Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 28η Οκτωβρίου 1940. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 28η Οκτωβρίου 1940. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

Από το " Εντούε τζιόρνο λα Τζιάννινα" ... στο "Πόκο πάνε"..



Ένα παιδί απ’ τους Δρυμάδες θυμάται τον πόλεμο του ’40...

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΔΕΜΟΣ στον ΠΡΩΙΝΟ ΛΟΓΟ

*   Οι Δρυμάδες βρίσκονται σε απόσταση 500 μέτρων (ευθεία γραμμή) από τα ελληνοαλβανικά σύνορα, στους πρόποδες της Νεμέρτσικας. Αρχές Απριλίου 1939 έφθασε στο χωριό μια είδηση, που τάραξε την ήρεμη, ήσυχη και ειρηνική ζωή των χωριανών. Η Ιταλία αποβίβασε στρατεύματα στους Αγίους Σαράντα και στην Αυλώνα και κατέλαβε αμαχητί την Αλβανία. Αμέσως σχεδόν άρχισαν να συγκεντρώνονται ιταλικά στρατεύματα σε μικρή απόσταση από τα ελληνοαλβανικά σύνορα. Ήταν σαφές το μήνυμα για μελλοντική επίθεση της φασιστικής Ιταλίας εναντίον της Ελλάδος.
Μετά από λίγες εβδομάδες ήλθε και στρατοπέδευσε μεταξύ Σταυροσκιαδίου και Δρυμάδων ένας λόχος Κρητικών στο εξωκκλήσι Παναγιά του Σταυροσκιαδίου. Άρχισαν αμέσως να κατασκευάζουν χαρακώματα στα πιο επίκαιρα σημεία από την τοποθεσία Γυναικόκαστρο μέχρι τους πρόποδες της Νεμέρτσικας, θέσεις Αϊλιά και Καγκέλι.
Ο λόχος αυτός έμεινε μέχρι τις αρχές Οκτωβρίου και έφυγε. Κατασκεύασε δε πάρα πολλά χαρακώματα. Το καλοκαίρι του 1940 στρατοπέδευσε στην ίδια θέση άλλος λόχος, οι άνδρες του οποίου ήταν όλοι Ηπειρώτες. Ανάμεσα σ’ αυτούς ο Δρυμαδιώτης Κώστας Ζέρβας και ο Σταυροσκιαδίτης Βασίλης Τσάμης. Ο λόχος αυτός υπάγονταν στο ανεξάρτητο τάγμα Δελβινακίου.
Ο λόχος αυτός επρόκειτο να αντιμετωπίσει την Ιταλική επίθεση την 28η Οκτωβρίου. Στο διάστημα του καλοκαιριού έκαναν διορθώσεις στα χαρακώματα που κατασκεύασε ο προηγούμενος λόχος και κατασκεύασαν και μερικά καινούργια σε διάφορα σημεία.
Τον Οκτώβριο δεν έφυγε ο λόχος, γιατί όλα έδειχναν ότι πλησιάζει η ώρα της επιθέσεως των στρατευμάτων του Μουσολίνι, ύστερα μάλιστα από τον τορπιλισμό της «Έλλης» στο λιμάνι της Τήνου στις 15 Αυγούστου.
Το τελευταίο δεκαήμερο του Οκτωβρίου και λίγο πριν από την 28η, επικρατούσε μια ησυχία γεμάτη φόβο και αγωνία. Κανένας δεν ήξερε τι γίνεται.
Τη νύχτα της 27ης προς την 28η Οκτωβρίου (Κυριακή προς Δευτέρα) κοιμηθήκαμε με κάποιο αόρατο φόβο. Κατά τις 5.30 ακούσαμε κανόνια να χτυπούν μακριά. Μάλλον στην Κακαβιά. Πριν προλάβουμε να σηκωθούμε, άρχισε το ντουφεκίδι και το κροτάλισμα των οπλοπολυβόλων στο φυλάκιο και στα χαρακώματα πέρα στου Τσιορατά, στο Ταμπόρι, στη Δαμασκηνιά και σε όλη τη συνοριακή γραμμή της περιοχής Δρυμάδων. Κάπου-κάπου ακουγόταν και όλμοι. Αργότερα ακούστηκε και ορειβατικό πυροβολικό. Τρέξαμε όλοι να προφυλαχτούμε στα υπόγεια, γιατί το χωριό βρισκότανε ανάμεσα στα δύο πυρά. Από τη μια οι Ιταλοί και από την άλλη ο ελληνικός λόχος. Ήταν κάτι το τρομερό για μας τα παιδιά.
Το φυλάκιο συμπτύχθηκε γρήγορα, όπως είχε διαταγή. Ο λοχίας Τσιμπούκης (από το Αγρίνιο), όμως ήθελε να δώσει ένα καλό μάθημα στους φρατέλους του Μουσολίνι. Με το οπλοπολυβόλο του υποχωρώντας καταλάμβανε την κατάλληλη θέση κάθε φορά και προκαλούσε φθορές στο ιταλικό στράτευμα. Στο διάστημα από το φυλάκιο μέχρι το λάκκο του Αϊλιά βρέθηκαν αρκετοί Ιταλοί σκοτωμένοι.
Έμεινε ολοζώντανη στη μνήμη μου η εξής εικόνα: Μετά από δύο ημέρες περπατώντας κάτω από τον Αϊλιά βρέθηκα μπροστά σε δύο Ιταλούς σκοτωμένους. Ο ένας ήταν σαλπιγκτής και στο ένα του χέρι κρατούσε ακόμη την σάλπιγκα, όπως έμεινε ξερό. Το άλλο έμεινε μετέωρο προς τα επάνω προς το κεφάλι θέλοντας να πιάσει το τραύμα από τη σφαίρα που τον χτύπησε στο επάνω μέρος και τον άφησε νεκρό. Ο άλλος ήταν δίπλα του νεκρός ανάσκελα, με ανοιχτά τα πόδια. Πρώτη φορά έβλεπα σκοτωμένους σ’ αυτή την κατάσταση και φοβήθηκα. Άρχισα να τρέχω και κάθε λίγο γυρνούσα και κοιτούσα, σαν να με κυνηγάει κάποιος...
Συνεχίζοντας την περιγραφή της πρώτης ημέρας, τα γεγονότα πήραν το δρόμο που ήταν προγεγραμμένος. Ένας λόχος και με ελάχιστα μέσα δεν ήταν δυνατό να κρατήσει τα μιλιούνια των Ιταλών, που ερχότανε πάνοπλοι. Μετά από ολιγόωρη συμπλοκή ο λόχος οπισθοχώρησε για να περιμένει τον εχθρό στο Καλπάκι μαζί με τον υπόλοιπο στρατό, όπως είχαν διαταγή.
Όταν η πρώτη γραμμή του μετώπου προχώρησε σε βάθος, άρχισαν να περνούν αμέτρητα ιταλικά στρατεύματα. Κάθε λίγο επαναλάμβαναν θριαμβευτικά τη φράση: «Εντούε τζιόρνο λα Τζιάννινα!..», δηλαδή σε δυο μέρες θα είμαστε στα Γιάννινα. Φυσικά, φόβος και αγωνία κατέλαβε όλους μας, γιατί κανένας δεν ήξερε τι θα συμβεί, τι θα γίνει. Πριν καλά νυχτώσει κλεινόμασταν μέσα και καλύπταμε τα παράθυρα για να μη φαίνεται το φως απ’ έξω.
