Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κατοχή Εμφύλιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κατοχή Εμφύλιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Μαρτίου 2017

Πολεμώντας στην Ελλάδα (1947)



Το φιλμάκι του βρετανικού αρχείου, από το οποίο προέρχονται και οι σκηνές που γυρίστηκαν στις φυλακές του «Φιξ», φέρει τον τίτλο «Πολεμώντας στην Ελλάδα 1947» (Fighting In Greece 1947) είναι χωρίς ήχο και έχει συνολική διάρκεια επτά λεπτών και τεσσάρων δευτερολέπτων. Αρχίζει με μια αεροπορική λήψη πάνω από την νότια πλευρά της πόλης, πλησιάζοντας στο τότε στρατιωτικό αεροδρόμιο Κατσικά για προσγείωση. Περιλαμβάνει επίσης σκηνές από το εσωτερικό κάποιου απροσδιόριστου δημόσιου κτηρίου της πόλης, από επιχειρήσεις του Στρατού σε κάποια ορεινή περιοχή, από μια μεγάλη ομάδα «ανταρτόπληκτων» στην πόλη και από στρατιωτικές επιχειρήσεις στην περιοχή της Κόνιτσας.

Στα πλάνα από το προαύλιο του «Φιξ», διάρκειας 62 δευτερολέπτων, βλέπει κανείς αρχικά έναν αξιωματικό (πιθανόν να πρόκειται για τον περιβόητο διοικητή των φυλακών εκείνη την εποχή, Σπύρο Αραβανή, από τη Λευκάδα) να κάθεται πίσω από ένα τραπέζι. Πιο πίσω στέκονται κατώτεροι αξιωματικοί και απλοί στρατιώτες. Οι κρατούμενοι βρίσκονται άλλοι παραταγμένοι όρθιοι κι άλλοι καθισμένοι στη βόρεια πλευρά της αυλής, ενώ ένας φρουρός κοιτάζει τα δρώμενα από το φυλάκιο του εξωτερικού τοίχου. Ο αξιωματικός φαίνεται να ζητάει από έναν κρατούμενο να του δείξει διάφορα σημεία πάνω σε έναν απλωμένο χάρτη (πιθανόν κάποιες θέσεις των ανταρτών; ). Στον επόμενο κρατούμενο που ανακρίνεται, είναι εμφανή σημάδια τραυματισμού (από βασανισμό; ) στο αριστερό του μάτι. Από μια ψηλότερη λήψη φαίνεται και η πίσω μεριά του κτηρίου των φυλακών, με την σκεπαστή εξωτερική σκάλα που συνέδεε τον πάνω με τον κάτω θάλαμο, καθώς και κάποια γειτονικά με τις φυλακές κτήρια από την πλευρά της 28ης Οκτωβρίου.

Ο προπαγανδιστικός σκοπός των, όπως φαίνεται, «στημένων» γυρισμάτων είναι ολοφάνερος. Οι κοντινές λήψεις στα πρόσωπα και στο παρουσιαστικό των κρατουμένων επιδίωκε να αποδομήσει στα μάτια του θεατή την εικόνα του περήφανου και αγέρωχου αγωνιστή, όπως για παράδειγμα την είχε αποθανατίσει μερικά χρόνια πιο πριν η φωτογραφική μηχανή του Μπαλάφα και του Μελετζή. Ο κρατούμενος αντάρτης-κομμουνιστής, παρουσιάζεται εδώ σαν ένας «ρακένδυτος συμμορίτης», «κατσαπλιάς» ή στην καλύτερη περίπτωση σαν «φοβισμένο αγρίμι», οι δε στρατιωτικοί εκπρόσωποι της Πολιτείας ως «τυπικοί», «άψογοι», σχεδόν «ευγενικοί».

Σήμερα, με την μεγάλη χρονική απόσταση προς την τραγική εκείνη περίοδο, ένας νηφάλιος θεατής, θα διέκρινε στα τρομαγμένα πρόσωπα αυτών των κρατούμενων παιδιών περισσότερο την κακιά μοίρα της Ελλάδας εκείνη την εποχή, όπου η χώρα, έχοντας βγει τραυματισμένη από την ολέθρια Κατοχή, αντί να φροντίσει να επουλώσει πληγές της και να προχωρήσει με ταχείς ρυθμούς και αισιοδοξία στην επανόρθωση και ανάπτυξη της, όπως δηλαδή έκαναν και οι υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης, άρχισε να τρώει τις σάρκες της και να αυτοκαταστρέφεται σε ανυπολόγιστο βαθμό.

Αναλογιζόμενος κανείς σήμερα την οικονομική καταστροφή όπως και το βαθύ κοινωνικό ρήγμα μαζί με όλα τα προσωπικά δράματα που προξένησε ο Εμφύλιος στη χώρα, ρίχνοντάς την  για δεκαετίες πίσω στην υπανάπτυξη και στη καθυστέρηση, δεν έχει παρά να ασπαστεί τα λόγια με τα οποία ο Λάμπρος Μάλαμας κλείνει το βιβλίο του: «να μην ξαναγίνει ποτέ εμφύλιος πόλεμος στην πατρίδα μας και η φυλακή του «Φιξ» και κάθε τέτοια φυλακή, να παραμείνει μια θλιβερή διδαχτική ανάμνηση, σαν παράδειγμα προς αποφυγή στην ιστορική συνείδηση των γενεών».


ΠΗΓΗ  ΗΠΕΡΩΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝ




Fighting on the Greek / Albanian border.
Air shot of the sea and coast in Greece.(Λίμνη Παμβώτις απο αεροδρ Κατσικά)
Various shots of men and women sitting at long tables in a large room - some of the men are questioned, possibly Albanian prisoners.
Convoy of lorries filled with Greek troops moving along country road.
Long shot of countryside with smoke rising in distance.
Various shots of the Greek troops advancing through countryside, occasional distant explosions with smoke rising in the air are seen.
Male civilians rounded up in a village, possibly Albanian prisoners.
Various shots of Greek orthodox priest surrounded by a large group of refugees, mainly women and children.
Several shots of the refugees receiving food.
Plane flying low over countryside.
More shots of the Greek troops advancing across hilly countryside, on mules, on lorries and some on foot.
Groups of refugees sitting on roadside.
Greek officers looking at the map.
Infantry running to take positions.

Κυριακή 28 Ιουνίου 2015

Μας θεωρούν "κουρελήδες συμμορίτες"

Μας θεωρούν   «κουρελήδες συμμορίτες» όπως όσους Βαλκάνιους τους αντιστάθηκαν
  
   
Και αν από την Ελλάδα έφυγαν ανενόχλητοι, θες διάφορες συμφωνίες κυρίων, θες γιατί προνόησαν να αφήσουν όπλα για τον ΕΔΕΣ και για τον ΕΛΑΣ, δεν συνέβη το ίδιο στην Γιουγκοσλαβία του Τίτο. Γι αυτό φρόντισαν να την διαμελίσουν.

   

  
(Οι φωτογραφίες  από το βιβλίο ΑΙΜΑΤΟΒΑΜΜΕΝΟ ΕΝΤΕΛΒΑΙΣ  Η πρώτη ορεινή μεραρχία, το 22ο ορεινό σώμα στρατού και η εγκληματική δράση τους στην Ελλάδα 1943-1944 του Χέρμαν Φρανκ Μάγερ)

  

Εδώ μια γλυπτική σύνθεση από τη διηρημένη Γερμανία πριν το 1990.



Κυριακή 14 Ιουνίου 2015

Ο Αρης νεκρός και ο Ριζοσπάστης


Συμπληρώνονται αύριο 70 χρόνια από τον τραγικό θάνατο του πρωτοκαπετάνιου του ΕΛΑΣ Άρη Βελουχιώτη, όπως ήταν το ψευδώνυμο που διάλεξε για να τον κάνει αθάνατο ο γεωπόνος Θανάσης Κλάρας, γεννημένος το 1905 στη Λαμία

Χαρακτήρισα τραγικό τον θάνατό του όχι μόνο επειδή κάθε αυτοκτονία έχει ένα στοιχείο τραγικότητας -και όχι κυρίως, αφού η αυτοκτονία του Άρη Βελουχιώτη στο φαράγγι της Μεσούντας έγινε για να μην πέσει ζωντανός στα χέρια των διωκτών του, εκείνων που του έκοψαν το κεφάλι και το κρέμασαν από τον φανοστάτη της πλατείας των Τρικάλων, μαζί με του αχώριστου συντρόφου του, του Τζαβέλλα.

Τραγικός είναι ο θάνατος του Άρη επειδή πέθανε κυνηγημένος από τους εχθρούς αλλά και διωγμένος από συντρόφους και συναγωνιστές, και επιπλέον επειδή συγκρούστηκε με τους συντρόφους του για ένα θέμα στο οποίο εκείνος είχε σταθμίσει πιο σωστά τις εξελίξεις.

Το στοιχείο της τραγικότητας εντείνεται από το γεγονός ότι, τις ίδιες ώρες που ο Βελουχιώτης έπεφτε νεκρός στο φαράγγι της Μεσούντας, ο Ριζοσπάστης, η εφημερίδα του ΚΚΕ, δημοσίευε στην πρώτη του σελίδα ένα άρθρο στο οποίο εξηγούσε αναλυτικά τους λόγους της διαγραφής του από το ΚΚΕ και μεμφόταν τους αντιδραστικούς που υποκριτικά είχαν αναλάβει την υπεράσπισή του




Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

Μέρες του 44. Οι απέδω και οι απέκει του Αράχθου. Στο λαϊκό δικαστήριο της Άγναντας


Γράφει ο Γ.Α. Φλώρος στα «Τζουμερκιώτικα Χρονικά» Τεύχος 10 Μάιος 2009

…………..Κι ήρθε ο χειμώνας του 42. Κατά πως μολογάνε, βαρύς κι ασήκωτος, λες και βάλθηκε κι αυτός με σέμπρο τον καταχτητή να ξεπαστρέψει τον ορεινό πληθυσμό των Τζουμέρκων. Για μήνες ασπρίλα απ’ το χιόνι ο τόπος. Για να βγούνε πέρα, πολλοί άλεσαν και τα σπορίσματα ακόμα που ‘χαν φυλαγμένα στις μπακούλες για να τα σπείρουν την Άνοιξη.
Και τα ζωντανά, για μήνες κι αυτά κλεισμένα, τι γάλα να ‘δωναν χωρίς θροφές; Μέχρι και τ’ άχυρα και τα ροκόφλα είχαν σωθεί στις αχυρώνες. Για να μην ψοφήσουν, ροκάναγαν πουρνάρες κι ελατούδες εκεί στα κατώγια των σπιτιών.

Σαν πρασίνισε ο τόπος και λάλησε ο κούκος, η γης έβγαλε λάχανα και τσουκνίδες. Τα ‘βραζαν, τ’ αλεύρωναν και ξεγέλαγαν την πείνα τους. Παρηγοριά, δυο χλιαρές γάλα, πλιότερο για τα παιδιά παρά για τους μεγάλους, που άρχισαν κι έδωναν τα ζωντανά, σαν χόρτασαν κλαρί και χλωροχόρτι.

