ΕΥΔΑΙΜΟΝ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ,ΤΟ Δ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΤΟ ΕΥΨΥΧΟΝ ΚΡΙΝΟΜΕΝ...…
[Το μπλόγκ δημιουργήθηκε εξ αρχής,γιά να εξυπηρετεί,την ελεύθερη διακίνηση ιδεών και την ελευθερία του λόγου...υπό το κράτος αυτού επιλέγω με σεβασμό για τους αναγνώστες μου ,άρθρα που καλύπτουν κάθε διάθεση και τομέα έρευνας...άρθρα που κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο κι αντιπροσωπεύουν κάθε άποψη και με τά οποία δεν συμφωνώ απαραίτητα.....Τά σχόλια είναι ελεύθερα...διαγράφονται μόνο τά υβριστικά και οσα υπερβαίνουν τά όρια κοσμιότητας και σεβασμού..Η ευθύνη των σχολίων (αστική και ποινική) βαρύνει τους σχολιαστές..]
ΟΤΑΝ Ο ΑΡΗΣ ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗΣ έδινε την εντολή "όσο διαρκεί ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας, θα ΤΟΝ έχετε μόνο για να κατουράτε..", ήταν, λοιπόν, "συνεπής και οξυδερκής επαναστάτης"...όταν, ο Κοσμάς ο Αιτωλός "τρομοκρατούσε" θεολογικώς τα νεαρά κορίτσια, αφορίζοντας τη σεξουαλικότητα, ήταν "θρησκόληπτος πρωτόγονος σεξιστής"...αν και με τον τρόπο αυτό, σε μια κοινωνία χαμηλής παιδείας, απέτρεπε τους εξισλαμισμούς και την ηθική εξαχρείωση...τι άτιμος εκλεκτικισμός, μιας ψευδοσκέψης χ...ωρίς επάρκεια στην κατανόηση των διαλεκτικών..τι μοχθηρό μένος κατά της πίστης που παλεύει να σώσει την πατρίδα!...ο Αρης κάτεχε ότι η χύμα επιθυμία είναι η δαιμονική κατάλυση κάθε ενεργητικής πνευματικότητας που προϋποτίθεται στους αγώνες και γενικά στη δημιουργική ζωή..κι ο θαυμαστός Πατροκοσμάς είχε την ίδια αρνητική αντίληψη για μια "ελεύθερα διαθέσιμη σεξουαλικότητα" υπό την ηγεμονία του "καθαρού πόθου"...μέγας αγωγός της αντιδραστικής αυτοδιαχείρισης του αποκοινωνικοποιημένου εγώ που μεριμνά μόνο για την αναπαραγωγή και την άκρατη ικανοποίησή του...γιατί είναι "σκοταδόψυχος οπισθοδρομικός" o Αγιος της πατριωτικής αντίστασης;...
Στη μνήμη του π. Κοσμά του Αιτωλού. Συμπληρώνονται σήμερα 240 χρόνια από την 24η Αυγούστου 1779, ημέρα που μαρτύρησε, μετά από απόφαση του Κουρτ Πασά χωρίς καμιά επίσημη κατηγορία, στο Κολικόντασι της Αλβανίας, ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός ή Πατροκοσμάς! Πέρασε στην Ιστορία σαν ο Ελληνορθόδοξος ιερομόναχος, ιερομάρτυρας, ισαπόστολος, διαφωτιστής και εθνεγέρτης που, όπως λέγεται, ίδρυσε 250 σχολεία μέσα σε δεκαέξι χρόνια. «Η σπουδή της ελληνικής γλώσσας και η ισχυροποίηση των ασθενών εθνολογικώς και γλωσσικώς διαμερισμάτων της εθνότητας, ιδίως των βορειότερων, υπήρξε ένας από τους κυριότερους σκοπούς του.» Αυτοί που τον εχθρεύονταν και τον πολεμούσαν γι αυτό δεν ήταν μόνο Τούρκοι κατακτητές αλλά και Ενετοί, Εβραίοι, κοτζαμπάσηδες και άλλοι πλούσιοι της περιοχής όπου έδρασε. Μαζί του ήταν όμως χιλιάδες πιστοί Χριστιανοί, ακόμα και Μουσουλμάνοι. Η μνήμη του παρέμεινε για δεκαετίες ολοζώντανη και μετά τον βίαιο θάνατό του στην κρεμάλα, όπως φαίνεται και από το περιστατικό της ανακομοιδής των λειψάνων του Αγίου από τον Αλή Πασά και τη σχετική λιτανεία μέσα στο αρχοντικό σεράι του, που περιγράφει παραστατικότατα ο βιογράφους του Αλή, ο Γάλλος Jeraumer de la Lauce * : «Συναντήσαμε στο δρόμο το λείψανο του Αγίου Κοσμά κι ακολουθήσαμε κι εμείς μαζί με τάλλο πλήθος προς το σεράι. (…) Η πομπή τέλος μπήκε στην κεντρική αυλή γιομάτη κι αυτή από πλήθος (…) Οι Έλληνες καλόγεροι πέρασαν από διπλούς στίχους σωματοφυλάκων του Αλή, παρατεταγμένων από δω κι από κει. Φορούσαν τις επίσημες στολές τους κόκκινες και χρυσοκέντητες και στα σιλάχια τους λαμποκοπούσαν τα καθάρια τους άρματα. Ξαφνικά στο ύψος της μεγάλης σκάλας, πούφερνε στο εσωτερικό του παλατιού παρατήρησα ένα θέαμα περίεργο κι ανεκδιήγητο. Εκατό πενήντα χριστιανόπουλα από κείνα, που ζούσαν στο σεράι, ασπροντυμένα κι ολοκάθαρα, χύθηκαν στον πυλώνα του παλατιού, κρατώντας στα χέρια τους ασημένια θυμιατά. Χανούμισσες με τους διάφανους λευκούς φερετζέδες τους βγήκαν πίσω από τα παιδιά. Ανέβαιναν περίπου σε τριακόσιες και στριμώχθηκαν όλες στο βάθος του πυλώνα από δω κι από κει της μεγάλης πύλης της εισόδου. Από μακριά μούκαναν την εντύπωση ομίλων από άσπρα φαντάσματα. (….) Έξαφνα είδα τον Αλή να προχωρεί, έχοντας στο πλευρό του μιαν ωραία ξεσκέπαστη γυναίκα. Ήταν η Κυρά Βασιλική ολόμαυρα ντυμένη, που βημάτιζε σεμνά, πλάι στον τύραννο με δακρυσμένα τα μεγάλα της μάτια και κυττάζοντας χάμω ντροπαλά. Κι ενώ οι καλόγεροι, που σήκωναν το λείψανο ανέβαιναν σιγά τις πέτρινες σκάλες, όλο εκείνο το πλήθος γονάτισε. Πρώτος έδωσε το παράδειγμα ο Αλής. Στον πυλώνα, μέσα στην αυλή, τα παιδόπουλα του σεραγιού, οι σωματοφύλακες κι ο άλλος λαός, στο νεκροταφείον απέναντι, έξω στο δρόμο, χιλιάδες άνθρωποι, προσκυνούσαν τον Άγιο γονατιστοί. Η φωνή του παπά ακούστηκε τότε διακριτή κι ηχηρή : «Από λιμού, λοιμού και πολέμου σώσον ημάς Κύριε». Ο Αλής κι η Βασιλική σηκώθηκαν τότε κι ασπάστηκαν μ΄ ευλάβεια τη γυάλινη θυρίδα της ασημένιας κάσσας. Τα παιδόπουλα κουνούσαν τα θυμιατήρια τους, που γιόμιζαν την ατμόσφαιρα μ΄ άσπρα σύννεφα καπνού. Έπειτα όλοι χάθηκαν στο βάθος του σεραγιού κι ο λαός διαλύθηκε έξω.» Ανακηρύχθηκε Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας το 1961 και η μνήμη του εορτάζεται στις 24 Αυγούστου.
-----------------
Σαν σήμερα στα 1779 (ν. ημ.), οι τούρκοι, απαγχονίζουν στο Βεράτι μετά από ραδιουργίες και των εβραίων, τον νεομάρτυρα και εθναπόστολο του Γένους, Κοσμά τον Αιτωλό.
«Καλύτερον, αδελφέ μου, να έχεις ελληνικόν σχολείον εις την χώραν σου, παρά να έχεις βρύσες και ποτάμια.» (Κοσμάς ο Αιτωλός)
Ο Άγιος Κοσμάς γεννήθηκε στο Μέγα Δένδρο της Ναυπακτίας. Πήγε στην μονή Βατοπεδίου να σπουδάσει και κατόπιν έγινε ιερομόναχος και κήρυττε το Ευαγγέλιο στο σκλαβωμένο γένος. Έκτισε πάμπολλα... σχολεία και εκκλησίες απ’ όπου περνούσε.
