Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παλιοί ΤουρκοΚρητικοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παλιοί ΤουρκοΚρητικοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 19 Μαΐου 2010

Ο Μουζαφέρ και η Χανούμ από την Κόνιτσα, στο Αφιόν


Γράφει ο γιατρός Πέτρος Αποστολίδης ( 1896 - 1988)
<και για δυό τρεις μήνες Δήμαρχος Ιωαννίνων, Χειμώνας 1944 - Μάρτης 1945, μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς>
αιχμάλωτος στην Τουρκία, στο Γκαρνιζιόν Ουσιάκ 1922-1923,
στο βιβλίο του ΟΣΑ ΘΥΜΑΜΑΙ.
……έδινα οδηγίες ένα απιογιοματάκι στους νοσοκόμους και εμφανίζεται ένας ψηλός ως εκεί πάνω επιλοχίας.
«Καλησπέρα σας», λέει ελληνικά, «πούθι είσι κυρ-γιατρέ:» σε ατόφια γιαννιώτικη προφορά.
«Από τα Γιάννενα», του απαντώ, «Ξέρετε ελληνικά;»
«Απού τα Γιάννινα;» με χαιρετάει φιλικότατα και ..
« Αμ, απού τα Γιάννινα είμι κι ιγώ». Μου λέει ότι ο πατέρας του ήταν μπίμπαση ντοκτόρ (επίατρος) στο Μπιζιάνι και ότι τώρα εγκαταστάθηκαν και μένουν με την οικογένειά του στο Αφιόν.
«Μη στενοχωριέσαι», μου λέει, «εγώ θα ‘ρχομαι να σε βλέπω κάθε μέρα».
Το σπίτι που έμειναν με τη γυναίκα του –δεν την είδα ποτέ- ήταν στη γειτονιά πιο πέρα από το νοσοκομείο μας. Το όνομά του ήταν Μουζαφέρ.
Μου έρχονταν στο γραφείο – δωμάτιό μου κάθε βράδυ. Πολλές φορές έρχονταν στο νοσοκομείο και την ημέρα, επισκέπτονταν τους αρρώστους, τους πρόσφερε τσιγάρα και τους διάβαζε καμιά καλή είδηση από την τουρκική εφημερίδα, ότι θα υπογραφεί γρήγορα ειρήνη και θα γυρίσουν στα σπίτια τους. Η μόνη ενόχληση που μου ‘φερνε ήταν τα βράδια έρχονταν έχοντας μαζί του πάντα ένα μπουκάλι ρακή, άδειαζε μονάχος του το μπουκάλι μέχρι σταγόνα και τον έστελνα αργά τη νύχτα στο σπίτι του μ’ ένα νοσοκόμο και ένα φρουρό να τον κρατούν να μη τσακιστεί στα γκαλντερίμια.
Ήταν καλόψυχος άνθρωπος, εμένα δε με καμάρωνε σαν πατριώτη του. Κατέβαινα πολλές φορές στην αγορά με τον συνοδό μου και αν τύχαινε να βρίσκεται σε κανένα καφενείο της αγοράς και με έβλεπε να περνώ στο δρόμο, σηκώνονταν μόλις πλησίαζα και με χαιρετούσε στρατιωτικά.
Και όταν οι γύρω του τον ρωτούσαν με απορία «νε ντηρ μπού; (ποιος είναι αυτός) και τον χαιρετάς έτσι», τους απαντούσε με υπερηφάνεια: «είναι ένας μπενήμ μεμλεκέτ ντοκτόρ (πατριώτης γιατρός)».
Έρχεται μια μέρα: «Μπορείς, γιατρέ μου, να ρθεις μια στιγμή στο σπίτι να ιδείς την αδελφή μου; Γέννησε αυτή – είναι τα ίδια λόγια του- και έχει πυρετό και οι δικοί μας γιατροί δεν ξέρουν τίποτε».
«Ευχαρίστως», έρχομαι του λέω, «έρχομαι, αλλά χρειάζομαι άδεια από τον στρατιωτικό Διοικητή».