Ο πόλεμος έκλεισε και τα σχολειά. Τα παιδούρια, σκόρπια εδώ και εκεί σαν τ’ αγρίμια του λόγγου. Χρονκίς ήταν κρεματζούλα στα καρπόκλαρα για να στομώσουν την πείνα τους. Απ’ το Μάη που γλύκαιναν τα σκάμνα και τα κορόμπλα ίσαμε το χινόπωρο που η φύση απλόχερα σκόρπαγε τα λογής λογής καλούδια της.
Ακόμα και αργότερα, στα τέλη του Αη Δημητριού που κίναγαν οι αέρηδες και γκρέμαγαν τις καρύδες που ‘χαν μείνει ξέκλωνα και δεν τις έσωναν οι ράβδες, τα παιδούρια μπορμπολόλαγαν κάτω απ’ τις καριές αναμερίζοντας με τα ποδάρια τους τα καρόφλα.

Κείνο το χειμώνα ξεχείλισε η ανθρωπιά και το φιλότιμο στα χωριά μας. Εκείνοι που κρατιόταν κάπως καλύτερα βοήθησαν όσο μπόρεσαν και τους αδύναμους να ξεχειμωνιάσουν.

Σαν να μην έσωναν αυτά, κείνη τη χρονιά πογώνιασε η Αντίσταση εδώ όπου ο τόπος ήταν ακόμα απάτητος απ’ τον καταχτητή.

Το 43 όμως η ορεινή ταξιαρχία των Γερμανών, ιντελβάις μου φαίνεται πως την έλεγαν, το ‘βαλε να ξεπαστρέψει την αντίσταση στα Τζουμέρκα.
Κίνησε απ’ την Άρτα και τα Γιάννινα και πήρε σβάρνα τα χωριά. Στο διάβα της έκαιγε σπίτια και ξεκλήριζε ανθρώπους.
Οι Τζουμερκιώτες σκόρπισαν και τρύπωσαν στα λόγγα. Σα γύρισαν κάποτε στα χωριά τους βρήκαν καμένα τα σπίτια και ρημαγμένα τα συγύρια τους. Γλίτωσαν μόνο οι μαχαλάδες και τα σπίτια που ήταν κάπως ξώμακρα απ΄ τη στράτα και το βλέμμα του καταχτητή. Ο κόσμος αναγκάστηκε να γίνει από νοικοκύρης, μουσαφίρης σε συγγενολόια στους μαχαλάδες. Οι πλιότεροι ποστρέχιασαν σε καλύβες κι αχερώνες που ‘ χαν στα χωράφια τους, και σε μονόπλατες που ‘στησαν σιμά στα καμένα σπίτια τους.

Όσο για την Αντίσταση, καλά κίνησε απ’ την αρχή με στόχο να πολεμήσει το Γερμανό. Κάπου όμως στη στράτα της μπήκε και το σαράκι και την έκανε κομμάτια και θρύψαλα. Ο αδερφός πολέμησε τον αδερφό …   


Κατά το 44, κάπως τους ήρθαν τα λογικά αφού μέτρησαν τ’ αποκαΐδια  και τη συμφορά που ‘χαν σκορπίσει, συνάχτηκαν οι καπεταναίοι, εκεί στο γεφύρι της Πλάκας κι αποφάσισαν να χωρίσουν την Αντίσταση στα δύο. Σύνορο ο Άραχθος με τους απέκει και τους απέδω. Στο γεφύρι της Πλάκας και Γκόκ’ φυλάκιο οι απέδω, φυλάκιο οι απέκει. Ψυχές μαυρισμένες από μίσος που παράφορα φώλιασε μέσα τους.

Το χωριό βρέθηκε απέδω. Απέδω συντάχθηκαν πάρα πολλοί αντάρτες, όπως τους έλεγαν. Τόσοι που ο τόπος δεν τους χώραγε να ζήσουν και να τραφούν. Το ασήκωτο τούτο βάρος έπεσε στα χωριά μας. Τα σοδήματα που ‘βγαζε ο τόπος δεν έσωναν να κρατήσουν ζωντανούς τους ντόπιους κι όχι να θρέψουν κι αυτό το ανταρτομάνι. Κατά πως λέει κι ο κοσμάκης, όπου υπάρχει η ανέχεια κι η ανάγκη, ξεκαμπάει η γκρίνια με όλα τα άλλα που τη συντροφεύουν.

Συχνά πυκνά ο «υπεύθυνος», συνοδεία ανταρτών αξούριστων για μήνες με φυσεκλίκια χιαστί στο στήθος τους που μόνο η θωριά τους σκόρπαγε λαβούρα, έπαιρνε σβάρνα τα κονάκια και πρόσταζε ορθά κοφτά, «αύριο το μεσημέρι θα φέρεις τόσες κλούρες ζυμωμένο ψωμί και μια τέτζερη βρασμένα φασούλια στην πλατεία του χωριού για τον αγώνα».
Κλαψουρισμένη και με το δίκιο της η απόκριση: «που να το βρω τόσο αλεύρι; Το λιγοστό που ‘χω στο αμπάρι δε σώνει να βγάλω πέρα τα παιδιά μου».
Κάποτε το παρακαλητό έπιανε κι οι κλούρες που θα ζυμώνονταν γίνονταν λιγότερες.
Σαν τύχαινε και ο «υπεύθυνος» ήταν ζαβός, αλίμονο στη νοικοκυρά. Η προσταγή άκαρδη και σκληρή: «μην τα φέρνεις, και το ρημαδιακό σου θα γίνει λαμπάδα και θα π’ρώνεσαι». Άσοτα τα βάσανα του κοσμάκη…


Τώρα που πήγαιναν οι λίρες και τα χρειαζούμενα για τον Αγώνα που ‘ριχναν τις νύχτες τα συμμαχικά αεροπλάνα στον καμπούλη του χωριού μας και στ’ άλλα χωριά, ποτέ δεν μαθεύτηκε.
Ούτε και κάποιοι από τους καπεταναίους που ΄γραψαν απομνημονεύματα, μας είπαν γιατί τότε σύμμασαν τόσο ανταρτομάνι απέδω απ’ τον Άραχθο κι αξίωναν απ’ τους κακομοιριασμένους Τζουμερκιώτες να τους ταΐσουν.

Κατά πως μολογάνε, απέκει απ’ τον Άραχθο τα πράγματα ήταν καλύτερα. Πολύ λιγότεροι οι αντάρτες. Τα χρειαζούμενα έφταναν πιο εύκολα. Σιμά ήταν ο κάμπος των Ιωαννίνων, του Καναλακίου και της Άρτας ακόμα. Πέρα απ’ αυτό στην Κέρεντζα τα συμμαχικά υποβρύχια ξεφόρτωναν  άκοπα ειδήσματα για την Αντίσταση.

Πολλοί φαμπλίτες απ’ το χωριό μας κι απ’ τα άλλα χωριά που ‘χαν στραγγίσει απ’ την ανέχεια, ρίχτηκαν απέκει απ’ τον Άραχθο μπαίνοντας σε χίλιους κινδύνους.
Ο δρόμος για στάχυα στο θεσσαλικό κάμπο είχε κλείσει. Όποιος ξαποφάσιζε για κει σαν τύχαινε κι έπεφτε στα χέρια των Γερμανών δε ματαγύρναγε. Τον κρέμαγαν στα τηλεγραφόξυλα για κατάσκοπο.

Όσοι κατάφεραν και διάβηκαν απέκει απ’ τον Άραχθο άλλαξαν κι επάγγελμα. Από κτίστες και μαραγκοί που ήταν οι πλιότεροι, βαφτίστηκαν καλατζήδες (γανωτές).
Ανέχεια απ’ τη μια, ανάγκη απ’ την άλλη πορεύτηκαν αντάμα. Τ’ αγγειά ήταν τότε χαλκοματένια. Έτσι με τον καιρό ξεκαλαλίζονταν, το φαΐ γίνονταν δηλητήριο. Για να ματαγίνουν χρειαζούμενα, ήταν ανάγκη να καλαλιστούν.

Ο χωριανός ο Γιώργης κι ο αδερφός του ο Κώστας ήταν από πάππο προς πάππου γανωτές. Σύμμασαν και κάποιους άλλους απ΄ το χωριό, χτίστες, μαραγκούς, που πέταξαν τα τσόκια και τα μστριά και έφτιαξαν παρεούλα. Μαζί τους πήγε και ο πατέρας μου.

Σα διάβηκαν το ποτάμι, άδραξαν το μαχαλοσάκι και τη μαχαλιώρα και πήραν σβάρνα τα χωριά και γάνωναν τα χαλκώματα. Η πληρωμή σε είδος. Ό,τι ήταν για πόρεψη, στάρι, καλαμπόκι, αρτμή, βούτυρο και σπορίματα.

……………………………………………………..

Οι καλατζήδες με τα σύνεργα φορτωμένα στο γαιδουράκι του μπάρμπα Γιώργη γύριζαν τα χωριά καλαλίζοντας τ’ αγγειά. Το σόδεμα το μοιράζονταν κι ο καθένας το σιγούρευε προσωρινά σε φίλους ή σε κουμπάρους που ‘κανε στα χωριά που διάβαιναν. Σα γίνονταν φόρτωμα, ζαλίγκα το κατέβαζαν φορτωμένοι στην απέκει μεριά του γιοφυριού του Γκόκ’. 
Οι γυναίκες που ‘χαν λάβει το χαμπέρι καρτέρεγαν στην απέδω μεριά. Εκεί, στη μέση του γιοφυριού, οι άντρες παρέδωναν το σόδεμα στις γυναίκες τους παρουσία των φρουρών των φυλακίων και τίποτα άλλο. Από κει, περπατώντας σε μεγάλη ανηφόρα για ώρες, έσωναν κάποτε στο χωριό με το σόδεμα.

Μια απ’ αυτές τις φορές με πήρε μαζί της η μάνα μου, παιδούρι τότε εφτά χρονών. Σα φτάσαμε στη μέση του γιοφυριού, ο πατέρας μου χάλεψε και πήρε άδεια απ’ τον καπετάνιο της απέδω μεριάς να με πάρει για λίγες μέρες απ΄ την απέκει μεριά, μιας και είχε κανά εξάμηνο να με δει. Έτσι κι έγινε.

Άξαφνα, σε κανά δυο μέρες ξεκάμπισαν στο σπίτι μας στο χωριό δυο αντάρτες και αξίωσαν απ’ τη μάνα μου να τους ακολουθήσει μέχρι το «φρουραρχείο»  του χωριού. Εκεί ο «φρούραρχος» την πρόσταξε να μην το κουνήσει απ’ το σπίτι της γιατί σε δυο μέρες θα πέρναγε από λαϊκό δικαστήριο στην Άγναντα για κατασκοπεία.

Ο πατέρας μου, που του ‘στειλαν το χαμπέρι, με κατέβασε στο γιοφύρι του Γκόκ’ και με παρέδωσε στο «σύνδεσμο». Αυτός είχε την εντολή να με παραλάβει και να με παραδώσει στο χωριό. Ο «σύνδεσμος» ήταν γείτονάς μας και τον αγγάρεψαν.
Κατά πως έλεγε η μάνα μου, ήταν καλός και πονόψυχος άνθρωπος. Κάθε φορά που απόσωναν τα ποδάρια μου απ’ το περπάτημα, σταμάταγε να ξαποστάσουμε. Ο δρόμος ήταν μπηχτά ανηφόρα, κι ο ίδιος κοντανάσαινε.