__________________________
— [Κείμενο (1) : Κοσμάς ο Αιτωλός. Ο Απόστολος τής εθνικής παλιγγενεσίας (http://ellinoistorin.gr/?p=12843)]
— [Κείμενο (2) : Ο Άγιος Κοσμάς όπως τον περιγράφει εμπιστευτική έκθεση προς τον Μοροζίνι (http://www.ellinoistorin.gr/?p=39028)]
— [Κείμενο (3) : Ο θρύλος τού Αγίου Κοσμά στην λαογραφία της Βορείου Ηπείρου (http://www.e-istoria.com/2013_h%20(8).html)]
— (Εικόνα: Ο Εθναπόστολος Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, διδάσκων τον λαό.)
~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~
[Ἑλληνικό Ἡμερολόγιο - http://ellinoistorin.gr/]
Είναι γνωστές οι συντεχνίες στα χρόνια της τουρκοκρατίας με τις αραβοπερσικές και τουρκικές ονομασίες ισνάφ, ή εσνάφ, ή ενσάφ (ισνάφι-συνάφι) και τις αραβικές ρουφέτ, ή ροφέτ, ή ρουφίτ (ρουφέτι), είναι λιγότερο γνώριμες με τα βυζαντινά τους ονόματα: σύστημα, σώμα, σωματείον, τάξις, τάγμα, συντεχνία, που συνήθως αναφέρονται από τους λόγιους.
Οι ποικίλοι αυτοί οργανισμοί, τα ιδιόμορφα ισνάφια, αγκαλιάζουν παράλληλα με τα επαγγελματικά τους συμφέροντα και μια ευρύτερη κοινωνική δράση. Προάγουν τη συνεργατική ιδέα αλλά υπηρετούν και γενικότερα τον κοινωνικό τομέα σύμφωνα με το παράδειγμα των Αδελφάτων. Τα τελευταία, όπως και οι Αδελφότητες, σωματεία ιδρυμένα από τη βυζαντινή εποχή, συνεχίζουν αδιάπτωτα τη δράση τους.
Προσκολλημμένα στο έργο της εκκλησίας έχουν σκοπό πιο περιορισμένο από των ισναφιών, καθαρά θρησκευτικό και φιλανθρωπικό. Στα Αδελφάτα μπορεί ελεύθερα να γραφτεί μέλος κάθε ορθόδοξος από οιαδήποτε κοινωνική τάξη και βαθμό, γυναίκα ή άντρας.
Τα μέλη τους, που καλούνται αναμεταξύ τους «αδελφοί» ή «αδελφαί», πληρώνουν ανάλογα με την οικονομική τους κατάσταση μια ετήσια συνδρομή. Αν τα έσοδα του Αδελφάτου δεν επαρκούν στους ποικίλους αγαθοεργούς του σκοπούς τότε τα πλουσιότερα μέλη, που ήταν συνήθως πρωτομαστόροι, προσφέρουν περισσότερα χρήματα και σκεπάζουν τα ελλείμματα από εράνους που γίνονται μέσα στα ισνάφια.
Αλλά και στα ξένα που ήταν εγκαταστημένοι Έλληνες ιδρύονται παρόμοιες οργανώσεις, όπως στη Βενετία η Αδελφότης της Σκόλας του Αγίου Νικολάου και του Αγίου Γεωργίο των Γραικών, που αναφέρεται από τα πρώτα χρόνια της τουρκοκρατίας. Η δράση των Αδελφάτων συνεχίζεται σε όλο το διάστημα της τουρκοκρατίας και μετά την Επανάσταση στον αλύτρωτο ελληνισμό, ίσαμε τα τελευταία χρόνια.
Τα ισνάφια δεν ενοχλούνται, όπως και οι Αδελφότητες, στη φιλανθρωπική και κοινωνική τους δραστηριότητα, γιατί οι Τούρκοι είχαν ομολογουμένα αναπτυγμένο το συναίσθημα της φιλανθρωπίας και κοινωνικής αλληλεγγύης, που και η τουρκική νομοθεσία το επέβαλλε για τους σκλάβους. Έτσι παράλληλα με την επαγγελματική τους δράση τα ισνάφια παίζουν ενεργετικότατο ρόλο σε κάθε κοινωνικό και αγαθοεργό σκοπό.
Στα ισνάφια αποτείνεται όποιος ζητεί βοήθεια και από αυτά ζητούν χρήματα οι Μητροπολίτες του κάθε τόπου για κάθε εκκλησιαστικό, μορφωτικό και αγαθοεργό σκοπό καθώς και για κάθε επείγουσα Εθνική ανάγκη. Τα ισνάφια λοιπόν μαζί με τα Αδελφάτα οργανώνουν την κοινωνική αλληλεγγύη κατά την τουρκοκρατία. Αλλά κατ’εξοχήν από τις συντεχνίες εξαρτιέται η θρησκευτική, φιλανθρωπική, φιλεκπαιδευτική και εθνική ενέργεια που σταθερά προοδεύει κατά την τουρκοκρατία και αποτελεσματικά ξαπλώνεται σε όλον τον ελληνισμό.
Παντού στην ελληνική χώρα υπάρχουν συνεργατισμοί και συντεχνίες φυσικά με διάφορες και ποικίλες μορφές. Ανάλογα με την απασχόλησή του ο κάθε εργαζόμενος, ακόμη και άνθρωπος χωρίς επάγγελμα, ζητιάνος, έχει τη συντεχνία του, όπως και στη βυζαντινή εποχή. Σύμφωνα με τον πληθυσμό της κάθε πόλης και την επίδοση των κατοίκων, σε άλλα μέρη είναι λιγότερες και σε άλλα περισσότερες συντεχνίες.
Παντού όμως είναι αυστηρά ορισμένος ο καταμερισμός των εργαζόμενων, σε ειδικότητες επαγγελματικές, βιοτεχνικές, εμπορικές. Έτσι υπάρχουν ισνάφια που τα απαντάμε σε όλα σχεδόν τα μέρη, όπως των ραφτάδων, καποτάδων, πραματευτάδων κ.λ.π. και άλλες συντεχνίες που συναντάμε μόνο σε ορισμένες πόλεις, χωριά ή περιοχές ανάλογα με τις τοπικές συνθήκες και ανάγκες, την ειδίκευση των κατοίκων, το πρόσφορο υλικό, την τεχνική παράδοση κ.λ.π.
Κάθε συντεχνία είχε στην πολιτεία της το μονοπώλιο για το ιδιαίτερό της επάγγελμα, όπως και στα βυζαντινά χρόνια. Αλλά και το κάθε επάγγελμα είχε και διάφορους κλάδους ειδικότητας που η κάθε μια αποτελούσε ιδιαίτερη συντεχνία. Το ίδιο, όπως και στο Βυζάντιο, έτσι και στην τουρκοκρατία μια μεγάλη συντεχνία απαρτιζόταν από ιδιαίτερες ειδικότητες, είχε δηλ. διάφορες υποδιαιρέσεις και διαχωρισμούς, μικρότερα ισνάφια, που και πάλι όλα μαζί σχημάτιζαν ένα μεγάλο. Το ισνάφι π.χ. των χρυσοχών διακρινόταν στην Πόλη σε εικοσιπέντε ειδικότητες, χρυσικούς, που είχαν ειδικευθεί σε μια ορισμένη τεχνική της χρυσοχοϊκής ή ασημουργίας και σε όσους είχαν συναφή επαγγέλματα.
Η συντεχνία πάλι κείνων που κατασκεύαζαν τα κεφαλοκαλύμματα είχε εβδομήντα ειδικότητες, μαστόρους που κατασκεύαζαν είτε ιδιαίτερο τυπικό κάλυμμα του κεφαλιού, ή ασχολούνταν με τα υλικά και τον στολισμό των καλυμμάτων καθώς και με το εμπόριό τους. Το ίδιο παντού στην Ελλάδα τα ισνάφια των ραφτάδων, των καποτάδων, των ταμπάκηδων, αλεβράδων κ.λ.π. χωρίζονταν σε ειδικότητες και σε συναφή συχνά και βοηθητικά επαγγέλματα.
Περίπτωση σχηματισμού ισναφιών από πολλά μικρά βλέπομε και στο ισνάφι των τεκτόνων, που αποτελούνται από τεχνίτες ειδικευμένους σε όλους τους κλάδους τους σχετικούς με την οικοδομική: χτιστάδες, σοβατζήδες, μαντεμιτζήδες ή νταμαρτζήδες (λατόμονς), μαρμαράδες - πελεκάνους, μαραγκούς, ταβαντζήδες (οσους κάνανε τα ταβάνια), ξυλογλύπτες-ταγιαδόρους, ζουγράφους κ.λ.π. Το ισνάφι των μαστόρων-χτιστάδων στα Γιάννινα ήταν το πολυπληθέστερο απ' όλα της Ηπείρου. Αποτελούνταν από 450 περίπου μέλη μαστόρους.
