Πέμπτη 2 Ιουνίου 2016
Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2013
Αναμνήσεις από την εμποροπανήγυρη Ιωαννίνων τη δεκαετία του '60
Τρίτη 25 Ιουνίου 2013
Η Σκάλα στη Λίμνη τις δεκαετίες του '50 του '60.
Κυριακή 11 Μαρτίου 2012
Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2012
Οι νοοτροπίες και οι θεσμοί δημοσιότητας στα Γιάννενα της απελευθέρωσης

Οι νοοτροπίες και οι θεσμοί δημοσιότητας στα Γιάννενα της απελευθέρωσης
Πώς ήταν τα Γιάννενα πριν την απελευθέρωση; Μια αναλυτική παρουσίαση του δημόσιου λόγου και της νοοτροπίας της πόλης στις αρχές του περασμένου αιώνα.
Το ιστορικό γεγονός της απελευθέρωσης της πόλης από την οθωμανική επικυριαρχία στις 21 Φεβρουαρίου 1913 διαδραματίζεται σε μία περίοδο κατά την οποία η διεθνής συγκυρία είχε διαμορφώσει ένα πλαίσιο συσχετισμών, στο οποίο η Ελλάδα επιχείρησε να μετάσχει τόσο μέσω της διπλωματικής οδού όσο και με την υλοποίηση της πάγκοινης πρόθεσης της αναθεώρησης των συνόρων του ελληνισμού και τις επιτόπιες πολεμικές αναμετρήσεις με την Τουρκία. Ως ορόσημα της εποχής θα μπορούσαμε να μνημονεύσουμε το Συνέδριο του Βερολίνου (13 Ιουνίου-13 Ιουλίου 1878), τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 με τις οδυνηρές συνέπειες στη στρατιωτική, την πολιτική, την κοινωνική και την οικονομική οργάνωση της χώρας, την πολιτική προετοιμασία του αγώνα για την απελευθέρωση των υπόδουλων τμημάτων της Ελλάδας και τον συντονιστικό ρόλο της Ηπειρωτικής Εταιρείας (25 Μαρτίου 1906) αναφορικά με τα Ιωάννινα, την επανάσταση των Νεοτούρκων (10 Ιουλίου 1908), την έναρξη του Α' βαλκανικού πολέμου (4 Οκτωβρίου 1912) και τα στρατιωτικά συμβάντα (1912-1913) που οδήγησαν στην απαλλαγή από την τουρκική εξουσία και την ενσωμάτωση της πόλης στην ελληνική επικράτεια.
Ανεξάρτητα όμως από τα γεγονότα που εγκαινίασαν μία νέα περίοδο στη λειτουργία της πόλης και στον τρόπο με τον οποίο συγκροτήθηκε ο ανθρωπογεωγραφικός της ορίζοντας είναι σαφές από τη μελέτη των τεκμηρίων που διασώζουν οι πηγές ότι κατά τον ύστερο 19ο και τις απαρχές του 20ου αιώνα, όταν η χειμαζόμενη πόλη άρχισε να συνειδητοποιεί ότι «η καθάρια γέμιση του φεγγαριού σιμώνει», για να ανακαλέσουμε στη μνήμη μας τον στίχο του Άγγελου Σικελιανού, μορφοποιείται στα Γιάννινα μία έντονη κοινωνική και πνευματική κίνηση, που αποκαλύπτει μία πολύπτυχη ενδοχώρα αναδράσεων και προβληματισμών: ήδη από τη δεκαετία του 1870 εκδιπλώνεται ο δημόσιος λόγος με τη μορφή της έντυπης εκφοράς του σε εφημερίδες και περιοδικά, αναπτύσσονται ποικίλες δραστηριότητες των θεσμοθετημένων φιλεκπαιδευτικών και πολιτιστικών (αλλά και πολιτικών - κοινωνικών) συσσωματώσεων και εκδηλώνεται ένας έντονος, σε ορισμένες περιπτώσεις, διάλογος αναφορικά με τη σχολική πραγματικότητα, η οποία δομείται με όρους αυτονομίας, αλλά όχι απομόνωσης, σε σχέση με το εθνικό κέντρο.
Τα δημοσιογραφικά Έντυπα
Η Εφημερίδα Ιωάννινα-Γιάνγια, της οποίας η έκδοση συνεχίσθηκε μέχρι το 1912, παρά το γεγονός ότι διεκδικούσε τον ρόλο της καθολικής έκφρασης και αυτοπροσδιοριζόταν ως «Εφημερίς των κοινή συμφερόντων τη Τοπαρχία» εξέφραζε τη βούληση της κυρίαρχης εξουσίας, αναπόφευκτα όμως μεταβλήθηκε με την πάροδο του χρόνου σε έναν κοινωνικό ιστό στον οποίο διακρίνουμε στοιχεία των συλλογικών ιδιοπροσδιορισμών. Στην Εφημερίδα δεν συναντούμε μόνον των κατοπτρισμό των δρώμενων που σχετίζονται με τις «τρεις εθνικότητες» και τις αποφάσεις της κεντρικής διοίκησης αλλά διαπιστώνουμε και την πληροφορική ανάδραση η οποία συντελείται μέσω των Επιστολών και των δοκιμίων που προέρχονται από τη γραφίδα λογίων της πόλης, όπως επί παραδείγματι ο Σπυρίδων Μανάρης (1806-1886). Στην ίδια συνοχή, αλλά με εμφανώς διαφορετική στόχευση, εγγράφεται η Εφημερίδα Ήπειρος (1909-1940) που εκδόθηκε από τον Γεώργιο Χατζή-Πελλερέν (1881-1981), τον πατέρα του λογοτέχνη Δημήτρη Χατζή. Στηλιτεύοντας τις αυθαιρεσίες της τουρκικής διοίκησης, ο Πελλερέν άσκησε μαχητική δημοσιογραφία σε μία κρίσιμη για την ιστορία της πόλης περίοδο, αντικρούοντας με παρρησία τις θέσεις που εξέφραζαν οι Εφημερίδες του Τουρκικού Κομιτάτου Ιντιμπάχ (:Επαγρύπνιση) που τυπωνόταν στα Ιωάννινα (1909-1912) στην τουρκική και αλβανική γλώσσα και Γιάνγια Σαανσί (:Ηχώ των Ιωαννίνων) που διαδέχθηκε την πρώτη και ήταν γραμμένη στα Τουρκικά.
