Ο δρόμος μου περνούσε από τα Σχολεία
Αγγελική Ζολώτα
1958-59 Μέτσοβο
…. Ανεβήκαμε τη σαραβαλιασμένη εσωτερική ξύλινη σκάλα, και …έντρομη και μ’ ένα κενό στη σκέψη μπήκα στην Πρώτη Τάξη, για να κάνω Αρχαία Ελληνικά απ’ το κατασκεύασμα (κυριολεκτικά!) εκείνο «Λύκος διώκει αμνόν…» ή μήπως ήταν το «Πιστεύω τω φίλω…» Όποιο και να ΄ταν , η συμφορά δεν άλλαζε!
Τα παιδιά –πολλά αγόρια, κορίτσια λίγα- σηκώθηκαν όρθια, ξανακάθησαν, με κοίταξαν σιωπηλά και περίμεναν τις καθηγητικές μου ….σοφίες! Τι να πω τώρα; Τι ήξερα να πω; Αφού κι εγώ μόλις χτες στα θρανία καθόμουν.
--Είστε οι πρώτοι μου μαθητές! Είπα συνεσταλμένη. Έρχομαι από την Αθήνα… Μόλις πήρα το πτυχίο μου… Κατάγομαι από τα Τζουμέρκα…Τι κάνατε στ’ Αρχαία; Που έχετε φτάσει;
Και ανοίξαμε τα βιβλία μας.
Μ’ έπιασε ένας φόβος, πως δεν θυμάμαι τίποτε από τη σημασία των λέξεων, τη Γραμματική, τους χρόνους των ρημάτων… Ύστερα από τόσες σπουδές και τόσες εξετάσεις ! «Άραγε σωστά τα λέω ή κάνω λάθη;» αναρωτιόμουν.
Και το πρόγραμμα μου είχε βέβαια διάφορα: Νέα Ελληνικά, Λατινικά, Ιστορίες, Ψυχολογία, εκείνη τη βασανιστική Λογική …Έμπαινα στις τάξεις με ένα αίσθημα ανασφάλειας. Αχ, η απειρία είναι μεγάλο κακό! Και η πείρα, αφού είναι ….πείρα αργεί πολύ να αποκτηθεί….
Το μεγάλο βάσανο ήταν η Ιστορία: Έπρεπε να παραδίνω το μάθημα χωρίς να κοιτάζω πουθενά, σαν να έκανα επίδειξη γνώσεων. Χάρτες δεν υπήρχαν, τα βιβλία έπρεπε (!) να είναι κλειστά.
Κακόμοιρα δασκάλα και ακόμη πιο κακόμοιρα τα παιδιά!…
(Ετσι τη δίδασκαν και σε μας οι Φιλόλογοι: Έλεγαν…έλεγαν….έλεγαν, εγώ κοίταζα και στην αρχή άκουγα προσεχτικά, μετά η σκέψη μου έφευγε και περπατούσε αλλού, και, όταν πήγαινα στο σπίτι και άνοιγα το βιβλίο, το μάθημα μου φαινόταν τελείως άγνωστο, και χτυπιόμουν μετά σαν ξινόγαλο δύο ώρες μέχρι να τη μάθω – παπαγαλία φυσικά!
Τέλος πάντων, τι να πω, σιγά – σιγά κάποτε θα μάθαινα κι εγώ, όπως ο πρωτόπειρος κουρέας, «στου κασίδη το κεφάλι» δηλαδή!
…………………………………………………………………………………….
1959-60 ΑΓΝΑΝΤΑ ΑΡΤΑΣ
Στην αίθουσα της Δευτέρας Τάξης είχαμε, μπαίνοντας αριστερά, μπροστά στα θρανία –στους μήνες του Χειμώνα- μια σόμπα, και δίπλα της ήταν ένας σωρός με ξύλα.
Είχα πέντε – έξι μαθητές, που έρχονταν με τα πόδια, περπατώντας σε λασπερούς κατήφορους κι ανήφορους, διαβαίνοντας μικρά και μεγάλα ποτάμια, άλλα με γέφυρα και άλλα χωρίς… Ένα απ’ τα παιδάκια εκείνα – ο Στ. Τ. – βρίσκεται σήμερα (δεκαετία του 1980) στην καρδιά της εξουσίας. Μια μέρα μέσα στο καταχείμωνο μου λέει ένας χλωμός κι αδύνατος μικρούλης:
-- Δεσποινίς, είμαι τελείως μούσκεμα. Να καθήσω λίγο δίπλα στη σόμπα να στεγνώσω;
Κάθησε πάνω στα ξύλα κι άπλωσε τα πόδια προς τη φωτιά, και τα βρεγμένα ρούχα του άρχισαν ν’ αχνίζουν.
