ανάμεσα στο μεγάλο γερμανικό στρατό που ξεπρόβαλε στα βόρεια και στους γαλλοαγγλικούς στρατούς που επρόκειτο ν’ αποβιβαστούν στον Άγιο Ιωάννη της Ακρας, η μουσουλμανική Συρία θα συντριβόταν οπωσδήποτε.
Στις 10 Ιουνίου του 1190 όμως, ο Φρειδερίκος Βαρβαρόσας πνίγηκε στα νερά του Καλύκαδνου, ενός μικρού ποταμού της Κιλικίας. Ο θάνατος του μεγάλου αυτοκράτορα υπήρξε σκληρό πλήγμα όχι μόνο για τους οπαδούς του, αλλά και για ολόκληρο τον φραγκικό κόσμο. Ο στρατός του έπεσε σε κατάπτωση, έχασε το ηθικό του. Στερημένος από ατομική πρωτοβουλία, ο τεράστιος αυτός στρατός έγινε ένας συρφετός χωρίς ψυχή, και οι Μουσουλμάνοι αιχμαλώτιζαν χωρίς αντίσταση ολόκληρα αποσπάσματα. Ο γιος του νεκρού αυτοκράτορα, ο Φρειδερίκος της Σουηβίας (Frederick of Swabia), δείχθηκε ανίκανος να σταματήσει την υλική και ηθική αυτή αποσύνθεση. Ένα μέρος απ’ τους αρχηγούς και τους άντρες τους γύρισαν στην Ευρώπη. Οι υπόλοιποι πήγαν δια θαλάσσης να ενωθούν με τους σταυροφόρους του Conrad of Montferrat στήν Τύρο.
Στίς χώρες της Εσπερίας, σχηματίστηκαν άλλοι δύο στρατοί γιά τήν απελευθέρωση των Αγίων Τόπων, υπό τήν ηγεσία των πανίσχυρων βασιλέων της Γαλλίας Φιλίππου του Αυγούστου (Philip Augustus) καί της Αγγλίας Ριχάρδου Α’ του Λεοντόκαρδου (Richard I of England). Τό γαλλικό στράτευμα έφθασε στήν Ακρα τόν Απρίλιο του 1191, ενώ ο αγγλικός στόλος αποβιβάστηκε στήν Κύπρο καί τήν κατέλαβε, αρχίζοντας έτσι γιά τό μοιραίο νησί της Αφροδίτης μία μακραίωνη περίοδο ξενικής κατοχής. Οι σταυροφόροι, πού είχαν ξεκινήσει γιά νά εκδιώξουν τούς άπιστους από τήν Ιερουσαλήμ, κατελάμβαναν ελληνικά εδάφη, δικαιώνοντας έτσι τήν  πολιτική της Αυλής της Κωνσταντινούπολης.  Ο Richard the Lionheart, θά πουλούσε αργότερα τήν Κύπρο στόν Γκύ ντε Λουζινιάν, η οικογένεια του οποίου θά διοικούσε τό νησί μέχρι τό 1489.
Από τήν Κύπρο ο Richard I the Lion-Hearted αναχώρησε για τούς Αγιους Τόπους καί γιά τήν πολιορκία της Ακρας (Acre), η οποία παραδόθηκε στούς Σταυροφόρους στίς 12 Ιουλίου 1191. Μετά από μία διαφωνία μέ τόν Σαλαδίνο, όσο αφορά τήν τύχη των αιχμαλώτων, ο Λεοντόκαρδος διέταξε τη σφαγή δύο χιλιάδων εφτακοσίων επιζώντων από τη φρουρά της Acre. Οι στρατιώτες του επιδόθηκαν με προθυμία στο έργο της σφαγής, ευχαριστώντας το Θεό, Richard massacre prisonniers σύμφωνα μέ τούς Λατίνους χρονικογράφους, γι’ αυτή την ευκαιρία να εκδικηθούν για τους συντρόφους των που είχαν σκοτωθεί προ της πόλεως. Οι γυναίκες και τα παιδιά των αιχμαλώτων σφάχτηκαν στο πλευρό τους. Οι προφυλακές των Σαρακηνών που ήσαν πιο κοντά στην Acre, είδαν τα γενόμενα και όρμησαν να σώσουν τους συμπατριώτες των, αλλά παρ’ όλο ότι πολέμησαν ως το βράδυ, δεν μπόρεσαν ν’ ανοίξουν δρόμο και να φθάσουν ως αυτούς. Όταν τελείωσε η σφαγή, οι Άγγλοι άφησαν το μέρος με τα ακρωτηριασμένα και αποσυντιθέμενα πτώματα και οι μωαμεθανοί μπόρεσαν να πλησιάσουν και ν’ αναγνωρίσουν τους μαρτυρήσαντες φίλους των. Αυτός ήταν ο Richard the Lionheart.