Η Ελλάδα είχε μεταβληθεί σε ένα απέραντο βιοτεχνικό εργαστήρι που το προωθούσαν οι καινούριες συνθήκες της τουρκοκρατούμενης χώρας. Τα μεγάλα ισνάφια ανθίζουν κυρίως στις πόλεις που ήταν όχι μόνο διοικητικά αλλά και επαγγελματικά και εμπορικά κέντρα, κόμποι συγκοινωνιών, που διευκολύνουν τους μαστόρους της υπαίθρου να επικοινωνούν με τις πόλεις και όπου μπορούν να συγκεντρώνονται όλα τα βιοτεχνικά προϊόντα της κάθε περιφέρειας κατ’εξοχήν μάλιστα τα προϊόντα της οικιακής ή εργαστηριακής τέχνης που παράγονταν στα χωριά.
Η οικιακή τέχνη βρισκόταν τότε πάνω στην ανάπτυξή της όχι μόνο για την ατομική χρήση, αλλά και σαν επάγγελμα. Ιδιαίτερα η χωρική τέχνη είναι κείνη που τροφοδοτούσε κυρίως τα ισνάφια των πόλεων που πρωτοστατούσαν στην πρόοδο της βιοτεχνίας.
Στην Πελοπόννησο ακμάζουν όλες σχεδόν οι τέχνες και δημιουργούνται ισνάφια σε όλες τις πόλεις. Η Δημητσάνα φημίζεται για τους μύλους της που παρασκευάζουν το μπαρούτι. Οι κάτοικοι της Στέμνιτσας γίνονται ξακουστοί για την κατεργασία του μετάλλου και διατηρούν χυτήρια για καμπάνες, μανουάλια και άλλα εκκλησιαστικά και οικιακά σκεύη.
Στα περισσότερα νησιά, Κύπρο, Κρήτη, Ρόδο, Χίο, Μυτιλήνη, Σάμο, Ύδρα, Σπέτσες, Σίφνο, ιδρύονται μεγάλα ισνάφια με εξαιρετική δράση και ορισμένα από αυτά διακρίνονται για την ειδίκευσή τους σε ένα είδος τέχνης. Στην Κύπρο και τη Χίο βρίσκουμε μεγάλα εργαστήρια υφαντουργίας, κεντητικής, σταμπωτών υφασμάτων. Ιδιαίτερα η Χίος φημίζεται για τα χρυσοΰφαντα μεταξωτά της και τους ξυλογλύπτες της, η Κύπρος για τα χρυσοχοϊκά είδη και την κατεργασία χρυσών νημάτων και χρυσών κορδονιών (χρυσογάϊτανα και ασημογάϊτανα), ώστε να στέλνονται τα προϊόντα της σε όλη τη βαλκανική και τη δύση.
Στη Θεσσαλία ακμάζει η υφαντουργία. Στην Τσαγκαράδα, την Αγυιά, Ραψάνη, Αμπελάκια, ασχολούνται οι κάτοικοι με διάφορα μπαμπακερά υφάσματα και την βαφή των κόκκινων νημάτων. Στα Αμπελάκια, «συστήνουν συντροφιές για την πραγμάτεια των νημάτων», που βαστούν εμπορικά σπίτια στη Σμύρνη, στην Πόλη, τη Βιέννη, τη Λειψία. Ολόκληρο το Πήλιο καταγίνεται με τις τέχνες.
Στην Ήπειρο οι κάτοικοι των περισσότερων χωριών ειδικεύονται στην κατασκευή έργων ορισμένου κλάδου της λαϊκής τέχνης. Tο ίδιο και στη δυτική Μακεδονία, όπου διακρίνεται και η Νιγρίτα με τους περίφημονς αλατζάδες, η Καστοριά με την κατεργασία των γουναρικών που φθάνανε ως το Παρίσι και το Λονδίνο· η Νάουσα για τα πολλά και μεγάλα υφαντουργεία της. Στα Γιάννινα, τη Θεσσαλονίκη, την Τραπεζούντα, εκτός από τις άλλες βιοτεχνίες ακμάζουν και εργαστήρια για εκκλησιαστικά είδη και άμφια με βυζαντινή παράδοση και τεχνοτροπία.
Σε πολλές πόλεις της Θράκης ευδοκιμεί η αγγειοπλαστική και κεραμεική, όπως π.χ. στην Αίνο και στις Σαράντα Εκκλησιές, όπου τα μέλη της συντεχνίας, των κεραμιτζήδων, ξεπερνούσαν τα 800. Στον Πόντο καλλιεργείται, η μεταξουργία, μεταλλουργία, χρυσοχοΐα. Πρέπει μάλιστα να σημειωθεί ότι απ’όλους τους βαλκανικούς λαούς οι Έλληνες ήταν οι καλύτεροι χρυσικοί.
Ελάχιστα είναι τα επαγγέλματα που επιδίδονται οι Τούρκοι, που εξακολουθούσαν πάντοτε να είναι στρατιωτικοί, ή στρατοκρατικοί παράγοντες, ή δημόσιοι υπάλληλοι, ή εισοδηματίες τσιφλικούχοι με μεγάλα κτήματα.
Η Βενετία προσφερόταν περισσότερο για ανώτερες σπουδές. Αρκούσε μια σχέση με ένα μέλος της ελληνικής παροικίας, πρόθυμο να χρηματοδοτήσει τις σπουδές του, για να μπορέσει ένας νέος να σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο της Πάδουας, ένα από τα καλύτερα της Ευρώπης εκείνη την εποχή, όπου μάλιστα κανείς δεν θα επιχειρούσε να τον προσηλυτίσει στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Η ελληνική ιεραρχία ήταν πρόθυμη να πληρώσει για τις σπουδές μερικών αγοριών κατώτερης καταγωγής. Μετά το 1577 για τους νεαρούς Έλληνες υπήρχε επίσης το Κολέγιο του Αγίου Αθανασίου της Ρώμης, το οποίο διατηρούσαν Ιησουίτες μοναχοί και παρείχε αρίστη εκπαίδευση. Ωστόσο, οι νεαροί σπουδαστές δέχονταν μεγάλη πίεση για να αλλαξοπιστήσουν και να προσχωρήσουν στη Ρωμαϊκή Εκκλησία. Ευρύτερες δυνατότητες επιλογής είχαν οι Έλληνες σπουδαστές μετά τις αρχές του 18 ου αιώνα, όταν οι ελληνικής καταγωγής πρίγκιπες της Βλαχίας και της Μολδαβίας ίδρυσαν ακαδημίες στο Βουκουρέστι και το Ιάσιο. Οι ακαδημίες αυτές παρείχαν υψηλό επίπεδο σπουδών αλλά πολλοί ευσεβείς Έλληνες τις θεωρούσαν ιδιαίτερα νεωτεριστικές (16).
Ίσως η Εκκλησία θα μπορούσε να είχε κάνει περισσότερα για την εκπαίδευση. Αλλά η διατήρηση σχολείων είναι πολυδάπανη υπόθεση, ιδιαίτερα όταν πρέπει να δωροδοκούνται οι αρχές. Η έλλειψη χρημάτων επρόκειτο να αποτελέσει το κύριο πρόβλημα της Εκκλησίας· και θα επιδεινωνόταν από το πάθος των Ελλήνων για την πολιτική, το οποίο τώρα πια μπορούσε να βρει διέξοδο μόνο στο χώρο της Εκκλησίας. Οι νέες ευθύνες του Πατριαρχείου συνεπάγονταν μια διευρυμένη γραμματεία τόσο ανοικτή, ώστε να συμπεριλαμβάνει νομικούς και οικονομικούς παράγοντες -και όλοι αυτοί απαιτούσαν καλούς μισθούς. Σύντομα, οι λαϊκοί ανώτεροι αξιωματούχοι, ο πρωτέκδικος, ήτοι ο πρόεδρος του δικαστικού σώματος, ο μέγας λογοθέτης, υπεύθυνος για τα αρχεία, και ο μέγας αγορητής, επίσημος εκπρόσωπος της Εκκλησίας, μια θέση που δημιουργήθηκε αργότερα, είχαν θέση και στην Ιερά Σύνοδο. Επιφανείς λαϊκοί συνδέονταν με την επισκοπή, μηχανορραφώντας για να διασφαλίσουν τις θέσεις τους, που συνεπάγονταν κύρος αλλά και εξουσία, και συχνά αποτελούσαν μια ευκαιρία προσωπικού πλουτισμού. Η επέκταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχε υπαγάγει τα ανατολικά πατριαρχεία, της Αλεξάνδρειας, της Αντιόχειας και της Ιερουσαλήμ, καθώς και τις αυτόνομες αρχιεπισκοπές της Κύπρου και του Σινά, υπό την κυριαρχία του Σουλτάνου· τις σχέσεις τους με την κεντρική κυβέρνηση χειριζόταν το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, γιατί βρισκόταν στην πρωτεύουσα. Όλα αυτά συντελούσαν στην αύξηση των ευθυνών και των εξόδων του. Το Πατριαρχείο και πολλές από τις επισκοπές και τα μοναστήρια λάμβαναν μεγάλες δωρεές, τις οποίες ο Πατριάρχης μπορούσε να φορολογήσει κατά βούληση. Υπήρχε ωστόσο κάποιο όριο στα ποσά που μπορούσε να πληρώσει ένας πιστός. Και οι τουρκικές αρχές ζητούσαν όλο και περισσότερα υπό τη μορφή χρηματισμού (17).