Πήγα κοντά του:
-- Πως είσαι τον ρώτησα.
Με κοίταξε ντροπαλά, δεν μίλησε… Και είδα στην εξωτερική τσέπη απ’ το φτωχικό σακάκι του ένα κομμάτι ψωμί ριγμένο εκεί και μισοδιαλυμένο από το νερό της βροχής. Ένιωσα σαν να διαπέρασε την καρδιά μου ένα καρφί… Η εικόνα του παιδιού αυτού έρχεται και ξανάρχεται στη μνήμη μου…
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανάμνηση Σχολική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανάμνηση Σχολική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 16 Μαΐου 2008
Χαρίλαος Γκεσούλης: Ο δάσκαλος Ο άνθρωπος

Ο ΧΑΡΙΛΑΟΣ ΚΑΙ ΟΙ... ΑΧΑΪΡΕΥΤΟΙ
Του Κώστα Αρ. Πύρρου αποφοίτου της Ζωσιμαίας Σχολής
Του Κώστα Αρ. Πύρρου αποφοίτου της Ζωσιμαίας Σχολής
Ένας συμπαθέστατος καθηγητής τα χρόνια εκείνα στη Ζωσιμαία ήταν ο Χαρίλαος Γκεσούλης, φιλόλογος καλός και εμπνευσμένος από τη διδασκαλική του αποστολή. Ουσιαστικά προοδευτικός άνθρωπος. Διατηρούσε μια στοργική αμεσότητα στην σχέση του με τους μαθητές και είχε την έντιμη ευθύτητα, την καλοδεχούμενη αυστηρότητα και μια ήπια ειρωνική διάθεση, αυτή που συνήθως διαθέτουν οι ορεσίβιοι της καταγωγής του, εκφραζόμενη με ένα χαρακτηριστικό χαμόγελο.
Χαιρόταν και εμπνεόταν ιδιαίτερα όταν, πέρα από το αναλυτικό πρόγραμμα του Γυμνασίου, εύρισκε χρόνο στο μάθημα της νεοελληνικής Ιστορίας να αναφερθεί στους ήρωες του εικοσιένα, περιγράφοντας μας καταστάσεις και συμβάντα που δεν συμπεριλαμβάνονταν στην διδακτέα ύλη.
Μας διάβαζε κάθε τόσο αποσπάσματα από τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη και μεταρσιωνόταν βιώνοντας νοερά επεισόδια και περιστατικά των θρυλικών εκείνων εποχών της ιστορίας μας. Εντόπιζε αντιστοιχίες και παρομοίαζε γεγονότα με άλλων χρόνών από την εποχή του Ομήρου ως σήμερα.
Αντίστοιχα πάλι αναφερόταν σε τραγικές αδυναμίες των χαρακτήρων πολλών πρωταγωνιστών των χρόνων εκείνων και σε επαίσχυντες συμπεριφορές και τότε ήταν εμφανέστατη η θλίψη και η οργή του. Γενικά όταν δίδασκε αυτά τα θέματα είχε μια συγκινητική μέθεξη που εντυπωσίαζε και ένα ασυνήθιστο ενθουσιασμό. Και όμως, μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα που για μια ακόμα φορά είχε προκύψει μες την τάξη εξελίχθηκε το ακόλουθο ευτράπελο θα λέγαμε τελικά περιστατικό.
Χειμώνας, έξω βαριά χαμηλά πεσμένη συννεφιά, καπνοί αναθρώσκοντες νωχελικά από διάφορα γιαννιώτικα μπουχαριά ή μπουριά σόμπας και μέσα στην τάξη κρύο και υγρασία. Ο Χαρίλαος, με το παλτό του φορεμένο πάνω στην έδρα, είχε πάλι φύγει από την καθημερινότητα περιγράφοντας το επεισόδιο με τον Καραϊσκάκη έξω από το Μεσολόγγι θαρρώ, που δέχτηκε τα σκάγια (βόλι) στον πισινό και τραυματίστηκε καθώς λοιδορούσε τους αντιπάλους. Πολλοί μαθητές παρακολουθούσαν εξ ίσου εντυπωσιασμένοι από τα δρώμενα , άλλοι όμως όντας σε ημιεγρήγορση ξεπετάχτηκαν με την κραυγή του πολέμαρχου που ακούστηκε στεντόρεια μέσα από το λόγο του αφηγητή:
«Αλέστα, του Κιουταχή τα γένια χ....!!», κάποιοι τέλος, αμετανόητα αδιάφοροι και άσχετοι προς τα διαδραματιζόμενα, βυσσοδομούσαν εκεί περί τα τελευταία θρανία. Η περιγραφή συνεχιζόταν και μάλιστα με τρόπο πολύ παραστατικό. Ο καθηγητής ήθελε να καταστήσει απόλυτα εναργές το συμβάν και γυρίζοντας πάνω στην έδρα σήκωσε το πανωφόρι του και παριστάνοντας τον Καραϊσκάκη έδειξε τα οπίσθια του όπως ακριβώς έπραξε ο γιος της καλόγριας, σηκώνοντας την φουστανέλα του και απευθυνόμενος εντελώς κοροϊδευτικά ή μάλλον εξευτελιστικά προς τους αντιπάλους.