Πέρα από τήν κατάληψη της Ακρας, ο Ριχάρδος Λεοντόκαρδος δέν μπόρεσε νά πετύχει τίποτα ουσιαστικό, έχοντας απέναντί του έναν ισάξιο σε γενναιότητα στρατιώτη, όπως ήταν ο Σαλαντίν. Η Ιερουσαλήμ θά έμενε υπό μουσουλμανική κατοχή γιά αρκετούς αιώνες ακόμα. Ο Αγγλος βασιλεύς αποφάσισε νά διαπραγματευτεί, διότι τα γεγονότα στό βασίλειο του, τόν καλούσαν πίσω. Στην απουσία του, ο Richard coeur de lion Φίλιππος Αύγουστος κι ο Ιωάννης ο Ακτήμων είχαν αρχίσει ν’ αρπάζουν το βασίλειό του. Επειδή βιαζόταν να γυρίσει, έκλεισε με τον Σαλαδίνο, στις 3 Σεπτέμβρίου 1192, μιαν ειρήνη συμβιβασμού βασισμένη στο χάρτη των επιχειρήσεων. Οι Φράγκοι έπαιρναν την περιοχή που είχαν καταλάβει με τα όπλα τους, δηλαδή την παραθαλάσσια ζώνη απ’ την Τύρο ως τη Γιάφα. Το εσωτερικό με την Ιερουσαλήμ έμενε στην εξουσία του Σαλαδίνου, μα ο Σουλτάνος παραχωρούσε, με κάθε εγγύηση, στους χριστιανούς την ελευθερία του προσκυνήματος στην Αγία Πόλη. Ο Σαλαδίνος εγκαινίαζε το νέο καθεστώς δεχόμενος στην Ιερουσαλήμ με θαυμαστή αβρότητα τους επισκόπους, τους φεουδάρχες και ιππότες, τους χθεσινούς αντιπάλους του, που έρχονταν πριν μπαρκάρουν για να εκπληρώσουν το τάμα τους στον Πανάγιο Τάφο.
Ο Saladin ήταν μόνο πενήντα τεσσάρων ετών αλλά ήταν κουρασμένος και άρρωστος από όλους τους αγώνες του πολέμου. Παρέμεινε στην Ιερουσαλήμ ώσπου άκουσε ότι ο Richard είχε αποπλεύσει από την Acre, απασχολούμενος με την πολιτική διοίκηση της επαρχίας της Παλαιστίνης. Ήλπιζε τότε να επισκεφθεί την Αίγυπτο και κατόπιν να εκπληρώσει την ευλαβή φιλοδοξία του ενός προσκυνήματος στη Μέκκα. Αλλά το καθήκον τον καλούσε στη Δαμασκό. Αφού επί τρεις εβδομάδες περιήλθε τις χώρες που είχε κατακτήσει και συνάντησε τον Bohemund στη Βηρυτό για να υπογράψει μαζί του μια οριστική συνθήκη ειρήνης, έφθασε στη Δαμασκό στις 4 Νοεμβρίου. Εκεί τον περίμενε όγκος εργασίας που είχε συσσωρευτεί κατά την διάρκεια των τεσσάρων ετών που πέρασε μαζί με το στρατό. Ο χειμώνας ήταν βαρύς και με τα τόσα πολλά που είχε να κάνει στην πρωτεύουσά του, ανέβαλε το ταξίδι του στην Αίγυπτο και το προσκύνημά του. Όταν είχε καιρό να διαθέσει άκουγε συζητήσεις ανθρώπων που ήσαν μελετημένοι στη φιλοσοφία και καμιά φορά πήγαινε κυνήγι. Αλλά όσο προχωρούσαν οι μήνες του χειμώνα, εκείνοι που τον γνώριζαν καλύτερα είδαν ότι η υγεία του δεν πήγαινε καλά. Παραπονιόταν για μεγάλη κούραση και ότι λησμονούσε εύκολα. Με μεγάλη δυσκολία κατέβαλλε προσπάθειες για να δεχτεί σε ακροάσεις. Την Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 1193, έκανε κουράγιο να βγει να υποδεχτεί τους προσκυνητές που γύριζαν από τη Μέκκα. Το ίδιο βράδυ παραπονέθηκε για πυρετό και για πόνους. Υπέφερε την αρρώστια του με υπομονή και ηρεμία, ξέροντας καλά ότι το τέλος του πλησίαζε. Την 1η Μαρτίου έπεσε σε αφασία. Ο γιος του, al-Afdal, έφυγε βιαστικά για να εξασφαλίσει τη νομιμοφροσύνη των εμίρηδων, μόνο ο καδής της Δαμασκού και μερικοί πιστοί υπηρέτες έμειναν κοντά στο προσκέφαλο του σουλτάνου. Την Τετάρτη, 3 Μαρτίου 1193, ενώ ο καδής επαναλάμβανε τα λόγια του Κορανίου επάνω του και έφθανε στο εδάφιο “δεν υπάρχει Θεός παρά Εκείνος, σ’ Αυτόν εμπιστεύομαι”, ο ετοιμοθάνατος άνοιξε τα μάτια του και χαμογέλασε και πήγε εν ειρήνη στον Κύριό του.Δυστυχώς η πιό μεγάλη ευκαιρία με το θάνατο του μεγάλου αυτου Άραβα ηγέτη πέρασε ανευκμετάλευτη και η Γ’ Σταυροφορία δεν απέφερε κανένα ουσιαστικό όφελος στα χριστιανικά κράτη.Μιά δεκαετία αργότερα η “Δ’ Σταυροφορία” θα κατέλυε την Ανατολική Ρωμαικη Αυτοκρατορία  και θα προετοίμαζε το έδαφος για τους Οθωμανους Τουρκους.