Την άλλη μέρα, συνοδεία των ανταρτών απ’ την πλατεία του χωριού μας πήραμε τη στράτα για την Άγναντα. Μαζί μας ήταν θυμάμαι η γιαγιά μου η Μαριγούλα και η θειάκω η Τάκαινα και η Βασίλαινα, η γυναίκα του μπάρμπα Γιώργη του γανωτή, η ανεψιά της γιαγιάς μου η Καλλιόπη και άλλες γυναίκες.

Στην Άγναντα ήταν κι άλλοι «κατηγορούμενοι» από άλλα χωριά. Ήρθε κάποτε και η σειρά μας. Ακούσαμε απ΄ το «δημόσιο κατήγορο» την κατηγορία: Κατασκοπεία!
Καλά εγώ, παιδούρι και δεν καταλάβαινα, αλλά μήπως νόγαγε και η μάνα μου;
Πρώτη φορά άκουσε φαίνεται τη λέξη κατασκοπεία.
Έδωσε πήρε ο «λαϊκός δικαστής» να την κάνει να καταλάβει πόσο σοβαρό ήταν το έγκλημα που έκανε και πως έπρεπε να δώσει λόγο.

--Μάζωξες πληροφορίες για το πόσοι είμαστε. Τι όπλα και πολεμοφόδια έχουμε και τις θέσεις των ανταρτών. Με σημείωμα που έστειλες με το παιδί σου στον άντρα σου, που ‘ναι απέκει απ΄ το ποτάμι, πρόδωκες τον αγώνα στον οχτρό.

-- Τι λες χριστιανέ μου; Δεν ξαδιάζω να κάτσω ψίχα να ξαποστάσω. Δυο παιδιά κι ένα γέροντα άρρωστο έχω στο σπίτι, πράματα να ταΐσω, χωράφια να τσαπίσω, ξύλα να κουβαλήσω να φτιάξω στιβανιά για το χειμώνα κι εσύ μ’ γίνεσαι πως άλλη συλλοή δεν έχω απ’ το να κουσεύω στις ράχες και να μετράω τσ’αντάρτες και τα ντφέκια τς;

---Καλά γι αυτά θα ειδούμε. Γιατί αρνήθηκες να δώκεις για τον αγώνα στον υπεύθυνο του χωριού σου τις λίρες που ‘χε μέσα στο σόδεμα ο άντρας σου;

-- Τι μολογάς χριστιανέ μου; Ο άντρας μου καλατζής είναι κι όχι καπετάνιος. Καλαλίζει χαλκώματα και πληρώνεται μ’ ένα πιάτο γένμα. Μέρες κάνει να γίνει φόρωμα. Το κουβαλάω ζαλίκι εγώ απ΄του Γκοκ στο χωριό, να ταίσω τη φαμπλιά μ’. Απ΄αυτό ζμώνω κλούρες και τρώτε κι εσείς.

Εγώ, πιασμένος απ’ το μπαλωμένο φστάνι της μάνας μου θα ‘χα φαίνεται κατακιτρινίσει, γιατί ο «δικαστής» μου ‘πε «μη σκιάζεσαι παιδί μ’ .  Πες μας μήπως η μάνα σου, έραψε μέσα στο γκολφ κανένα γράμμα και σαν πήγες από πέρα το πήρε ο πατέρας σου; Ή μήπως στο ‘ραψε στην τεράντζα απ’ το παντελονάκι σου;»     

«Όχι», του είπα, «δε μόραψε τίποτα η μάνα μ’» Τότε ο «δικαστής» είπε: «το παιδί να το δώσετε στη γιαγιά του κι η μάνα να κρατηθεί μέχρι να τελειώσουν οι δίκες».
Η μάνα μου φώναξε: «τι λες χριστιανέ μου, άφησε με να πάω στο χωριό. Δε γλεπς που δειλίνιασε κι έχω κλεισμένα τα πράματα και νηστικούς το παιδί και το γέροντα;»

Σημασία δεν της έδωσαν. Ένας αντάρτης την πήγε στο κρατητήριο. Σαν άκουσαν οι γύρω την απόφαση, κάτι μουρμούρισαν. Ξεχώρισα μόνο μια λέξη που ‘μεινε: «χαρχαρούδια τ’σ ».
Εμένα με σύμμασε η γιαγιά μου και κάτσαμε παράμερα. Η γιαγιά μου περίμενε ν’ ακούσει την απόφαση για την κοπέλα της και για τη νύφη της. Η απόφαση η ίδια, να κρατηθούν. Η κατηγορία ήταν άρνηση να δώσουν λίρες για τον αγώνα.
Η γιαγιά μου ήταν τυχερή, δεν πέρασε από δίκη. ΄Ενας απ΄τους αντάρτες της πήρε μια μαντανία καινούργια του νερού, που φορτωμένη πανωσίγκωνα και την απάλλαξε απ’ τη δίκη.

Σαν βασίλεψε ο ήλιος, ήρθαν εκεί που καρτερούσαμε, η μάνα μου κι οι δυο οι θείες μου. Και πήραμε τη στράτα του γυρισμού για το χωριό.
Η μάνα μου βόγγαγε συνέχεια και δυσκολεύονταν να πάρει ανάσα, γιατί της έσπασαν ένα πλευρό και τρία δάχλα απ’ το δεξί της χέρι.
Την ίδια τύχη είχαν και οι υπόλοιπες. Ό,τι είχε γίνει εκεί στο κρατητήριο – κολαστήριο στην Άγναντα, το μολόγαγαν σ’ όλη τη στράτα ίσαμε το χωριό.
Η γιαγιά μου καταριόταν καπ’ και που τον καπετάνιο απ’ το χωριό μας, το μπάρμπα Νίκο, που ήταν εκεί, που γνώριζε τα πάντα για τις γυναίκες, μάλιστα η μάνα μου τον είχε δεύτερο ξάδερφο, και όχι μόνο δεν πήρε το λόγο, το φχαριστιόταν κιόλας.
Την Καλλιόπη την έφεραν την άλλη μέρα στο χωριό σε κουβέρτα.

Κατά πως  μολόγαγαν, κι απέδω και απέκει, τα ίδια. Σωμό τα βάσανα του κοσμάκη δεν είχαν.

Μαύρα χρόνια κι άλαλα, ποτές μην ματαρθύν.              

Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2013

Η μάχη του Μελιγαλά στον ... Πελοποννησιακό πόλεμο τον Σεπτέμβρη του 1944

Ο Μελιγαλάς και ο «μύθος» του

«Τιμή στους χίτες και ταγματασφαλίτες» φώναζαν οι χρυσαυγίτες στην εκδήλωση στον Μελιγαλά που έγινε την περασμένη βδομάδα, Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου, για να τιμηθούν τα θύματα της Πηγάδας. Κρίμα που έλειπαν οι αριστεριστές για να φωνάξουν κι αυτοί με τη σειρά τους «ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΜΕΛΙΓΑΛΑΣ» και να αναβιώσει το κλίμα της Μεταπολίτευσης. 
Η υπόθεση Μελιγαλά είναι βαθιά συνυφασμένη με τα πιο βαθιά τραύματα του Εμφυλίου και ταυτόχρονα ιδεολογικοποιημένη για πολιτική χρήση στο έπακρον. Ο ιστορικός Ιάσων Χανδρινός αναφερόμενος στην εποχή των συνθημάτων αφηγείται τα εξής ευτράπελα; «Αρχές της δεκαετίας του '80.
Το βάρος του "καυτού" εμφυλιακού παρελθόντος αισθητό και στα φοιτητικά αμφιθέατρα, όπου αντιπαρατίθενται από τη μια η ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος Β' Πανελλαδική ή/και η εξέλιξή τους, οι Αριστερές Συσπειρώσεις και λοιπές εξωκοινοβουλευτικές ομάδες, και από την άλλη η τότε ταχέως αναπτυσσόμενη ΔΑΠ-ΝΔΦΚ/ΟΝΝΕΔ, με Ρέιντζερς, Κένταυρους και λοιπές "ομάδες κρούσης".
Οταν οι πρώτοι έβριζαν τους δεύτερους "ΔΑΠίτες - Χίτες - Ταγματασφαλίτες", οι δεύτεροι, παραδόξως για την κοινή λογική, υιοθετούσαν το σύνθημα αυτό, για να τονίσουν αυτάρεσκα την ταυτότητα της "μαχητικής εθνικοφροσύνης", που οι πρώτοι τους απέδιδαν ως βρισιά και ως μομφή. Δηλαδή τα ΟΝΝΕΔόπουλα φώναζαν "Ζήτωσαν οι Χίτες, οι ταγματασφαλίτες, ζήτω η ΟΝΝΕΔ και οι ΔΑΠίτες", και τα τοιαύτα και έπαιρναν την απάντηση "ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-Μελιγαλάς", σε μια ενδιαφέρουσα "γηπεδική" συνομιλία πάνω στην πρόσφατη (1982) απόφαση του ΠαΣοΚ να αναγνωρίσει επίσημα την ΕΑΜική Εθνική Αντίσταση».

Ο Μελιγαλάς προτού γίνει ιδεολογικός μύθος ένθεν κακείθεν ήταν ένα ιστορικό γεγονός που συνέβη λίγο μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Πελοπόννησο.
Οι Γερμανοί έχοντας οργανώσει και ενισχύσει παντοιοτρόπως τα φιλικά τους Τάγματα Ασφαλείας, που έκαναν τις βρώμικες δουλειές εναντίον των ΕΑΜμιτών, φεύγοντας άφησαν στις διοικήσεις τους την ευθύνη των περιοχών με τον φόβο των κομμουνιστών. Από την άλλη μεριά το ΕΑΜ θέλησε να ξεκαθαρίσει την περιοχή πριν από την έλευση της εξόριστης κυβέρνησης.
Ο Μελιγαλάς δεν διαλέχτηκε τυχαία για να γίνει θέατρο των εμφυλιοπολεμικών μαχών.
Με 3.000 περίπου κατοίκους ήταν έδρα των ιταλών καραμπινιέρων (1941-1943), αλλά και ενός τμήματος του γερμανικού στρατού (1943-1944). Εκεί είχε την έδρα του ένα από τα πιο ισχυρά τμήματα των Ταγμάτων Ασφαλείας με 1.000 άνδρες στους οποίους είχαν προστεθεί κι άλλοι που ήρθαν, ένοπλοι αλλά και άμαχοι, κυνηγημένοι από την Καλαμάτα και τα γύρω χωριά.
Υπολογίζεται ότι την εποχή της μάχης το χωριό είχε 7.000 άτομα. Σύμφωνα με τη Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού
(Η απελευθέρωσις της Ελλάδος και τα μετά ταύτην γεγονότα, έκδοση του Στρατού το 1973, που δεν κυκλοφορεί πια) όσο και με τον ιστορικό-δημοσιογράφο της περιοχής Πελοποννήσου Παντελή Μούτουλα (Πελοπόννησος 1940-1945, Βιβλιόραμα) επρόκειτο για μια κανονική μάχη δύο σχετικά ισοδύναμων στρατιωτικών τμημάτων, με παγίδες, επιμέρους επιθέσεις, περικυκλώσεις, νάρκες, διεισδύσεις κτλ.
Επειτα από μάχες τριών ημερών (14, 15, 16 Σεπτεμβρίου) οι ΕΑΜμίτες καταλαμβάνουν την πόλη του Μελιγαλά και ακολουθούν οι εκκαθαρίσεις στην αγορά Μπεζεστένι και κατόπιν στην περίφημη «Πηγάδα», η οποία «αποτέλει είδος φρέατος που είχεν ανορυχθεί δια την ύδρευσιν της κωμοπόλεως».
Ο αριθμός των θυμάτων ποικίλλει ανάλογα με το ποιος τους μετράει. Το Ιστορικό Τμήμα του Στρατού τους ανεβάζει σε 2.000 άτομα. Ο «Σύλλογος Θυμάτων» τους θέλει λίγο λιγότερους, γύρω στους 1.144 (όλοι ενήλικοι άνδρες και 18 γυναίκες).
Το ιατροδικαστικό συνεργείο του Καψάσκη, το 1945, ανακοίνωσε ότι ξέθαψε 708 πτώματα.
 Στο μνημείο είναι γραμμένα 787 ονόματα από 61 πόλεις και χωριά.
Η ΕΑΜική πλευρά μιλάει για πολύ μικρότερους αριθμούς, ο ΕΛΑΣ αναφέρει ότι σκοτώθηκαν 60 αντάρτες και 800 «ράλληδες», ενώ άλλοι υπολογίζουν ότι υπήρξαν 120 σκοτωμένοι στη μάχη και 280-350 εκτελεσμένοι στην Πηγάδα (Σπύρος Ξιάρχος, Η αλήθεια για τον Μελιγαλά, Καλαμάτα, 1982).
Είναι φανερό ότι η σφαγή των αιχμαλώτων είχε ξεφύγει από το πλαίσιο μιας τακτικής, κανονικής μάχης. Τα συσσωρευμένα μίση, οι χρόνιες εμφύλιες διαμάχες και κυρίως ο αγώνας για τη μελλοντική εξουσία φούντωναν τα μίση και όπλιζαν τα χέρια. 
Οπως παραδέχεται και ο «Ριζοσπάστης», το αγριεμένο πλήθος ήταν εκτός εαυτού και με μαχαίρια και τσεκούρια προσπαθούσε να εκδικηθεί τους συνεργάτες των καταχτητών αλλά, ίσως, και να λύσει προσωπικές διαφορές. (Η αλήθεια για τον Μελιγαλά, «Ριζοσπάστης», 11.9.2005).