Παίρνει την άδεια και έρχεται την άλλη μέρα, «Πάμε», λέει. Στην πόρτα του Νοσοκομείου βλέπω σταματημένο ένα αμάξι.
«Τι το θέλεις αυτό;» τον ρωτώ . «Είναι τόσο μακριά;», «Όχι», λέει, «αλλά θα πάμε με αμάξι».
Ο Μουζαφέρ τον πατριώτη του γιατρό ήθελε να τον πάει με αμάξι, επισήμως.
Φθάνουμε στο σπίτι, μπαίνουμε στο πλακόστρωτο χαγιάτι, ανεβαίνουμε την ξύλινη σκάλα, ανοίγει μια πόρτα, «μπουγιουρούμ» (περάστε), περνώ κι αυτός κλείνει την πόρτα και ξανακατεβαίνει στο χαγιάτι.
Κατά το μουσουλμανικό έθιμο, από τη στιγμή που θα παντρευτεί η αδελφή, δεν επιτρέπεται να την ιδεί ξεμπούλωτη, χωρίς φερετζέ δηλαδή, ούτε ο αδελφός.
… Στο ντιβάνι του δωματίου ήταν καθισμένη μια μεσόκοπη χανούμ ντυμένη το γνωστό μου από τα Γιάννενα μαύρο κουστούμι που φορούσαν οι Τουρκάλες, όχι τουμάνια (βράκες) όπως στην Ανατολή, αλλά χωρίς φερετζέ. Στο πάτωμα μπροστά της ήταν στρωμένοι δύο παχιοί σελτέδες (στρώματα γεμισμένα με μαλλί) όπου ήταν ξαπλωμένη η άρρωστη, ντυμένη με καθαρότατα κομπιναιζόν και εσώρουχα και σκεπασμένη με χρυσοποίκιλτο πάπλωμα, η αδελφή του Μουζαφέρ, νεαρότατη και νόστιμη κοπέλα και πλάι της, στη μικρή του κούνια, το σκαφιδάκι – κοπανέλι το λέγαμε στην Ήπειρο – το μωράκι, που κοιμούνταν μακαρίως.
«Σαμπάχ χαϊρ ολσούν (καλημέρα)», λέω μπαίνοντας.
«Καλημέρα», μου απαντάει ελληνικά η χανούμ. «Δεν μιλάς καημένε ελληνικά;»
«Μπα …. ξέρετε ελληνικά;»
«Πως πιδίμ, ιγώ είμι η γυναίκα του μπέη…» και μου λέει ένα όνομα, «από την Κόνιτσα».
«Μωρέ που να το ξερα ότι θα βρω πατριώτες μου στο Αφιόν!»
«Αυτή είναι η άρρωστη» και μου δείχνει τη νεαρή κοπέλα που είναι ξαπλωμένη πάνω στο διπλό σελτέ.
Γονατίζω δίπλα στην άρρωστη και «νε χασταληκ βαρ (τι έχετε)», τι ενοχλήσεις έχετε θέλω να πω, αλλά δεν ξέρω καλά τα τούρκικα.
«Δεν μιλάς καημένε ελληνικά», επαναλαμβάνει η άλλη.
«Αχ» λέω, ξέχασα ότι είναι η αδελφή του Μουζαφέρ και ξέρει ελληνικά». Προσέχω τα λόχια, κανονικά, καμιά δυσοσμία, ούτε άλλο τίποτε ανώμαλο, βάζω το θερμόμετρο και κάθομαι στο ντιβάνι.
Σε μισό λεπτό ανοίγει η πόρτα και παρουσιάζεται ένας συμπαθητικός νεαρός υπολοχαγός με καλπάκι αξιωματικού του επιτελείου, ήταν ο σύζυγος της λεχώνας. Τις συστάσεις τις κάνει η χανούμ από την Κόνιτσα.