Είναι αλήθεια ότι ο ιταλικός στρατός δεν μας πείραξε καθόλου. Όμως από τις πρώτες ημέρες ήρθαν Αλβανοί ασπροσκούφιδες, Λιάμπηδες, που σκορπούσαν τον φόβο και τον τρόμο. Θυμήθηκαν το κληρονομικό τους επάγγελμα, τη λεηλασία και τη λαφυραγωγία. Είναι το γνωστό «πλιάτσικο». Στους Δρυμάδες σε δύο-τρία σπίτια μπήκαν. Ίσως άφηναν τους Δρυμάδες για αργότερα με τη σκέψη ότι κοντά στα σύνορα είναι, όποτε θέλουμε κάνουμε τη δουλειά μας. Ευτυχώς, όμως, όπως θα δούμε πιο κάτω, έφυγαν ξαφνικά και δεν πρόλαβαν να κάνουν τίποτε.
Στο μεταξύ, όμως, πλιατσικολογούσαν στα άλλα χωριά και κουβαλούσαν τη λεία τους στην Αλβανία. Μία μέρα φαίνεται, δεν είχαν ζώα να μεταφέρουν τη λεία τους και φώναζαν ζητώντας από τους χωριανούς: «Τρε γκομάρε, ντούε μούλε», δηλαδή τρία γαϊδούρια και δύο μουλάρια. Αλβανικές αθλιότητες!..
Υπενθυμίζεται, όμως, ότι καθημερινά ακούγαμε από μακριά τα κανόνια να βροντούν, αλλά τι γίνεται κανένας δεν ήξερε. Περιμέναμε να μάθουμε νεότερα για την κατάσταση, αλλά τίποτε. Από πουθενά φως. Αγωνία και φόβος κατείχε όλους μας, μικρούς και μεγάλους...
Ξαφνικά, γύρω στις 10 με 15 Νοεμβρίου, άρχισαν να περνούν λιποτάκτες Ιταλοί στρατιώτες. Πετούσαν τα όπλα και έφευγαν να γλυτώσουν την ζωή τους. Θύματα άλλωστε ήταν και αυτοί του παραλογισμού του Μουσολίνι. Ήταν ρακένδυτοι και νηστικοί. «Πόκο πάνε», δηλαδή λίγο ψωμί, μας ζητούσαν και μας παρακαλούσαν να τους δείξουμε κανένα μονοπάτι να φύγουν, για να μη τους πιάσουν οι Ιταλοί στρατιώτες, που έμεναν στο ελληνικό φυλάκιο σαν οπισθοφυλακή. Είχαν αφήσει μια μικρή φρουρά στο φυλάκιο, που έμεινε μέχρι την οπισθοχώρηση του Ιταλικού στρατού.
Οι χωριανοί τους ρωτούσαν: «Πήγατε στα Γιάννινα;». Και απαντούσαν: «Πο Γκιάνενα, Γκρέκο Καλεμπάκι μπαμ-μπαμ-μπαμ». Δηλαδή, «πού να πάμε στα Γιάννινα, οι Έλληνες στο Καλπάκι μας χτύπησαν!..».
Αυτή ήταν η καλύτερη είδηση για μας. Οι σπαστές αυτές λέξεις τα έλεγαν όλα. Πλήρες δελτίο ειδήσεων. Τότε με χαρά τους δίναμε ψωμί και τυρί και τους δείχναμε κρυφά μονοπάτια να φύγουν.
Το μήνυμα που μας έφεραν οι Ιταλοί λιποτάκτες μας έδωσε φτερά και με κρυφή χαρά περιμέναμε ευχάριστα γεγονότα. Η χαρά, όμως, συνοδεύονταν και από τον φόβο μήπως φεύγοντας οι Ιταλοί μας κάμουν κανένα κακό. Από άλλα χωριά, όπως μάθαμε αργότερα, πήραν ομήρους για να τους ανταλλάξουν αργότερα με τους χιλιάδες αιχμαλώτους, που συνέλαβε ο ηρωικός μας στρατός...
Από τις 17-20 Νοεμβρίου, κάθε βράδυ, περνούσε ιταλικός στρατός, αντίστροφα τώρα. Επέστρεφε, μάλλον οπισθοχωρούσε τώρα ντροπιασμένος στην Αλβανία. Περνούσαν χωρίς θόρυβο για να μη τους βλέπει ο κόσμος. Κρυφά στο σκοτάδι βγαίναμε έξω, για να ιδούμε καλύτερα. Και, όταν βλέπαμε εκείνο το στράτευμα, που πριν από 20 ημέρες περνούσε αγέρωχο και σίγουρο για την εύκολη νίκη να περνάει τώρα με κατεβασμένο το κεφάλι και χωρίς μιλιά, αισθανόμασταν να φουσκώνουν τα στήθη μας από εθνική υπερηφάνεια.
Ξημέρωσε η 21η Νοεμβρίου. Απόλυτη ησυχία επικρατούσε παντού. Κανόνια δεν ακουγόταν πουθενά. Ιταλικός στρατός δεν φαινότανε καθόλου. Μόνον στο φυλάκιο οι 15-20 Ιταλοί μπαινόβγαιναν νευρικά και ανήσυχοι κοιτούσαν προς τα ανατολικά.
Το απόγευμα κατά τις τέσσερις ακούμε φωνές πάνω στ’ αλώνια! Κάποιος χωριανός φώναζε δυνατά: «Έρχονται, έρχονται!..». Και στη συνέχεια άλλες φωνές: «Βγάλτε τις σημαίες όλοι...». Τρέξαμε προς το μέρος εκείνο και είδαμε την πρώτη ίλη ιππικού του 39ου Συντάγματος, που έμπαινε στο χωριό και προχωρούσε προς το φυλάκιο. Διοικητής ήταν ο Παυσανίας Κατσώτας, ο οποίος μεταπολεμικά έγινε Δήμαρχος Αθηνών.
Οι λίγοι Ιταλοί του φυλακίου έτρεξαν και ακροβολίστηκαν πίσω από την συνοριακή γραμμή. Όταν έφθασαν οι Έλληνες στο φυλάκιο πυροβόλησαν οι Ιταλοί και η συμπλοκή κράτησε λίγα λεπτά. Οι Ιταλοί έφυγαν, ενώ ο Ελληνικός Στρατός που ερχόταν στο μεταξύ κατέλαβε όλη την συνοριακή γραμμή και άρχισε την πρόχειρη στρατοπέδευσή του για λίγη ξεκούραση. Ανάμεσα στις άλλες μονάδες ήταν και ένα τάγμα Ευζώνων. Το ένδοξο ευζωνικό με την φουστανέλλα και το τσαρούχι. Οι γνωστοί τσολιάδες μας.
Οι πανηγυρισμοί που ακολούθησαν δεν περιγράφονται. Οι τρεις εβδομάδες που περάσαμε με το φόβο και την αγωνία, αλλά και την αβεβαιότητα μας φάνηκαν αιώνες.
Ο στρατός μας ξεκουράστηκε τρεις ημέρες. Μόλις ήρθε διαταγή να συνεχίσει την προέλαση, άρχισε να βάζει το ελληνικό ορειβατικό πυροβολικό, που ήταν στρατοπεδευμένο πάνω από το νεκροταφείο στα χωράφια πίσω από την εκκλησία του Αγίου Αθανασίου. Τα πέντε κανόνια που είχαν εκεί επί μία ώρα το πρωί έριχναν συνεχώς για να προετοιμάσουν την επίθεση.
Σε λίγο ακούστηκε από ψηλά από τους πρόποδες της Νεμέρτσικας η πολεμική κραυγή που ακολουθούσε τους Ιταλούς σαν φάντασμα σε όλη τη διάρκεια του πολέμου: «Αέρααα!». Ο στρατός όρμησε επαναλαμβάνοντας την κραυγή, για να απελευθερώσει την Β. Ήπειρο. Ήταν πραγματικά ημέρες θριάμβου και μεγαλείου της ελληνικής φυλής!

