Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχείο Αναμνήσεων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχείο Αναμνήσεων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

Αναμνήσεις από τις δεκαετίες 1950 και 1960

Η γενιά του 50, 60 

Οι κούνιες μας ήταν βαμμένες με γυαλιστερή λαδομπογιά με βάση το μόλυβδο. Τα πατώματα είχαν μωσαϊκό που σου περόνιαζε τα κόκκαλα κι οι κρεβατοκάμαρες ξύλινα πατώματα που τα γυάλιζαν με παρκετίνη, με κάτι βαρειές παρκετέζες και κάθε τόσο αγκίθες καρφωνόντουσαν στις ξυπόλητες πατουσες μας.

Οι παιδικές αρρώστιες έκαναν θραύση. Κάθε τόσο κι ένας φίλος ή συμμαθητής πάθαινε ιλαρά, κοκύτη, μαγουλάδες, ανεμοβλογιά.
Δεν είχαμε καπάκια ασφαλείας στα μπουκάλια με τα φάρμακα, ούτε καπάκια στις πρίζες του δωματίου, εκείνες τις σκούρες τις φτιαγμένες από βακελίτη.
Ζεσταινόμασταν με σóμπες με ξύλα η με… κάρβουνο, η με θερμάστρες πετρελαίου. Που να βρεθεί καλοριφέρ τότε.

Τηλέφωνο είχε ή σε κανένα θάλαμο του ΟΤΕ με κερματοδέκτη με εκείνες τις μάρκες τις χαραγμένες, ή στο περίπτερο της γειτονιάς, που είχε κρεμασμένα με μανταλάκια τα περιοδικά μας ο Μικρός Ηρωας κι ο Μικρός Σερίφης, κι ακόμα το Ρομάντζο, το Πάνθεον, το Ντομινό, η Βεντέττα, το  Πρώτο, το Εμπρός.
Ακόμα ζητάω τη σοκολάτα ΙΟΝ αμυγδάλου του ταλήρου, ή τις πρώτες γκοφρέτες ΜΕΛΟ με τα χαρτάκια με τις φορεσιές και τις σημαίες των χωρών του κόσμου, ακόμα θυμάμαι το Γλυφιτζούρι κοκοράκι, το μαλλί της γριάς στα πρόχειρα λούνα παρκ, το φρεσκοψημένο ποπ κορν , τις καραμέλες γάλακτος τις τυλιγμένες στο χρυσό χαρτί, τις κατακόκκινες καραμέλες τσάρλεστον ,το πεστίλι πέτσα βερίκοκο , το αυθεντικό παστέλι, και το κάτασπρο μαντολάτο. Ακόμα θυμάμαι τη γεύση απ το καλαμπόκι και τα κάστανα και συγκινούμαι όταν βλέπω καστανάδες, λίγους πια και καλαμποκάδες σε κάνα πανηγύρι.
Χάθηκαν τα αυθεντικά σουβλάκια με τα ντονέρ και την ξεροψημένη πίτα και το κοκινοπίπερο.
Τα αστικά λεωφορεία Σκανια Βάμπις, Σκόντα, Βόλβο κι αργότερα Βritish Leyland και ΗΙΝΟ, είχαν τη μηχανή μέσα και ήταν συνήθως καλυμμένη με μπλέ δερμάτινα καπιτονέ καλύμματα. Βόγκαγαν κάθε φορά που ο οδηγός άλλαζε ταχύτητα. Καμμιά φορά είχε και μια θέση μπροστά δεξιά δίπλα στη μηχανή που ηταν η καλύτερη για τα παιδικά μας όνειρα. Υπήρχε και εισπράκτορας στριμωγμένος δίπλα στην πίσω πόρτα με το κλασσικό γκρί καπέλο με το γείσο, ένα πρωτόγονο μικρόφωνο κι έλεγε τις στάσεις ή φώναζε τέρμα τα μία και είκοσι. Θυμάστε εκείνες τις κερματοθήκες που έβαζε τα κέρματα και που τώρα τελευταία ξανάγιναν της μόδας;
Τα κίτρινα τρόλευ με τους οδηγούς και τους εισπράκτορες με τις καφέ στολές, κι εκείνο το περίεργο μηχανάκι με τη μανιβέλλα που έκοβε τα εισιτήρια.
Τα γκρίζα αμερικάνικα πελώρια ταξί με τα καθισματάκια που έπεφταν από τις πλάτες των μπροστινών καθισμάτων, γυρόφερναν ή άραζαν στις πιάτσες. Κι οι πειρατές, «ένα διφραγκάκι Σύνταγμα» τους έκοβαν το μεροκάματο.
Ποιος να έχει τότε Ι.Χ Οι λίγοι τυχεροί αγόραζαν VW σκαραβαίους, ή μεταχειρισμένα Consoul Cortina, Hansa, Wartburg, FIAT 1100, Opel Olympia. Θυμάστε τα Anglia, τα Peugeot 403, τα Renault 10 ή το Simca 1000, με τα ανύπαρκτα καλοριφέρ και τα λιγνά λάστιχα.

Το γάλα μας το έφερνε ο γαλατάς ή μέσα σε γυάλινα μπουκάλια με αλουμινένια καπάκια ή μας το άδειαζε από μεγάλες καρδάρες στην κατσαρόλα στην εξώπορτα.
Οι κολώνες του πάγου που τις έφερνε ο παγοπώλης με την τρίκυκλη μοτοσυκλέτα του και τις κουβάλαγε με εκείνο το περίεργο εργαλείο γάντζο, αργοέλιωναν στο κεφαλόσκαλο. Και η βρύση του ψυγείου είχε στο στόμιο της τυλιγμένο ένα λευκό τουλπάνι σα φίλτρο. Που ηλεκτρικά ψυγεία. Αργότερα θυμάμαι κάτι ΠΙΤΣΟΣ ΙΖΟΛΑ και ΚΕΛΒΙΝΕΙΤΟΡ.
Οι παπλωματάδες, οι καρεκλάδες οι γανωτζήδες οι ακονιστές κι οι τσαγκάρηδες είχαν πολλή δουλειά. Στην κεντρική λεωφόρο ένα πλήθος από λούστρους με καλογυαλισμένα κασελάκια που λαμποκοπούσαν περιίμεναν πελάτη. Και σε κάποια γωνιά σε μια καμαρούλα 2Χ2 ήταν το βασίλειο του τσαγκάρη με εκείνο το περίεργο καλαπόδι που έβαζε ανάποδα το παπούτσι και το κόλλαγε και το κάρφωνε με εκείνες τις μαύρες πρόκες με το πλατύ κεφάλι και διάχυτη η μυρουδιά της βενζινόκολλας
Στη γωνιά του δρόμου μια ΕΒΓΑ που πούλαγε γάλα, γιαούρτια και παγωτά σε ψυγεία με μαύρα λαχιστένια καπάκια, και σε μια γωνιά μεταλλικά κουτιά με γυάλινο επάνω μέρος και μέσα μπισκότα γεμιστά με κρέμα γεύση βανίλλια σοκολάτα φράουλα και μπανάνα και κουραμπιέδες Μπούσιου αν θυμάμαι τυλιγμένους σε ημιδιαφανές χαρτί.
Στο κομμωτήριο της γειτονιάς οι κυρίες ψηνόντουσαν με τις ώρες κάτω απ τις κάσκες σεσουάρ με τα μαλλιά πασαλειμένα πλίξ τυλιγμένα σε ρόλλει κι όλα μαζί σκεπασμένα με δίχτυ και τα αυτιά σκεπασμένα με κοκκάλινα καπάκια. Η μανικιουρίστα καθάριζε τα πετσάκια και έβαφε τα νύχια με κατακόκκινο μανό που μύριζε ασετόν από δέκα μέτρα μακριά.
Ο καφές στα καφενεία ήταν μόνο Ελληνικός, τούρκικος τότε. Δεν υπήρχε νες ούτε φραπέ ούτε καπουτσίνο ούτε εσπρέσσο ούτε κάν φίλτρου γαλλικός. Μόνο σε κανένα ζαχαροπλαστείο εύρισκες γαλλικό και βέβαια τον πλήρωνες πανάκριβα. Οι πρώτες καφετιέρες ήταν κάτι γυάλινες κανάτες γεμάτες νερό πάνω στη φωτιά,με ένα ειδικό μεταλλικό φίλτρο που ο ατμός που υγροποιόταν έπεφτε πάνω στον καφέ τον έριχνε στο νερό και ο κύκλος συνεχιζόταν μέχρις εξαντλήσεως του περιεχομένου.
Σαββατόβραδο στα μικράτα μας σινεμαδάκι την σπουδαία περίοδο του Ελληνικού κινηματογράφου και το βράδυ ταβερνάκι με μπριζολίτσα παιδάκια και μια γουλιά μπύρα που μας έδινε κρυφά η μάνα μας γιατί «το παιδί δεν πρέπει να πίνει».