Ήξερα ότι στους Τούρκους ο γιατρός είναι ελεύθερος να εξετάζει την άρρωστη γυναίκα σε οποιοδήποτε σημείο του σώματός της απαιτεί η ανάγκη, αλλά με τακτ και να μην πολυψαχουλεύει την άρρωστη. Και όταν πέρασαν τα πέντε λεπτά παρακαλώ τον υπολοχαγό: «μου παίρνετε σας παρακαλώ το θερμόμετρο;» - για να μην ξαναβάλω το χέρι μου στο στήθος της. Το θερμόμετρο έδειχνε 37,5.
«Δεν είναι τίποτε» λέω, «συμβαίνει τις πρώτες μέρες του τοκετού να έχουμε λίγα δέκατα. Όμως για κάθε ενδεχόμενο ας πάρει λίγα κουφέτα κινίνο, μπορεί να πέρασε στο παρελθόν ελονοσία».
Σερβιρίστηκε το απαραίτητο γλυκό και ο βαρύς γλυκός και αρχίσαμε την κουβέντα. Ο νεαρός υπολοχαγός ήταν από το Ικόνιο και δεν ήξερε ελληνικά και τον διερμηνέα έκανε η χανούμ. Εν τω μεταξύ είχε έρθει και η μάνα του Μουζαρέφ και της λεχώνας.
Αυτή δεν είχε καταφέρει να μάθει καθόλου τουρκικά, δεν ήξερε λέξη- στα Γιάννενα οι Τούρκοι μιλούσαν μόνο ελληνικά.
Γυρίζει κάποια στιγμή πάνω στην κουβέντα η χανούμ από τη Κόνιτσα και μου λέει, δείχνοντας με κούνημα της κεφαλής τον υπολοχαγό, το γαμπρό τους. «Τι να κάναμε παιδί μου, δε βρήκαμε κανέναν δικό μας να τη δώσουμε και την παντρέψαμε μ’ αυτόν». Με σοκάρισε. Δηλαδή εγώ ήμουν πιο δικός τους από το γαμπρό τους. Ξεδιαλέξτε μου τώρα εχθρούς και φίλους.
………………………………….
Με τους Τούρκους που από τη Ρούμελη και γενικά την Ελλάδα είχαν εγκατασταθεί μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών στην Ανατολή, παρατηρήθηκε τούτο το περίεργο. Ενώ περιμέναμε να είναι πιο σκληροί εναντίον μας και πιο φανατικοί, τουναντίον οι περισσότεροι μας φέρονταν σαν πατριώτες. Εκτός από τον Μουζαφέρ και τους δικούς του και ένα παράδειγμα με τους Τουρκοκρητικούς:
Οι απελευθερωτικοί αγώνες στην Κρήτη βάσταξαν χρόνια, ήταν σκληροί και πολυαίμακτοι, τα δε μίση μεταξύ των Ελλήνων και των Τουρκοκρητικών ήταν άγρια. Το ξέραμε και γι’ αυτό, αν κανένας Τούρκος ρωτούσε μήπως είναι μαζί σας κανένας Κρητικός, οι αιχμάλωτοι του απαντούσαν ότι δεν ξέρουν κανέναν.
Μια μέρα όμως κάποιος Τούρκος στρατιώτης ρωτάει έξω από τα σύρματα έναν αιχμάλωτο που τότε γύριζε από την αγγαρία:
«Μώρ’ συ, μπάσι και ξέρεις κανέναν Κρητικό μαζί σας;»
«Εγώ είμαι Κρητικός», του απαντάει αυτός.
«Από ποιο μέρος της Κρήτης;»
«Από το Ρέθυμνος».
Ακούει Ρέθυμνος ο Τούρκος, πέφτει πάνω του τον αγκαλιάζει:
«Γειά σου μωρέ πατριώτη, κι εγώ είμαι από το Ρέθυμνος», τον παίρνει και πάνε σε κάποιο καφενείο και τον κερνάει γλυκό και καφέ σαν παλιός φίλος.

Όπως παρατήρησα και στη συνέχεια, οι Τούρκοι που προέρχονταν από την Ελλάδα με μεγάλη νοσταλγία και αγάπη αναθυμούνταν την παλιά τους πατρίδα και τη θεωρούσαν ανώτερη από τη νέα πατρίδα και ζωή.