Οι Ιταλοί έφευγαν χωρίς αντίσταση. Την άλλη ημέρα έφεραν αρκετούς Ιταλούς στρατιώτες αιχμαλώτους. Όμως, τη χαρά μας για όλα αυτά ήρθε να την κόψει ένα άλλο δυσάρεστο γεγονός. Οι Ιταλοί διέθεταν χιλιάδες πολεμικά αεροπλάνα, ενώ ο στρατός μας είχε ελάχιστα. Στις 28 Νοεμβρίου το πρωί έφθασαν τα πρώτα βομβαρδιστικά ιταλικά αεροπλάνα και άρχισαν ξαφνικά να βομβαρδίζουν το χωριό, γιατί εξακολουθούσαν να υπάρχουν στρατιωτικές μονάδες μέσα και έξω από αυτό. Γύρω από το σπίτι μου έπεφταν βόμβες και συνταράζονταν τα πάντα. Η μακαρίτισσα η μάνα μου μας πήρε εμένα και τον αδελφό μου, μας έβαλε κάτω και έπεσε επάνω μας να μας καλύψει, να σκοτωθεί αυτή και να γλυτώσουμε εμείς. Φύλαξε ο Θεός και γλυτώσαμε όλοι την ώρα που περνούσαν τα βλήματα από το παράθυρο και χτυπούσαν στον απέναντι τοίχο...
Μόλις έφυγαν τα αεροπλάνα φύγαμε όλοι από τα σπίτια και τρέχαμε στις χαράδρες και στις σπηλιές να κρυφτούμε μήπως ξανάρθουν. Τότε βομβαρδίστηκαν τρία  σπίτια και το Δημοτικό Σχολείο, στο οποίο έμεναν αρκετοί στρατιώτες. Ευτυχώς δεν σκοτώθηκε κανένας κάτοικος, εκτός από μερικούς μικροτραυματισμούς.
Σκοτώθηκαν όμως δύο στρατιώτες και θάφτηκαν στο νεκροταφείο του χωριού. Μόνον τα μικρά τους ονόματα θυμάμαι: Αριστείδης και Κωνσταντίνος. Αργότερα μάθαμε ότι ο Κωνσταντίνος ήταν από την Χαλκίδα. Κάθε χρόνο την 28η Οκτωβρίου ο παπάς του χωριού έψαλλε τρισάγιο στον τάφο τους και μνημόνευε τα ονόματά τους. Στη δεκαετία του 1950, όταν στήθηκε το ηρώο στο χώρο της κεντρικής εκκλησίας τα οστά των δύο στρατιωτών τοποθετήθηκαν στη βάση του ηρώου. Πάντως, τις ώρες εκείνες του πολέμου για μας ο Αριστείδης φάνταζε σαν εκπρόσωπος της αρχαίας Ελλάδας και ο Κωνσταντίνος του Βυζαντίου.
Και για να συνεχίσουμε την περιγραφή των γεγονότων, οι βομβαρδισμοί συνεχίστηκαν και άλλες ημέρες. Ευτυχώς οι Ιταλοί δεν είχαν ευστοχία. Διαφορετικά δεν θα έμενε σπίτι όρθιο. Μία αγέλη από αγελάδες, που έβοσκε στα χωράφια πάνω από το χωριό στην τοποθεσία Πλάτανος, φαίνεται ότι νόμισαν πως είναι μεταγωγικά μουλάρια του στρατού και άρχισαν να τις χτυπούν με τα μυδράλια και με βόμβες. Έτσι, οι περισσότερες αγελάδες «έπεσαν ηρωικά στο πεδίον της μάχης...»! Στο μεταξύ, εμείς κάθε μέρα, πριν ξημερώσει, ρίχναμε χόρτο μπόλικο στα παχνιά των ζώων για να έχουν τροφή για όλη την ημέρα και φεύγαμε οικογενειακώς μακριά από το χωριό σε σπηλιές για να κρυφτούμε από τα αεροπλάνα.

Στις 4 Δεκεμβρίου έγινε αερομαχία στην περιοχή. Τα ολίγα ελληνικά καταδιωκτικά αεροπλάνα έγραψαν μια ένδοξη σελίδα, δίνοντας ένα γερό μάθημα στον υπερφίαλο Μουσολίνι. Ένα ιταλικό αεροπλάνο έπεσε πάνω από την Πολύτσιανη και ένα απέναντι από τις Δρυμάδες, στη θέση Τζουρί και συγκεκριμένα στο χωράφι του Στέφανου Παπασταύρου, του δάσκαλου του χωριού. Έπεσε με τη μούρη στο έδαφος και μπήκαν σε βάθος τα σίδερα του μπροστινού μέρους. Ο αεροπόρος διαμελίστηκε κυριολεκτικά. Για πολλά χρόνια επισκεπτόμασταν το μέρος εκείνο και βρίσκαμε μεγάλους κάλυκες από το μυδράλιο του αεροπλάνου.
Από τότε (4 Δεκεμβρίου), σταμάτησαν οι βομβαρδισμοί και σιγά-σιγά η ζωή του χωριού ξαναβρήκε το ρυθμό της. Και ο Ελληνικός Στρατός συνέχιζε πάντα νικητής την προέλασή του. Κάθε λίγο ερχότανε ευχάριστες ειδήσεις. Σήμερα ο στρατός μας κατέλαβε το Αργυρόκαστρο, την άλλη τη Χειμάρρα κ.λπ.
Όμως, ο στρατός μας τον χειμώνα του 1940-41 είχε να αντιμετωπίσει και τη φοβερή βαρυχειμωνιά. Το χιόνι στα Βορειοηπειρωτικά βουνά ξεπερνούσε τα δύο μέτρα. Η παγωνιά έφθανε τους 10 βαθμούς υπό το μηδέν. Πολλοί στρατιώτες μας έπαθαν κρυοπαγήματα και για να μη πεθάνουν τους έκοβαν τα πόδια. Πόσοι λεβέντες άνδρες γύρισαν χωρίς πόδια στα σπίτια τους!..
Η τραγουδίστρια της νίκης του σαράντα Σοφία Βέμπο, όταν βγήκε στη σκηνή να τραγουδήσει για πρώτη φορά το τραγουδι «Παιδιά της Ελλάδος παιδιά...», είδε στις πρώτες σειρές να κάθονται στρατιώτες με κομμένα πόδια και δεν κρατήθηκε από τη συγκίνηση. Με τις πρώτες λέξεις του τραγουδιού την πήραν τα δάκρυα, διέκοψε το τραγούδι και έτρεξε γρήγορα πίσω από τη σκηνή για να μην δουν τα δάκρυά της. Οι θεατές την αποθέωσαν χειροκροτώντας όρθιοι για πολλή ώρα, μέχρι που ξαναβγήκε στη σκηνή και συνέχισε το τραγούδι...