Βρισκόμασταν (ευρισκόμεθα) στην κορύφωση της πνευματικής πανδαισίας όταν προέκυψε η..... ιεροσυλία.
- Κύριε καθηγητά, ακούγεται γνωστή φωνή μη εξαιρετέου συμμαθητή και πρωταγωνιστή επεισοδίων, μου πέταξαν την τσάντα στην αυλή!!
Άφωνος, αποσβολωμένος με ύφος απαξιωτικά περίλυπο, ο καθηγητής, μένει για λίγο μετέωρος με την ουρά του πανωφοριού του σηκωμένη, όπως στεκόταν πάνω στην έδρα στην προηγούμενη παραστατικότατη φάση, που τόσο απαράδεκτα διακόπηκε βίαια από τον «βέβηλο» συμμαθητή μας. Γρήγορα όμως το ύφος μετατράπηκε σε ανησυχητικά δυσοίωνο, κεραυνοβολώντας όλους μας μεν αρχικά για την συλλογική ευθύνη που έκρινε σκόπιμο να μας επιρρίψει, αποτεινόμενος δε στη συνέχεια προς τον αψυχολόγητο, κατά τον πιο επιεική χαρακτηρισμό, ταραξία:
- Ωρέ χαμένε, τι να σ’ πω, τσακίσου τράβα να τη μαζέψεις και μαζέψτε όλοι το μυαλό σας, κοιτάξτε να γίνετε άνθρωποι, φώναξε.
Το απρόσμενο του συμβάντος για μια στιγμή μας δημιούργησε διάθεση για γέλια και τη σχετική καζούρα, οι μετέπειτα όμως εξελίξεις, μας συμμάζεψαν. Δεν υπήρχαν περιθώρια για κάτι τέτοιο και ο καθηγητής δεν ήταν από κείνους που έδιναν δικαιώματα για δημιουργία σχετικού κλίματος. Ευτυχώς ο ήχος του κουδουνιού, του κυρ Θανάση του επιστάτη, που καλούσε σε διάλειμμα ήρθε σωτήριος σαν από μηχανής θεός, για να μας βγάλει από την αμηχανία και να οδηγήσει, μέσα από την κορύφωση της ιλαροτραγωδίας που είχε προηγηθεί, στην τελική «κάθαρση». Αθόρυβα άρχισαν να στροβιλίζονται στον αέρα, έξω από το παράθυρο, οι νιφάδες του χιονιού και στο βάθος κάποιες αγριόχηνες σε σχηματισμό πετούσαν τραβώντας προς το νοτιά.
Μια παλιά ιστορία (Πέτρος Αποστολίδης)
...Στυγνή και σχολαστική η συμπεριφορά των καθηγητών μας, σκληρή και η δική μας, και σ΄όποιον καθηγητή μας περνούσε τον σταυρώναμε κυριολεκτικά.
Ο καθηγητής μας των Φυσικών Λειβαδέας ρωτάει, ποιός από μας κάθεται κοντά στη λίμνη, να του φέρει ένα βάτραχο, θέλει να κάνει το πείραμα του Γαλβάνη. Αναλαβαίνει ο Βασίλης ο Λιούμπος. Λέμε στο Βασίλη να φέρει όχι ένα αλλά δέκα βατράχους, δεμένους όλους από το ένα πόδι. Τους αποθέτει πάνω στο γραφείο του.
-Ευχαριστώ, παιδάκι μου, και πάει να τους λύσει.
Λασκάρει όμως τη θηλιά και πηδάνε όλοι στο πάτωμα και τρυπώνουν κάτω από τα θρανία. Πάει το μάθημα, όλη την ωρα κυνηγούσαμε τους βατράχους.