Αυτό οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στους ίδιους τους πατριάρχες. Ο Γεννάδιος φαίνεται ότι αποσύρθηκε το 1465. Ο διάδοχος του Μάρκος Ξυλοκαραβάς παρέμεινε στο θρόνο για λίγους μήνες, πριν υποσκελιστεί από έναν φιλόδοξο ανώτερο κληρικό, τον Συμεών της Τραπεζούντος, ο οποίος συγκέντρωσε 2.000 χρυσά και τα προσέφερε στους υπουργούς του Σουλτάνου ως αντάλλαγμα, για να διατάξουν την Ιερά Σύνοδο να καθαιρέσει τον Μάρκο και να εκλέξει αυτόν στη θέση του. Η χριστιανή μητριά του Σουλτάνου, η πριγκίπισσα της Σερβίας Μάρα, την οποία εκείνος σεβόταν υπερβολικά, το έμαθε και παρενέβη για να ακυρωθεί η συναλλαγή. Η ίδια, ωστόσο, φρονίμως ποιούσα, είχε φέρει μαζί της και 2.000 χρυσά. Μολονότι δόθηκαν εγγυήσεις ότι οι επιθυμίες της θα γίνονταν σεβαστές, από την εποχή εκείνη και στο εξής κάθε μελλοντικός πατριάρχης έπρεπε να προσφέρει ένα χρηματικό ποσό, γνωστό ως πεσκές, ή δώρο, για να εξασφαλίσει την επικύρωση της υποψηφιότητας του από τον Σουλτάνο. Ο Συμεών κατόρθωσε να εξασφαλίσει το θρόνο λίγα χρόνια αργότερα, αλλά σύντομα υποσκελίσθηκε από έναν Σέρβο ιεράρχη, τον Ραφαήλ, που προσφέρθηκε να καταβάλλει επιπλέον στην Υψηλή Πύλη 2.000 χρυσά το χρόνο (18). Περί τα μέσα του 17 ου αιώνα το πεσκές έφτανε συνήθως τα 3.000 χρυσά και η ετήσια εισφορά άλλα τόσα περίπου. Εκείνη την εποχή ο πατριάρχης έπρεπε να πληρώνει επίσης μερικούς « οικειοθελείς » φόρους, το ύψος των οποίων εποίκιλλε κατά περίπτωση· επιπλέον, έπρεπε να προσφέρει το αρνίσιο κρέας που κατανάλωνε η φρουρά του παλατιού, την οποία αποτελούσαν άνδρες με αδηφάγες ορέξεις (19).
Ο Σουλτάνος, λοιπόν, είχε συμφέρον να ορίζει νέους πατριάρχες ή να ξαναδιορίζει εκθρονισμένους πατριάρχες όσο συχνότερα μπορούσε. Ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής ήταν ο μόνος που δεν ενέκρινε κάτι τέτοιο. Χάρη σ' αυτόν ο πατριάρχης Ιερεμίας Α' απήλαυσε μιαν αδιάσπαστη θητεία είκοσι ενός χρόνων -η μακρότερη στην πατριαρχική ιστορία. Για έναν αιώνα, μεταξύ 1495 και 1595, ανέβηκαν στο θρόνο δεκαεννέα πατριάρχες. Από το 1595 ως το 1695 συνέβησαν εξήντα μία αλλαγές στο θρόνο, μολονότι χειροτονήθηκαν μόνο τριάντα ένας πατριάρχες -κι αυτό γιατί πολλοί ξαναδιορίζονταν μετά την εκθρόνιση τους. Μερικές πατριαρχικές θητείες ήταν σύντομες. Ο Ματθαίος Β' πατριάρχευσε για είκοσι μέρες το 1595, αργότερα, μεταξύ 1598 και 1602, για τέσσερα χρόνια, και το 1603 για δεκαεπτά ημέρες. Ο Κύριλλος Α' ανέβηκε στον πατριαρχικό θρόνο επτά φορές. Ο διάδοχος του Κύριλλος Β' πατριάρχευσε αρχικά μόνο για μία εβδομάδα και αργότερα για δώδεκα μήνες. Η κατάσταση έφθασε στο απόγειο της το 1726, όταν ο Κάλλιστος Γ' πλήρωσε 5.600 χρυσά για την εκλογή του και πέθανε από τη χαρά του, από συγκοπή καρδιάς, την επόμενη μέρα. Μετά από αυτό, οι ίδιοι οι Τούρκοι κατάλαβαν ότι τα πράγματα είχαν φθάσει στο απροχώρητο. Το πεσκές και η ετήσια εισφορά καθορίστηκαν επακριβώς. Στον αιώνα μεταξύ 1695 και 1795 υπήρξαν μόνο τριάντα μία πατριαρχικές θητείες και είκοσι τρεις πατριάρχες. Μετά το 1765 απαγορεύθηκε στους πατριάρχες να πληρώνουν το πεσκές από τα έσοδα της Εκκλησίας. Έπρεπε να ανασύρουν το ποσό από τις δικές τους τσέπες (20).
Αυτό το μέτρο αποδείχθηκε σωτήριο, γιατί τα χρέη του Πατριαρχείου ανέβαιναν σταθερά. Γύρω στα 1730 είχε εκτιμηθεί ότι έφταναν τα 100.769 πιάστρα, ενώ τα ετήσια έσοδα σπανίως επαρκούσαν για την πληρωμή των συνηθισμένων εξόδων. Λίγο πριν ξεσπάσει η Ελληνική Επανάσταση, τα χρέη λέγεται ότι έφθαναν τα 1.500.000 πιάστρα (21). Ήταν ευχής έργο που η Εκκλησία διέθετε πλούσιους φίλους, πρόθυμους να τη βοηθήσουν. Οι κυβερνήτες των ευημερούντων πριγκιπάτων της Βλαχίας και της Μολδαβίας είχαν υποταχθεί οικειοθελώς στον Σουλτάνο, και έτσι τους είχε παραχωρηθεί το προνόμιο να διατηρούν τους θρόνους τους υπό την οθωμανική κυριαρχία. Ήταν πρόθυμοι να βοηθούν κάθε τόσο το Πατριαρχείο, για να αντιμετωπίζει τα οικονομικά του προβλήματα. Ακόμη βορειότερα υπήρχε και ο Τσάρος της Μοσχοβίας. Καθώς ο ίδιος, μετά την πτώση του Βυζαντίου, θεωρούσε τον εαυτό του κεφαλή της Ορθόδοξης Χριστιανικής Κοινότητας, είχε καθήκον να ενδιαφέρεται για το συμφέρον της Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης. Αλλά η γενναιοδωρία αυτών των ηγεμόνων, μολονότι ήταν μεγάλη κατά καιρούς, παρέμενε σπασμωδική. Το πρώτο ήμισυ του 17 ου αιώνα η Μοσχοβία δεν ήταν σε θέση να στέλνει βοήθεια. Χρειάζονταν προστάτες πιο κοντινοί (22).
Ένα απρόβλεπτο αποτέλεσμα της οθωμανικής κατάκτησης ήταν η αναγέννηση της ελληνικής εμπορικής ζωής. Οι Ιταλοί, που είχαν κυριαρχήσει στο εμπόριο της Ανατολής κατά τον όψιμο Μεσαίωνα, έχασαν τα προνόμια τους, και οι αποικίες τους έφθιναν. Ελάχιστοι Τούρκοι είχαν κάποια προτίμηση ή ικανότητα για το εμπόριο- έτσι, το εμπόριο στις τεράστιες και εκτεταμένες οθωμανικές κτήσεις περιήλθε στα χέρια των υποτελών λαών, στους Εβραίους, στους Αρμένιους και κυρίως στους Έλληνες. Μην μπορώντας να απολαύσουν την αγαπημένη τους ενασχόληση, την πολιτική, παρά μόνο στους κόλπους της Εκκλησίας, οι πιο δραστήριοι Έλληνες ανέλαβαν το εμπόριο και τις τραπεζικές εργασίες, κι έτσι έγιναν απαραίτητοι στους ισχυρούς Τούρκους που δεν καταδέχονταν να ασχοληθούν με τέτοια ζητήματα. 'Aλλοι Έλληνες ασχολήθηκαν με την ιατρική, μια και υπήρχαν ελάχιστοι Τούρκοι που διέθεταν σχετικές γνώσεις. Το γεγονός αυτό τους άνοιξε μια δίοδο προς τα τουρκικά σπίτια.