Μία ιδιότυπη καταγραφή των κοινωνικών δρώμενων, που συνδύαζε την καυστική κριτική με τη γλαφυρή ειρωνεία, προσφέρει το βραχύβιο σατυρικό έντυπο Καραβίδα, που διηύθυνε ο Κωνσταντίνος Αραβαντινός, ενώ τους παραδεδομένους αξιακούς κώδικες επιχείρησε να αναδείξει η Θρησκευτική Σάλπιγξ (1911-1912) του Στέφανου Σαλαμάγκα, ο οποίος μετείχε ενεργά στη δημόσια ζωή της πόλης και ως επικεφαλής του κόμματος των Ανεξαρτήτων υπερίσχυσε των άλλων συνδυασμών κατά την εκλογική αναμέτρηση του 1911, η οποία ήταν και η τελευταία που έλαβε χώρα στα τουρκοκρατούμενα Γιάννινα. Στις σελίδες του εντύπου αποτυπώνεται μία έντονη πολεμική προς τις νέες φιλοσοφικές, γλωσσικές και κοινωνικοπολιτικές απόψεις που συμπυκνώνονταν στη συνωρίδα «δημοτικισμός - σοσιαλισμός», οι οποίες αποτέλεσαν ήδη από το 1907 έως το 1909 αντικείμενο συζήτησης στο αθηναϊκό Περιοδικό Ο Νουμάς, με αφορμή το βιβλίο του Γεωργίου Σκληρού Το Κοινωνικό μας Ζήτημα (1907). Τις παραμονές της απελευθέρωσης κυκλοφόρησε στα Ιωάννινα η Ηχώ της Ηπείρου (1911-1912), μία Εφημερίδα που ήταν προσανατολισμένη στο φιλολογικό καικοινωνικό πεδίο, με συνεργασίες λογίων και επιστημόνων ανάμεσα στους οποίους συμπεριλαμβανόταν και ο Στίλπων Κυριακίδης.
Η Φιλολογική και Εμπορική Λέσχη «Η Πρόοδος»
Στο πολιτικό - κοινωνικό πλαίσιο η δύστηνη κατάσταση της Ηπείρου γενικότερα και των Ιωαννίνων ειδικότερα περιγράφεται με ευκρίνεια στο Υπόμνημα περί της εν γένει καταστάσεως των χριστιανών κατοίκων της Ηπείρου μετά την Βερολίνειον συνθήκην, στο οποίο υπογραμμίζεται ότι «υπό έποψιν νομοθετικήν ουδεμίαν η Βερολίνειος Συνθήκη επήνεγκε βελτίωσιν και η κυβερνητική μηχανή εξακολουθεί να διευθύνηται επί τη βάσει παλαιοτέρων νόμων». Ο πληθυσμός των Ιωαννίνων κατά τον ύστερο 19ο αιώνα απαρτίζονταν, σύμφωνα με Υπόμνημα του 1878, από «10.000 χριστιανούς», «5.000 Οθωμανούς» και «3.000 Εβραίους» και ενδεικτικό γνώρισμα του μετασχηματισμού της δημόσιας σφαίρας και της εμφάνισης νέων μορφών δημοσιότητας είναι η ίδρυση στα τέλη Νοεμβρίου ή στις αρχές Δεκεμβρίου του 1871 της «Εμπορικής και Φιλολογικής Λέσχης "Η Πρόοδος"» με σκοπό να συμβάλει, όπως διαβάζουμε στις καταστατικές της διακηρύξεις, στην «ηθικήν ανάπτυξιν και την εμπορικήν και βιομηχανικήν προαγωγήν της κοινωνίας της πόλεως ταύτης και δι' αυτής της όλης Ηπείρου την ωφέλειαν».
«Η Πρόοδος» εμφανίσθηκε ως έκφανση της πόλης, αφού συγκροτήθηκε «δημοτελώς» («δια κοινής συνδρομής των πολιτών και των παρεπιδημούντων ξένων») και θεμελιώθηκε στις αρχές της ανεξιθρησκείας και της ισοτιμίας: «άνευ ουδεμιάς διακρίσεως, θρησκευτικού δόγματος, εθνικότητος ή κοινωνικής τάξεως». Πρωτεύουσα επιδίωξη των ιδρυτών ήταν να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο που θα διασφάλιζε «την διακοίνωσιν και ανάπτυξιν των ιδεών» και θα προσέφερε τη δυνατότητα να συζητούνται δημοσίως θέματα που σχετίζονται με «τα κοινά της μικράς [...] κοινωνίας συμφέροντα» με απώτερο στόχο, όπως πληροφορούμαστε, «τη βελτίωση της τύχης του δίκην κτηνών ζώντος λαού, δι' όλων των εφικτών μέσων, όσα επιτρέπονται». Αναμφίβολα η ίδρυση της «Προόδου» ανταποκρινόταν σε ένα διάχυτο αίτημα για δημόσια διαβούλευση και από τις πλέον ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τη συγκεκριμένη πολιτιστική συσσωμάτωση είναι οι σχετικές με την πνευματική κίνηση: ανάμεσα στα περιοδικά συγγράμματα και τις Εφημερίδες που υπήρχαν στη Βιβλιοθήκη της «Προόδου» «εις γλώσσαν Οθωμανικήν, Ελληνικήν, Ισραϊλιτικήν, Γαλλικήν και Ιταλικήν» συμπεριλαμβάνονταν «27 Οθωμανικαί Εφημερίδαι, 18 Ελληνικαί, εκ διαφόρων μερών, 4 Γαλλικαί εξ Ευρώπης και εκ Κωνσταντινουπόλεως και 1 Ιταλική, προσέτι δε 2 Ελληνικά περιοδικά και 2 Γαλλικά».
Είναι εμφανές ότι η νέα μορφή δημοσιότητας λειτουργεί ως καταλύτης πνευματικών διεργασιών, οι οποίες απηχούνται στο σώμα της πόλης μέσω της πραγματοποίησης «δημοσίων μαθημάτων» στα οποία «η είσοδος» ήταν «ελευθέρα εις το κοινόν». Από τις δημόσιες διαλέξεις σημειώνουμε τις σχετικές με τη Δημόσια Υγιεινή, τη Φυσική Ιστορία, το Εμπορικό Δίκαιο, την Αστρονομία, τη Χημεία και την Ιστορία, ενώ αξίζει να υπογραμμίσουμε τα περί «Μορφολογίας» μαθήματα του ιατρού Δημητρίου Χασιώτη. Ο τελευταίος αναφέρθηκε στα 1872-1873 στις αντιλήψεις του Δαρβίνου, μόλις ένα χρόνο μετά τη δημοσίευση του βιβλίου του Darwin, Περί της καταγωγής του ανθρώπου (1871), και οι σχετικές απόψεις πρέπει να καταγραφούν ως μία από τις πρωϊμότερες παρουσίες του συναφούς προβληματισμού όχι μόνον στην υπό τουρκική εξουσία πόλη των Ιωαννίνων αλλά και στον ευρύτερο ελληνικό χώρο.