Με εντυπωσίασε η φράση του Μουζαφέρ «…γιατί οι δικοί μας γιατροί δεν ξέρουν τίποτε». Την κάθε στιγμή διαισθανόμουν ότι οι Τούρκοι, στρατιώτες και πολίτες, μας θεωρούσαν ανώτερούς τους σε πολιτισμό και σε γνώσεις και πλουσιότερους σαν κράτος.
Ήταν μήπως κι αυτό ένα σύμπλεγμα κατωτερότητας δηλαδή, που τους έσπρωχνε να φέρονται τόσο σκληρά, κτηνόδικα, στους αιχμαλώτους τους πρώτους μήνες;
Μπορεί, κατά ελάχιστο όμως ποσοστό.
Εγώ πιστεύω ότι η διαταγή της εξόντωσης δόθηκε από πάνω και οργίασαν ύστερα η βαρβαρότητα των επιμέρους διοικητών και η αλητεία που αφέθηκε ασύδοτη.
Ο τούρκικος λαός ούτε κακός κατά βάθος είναι, και ευκολότατα πειθαρχεί.


Κυριακή 16 Μαΐου 2010

Τι είσαι, Τούρκος, Έλληνας; Τουρκοκρητικός έλεγα.


Ενας από τους τελευταίους Τουρκοκρητικούς μιλάει για την Κρήτη, όπως του την έμαθε η μάνα του
Οι άλλοι πρωταγωνιστές «Σαν τα αδέρφια περνούσαμε με τους χριστιανούς»
Του ΣΤΑΥΡΟΥ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Σάββατο 15 Μαΐου 2010 στα ΝΕΑ

Ημουνα στα Αλάτσατα, ένα ωραίο χωριό μισή ώρα από τη Σμύρνη και παρατηρούσα ένα τζαμί που «προσπαθεί να γίνει μουσείο». Τώρα πώς ένα τζαμί «προσπαθεί να γίνει μουσείο» είναι μια μεγάλη ιστορία που θα σας τη διηγηθώ μια άλλη φορά. Παρατηρούσα πάντως τους σοβάδες να βγαίνουν και να φανερώνονται σιγά σιγά τα χρώματα των αγιογραφιών. Οι τούρκοι εργάτες δίπλα μου είχαν παραξενευτεί με το ενδιαφέρον μου. Ετρωγαν ψωμί, έπιναν τούρκις κόλα και μου χαμογελούσαν βλέποντας να καταγράφω με την κάμερα πότε τα πρόσωπά τους και πότε τα λόγια του Προφήτη Μωάμεθ. Οι ρήσεις γραμμένες με μαύρες και πράσινες μπογιές ήταν παντού γύρω πάνω στους πανύψηλους ασπρισμένους τοίχους. «Ελα, έλα στην πλατεία, ήρθε ο Τουρκοκρητικός».

Η φωνή που με διέκοψε ήρθε από έναν άνθρωπο που είχα γνωρίσει το ξημέρωμα της ίδιας μέρας στο πλοίο από τη Χίο. Ερχόταν και αυτός από την Αθήνα, μαζί με τη γυναίκα του όμως που ήθελε να αναζητήσει τις σμυρναίικες ρίζες της. Ρωτώντας λοιπόν είχε πέσει πάνω στον Τζαζίμ Ινάμ, μια εμβληματική φιγούρα που είχε χρισθεί ατύπως ως ο έλληνας πρεσβευτής στο χωριό. Οποιος Ελληνας δηλαδή αναζητεί εδώ τα προγονικά του, στον Τζαζίμ τον στέλνουν. Τον Τουρκοκρητικό των Αλάτσατων! Δύο έχουν απομείνει άλλωστε σε αυτή την περιοχή. «Αν είσαι τυχερός, θα τον συναντήσεις» μου είχαν πει. «Γιατί είναι και αυτός με τα φεγγάρια του. Καμιά φορά χάνεται και επιστρέφει ύστερα από μέρες». Χωρίς δεύτερη σκέψη λοιπόν παράτησα το τζαμί και τους εργάτες και έτρεξα προς τα καφενεία της πλατείας. Ο Τζαζίμ ήταν εκεί ανάμεσα σε μια παρέα Ελληνίδων που τον ρωτούσαν αν ξέρει πού είναι «το τάδε γεφυράκι» και «το χασάπικο του τάδε». Σημάδια που τους είχαν πει κάποτε οι δικοί τους ότι θα τους οδηγήσουν στα προγονικά τους.