Σύντομα αναδύθηκε μια πλούσια τάξη Ελλήνων. Η διακριτικότητα, βέβαια, ήταν απαραίτητη. Ένας χριστιανός που επιδείκνυε τον πλούτο του κινδύνευε να τον δει να κατάσχεται εξαιτίας κάποιας κατασκευασμένης κατηγορίας για προδοσία ή άλλο πταίσμα και, ίσως, να χάσει και τη ζωή του. Αυτή ήταν η μοίρα του πρώτου Έλληνα εκατομμυριούχου της σκλαβιάς, του Μιχαήλ Καντακουζηνού, τον οποίο οι Τούρκοι αποκαλούσαν Σαϊτάνογλου, γιο του Διαβόλου. Στα μέσα του 16 ου αιώνα είχε αποκτήσει το μονοπώλιο του εμπορίου γούνας από τη Ρωσία. Ζούσε στην Αγχίαλο, στη Μαύρη Θάλασσα, σε μια πόλη που ήταν ολότελα σχεδόν ελληνική, και όπου ο πλούτος του δεν μπορούσε να προσελκύσει τον τουρκικό φθόνο. Μπορούσε να παντρευτεί την κόρη του Πρίγκιπα της Βλαχίας· και ασκούσε τέτοια επιρροή στην Εκκλησία, ώστε κατόρθωσε να εκθρονίσει έναν άξιο πατριάρχη ε πειδή απεφάνθη ότι ένα συνοικέσιο στο οποίο απέβλεπε η οικογένεια του απαγορευόταν από το κανονικό δίκαιο. Για να κερδίσει την εύνοια του Σουλτάνου, κατασκεύασε με δικά του έξοδα εξήντα γαλέρες γιο το οθωμανικό ναυτικό. Παρ ' όλα αυτά, ο Σουλτάνος τον καταδίκασε σε θάνατο το 1578, δημεύοντας και πουλώντας την περιουσία του. Το μεγαλύτερο μέρος της θαυμάσιας βιβλιοθήκης του αγοράστηκε από μοναστήρια του Αγίου Όρους (23).
Ο λίγο νεότερος του Ιωάννης Καρατζάς έκανε τεράστια περιουσία ως προμηθευτής του οθωμανικού στρατού, μια θέση που μεταβίβασε στο γαμπρό του Σκαρλάτο, τον επονομαζόμενο Μπεγλίτση, ο οποίος απέκτησε περιουσία ακόμη μεγαλύτερη και από αυτήν του Σαϊτάνογλου. Όταν δολοφονήθηκε από έναν φανατικό γενίτσαρο το 1630, το μεγαλύτερο μέρος του πλούτου του το κληρονόμησε η νεότερη κόρη του Ρωξάνδρα, χήρα του ηγεμόνα της Βλαχίας και Μολδαβίας. Υπήρχαν τώρα πια αρκετές δυναστείες Ελλήνων εμπόρων και τραπεζιτών, που είχαν ως βάση τη συνοικία του Φαναρίου στην Κωνσταντινούπολη, αλλά επιδίωκαν να επενδύσουν τα χρήματα τους στη Βλαχία και τη Μολδαβία, στις μόνες οθωμανικές κτήσεις όπου χριστιανοί λαϊκοί μπορούσαν να έχουν έγγειο ιδιοκτησία. Εκεί τελούσαν γάμους με την τοπική αριστοκρατία και με την ηγεμονική οικογένεια της Βεσσαραβίας, ενώ διατηρούσαν τους οικονομικούς δεσμούς τους με την Κωνσταντινούπολη (24).
Στα μέσα του 17 ου αιώνα ένας νεαρός Χιώτης που είχε σπουδάσει ιατρική στην Πάδουα, ο Παναγιώτης Νικούσιος Μαμωνάς, ο επονομαζόμενος «Πράσινο 'Aλογο» -από την παροιμία ότι όσο δύσκολα μπορείς να βρεις ένα πράσινο άλογο άλλο τόσο κι έναν σοφό άνθρωπο από τη Χίο- προσελήφθη από τον αλβανικής καταγωγής μεγάλο βεζίρη Αχμέτ Κιοπρουλού ως οικογενειακός του γιατρός. Η μεγάλη του γλωσσομάθεια και οι ικανότητες του εντυπωσίασαν τόσο τον Κιοπρουλού, ώστε το 1669 δημιούργησε γι' αυτόν το αξίωμα του Μεγάλου Δραγουμάνου της Υψηλής Πύλης, δηλαδή τη θέση του αρχιμεταφραστή και υπεύθυνου της γραμματείας του Υπουργείου Εξωτερικών. Μ' αυτή την ιδιότητα ο Μαμωνάς επιτρεπόταν να τρέφει γενειάδα, να ιππεύει άλογο και να φέρει ένα καπέλο με γούνα. Τόσο καλά έφερε σε πέρας τα καθήκοντα του ο Μαμωνάς, ώστε όταν πέθανε, το 1673, ο Κιοπρουλού προσέλαβε έναν άλλο Έλληνα στην ίδια θέση (25).
Επρόκειτο για τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, γιο της κληρονόμου του Μπεγλίτση Ρωξάνδρας και του δευτέρου συζύγου της -ενός Χιώτη που ισχυριζόταν ότι είναι απόγονος της ελληνοενετικής οικογένειας των Μαύρων ή Μόρο (στην οποία ανήκε ο γνωστός μας Οθέλλος ο Μαυριτανός) και της ελληνογενοβέζικης οικογένειας των Κορντάτο, και του οποίου η μητέρα ανήκε σε έναν κλάδο της παλιάς ρωμαϊκής οικογένειας των Μάξιμων. Ο Αλέξανδρος σπούδασε αρχικά στο Ελληνικό Κολέγιο της Ρώμης, χωρίς ωστόσο να προσηλυτιστεί στον καθολικισμό, στη συνέχεια στο Πανεπιστήμιο της Πάδουας, από το όποιο αποπέμφθηκε για επαναστατική συμπεριφορά, και τέλος στην Μπολόνια, από όπου πήρε το διδακτορικό του με μια αξιοσημείωτη διατριβή πάνω στην κυκλοφορία του αίματος. Σε ηλικία 24 ετών διορίστηκε μέγας αγορητής της Μεγάλης Εκκλησίας και διευθυντής της Πατριαρχικής Ακαδημίας, ενώ συνέχιζε να εξασκεί την ιατρική, συμπεριλαμβανομένου μάλιστα μεταξύ των πελατών του και του Σουλτάνου. Ήταν 31 ετών όταν έγινε Μέγας Δραγουμάνος. Διατήρησε το αξίωμα ως το 1698, με εξαίρεση μερικούς μήνες το 1684, όταν φυλακίστηκε άδικα, εξιλαστήριο θύμα της τουρκικής ήττας προ των πυλών της Βιέννης. Το 1698 δημιουργήθηκε γι' αυτόν ένα ακόμη ανώτερο αξίωμα: διορίστηκε «Εξ Απορρήτων», Φύλακας των Μυστικών και αρχιγραμματέας του Σουλτάνου, με τους τίτλους του Πρίγκιπα και της Εκλαμπρότατης Υψηλότητας. Πέθανε σε ώρα υπηρεσίας το 1709 (26).
Κανείς άλλος Έλληνας δεν κατέκτησε τόσο υψηλή θέση στην υπηρεσία του Σουλτάνου. Ωστόσο, πολλοί έγιναν υπάλληλοι της οθωμανικής κυβέρνησης, προς μεγάλο τους όφελος· χρησιμοποιούσαν μάλιστα τις θέσεις τους για να βοηθούν και τους Έλληνες συμπατριώτες τους. Όταν η γηγενής δυναστεία της Βεσσαραβίας έσβησε στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες, ο Σουλτάνος διόρισε Έλληνες από το Φανάρι ως πρίγκιπες της Βλαχίας και της Μολδαβίας. Όπως ακριβώς συνέβαινε και με το Πατριαρχείο, οι υποψήφιοι αυτών των θέσεων έπρεπε να πληρώσουν ένα μεγάλο ποσό για να εξασφαλίσουν το διορισμό τους, καθώς επίσης και επαχθή ετήσια εισφορά· και γι' αυτό ακριβώς οι Τούρκοι προέβαιναν σε συχνές αλλαγές. Καμιά πριγκιπική θητεία δεν επιτρεπόταν να διαρκεί επί πολύ. Όσο κι αν ήταν πλούσιες σε φυσικούς πόρους οι Ηγεμονίες, ελάχιστοι πρίγκιπες επέστρεφαν στην Κωνσταντινούπολη πλουσιότεροι μετά την εμπειρία τους εκεί. Πάντως, πολλοί διεκδικούσαν το αξίωμα. Συνεπαγόταν κύρος και έναν πριγκιπικό τίτλο για την οικογένεια, καθώς και μια σύντομη περίοδο εξουσίας. Δεν μπορούμε να πούμε ότι οι πρίγκιπες, στην προσπάθεια τους να αποζημιωθούν, ασχολήθηκαν θερμά με τα καθήκοντα τους, αν και μερικοί, όπως ο Κωνσταντίνος Μαυροκορδάτος, ο εγγονός του Εξ Απορρήτων, ήταν φωτισμένοι κυβερνήτες. Αυτός συγκεκριμένα μεταρρύθμισε τη φορολογία, για να την κάνει δικαιότερη, και σχεδίαζε να απελευθερώσει τους δουλοπάροικους. Αλλά οι πρίγκιπες έκαναν πολλά και για τον Ελληνισμό. Οι ακαδημίες που ίδρυσαν στο Βουκουρέστι και το Ιάσιο έγιναν κέντρα κλασικών σπουδών, όπου οι Έλληνες έρχονταν και πάλι σε επαφή με την πνευματική τους κληρονομιά (27).