ΣΧΕΤΙΚΑ 1) Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 1940 στο Γυμνάσιο Πωγωνιανής 

2) Ιταλογερμανικοί βομβαρδισμοί των Ιωαννίνων

3) Δαβάκης, Κατσιμήτρος, Κωστάκης και οι ανώνυμοι λησμονημένοι πολεμιστές

Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2011

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 1940 στο Γυμνάσιο Πωγωνιανής


Από το βιβλίο του Κωνσταντίνου Κωστούλα «Γεγονότα στο Πωγώνι 1940-41 και το χρονικό του ανεξάρτητου τάγματος Δελβινακίου»

…………………….

Στην Πωγωνιανή λειτουργούσε το Γυμνάσιο με 300 περίπου μαθητές και μαθήτριες. Από αυτούς οι 100 ήταν από τα χωριά της Βορείου Ηπείρου που ήταν τώρα ιταλοκρατούμενη, άλλοι 100 από τα χωριά του Πωγωνίου και οι υπόλοιποι 100 από διάφορα μέρη πέραν του Πωγωνίου.

Η κήρυξη του πολέμου βρίσκει τους μαθητές σε μια κατάσταση αβεβαιότητας, αμηχανίας μέχρι του πανικού. Από τη νύχτα είναι στο πόδι και φέρνουν γύρω στο κέντρο του χωριού προσπαθώντας να μάθουν τι γίνεται.

Έτσι το πρωϊ γύρω στις πέντε, πολλοί ξύπνησαν με τις πρώτες ομοβροντίες κανονιών που ακούγονταν περισσότερο προς την Κακαβιά και τους Ποντικάτες.

Στην αρχή πολλοί νόμισαν ότι είναι μπουμπουναριές, αφού και ο καιρός ήταν βαρύς, υγρός και ψιλόβρεχε. Ο ρυθμικός όμως τρόπος και ο κοφτός ήχος με τον οποίο ακούγονταν οι βροντές διέλυσε γρήγορα την ψευδαίσθηση για μπουμπουναριές. Γρήγορα κυκλοφόρησε η είδηση. «Πόλεμος», άρχισε ο πόλεμος που όλοι σχεδόν τον περίμεναν.

Πρωϊ πρωϊ μαζεύτηκαν στο Γυμνάσιο αρκετοί μαθητές. Εκεί και μερικοί καθηγητές. Μαζί και ο Γυμνασιάρχης Ιωάννης Παπαγεωργίου. Μέσα σε μια ατμόσφαιρα ταραχής και ανησυχίας και μέσα σε απόλυτη σιγή όλοι οι μαθητές κρεμάστηκαν από τα χείλη του Γυμνασιάρχη να τους λέει:

«Άρχισε ο πόλεμος. Τα μαθήματα διακόπτονται μέχρι νεωτέρας. Μπορείτε να πάτε στα σπίτια σας με όποιο τρόπο νομίζετε»

…………………….

Πολλοί μαθητές συγχωριανοί ή κοντοχωριανοί είχαν ήδη ετοιμάσει τις ομάδες τους. Πήραν ό,τι πρόχειρο είχαν, λίγο ψωμί κάτι να προφυλαχτούν από τη βροχή που έπεφτε ασταμάτητα και ξεκίνησαν.

Με τη διαίσθηση του πανικόβλητου αγριμιού ξεκίνησαν σε ομάδες προς όλες τις κατευθύνσεις. Μετρούσαν από εκεί που έπεφταν οι λιγότερες κανονιές, και ο ήχος από τα άλλα όπλα που όλο πύκνωναν. Και διάλεγαν το ασφαλέστερο και συντομότερο μονοπάτι, μέσα και έξω από τα γνωστά τους δρομολόγια, στα ρουμάνια και στους καλυμμένους με βλάστηση κατσικόδρομους, για να μην τους επισημαίνουν οι Ιταλοί από τα παρατηρητήρια και τα αεροπλάνα

Ανάμεσα σε αυτές τις ομάδες και ο καθηγητής Γυμναστικής Θεοφάνης Δούμας από τη Βήσσανη γύρω από τον οποίο είχε συσπειρωθεί μια ομάδα μαθητών.

Γλούπ, γλούπ ακούγονταν τα βλήματα που έπεφταν γύρω μας μέσα στις λάσπες θυμάται κάποιος μαθητής.

Μια ομάδα με λίγα παιδιά από Δολιανά και Τσερβάρι (Ελαφότοπο) έφυγαν πρωϊ και πέρασαν γρήγορα από το Χάνι Δελβινάκι με κατεύθυνση προς Γέφυρα Αγίων – Δολιανά – Καλπάκι. Στη θέση «Κορακότρυπα» απέναντι ακριβώς από την γραμμή άμυνας Καλπακίου, δέχτηκαν μια βόμβα από ιταλικό αεροπλάνο. Θύμα ο μαθητής της Στ’ τάξεως του Γυμνασίου Πωγωνιανής Απόστολος Βλαστός ( ο πρώτος μαθητής θύμα του πολέμου που μόλις είχε αρχίσει) που βλήθηκε βαριά στην κοιλιά και ξεψύχησε στην αγκαλιά του μικρότερου αδελφού του Ηλία, μαθητή και αυτού του Γυμνασίου Πωγωνιανής.

Μία μεγάλη ομάδα από άλλα μακρινά μέρη (και Βορειοηπειρωτόπουλα που δεν μπορούσαν να πάνε στα χωριά τους) ξεκίνησαν κοντά στο μεσημέρι, πεζοπορώντας, με τον καθηγητή της Φυσικής Σπύρο Τσακαλώτο, ο οποίος καταγόταν από την Πρέβεζα (εξάδελφος του μετέπειτα στρατηγού Θρασύβουλου Τσακαλώτου) με κατεύθυνση προς τα Γιάννενα.

Μέσα από παρακάμψεις και ατραπούς για να αποφύγουν τα αεροπλάνα που πετούσαν στην περιοχή, με το σκοτείνιασμα φτάνουν προς τη γέφυρα Αγιούς. Η πορεία ήταν κουραστική αφού μεταξύ των μαθητών ήταν και αρκετοί μικρών τάξεων και η πορεία ήταν μεγάλη και βασανιστική και πολλοί ήταν ξυπόλυτοι ή με ένα παπούτσι.

Μερικούς από τους μικρότερους μαθητές που κουράζονταν τους έπαιρναν στη πλάτη οι μεγαλύτεροι. Είχε σκοτεινιάσει πλέον όταν κατέβαιναν προς το χωριό Λίμνη με κατεύθυνση προς τη γέφυρα των Αγίων. Η πορεία γινόταν με προσοχή. Δεξιά τους είχαν εμφανισθεί ήδη κάποια τμήματα του Ιταλικού στρατού που προχωρούσαν προς το Καλπάκι. Ο Σπύρος Τσακαλώτος, ο καθηγητής τους της Φυσικής, τους συνιστούσε απόλυτη σιωπή. Σε κάποια απόσταση από το Χάνι Ζαραβίνας είχαν φτάσει οι Ιταλοί και είχαν στρατοπεδεύσει.

Νύχτα πλέον έφθασαν κοντά στη γέφυρα των Αγίων. Και εκεί μέσα στη σιωπή της νυχτας και το φόβο των παιδιών, ακούστηκε η φωνή του σκοπού:

- Αλτ, τις εί;

Και τότε, ο καθηγητής Σπύρος Τσακαλώτος μέσα στη νεκρική σιγή που πάγωνε τις ψυχές των ακινητοποιημένων και βουβών μαθητών, απαντά με αγωνιώδη και τρεμάμενη φωνή του:

«Μαθηταί του Γυμνασίου Πωγωνιανής μετά των καθηγητών τους. Παρακαλώ μην πυροβολείτε, μην πυροβολείτε.»