Με τις συστάσεις σηκώθηκε ολόρθος.
Ντυμένος στα καφετιά των αγροτών, με μια μάλλινη φανέλα κατάσαρκα, όπως θυμάμαι να φοράνε όλοι οι γέροι τα καλοκαίρια στην Κρήτη. «Ιντα κάνεις» ήταν ο κοφτός χαιρετισμός του. Και το χέρι τανάλια, όχι της μαγκιάς, αλλά της αγάπης. «Πού θα τα πούμε» τον ρώτησα σαν ηλίθιος απαιτητικός δημοσιογράφος. «Ιντα να πούμε» μου απάντησε, αυστηρά και χαμογελαστά μαζί, συνεχίζοντας όρθιος να μου σφίγγει το χέρι. Σάστισα και προ σπάθησα να το ξεκινήσω αλλιώς. «Ε, κάτσε να πιούμε μια» του είπα, έτσι όπως έχω ακούσει πολλές φορές να μου λένε στα καφενεία της Κρήτης.
«Δυο φορές ξένος». «Είναι αργά για μας να διατηρήσουμε τις μνήμες μας», σημειώνει η καθηγήτρια Αϊσέ Λαχούρ Κιρντούνς στην αρχή του βιβλίου «Δυο φορές ξένος» του Μπρους Κλαρκ. Η Αϊσέ, παιδί μιας οικογένειας που έφτασε και αυτή στην Τουρκία από την Κρήτη, σε αυτό το προλογικό της σημείωμα γράφει:
«Εκείνοι οι πρώτοι πρόσφυγες πήραν μαζί τις αναμνήσεις τους, αναμνήσεις που έπρεπε να είχαν καταγραφεί χωρίς καθυστέρηση. Εχουν περάσει ογδόντα χρόνια και οι αναμνήσεις παλεύουν με κάτι άλλο, έτοιμο να παραποιηθεί. Αλλά το επίκεντρο της διήγησης κάθε πρόσφυγα παραμένει το ίδιο. Να γεννιέσαι σε ένα μέρος, να γερνάς σε ένα άλλο. Και να αισθάνεσαι ξένος και στα δύο μέρη».

Πριν ταξιδέψω στη Σμύρνη είχα την τύχη να συναντήσω στην Αθήνα τον ίδιο τον συγγραφέα του βιβλίου «Δυο φορές ξένος», τον Μπρους Κλαρκ. Πέτυχα δηλαδή τον Κλαρκ σε ένα από τα περάσματά του από την Ελλάδα και ο πανύψηλος ευγενής Αγγλος δέχτηκε να πιούμε τσάι- τελικά καφέ ήπιε- και να μου μιλήσει για την έρευνά του στα απέναντι παράλια. Δημοσιογράφος και ερευνητής στο περιοδικό «Εκόνομιστ», ο Κλαρκ θυμάται με πολλή αγάπη τις συναντήσεις του με τους τελευταίους Τουρκοκρητικούς της Σμύρνης. «Οι περισσότεροι μιλούν τα κρητικά όπως τα πήραν μαζί τους το ΄24» μου είπε και για να είμαι ειλικρινής δεν τον πίστεψα. Πώς είναι δυνατόν άνθρωποι που έχουν φύγει πριν από έναν αιώνα από τον τόπο τους να μιλούν ή να έχουν μάθει στα παιδιά τους να μιλούν μια γλώσσα που δεν θα ακούσουν ποτέ σε ένα άλλο σπίτι. Και όμως ο Κλαρκ είχε δίκιο. Και τώρα ο Τζαζίμ στέκεται μπροστά μου για να το επιβεβαιώσει. Γι΄ αυτό και εγώ θα προσπαθήσω να μεταφέρω στο χαρτί τη γλώσσα του όπως ακριβώς την άκουσα να φτάνει, κοφτή και κελαηδιστή, στα αυτιά μου.