Μετασχηματισμοί στο πεδίο της Εκπαίδευσης
Στο επίκεντρο της παρεχόμενης εκπαίδευσης καθ' όλη τη διάρκεια του 19ου (από τη δεκαετία του 1930) και στις απαρχές του 20ου αιώνα ευρίσκετο, όπως είναι γνωστό, η Ζωσιμαία Σχολή και στα 1878 επιχειρήθηκε στα Ιωάννινα η κυοφορούμενη από το 1870 «εκπαιδευτική μεταρρύθμιση», η οποία αφορούσε τόσο τα Δημοτικά Σχολεία όσο και τη Ζωσιμαία. Οι συζητήσεις σχετικά με την αναγκαιότητα της μεταρρύθμισης, τα πρωτεύοντα εκπαιδευτικά ζητήματα και την πρόκριση της προσφορότερης παιδαγωγικής θεωρίας με βάση την οποία θα διαμορφωνόταν το Εγκύκλιο Πρόγραμμα της Ζωσιμαίας αποτυπώνονται ανάγλυφα στον Λογον (1871) του καθηγητή των φιλοσοφικών μαθημάτων Στέφανου Ράδου († 1879), καθώς και στα Πρακτικά των συνεδριάσεων της Επιτροπής, η οποία είχε επιφορτισθεί με την αποσαφήνιση του θεωρητικού πλαισίου. Πρόκειται για κείμενα που φανερώνουν τις θεωρητικές προκείμενες στις οποίες εδράζονταν οι διαφορετικές προσεγγίσεις και τον τρόπο με τον οποίο κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα γινόταν αντιληπτή η σχέση ανάμεσα στους δύο πόλους (τον διδάσκοντα και τον μαθητή) της παιδαγωγικής πράξης. Δύο από τα βασικά σημεία της απόφασης, η οποία απέβλεπε στην «βελτίωσιν των εκπαιδευτηρίων της πόλης» ήταν η «επέκτασις της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως» από τετραετή σε οκταετή φοίτηση «απαρτιζούσης αυτοτελές και απόλυτον Σχολείον γενικής παιδεύσεως των νέων ως πολιτών και προπαιδεύσεως άμα διά το Γυμνάσιον», και η έγκριση των Προγραμμάτων Σπουδών της Ζωσιμαίας: του Σχολαρχείου, του Γυμνασίου και του Διδασκαλικού τμήματος, το οποίο θα προετοίμαζε «διδασκάλους Δημοτικών και Ελληνικών Σχολείων».
Ο Κανονισμός, εκτός από τα σχετικά με τη λειτουργία της Σχολής και τη ρύθμιση των τυπικών υποχρεώσεων των διδασκόντων και των διδασκομένων, προσδιόριζε ότι «σκοπός της Ζωσιμαίας Σχολής, προς ον τα τε εν αυτή εργαζόμενα πρόσωπα και αι λειτουργίαι αυτής πάσαι τείνουσιν, είναι εν γένει μεν η υψηλοτέρα διανοητική και ηθική διάπλασις των εν αυτή σπουδαζόντων νέων, ιδία δε η προς τας επιστήμας προπαίδευσις». Σε υποσημείωση διευκρινιζόταν ότι «εν παραρτήματος μοίρα προπαρασκευάζονται προαιρετικώς εν τη Σχολή δι' αρμοδίων γνώσεων νέοι προς εμπορίαν και το διδασκαλικόν έργον». Από τη χρονία της εφαρμογής του νέου Κανονισμού τη διεύθυνση (1879-1888) ανάλαβε ο Μιλτιάδης Πανταζής (1851-1907), ο οποίος διακρίθηκε στη φιλολογική επιστήμη και αναγορεύθηκε αργότερα υφηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ από τις αξιοσημείωτες παρουσίες διδασκόντων (Γεώργιος Καλούδης, Αντώνης Τραυλαντώντης) μνημονεύουμε τον «διδάκτορα της φιλοσοφίας» Αλέξιο Ζαμαρία, ο οποίος χρημάτισε Γυμνασιάρχης από το 1896 έως το 1901 και η χειρόγραφη Εμπειρική Ψυχολογία (1890) συνιστά ένα από τα πρώτα εγχειρίδια της νεότευκτης επιστήμης της Ψυχολογίας στην Ελλάδα. Μέχρι την απελευθέρωση της πόλης η Ζωσιμαία Σχολή, παρά τις έντονες σε ορισμένες περιπτώσεις εσωτερικές διαμάχες, υπήρξε μία αυτοδύναμη πνευματική εστία πανελλήνιας εμβέλειας, στην οποία διδάσκονταν όχι μόνον η Ελληνική και η Τουρκική, αλλά και οι ευρωπαϊκές γλώσσες, ιδίως η Γαλλική, και παραδίδονταν οι νεότερες επιστήμες και η νεότερη φιλοσοφία.
Ο δημόσιος χώρος τις παραμονές της απελευθέρωσης
Κατά την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα στον δημόσιο χώρο παρατηρείται μία κινητικότητα όσον αφορά τη δημιουργία θρησκευτικών-φιλανθρωπικών αλλά και πολιτικών συσσωματώσεων. Από τις τελευταίες, οι οποίες διεδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στην αναδιάταξη των όρων διατύπωσης του δημοσίου λόγου, σημειώνουμε τον «Ελληνικό Πολιτικό Σύλλογο» που ιδρύθηκε στα Ιωάννινα στις 4 Αυγούστου 1908 με επιδίωξη «την διαπαιδαγώγησιν του λαού εις τας συνταγματικάς ιδέας και αρχάς του οθωμανικού κράτους και την εμπέδωσιν αυτών παρά τω λαώ». Κατ' ουσίαν ο Σύλλογος, ο οποίος ιδρύθηκε με πρωτοβουλία της Ηπειρωτικής Εταιρείας, απέβλεπε στην άμβλυνση της επιρροής του Τουρκικού Κομιτάτου «Ένωσις και Πρόοδος» που σχηματίσθηκε στην πόλη μας μετά το Σύνταγμα των Νεοτούρκων και η λειτουργία του συνδέεται με την καταλυτική για τα πολιτικά δρώμενα αναδιαμόρφωση του Κανονισμού (1909) με βάση τον οποίο παρεχόταν το εκλογικό δικαίωμα. Με την κατάργηση της τοπικιστικού χαρακτήρα διάταξης που επέτρεπε να μετέχουν στη διαχείριση των Κοινών μόνον όσοι κάτοικοι ήταν «γέννημα και θρέμμα» των Ιωαννίνων συντελέσθηκε ένα καθοριστικό βήμα στη διεύρυνση των κοινωνικών - πολιτικών δικαιωμάτων όσων διέμεναν και εργάζονταν στην πόλη και η «Ενιαία Δημογεροντία» προβλήθηκε ως η βέλτιστη μορφή διευθέτησης των κοινών προβλημάτων.
Τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς (1908) συστήθηκε «από φιλοπρόοδους συμπατριώτες», όπως διαβάζουμε, που διαπνέονταν «υπό ενθέρμου ζήλου και ακραιφνούς αγάπης προς τας λαϊκάς τάξεις» και άλλος Σύλλογος με την επωνυμία «Λαϊκός Προοδευτικός» και στις προγραμματικές του διακηρύξεις περιλαμβάνονταν, ανάμεσα σε άλλα: η «ανύψωσις του θρησκευτικού, εθνικού και ηθικού φρονήματος δια διαφόρων διαλέξεων»· η «ίδρυση νυκτερινής λαϊκής σχολής» στην οποία θα προσφερόταν «δωρεάν η στοιχειώδης παίδευσις»· η «καθιέρωσις της Κυριακής αργίας»· η «ίδρυσις Βιβλιοθήκης και Αναγνωστηρίου»· η «μέριμνα προς ανάπτυξιν των διαφόρων Συντεχνιών» και η «χρησιμοποίησις επί το βέλτιον του διαθεσίμου χρόνου» των εργαζομένων «εν ταις Σχολαίς του Συλλόγου και ταις συγκροτουμέναις διαλέξεσι». Η θεσμοθέτηση κοινωνικών συσσωματώσεων με πολιτιστικούς, εκπαιδευτικούς και πολιτικούς, στα πλαίσια βεβαίως της οθωμανικής νομοθεσίας, σκοπούς λειτουργεί ως πρίσμα μέσω του οποίου μπορούμε να κατοπτεύσουμε τη βαθμιαία συγκρότηση του δημοσίου χώρου και ταυτόχρονα να διακρίνουμε στις πολιτικές νοοτροπίες που παγιώνονται με την πάροδο του χρόνου τα αρνητικά γνωρίσματα που ενδημούσαν στην πολιτική ζωή της ελεύθερης Ελλάδας. Μετά την απελευθέρωση η κοινωνική και κατά συνέπεια η πνευματική τοπογραφία της «προσφιλούς και πικραμένη πόλεως», όπως χαρακτήριζε τα Γιάννινα ο Γεώργιος Χατζή-Πελλερέν στο πρώτο μετά την απελευθέρωση φύλλο της Ηπείρου (3 Μαρτίου 1913), μεταβάλλεται και οι κοινωνικές οσμώσεις και η θεωρητική τους μεταγραφή όπως αποτυπώνοντα στις Εφημερίδες και τα Περιοδικά της εποχής συνιστούν ενδείξεις της νέας περιόδου στην οποία υπεισέρχεται η πόλη.
Ο Κ. Θ. Πέτσιος είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Ιστορίας της Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2012
Το Κάστρο, ο "θησαυρός" των Ιωαννίνων - μία έκδοση της 8ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων

Μία έκδοση της 8η Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων και του Υπουργείου Πολιτισμού αναδεικνύει την πολυσύνθετη ιστορία του κάστρου και της πόλης
(Γράφει ο Φιλήμωνας Καραμήτσος στα ΠΡΩΙΝΑ ΝΕΑ της Τετάρτης 11 Ιαν. 2012)
Όταν κοιτάς από ψηλά τα Γιάννενα, ας πούμε από το ύψος του θεάτρου του Φρόντζου σε μια καλοκαιρινή παράσταση, ειδικά εκείνη την ώρα που πέφτει το φως και ανάβουν τα φώτα κάτω στο κάστρο, νομίζεις ότι μπροστά σου ανοίγεται μια μεσαιωνική πόλη.
Σίγουρα πάντως τα Γιάννενα είναι μία σύγχρονη πόλη με μία εξαιρετική καστρούπολη, ένα ζωντανό κύτταρο ιστορίας και πολιτισμού.
Το κάστρο των Ιωαννίνων είναι για τους Γιαννιώτες οικείο, κομμάτι της δικής τους ταυτότητας και γι' αυτό ίσως και λίγο απόμερο πια στις σκέψεις τους. Αφού είναι πάντα εκεί, ίσως και να μην έχει τόσο σημασία. Το πολύ να το δούμε σαν τουριστικό αξιοθέατο.
Επειδή όμως ακριβώς ήταν και είναι πάντα εκεί, υπάρχουν και τα Γιάννενα και έχουν μία ιδιαίτερη ταυτότητα.
Μόλις πριν από λίγες μέρες εκδόθηκε από την 8η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων και το Υπουργείο Πολιτισμού μία συνολική έκδοση για το Κάστρο, ένας τόμος που φιλοδοξεί να δώσει μια ολοκληρωμένη εικόνα για το τι είναι το κάστρο ιστορικά, πολεοδομικά, πολιτισμικά.
Η έκδοση αυτή όχι μόνο καταφέρνει το στόχο της αλλά προσθέτει και κάτι ακόμα. Προσθέτει σύγχρονο επιστημονικό λόγο, ορθή σκέψη, μία βάση για να μπορέσουμε να συζητήσουμε πλέον δημόσια όχι μόνο την ιστορία του κάστρου αλλά και συνολικά την ιστορία των Ιωαννίνων. Γιατί λείπουν τέτοιες εκδόσεις, λείπουν οι ολοκληρωμένες επιστημονικές προσεγγίσεις του τόπου και ενίοτε καλύπτεται το κενό τους από δοξασίες, στερεότυπα και κοινοτοπίες.
Η ίδια η έκδοση αποτελεί κι ένα τυπογραφικό επιστέγασμα θα λέγαμε της πολύχρονης παρέμβασης που έχει γίνει στο κάστρο μέσα από την υλοποίηση πολύ μεγάλων έργων αποκατάστασης, αρχαιολογικής έρευνας και ανάδειξης του σπουδαίου αυτού μνημείου, σε βαθμό δε, ώστε να λέμε σήμερα ότι έχουμε μπροστά μας ένα άλλο κάστρο, ένα νέο Κάστρο των Ιωαννίνων.
Μένουν ίσως πολλά να γίνουν στο χώρο, ίσως να υπάρχουν ακόμα περισσότερα που να οραματίζεται κανείς, αλλά πλέον το Κάστρο των Ιωαννίνων είναι ένας ζωντανό μνημείο που μπορεί κανείς να το επισκεφτεί τουριστικά, να κατοικήσει σε αυτό, να ερευνήσει το ιστορικό παρελθόν, να σχεδιάσει για το μέλλον. Αν το σκεφτούμε με λίγη απόσταση, σε πόσες άραγε ελληνικές πόλεις υπάρχει κάτι ανάλογο;
Σε δε, αρκετές ευρωπαϊκές πόλεις με λιγότερα, με σπαράγματα σχεδόν, δομούν ολόκληρες μυθολογίες και στήνουν σκηνικά τουριστικών αξιοθέατων.
Το κάστρο παραμένει ένας «θησαυρός» και για τα σύγχρονα Γιάννενα.
Σύνθεση
Η ιστορία του κάστρου αποκαλύπτει τον πολύπλοκο κόσμο που συναντήθηκε σε αυτή τη λωρίδα γης δίπλα στη λίμνη και δημιούργησε τελικά μέσα στους αιώνες, ένα σύνθετο πολιτισμό και ένα σημαντικό ιστορικό δεδομένο που σήμερα το ταυτίζουμε με τα Γιάννενα.