Μετά το 1982 η επίσημη κυβέρνηση σταματά να παίρνει μέρος στις ετήσιες εκδηλώσεις για τον Μελιγαλά στο πλαίσιο της εθνικής συμφιλίωσης που διακήρυξε το ΠαΣοΚ. Η διαμάχη γύρω από τον Μελιγαλά ατονεί. Η χώρα εισέρχεται στην Ευρώπη και πλέον υπάρχουν άλλες κοινωνικές, πολιτικές και ιδεολογικές προτεραιότητες. Τα επόμενα χρόνια το μνημόσυνο για τα θύματα του Μελιγαλά διεξάγεται από τον «Σύλλογο θυμάτων», έχει χαρακτήρα οικογενειακό και τοπικό.
Σήμερα αυτοί που θυμούνται τον Μελιγαλά είναι νοσταλγοί του παρελθόντος, άνθρωποι που κρίνουν το σήμερα με ό,τι συνέβη πριν από μισό αιώνα. Τα φρικτά γεγονότα του Μελιγαλά είναι άγνωστα στη νέα γενιά και δεν θα μπορούσε κάποιος να τα εκτιμήσει σφαιρικά αν δεν τα τοποθετήσει στο πλαίσιο ενός σκληρού εμφυλίου πολέμου που έδωσε θύματα και από τις δύο πλευρές. Η Ιστορία δεν ζητεί πια δικαίωση της μιας ή της άλλης πλευράς, αλλά κατανόηση. Τι έγινε και γιατί.


Επιστροφή στο παρελθόν
Από τους ταγματασφαλίτες στους χρυσαυγίτες
Στο εφετινό μνημόσυνο στον Μελιγαλά, παρουσία επτά βουλευτών της Χρυσής Αυγής, τα συνθήματα που ακούστηκαν πήγαιναν 30 χρόνια πίσω: «Τιμή στους χίτες και ταγματασφαλίτες», «Αλήτες - φονιάδες -κομμουνιστές», «Τσεκούρι και φωτιά στα κόκκινα σκυλιά». Ο βουλευτής μάλιστα της Χρυσής Αυγής Η. Παναγιώταρος στην ομιλία του έκανε λόγο για «καινούργιους συμμορίτες, δεξιούς και αριστερούς» και είπε ότι τις επετείους όπως αυτή στον Μελιγαλά η Χρυσή Αυγή θα τις κάνει εθνικές εορτές, εάν ποτέ πάρουν την εξουσία.
Τα παιδιά της Χρυσής Αυγής έχοντας κρύψει το ναζιστικό και φασιστικό τους πιστεύω κάτω από τα μαξιλάρια τους, έχοντας ξεχάσει το πιστεύω στο δωδεκάθεο και τον αστρικό κύκλο, αφού προσηλυτίστηκαν με βιασύνη στην Ορθοδοξία, έπρεπε να εφεύρουν έναν ιδεολογικό στιβαρό πυρήνα. Ετσι αναζήτησαν ρίζες στη χούντα και τα ιδεολογικά της τερτίπια, κορυφαίο εκ των οποίων υπήρξε η Πηγάδα του Μελιγαλά.
Η δικτατορία των συνταγματαρχών είχε αναδείξει την ιστορία του Μελιγαλά ως εμβληματικό σημείο αντιπαράθεσης με τον πάντα ελλοχεύοντα γι' αυτήν «κομμουνιστικό κίνδυνο». Από το 1953 ετελούντο στην περιοχή του Μελιγαλά ετήσιες εκδηλώσεις μνήμης και μισαλλοδοξίας. Η χούντα θα αναβαθμίσει τον εορτασμό. Ο χουντικός υπουργός Αθλητισμού (!) Ασλανίδης θα διαμορφώσει τον χώρο των εκτελέσεων (μάντρες, πάρκινγκ κ.ά.) και θα γιορτάζει πλέον με επισημότητα την επέτειο. Τις εκδηλώσεις θα τιμήσουν διά της παρουσίας τους το 1967 ο Παττακός, το 1968 ο «αντιβασιλέας» Ζωιτάκης, ενώ κατεβαίνουν οργανωμένα στην κάθε επέτειο μαθητές, στρατιώτες και «προσκυνητές» - όπως θα γράψει τοπική εφημερίδα - από άλλους ελλαδικούς τόπους.

ΠΗΓΗ ΤΟ ΒΗΜΑ

Η μάχη του Μελιγαλά στη ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ 


Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2010

Ο πατήρ Δημήτριος (Νταίηβιντ Μπάλφουρ) ο αρχηγός της Ιντέλλιτζενς Σέρβις στην Ελλάδα, στην κατοχή και στον εμφύλιο.


Ό πατήρ Δημήτριος ήταν μιά πολύπλαγκτη προσωπικότητα. Λεγόταν Νταίηβιντ Μπάλφουρ, αλλά δέν ήταν από τή γνωστή αριστοκρατική οικογένεια. Μάλλον τό όνομα τό πήρε άπό τό ομώ­νυμο περιπετειώδες ανάγνωσμα. Ήταν μιά διχασμένη προσωπικότητα. Σάν τόν Καζαντζάκη, κυνηγούσε νά βρει ένα Θεό. Μέσα του όμως υπήρχε καί τό μικρόβιο της κατασκοπείας, δηλαδή της υποκλοπής μυστικών. Όποιος κλέβει μυστικά, νιώθει πιό δυνατός. “ήταν ένας τύπος Λώρενς, αλλά χωρίς τή δική του προβολή, πα­ρόλο πού η δική του δράση ήταν πιό πολυσχιδής καί μακροχρόνια. Η κατασκοπεία, ως τό παλαιότερο —μαζί μέ τήν πορνεία— επάγ­γελμα, έχει κι αυτό μιά μυστικοπάθεια, έναν αποκρυφισμό σάν αυτόν πού διακρίνει κάποιους αυστηρούς μοναχούς. Τό «Άγιο» Όρος υπήρξε γι’ αυτόν Όχι σχολή θεολογίας άλλα κατασκοπείας. Τόν δί­δαξε νά ετάζει νεφρούς, καρδίας, ψυχάς, μυαλά, κυρίως νά διαβά­ζει μυστικά καί νά τά στέλνει στους κατάλληλους αποδέκτες.

Ασφαλώς, υπάρχει δικός του δάκτυλος στην αυτοκτονία Κοριζή, κυρίως όμως στην ένταση καί στην έκταση των Δεκεμ­βριανών. Ήταν ή γλώσσα (μεταφραστής) καί τό μυαλό του Σκόμπυ. Αυτός Ίσως (ή μάλλον) οργάνωσε προτού αναχωρήσει από τή Σμύρνη τά επεισόδια τόν Σεπτέμβριο του 1955, όταν Τούρκοι «βασιβουζούκοι» ξεφτίλισαν Έλληνες αξιωματικούς καί τίς οικο­γένειες τους. Τότε ακούσαμε καί τό όνομα του ταγματάρχη Γρηγορίου Σπαντιδάκη, πού τόν γνωρίσαμε χρυσοπλουμισμένο παγόνι στή δικτατορία.

Είχα τό θλιβερό προνόμιο από παιδί νά ζήσω όλες τίς θλιβερές καταστάσεις της Κατοχής καί της μετέπειτα περιόδου της άλληλοσφαγής. Σφαζόμασταν χωρίς, κατά βάθος, νά ξέρουμε «γιατί;». Απλώς υπακούαμε καί υποκύπταμε σ’ ένα ένστικτο αυτοκατα­στροφής. Καί άνθρωποι σάν τόν Μπάλφουρ μας «χόρεψαν στό ταψί». Όχι λόγω της δικής τους δαιμονικής, τάχα, Ικανότητας, αλλά λόγω του δαίμονα καταστροφής πού μας είχε κυριεύσει. Είχα από τότε τό πάθος τής περιέργειας. Θυμάμαι τόν Βελουχιώτη, όταν κατέβηκε στή Λακωνία. Έχω μάλιστα συγκρατή­σει καί μία ομιλία του πού πρό ετών κατέγραψα στον Οικονομι­κό, επί τών ένδοξων ήμερων του Γιάννη Μαρίνου. Αργότερα, στην Αθήνα, στό γήπεδο του «Παναθηναϊκού», γαβριάς τότε πιά, γνώρισα τόν Ζαχαριάδη, πού ήταν αγκαλιά μέ τόν Σιάντο καί τόν «παντός καιρού» Μιχάλη Κύρκο. Κάποτε κάποιος συγ­γενής (ήταν θέρος του 1946) μου έδειξε πάνω σ’ ένα «τζίπ» καί κάποιον Άγγλο βαθμοφόρο. «Αυτός», μου είπε, «είναι ό Σκόμπυ». Δέν είμαι απολύτως βέβαιος γι’ αυτό. Θυμάμαι, όμως, πλην του οδηγού, έναν ταγματάρχη μέ κοντό παντελονάκι. Λόγω του μανιάτικου πουριτανισμού πού μέ διακατείχε, δέν πρόσεξα τό πρό­σωπο του αλλά τήν «αισχρή» — κατά τά τότε μέτρα — εμφάνιση του. Διαβάζοντας τά όσα έγραψε αρχικά στην Εστία, καί στά οσα γράφει τώρα στην παρούσα εργασία του ό Νίκος Σοϊλεντάκης, θαρρώ ότι ό «κοντοπαντελονάκιας» (λέξη τής εποχής) ήταν ό άλλοτε πατήρ Δημήτριος του Ευαγγελισμού. Καί τό πιστεύω αυτό, διότι βασική αρχή τών κατασκόπων είναι ή έξης: νά τους βλέπεις, νά παρατηρείς πάνω τους καθετί, άλλ’ όχι τό πρόσωπο τους!