Οι Φαναριώτες ήταν επίσης γενναιόδωροι προς την Εκκλησία. Αλλά εκεί η επιρροή τους δεν ήταν τόσο ευνοϊκή. Ως αντάλλαγμα της γενναιοδωρίας τους απαιτούσαν για τους συγγενείς τους τα κορυφαία λαϊκά αξιώματα της πατριαρχικής οργανωτικής δομής και συμμετοχή στην επιλογή του Πατριάρχη. Ευνοούσαν τη σύγχρονη εκπαίδευση και επιθυμούσαν να εκσυγχρονίσουν την Εκκλησία. Αλλά η Εκκλησία δεν ήταν έτοιμη να δεχθεί τα οφέλη του Διαφωτισμού του 18 ου αιώνα. Από τις τάξεις της εξακολουθούσαν βέβαια να βγαίνουν μορφωμένοι κληρικοί, αλλά το επίπεδο έπεφτε σταδιακά. Ως τα μέσα του 17 ου αιώνα τα μοναστήρια του 'Aθω εξακολουθούσαν να εμπλουτίζουν τις βιβλιοθήκες τους. Περί τα τέλη όμως του αιώνα τα βιβλία συνήθως έμεναν αδιάβαστα. Επιπλέον, το Πατριαρχείο, αντιμετωπίζοντας πολιτικά και οικονομικά προβλήματα, δεν μπορούσε πια να επιβλέπει ικανοποιητικά τις επαρχίες. Είχε χάσει την επαφή με τους εκεί πιστούς. Κι αυτό έγινε ολοφάνερο όταν, κατά τον 18 ο αιώνα, το δημοφιλές κίνημα του εθνικισμού άρχισε να προσελκύει τους Έλληνες, ιδίως μέσα στην ίδια την Ελλάδα. Την ίδια στιγμή που οι μοναχοί στην Ελλάδα απέρριπταν τις προσπάθειες του Πατριαρχείου να βελτιώσει τη μόρφωση τους, υποστήριζαν επαναστατικά κινήματα, ακόμη και τη ληστεία, παροτρυνόμενοι από αντικληρικαλιστές Έλληνες, όπως ο Αδαμάντιος Κοραής, οι οποίοι ζούσαν ασφαλείς στο Παρίσι (28).
Το κίνημα για την ελληνική ανεξαρτησία δημιούργησε τρομερά προβλήματα στο Πατριαρχείο. Κάθε πατριάρχης έπρεπε κατά τη χειροτονία του να ορκιστεί πίστη στον Σουλτάνο και να εγγυηθεί ότι το ποίμνιο του θα ήταν αφοσιωμένο στην οθωμανική κυβέρνηση. Μπορούσε να σπάσει τον βαρύ αυτόν όρκο; Επιπλέον, ζώντας στο κέντρο των γεγονότων, στην Κωνσταντινούπολη, ήξερε πως, μολονότι η οθωμανική διοίκηση βυθιζόταν στο χάος, ο οθωμανικός στρατός παρέμενε τρομερός. Κάθε πρόσφατη χριστιανική εξέγερση στην Πελοπόννησο, την Κύπρο, τις Ηγεμονίες είχε κατασταλεί βάναυσα. Μπορούσε να ενθαρρύνει το ποίμνιο του να αναλάβει ένα τέτοιο εγχείρημα; Δεν θα ήταν καλύτερο να ακολουθήσουν τη συμβουλή των άλλων Φαναριωτών ; Έλπιζαν να συνεχίσουν να εργάζονται διεισδύοντας όλο και βαθύτερα στην παραπαίουσα οθωμανική γραφειοκρατία, έτσι ώστε, όταν καταρρεύσει, να μπορέσουν να την αναλάβουν οι ίδιοι. Αλλά μια τέτοια στάση δεν ταίριαζε στους ανυπόμονους νεαρούς εθνικιστές, ακόμη κι αν αυτοί προέρχονταν από τους Φαναριώτες και την ιεραρχία. Όταν το 1821 υψώθηκε η σημαία της Επανάστασης -στις ηγεμονίες από έναν νεαρό Φαναριώτη και στην Πελοπόννησο από έναν αρχιεπίσκοπο- οι φόβοι του Πατριάρχη, του Γρηγορίου Ε', δικαιώθηκαν. Αλλά δεν μπορούσε να καταγγείλει και να αποκηρύξει τους επαναστάτες, όπως απαιτούσαν οι Τούρκοι αφέντες του. Πλήρωσε γι' αυτό με τη ζωή του (29).
Δεν είναι εφικτό σε ένα σύντομο άρθρο να δώσει κανείς περισσότερα από ένα περίγραμμα της ιστορίας του Ρουμ Μιλετί. Α λλά προσπάθησα να δείξω ότι οι Έλληνες αυτής της σκοτεινής περιόδου της Τουρκοκρατίας αξίζουν μια καλύτερη μεταχείριση από αυτήν που οι περισσότεροι ιστορικοί τους επιφυλάσσουν. Παρά τις δυσκολίες, παρά την ανάξια συμπεριφορά πολλών από αυτούς, κατόρθωσαν να διατηρήσουν τον Ελληνισμό ζωντανό. Αυτό οφείλεται βασικά στον μεγάλο πατριάρχη Γεννάδιο και εν μέρει, πράγματι, στον σουλτάνο Μεχμέτ τον Κατακτητή, που δεν θέλησε να δει τον ελληνικό πολιτισμό να αφανίζεται. Οι επόμενοι σουλτάνοι ήταν λιγότερο πεφωτισμένοι· και πρέπει να επισημανθεί ότι μερικοί από τους επόμενους πατριάρχες ήταν ακατάλληλοι γι' αυτό το καθήκον. Πρέπει να αναγνωριστεί επίσης και ο ρόλος των Φαναριωτών, που τόσο έχουν κακολογηθεί. Αυτοί έδωσαν το ερέθισμα για μία αναγέννηση του Ελληνισμού τον 18 ο αιώνα, συμβάλλοντας πολύ περισσότερο σ' αυτήν από ό,τι ο υπερτιμημένος αντικληρικαλιστής Κοραής. Η ιστορία της Τουρκοκρατίας έχει να επιδείξει ελάχιστους περιφανείς ήρωες · πρόκειται όμως για μια ηρωική ιστορία καθ' εαυτήν. Είναι η ιστορία ενός καταπιεσμένου λαού που αρνήθηκε να απωλέσει την ταυτότητα του και να ξεχάσει τις υψηλές του παραδόσεις. Και ήταν, υπεράνω όλων, η Εκκλησία εκείνη που κράτησε αναμμένη τη φλόγα.
Αμφίβολο είναι αν αυτή η ρύθμιση έγινε ποτέ γραπτός νόμος. Καθώς συμφωνούσε σε γενικές γραμμές με τον παραδοσιακό θεσμό του μιλετιού, που λειτουργούσε στο πλαίσιο του μουσουλμανικού κράτους, ίσως δεν είχε θεωρηθεί απαραίτητο να καταγραφεί. Οι ιστορικές ενδείξεις φανερώνουν ότι είχε γίνει αποδεκτή, ενώ τα διασωθέντα ως τις μέρες μας μπεράτια -που κάθε επίσκοπος έπαιρνε από τον Σουλτάνο κατά την εκλογή του, και τα οποία καθόριζαν τα προνόμια και τα καθήκοντα του- αποτελούν μια ακόμη πρόσθετη μαρτυρία. Γνωρίζουμε ωστόσο ότι ο Σουλτάνος υπέγραψε δύο συγκεκριμένα έγγραφα. Το πρώτο ήταν ένα φιρμάνι που αφορούσε τον Γεννάδιο και εγγυόταν στον Πατριάρχη το «απαραβίαστο, το αφορολόγητο και το αμετακίνητο», του εξασφάλιζε ότι δεν θα καθαιρεθεί παρά μόνο με την ομόφωνη απόφαση της Συνόδου, και του έδινε το δικαίωμα μεταβίβασης αυτών των προνομίων στους διαδόχους του. Στο φιρμάνι ενδέχεται επίσης να αναφερόταν και το ειδικό δικαίωμα του Πατριάρχη να ιππεύει, μόνος μεταξύ των χριστιανών, άλογο. Οι ομόθρησκοι του μπορούσαν να χρησιμοποιούν μόνο γαϊδούρια ή, στην καλύτερη περίπτωση, μουλάρια.