Και αργότερα πιο μεγάλοι πια σινεμά και καφετέρια στον Πύργο των Αθηνών ,το Loubier, το Blue Bell, του Φλόκα, το Βυζάντιο, του Βρυλώνια με τις φοβερές μακαρονάδες. Τη Σόνια.
Με πόση χαρά ακολουθούσαμε Κυριακή πρωϊ τον πατέρα στο καφενείο και απολαμβάναμε επί ώρες μια κουταλιά βανίλια, το γνωστο υποβρύχιο μεσα σε ένα ποτήρι παγωμένο νερό, ή τρώγαμε το μεζέ του ούζου και του αφήναμε το ούζο ξεροσφύρι. Κι ύστερα με το ποδήλατο πάνω κάτω στο πεζοδρόμιο κι εκείνος να μας ρίχνει κλεφτές ματιές κάθε που σήκωνε το κεφάλι του απ το τραπέζι με την πρέφα ή το τάβλι. Και το μεσημέρι της Κυριακής μετά το οικογενειακό γεύμα πόση πίκρα όταν έφευγε για το γήπεδο χωρίς εμάς γιατί ήταν μεγάλο παιγνίδι και με πόση λαχτάρα περιμέναμε να ακούσουμε την περιγραφή απ το ραδιόφωνο. Γεωργίου, Φώσκολος, Λογοθέτης κι αργότερα απ την τηλεόραση Διακογιάννης Φουντουκίδης Κατσαρός.
Η γλυκύτερη αναμονή το καλοκαίρι ήταν ο παγωτατζής με το καρότσι με τις σιδερένιες ρόδες που το σπρωχνε στο χωματόδρομο. Παπασπύρου ΑΣΤΥ ΕΒΓΑ. Μια δραχμή η κρέμα, μιάμιση το κακάο, δύο η σοκολάτα.
Τα καλοκαίρια μπάνιο με το πούλμαν ή πάνω στις καρότσες των αγροτικών ή με φορτηγά ή άντε με προϊστορικά λεωφορεία που ζεμάταγαν σαν την κόλαση στις κοντινές παραλίες, Καβούρι Βουλιαγμένη, Βάρκιζα άντε και στη Λουμπάρδα ή απ την άλλη μεριά Ραφήνα Νέα Μάκρη Κόκκινο λιμανάκι. Γελάγαμε με κάτι χοντρές γριές που κάνανε μπανιο με τις κομπιναιζόν, Πέφταμε κάτω και χτυπιόμασταν όταν βλέπαμε κάποιους με το ένα χέρι να κρατάνε τυλιγμένη την πετσέτα γύρω τους και με το άλλο να προσπαθούν να βγάλουν το μαγιό και ναι βάλουν εσώρουχο και παντελόνι. Σιχαινόμασταν τα κεφτεδάκια ή τα ντολμαδάκια στην αμμουδιά. Και το νερό που πίναμε ήταν πάντα χλιαρό.
Και φρούτα, θεούλη μου τι φρούτα ήταν αυτά!  Θυμάμαι ακόμα τον πατέρα μου να κουβαλάει κάτι δωδεκάκιλα Αμερικάνικα ριγέ καρπούζια και γιαρμάδες που σε κάθε δαγκωνιά τα ζουμιά έτρεχαν στο πηγούνι και το λαιμό. Και πεπόνια που μοσχομύριζαν. Και κεράσια μέλι. Και σταφύλια ολόγλυκα.  Ψωμί, τυρί φέτα και καρπούζι για φαγητό. Η υπέρτατη γεύση.
Πίναμε νερό απ το λάστιχο του κήπου (τι εμφιαλωμένα και πράσινα άλογα), τρώγαμε λουκουμάδες με ζάχαρη, κουλούρι και τριγωνάκι κεφαλοτύρι απ τον πλανόδιο κουλουρά έξω απ την εκκλησία, αμφίβολης καθαριότητας τυρόπιτες και σάμαλι ( Δεν έχω ξαναδοκιμάσει από τότε τέτοια νοστιμιά), κοκ και κορνέ με σαντιγύ, και πάστες νουγκατίνες σοκολατίνες και σεράνο απ τις ΕΒΓΑ της γειτονιάς. Γευόμασταν βούτυρα και μαρμελάδες σπιτικές και σπιτικά γλυκά κουταλιού συκαλάκι, περγαμόντο, βύσσινο και πορτοκάλι, νερατζάκι, και φαγητά που δεν τα φτιάχνουν τώρα γιατί είναι κουραστικά. Ροστ μπήφ, μελιτζάνες παπουτσάκια, ιμάμ, παστίτσια, μουσακάδες. Τρώγαμε τόνους κεφτέδες με πατάτες τηγανιτές αλλά ποτέ δεν είμασταν υπέρβαροι γιατί γυρνάγαμε όλη μέρα στους δρόμους και τις αλάνες παίζοντας.
Μοιραζόμασταν με τους φίλους μας μια πορτοκαλάδα ή γκαζόζα απ το ίδιο μπουκάλι και ποτέ κανένας μας δεν έπαθε τίποτε. Δεν πολυαρωσταίναμε , αλλά αν τύχαινε να αρρωστήσουμε πάντα υπήρχε μια καλή μάνα ή γιαγιά να μας δώσει λίγο φιδέ και να μας ρίξει βεντούζες να μας δώσει μια κουταλιά Νορισοντρίν, Ιπεσαντρίν ή ασπιρίνη διαλυμένη στο κουταλάκι μαζί με ζάχαρη, ή να μας κάνει μια ένεση με γυάλινη σύριγγα που τη βράζανε στο κατσαρολάκι, και πιο ύστερα να μας διαβάσει κανένα παραμυθάκι για να αποκοιμηθούμε. Και κάτι θερμόμετρα γυάλινα του πεντάλεπτου και στα πόδια του κρεβατιού να γουργουρίζει η γάτα η παρδαλή και να αναδεύεται και να παίζει με την άκρη της κουβέρτας.