Σε λίγο με την παρουσία αξιωματικού και με έλεγχο όλων από στρατιώτες και με τον φακό στο χέρι, πέρασαν οι μαθητές τη γέφυρα των Αγιων ένας – ένας και συνέχισαν την πορεία τους προς το Χάνι Δολιανών.

(Η γέφυρα των Αγίων που είχε κατασκευασθεί το 1874, ανετινάχθη το βράδυ της 28ης προς την 29η Οκτωβρίου 1940, καταστραφείσα σχεδόν ολοκληρωτικώς)

….Εκεί στο εγκαταλειμένο Χάνι των Δολιανών οι πεζοπόροι μαθητές του Γυμνασίου Πωγωνιανής, βρήκαν ένα κουτί λουκούμια, ξεγέλασαν την πείνα τους και ξεδίψασαν στα βροχόνερα στα χαντάκια του δρόμου. Οι μαθητές αυτοί συνέχισαν την πορεία τους προς Καλπάκι όπου, άλλοι μεν επιβιβάστηκαν σε αυτοκίνητα του στρατού και άλλοι συνέχισαν πεζοπορούντες μέσα στη νύχτα για να φτάσουν στα Γιάννενα (διαδρομή από Πωγωνιανή μεγαλύτερη από 70 χιλιόμετρα), τα ξημερώματα.

……………………………………………..

Ο πόλεμος που ξεκίνησε την Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 1940 επρόκειτο ουσιαστικά να σταματήσει ξανά στα βουνά της Πίνδου τον Αύγουστο του 1949 μετά από έναν πολυαίμακτο εμφύλιο "με χαρακτηριστικά ταξικής εξέγερσης", όπως σημείωνε στα ΝΕΑ πρόσφατα ένας Ιστορικός Ερευνητής με αφορμή την ταινία του Παντελή Βούλγαρη "Ψυχή Βαθιά".

ΠΗΓΗ - Περισσότερα στο Μικρό Κελλάρι





Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2009

28 Οκτωβρίου 1940: Τα 300 παιδιά του Γυμνασίου Πωγωνιανής αναζητούν, σαν πανικόβλητα αγρίμια, δρόμους επιστροφής στα χωριά τους.


Από το βιβλίο του Κωνσταντίνου Κωστούλα «Γεγονότα στο Πωγώνι 1940-41 και το Χρονικό του Ανεξάρτητου Τάγματος Δελβινακίου» στη σειρά ΠΩΓΩΝΗΣΙΑ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, που κυκλοφόρησε πρόσφατα.

...... Στην Πωγωνιανή λειτουργούσε το Γυμνάσιο με 300 περίπου μαθητές και μαθήτριες. Από αυτούς οι 100 ήταν από τα χωριά της Βορείου Ηπείρου που ήταν τώρα ιταλοκρατούμενη, άλλοι 100 από τα χωριά του Πωγωνίου και οι υπόλοιποι 100 από διάφορα μέρη πέραν του Πωγωνίου.
Η κήρυξη του πολέμου βρίσκει τους μαθητές σε μια κατάσταση αβεβαιότητας, αμηχανίας μέχρι του πανικού. Από τη νύχτα είναι στο πόδι και φέρνουν γύρω στο κέντρο του χωριού προσπαθώντας να μάθουν τι γίνεται.
Έτσι το πρωϊ γύρω στις πέντε, πολλοί ξύπνησαν με τις πρώτες ομοβροντίες κανονιών που ακούγονταν περισσότερο προς την Κακαβιά και τους Ποντικάτες.
Στην αρχή πολλοί νόμισαν ότι είναι μπουμπουναριές, αφού και ο καιρός ήταν βαρύς, υγρός και ψιλόβρεχε. Ο ρυθμικός όμως τρόπος και ο κοφτός ήχος με τον οποίο ακούγονταν οι βροντές διέλυσε γρήγορα την ψευδαίσθηση για μπουμπουναριές. Γρήγορα κυκλοφόρησε η είδηση. «Πόλεμος», άρχισε ο πόλεμος που όλοι σχεδόν τον περίμεναν.
Πρωϊ πρωϊ μαζεύτηκαν στο Γυμνάσιο αρκετοί μαθητές. Εκεί και μερικοί καθηγητές. Μαζί και ο Γυμνασιάρχης Ιωάννης Παπαγεωργίου. Μέσα σε μια ατμόσφαιρα ταραχής και ανησυχίας και μέσα σε απόλυτη σιγή όλοι οι μαθητές κρεμάστηκαν από τα χείλη του Γυμνασιάρχη να τους λέει:
«Άρχισε ο πόλεμος. Τα μαθήματα διακόπτονται μέχρι νεωτέρας. Μπορείτε να πάτε στα σπίτια σας με όποιο τρόπο νομίζετε»
…………………….
Πολλοί μαθητές συγχωριανοί ή κοντοχωριανοί είχαν ήδη ετοιμάσει τις ομάδες τους. Πήραν ό,τι πρόχειρο είχαν, λίγο ψωμί κάτι να προφυλαχτούν από τη βροχή που έπεφτε ασταμάτητα και ξεκίνησαν.
Με τη διαίσθηση του πανικόβλητου αγριμιού ξεκίνησαν σε ομάδες προς όλες τις κατευθύνσεις. Μετρούσαν από εκεί που έπεφταν οι λιγότερες κανονιές, και ο ήχος από τα άλλα όπλα που όλο πύκνωναν. Και διάλεγαν το ασφαλέστερο και συντομότερο μονοπάτι, μέσα και έξω από τα γνωστά τους δρομολόγια, στα ρουμάνια και στους καλυμμένους με βλάστηση κατσικόδρομους, για να μην τους επισημαίνουν οι Ιταλοί από τα παρατηρητήρια και τα αεροπλάνα
Ανάμεσα σε αυτές τις ομάδες και ο καθηγητής Γυμναστικής Θεοφάνης Δούμας από τη Βήσσανη γύρω από τον οποίο είχε συσπειρωθεί μια ομάδα μαθητών.
Γλούπ, γλούπ ακούγονταν τα βλήματα που έπεφταν γύρω μας μέσα στις λάσπες θυμάται κάποιος μαθητής.
Μια ομάδα με λίγα παιδιά από Δολιανά και Τσερβάρι (Ελαφότοπο) έφυγαν πρωϊ και πέρασαν γρήγορα από το Χάνι Δελβινάκι με κατεύθυνση προς Γέφυρα Αγίων – Δολιανά – Καλπάκι. Στη θέση «Κορακότρυπα» απέναντι ακριβώς από την γραμμή άμυνας Καλπακίου, δέχτηκαν μια βόμβα από ιταλικό αεροπλάνο. Θύμα ο μαθητής της Στ’ τάξεως του Γυμνασίου Πωγωνιανής Απόστολος Βλαστός ( ο πρώτος μαθητής θύμα του πολέμου που μόλις είχε αρχίσει) που βλήθηκε βαριά στην κοιλιά και ξεψύχησε στην αγκαλιά του μικρότερου αδελφού του Ηλία, μαθητή και αυτού του Γυμνασίου Πωγωνιανής.
Μία μεγάλη ομάδα από άλλα μακρινά μέρη (και Βορειοηπειρωτόπουλα που δεν μπορούσαν να πάνε στα χωριά τους) ξεκίνησαν κοντά στο μεσημέρι, πεζοπορώντας, με τον καθηγητή της Φυσικής Σπύρο Τσακαλώτο, ο οποίος καταγόταν από την Πρέβεζα (εξάδελφος του μετέπειτα στρατηγού Θρασύβουλου Τσακαλώτου) με κατεύθυνση προς τα Γιάννενα.
Μέσα από παρακάμψεις και ατραπούς για να αποφύγουν τα αεροπλάνα που πετούσαν στην περιοχή, με το σκοτείνιασμα φτάνουν προς τη γέφυρα Αγιούς. Η πορεία ήταν κουραστική αφού μεταξύ των μαθητών ήταν και αρκετοί μικρών τάξεων και η πορεία ήταν μεγάλη και βασανιστική και πολλοί ήταν ξυπόλυτοι ή με ένα παπούτσι.
Μερικούς από τους μικρότερους μαθητές που κουράζονταν τους έπαιρναν στη πλάτη οι μεγαλύτεροι. Είχε σκοτεινιάσει πλέον όταν κατέβαιναν προς το χωριό Λίμνη με κατεύθυνση προς τη γέφυρα των Αγίων. Η πορεία γινόταν με προσοχή. Δεξιά τους είχαν εμφανισθεί ήδη κάποια τμήματα του Ιταλικού στρατού που προχωρούσαν προς το Καλπάκι. Ο Σπύρος Τσακαλώτος, ο καθηγητής τους της Φυσικής, τους συνιστούσε απόλυτη σιωπή. Σε κάποια απόσταση από το Χάνι Ζαραβίνας είχαν φτάσει οι Ιταλοί και είχαν στρατοπεδεύσει.
Νύχτα πλέον έφθασαν κοντά στη γέφυρα των Αγίων. Και εκεί μέσα στη σιωπή της νυχτας και το φόβο των παιδιών, ακούστηκε η φωνή του σκοπού:
- Αλτ, τις εί;
Και τότε, ο καθηγητής Σπύρος Τσακαλώτος μέσα στη νεκρική σιγή που πάγωνε τις ψυχές των ακινητοποιημένων και βουβών μαθητών, απαντά με αγωνιώδη και τρεμάμενη φωνή του:
«Μαθηταί του Γυμνασίου Πωγωνιανής μετά των καθηγητών τους. Παρακαλώ μην πυροβολείτε, μην πυροβολείτε.»
Σε λίγο με την παρουσία αξιωματικού και με έλεγχο όλων από στρατιώτες και με τον φακό στο χέρι, πέρασαν οι μαθητές τη γέφυρα των Αγιων ένας – ένας και συνέχισαν την πορεία τους προς το Χάνι Δολιανών.
(Η γέφυρα των Αγίων που είχε κατασκευασθεί το 1874, ανετινάχθη το βράδυ της 28ης προς την 29η Οκτωβρίου 1940, καταστραφείσα σχεδόν ολοκληρωτικώς)
….Εκεί στο εγκαταλειμένο Χάνι των Δολιανών οι πεζοπόροι μαθητές του Γυμνασίου Πωγωνιανής, βρήκαν ένα κουτί λουκούμια, ξεγέλασαν την πείνα τους και ξεδίψασαν στα βροχόνερα στα χαντάκια του δρόμου. Οι μαθητές αυτοί συνέχισαν την πορεία τους προς Καλπάκι όπου, άλλοι μεν επιβιβάστηκαν σε αυτοκίνητα του στρατού και άλλοι συνέχισαν πεζοπορούντες μέσα στη νύχτα για να φτάσουν στα Γιάννενα (διαδρομή από Πωγωνιανή μεγαλύτερη από 70 χιλιόμετρα), τα ξημερώματα....