Ό πατήρ Δημήτριος, ό κατά κόσμον Νταίηβιντ Μπάλφουρ, είχε πολλά πρόσωπα καί, ανάλογα μέ τό συνομιλητή του, παρουσιαζόταν μέ τό ταιριαστό γιά τήν περίπτωση πρόσωπο. Ακόμη καί του συντετριμμένου καί μετανοοΰντος χριστιανού. Ξεγέλασε πολλούς καί πολλές. ‘Αλλά ή γυναίκα πού του έκλεισε δύο φορές τήν πόρτα -καί τή δεύτερη (φορά ως ηγουμένη- είχε πιά καταλά­βει «τι κάθαρμα, τι κάλπικος παράς, μιά ολόκληρη ζωή μέσα στό ψέμα», όπως θά έλεγε ό Μανόλης Αναγνωστάκης, ήταν αυτή ή θλιβερή μορφή, πού έπαιξε θλιβερό ρόλο στην πατρίδα μας σέ μιά θλιβερή εποχή. Δέν πιστεύω ότι ή περαιτέρω στάση (εκκλησιάσματα κλ.π.) δείχνουν μεταμέλεια. Αν όντως είχε μετανοήσει, θά έπρεπε προεχόντως ν’ αυτοκτονήσει. Απλώς καί στή μετάνοια του έπαιζε θέατρο.

Τό νά πώ ότι τό βιβλίο του Νίκου Σοϊλεντάκη πρέπει νά αγο­ραστεί καί νά διαβαστεί (όχι μόνο μία φορά), θά ήταν σάν νά έλεγα ότι τό νερό – ειδικά τό θέρος- κάνει καλό. Δέν τό συνιστώ, ως ιστορικός, ως αρίστη ιστορική μελέτη, πού είναι. Τό συνιστώ γιά λόγους ιατρικούς. Είναι τό καλύτερο αντίδοτο κατά τής πολι­τικής μας βλακογνωσίας καί βλακοπραξίας. Παριστάνουμε τους πονηρούς, άλλ’ όπως έλεγε ό Έμμ. Ροΐδης «τό πονηρότερου αλλά τό μάλα έξαπατώμενον εξ όλων τών ζώων της γης είναι ό Ελλην». Ή μελέτη του βιβλίου του Νίκου Σοϊλεντάκη θά εξα­λείψει πάσα αμφιβολία περί αυτού.
Σαράντος Ί. Καργάκος Λαύριο, 7 Ιουλίου 2009

Τέλος, ο επίλογος από το βιβλίο του Σοϊλεντάκη, που προλογίζει ο Καργάκος:
21. Επίλογος, – Συμπέρασμα
Ό Μπάλφουρ ενώ βασανιζόταν από παρατεταμένη ασθένεια, λίγο πρίν από τόν θάνατο του, πού επήλθε στίς 11 Όκτωβρίου 1989 είπε: « Έγώ, σάν ασύνετο γαϊδουράκι, σκέφτηκα νά τρέξω πίσω άπό δυο ισχυρά άλογα, τόν Γέροντα Σιλουανό και τόν πατέρα Σωφρόνιο». Έξ άλλου, σέ επιστολή του τόν Απρίλιο του 1988 προς τόν τότε μητροπολίτη Θυατείρων (Μεγάλης Βρετα­νίας) Μεθόδιο Φούγια, μέ τόν όποιο γνωρίσθηκε ό άλλοτε π. Δη­μήτριος κατά τήν τελευταία δεκαετία της ζωής του, γράφει: «Είμαι 85 ετών και τά τελευταία 42 χρόνια υπήρξα αντικείμενο της πιό χυδαίας συκοφαντίας, ή όποια ανθρωπίνως ειπείν, έχει καταστρέφει ανεπανόρθωτα τήν ζωή μου. Έν τούτοις, υπακούο­ντας στον πνευματικό μου πατέρα, τόν αρχιμανδρίτη Σωφρόνιο, δεν έχω ποτέ απαντήσει ή έκστομίσει μία λέξη γιά αυτοάμυνα, αλλά εχω μάθει νά παίρνω κυριολεκτικώς κατά λέξη τους λό­γους του Χρίστου: “Μακάριοι έστέ όταν όνειδίσωσιν υμάς και διώξωσι και είπωσι πάν πονηρόν ρήμα καθ’ υμών ψευδόμενοι ένεκεν εμού” (Ματθ. 5:11)».30 Κατά μαρτυρία του μητροπολίτου Μεθοδίου Φούγια,31 ό Μπάλφουρ του είπε ότι εάν δεν είχε άποσχηματισθεί κατά τήν Κατοχή, «τίποτε δέν τόν εμπόδιζε νά συ­νεχίσει νά προσφέρει τις υπηρεσίες του στην Ίντέλλιτζενς Σέρβις και νά είναι και κληρικός». Όταν θέλησε νά επανέλθει στην ενεργό διακονία, ή γυναίκα του τόν απειλούσε πώς θά αυτοκτονή­σει εαν τήν εγκατέλειπε γιά νά γίνει μοναχός. Έτσι έμεινε μετέω­ρος μέχρι του θανάτου του. Κάποια στιγμή ζήτησε από τόν ανω­τέρω μητροπολίτη νά τόν επαναφέρει στην ενεργό ίεροσύνη, αλλά εκείνος τόν παρέπεμψε στον Ρώσο μητροπολίτη Αντώνιο Βλούμ, διότι ήταν κληρικός της Ρωσικής Εκκλησίας. Ή απάντηση του τελευταίου ήταν αρνητική. Έκτος άπό τό ‘Έσσεξ, πήγαινε τακτικά στην “Οξφόρδη με τό πρόσφορο του καί τά ονόματα γιά νά μνημονευθούν στην προσκομιδή.

Κατηγορήθηκε από τήν ελληνική δημοσιογραφία ότι κατα­σκόπευε καί καθοδηγούσε τόν βασιλιά Γεώργιο Β’. Όμως ο Μπάλφουρ σέ συνομιλία μέ τόν καθηγητή Άντ.- Αιμ. Ταχιάο πα­ρατήρησε ότι δεν χρειαζόταν νά κατασκοπεύει τόν Γεώργιο Β’, διότι ό βασιλεύς συζούσε μέ τήν Αγγλίδα ερωμένη του. Όντως, ό Γεώργιος Β’ κατά τή διάρκεια της Ελληνικής Δημοκρατίας (1924-1935) διέμενε στό Λονδίνο, οπού συνδέθηκε μέ τήν Τζόυς Μπρίτταιν-Τζόουνς, ή οποία τόν ακολούθησε στην Αθήνα. Τό 1941, προτού καταφύγει ό βασιλιάς στην Κρήτη, προηγήθηκε ή κ. Τζόυς μαζί μέ τόν πρίγκιπα Γεώργιο (τόν άλλοτε Αρμοστή στην Κρήτη) καί τή σύζυγο του Μαρία Βοναπάρτη, ή οποία τή φρόντισε, Όσο ήταν μακριά από τόν βασιλέα. Μεταπολεμικά επανήλθε στην Ελλάδα μέ τόν Γεώργιο καί μετά τόν θάνατο του (1η Απριλίου 1947) παντρεύτηκε τον συνταγματάρχη Έντι Μπόξχωλ.33 Βρετανοί θεωρούν Ότι ή Τζόυς ήταν άπό τίς ελάχιστες βασιλικές ερωμέ­νες στην ιστορία γιά τήν οποία μόνο καλά λόγια έχουν ειπωθεί καί τήν περιγράφουν34 ώς ιδανική σύζυγο στρατιωτικού, απόλυ­τα λογική, μηδέποτε άναμειχθεισα σέ ραδιουργίες καί μέ ορθή αντίδραση σέ περίοδο κρίσεων. Ό πρώτος σύζυγος της, δεινός πότης, ήταν υπασπιστής του άντιβασιλέως των Ινδιών. Όταν ό Γεώργιος Β’ επισκέφθηκε προπολεμικά τήν Ινδία, τή γνώρισε καί σύντομα δημιουργήθηκε στενή σχέση. Ή ένταξη της στό έδώ βασιλικό περιβάλλον καλύφθηκε υπό τήν ιδιότητα της κυ­ρίας των τιμών της Φρειδερίκης, συζύγου του τότε διαδόχου Παύλου. Ό βασιλιάς Γεώργιος, μέ τά ήθη της εποχής, γιά νά νυμφευθεί τήν κοινή θνητή Τζόυς Μπρίτταιν-Τζόουνς έπρεπε νά παραιτηθεί άπό τόν θρόνο του, όπως έπραξε τό 1936 ό βασιλιάς Εδουάρδος Η’ της Αγγλίας, πού νυμφεύθηκε τήν Ούώλλις Σίμσον

Ό ιεροδιάκονος Νικόλαος, εγγονός αδελφού του γ. Σωφρονίου, σημειώνει Ότι πολλοί πιστεύουν Ότι ό Μπάλφουρ έζησε χρησιμοποιώντας υποκριτικά τήν Όρθοδοξία. Άποψη πού στηρίζεται στίς πα­λινωδίες του καί στην περιπετειώδη ζωή του.35 Κατά τόν Σ. Καργάκο, ώς καλός υποκριτής ήθελε μία υστεροφημία. Τήν πέτυχε. Ήταν ό αρχιτέκτων του Εμφυλίου. Ή ενασχόληση του μέ τό έργο του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Συμεών ήταν γιά τή σω­τηρία της ψυχής του, αφού έστειλε τόσες ψυχές στον Αδη. Κατά τήν αντίθετη άποψη πού εκφράζει ό καθηγητής Άντ.- Αιμ. Ταχιάος, ό Μπάλφουρ «ήταν πιστό τέκνο της Όρθοδόξου Εκκλη­σίας, τέτοιο πού δέν μπορεί νά είναι ένας υποκριτής ή κάποιος πού απλώς, ψυχρά καί μελετημένα εκτελεί μιαν αποστολή κατασκό­που, όπως τόν ερμήνευσαν άνθρωποι πού έστω καί στοιχειωδώς δέν μπορούν νά κατανοήσουν τίς παλινδρομήσεις μιας ανήσυχης καί ταραγμένης ψυχής, ούτε τι είναι αμαρτία καί μετάνοια. Ένας στρατολογημένος κατάσκοπος δέν χρειαζόταν, γιά νά εκτελέσει τήν αποστολή του στην Αθήνα, νά σπουδάσει χρόνια θεολογία στή Ρώμη, νά γίνει ρωμαιοκαθολικός μοναχός, αντί νά τόν υποδυ­θεί, στή συνέχεια νά γίνει ορθόδοξος μοναχός καί ιερέας, νά ζήσει στά απόκρημνα βράχια του «Άγιου» Όρους, τή στιγμή, πού στά σαλόνια του Κολωνακίου καί στίς δεξιώσεις τών διπλωματών στην Αθήνα, οι πληροφορίες πού ενδιέφεραν τήν αρμόδια βρετανι­κή υπηρεσία κυκλοφορούσαν εν αφθονία».36 Έξ άλλου, στή δεκαετία του 1930-1940, ό άρμενοκαθολικός επίσκοπος Γιοχάννες Γκαμσαραγιάν ήταν επικεφαλής ενός άπό τά δίκτυα της γερμανικής κα­τασκοπείας στην Ελλάδα. Είχε εγκαταστήσει στον δεύτερο Ορο­φο του μεγάρου Γιάνναρου, στή συμβολή τών οδών Όθωνος καί Φιλελλήνων στό Σύνταγμα, μυστική σχολή δολιοφθορέων πού έδρασαν στά χρόνια του πολέμου στή Μέση Ανατολή.37 Στά άνωτέρω επιχειρήματα μπορεί νά αντιπαρατεθεί ότι καί τό νά γίνει κάποιος κατάσκοπος είναι μία μορφή αναχωρητισμού. Είναι ένας άλλου τύπου μοναχισμός. Ό κατάσκοπος απαιτείται νά έχει ισχυ­ρή μυστικοπαθή ιδιοσυγκρασία. Ό Μπάλφουρ απλώς ράγισε καί έζησε σάν ραγισμένο γυαλί.