Στο βιβλίο γίνονται πολλές αναφορές στα νέα ευρήματα για τον οικισμό που υπήρχε σε αυτή τη γη, στα ελληνιστικά χρόνια. Τα ευρήματα στο κάστρο δείχνουν πόσο μακριά πάει αυτή η πόλη. Ακολουθώντας όμως τα ερευνητικά δεδομένα βλέπεις και πόσο σημαντικό σταυροδρόμι λαών, πολιτισμών και θρησκειών αποτέλεσαν στη συνέχεια τα Γιάννενα. Το κάστρο τους αποδεικνύει ότι τελικά τη μεγάλη ιστορία τη γράφει η συνάντηση, η μίξη, ο πολυπολιτισμός, η σύνθεση.
Φυσικά την ιστορία τη γράφουν και οι πόλεμοι και οι μάχες και τα φονικά και το ίδιο το κάστρο είναι δομημένο ακριβώς για τον πόλεμο και τη βία. Πάνω όμως στη βία, δομείται και η διπλωματία, η πολιτική, η σώφρονα σκέψη των ηγεμόνων και σκληρή εργασία των αφανών. Πόλεις του πολέμου υπήρξαν πολλές, πόλεις όμως των Γραμμάτων πόσες άραγε; Και πώς τελικά τα Γιάννενα έγιναν ένα διαχρονικό, ανθηρό κέντρο πολιτισμού; Μήπως γιατί τελικά κατάφεραν να συνθέσουν εκεί που άλλες πόλεις διέλυαν στο όνομα μιας ισχυρής μοναδικής γνώμης και μίας «καθαρής» μονοκρατορίας;
Τα Γιάννενα αποδείχτηκαν χωνευτήρι, σημειώνει στο άρθρο του στον τόμο, ο Μιχάλης Κορδώσης, Καθηγητής Μεσαιωνικής Ιστορίας. Με βάση δε την κοινωνική οργάνωση της υστεροβυζαντινής πόλης, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι ιθύνοντες στα Γιάννενα «έδειχναν μεγάλη προσαρμοστικότητα στις διάφορες περιστάσεις που επέτρεψε να περάσει η πόλη τις δυσκολίες και να διατηρηθεί ανέπαφη ως την παράδοση το 1439 στους Οθωμανούς». Έχει σημασία και το χωνευτήρι ως έννοια αναφοράς αλλά και το «ανέπαφη».
Και η πολιτική που ήθελε να διατηρήσει την πόλη ανέπαφη και ισχυρή ήταν αυτή που αποτελούσε επιστέγασμα των μεγάλων κατακτήσεων, αλλά και βάση για νέες. Αν δεν υπήρχε η πολιτική δεν θα υπήρχαν και τα προνόμια που δόθηκαν στην πόλη, τα οποία και τη διέσωσαν από την ερημιά και την καταστροφή που αφήνουν πίσω τους οι στρατοί των αυτοκρατοριών που πέρασαν κι από αυτόν τον τόπο.
Το άρθρο της Πολυξένης Δημητρακοπούλου, αρχαιολόγου, για τα «Προνόμια της πόλης των Ιωαννίνων» αναδεικνύει τη σημασία των προνομίων.
Η μετατροπή της πόλης από «πολίδιον» στην άκρη της αυτοκρατορίας το 1204 σε «άστυ» του 14ου αιώνα συνδέεται και με την ανάδειξη της ισχυρής ομάδας της αριστοκρατίας των Καστρινών, σημειώνει. Πυρήνας της ντόπιοι μεγαλοκτηματίες και οι αρχοντικές οικογένειες που έφυγαν μετά τη φράγκικη κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης το 1204. Καθοριστικά ήταν τα προνόμια που δόθηκαν στους κατοίκους και την Εκκλησία από τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Παλαιολόγο τον Β, με τα δύο χρυσόβουλα το 1319 και το 1321.
Τα προνόμια θα διατηρηθούν και μετά το 1430 και τον ερχομό του Σινάν Πασά, με τον «ορισμό» να περιλαμβάνει τους όρους παράδοσης και τα σημαντικά ανταλλάγματα βέβαια. Το κίνημα του Διονυσίου Φιλοσόφου το 1611 θα αποτελέσει τομή με τα προνόμια να υποχωρούν έκτοτε και τους χριστιανούς να εκδιώκονται από το κάστρο, ενώ το 1635 με διάταγμα του Μουράτ Δ' υποχρεώνονται σε εξισλαμισμό 350 ντόπιοι τιμαριούχοι, διατηρώντας όμως έτσι τα τιμάρια και τις προσόδους τους.
Η πόλη όμως επέζησε, γνώρισε ακόμα μεγαλύτερη περίοδο ακμής, έφτασε ως τον 20ο αιώνα, άντεξε στους πολέμους και απελευθερώθηκε το 1913 για να μπει σε μία νέα περίοδο που την έφερε σήμερα σε μία ζηλευτή θέση, όσο κι αν η κρίση ίσως και η γενικότερη δυσπραγία δεν μας επιτρέπει να έχουμε μία θεώρηση των αλλαγών που επήλθαν στον κόσμο τον 20ο αιώνα.
Το κάστρο
Στο κέντρο του βιβλίου βρίσκεται ένα άρθρο αναφοράς, ο πυρήνας της έκδοσης και η παρουσίαση του κάστρου. Είναι η «Ιστορία των οχυρώσεων και του οικισμού» από την Διευθύντρια της 8ης Εφορείας Βαρβάρα Παπαδοπούλου. Ακολουθώντας τη διηγήσή της έχουμε ένα πανόραμα για την ιστορία του κάστρου.
Μία ανακάλυψη στις στοές στο δυτικό σκέλος του κάστρου, έδωσε τις πρώτες σημαντικές αποδείξεις του ιστορικού βάθους της πόλης των Ιωαννίνων. Τα λείψανα αρχαίας οχύρωσης που ήρθαν στο φως μαζί με άλλα στοιχεία όπως ένα αργυρό νόμισμα Κορίνθου του β' μισού του 4ου ή του 3ου πΧ αιώνα που βρέθηκε στις επιχώσεις του τείχους, δείχνουν ότι η διαδρομή των Ιωαννίνων, ως οικισμός στη σημερινή τους θέση ξεκινάει από τους ύστερους κλασσικούς – ελληνιστικούς χρόνους.
Βάσιμες υποθέσεις των επιστημόνων κάνουν λόγο μάλιστα για μια εκτεταμένη αρχαία οχύρωση που περιέκλειε έκταση ίση με αυτήν στη βυζαντινή περίοδο και λίγο μικρότερη της οθωμανικής, δείχνοντας έτσι και τα όρια ενός ισχυρού, αρχαίου οικισμού.
Ειδικά στο Ιτς Καλέ, έχουν βρεθεί οικοδομικά λείψανα και κεραμικά που βεβαιώνουν τη συνεχή κατοίκηση της περιοχής από τα τέλη του 5ου πΧ αιώνα ως τα υστεροελληνιστικά χρόνια.