Γεια σου πατρίδα. Ιντα κάνεις;
Καλά είμαι, δεν με θωρείς;
Μια κουβέντα ποτέ δεν άκουσα από τον μπαμπά μου για την Κρήτη, απ΄ τη μάνα μου μόνο
Εγώ θωρώ ότι είσαι Κρητίκαρος!
Οφου παντέρμη Κρήτη. Ο πατέρας σου από πού ήταν;
Από το Ηράκλειο. Και πότε έφυγε;
Το ΄24. Πήρε ούλη τη φαμελιά και ήρθε. Διωγμένος.
Εσύ εδώ γεννήθηκες;
Εδώ. Το 34. Και η μάνα από την Κρήτη;
Από πού θες μωρέ να ΄τανε; Μουσουλμάνοι;
Ε τσα, μπράβο. Τούρκοι;
Κρητικοί. Η μάνα μου απόθανε το ΄94, ήταν 92 χρονών και τουρκικά δεν είχε μάθει!
Δεν ήθελε να μάθει;
Δεν μπόρεσε. Νερό, ψωμί, έλα. Τέσσερις πέντε λέξεις ήξερε όλες κι όλες.
Εσύ έμαθες πρώτα τουρκικά και μετά κρητικά;
Πρώτα ελληνικά. Υστερος πήγα σχολείο κι έμαθα και τα τούρκικα.
Στο σπίτι μιλάγατε μόνο κρητικά;
Μόνο. Στο σπίτι μας, η μάνα της, ο αδερφός της, όλοι κρητικά εμιλούσαν. Αλλά γίνεται κανείς να είναι Τούρκος και τούρκικα να μη μιλεί;
Πόσοι ήρθανε τότε από το Ηράκλειο;
Ηρθανε 50-60 φαμελιές. Με το παπόρι. Και τώρα ούλοι αποθάνανε όσοι ήρθαν από την Κρήτη και τα παιδιά μας ελληνικά δεν ξέρουνε.
Πόσα παιδιά έχεις;
Τρία κοπέλια. Κορίτσια δεν έχω. Και δεν μιλάνε κρητικά;
Οϊ, μόνο λίγες λέξεις. Τι σου ΄λεγε ο πατέρας σου για την Κρήτη;
Πράμα. Μια κουβέντα ποτέ δεν άκουσα από τον μπαμπά μου για την Κρήτη, απ΄ τη μάνα μου μόνο.
Η μάνα σου τι έλεγε;
Παντέρμη Κρήτη. Συχνά το θυμόταν και το ΄λεγε, παντέρμη Κρήτη.
Επέστρεψαν ποτέ στο νησί;
Ποτές. Εγώ μονάχα πήγα το ΄90. Πήγες στα χωριά των γονιών σου;
Είκοσι οκτώ μέρες γύρισα όλη την Κρήτη και πήγαμε και στην Αθήνα. Εχω στην Ελλάδα πολλούς γνωστούς. Και φίλους καλούς.
Οι δικοί σου γιατί δεν πήγανε ποτέ στην Κρήτη;




Ε, τότες που ανοίξανε οι πόρτες, τότες ήταν άρρωστοι ή αποθαμένοι.
Μαντινάδες ποιος σου ΄μαθε;
Η μάνα μου.
Η μάνα σου μου τα ΄πεμψε τα ρόδα στο μαντίλι και μου ΄δωκε παραγγελιά να σου φιλώ τα χείλη.
Της άρεσαν οι μαντινάδες, ε;
Ούλες τσ΄ αγάπαε. Αρρώστησε μια φορά και την επήγα στο γιατρό, και μόλις εγαήραμε μου είπε:
Πάρε γιατρέ τα γιατρικά και πήγαινε στη δουλειά σου τον πόνο που ΄χω στην καρδιά δε γράφουν τα χαρτιά σου.