Στερούμενοι θεολογικών γνώσεων, νομίζουμε ότι ό Μπάλφουρ ακολούθησε τή γνωστή φράση τών Βενετών: «Είμαστε πρώτα Βε­νετοί καί κατόπιν χριστιανοί» . Προσχώρησε ειλικρινά στην Όρθοδοξία, αλλά δέν απαρνήθη­κε, καί ορθώς, τήν εθνικότητα του. Στην Αθήνα βρέθηκε καθ’ όδόν προς τά Ιεροσόλυμα. Ένθουσιασθείς από τά στελέχη καί τό έργο της «Ζωής», παρέμεινε στην Αθήνα γιά νά εκπληρώσει τήν επιθυ­μία του νά σπουδάσει στή θεολογική Σχολή. Ιερέας στό θεραπευ­τήριο του Ευαγγελισμού βρέθηκε σέ εποχή κατά τήν οποία τά σύν­νεφα του πολέμου ήσαν βαριά καί θά ξεσπούσε ό Β’ Παγκόσμιος πό­λεμος, στην έλευση του οποίου εθελοτυφλούσαν οι Μεγάλοι. Έτσι, κατά τήν κρίσιμη αυτή περίοδο, ή εδώ αγγλική πρεσβεία τόν στρά­τευσε στην υπηρεσία της πατρίδος του, ώς κατασκόπου. Άλλωστε ή κατασκοπεία είναι πάντοτε προπομπός της πολιτικής ή της στρα­τιωτικής δράσεως, διαπιστευμένοι δέ κατάσκοποι είναι Όλοι οί πρε­σβευτές καί οί στρατιωτικοί ακόλουθοι. Καί τούτο, διότι τά καθήκο­ντα του διπλωμάτη συνοψίζονται στό διαπραγματεύεσθαι, παρατηρείν καί προστατεύειν. Όπως διδάσκεται ό διπλωμάτης, παρατηρεί, άρύεται πληροφορίες καί αναφέρει κάθε ζήτημα πού ενδιαφέρει τή χώρα του, προωθώντας τά συμφέροντα της.

Ό Μπάλφουρ, μετά τή φυγή του στην Αίγυπτο, αποστάτησε, άλλα επανεντάχθηκε σταδιακά σέ αυτήν μεταπολεμικά καί πλή­ρωσε τό κοινό χρέος, ώς πιστό μέλος της.
Από το ιστολόγιο Η καλύβα ψηλά στο βουνό.

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2010

Τί έγινε στο Νταλαμάνι τον Γενάρη του 1945;



Άρθρο του Χρήστου Γκόγκα στον Πρωϊνό Λόγο


Αύριο, Κυριακή στο μικρό ναό του Αγίου Γρηγορίου, στην ερημική περιοχή με την ονομασία Νταλαμάνι, στα Μελιανά της Λάκας Σούλι, θα τελεστούν και εφέτος, οι ετήσιες εκδηλώσεις μνήμης και τιμής από τους συγγενείς των αδικοσφαγμένων συμπατριωτών μας, από το Τζουμερκιώτη και την παρέα του, το 1945. Πέρασαν από τότε 65 χρόνια ακριβώς και όμως η τρισμεγίστη εκείνη θυσία μένει στη μνήμη όλων ζωντανή και γεμίζει τις ψυχές φρίκη και αποτροπιασμό.
Να τί είχε συμβεί:Το δεύτερο 10ήμερο του 1945 οι κάτοικοι της περιοχής Λάκκας Σουλίου έζησαν τις πιο οδυνηρές στιγμές της ζωής τους.
Ήταν η περίοδος που ο ΕΛΑΣ, παρά τη συμφωνία της Πλάκας, είχε εκδιώξει τον ΕΔΕΣ στην Κέρκυρα και είχε κυριαρχήσει σε όλη την Ήπειρο και άρχισε να εφαρμόζει δικό του πρόγραμμα «εκδημοκρατισμού».
Πρώτη εφαρμογή του εκδημοκρατισμού αυτού ήταν η σύλληψη, βάσει προγραφών, εκατοντάδων αθώων πολιτών κάθε ηλικίας και φύλου, τους οποίους φυσικά θεωρούσαν στελέχη του ΕΔΕΣ και, αφού τους φυλάκισαν, τους υπέβαλαν σε διαρκή βασανιστήρια. Από το πλήθος των συλληφθέντων ξεχώρησαν πάνω από 200 άτομα και τα υπέβαλαν σε ομαδικά πολυήμερα βασανιστήρια. Ο κλαυθμός και τα βογκητά των δυστυχισμένων αυτών συναθρώπων μας είχε πλημμυρίσει όλη την περιοχή και είχε σκορπίσει την ανασφάλεια και τον τρόμο σε κάθε σπίτι, σε κάθε οικογένεια.
Πολλούς από τους κρατουμένους τους ξεχώρισαν και τους υπέβαλαν σε βασανιστήρια σε σπηλιές ή δάση, αποκόπτοντας μέλη του σώματός τους,
ή τους άφηναν τελείως γυμνούς στο χιόνι, γεμάτους πληγές στο σώμα τους να ξεπαγιάζουν μερόνυχτα. Μεταξύ αυτών ήταν και γέροντες που είχαν λευκανθεί στους αγώνες τους έθνους, ήταν χήρες που οι άνδρες τους είχαν πέσει πρόσφατα στα Βορειοηρωτικά βουνά, ήταν σεβάσμιοι ιερείς, ήταν λευκαμένοι δάσκαλοι, ήταν μικρά παιδιά. Ήταν τότε που ο ΕΛΑΣ, με τον απάνθρωπο εκείνο ηγέτη, τον Τζουμερκιώτη, προσπαθούσε να εκδημοκρατίσει και να νουθετήσει τους αθώους εκείνους συμπολίτες μας.
Αυτούς όλους λοιπόν ο «καπετάν Τζουμερκιώτης», αφού τους υπέβαλε στα ανήκουστα αυτά για την ανθρωπότητα βασανιστήρια, σιδηροδέσμιους ανά 3 - 4 τους οδήγησε τη νύχτα της 24ης προς 25η Ιανουαρίου από τους τόπους κολαστηρίων τους, σε μια ερημική και απόμακρη περιοχή, κοντά στα Δερβίζιανα, στο Νταλαμάνι, και τους εκτέλεσε ομαδικά.
Ο θρήνος, οι κραυγές και οι οιμογές ακούστηαν εκείνο το βράδυ σε όλα τα γύρω χωριά και σκόρπισαν τον τρόμο σε μικρούς και μεγάλους. Κανένας δεν αισθάνονταν ασφαλής, κανένας δεν ήξερε πότε θα χτυπήσει και η δική του πόρτα.
Γράφει στο μνημειώδες πόνημά του ο διακεκριμένος νομικός και πολέμαρχος Χαρίλαος Τσόγκας για το Νταλαμάνι: «Στο Νταλαμάνι με τις εκτελέσεις αθώων πολιτών, μεταξύ των οποίων και ιερείς, νήπια, έγκυες γυναίκες, πρόεδροι κοινοτήτων, δάσκαλοι, έντιμοι και φιλήσυχοι κάτοικοι, έλαβον χώραν στυγηρά ομαδικά βασανιστήρια και πραγματοποιήθηκαν θηριωδίες με απύθμενα βασανιστικά μαρτύρια. Και τα μαρτύρια αυτά τα διέπραξαν εν ονόματι της κοινωνικής δικαιοσύνης και ισότητας, όπως έλεγαν».
Κατάφεραν σε μια εβδομάδα να ρημάξουν από ανθρώπους δεκάδες χωριά και να μαυροφορέσουν εκατοντάδες μανάδες και αδελφές.
Για όλους αυτούς τους αδικοσφαγμένους αθώους φρόντισαν αυτοί που επέζησαν να στήσουν ένα απέριττο μνημείο με τα ονόματα των θυμάτων και ένα ναΐδριο στη μνήμη του Αγίου Γρηγορίου, όπου κάθε χρόνο εκκλησιάζονται οι συγγενείς και τελούν μνημόσυνο για ανάπαυση των δολοφονημένων.

(Χρέος του Ιστορικού να διερευνήσει την εμφύλια σφαγή στο Νταλαμάνι, που ομολογουμένως είναι σχεδόν άγνωστη)
ΣΧΕΤΙΚΑ: Το βιβλίο του Κρις Γουντχάουζ ΤΟ ΜΗΛΟ ΤΗΣ ΕΡΙΔΟΣ Η Ελληνική Αντίσταση και η πολιτική των μεγάλων δυνάμεων.

Πιθανώς το πολυαίμακτο φονικό στο Νταλαμάνι να σχετίζεται με το χρυσό που είχε μαζευτεί στην περιοχή από τις ρίψεις των Άγγλων, μια και ήταν η έδρα του ΕΔΕΣ, μετά από χρόνια γύρω στα 1978 και την επιστροφή των "καπεταναίων" οι λίρες θα βρέθηκαν, ο χρυσός δεν σκουριάζει, δεν αντιδρά με διαβρωτικά οξέα, μένει ανέπαφος και ... αιματοβαμένος.

Από εξιστόρηση στην ιστοσελίδα: Ρεπορτάζ χωρίς σύνορα.
Κάνατε προσπάθειες να συνδιαλλαγείτε με τον ΕΔΕΣ ή δεν υπήρχε τέτοια δυνατότητα; Εγώ προσωπικά δεν είχα τέτοια δυνατότητα γιατί ήταν ο Άρης εκεί με τον Παπασταματιάδη, τον Συνταγματάρχη, που ήταν η διοίκηση του κλιμακίου. Επικεφαλής όλων των τμημάτων που είχαν φτάσει εκεί από τη Θεσσαλία, από τη Μακεδονία και από τη Ρούμελη που ήρθαν λίγα τμήματα. Καθώς και επικεφαλής των τμημάτων της Ηπείρου. Κατά συνέπεια προσπάθειες μόνο από εκεί μπορούσαν να γίνουν. Εγώ δεν έκανα καμιά προσπάθεια. Εκείνο που έκανα εγώ, όταν συμπτυχθήκαμε προς τη Mεσοχώρα, εκεί αντάμωσα και τον Άρη και τον γνώρισα πρώτη φορά, είχα ανταμώσει εκεί και τον Σαμαρινιώτη, τον Ανδρέα Τζίμα. Μιλήσαμε και εκείνο που μου έκαναν αυτοί, μου λένε θα πάρεις το τμήμα το οποίο είχα εγώ μόνο, της 9ης Μεραρχίας, και θα προχωρήσεις προς τα ορεινά χωριά εκεί της Θεσσαλίας. Μοσχόφυτο, Βαλκάνο, Κοθώνη, Μυρόφυλλο ώστε να αφοπλίσουμε τους Εδεσίτες που υπάρχουν εκεί.