Οταν κάναμε ποδήλατο (eska ή velamos) δεν φορούσαμε κράνος και στην πίσω ρόδα βάζαμε πάντα χαρτόνι από πακέττο τσιγάρα πιασμένο με ξύλινο μανταλάκι έτσι για να κάνει θόρυβο και να μας θυμίζει μηχανάκι
Περνάγαμε ώρες έξω απ το σπίτι φτιάχνοντας πατίνια με ρουλεμάν και σανίδια και κατεβαίναμε τις κατηφόρες τις γειτονιάς απλά για να διαπιστώσουμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένο. Κι όταν σηκωνόμασταν μέσα απ τους θάμνους που καταλήγαμε, μαθαίναμε πώς να διορθώνουμε το πρόβλημα των φρένων. Για να μη ξαναπληγώσουμε τα γόνατα μας και να μην αποκτήσουμε ευμεγέθη καρούμπαλα στο κέντρο του μετώπου μας Κι αν τα αποκτούσαμε τα πατάγαμε με εκείνα τα μεγάλα τάλληρα για να μη φουσκώσουν.
Είχαμε φίλους. Βγαίναμε στο δρόμο και τους βρίσκαμε. Παίζαμε μπάλα και κυνηγητό στους δρόμους. Τα δοκάρια στα αυτοσχέδια γήπεδα ήταν ή οι σχολικές τσάντες ή τα πουλόβερ κι οι ζακέττες μας κουβαριασμένες και για καλάθια του μπάσκετ είχαμε τα περβάζια των παραθύρων. Πόσες φορές δεν σπάγαμε και κανένα τζάμι και εξαφανιζόμασταν όλοι μαζί αφήνοντας τη μπάλα στα χέρια κάποιου συνταξιούχου που την έσκιζε με το σουγιά και την πέταγε στο δρόμο. Ο παλιόγερος !
Σκάβαμε λακουβάκια για να παίξουμε γκαζές, ακόμα και κουτσό μαζί με τα κορίτσια, χαρτάκια ή απ αυτά που αγοράζαμε απ τα περίπτερα ή με τα χαρτόνια απ τα πακέτα τα τσιγάρα.
Πηγαίναμε στα σπίτια των φίλων μας και χτυπούσαμε την πόρτα, ή το πιο συνηθισμένο μπαίναμε χωρίς να ρωτήσουμε. Πέφταμε από δέντρα, κοβόμασταν, πληγώναμε τα γόνατα μας και σπάγαμε και κανένα χέρι και οι γονείς μας μάς κατσάδιαζαν κι αυτό ήταν. Λίγο βάμμα στην πληγή κι όξω απ την πόρτα. Τσακωνόμασταν και παίζαμε μπουνιές και μαυρίζαμε και μελανιάζαμε και πάλι φιλιώναμε. Παίζαμε ξιφομαχίες με αυτοσχέδια ξύλινα σπαθιά. Τα ακόντια μας ήταν τα κοντάρια απ τις σκούπες ειδικά από εκείνες που τύλιγαν με μια μαξιλαροθήκη και ξαράχνιαζαν τα ταβάνια. Οι ασπίδες μας ήταν τα καπάκια απ τις μεγάλες κατσαρόλες .
Τρώγαμε ακόμα και σκουλήκια και λάσπες απ τον κήπο. Θυμάστε τη γεύση της λάσπης; Ούτε μάτια βγάλαμε, ούτε τα σκουλήκια έζησαν για πολύ το στομάχι μας.
Κι όταν η γιαγιά πότιζε τον κήπο τι πλάκα να της πατάς το λάστιχο του ποτίσματος και να της κόβεις το νερό κι εκείνη να φωνάζει.  Κι ο πανικός ακόμα μεγαλύτερος όταν πιάναμε το φλίτ με το εντομοκτόνο για να παίξουμε ανίδεοι για το δηλητήριο που περιείχε.
Στους ποδοσφαιρικούς μας αγώνες την ομάδα την έφτιαχναν μερικοί, οι υπόλοιποι μάθαιναν να ζουν χωρίς αρχηγιλίκι.  Φεύγαμε απ το σπίτι το πρωί και παίζαμε όλη μέρα ελεύθεροι αρκεί να γυρίζαμε πίσω μόλις άρχιζε να σκοτεινιάζει, ή όταν η μάνα μας έβαζε τις φωνές απ το μπαλκόνι να τσακιστούμε να ανεβούμε για διάβασμα. Δεν είχαμε βιντεοπαιχνίδια ούτε καν τηλεόραση, ούτε κινητά ούτε υπολογιστές ή internet άντε κανένα ραδιόρφωνο με λυχνίες. Το καλύτερο δώρο ήταν ένα μικρό τρανζιστοράκι με εννιάβολτη Bereck για να ακούμε Εθνικό, ή Ενόπλων.
Πηγαίναμε σχολείο και τα Σάββατα. Τρείς μέρες πρωι, τρείς μέρες απόγευμα. Τετάρτη απόγευμα Πέμπτη πρωί και την πρώτη ώρα Μαθηματικά. Πόσες φορές δεν αισθανθήκαμε το χέρι κάποιου καθηγητή να μας σηκώνει απ τη φαβορίτα ή να μας τραβάει τα αυτιά, η να μας ρίχνει μια σβουριχτή σφαλιάρα. Κι η βίτσα, συνήθως από μουριά να μας πληγώνει την παλάμη. Οι πράξεις μας ήταν δικές μας και οι συνέπειες θα βάρυναν εμάς.