Το άλλο έγγραφο αποτελούσε γραπτή υπόσχεση ότι οι εκκλησιαστικές συνήθειες οι σχετικές με τους γάμους και τις κηδείες θα επικυρώνονταν νόμιμα, ότι η εορτή του Πάσχα θα αναγνωριζόταν επίσημα, ότι οι χριστιανοί θα απολάμβαναν ελευθερία κινήσεων κατά τη διάρκεια του τριήμερου εορτασμού του Πάσχα, και ότι δεν θα μεταβάλλονταν σε τζαμιά άλλες εκκλησίες. Δυστυχώς, εβδομήντα περίπου χρόνια αργότερα, όταν το έγγραφο αναζητήθηκε για να χρησιμοποιηθεί προκειμένου να ανασταλεί η μετατροπή μιας εκκλησίας σε τζαμί, διαπιστώθηκε ότι είχε καταστραφεί σε μια πυρκαγιά του Πατριαρχείου (8).
Η τακτοποίηση του θεσμικού πλαισίου επέτρεπε πλέον στον Γεννάδιο να αποδεχθεί το αξίωμα του Πατριάρχη. Πιθανότατα εξελέγη από τους ιεράρχες εκείνους οι οποίοι συναποτελούσαν την Ιερά Σύνοδο. Στη συνέχεια, στις 6 Ιανουαρίου 14 54 έγινε δεκτός σε ακρόαση από τον Σουλτάνο, ο οποίος του ενεχείρισε τα διακριτικά του αξιώματος του, τα άμφια, την ποιμαντορική ράβδο και το εγκόλπιο. Ο γνήσιος σταυρός είχε χαθεί ή, το πιθανότερο, είχε υπεξαιρεθεί από τον πρώην πατριάρχη Γρηγόριο Μάμμα, όταν ο τελευταίος είχε καταφύγει στην Ιταλία. Έτσι, ο ίδιος ο Μεχμέτ Β' πρόσφερε στον Γεννάδιο έναν επάργυρο σταυρό. Χειροτονώντας τον, μάλιστα, πρόφερε λέξεις παρεμφερείς με αυτές που χρησιμοποιούσαν οι χριστιανοί αυτοκράτορες: «' Ἔ σο Πατριάρχης, τύχ ῃ ἀ γαθ ῇ. Ἔ σο βέβαιος γιά τή φιλία μας. Ἄ ς ἀ πολαύσεις ὅ λα τά προνόμια τ ῶ ν προκατόχων σου πατριαρχ ῶ ν ».
Ένα προνόμιο δεν μπορούσε ωστόσο να απολαύσει ο Γεννάδιος: δεν θα μπορούσε να χειροτονηθεί στη μεγάλη εκκλησία της Αγίας Σοφίας, γιατί ο ναός είχε μετατραπεί σε τζαμί. Οδηγήθηκε λοιπόν στους Αγίους Αποστόλους, τη δεύτερη σε μέγεθος εκκλησία της πόλης, όπου ευλογήθηκε από τον μητροπολίτη Ηρακλείας -ο οποίος, σύμφωνα με την παράδοση, έκανε τη χειροτονία- και τέλος ενθρονίστηκε. Εμφανίστηκε έφιππος σε ένα λευκό άλογο που του δώρισε ο Σουλτάνος και έκανε το γύρο της πόλης. Επιστρέφοντας, εγκατέστησε το σπίτι και τα γραφεία του στα οικοδομήματα που εφάπτονταν της εκκλησίας, φέρνοντας μαζί του ένα πλούσιο δώρο από χρυσάφι, προσφορά του Σουλτάνου (9).
Γενικά, και αφού η φρίκη της λεηλασίας της πόλης κόπασε, η συμπεριφορά που αντιμετώπισαν οι Έλληνες δεν ήταν τόσο άσχημη όσο αναμενόταν. Ο Κατακτητής έδειχνε πρόθυμος να τους δει ικανοποιημένους και ευημερούντες και να επιδείξει σεβασμό προς την Εκκλησία τους. Αποφασισμένος να αναζωογονήσει την Κωνσταντινούπολη, μετακίνησε στην πόλη, γι' αυτόν ακριβώς το σκοπό, πληθυσμούς από άλλες περιοχές της επικράτειας, συμπεριλαμβανομένων και πολλών Ελλήνων της Ανατολής. Οι πληθυσμιακές μετακινήσεις που γίνονται δια της βίας δεν είναι ποτέ ευχάριστες- πολλοί από τους Έλληνες αυτούς ωστόσο προέρχονταν από περιοχές όπου οι Τούρκοι υπερείχαν μόνο αριθμητικά, αλλά έτρεφαν εχθρικά αισθήματα απέναντι τους. Η μετοίκηση τους στην Πόλη δεν τους ήταν δυσάρεστη, γιατί τους δινόταν η ευκαιρία να εγκατασταθούν σχετικά άνετα, να συνεχίσουν τις ενασχολήσεις τους με κάποια ασφάλεια και να εκκλησιάζονται απρόσκοπτα. Ακόμη και στις επαρχίες οι Έλληνες απολάμβαναν τώρα μεγαλύτερη ασφάλεια· και σε περιοχές όπως η Ελλάδα, όπου οι Τούρκοι αποτελούσαν μια ισχνή μειοψηφία, υπήρχε μεγαλύτερη άνεση απ' ό,τι κατά τους προηγούμενους, ταραγμένους αιώνες. Επιπλέον, καθώς η Οθωμανική Αυτοκρατορία εξακολουθούσε να επεκτείνεται, ο ελληνικός κόσμος γρήγορα θα ενωνόταν, εκτός από τα νησιά του Ιονίου, την Κύπρο και την Κρήτη, όπου κυρίαρχοι ήταν ακόμη οι Ενετοί· σύντομα, βέβαια, οι Τούρκοι θα καταλάμβαναν την Κύπρο και την Κρήτη, απαλλάσσοντας έτσι τους Έλληνες από τη μισητή κυριαρχία της Ρωμαϊκής Εκκλησίας (10).
Η κατάσταση θα μπορούσε να ήταν πολύ χειρότερη, ωστόσο οι δυσκολίες ήταν πολλές. Οι Έλληνες αναγκάστηκαν να αποδεχθούν το γεγονός ότι τώρα ήταν πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Ήταν υποχρεωμένοι να φορούν ένα χαρακτηριστικό ένδυμα, και οι λαϊκοί δεν επιτρεπόταν να τρέφουν γενειάδες. Σε περίπτωση αντιδικίας με τους Τούρκους είχαν ελάχιστες πιθανότητες να δικαιωθούν. Ακόμη και ένα ευνοϊκό γι' αυτούς σουλτανικό διάταγμα μπορούσε να ακυρωθεί από τα μουσουλμανικά δικαστήρια ως αντιτιθέμενο στο νόμο του Κορανίου. Παρ ' όλα αυτά, η καλή διάθεση του Σουλτάνου μετρούσε ακόμη. Ο Κατακτητής, αφού κατόρθωσε να εξουδετερώσει τους ηγέτες των Ελλήνων, έγινε μεγαλόθυμος απέναντι τους. Αλλά ο γιος και κληρονόμος του Βαγιαζήτ Α' είχε ανδρωθεί σε μια περίοδο κατά την οποία το βυζαντινό πνευματικό μεγαλείο είχε αρχίσει πια να βουλιάζει στη λήθη. Ο ίδιος δεν ήταν διανοούμενος και έβλεπε τους Έλληνες σαν υποτελείς τους οποίους δεν άξιζε να σέβεται. Ο γιος του Σελήμ Α' απεχθανόταν τους χριστιανούς τόσο, που άρχισε να σκέφτεται σοβαρά να τους αναγκάσει να αλλαξοπιστήσουν και να προσχωρήσουν συνολικά στο μωαμεθανισμό. Όταν του υπέδειξαν πως κάτι τέτοιο ήταν πρακτικά αδύνατο, απαίτησε να παραδώσουν τουλάχιστον όλες τις εκκλησίες τους στους Τούρκους. Τρομοκρατημένος ο Μεγάλος Βεζύρης προειδοποίησε τον Πατριάρχη, ο όποιος, ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων, κατόρθωσε να παρουσιάσει δύο ογδοντάχρονους γενιτσάρους, οι οποίοι ορκίστηκαν στο Κοράνι ότι είχαν δει με τα μάτια τους τον Κατακτητή να δέχεται τα κλειδιά διαφόρων συνοικιών της κατακτημένης πόλης, υποσχόμενος στους χριστιανούς ότι ως αντάλλαγμα θα μπορούσαν να διατηρήσουν τις εκκλησίες τους. Ο Σελήμ υποχώρησε.