Υπήρχαν εφεδρικά τμήματα του ΕΔΕΣ οπλισμένοι. Πήγαμε μια μέρα προτού ξεκινήσουμε για αυτή την αποστολή, με τον ίδιο τον Ανδρέα Τζίμα, ανεβήκαμε πάνω στα υψώματα του Μυρόφυλλου από την πλευρά της Μεσοχώρας βέβαια όπου φαίνονται τα Τζουμέρκα καθαρά. Και κάναμε μια αναγνώριση εκεί, περίπου μας κατατόπισε γιατί εμείς δεν ξέραμε εκείνα τα μέρη καθόλου, κανένας. Εκεί που κάναμε την αναγνώριση είχαμε και μια ομάδα μαζί μας. Βγαίνουν κάτι από σπηλιές εκεί, όρνια πολλά, ένα σαν κοπάδι. Σε τέτοιο σημείο που πήραμε τα όπλα, έτοιμοι. Λοιπόν, δεν έγινε τίποτα όμως.
Όμως η ομάδα μου λέει βλέπουμε έρχονται μερικοί, μια ομάδα από κάτω με μαύρα ρούχα ντυμένοι. Τους άφησα τους άλλους, τρέχω μόνος μου εκεί να δω ποιοι είναι. Βλέπω ήταν οι δικοί μας, ήταν ο Τζουμερκιώτης και άλλα 5 στελέχη του ΕΛΑΣ, οι οποίοι είχαν πιαστεί αιχμάλωτοι από τον ΕΔΕΣ και τους κρατούσε ο ΕΔΕΣ εκεί.
Τους είχαν πάρει τα ρούχα, τους είχαν κακοποιήσει, ιδίως τον Τζουμερκιώτη περισσότερο. Του Μαλτεζόρη του Γεράσιμου, Τζουμερκιώτης ήταν το ψευδώνυμο.
.................................................
Ο καπετάν Τζουμερκιώτης στη μάχη της Κόνιτσας (από την Ελευθεροτυπία)

Η αντάρτικη επίθεση κατά της Κόνιτσας θεωρήθηκε μια από τις κρισιμότερες μάχες του εμφύλιου πολέμου στη διάρκεια του 1947.
Η διοίκηση του ΔΣΕ, που ήταν στην πραγματικότητα ταυτόσημη με την ηγεσία του ΚΚΕ, επιθυμούσε να κάνει μια επίδειξη δύναμης και ν' αποδείξει ότι ο αντάρτικος στρατός είχε μετεξελιχθεί πλέον σε τακτικό στρατό, που ήταν ικανός να καταλαμβάνει και να διατηρεί υπό την εξουσία του κάποιες πόλεις.
Μία μέρα πριν από την έναρξη της επιχείρησης κατά της Κόνιτσας, ο αρχηγός του ΔΣΕ Μάρκος Βαφειάδης κάλεσε τον παλιό μόνιμο υπολοχαγό Γεράσιμο Μαλτέζο, που είχε προσχωρήσει στην περίοδο της Κατοχής στο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, για να διευθύνουν μαζί την αντάρτικη επίθεση.
Οπως σημειώνει ο Μαλτέζος, μαζί του ο Μάρκος «δεν είχε πάρει ούτε έναν αξιωματικό του Επιτελείου του και ιδιαίτερα τον διευθυντή του Γραφείου Επιχειρήσεων Λογοθέτη, που ήταν πολύ απαραίτητος», παρ' όλο που το σχέδιο είχε εκπονηθεί «εξ ολοκλήρου από το Γενικό Αρχηγείο» του ΔΣΕ.
Σύμφωνα με τον Μαλτέζο (Τζουμερκιώτη), η κατάληψη της Κόνιτσας δεν ήταν κάτι το ακατόρθωτο, η διατήρησή της όμως ήταν προβληματική, με τον τότε συσχετισμό των δυνάμεων. «Το σταθερό κράτημα της Κόνιτσας σήμαινε δημιουργία αμυντικού μετώπου απ' το Πωγώνι στο Καλπάκι και στο Γράμμο, τεράστιο μέτωπο, που μόνο για να καλύπτονταν στοιχειώδικα οι φύσει οχυρές διαβάσεις απαιτούνταν σοβαρές δυνάμεις, που δεν διαθέταμε, επίσης σοβαρά μέσα πολέμου (αντιαεροπορικά, αντιαρματικά, κ.ά.), που επίσης δεν διαθέταμε».
Και αν ο κυβερνητικός στρατός δεν θα μπορούσε να ανακαταλάβει την Κόνιτσα «μπορούσε να την καταστρέψει τελείως με αεροπορικούς βομβαρδισμούς».
Ηταν φανερό ότι δεν μπορούσε να γίνει εύκολα η Κόνιτσα έδρα της αντάρτικης κυβέρνησης.
Για την επιχείρηση κατά της Κόνιτσας διατέθηκαν τέσσερις ταξιαρχίες για να αποκρούσουν τις ενισχύσεις που μπορούσαν να καταφτάσουν προς τους υπερασπιστές από την περιοχή των Ιωαννίνων.
Για την κατάληψη της Κόνιτσας ανέλαβε η Ταξιαρχία του Γιώργου Σοφιανού, ενισχυμένη μ' ένα τάγμα και έναν ουλαμό Πυροβολικού.
Δηλαδή, κατά τον Μαλτέζο, η κύρια προσπάθεια, τα 3/4 των δυνάμεων, αναλώθηκαν στην απομόνωση της φρουράς της Κόνιτσας, ενώ την κύρια επίθεση ανέλαβε το 1/4 των διαθέσιμων δυνάμεων των ανταρτών. Αυτό, ο Τζουμερκιώτης το θεώρησε σοβαρό λάθος.
ΣΧΕΤΙΚΑ: 1) Τα τραγικά γεγονότα της 7ης μεραρχίας του ΔΣΕ

................................................