Ποιος δε θυμάται τις καζούρες ιδιαίτερα στους Θεολόγους, τις Αγγλικούδες και τους Τεχνικούς. Τα παρατσούκλια που τους βγάζαμε τα παλιόπαιδα. Ο γιαουρτάς, ο καρκίνος ο θέκλας η θρούμπος ο φισφιρίκος. Την αγωνία μόλις έμπαινε ο μαθηματικός κι άνοιγε τον κατάλογο. -Για να σηκωθεί σήμερα ο ………. Και μέχρι να πεί τον μελλοθάνατο, κόμπος το στομάχι.
Θυμάστε στα διαγωνίσματα την απεγνωσμένη προσπάθεια να αντιγράψουμε με το βιβλίο στα γόνατα, ή τα σκονάκια κρυμμένα στα μανίκια, ή τα κορίτσια που τάγραφαν με στυλό BIC ή SCHNEIDER πάνω στα μπούτια τους και τα κάλυπταν με τις μπλέ ποδιές τους. Μπλέ κοριτσίστικες ποδιές, άσπρο γιακαδάκι και άσπρη μπλέ κορδέλλα στα μαλλιά. Ποδιές που εξαφανιζόντουσαν στο λεωφορείο και χωνόντουσαν μες στις τσάντες και ταΆ αγόρια που περίμεναν στο τέρμα του λεωφορείου.
Ποιος δε θυμάται τις ημερήσιες εκδρομές στον Κάλαμο, τον Αη Γιάννη το Ρώσσο, το Ναύπλιο, τον Οσιο Λουκά, τους Δελφούς για να δούμε τον Ηνίοχο τον σκανδαλιάρη που σε κοίταγε πονηρά όπου κι αν στεκόσουνα ,με κάτι απίστευτα πούλμαν.
Και τους ποδοσφαιρικούς αγώνες των τριών ωρών και βάλε στα άδεια οικόπεδα που τώρα έχουν γίνει μεζονέτες και στούντιο.
Κάποιοι μαθητές όχι τόσο έξυπνοι ή επιμελείς έχαναν την τάξη και ξαναπήγαιναν στην ίδια. Θυμηθείτε πόσους διετείς είχατε στην τάξη σας στο γυμνάσιο. Ήταν εύκολα αναγνωρίσιμοι απ τα γένια και τη χοντρή φωνή.
Ο πρώτος μας έρωτας ήταν συνήθως αδελφή ή εξαδέλφη του καλύτερου φίλου μας. Θυμόσαστε το χτυποκάρδι αλήθεια; Την αγωνία μη μας πάρουν χαμπάρι. Το πρώτο φιλί. Τα ξαναμμένα μάγουλα ,το χνούδι πάνω απ το χείλος μας.
Θυμάστε τα πάρτυ γενεθλίων με 15 αγόρια και δύο κορίτσια, (Ποιος να αφήσει την κόρη του να πάει) με πορτοκαλάδα ή ΤΑΜ ΤΑΜ, πατατάκια τσιπς και σπιτικό κέϊκ κι αργότερα βερμουτάκι και ξηρούς καρπούς.  Τις άπειρες φορές που χορεύαμε το ίδιο μπλούζ σε συνενόηση με τον υπεύθυνο του πικάπ, έτσι για να μένουμε πιο πολλή ώρα αγκαλιασμένοι με το κορίτσι των ονείρων μας. Την απίστευτη φράση ΤΑ ΦΤΙΑΞΑΜΕ. Τι φτιάξαμε ο Θεός κι η ψυχή μας.
Πηγαίναμε στο γήπεδο τρείς ώρες πριν το μάτς και γυρίζαμε παπί απ τη βροχή και παγωμένοι μέχρι το μεδούλι τυλιγμένοι με μουσκεμένες σημαίες και χωμένοι σε πλαστικές σακούλες Κι με τις κάλτσες να τρέχουν
Υπήρχαν τέσσερις εποχές διακριτές μεταξύ τους. Τα φύλλα των δέντρων έπεφταν το φθινόπωρο και τα μπουμπούκια των λουλουδιών άνθιζαν την άνοιξη. Υπήρχαν δέντρα και κήποι στις αυλές των σπιτιών και πηγάδια και χώμα που μύριζε μετά το πότισμα . Θυμάστε τους πανσέδες; Τα σκυλάκια; Τα χρυσάνθεμα;
Τις πλεχτές ζακέτες που βάζαμε κάπου μετά το Πάσχα. Τα πρώτα μακριά παντελόνια.
Τα καλοκαιρινά βράδια τα βγάζαμε ή στα σκαλιά παρέες παρέες, ή παίζοντας κρυφτό και κρυφτοντένεκο, ή στα καλοκαιρινά σινεμά με τα χαλίκια, τις καρέκλες με το πλαστικό σκοινί, τις μπουκαμβίλιες στη μάντρα , τον πασατέμπο και την πορτοκαλάδα ΠΑΡΘΕΝΩΝ. Αξέχαστα χρόνια.
Οι γενιές αυτές έβγαλαν μερικούς απ τους καλύτερους επιστήμονες, γιατρούς, μηχανικούς, ανθρώπους εργατικούς και τίμιους οικογενειάρχες και πολλούς άλλους. Τα τελευταία πενήντα χρόνια έγινε έκρηξη σε καινοτομίες και νέες ιδέες. Είχαμε επιτυχίες, αποτυχίες και υπευθυνότητα και μάθαμε να τα αντιμετωπίζουμε όλα. Μεγαλώσαμε σαν παιδιά με τις χαρές και τις λύπες, μας. Ζήσαμε. Και θα εξακολουθήσουμε να ζούμε όσο μας χρωστάει ο Θεός, σε πείσμα όλων αυτών που μας πλαστικοποίησαν τη ζωή με δικές τους ιδέες και για δικό τους όφελος.
*Το πιο πάνω κείμενο έφτασε ως εμένα με e-mail.  Δεν γνωρίζω τον αρχικό συντάκτη του.