Η αγαπημένη σου;
Η γυναίκα μου. Η αγαπημένη σου μαντινάδα εννοούσα.
Τσι αγάπης τα βουνά ψηλά Θεέ μου χαμήλωσέ τα να τα ιδώ τα μάτια της κι ύστερα ψήλωσέ τα.
Πώς σε ανάθρεψε η μάνα σου, τι σου ΄λεγε;
Μου έλεγε για το νησί. Εγώ την Κρήτη δεν την εκάτεχα και σαν παραμύθι μου φαινότανε.
Πώς ζούσαν τότε;
Ε, με όλα τα καλά. Πλούσιοι ήτανε τότες εδά στην Κρήτη.
Είχανε προβλήματα με τους χριστιανούς;
Πράμα. Σαν τα αδέρφια περνούσανε! Τζαμί και εκκλησία δίπλα δίπλα.
Ε, βεβαίως. Ε τσα. Εσύ Χριστό- εγώ Αλλάχ.
Εγώ Αλλάχ, εσύ Χριστό. Εκτός από τη γυναίκα σου με ποιον άλλο μιλάς τώρα κρητικά εδώ;
Με τη γυναίκα μου και με την πεθερά μου. Γιατί η πεθερά μου είναι 105 χρονών κι ακόμα ζει. Και τα μυαλά της σβούρα.
Ερχονται συχνά τα τελευταία χρόνια Ελληνες εδώ;
Ερχονται καμιά φορά από τη Χίο, απ΄ την Αθήνα, απ΄ την Κρήτη, απ΄ τη Σαλονίκη. Κάθε τόσο έρχονται.
Να πιούμε καμιά τσικουδιά τώρα;
Μόνο μια, γιατί δεν αγαπώ να πίνω τη μέρα.
Το βράδυ πίνεις;
Λίγο. Εχω μπλιο και την καρδιά μου. Επινα πολύ... και το μαγκάλι πύρωσε με τα πολλά κάρβουνα. Τα αποφάγαμε και τα κρέατα και τις τσικουδιές.
Τσικουδιά πού έβρισκες όλα αυτά τα χρόνια;
Μου πέμπανε οι φίλοι. Εχω στη Χίο και παντού φίλους.
Πόσο χρονών είσαι;
Πόσο με θωρείς; Εξήντα πέντε;
Οϊ μωρέ. Εβδομήντα έξι πατημένα! Μια χαρά είσαι, πατρίδα.
Ευχαριστώ. Αντε, φεύγω, γιατί στεναχωρήθηκα.
Γιάντα;Δεν θέλεις να θυμάσαι την Κρήτη;
Γιατί να θέλω;
... Εναν πόνο έχω στην καρδιά και δεν τον φανερώνω.
Τι έλεγες όλα αυτά τα χρόνια όταν σε ρωτάγανε. Τι είσαι, Τούρκος, Ελληνας;
Τουρκοκρητικός έλεγα. Θα ΄θελες να μην είχαν φύγει οι δικοί σου από την Κρήτη; Να είχες μεγαλώσει εκεί;
Αφού οι μεγάλοι μου θα ΄θελαν να ήταν εκεί, κι εγώ θα ΄θελα να ΄μουν εκεί.
Θέλω να βγω στον ουρανό να ιδώ ο Θεός πώς κρίνει α που αγαπήσει και χωριστεί ίντα κακό του δίνει.
Γεια σου, λεβέντη μου.
Γεια σου, αδέρφι. Της Κρήτης να δώσεις χαιρετίσματα.
Αγάπα με να σ΄ αγαπώ θέλε με να σε θέλω γιατί θε να ΄ρθει ένας καιρός να θες και να μη θέλω.