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2009

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2008

Επί της οδού Αργυροκάστρου - Κακαβιάς ακούγεται συνεχής κρότος κυλινδρουμένων βαρέων οχημάτων.

Στις 27 Οκτωβρίου, το σούρουπο πάνω απ' την ηπειρώτικη γη ήταν συννεφιασμένο... Με το σκοτάδι, μπουμπουνητά κι αστραπές προανήγγειλαν τη βροχή. Κι όταν άνοιξαν οι κρουνοί του ουρανού η νοτισμένη γη έγινε μέσα σε λίγα λεπτά λάσπη... Λάσπη, ο μεγάλος εχθρός του στρατιώτη
Εκείνη την ώρα από τα φυλάκια, τα μεθοριακά, μέχρι τις διοικήσεις των Ταγμάτων Προκαλύψεως, οι τηλεφωνικές γραμμές άναψαν... Βραχνές φωνές , ανακατεμένες με πλήθος παράσιτα ακούγονταν από τη μια άκρη:
«Έλα, έλα Δελβινάκι... Μ' ακούς;» Κι από την άλλη άκρη: «Δε σ' ακούω μωρέ, χαλάει ο κόσμος εδώ...» «Έλα Δελβινάκι...
Από Δρυμάδες-Μακρύκαμπος... Μ' ακούς; Κάτι σκαρώνουν οι ρουφιάνοι απέναντι... Μ' ακούς;» «Έγινε... Σ' έπιασα... Το μεταδίδω...»
Στο διοικητήριο της VIII Μεραρχίας, στα Γιάννενα, ο στρατηγός Κατσιμήτρος δέχεται τα μηνύματα. Κοντά του έχει τον επιτελάρχη του αντισυνταγματάρχη Δρίβα και τον διευθυντή του III Γραφείου Πετρουτσόπουλο.
Διαβάζει τις πρόχειρες αναφορές που καταφθάνουν, αλλά μοιάζει κάτι ακόμα να περιμένει... θέλει την προσωπική αναφορά ενός ανθρώπου, στον οποίο έχει απόλυτη εμπιστοσύνη. Του συνταγματάρχη Μαυρογιάννη, αρχηγού πυροβολικού της μεραρχίας. Του ανθρώπου που μαζί του ανέσκαψε κι ετοίμασε τον προμαχώνα της Ηπείρου. Ο Μαυρογιάννης λείπει όλη μέρα.
Έχει οργώσει σχεδόν ολόκληρη την παραμεθόριο, για να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι την ετοιμότητα του στρατού και τις κινήσεις του εχθρού. Έχει νυκτώσει για καλά, όταν ο Μαυρογιάννης γυρίζει με τα τελευταία μαντάτα.
Η εισβολή είναι θέμα ωρών! Τα τηλέφωνα ανάβουν τώρα από Γιάννενα προς Αθήνα...Κι αρχίζει άλλος καταιγισμός διαταγών από Μεραρχία προς Προκάλυψη. Συναγερμός... Προσοχή στα απομονωμένα φυλάκια... Επίκειται επίθεση...το τηλέφωνο ξαναχτυπάει: «Από Χάνι-Δελβινάκι. Επί της οδού Αργυροκάστρου-Κακαβιάς ακούγεται συνεχής κρότος κυλινδρουμένων βαρέων οχημάτων...» Άλλη μια φορά ο Κατσιμήτρος εξαπολύει τις τελευταίες οδηγίες του προς την Προκάλυψη.
Κι έπειτα εξουθενωμένος ανεβαίνει στον πάνω όροφο του διοικητηρίου, όπου βρίσκεται η κατοικία του... Τακτοποιεί το τηλέφωνο δίπλα στο κρεβάτι του και βυθίζεται στον ύπνο του ανθρώπου που έχει τη συνείδηση του ήσυχη. Έχουν προειδοποιηθεί όλοι. Από τον Παπάγο μέχρι τον τελευταίο φαντάρο που χουχουλιάζει κάτω από τη βροχή μέσα στο σκέπαστρο του, φτιαγμένο «δια φυσικής ξυλείας και γαιοσάκκων ..» Ο Κατσιμήτρος δεν θα μπορέσει να κοιμηθεί πολύ... Στις 4 παρά τέταρτο το πρωί το τηλέφωνο δίπλα του χτυπάει. Στο τηλέφωνο ακούγεται η φωνή του Κορόζη: «Πόλεμος... Ο Πρόεδρος της Κυβερνήσεως απέρριψε ιταλικόν τελεσίγραφον... Ο κ. Αρχηγός ανέλαβεν Αρχιστράτηγος...»Στις 5:30 το πρωί της 28 Οκτωβρίου μέσα στο πηχτό ακόμα σκοτάδι οι άγρυπνοι άνδρες της Προκαλύψεως Ηπείρου είδαν από απέναντι ν' ανάβουν χίλιες μικρές φλογίτσες. Και σχεδόν αμέσως τους σκέπασε ο ορυμαγδός από παντός είδους εκρήξεις. Οβίδες βαρέας πυροβολικού έσκαγαν πίσω τους και τίναζαν στον αέρα ό,τι οχυρώσεις είχαν ετοιμαστεί, βλήματα πεδινού έπεφταν μπροστά και πίσω τους, θραύσματα από όλμους σκόρπιζαν τον θάνατο και από κοντά, πολύ κοντά, πλησίαζαν τα κροταλίσματα των πολυβόλων. Είχε αρχίσει ο «φραγμός πυρός» που προηγείται κάθε επιθέσεως. Μετά από κάμποση ώρα κι ενώ οι άνδρες σαστισμένοι, τυφλωμένοι από τις εκρήξεις και λασπωμένοι μέχρι τ' αυτιά κάρφωσαν το βλέμμα στο σκοτάδι της μεθορίου, το ιταλικό πυροβολικό σταμάτησε. Μόνο το βαρύ εξακολουθούσε να βάλλει σε μεγαλύτερη τροχιά πίσω από τις θέσεις τους.
Και τότε ακούστηκαν σφυρίγματα και παραγγέλματα από φωνές ξενικές «Αβάντι, Αβάντι...» Το πεζικό της ΣΙΕΝΑ και της ΦΕΡΡΑΡΑ ξεχυνόταν σε πυκνούς σχηματισμούς. Και σ' ένα σημείο του μετώπου, όσοι φαντάροι ήταν κοσμογυρισμένοι, γνώριζαν δηλαδή την... Αθήνα, τσίτωσαν τ' αυτιά τους.
Ένας θόρυβος που θύμιζε τα παλιά τραμ της πρωτεύουσας ακούστηκε από πολύ κοντά... Ήταν οι ερπύστριες των Κενταύρων!
Χαράζει η πρώτη μέρα του πολέμου κι από τις βάσεις τους στην Αλβανία ξεκινάει και η αεροπορία του εχθρού. Και «αντιστάσεως από αέρος μη ούσης» οι Ιταλοί πιλότοι σπέρνουν το ηπειρώτικο χώμα με βόμβες και καταιγιστικά πυρά πολυβόλων. Ο Έλληνας πεζικάριος παίρνει την πρώτη γεύση του πολέμου. Κι όμως στα περισσότερα σημεία τα τμήματα Προκαλύψεως συμπτύσσονται κανονικά.