Τετάρτη 19 Αυγούστου 2009

Τα επώνυμα των καθηγητών της Ζωσιμαίας Σχολής (1960) ετυμολογικά.


ΕΠΩΝΥΜΩΝ ΜΝΗΜΟΣΥΝΗ
του Δρς Κωνσταντίνου Ευ. Οικονόμου
Αναπλ. καθηγητού στον Τομέα Γλωσσολογίας
του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
αποφοίτου της Ζωσιμαίας Σχολής


Η ανάγνωση της εξαιρετικής περιοδικής έκδοσης του Συλλόγου Αποφοίτων της Ζωσιμαίας Σχολής Ιωαννίνων "Ζωσιμάδες" μέσα από τις παλιές φωτογραφίες και τις γλαφυρές διηγήσεις των γυμνασιακών μας χρόνων με οδήγησε συνειρμικά στα έντονα βιώματα της εποχής εκείνης. Η αναδρομή στα χρόνια της φοίτησης μου στη "γεραρά" Ζωσιμαία Σχολή μου δημιούργησε ευχάριστα συναισθήματα και την επιθυμία να συνδράμω κι εγώ στη μνημοσύνη των προσώπων που σφράγισαν με το έργο τους και την προσωπικότητα τους τα νεανικά μας χρόνια. Ως μέσον χρησιμοποιώ τη γλωσσολογική επιστήμη που διακονώ και επιχειρώ την ανίχνευση της ετυμολογικής αρχής των επωνύμων των δασκάλων μου.
Με τις ετυμολογικές προσεγγίσεις που επιχειρώ είναι πιθανό καθένας μας, σύμφωνα με τις προσωπικές εμπειρίες του και την υποκειμενική εκτίμηση του, να αναγνωρίσει μερικές φορές μια συμφωνία μεταξύ της σημασίας που υποδηλώνουν τα επώνυμα των δασκάλων μας και των χαρακτηριστικοί συμπεριφορών και ενεργειών τους. Ωστόσο η σημασία των αρχικών, των βασικών λέξεων που συντέλεσαν στη δημιουργία των επωνύμων δεν αφορά άμεσα τους καθηγητές-φορείς τους αλλά κάποιο προγονό τους στον οποίο αποδόθηκε ένα χαρακτηριστικό (ψυχικό ή σωματικό), ένα προσωπωνύμιο κλπ.
Ας σημειώσω πως η απόδοση ενός επωνύμου σε λεξιλογικά στοιχεία μιας ξένης γλώσσας δεν ταυτίζεται κατ' ανάγκη με την εθνολογική ταυτότητα του φορέα του.
Πρέπει επίσης να γίνει σαφές ότι η ετυμολογική ανίχνευση ενός τέτοιου είδους γλωσσικού υλικού δεν είναι πάντα ασφαλής, καθώς μας διαφεύγει πολλές φορές το ιστορικό της ονοματοδοσίας ενός ατόμου.
Τα επώνυμα που εξετάζονται εδώ παρατίθενται σε αλφαβητική σειρά. Πρόκειται για τα επώνυμα:

α) των φιλολόγων: Νικ. Βολονάση, Χαρ. Γκεσούλη, Κων. Κωσταδήμα, Γεωργ. Μπένου, Κων. Μπονιάκου, Σωτ. Νικολού, Απ. Παπαθεοδώρου, Σαρ. Παπανικολάου

β) των μαθηματικών: Παν. Δεβέκου και Δημ. Τζουμάκα

γ) των φυσικών: Σπυρ. Καρακίτσου και Μιχ. Μπάη

δ) του καθηγητού γαλλικών: Αρσ. Γεροντικού

ε) των καθηγητών τεχνικών: Π. Βρέλλη και Μάνθ. Παπαγεωργίου

ζ) των γυμναστών: Δημ. Γρηγορίου, Δημ. Ζιώγα, Κων. Τσιάντα

η) και του θεολόγου: Θ. Μπαϊρακτάρη.

Οι φωτογραφίες είναι ευγενική προσφορά της κας Βασιλικής Τοπάλη. Στην παρούσα φωτογραφία φαίνονται κυκλικά οι: Θωμάς Βοντετσιάνος, Σαράντης Παπανικολάου, Χαρίλαος Γκεσούλης, Γρηγόρης Τζουμάκας, Ευθύμιος Χατζηγιάννης, Τράντας Γεώργιος, Ευάγγελος Πρίντζος, Θωμάς Μπαϊρακτάρης, Παναγιώτης Δεβέκος, Κωνσταντίνος Κωσταδήμας, Σωτήρης Νικολός, Μιχάλης Μπάης, Σπύρος Καρακίτσος, Γεώργιος Παπαγεωργίου, Γεώργιος Παπανικολάου (Γυμνασιάρχης), Δημήτρης Γρηγορίου, Δημήτρης Τζομάκας, Αρσένης Γεροντικός, Σωτήρης Χουλιάρας.
(ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ στην πρωτότυπη ανάρτηση του περιοδικού ΟΙ ΖΩΣΙΜΑΔΕΣ)
Στην φωτογραφία από αριστερά φαίνονται οι: Γιώργος Καζάκος, Σπύρος Καρακίτσος, Πολυχρόνης Μαριόλης, Κωνσταντίνος Κωσταδήμας, Θωμάς Μπαϊρακτάρης, Γιώργος Τσακανάκης, Κωνσταντίνος Τσιάντας, Κασβίκης, Άγνωστος


Βολονάσης (και Μπολονάσης)
Το επώνυμο συναντιέται και με διαφορετική φωνητική (Βολο- και Μπολο-) και με διαφορετική ορθογράφηση (Βολο- / Μπολο- και Βόλω-/Μπολω-).
Οι διαφορετικές αυτές φωνητικές και ορθογραφικές εκδοχές αφορούν όχι μόνο Το επώνυμο Μπολονάσης, αλλά ένα πλήθος άλλων επωνύμων, συνθέτουν και παράγωγων. Με δεδομένο δε ότι η ορθογράφηση (με ο ή ω) λίγο ενδιαφέρει, παραθέτω μερικά από τα σχετικά επώνυμα με βάση τη φωνητική τους ([β] / [ν]).
(παραλείπονται μερικές γραμμές, υπάρχουν στο πρωτότυπο στην πηγή)
Εκτός από τα παραπάνω σύνθετα ή παράγωγα επώνυμα πρέπει να αναφέρουμε την ύπαρξη των απλών αρχικών επών.: Μπόλας / -•ης / -ος και Βόλ(λ)ας /-ης /-ος (και Βώλος) και να σημειώσουμε:
α. Από τις δύο σειρές επών. η σειρά [b] πρέπει να θεωρηθεί η αρχική δεδομένου ότι η τροπή του [b] (καθώς και των [d], [g]) σε [ν] (και [d], [g]) αντίστοιχα, δηλ. ο λεγόμενος λόγιος εξελληνισμός, είναι εφικτή στην ελληνική. Αντίστροφη τροπή [ν] > [b] δεν είναι συνηθισμένη.
β. Η αστάθεια ορθογράφησης με ο ή ω υποδηλώνει πως η αρχική λέξη απ' όπου σχηματίζονται τα ανθρωπωνύμια δεν είναι αναγνωρίσιμη άρα είναι άγνωστη.
γ. Τα σύνθετα ανθρωπωνύμια παραπέμπουν στην ύπαρξη ενός προθήματος1 του τύπου: βλαχο-: Βλαχαντρέας, Βλαχοθανάσης κλπ., γερο-: Γερογιάννης, Γεροδήμος κλπ., με β' συνθετικό βαφτιστικό η παρωνύμιο. Κάτω από αυτές τις συνθήκες από την ελληνική γλώσσα μόνο οι λ. βόλος, ο "η ριξιά //η πλεκτάνη // το δίχτυ κλπ." και βώλος, ο "μικρός όγκος, μάζα χώματος, σβώλος // συνεκδ. γη, χώρα, έδαφος κλπ." θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση δημιουργίας του προθήματος. Ωστόσο οι σημασίες αυτών των λ. δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την ονοματοδοσία ενός ανθρώπου.
δ. Με βάση αυτές τις παρατηρήσεις θα μπορούσε να ενισχυθεί η απόδοση των αρχικών επών. Μπόλας /-ης /-ος2 στη σλαβ. λ. bolu "μεγαλύτερος, καλύτερος"3 με την οποία σχηματίζονται πολυάριθμα προσωπωνύμια, στο σλαβόφωνο χώρο: ΒοΙοje, Βοlek, Βοlkο, ΒοΙkα, Βοlinu/Bolbnu, ΒοΙbjb-slavu, Βοlbjb-boru, Βοl'ut, Βοlislav κλπ.4
Από το σλαβ. αυτό προσηγ. προέκυψαν τα επών. Μπόλας /-ης /-ος (και Βόλας / -ης /-ος) με λόγιο εξελληνισμό, από τα οποία προέκυψε το ανθρωπωνυμικό πρόθημα μπολο-, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη σημ. 1: Κάποιος που έφερε το βαφτιστικό Νάσης για να προσδιοριστεί ακριβέστερα ονομάστηκε Νάσης του Μπόλα / -η, / -ου και στο σύνθετο ως Μπολο-νάσης.5