Ο μεγάλος σουλτάνος Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής ή, όπως τον αποκαλούν οι Τούρκοι, Νομοθέτης (πέθανε το 1566) ήταν ένας δίκαιος και ευσυνείδητος ηγέτης, που σεβόταν τα δικαιώματα των μειονοτήτων. Αλλά μετά το θάνατο του άρχισε η σήψη (11). Ελάχιστοι από τους σουλτάνους που τον διαδέχθηκαν διέθεταν πραγματικές ικανότητες. Αρκετοί διακεκριμένοι βεζίρηδες, βέβαια, όπως οι προερχόμενοι από την οικογένεια Κιοπρουλού ( Κö rp ü l ϋ), αντιμετώπισαν με ακλόνητη εντιμότητα τις μειονότητες. Συνήθως όμως κανείς δεν επενέβαινε, αν οι τοπικοί κυβερνήτες ή άλλοι αξιωματούχοι ασκούσαν καταπίεση. Ανώτεροι αξιωματούχοι, αλλά και σουλτάνοι ακόμη, συνέχιζαν να μετατρέπουν εκκλησίες σε τζαμιά, με αποτέλεσμα μία μόνο εκκλησία της Κωνσταντινούπολης, η Αγία Μαρία των Μογγόλων, να παραμείνει ως τις μέρες μας χριστιανική. Η εκκλησία διασώθηκε, επειδή ο Μεχμέτ ο Κατακτητής είχε υπογράψει ο ίδιος ένα φιρμάνι, με το οποίο εγγυόταν τη διατήρηση της, ανταμείβοντας έτσι τον ευνοούμενό του αρχιτέκτονα που την είχε κατασκευάσει (12).
Ο Γεννάδιος είχε επίγνωση των δυσκολιών. Η εκκλησία των Αγίων Αποστόλων, την οποία ο Σουλτάνος του είχε παραχωρήσει, ήταν πολύ φτωχή, και η επιδιόρθωση της θα κόστιζε ακριβά. Επιπλέον, βρισκόταν σε μια περιοχή που είχε εποικιστεί από Τούρκους, οι οποίοι δεν ανέχονταν την ύπαρξή της. Μέσα σε ένα χρόνο την επέστρεψε στον Σουλτάνο, ο οποίος την κατεδάφισε και στη θέση της έκτισε ένα τζαμί. Ο Γεννάδιος τότε μετακόμισε στον μοναστηριακό ναό της Παμμακαρίστου. Οι καλόγριες μεταφέρθηκαν σε διπλανά κτίρια, και ο Πατριάρχης εγκατέστησε στη μονή την κατοικία και τα γραφεία του. Ο σουλτάνος Μεχμέτ Β' συνήθιζε να τον επισκέπτεται εκεί για να συζητήσει μαζί του θεολογικά ζητήματα, προσέχοντας να μην μπαίνει ποτέ στην εκκλησία, από φόβο μήπως αργότερα οι Τούρκοι χρησιμοποιήσουν ως πρόσχημα την είσοδό του σ' αυτήν και την αποσπάσουν από τους χριστιανούς: πράγμα που, παρά την προνοητικότητα του, ήταν αυτό ακριβώς που έκανε ο σουλτάνος Μουράτ Γ' στα 1586. Το Πατριαρχείο υποχρεώθηκε τότε να δανειστεί τη μικρή εκκλησία του 'Aγιου Δημητρίου Καναβού από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, μέχρις ότου, στις αρχές του επόμενου αιώνα, του επιτραπεί να κτίσει τη σημερινή εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, καθώς και γραφεία, στη συνοικία του Φαναριού, όπου τότε κατοικούσαν αποκλειστικά Έλληνες. Όπως και όλες οι εκκλησίες που κτίστηκαν κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ως τον 19ο αιώνα, ο 'Aγιος Γεώργιος δεν επιτρεπόταν να έχει τρούλο ορατό απέξω (13).
Δύο ήταν τα βαρύτατα φορτία που οι χριστιανοί έπρεπε να αντέξουν. Το πρώτο ήταν η πρακτική που οι Τούρκοι ονόμαζαν ντεβσιρμέ και οι Έλληνες παιδομάζωμα, και η οποία επέτρεπε στους Τούρκους να παίρνουν ένα παιδί από κάθε χριστιανική οικογένεια και να το αναθρέφουν σαν μουσουλμάνο, ώστε να υπηρετήσει ως γενίτσαρος είτε στις ένοπλες δυνάμεις είτε στη γραμματεία του Σουλτάνου είτε ως αρχιτεχνίτης, ανάλογα με τις ικανότητες του· και φυσικά, αποσπούσαν από τις οικογένειες εκείνο το παιδί που είχε τις λαμπρότερες προοπτικές. Μερικές φορές ο γενίτσαρος θυμόταν τη χριστιανική του οικογένεια και μπορούσε, αν δινόταν η ευκαιρία, να τη βοηθήσει με διάφορους τρόπους. Ο επιφανής βεζίρης του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, ο Μεχμέτ Σοκουλλού ( S ö k ü l ϋ), Σέρβος και χριστιανός την καταγωγή, είχε πάρει στο σπίτι του τους χριστιανούς ανιψιούς του, και μερικές φορές έφθανε να τους συνοδεύει στις χριστιανικές λειτουργίες. A λλά τέτοιες περιπτώσεις ήταν σπάνιες (14).
Το δεύτερο φορτίο αφορούσε την εκπαίδευση. Οι τουρκικές αρχές δεν ευνοούσαν την ύπαρξη χριστιανικών σχολείων. Δεν αναμειγνύονταν, βέβαια, στις υποθέσεις της Πατριαρχικής Ακαδημίας της Κωνσταντινούπολης, η οποία ήταν περίφημη την εποχή των Παλαιολόγων, και έχει επιβιώσει ως τις μέρες μας, συνεχώς ανανεούμενη και βελτιούμενη από προοδευτικούς πατριάρχες. Αλλά προσπάθειες δημιουργίας σχολείων ή ακαδημιών στις επαρχίες σπανίως επιτύγχαναν. Στην Ανατολή οι τοπικές αρχές έκλειναν τέτοια ιδρύματα σχεδόν αμέσως. Στις ευρωπαϊκές επαρχίες, όπου οι αξιωματούχοι ήταν, σε γενικές γραμμές, πιο ανεκτικοί, συνήθως διατηρούνταν έως ότου κάποιος καχύποπτος τοπικός άρχων εκτόξευε εναντίον τους την κατηγορία ότι υποθάλπουν ανατρεπτικές ενέργειες. Μια εξαίρετη ακαδημία ιδρύθηκε στην Αθήνα περί τα τέλη του 16ου αιώνα, αλλά έκλεισε γύρω στα 1615 για να επανιδρυθεί το 1717 περίπου. Επιβίωσε καθ' όλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα, μολονότι η αξιοπιστία και η φήμη της κατέπιπταν σταδιακά. Βραχύβιες ακαδημίες είδαν επίσης το φως στη Θεσσαλονίκη, την 'Aρτα, το Ναύπλιο, τα Ιωάννινα και σε μερικά νησιά. Μια ακαδημία που ιδρύθηκε στο τέλος του 17 ου αιώνα είχε μεγάλο κύρος. Έξι πατριάρχες που χειρίστηκαν τις τύχες της Ορθόδοξης Εκκλησίας κατά τον 18 ο αιώνα σπούδασαν εκεί. Ως τα τέλη του 17 ου αιώνα μπορούσε κανείς να λάβει καλή θεολογική εκπαίδευση στο 'Aγιον Όρος. Αλλά στη συνέχεια οι μοναχοί έγιναν σκοταδιστές. Όταν το 1753 ο πατριάρχης Κύριλλος Ε' προσπάθησε να ιδρύσει μιαν ακαδημία στον 'Aθω, ο καθηγητής στον οποίο είχε αναθέσει αυτό το καθήκον, ο Ευγένιος Βούλγαρης, τόσο πολύ τρόμαξε τους καλόγερους με τις νεωτεριστικές προτιμήσεις του στη γερμανική φιλοσοφία, ώστε αναγκάστηκε να τραπεί σε φυγή εγκαταλείποντας τις μονές και σώζοντας, από καθαρή τύχη, τη ζωή του. Στα Ιόνια νησιά, υπό την ενετική κυριαρχία, υπήρχαν μερικά καλά σχολεία στην Κέρκυρα και τη Ζάκυνθο. Όμως τα παιδιά που προέρχονταν από τις τουρκικές επαρχίες δεν είχαν εύκολη πρόσβαση στα σχολεία αυτά (15).
ΣΥΝΕΧΊΖΕΤΑΙ