Άλλωστε η διαταγή αυτή είναι. Να δώσουν αγώνα οπισθοφυλακών μέχρι την κύρια γραμμή αμύνης: Καλαμάς-Καλπάκι. Εκεί θα σταθούν. Αλλού όμως παρατηρείται σύγχυση. Στη στενωπό Χάνι-Δελβινάκι η υποχώρηση κάτω από τα συγκεντρωμένα πυρά των Ιταλών, γίνεται άτακτη... Μέχρι τα Γιάννενα φτάνει ο απόηχος από τις εκρήξεις των αεροπορικών επιδρομών και του βαρέος πυροβολικού.
Ο Κατσιμήτρος μαθαίνει τα νέα. Αναθέτει τη διοίκηση του Πεζικού της Μεραρχίας στον πυροβολητή Μαυρογιάννη, τον άνθρωπο του. Ο τελευταίος σπεύδει με ενισχύσεις. Κι αλλού πάλι, το πείσμα των μαχόμενων αξιωματικών και ανδρών υπερκεράζει τη γενική διαταγή συμπτύξεως.
Στους παραμεθόριους Δρυμάδες ένας γενναίος λοχαγός, ο Χρήστος Παπακώστας μάχεται σκληρά και υποχωρεί μόνο όταν κοντεύει να κυκλωθεί.
Η Προκάλυψη ξέρει τις εντολές της... Η Μεραρχία χρειάζεται χρόνο, χρόνο και πάλι χρόνο.
Πιο ανατολικά, προς την Κόνιτσα, δημιουργείται ένα επικίνδυνο πρόβλημα... Ενώ όλες οι υπονομευμένες γέφυρες ανατινάχτηκαν για να καθυστερήσουν τον εχθρό, στον Αώο στο σημείο όπου επιβλητικός ο μεγάλος ποταμός αναστρέφεται προς την Αλβανία, στη μεγάλη γέφυρα Χάνι-Μπουραζάνι ο δυναμίτης πυροδοτήθηκε αλλά δεν εξερράγη...
Η περιοχή αυτή ανήκει στον «τομέα Μέρτζανης», είναι μια από τις κύριες πύλες εισόδου των Ιταλών. Οι τελευταίοι φέρνουν άρματα μάχης που ελίσσονται στις όχθες του Αώου. Εκεί κοντά στα υψώματα του Αηδονοχωρίου, ένας άλλος γενναίος, ο ταγματάρχης Βερσής έχει ένα λόχο πεζικού και μια πυροβολαρχία ορειβατικού. Βάλλουν καταιγιστικά εναντίον των Ιταλών. Δύο άρματα που προχωρούν πέφτουν σε μια βαθιά, καμουφλαρισμένη αντιαρματική τάφρο. Άλλα δύο καθώς οπισθοχωρούνε πέφτουν σε ναρκοπέδια. Το πυροβολικό μας τους δίνει τη χαριστική βολή... Από τα χαρακώματα τους οι φαντάροι μας αλαλάζουν... Είναι η πρώτη φορά που αντικρίζουν άρματα του εχθρού και μάλιστα τα βλέπουν να υποχωρούν... Κι ενώ τα πολυβόλα του Αηδονοχωρίου εξακολουθούν να κελαηδούν, μια ιαχή υψώνεται από παντού. Για πρώτη φορά στον πόλεμο αυτό.
Η ιστορική κραυγή: «ΑΕΡΑΑΑ!»
Το σούρουπο ξαναπέφτει στην ηπειρώτικη γη... Από παντού ασθμαίνουσες αναφορές δείχνουν πως λίγο-πολύ τα περισσότερα τμήματα της Προκαλύψεως συμπτύχτηκαν σε λογικό βάθος. Η λωρίδα εθνικού εδάφους που παραχωρήθηκε είναι στενή. Μόνο που στην περιοχή των Φιλιατών ο ιταλικός θύλακας είναι αρκετά μεγάλος. Στη διοίκηση της VIII Μεραρχίας η εκεί προώθηση των Ιταλών δημιουργεί ατμόσφαιρα βαριά.
Αγωνία στο επιτελείο του Κατσιμήτρου μήπως κάτι στραβώσει.
Την άλλη νύχτα, της 29ης προς 30ή Οκτωβρίου, τα καταπονημένα τμήματα Προκαλύψεως της VIII Μεραρχίας συμπτυσσόμενα, συμπλήρωσαν τον επιβραδυντικό τους αγώνα κι εγκαταστάθηκαν μαζί με τον όγκο της μεραρχίας στην κύρια αμυντική γραμμή: Νότια όχθη ποταμού Καλαμά-Καλπάκι.
Τα τμήματα αυτά δεν αριθμούσαν πάρα πάνω από τρία Τάγματα ... Η σύμπτυξή τους περιείχε όλο το τραγικό μεγαλείο της πρώτης μάχης ενός πολέμου.
Αλλού άφθαστοι ηρωισμοί και μικρές, τοπικές αμυντικές επιτυχίες κι αλλού λιποψυχίες και αταξία.
Στο κέντρο περίπου της κύριας αμυντικής γραμμής, ο συνταγματάρχης Τσακαλώτος είχε παραλάβει το σύνταγμά του, το 3/40 Ευζώνων, κυριολεκτικά πάνω στην έναρξη του πυρός...
Ο τομέας ευθύνης του εκτεινόταν σε μήκος 22 χιλιομέτρων, από το γνωστό οινοπαραγωγό χωριό της Ζίτσας κατά μήκος του Καλαμά μέχρι τη Βροσίνα. Μπροστά στο ποτάμι σχηματιζόταν ένα είδος φυσικού προγεφυρώματος, μια περιοχή που έφερε το γραφικό όνομα Γρανιτσοπούλα, σημειωμένη με ιδιαίτερη έμφαση σ' όλους τους στρατιωτικούς χάρτες.
Ο τομέας του Τσακαλώτου ήταν εξαιρετικά ευαίσθητος. Διότι δέσποζε της παλιάς οδικής αρτηρίας Ιωαννίνων-Ηγουμενίτσας και σε ευρεία έννοια κάλυπτε το αριστερό του κόμβου Ελαίας (Καλπάκι). Κι ενώ ο Τσακαλώτος διαθέτοντας ελάχιστους πεπειραμένους αξιωματικούς, κράτησε με τα δόντια τις θέσεις του, μαθαίνοντας στους απλοϊκούς ευζώνους πώς να προστατεύονται από τους πρωτόγνωρους σ' αυτούς πολυβολισμούς των αεροπλάνων, διαπίστωσε, ότι στο αριστερό του, στον παραλιακό τρόπον τινά τομέα, τα πράγματα δεν πήγαιναν καθόλου καλά...
Η μεραρχία ΣΙΕΝΑ προχωρούσε ταχύτατα πετυχαίνοντας όλο και βαθύτερη διείσδυση. Ο Τσακαλώτος είχε καταληφθεί από οργή για τον ηγήτορα του διπλανού του τομέα. Αργότερα θα γράψει: «...Ο διοικητής του Αποσπάσματος Φιλιατών απέπνεε την ακαταλληλότητα ...»
Δεν είναι γνωστό πού ακριβώς, διότι οι μαύρες σελίδες πάντοτε σκίζονται όταν περάσει η μπόρα, αλλά σε μερικά σημεία του μετώπου τις πρώτες μέρες σημειώθηκαν κρούσματα πανικού και αμαχητί εγκαταλείψεως των θέσεων από αξιωματικούς και στρατιώτες. Η «κρυάδα» που περνούν αυτοί που, ως επί το πλείστον χωρίς καμιά πολεμική πείρα, δέχονται τα πρώτα πλήγματα μιας σύγχρονης και ισχυρός στρατιωτικής μηχανής, δικαιολογεί μια κάμψη της ανθρώπινης αντοχής.