Βρέλ(λ)ης
Το επώνυμο πρέπει να σχετιστεί με το αλβ. ουσ. burr/e, i "άντρας, γενναίος" και να αποδοθεί στα επών. Μπούρης, Μπούρος, Μπούρας6 απ' όπου και τα: Βούρης, Βούρος, Βούρας με τροπή του [β] σε [ν] (λόγιος εξελληνισμός). Από τη σειρά των τελευταίων με την υποκορ. κατάλ. -έλ(λ)ης προέκυψε Το επώνυμο Βουρέλ(λ)ης7 και Βρέλ(λ)ης με αποβολή του άτονου [u] κατά τον βόρειο φωνηεντισμό.
Λιγότερο πιθανή η απόδοση του επών. στο σλαβ. vrelo "πηγή" (απ' όπου και δάνειο στην αλβ. vrelle), λέξη από την οποία δημιουργούνται πολυάριθμα τοπν. σχεδόν αποκλειστικά στο χώρο της σερβοκροατικής (Udolph 1979: 528-529). Κατευθείαν σύνδεση του επών. με το σλαβ. ουσ., λόγω της σημασίας, δεν θα ήταν δυνατή, όπως φαίνεται και από την απουσία σχετικών ανθρωπωνυμικών σχηματισμών στις σλαβικές γλώσσες. Γι' αυτό πιστεύω πως, αν θα μπορούσε να συνδεθεί Το επώνυμο με τις σλαβ. γλώσσες, αυτό θα μπορούσε να γίνει μέσω ενός τοπωνυμίου, π.χ. τοπν. Vrelo ή Vreliκλπ. (<> Γρηγορίου (πβ. και επών. Δημητρίου, Ιωάννου, Γεωργίου κλπ.)18.


Δεβέκος
Σπάνιο επών.19 που εμφανίζεται με τους τύπους Δεβέκος (5χ) και Ντεβέκος. Ο τύπος Δεβέκος από το Ντεβέκος με τροπή [d] > [d] (λόγιος εξελληνισμός).
Το επώνυμο πρέπει να αποδοθεί στο επώνυμο Ντεβές (και Δεβές) με την προσθήκη της μεγεθυντικής κατάλ. -έκος η οποία χρησιμοποιείται και στο σχηματισμό ανθρώπων.: Αγγελέκος (< Άγγελος), Καλαμιδέκος (< Καλαμίδας), Σταματέκος (< Σταμάτης) κλπ.20. Το επώνυμο21 Ντεβές προέρχεται από το τουρκ. δάνειο της ελληνικής: ντεβές, ο "η καμήλα"22 (< τουρκ. deve "το ίδιο"). Της ίδιας ετυμολογικής αρχής είναι και τα επών.: Ντεβετζής, Ντεβετζίδης κλπ. και Δεβεσιάδης, Δεβετζάκης, Δεβετζής, Δεβετζίδης, Δεβιτζόγλου κλπ.

Ζιώγας Το επώνυμο προέρχεται από το αντίστοιχο βαφτιστικό Ζιώγας (και Τζιώγας) αντί του Γεώργιος23. Τόσο ο Κατσάνης όσο και ο Ντίνας θεωρούν το βαφτιστικό ως αρομ. υποκορ. του Γεώργιος24. Ωστόσο όχι μόνο στα βλαχόφωνα χωριά αλλά και αλλού (π.χ. Πιρσόγιανη) χρησιμοποιείται το Ζιώγας αντί του Γεώργιος (πβ. το όνομα του πρωτομάστορα Ζιώγα Φρόντζου από την Πιρσόγιανη25, ο οποίος μαρτυρείται ότι έχτισε το πέτρινο γεφύρι της Κόνιτσας

Καρακίτσος Πρόκειται για ένα "προθηματικό" επών. που σχηματίζεται από το πρόθημα καρα-26 (πβ. και επών. Καράς < καράς "μαύρος" < τουρκ. kara "το ίδιο") και το βαφτιστικό Κίτσ(ι)ος. Το βαφτιστικό Κίτσ(ι)ος27 αντί του Χρίστος.

Κωσταδήμας Σε αντίθεση με τα προσδιοριστικά σύνθετα προσηγορικά: αγριοπερίστερο, κρασοπότηρο, νεροπότηρο, ψυχοσάββατο κλπ. και τα σύνθετα επώνυμα με α' μέρος σύνθεσης εθνικά: Καστρινογιάννης, Μωραΐτόγιαννος, Σμυρνογιάννης κλπ. και επαγγελματικά: Αλευρογιάννης, Γυφτογιάννης, Καλογερογιάννης κλπ.28, στα σύνθετα επών., όπου και τα δυο συνθετικά είναι βαφτιστικό, το β' συνθετικό της σύνθεσης προσδιορίζει το α' βαφτιστικό: π.χ. Σπυρομήλιος "ο Σπύρος (ο γιος) του (Αι)μίλιου", Χριστοβασίλης "ο Χρίστος (ο γιος) του Βασίλη", ο Αποστολογιάννης "ο Αποστόλης / -'-ος (ο γιος) του Γιάννη" κοκ.
Η αντιστροφή της σειράς: προσδιορισμός + προσδιοριζόμενο που ακολουθείται, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, στα προσδιοριστικά σύνθετα αίρεται στην περίπτωση σύνθετων επών. με δύο βαφτιστικό, γιατί ακολουθείται η σειρά της εννοούμενης εκφοράς. Το ίδιο συμβαίνει και με τα σύνθετα παρωνύμια με α' συνθετικό αρσεν. βαφτιστικό (του συζύγου) + β' συνθετ. θηλ. βαφτιστικό (της συζύγου) της οποίας η κοινωνική θέση, η δυναμικότητα και η εν γένει παρουσία επισκιάζει εκείνη του συζύγου: π.χ. Κωτσοαμαλίας "ο Κώτσος (ο σύζυγος) της Αμαλίας", ο Γιωργολένης "ο Γιώργος (ο σύζυγος) της Ελένης" κλπ. Στην ίδια περίπτωση ανάγονται και τα σύνθετα με δύο βαφτιστικό εκ των οποίων το α' (βαφτιστικό του γιου) προσδιορίζεται από το β' (το βαφτιστικό της μητέρας). Έτσι το Γιωργολένης που αναφέρθηκε παραπάνω, θα μπορούσε να είναι "ο Γιώργος (ο γιος) της Ελένης" κλπ. Μετά από όσα αναφέρθηκαν παραπάνω στο επώνυμο Κωσταδήμας, σύνθετο με δύο βαφτιστικά, το α' συνθετικό (Κώστας) προσδιορίζεται από το β' συνθετικό (Δήμας). Το Κώστας είναι συγκεκομμένος τύπος του Κωνσταντίνος και το Δήμας29 από το Δήμος (συγκεκομμένος τύπος του Δημήτριος) με εναλλαγή της κατάλ. -ος / -ας, όπως πραγματοποιείται στα ανθρώπων: Γκέκος / -ας, Τσέφος / -ας κλπ.