Στο σπίτι μας, η μάνα της, ο αδερφός της, όλοι κρητικά εμιλούσαν. Αλλά γίνεται κανείς να είναι Τούρκος και τούρκικα να μη μιλεί;
Πώς νιώθεις όταν σου αλλάζουν το επίθετο;
«Φύγαμε», «μας έδιωξαν», «έπρεπε να φύγουμε». Ετσι τελειώνουν οι κουβέντες με τους Τουρκοκρητικούς που συναντώ εδώ στη Σμύρνη. Το ίδιο θα σου πουν βέβαια και οι Ρωμιοί που άφησαν την Πόλη αλλά και την Ιμβρο και ήρθαν «κυνηγημένοι» να μείνουν στα παράλια.
Είναι παράξενο, αλλά η πόλη που έχει γνωρίσει την πιο μεγάλη καταστροφή έχει γίνει καταφύγιο για πολλούς διωγμένους.
Με την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία μετακινήθηκαν από τη Μικρά Ασία στην Ελλάδα 1.650.000 τούρκοι υπήκοοι ελληνικού ορθόδοξου θρησκεύματος, και από την Ελλάδα στην Τουρκία 670.000 έλληνες υπήκοοι μουσουλμανικού θρησκεύματος. Ο Θεός που προσκυνούσαν τότε ήταν το μοναδικό κριτήριο για την ανταλλαγή και όλα τα άλλα παραμερίστηκαν. Οι μουσουλμάνοι της Κρήτης ας πούμε μπορεί το 1913 να ζήτησαν να καταταγούν ως εθελοντές στον ελληνικό στρατό κατά τον Μακεδονικό Αγώνα και τον Ελληνοβουλγαρικό πόλεμο, αυτό όμως δεν τους έκανε Ελληνες. Πόσοι ήταν οι μουσουλμάνοι της Κρήτης τους τελευταίους δύο αιώνες αναρωτήθηκα ανακινώντας το θέμα των Τουρκοκρητικών, αλλά οι απαντήσεις που παίρνω δεν με διαφωτίζουν πάντα.
«Στα μέσα του 18ου αιώνα, η μεγάλη πλειονότητα των 260.000
κατοίκων της Κρήτης ήταν μουσουλμάνοι».
«Οταν ξέσπασε στην ηπειρωτική Ελλάδα η Επανάσταση του 1821, ο πληθυσμός της Κρήτης ήταν περίπου 290.000, από τους οποίους οι 160.000 ήταν μουσουλμάνοι και οι 130.000 ήταν χριστιανοί». «Στη διάρκεια της μάλλον ήπιας αιγυπτιακής κατοχής, οι χριστιανοί αυξήθηκαν και αποτέλεσαν την πλειονότητα. Το 1858 ήταν 220.000 χριστιανοί και 60.000 μουσουλμάνοι».
«Στις αρχές του 20ού αιώνα ήταν 303.000 χριστιανοί και 34.000 μουσουλμάνοι, που με τη σειρά τους υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν το νησί το 1923, όταν άρχισε να ισχύει το πρόγραμμα ανταλλαγής πληθυσμών της Συνθήκης της Λωζάννης».

«Αθώοι και φταίχτες». Και μετά είναι και τα ερωτήματα που θέτει η Μάρω Δούκα (συγγραφέας εκτός των άλλων του βιβλίου «Αθώοι και φταίχτες», όπου πρωταγωνιστεί ένας τουρκοκρητικός δημοσιογράφος). Πώς χάθηκαν οι περιουσίες τους; Ποιοι τις πήραν.
Ποιοι πλούτισαν; Πού πήγε η τουρκική πολιτιστική κληρονομιά της Κρήτης;
Οπως επίσης κανείς δεν μπορεί να μου πει πόσοι από αυτούς που έφυγαν από την Κρήτη έφυγαν πονεμένοι και πόσοι ένιωθαν ότι επιστρέφουν στη μητέρα πατρίδα.
Πόσοι πήραν τα ατμόπλοια για τη Συρία, πόσοι για τον Λίβανο, πόσοι για την Τουρκία.
Πώς ένιωθαν όταν υποχρεωτικά άλλαζαν τα κρητικά τους επίθετα;
Πώς έζησαν πίσω από τα νέα τους ονόματα;