Ήταν καλόψυχος ο γεροντάκος κι όποιος μαθητής τον ρωτούσε να του λύσει επιστημονικές ερωτήσεις, έπαιρνε άριστα για το ενδιαφέρον του. Ο συμμαθητής μας ο Σγούρος είχε κακούς βαθμούς και μας λέει μια μέρα:
-Πέστε μου, βρε παιδιά, να τον ρωτήσω κι εγώ κάτι, να πάρω κάνα καλό βαθμό.
-Για ρώτησέ τον: Αν τρυπήσουμε τη γή πέρα πέρα και ρίξουμ΄από δώ ένα λθάρ, που θα πάει;
Τον ρώτησε στο άλλο μάθημα.
Εδώ ο γεροντάκος σάστισε, οι γνώσεις του δεν τον βοηθούσαν. Κάνει τον θυμωμένο και του λέει:
- Όπου θέλει θα πάει, ωρέ, τι σε μέλλει εσένα;
Χάχανα και άλλο μηδέν ο Σγούρος....
(από το βιβλίο του Πέτρου Αποστολίδη <όσα θυμάμαι 1900-1969> Εκδόσεις Κέδρος 1983)
Ο Πέτρος Αποστολίδης γεννήθηκε στην Καλουτά - Ζαγορίου της Ηπείρου. Τελείωσε τη Ζωσιμαία Σχολή στα Γιάννινα και σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι, όπου απόκτησε την ειδικότητα του δερματολόγου- αφροδιοσιολόγου. Εργάστηκε στα Γιάννενα από το 1923 μέχρι το 1967.
Από το 1924 πήρε μέρος στους αγώνες της Αριστεράς, φυλακίστηκε και εξορίστηκε επανειλλημμένα. Το 1944 εκλέχτηκε Δήμαρχος στα Γιάννενα από τα εργατικά και επαγγελματικά σωματεία.
Ο καθηγητής μας των Φυσικών Λειβαδέας ρωτάει, ποιός από μας κάθεται κοντά στη λίμνη, να του φέρει ένα βάτραχο, θέλει να κάνει το πείραμα του Γαλβάνη. Αναλαβαίνει ο Βασίλης ο Λιούμπος. Λέμε στο Βασίλη να φέρει όχι ένα αλλά δέκα βατράχους, δεμένους όλους από το ένα πόδι. Τους αποθέτει πάνω στο γραφείο του.
-Ευχαριστώ, παιδάκι μου, και πάει να τους λύσει.
Λασκάρει όμως τη θηλιά και πηδάνε όλοι στο πάτωμα και τρυπώνουν κάτω από τα θρανία. Πάει το μάθημα, όλη την ωρα κυνηγούσαμε τους βατράχους.
Ήταν καλόψυχος ο γεροντάκος κι όποιος μαθητής τον ρωτούσε να του λύσει επιστημονικές ερωτήσεις, έπαιρνε άριστα για το ενδιαφέρον του. Ο συμμαθητής μας ο Σγούρος είχε κακούς βαθμούς και μας λέει μια μέρα:
-Πέστε μου, βρε παιδιά, να τον ρωτήσω κι εγώ κάτι, να πάρω κάνα καλό βαθμό.
-Για ρώτησέ τον: Αν τρυπήσουμε τη γή πέρα πέρα και ρίξουμ΄από δώ ένα λθάρ, που θα πάει;
Τον ρώτησε στο άλλο μάθημα.
Εδώ ο γεροντάκος σάστισε, οι γνώσεις του δεν τον βοηθούσαν. Κάνει τον θυμωμένο και του λέει:
- Όπου θέλει θα πάει, ωρέ, τι σε μέλλει εσένα;
Χάχανα και άλλο μηδέν ο Σγούρος....
(από το βιβλίο του Πέτρου Αποστολίδη <όσα θυμάμαι 1900-1969> Εκδόσεις Κέδρος 1983)
Ο Πέτρος Αποστολίδης γεννήθηκε στην Καλουτά - Ζαγορίου της Ηπείρου. Τελείωσε τη Ζωσιμαία Σχολή στα Γιάννινα και σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι, όπου απόκτησε την ειδικότητα του δερματολόγου- αφροδιοσιολόγου. Εργάστηκε στα Γιάννενα από το 1923 μέχρι το 1967.
Από το 1924 πήρε μέρος στους αγώνες της Αριστεράς, φυλακίστηκε και εξορίστηκε επανειλλημμένα. Το 1944 εκλέχτηκε Δήμαρχος στα Γιάννενα από τα εργατικά και επαγγελματικά σωματεία.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)