Μπάης Το επώνυμο προέρχεται από την τουρκ. λ. bay η οποία πριν από ανθρωπωνύμια και τίτλους έχει τη σημασία "ο κύριος Χ", όταν όμως δεν συνοδεύει ανθρωπωνύμιο ή τίτλο έχει τη σημασία "κύριος."30 Με την ίδια λειτουργία χρησιμοποιούνται και οι σημασιολογικά αντίστοιχες αλβ. λέξεις: zot, -i "κύριος Χ": π.χ. zoti president "κύριος πρόεδρος", zoti minister "κύριος υπουργός" κλπ., αλλά και αυτοδύναμα zot, -/'"κύριος", και zonj/e, -a "η κυρία Χ": π.χ. zonja vjeherr "η κυρα-πεθερά", αλλά και "κυρία, οικοδέσποινα". Όπως η τουρκ. λ. bay έτσι και οι αλβ. zot, -i και zonj/e, -a αποτελούν βασικές λέξεις για το σχηματισμό ανθρωπωνυμίων: Ζότος (και Ζώτος), Ζόνιος (και Ζώνιος).

Μπαϊρακτάρης Το επώνυμο που εμφανίζεται και με το λαϊκότερο τύπο Μπαϊραχτάρης ([kt]>[ht])31 και με το λογιότερο Βαϊρακτάρης32 ([b] > [ν]: λόγιος εξελληνισμός) προέρχεται από το κοινό ΝΕ μπαϊρακτάρης "ο σημαιοφόρος" < τουρκ. bayraktar "το ίδιο"

Μπένος Πρόκειται για επών. δημιουργημένο από το ιταλ. βαφτιστικό Benedetto (= Βενέδικτος) με συγκοπή. Πβ. και τα ίδιας ετυμολογικής αρχής: Μπενάτος, Μπενετάτος, Μπενέτος (< βενετ. Beneto, συγκεκομμένος τύπος του Benedetto)35. Μπονιάκος Το επώνυμο προέρχεται από το αλβ. bonjak, -u "ο ορφανός"36. Ας σημειωθεί πως με τη σημασία "ορφανός" σχηματίζονται ταυτόσημα επών. με λεξιλογικά στοιχεία διάφορων γλωσσών της Βαλκανικής: πβ. το ελλην. Ορφανός (και Ορφανάκος, Ορφανίδης, Ορφανάκης, Ορφανόπουλος κλπ.), τα σλαβ. (από το προσηγ. siru "ορφανός"37): Siraku, Sirotan, Sirota, Siroslawκλπ.38, τα σλαβ. αρχής ελληνικά Σιράκος (και Συράκος) κλπ., τα τουρκ. προέλευσης Γετήμ, Γετίμης κλπ. (< τουρκ. yetim "ορφανός", λ. η οποία απαντά ως δάνειο και στην αλβ. με τον τύπο jetim) κλπ.

Νικολός Το επώνυμο προέρχεται από το βαφτιστικό Νικολός39 κι αυτό από το βαφτιστικό Νικολής. Ο μετασχηματισμός του βαφτιστικό Νικολής σε Νικολός αναλογικά προς τα σε -ός επίθ. αντί των επιθ. της ΑΕ σε -ης: ακριβής - ακριβός. συμμιγής - σμιγός, ψευδής - τσευδός κλπ. Το Νικολής από το Νικόλαος και την κατάλ. -ής με την οποία σχηματίζονται χαϊδευτικά βαφτιστικά (π.χ. Γιωργής, Θοδωρής, Παυλής, Στεφανής κλπ.), κατάλ. που προέρχεται από ουδ. υποκορ. σε -ί (π.χ. Γιωργί, Θοδωρί, Παυλί, Στεφανί κλπ.)40.

Παπαγεωργίου Παπαθεοδώρου Παπανικολάου Πρόκειται για τρία σύνθετα επών. με α' συνθετ. το πρόθημα41 παπα42 και τα πατρωνυμικά επών. Γεωργίου, Θεοδώρου, Νικολάου ως β' συνθετικά. Τζουμάκας Το επώνυμο σχετίζεται με τα Ηπειρωτ. τζουμάκ', το "μακρύ ραβδί // το ειδικό ρόπαλο που στηρίζουν τα κουδούνια τα παιδιά που τραγουδούν τα τραγούδια του Λαζάρου", τζομάκης, ο "ο χοντροκέφαλος" και τζομάκα, η "Ο στάχυς του καλαμποκιού"• πβ. και ρ. τζουμακιάζω "ξυλοδέρνω"43. Ο σχηματισμός του επών. από τις σημασίες "χοντροκέφαλος" ← "ρόπαλο, ξύλο". Πρόκειται για δάνειο από το τουρκ. comak "ρόπαλο, μπαστούνι", λ. η οποία πέρασε στις περισσότερες γλώσσες της ΝΑ Ευρώπης μέχρι και τα ρωσικά44. Έτσι έχουμε τα αρομ. ciumag (ουδ.), ciumaga (θηλ.) "μπαστούνι, μαγκούρα"45, το ρουμ. ciomag "ρόπαλο, μπαστούνι"46, τα αλβ. comak και comage "(μεγάλη) ποιμενική ράβδος"47 κλπ. Λιγότερο πιθανή η προέλευση του επων.

Τζουμάκας Το επώνυμο Τζούμας + τη μεγεθ. κατάλ. -άκας η οποία χρησιμοποιείται και στα ανθρωπωνύμια: π.χ. Αντωνάκας, (Α)ποστολάκας, Γεωργάκας Δημητράκας, Σιαφάκας: κλπ.48. Το επώνυμο Τζούμας από το Ηπειρωτ. τσ'ούμα, η "κορυφή βουνού // πέτρινο γουδί" με ηχηροποίηση του [ts] σε [dž] στη συμπροφορά με το [-n] του άρθρου στην αιτιατική. Πβ. και τη γνωστή φρ. "ντιπ τζούμας είσι" που λέγεται για ισχυρογνώμονες και κουτούς ανθρώπους49.