Δυστυχώς, δεν έχει επιβεβαιωθεί ανασκαφικά η παλαιοχριστιανική περίοδος, αλλά έστω κι έτσι θεωρείται βέβαιη η συνέχεια έστω και με συρρικνωμένη την πόλη και τον πληθυσμό.
Αμφισβητείται πάντως, η παλιότερη προσέγγιση για την ταύτιση με την παλιά πόλη Εύροια όπως προέκυπτε από το βιβλίο του Προκόπιου «Περί Κτισμάτων», αφού ούτε αρχαιολογικά δεδομένα από την περίοδο του Ιουστινιανού Α' (527-556) προέκυψαν, ενώ σύμφωνα με αυτήν την άποψη αυτός έφερε κατοίκους στην Εύροια, αλλά και δεν κάνει λόγο πλέον κανείς για νέα οχύρωση σε αυτήν την περίοδο, άρα και ίδρυση νέας πόλης, όταν αποδεδειγμένα πλέον, η κατοίκηση της πόλης ήταν παλιότερη.
Η συνέχεια της διαδρομής μοιάζει με γρίφο, η λύση του οποίου όμως δομείται σιγά σιγά όσο προχωράει η έρευνα.
Για τη μεσοβυζαντινή περίοδο, η παλιότερη γραπτή μαρτυρία για το κάστρο έρχεται από την «Αλεξιάδα», το ιστορικό αφήγημα της Άννας Κομνηνής που περιγράφει μάχες στα Γιάννενα την άνοιξη του 1082.
Ο Νορμανδός Βοημούνδος, γιος του δούκα της Απουλίας και της Καλαβρίας Ρομπέρτο Γισκάρδο, καταλαμβάνει την πόλη για λίγους μήνες, επισκευάζει τα τείχη, φτιάχνει τάφρο και κατασκευάζει και δεύτερη ακρόπολη. Ο πύργος κοντά στην εκκλησία των Αγ. Αναργύρων σήμερα, αποκαλείται Πύργος του Βοημούνδου και υποδεικνύει την πιθανή θέση της ακρόπολής του με την άλλη ακρόπολη που προηγούνταν κατασκευαστικά να τοποθετείται κατά μία εύλογη υπόθεση στην άλλη άκρη, εκεί που σήμερα είναι το τζαμί του Ασλάν Πασά.
Οι υποθέσεις είναι αναγκαίες γιατί δεν σώζονται τεκμήρια που να κάνουν εύκολη τη διάκριση των μεταβατικών περιόδων, ενώ η χρήση των παλιότερων υλικών κάθε φορά που γίνονταν νέες κατασκευές, δυσκολεύει ακόμα περισσότερο τη διάκριση.
Ο Μιχαήλ Α' Κομνηνός Δούκας, πρώτος ηγεμόνας του Δεσποτάτου της Ηπείρου (1205 – 1215) προχωρά σε ριζικές ανακατασκευές και επισκευές και ισχυροποιεί το κάστρο, στην υστεροβυζαντινή περίοδο, με τα σημάδια που άφησαν όλες οι βελτιώσεις του 13ου και του 14ου αιώνα να γίνονται και σήμερα αντιληπτές.
Οι πολλές βελτιώσεις που έγιναν στο κάστρο κατά τη βυζαντινή περίοδο το έκαναν ισχυρότερο από αυτά άλλων πόλεων όπως αναγνωρίζεται στο χρυσόβουλο του 1319.
Όσο για την τάφρο, αυτή υπήρχε ως και τις αρχές του 20ου αιώνα εκεί που σήμερα περνάει η οδός Καραμανλή, προς το Μώλο.
Μερικά τοπογραφικά στοιχεία, ενδεικτικά κι αυτά των συνεχών αλλαγών στην ιστορία της πόλης και τα σημάδια που άφηναν πάνω στα τείχη.
Ο Πύργος του Θωμά, που βρίσκεται στα δεξιά της κεντρικής πύλης, αποδίδεται στον Σέρβο ηγέτη της πόλης Θωμά Πρελιούμποβιτς που κατά την ηγεμονία του (1367- 1384) ενίσχυσε το κάστρο για να αντιμετωπίσει τις επιθέσεις των Αλβανών.
Η κεντρική πύλη πρέπει να βρισκόταν εκεί που είναι ο Πύργος του Θωμά ως απόληξη και της κεντρικής αρτηρίας της πόλης και κοντά βέβαια στην κεντρική πύλη που γνωρίζουμε από την οθωμανική περίοδο.
Οι ακροπόλεις είναι δύο. Αυτήν βορειοανατολικά όπως είπαμε εκεί που σήμερα το τζαμί του Ασλάν πασά και θεωρείται και σαν η τοποθεσία του Επάνω Γουλά των πηγών του 14ου αιώνα, όπου είχαν την έδρα τους οι τοπικοί ηγεμόνες (ο Θ. Πρελιούμποβιτς, η Μαρία Αγγελίνα, ο Ιζαού Μπουαντελμόντι κ.α).
Και αυτήν νοτιοανατολικά, όπου κοντά στο Φετιχιέ Τζαμί είχαν τα σπίτια τους οι Γιαννιώτες άρχοντες και υψωνόταν ο μητροπολιτικός ναός του Αρχ. Μιχάηλ, λείψανα του οποίου βρέθηκαν και κατά την ανέγερση του Σεραγιού του Αλή Πασά.
Οθωμανική περίοδος
Μπορεί το 1670 ο Τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή που πέρασε από την πόλη να είδε τα τείχη του κάστρου μαυρισμένα και με ρήγματα, ο 19ος αιώνας όμως βρίσκει το κάστρο εξαιρετικά ανεπτυγμένο μετά τις εκτεταμένες εργασίες ανακαίνισης που έκανε γύρω στο 1815 ο Αλή Πασάς. Οι εργασίες ήταν αναγκαίες ώστε να προσαρμοστεί το κάστρο στον πόλεμο με τα σύγχρονα όπλα, δημιουργείται όμως, έτσι και η εικόνα που έχουμε σήμερα με το κάστρο να αποτελεί τον ισχυρό πυρήνα μιας πόλης επίσης ισχυρής και αναπτυγμένης.
Οι πύλες του κάστρου και οι μικρότερες πυλίδες διατηρούν ακόμα σήμερα μια ατμοσφαιρική αίσθηση και αποτελούν ένα πολύπλοκο δίκτυο εισόδων που μας εισάγουν στο χώρο του κάστρου. Ο ρόλος τους πάντως ήταν και είναι λειτουργικός και σε συνδυασμό βέβαια με την τάφρο που ο Αλή πασάς διεύρυνε στη βάση της βυζαντινής, αποτελούσαν ένα κρίσιμο μηχανισμό ασφαλείας.
Οι δύο ακροπόλεις διατηρούνται και επί οθωμανικής περιόδου. Η βορειοανατολική γίνεται θρησκευτικό κέντρο με τη λειτουργία του Τζαμιού που έφτιαξε ο διοικητής της πόλης Ασλάν πασάς το 1618 ενώ προστίθεται, ο Μεντρεσσές και η Εστία. Στην άλλη άκρη, κατασκευάζεται το Ιτς καλέ, ένα αυτόνομο στην ουσία κάστρο που προστατεύει το διοικητικό πλέον κέντρο του πασαλικίου με το Σεράι του Αλή πασά.