Η αντίσταση του Δαβάκη στην Πίνδο
Κι ενώ στην Ήπειρο τα πάντα κρεμόντουσαν από το Καλπάκι, χαώδης κατάσταση είχε δημιουργηθεί στην Πίνδο. Κι ο εφιάλτης για μια κάθοδο της μεραρχίας ΤΖΟΥΛΙΑ ως το Μέτσοβο κρατούσε άγρυπνους τους ελάχιστους ανθρώπους που γνώριζαν ή απλώς μάντευαν τι γινόταν στις χαράδρες του Γράμμου και του Σμόλικα.
Η εποποιία της Πίνδου, όπως την έχουμε βαφτίσει, είχε αρχίσει λίγο μετά τις πέντε το πρωί στις 28 Οκτωβρίου. Στον Σταθμό Διοικήσεως του Δαβάκη, στο Επταχώρι, ο διοικητής του ΤΣΔΜ στρατηγός Πιτσίκας ειδοποιούσε από την Κοζάνη τον Δαβάκη ότι στις 6 το πρωί θ' άρχιζε η ιταλική επίθεση!
Εκεί που βρισκόταν ο Δαβάκης δεν ήταν σε θέση να ξέρει, ότι μερικά συνοριακά φυλάκια είχαν ήδη προσβληθεί από ανυπόμονους αλπινιστές στις 4 το πρωί...
Λίγο μετά τις πέντε οι κορφές του Γράμμου και του Σμόλικα φωτίστηκαν σαν από αστραπές. Το βαρύ πυροβολικό που συνόδευε τη μεραρχία ΤΖΟΥΛΙΑ είχε αρχίσει το προπαρασκευαστικό «μπαράζ»...
Αλλά εδώ οι μάχες δεν επρόκειτο να κριθούν με πυροβολικό και άρματα.
Εδώ ο αγώνας θα γινόταν σώμα με σώμα.
Και το «Απόσπασμα Πίνδου», που όλο-όλο διέθετε με βία τρία τάγματα, δεν είχε προκάλυψη επιβραδυντική άλλη παρά τις μικρές φρουρές των μεθοριακών φυλακίων!
Η ιταλική ορεινή μεραρχία εισέδυσε με πρωτοφανή τόλμη στον ορεινό όγκο της Πίνδου, χρησιμοποιώντας δύο κυρίως συντάγματα. Το 8ο και το 9ο.
Το πρώτο από αυτά επετέθη στο βορειότερο άκρο του μετώπου με κατεύθυνση προς Αετομηλίτσα και Λυκορράχη αφ' ενός και νοτιότερα προς τη Βούρμπιανη.
Στην πρώτη κατεύθυνση το ιταλικό σύνταγμα διέθεσε σχετικά περιορισμένες δυνάμεις, αλλά πάντως συντριπτικά υπέρτερες των δικών μας, που έχασαν κάθε επικοινωνία με τον Σταθμό Διοικήσεως στο Επταχώρι.
Στην κατεύθυνση Βούρμπιανης και Πυρσόγιαννης προς την οποία στράφηκε ο όγκος του 8ου συντάγματος της ΤΖΟΥΛΙΑ, υπήρχαν μόνο δύο ελληνικοί λόχοι για να το αντιμετωπίσουν...
Το πλήρες κείμενο στο ιστολόγιο
(http://iansta.blogspot.com/2006/05/1940.html )

Οι φωτογραφίες από τα κέρινα εκθέματα του Μουσείου Παύλου Βρέλλη στο Μπιζάνι Ιωαννίνων.