Τσιάντας Το επώνυμο, που φαινομενικά παραπέμπει στο κοινό Ν Ε τσάντα, η (< τουρκ. ςαηtα), δεν θα μπορούσε να αναχθεί στο δάνειο της ελληνικής από την τουρκική για λόγους σημασιολογικούς. Θα ήταν δύσκολο κάποιος να ονομαστεί ως "σάκκος, π.χ. κυρίας, μαθητή, κυνηγού κλπ.". Γι' αυτό το λόγο Το επώνυμο πρέπει να σχετιστεί με το βαφτιστικό Τσ(ι)άντα, που είναι συγκεκομμένος τύπος του Αλεξάνδρα50 και να θεωρηθεί μητρωνυμικό κατά το σχήμα: της Τσ(ι)άντας (ο γιος) απ' όπου Τσιάντας. 1. Βλ. Τριανταφυλλίδης, 1982: 106-107. Πβ. και τα ξένης αρχής προθήματα με τη βοήθεια των οποίων σχηματίζονται σύνθετα επώνυμα. Τόσο τα ελληνικής όσο και τα ξένης αρχής προθήματα, εκτός από τη συμβολή τους στο σχηματισμό των σύνθετων επων., σχηματίζουν και απλά επών.: π.χ. Σαρής (< τουρκ. sari "κίτρινος, ξανθός, χλωμός") απ΄ όπου και τα Σαρηκώστας, Σαρηβαλάσης κλπ. Δελής/Ντελής (< τουρκ. deli "τρελός, παλικαράς") απ' όπου τα Δεληγιάννης, Δεληπέτρος, Δελη-στοώροζ κλπ. Πιστεύω πως ακριβώς η ύπαρξη αυτών των απλών επών. συντέλεσε στη δημιουργία των προθημάτων, όπου αρχικά με τα σαρη-/ δελη- κλπ. προσδιοριζόταν ο Κώστας, ο Βαλάσης κλπ. του Σαρή, ο Γιάννης, ο Πέτρος, ο Σταύρος κλπ. Του Δελή κοκ. 2.Θεωρώ λιγότερο πιθανή την απόδοση του επών. Μπόλης στο τουρκ. bol "μπόλικος, άφθονος" (βλ. Τριανταφυλλίδης, 1982: 71 και Τομπαΐδης, 1990: 125), αφού δεν σχηματίζονται ανθρωπωνύμια από τη λ. στα τουρκικά. 3.Μiklosich, 1970:17 (λ. bolij) Berneker,1924 2:72 (λ. bolbjb) Vasmer, M.Q Russisches etymologisches Worterbuch, τ. 1,105, Heidelberg 1953. 4.Miclosch, 1927:35' Schlimbert, 1978:19' Malingoudis 1981:25. 5. Αυτό γίνεται και στα προσηγορικά προσδιοριστικά σύνθετα: νερο-πότηρο, κρασο-πότηρο, αγριο-περίστερο, όπου το α' μέρος της σύνθεσης προσδιορίζει ακριβέστερα το β΄ μέρος, που αποτελεί μια γενικότερη έννοια. 6. Τα επών. είναι πολύ συχνά στην Αθήνα (βλ. ΟΤΕ Αθ.), την αλβ. ποοέλευση των επών. Μπούρης, Μπούρας υποστηρίζει και ο Τριανταφυλλίδης (1982: 78), ενώ παρακάτω (σελ. 80) θεωρεί πως Το επώνυμο Μπούρας προέρχεται από το σλαβ. bura "τρικυμία". 7. Οι παραλλαγές των επών. που παραθέτω περιλαμβάνονται στον κατάλογο ΟΤΕ Αθηνών. 8. Βλ. σχετικά τοπν. στου Udolph (1979: 528-529)• πβ. επίσης τοπν. Vrelo (πρώην Τaskinlar) και Βριάλα "πηγή στην Πογδορά" < βουλγ. vrelo (Symeonidis, 2000): 245• Vasmer, 1970:26). 9. Βλ. Andriotis, 1974: στη λ: Δημητράκος, 1933-1959: στη λ: Κριαράς, 1969- 1997: στη λ.' Ακαδημία Αθηνών 1933-1989: στη λ. 10. ΟΤΕ Αθ.• ΟΤΕ Θεσσ. 11. Τριανταφυλλίδης, 1982: 16-17 και 99. 12. Μπόγκας, 1964:95. 13. Papahagi, 1974:609. Το δίψηφο gh φωνητικά αποδίδει τον υπερωικό, κλειστό, ηχηρό φθόγγο [g]. 14. Papahagi, 1974:608. 15. Μκόγκας, 1966:117. 16. Γκίνης, 1998: .185. 17. Meyer, 1891:190-191. 18. Βλ. Τριανταφυλλίδης, 1982:11. 19. Συναντιέται στους καταλόγους του ΟΤΕ ως εξής: 1 φορά στην Αθήνα, 3 φορές στα Γιάννινα, 1 φορά στην Αρτα. 20. Βλ. Μηνάς, 1978: 74. Η κατάλ. αυτή, μολονότι συναντιέται στη Θάσο στο σχηματισμό προσηγορικών και ανθρωπωνυμίων, είναι δυνατό να εμφανίζεται και σε άλλες περιοχές, αφού τα επών. "ταξιδεύουν" μαζί με τους φορείς τους. 21. Τομπαΐδης, 1990: 132. 22. Δημητράκος, 1933-1959: στη λ. 23. Βλ. Κατσάνης, Ν.: Ονομαστικό Νυμφαίου (Νέβεσκας), Θεσσαλονίκη 1990, 74. Ντίνας, Κ.: Κοζανίτικα επώνυμα 1759)-1916, Κοζάνη 1995, 131. 24. Και στο βλαχόφωνο Περιβόλι το Ζιώγας χρησιμοποιείται αντί του Γεώργιο: (πληροφορία του συναδέλφου Βασ. Λαΐτσου). 25. Β. Παπαγεωργίου - Αργ. Πετρονώτης, "Ο πυρσογιαννίτης πρωτομάστορας Ζιώγας Φρόντζος και τα έργα του" (= Δήμος Κόνιτσας: Η επαρχία Κόνιτσας στο χώρο και το χρόνο, Κόνιτσα 1996), 219. 26. Πβ. και τα επών. -ου σχηματίζονται με το ίδιο πρόθημα: Καραβαγγέλης. Καραβασίλης, Καραγιώργος κλπ. 27. Το ίδιο βαφτιστικό παρουσιάζεται και στη βουλγαρική ανθρωπωνυμία με τους τύπους Kico, Kico και Kica κατά τον Συμειωνίδη (2001:33) αντί των Kirjakico 28. Βλ. και σΤο επώνυμο Μπολονάσης. Μια συστηματική συλλογή και εξέταση των σύνθετων ανθρωπωνυμίων θα μπορούσε να δώσει μια πληρέστερη εικόνα για τη θέση του προσδιοριστικού και του προσδιοριζόμενου μέρους. 29. Το Δήμας ως βαφτιστικό συναντιέται στα βουλγ.με τον τύπο Dima (χαϊδευτικό των Dimitru < href="http://www.zosimaia.gr/MeNuDynamic.asp?menu=6&submenu=17&aID=266">Περιοδικό Οι Ζωσιμάδες, άρθρο του Αναπλ. Καθηγητή του Παν. Ιωαννίνων, Γλωσσολόγου Κώστα Οικονόμου