Στο κέντρο του Ιτς Καλέ κατασκευάζεται το Σεράι, ένα πολύπλοκο κτίριο που φαίνεται ότι ενσωματώνει κι άλλα προϋπάρχοντα κτίρια όπως αυτά που βλέπουμε σήμερα δεξιά μπαίνοντας στο χώρο. Παραμένει διοικητικό κέντρο και μετά την πτώση του Αλή, ως και το 1870 που καίγεται. Στο χώρο του θα κατασκευαστεί νοσοκομείο που θα λειτουργήσει ως και το 1940- 41 αποτελώντας αξιοσημείωτο ιστορικό πόλο για την σύγχρονη ιστορία της πόλης.
Το 1958 θα κατασκευαστεί και το σημερινό Βυζαντινό Μουσείο ως Βασιλικό Περίπτερο σε σχέδια του σημαντικού Γιαννιώτη αρχιτέκτονα Βασίλη Χαρίση, ενώ από το 1995 θα αποτελεί πλέον ένα κορυφαίο πολιτιστικό κέντρο για τη βυζαντινή ιστορία της Ηπείρου.
Στο Ιτς καλέ συναντάμε σήμερα και άλλα σημαντικά κτίρια όπως το Φετιχιέ Τζαμί που πρόσφατα έγινε επισκέψιμο για το κοινό, το Θησαυροφυλάκιο και η εκκλησία των Αγίων Αναργύρων από τις αρχές του 20ου αιώνα, τα Μαγειρεία που αποτελούν και αναψυκτήριο για τους επισκέπτες, ο «Τάφος του Αλή πασά» με την αποκατάσταση του κιγκλιδώματος που είχε χαθεί το 1940.
Στην άλλη πλευρά, το Τζαμί του Ασλάν πασά φιλοξενεί το Δημοτικό Μουσείο, ο Μεντρεσσές με τη συλλογή Ραπακούση και απ' έξω το μεγαλοπρεπές Σουφαρί Σεράι, η Ιππική Σχολή του Αλή Πασά που σήμερα είναι η έδρα των Γενικών Αρχείων του Κράτους μετά από μία εξαιρετική αποκατάσταση. Προσθέτουμε ακόμα τη Βιβλιοθήκη και το Χαμάμ.
Να σημειώσουμε τέλος και την Εβραϊκή Συναγωγή μέσα στο κάστρο που χρονολογείται από το 1829, με ισχυρή όμως πιθανότητα να αντικατέστησε παλιότερο κτίσμα που εξυπηρετούσε τις θρησκευτικές ανάγκες της ρωμανιώτικης κοινότητας μετά τον 9ο αιώνα.
Καινοτομία
Η τοπογραφία και η ιστορική διαδρομή συναντώνται στο σήμερα. Οι Γιαννιώτες και οι επισκέπτες περπατάνε στους στενούς δρόμους, ή ανεβαίνουν στις δύο ακροπόλεις και αισθάνονται την ιστορία να πάλλεται, αν έχουν μια ευαισθησία γι' αυτό. Αλλά και χωρίς πολλές ευαισθησίες, δύσκολα δεν θα νιώσουν ότι έχουν να κάνουν με έναν ιδιαίτερο χώρο. Για να επιτευχθεί αυτό το αποτέλεσμα χρειάστηκε η μεγάλη εργασία πολλών σημαντικών ανθρώπων επί δεκαετίες. Στην ουσία αυτή τη δουλειά συμπυκνώνει αυτή η έκδοση.
Αν εντοπίζαμε μερικές ελλείψεις θα λέγαμε ότι είναι η ανάγκη για μια μεγαλύτερη ανάδειξη της οθωμανικής περιόδου- στην Ελλάδα όμως είμαστε ακόμα πίσω στις οθωμανικές σπουδές- και μια εκτενέστερη τεκμηρίωση της ιστορίας του 20ου αιώνα που άφησε τα σημάδια της κι αυτή στο κάστρο.
Στα πλεονεκτήματα να προσθέσουμε το φωτογραφικό υλικό, σπάνιο το περισσότερο, με μία μόνο παρατήρηση: Η φωτογραφία της σελίδας 160 (εικ. 208) όπου δεν ονοματίζεται ο δημιουργός της ο Φρεντ Μπουασονά το 1913 (δημοσιεύεται στην έκδοση του Ριζαρείου Ιδρύματος).
Η έκδοση για το Κάστρο των Ιωαννίνων θα αποτελέσει σύντομα, έκδοση βάσης για κάθε νέα προσέγγιση στο κάστρο. Φέρνει μια συνολική, πολυπρισματική, ματιά σε ένα καθοριστικό κομμάτι της ιστορίας των Ιωαννίνων, διαλύει πολλούς μύθους, αναδεικνύει τον πολυσύνθετο χαρακτήρα της πόλης πέρα από ψευδο- πατριωτισμούς και ανοίγει το πεδίο για ακόμα πιο καινοτόμες εκδόσεις. Η πόλη, λίγο πριν κλείσει 100 χρόνια ελεύθερη έχει ανάγκη από τέτοιες εκδόσεις, όπως έχει ανάγκη για μία σύγχρονη, πραγματική ματιά στην ιστορία της.
Ποιοι γράφουν
Στο βιβλίο γράφουν κατά σειρά:
«Χρονολόγιο των Ιωαννίνων», Σωτήρης Χαραλάμπους, «Η ιστορία του κάστρου κατά τη βυζαντινή περίοδο», Μιχαήλ Κορδώσης, «Τα προνόμια της πόλης των Ιωαννίνων» Πολυξένη Δημητρακοπούλου, «Το κάστρο των Ιωαννίνων μέσα από τους περιηγητές» Αντιγόνη Βαγενά, «Κάστρο Ιωαννίνων. Η ιστορία των οχυρώσεων και του οικισμού» Βαρβάρα Ν. Παπαδοπούλου, «Η επισκευή του κάστρου στα χρόνια του Αλή πασά» Γιώργος Παπαγεωργίου, «Οι επιγραφές του κάστρου», Τατιάνα Στεριάδη, «Λιθόγλυφα στις πύλες του κάστρου» Τατιάνα Στεριάδη, «Ο οικισμός του κάστρου» Αργυρώ Καραμπερίδη, «Η εβραϊκή κοινότητα και οι συναγωγές των Ιωαννίνων» Ζανέτ Μπαττίνου, «Το κάστρο στους νεότερους χρόνους» Τατιάνα Στεριάδη, «Ανασκαφικές έρευνες στο κάστρο», Βασιλική Νάκου, «Κεραμική από το κάστρο» Δήμητρα Παπαϊωάννου – Κατερίνα Μπαντή, «Νομίσματα κάστρου, αρχαία νομίσματα» Κατερίνα Λιάμπη, «Βυζαντινά – νεώτερα νομίσματα» Γιόρκα Νικολάου, «Οι 'θησαυροί' του κάστρου» Βαρβάρα Ν. Παπαδοπούλου, «Εργασίες ανάδειξης του κάστρου» Βαρβάρα Ν. Παπαδοπούλου – Βασιλική Νάκου, «Η ιστοριογραφική έρευνα για το κάστρο των Ιωαννίνων κατά του 20ου και 21ου αιώνες», Χρήστος Σταυράκος, «Βιβλιογραφία» Βασιλική Νάκου.
Τα προνόμια, οι φόροι, τα χαράτσια
Επιλέξαμε από το άρθρο της Πολυξένης Δημητρακοπούλου, αρχαιολόγου, για τα «Προνόμια της πόλης των Ιωαννίνων», ένα απόσπασμα που αναφέρεται στα προνόμια και τη φορολογία του 14ου αιώνα, ώστε να υπάρχει μία σύγκριση με τα σημερινά δημοσιονομικά. Πολλοί θα αναγνωρίσουν τις ομοιότητες.
Τα προνόμια του 1319 αφορούσαν όλους τους κατοίκους της πόλης, τόσο τους άρχοντες, όσο και το «κοινόν», όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά ο λαός στο Χρονικό των Τόκκων. Οι έποικοι των Ιωαννίνων, όρος που συμπεριλαμβάνει πιθανόν όλους τους Γιαννιώτες, με το χρυσόβουλο, εξασφάλισαν να μην παραδοθεί ποτέ η πόλη σε Φράγκους ή άλλους ξένους κατακτητές. Η εμπορική τάξη της πόλης επεδίωξε και κατάφερε να απαλλαγεί από το «κομμέρκιον», δηλαδή το φόρο που επιβαλλόταν στις εμπορικές επιχειρήσεις, στις εισαγωγές και τις εξαγωγές και στην κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Οι Γιαννιώτες μπορούσαν να εμπορεύονται στην πόλη τους και σε οποιαδήποτε άλλη πόλη της αυτοκρατορίας, ακόμη και στην Κωνσταντινούπολη, χωρίς να πληρώνουν κανένα απολύτως δασμό. Οι Γιαννιώτες απαλλάσσονταν επίσης από το «μιτάτον», το δικαίωμα του εκάστοτε διοικητή της περιοχής να αγοράζει αγροτικά προϊόντα σε ευνοϊκές για αυτόν τιμές, για τη σίτιση του στρατού και των επισήμων. Δεν απαιτούνταν από τους κατοίκους των Ιωαννίνων προσωπική εργασία για καστροκτισία. Όφειλαν να παρέχουν εργασία μόνο για την «επιμέλειαν και περιποίησιν και ανάκτισιν» του δικού τους κάστρου.
Εκτός από την καστροκτισία οι Γιαννιώτες ήταν απαλλαγμένοι και από την «αποβίγλιση», δηλαδή τη σκοπιά στο κάστρο και το «βιγλιάτικο», το ποσό που πλήρωναν σε εκείνους που αναλάμβαναν να παράσχουν αυτήν την υπηρεσία.
Οι καστρινοί δεν υποχρεώνονταν να παρέχουν στρατιωτική υπηρεσία έξω από την πόλη τους, καθώς με αυτό ήταν επιφορτισμένοι οι έμμισθοι στρατιωτικοί, οι «αποτεταγμένοι στρατιώται», ούτε εξαναγκάζονταν με νόμιμες ή άτυπες διαδικασίες να παρέχουν κατάλυμα στους στρατιωτικούς.
Οι καστρινοί θα εξακολουθούσαν να κατέχουν τα κτήματά τους, όπως και κατά το παρελθόν. Κατακυρώνονταν από το χρυσόβουλο και οι πρόσθετες ιδιοκτησίες που είχε χορηγήσει σε μερικούς καστρινούς ο πιγκέρνης Συργιάννης Παλαιολόγος. Οι καστρινοί πέτυχαν επίσης να πωλούν τα κτήματα τους μόνο σε καστρινούς. Στο χρυσόβουλο αναφέρεται ότι και οι έποικοι της πόλης μπορούσαν να κατέχουν «αναποσπάστως και ανενοχλήτως τα χωρία και τα κτήματα αυτών».
«Ελευθερία και ανενοχλησία» ίσχυε και για τους Εβραίους κατοίκους της πόλης. Πρόκειται για την πρώτη βεβαιωμένη μαρτυρία της ύπαρξης συγκροτημένης εβραϊκής κοινότητας στα Γιάννενα, η οποία έμελλε να γίνει μια από τις ακμαιότερες κοινότητες που αναπτύχθηκαν στον ελλαδικό χώρο.
Οι Γιαννιώτες απαλλάσσονταν από σειρά αγροτικών φόρων, όπως το «βιολόγιον», που είχε ως βάση την καταγεγραμμένη περιουσία, συμπεριλαμβανομένων και των ζώων, το «καπνολόγιον ή καπνικόν», που επιβάρυνε όλους τους καλλιεργητές, ακόμη και τους ακτήμονες, το «νόμιστρο ή εννόμιον», φόρος που επιβαλλόταν για τη βοσκή των ζώων, το «λιμναίον πάκτον» δηλαδή το ενοίκιο που καταβαλλόταν για την εκμετάλλευση των πόρων των δύο λιμνών των Ιωαννίνων, το «ζευγολόγιον», φόρος που επιβαλλόταν για την εργασία ενός ζευγαριού βοδιών, το «μελισσοεννόμιον», φόρος για τις κυψέλες των μελισσών, η «χοιροδεκατία ή χοιροεννόμιον», φόρος για τους χοίρους, το «οψώνιον λίμνης», φόρος για τα αλιεύματα της λίμνης και η «ορική», το ποσό που καταβαλλόταν στον ιδιοκτήτη για την εκμετάλλευση του βουνού, του δάσους ή της χλόης για τροφή ζώων.
Προβολή μεγαλύτερου χάρτη
Παρασκευή 27 Μαΐου 2011
Η κυρία Κούλα μας άφησε οριστικά πια
Σήμερα ήρθε η μπουλντόζα. Το τσάκισε το σπίτι της κυρίας Κούλας. Του σακάτεψε τους τοίχους. Γέμισε όλος ο τόπος σκόνη. Τα δέντρα του κήπου, που όλο τον Απρίλη κελαηδούσαν αηδόνια (για πρώτη φορά φέτος τόσα πολλά), ανάσκελα, φρικτά τραυματισμένα, ποτέ πια αηδόνια. Ίσως κάποια φυλακισμένα καναρίνια. Ναι, τώρα η κυρία Κούλα μας άφησε οριστικά. Ποτέ πια κανένας δεν θα θυμάται πού έζησε. Σιγά-σιγά θα το ξεχάσω και 'γω.