Το απάνθρωπο έγκληµα του ΕΛΑΣ στο Νταλαµάνι – (ΒΛΕΠΕ ΕΔΩ)
Το Νταλαµάνι τότε δεν έγινε παππού;
Τώρα θα σου πω πως ξεκίνησε η υπόθεση αυτή. Όταν φύγαν οι Γερµανοί, τότε το ζήτηµα ήταν ποιος θα καταλάβει την Πρέβεζα. ΕΑΜ ή Ε∆ΕΣ. Έγινε µια µάχη σκληρή. Σκοτώθηκαν πολλοί. Αντάρτες και από τις δύο πλευρές. Μετά ζήτησε ο Γαλάνης που είχε την οµάδα του εκεί να του παραδώσουν την πόλη. Ήρθε λοιπόν τότε µια Επιτροπή Πολιτών Πρεβέζης και έδωσε κάποια ονόµατα, δηλαδή ποιοι ήταν αυτοί που σκότωσαν τους αντάρτες του Γαλάνη. Γιατί βαράγανε τότε απ’ τα παράθυρα του Γυµνάσιου. Πιάσανε λοιπόν και σκοτώσανε περίπου 40 στην Παργινόσκαλα. Ανάµεσά τους και παιδιά Γυµνασίου, µαθητές. Εγώ ξέρω έναν Πρεβεζάνο που του σκοτώσανε το παιδί και δεν είχε και άλλο. Άλλοι κάνουν λόγο για 70 ότι σκοτώσανε. Αυτούς τους έθαψαν εκεί στην Παργινόσκαλα σ’ ένα χαντάκι µεγάλο. Αυτό έγινε τέλη Σεπτεµβρίου του 1944. Το ‘44 τα Χριστούγεννα είπαµε µπήκαν οι ΕΑΜίτες εδώ. Γέµισε ο τόπος αντάρτες του ΕΑΜ. Οι αντάρτες του Ζέρβα φύγανε σχεδόν όλοι στην Κέρκυρα. Τους πήρανε µε ένα καράβι από την Πρέβεζα. Εγώ δεν πήγα βέβαια. Στα ∆ερβίζιανα εγκατέστησαν την έδρα τους. Αρχηγός τους ήταν ο Τζουµερκιώτης. Αυτό ήταν το ψευδώνυµο του Γεράσιµου Μαλτέζου από την Άνω Πέτρα Άρτας. Εγώ αυτόν δεν τον είδα ποτέ.
Στις 24 το βράδυ ξηµερώνοντας 25 του Αγίου Γρηγορίου είχανε µάσει απάνω στα ∆ερβίζιανα τους Κολιοδηµητραίους στο σπίτι του παπά Βησσάρη µαζί µε κάτι άλλους. Αυτοί οι Κολιοδηµητραίοι ήταν κλέφτες. ∆εν έφυγαν µε τον Ζέρβα στην Κέρκυρα παρότι είχαν συνεργαστεί παλιότερα γιατί είχανε κλέψει λίρες και είχαν µαλώσει. Οι ΕΑΜίτες τώρα τους υποσχέθηκαν ότι θα είναι πάλι όπως ήταν µε τον Ζέρβα. ∆ηλαδή οπλαρχηγοί. Και εκείνο το βράδυ στο σπίτι του παπά Βησσάρη που τους κάλεσαν δήθεν για γλέντι τους έστησαν παγίδα. Πήγαν αυτοί όλοι, καµιά 30ριά πρέπει να ήταν ίσως και λίγοι παραπάνω, αλλά άφησαν τα όπλα απ’ έξω. Τα κρέµασαν και µπήκαν µέσα. Άρχισαν λοιπόν και γλένταγαν. Οι ΕΑΜίτες τους περικύκλωσαν, µπήκαν µε τα όπλα µέσα και τους διέταξαν «τα χέρια απάνω».
Τους συλλάβανε λοιπόν και τους εκτέλεσαν στις 25 το βράδυ στο Νταλαµάνι. 45 άτοµα. Και δεν ήταν µόνο οι Κολιοδηµητραίοι. Είχανε πιάσει από το Πολυστάφυλο, τον ξάδερφό µου τον Βασίλη Καραβίδα και τον Απόστολο Αποστόλου τον Πεθαµένο που είχε το σπίτι που έµενε ο Κοσίντας. Ήτανε και τον πατέρα µου να πάρουν αλλά δεν τον πήραν γιατί τον είχε πάρει πριν λίγες µέρες η ΕΠΟ, η δική τους αστυνοµία στο Ζάλογγο, στην Καµαρίνα.
∆εν ήταν στο χωριό ο Βαγγέλη Καραβίδας;
Στο χωριό ήταν. Τον πιάσανε και τον πήγανε στον διοικητή του ΕΛΑΣ να δώσει ανάκριση για το τι έχει κάνει και ανάλογα µε την κατηγορία µπορεί και να τον σκοτώνανε. Αλλά σκοτώσανε και τον Χριστόφορο Καϊάφα στο Τσεκούρι Πρεβέζης. Εκείνες τις µέρες, µαζί µε άλλους κατοίκους του Φαναρίου. Αυτός είχε έρθει από την Αθήνα που ζούσε πολλά χρόνια σαν διαφωτιστής του ΕΑΜ. Μετά πήγε στον Ζέρβα και ήταν πληροφοριοδότης. Οπότε τον σκοτώσαν ως προδότη. Είχανε πάρει και τον παπά ∆ηµήτρη, τον πατέρα του ΧρηστοΠαπά, που είχε ντυθεί φαντάρος µε στρα- τιωτικά του Ζέρβα. Και τελικά τον απόλικαν, σκότωσαν έναν παπά άλλον από το Καναλάκι. Ξέρω καλά πως τον παπά ∆ηµήτρη τον γλίτωσε ο Κιάµος. ∆εν ξέρω µόνο πως και γιατί. Εκεί στο Τσεκούρι µέσα στους σκοτωµένους ήταν και ένας γιατρός από την Πρέβεζα, Ματσαηδόνη τον λέγανε. Τον πήρε και δεν τον πήρε η σφαίρα, ήταν πεσµένος µαζί µε τους πεθαµένους και είχε στο δάχτυλο και ένα δαχτυλίδι χρυσό. Πήγε λοιπόν ένας αντάρτης να του το βγάλει. Του φωνάζει λοιπόν ένας άλλος αντάρτης «τι τηράς να το βγάλεις. Κόψτου το δάχτυλο». Αυτός ο γιατρός όµως τα άκουγε αυτά γιατί ζούσε ακόµα. Και αυτά µας τα έλεγε ο ίδιος ο Ματσαηδόνης που τελικά επέζησε.
Ποιοι άλλοι ήταν στο Νταλαµάνι παππού;
Συνολικά πρέπει να ήταν 45. Από το χωριό µας ήταν οι δύο που σου ανέφερα. Ο Βασίλης και ο Αποστόλη Πάνος. Από τον Άσσο ήταν 2. Από τα ∆ερβίζιανα 3, ανάµεσά τους και ο παπά Βησάρρης, το παιδί του και έ- νας ∆ερδεµέζης. Από το Αλεποχώρι ήταν ο πατέρας του Αριστείδη Παππά, παππούς της µητέρας σου. Και άλλοι πολλοί απ’ όλη τη Λάκκα. Ήταν δυο αδέρφια της Τάκη Ποστόλενας και µια νύφη.
Με ποια κριτήρια επέλεξαν αυτούς που σκότωσαν;
Το παιδί του Παπά Βησσάρη ήταν γαµπρός του Κολιοδηµήτρη. Ο Βασίλης Καραβίδας δούλευε τότε στον ΟΤΕ υπάλληλος. Και είχαν κόψει κάποιο καλώδιο πέρα στου Ντώνη κάποιοι τσιοµπαναραίοι, γιατί τα τηλέφωνα τα χανε σβάρα τότες, δεν είχαν κολώνες. Είχανε πει ότι τα καλώδια αυτά τα έκοψε ο Κώστα Θάνος µε τον Κώστα Μπακόλα (τον ΚωσταΚίτσιο). Και επειδή κάποτε είχαν φάει ξύλο µερικοί αριστεροί εδώ από τους εδεσίτες στην Παναγία, για να βγάλουν κι αυτοί τα αντίποινα σκότωσαν αυτούς που σκότωσαν. Άδικα και σκληρά.
Πότε έγινε γνωστό το Νταλαµάνι; Εσείς πως το µάθατε;
Εγώ τότε είχα πάει στην Πρέβεζα. Στις 6 Γενάρη του 45 παρουσιάστηκα µε το όπλο αντάρτης στην Πρέβεζα µε το ΕΑΜ. Φοβόµουν να µη µε σκοτώσουν. ∆εν πήγα δηλαδή από ιδεολογία. Οι αντάρτες εκεί έλεγαν τα τραγούδια τους. Εµείς τι να τραγουδάγαµε; Του Τάκη του είχαν σκοτώσει τον πατέρα, εµένα τον δικό µου τον είχανε στη Φυλακή στην Άρτα για να τον σκοτώσουν. Εµείς θα τραγουδάγαµε «Στ’ άρµατα στ’ άρµατα εµπρός στον αγώνα»; Ήµουν στην Πρέβεζα, στις Παράγκες στη Βρυσούλα. Έβρεχε ασταµάτητα εκείνες τις µέρες, ήταν χειµώνας φοβερός. Από το χωριό ήταν ακόµη ο Τάκης ο Πεθαµένος (Αποστόλου), ο Πάνος Σκουλίκας, ο Γιάννο Παππάς και άλλοι. Εµείς είχαµε πάει τελευταίοι ως εθελοντές. Στις 25 του µηνός το πρωί έρχεται ένας αξιωµατικός εκεί µέσα που είµαστε οι λεγόµενοι αντάρτες του ΕΑΜ και λέει: «απόψε στο Νταλαµάνι σκότωσαν 12 Κολιοδηµητραίους».
Εκεί λοιπόν στην Πρέβεζα έµαθα για το Νταλαµάνι. Από την Πρέβεζα απολύθηκα όταν υπογράφηκε το Σύµφωνο της Βάρκιζας στις 12 Φλεβάρη του 1945. Μας είπαν τότε από το ΕΑΜ, µας κάλεσαν µια µέρα στο Νικολίτσι στο Σχολείο εκεί σε µια µάντρα µεγάλη, να πάτε στα σπίτια σας αλλά εµείς είµαστε εδώ, να προσέξετε. Πέρασε βέβαια κάποιος καιρός και αυτοί ξαναβγήκαν στα βουνά, Βίτσι και Γράµµο.
Εσύ πήγες παππού στο Νταλαµάνι;
Πήγα όταν τους βγάλανε απ’ τα χαντάκια. Μετά από 40 µέρες. Οι Εαµίτες είχαν φύγει γληγορότερα αλλά δεν τολµούσε ο κόσµος να πάει. Λέγαµε ότι κάποιοι φυλάνε το χώρο. Πέρασαν λοιπόν 40 µέρες το πήραν απόφαση απ’ όλα τα χωριά και πήγανε εκεί. Πήγα και γω και είδα. Τι να ιδής. Τους είχαν δεµένους δυό δυό και τρείς τρείς, µε καλώδια, σκοτωµένους, τους είχαν πετάξει σ’ ένα χαντάκι και τους είχαν ρίξει λίγο χώµα από πάνω. Είναι εκεί που έχει γίνει το εκκλησάκι τώρα. Ο καθένας πήρε το νεκρό τους και τους έθαψαν στο χωριό τους. Ήταν ένας από τους Παπαδάτες, ένας κοντούτσικος ο Κίτσος, ο οποίος τους έβγαλε έξω από το λάκκο. Και µάλιστα µια νύφη του Καραµπάτσα είχε 30 λίρες σε απόκρυφο σηµείο και του είπε ο Καραµπάτσας ψάξε να βρεις τις λίρες και πράγµατι τις βρήκαν και έδωκε και µια λίρα σε αυτόν τον ΚίτσοΤόλη από τους Παπαδάτες. Στο επόµενο φύλλο το γ’ µέρος των αναµνήσεων του Κώστα Καραβίδα.
..................................................

Βιογραφικό Γεράσιμου Μαλτέζου από τον ίδιο, στο βιβλίο του ...
 Γεννήθηκα στο χωριό Άνω Πέτρα του Νομού Άρτας στις 12 Φλεβάρη του 1915.
Οι γονείς μου Ηλίας και Αικατερίνη ήταν φτωχομεσαίοι αγρότες και γέννησαν τρία αγόρια (Βασίλης, Κώστας, Γεράσιμος) και δυο κορίτσια (Μαρία και Αλεξάνδρα). Τέλειωσα το Δημοτικό Σχολείο στο χωριό μου και το Γυμνάσιο στην Άρτα το 1932. Το 1933 κατατάχτηκα εθελοντής στο 3/40 Σύνταγμα και το 1934 έγινα δεκτός στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων από όπου αποφοίτησα το 1937 με το βαθμό του ανθυπολοχαγού Πεζικού. Τοποθετήθηκα αρχικά στο 26 Σύνταγμα της VIIης Μεραρχίας στη Δράμα σαν διμοιρίτης και σε συνέχεια Διοικητής του Λόχου Βαθμοφόρων της Μεραρχίας. Υπηρέτησα σε συνέχεια στην προκάλυψη σαν Διμοιρίτης στο Κατάφυτο, Ελατειά και Μπαρτάκοβα, αργότερα Υποδιοικητής του Τομέα οχυρών Παρανεστίου, Διοικητής του Κέντρου Διαβιβάσεων της Μεραρχίας, Διοικητής Λόχου της Σχολής έφεδρων αξιωματικών Καβάλας και ο πόλεμος με τους Γερμανούς με βρήκε Διοικητή Λόχου οχυρών στην περιοχή Παρανεστίου με το βαθμό του Υπολοχαγού.

Μετά την κατάρρευση του μετώπου τον Ιούνη του 1941 μαζί με τον Μόνιμο Ανθυπολοχαγό Θόδωρο Ζαλοκώστα (Παληούρα) δημιούργησα την Εθνικοαπελευθερωτική οργάνωση «ΕΛΛΑΣ - ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ», που με την εμφάνιση του ΕΑΜ αυτοδιαλύθηκε και προσχωρήσαμε στο ΕΑΜ, σε σκληρό ανταγωνισμό με την οργάνωση του ΕΔΕΣ στάθηκα στην πρώτη γραμμή του αγώνα για τη δημιουργία του 3/40 Συν/τος του ΕΛΑΣ Άρτας, που το υπηρέτησα σαν Διοικητής του και Καπετάνιος. Με τη διάλυση του Συντάγματος από τον ΕΔΕΣ τον Οκτώβρη του 1943, την αιχμαλωσία μου από τον ΕΔΕΣ και τα απάνθρωπα βασανιστήρια, την απελευθέρωση μου στη βάση συμφωνητικού και την παραβίαση του από το Ζέρβα, υπηρέτησα προσωρινά στο Επιτελείο του Άρη Βελουχιώτη σαν Διευθυντής του Γραφείου Επιχειρήσεων, σε συνέχεια Διευθυντής του Γραφείου Επιχειρήσεων της ΧΙΙΙης Μεραρχίας και την άνοιξη του 1944 επανήλθα στην περιοχή της Άρτας και ανέλαβα Διοικητής του Αποσπάσματος των «Καραϊσκάσκηδων», που μετονομάστηκε σε II Τάγμα του 3/40 Συν/τος Άρτας.

Μετά τη Βάρκιζα στάλθηκα για προφύλαξη μαζί με πολλούς άλλους στην Αλβανία και Γιουγκοσλαβία, που χρησιμοποιήθηκα σαν Διοικητής της Στρατιωτικής Σχολής Αξιωματικών. Το Σεπτέμβρη του 1946 μαζί με τους Παληούρα, Κύρλα, Νεμέρτσικα και άλλα στελέχη γυρίσαμε στην Ελλάδα για τη δημιουργία αντάρτικου στην Ήπειρο. Μέχρι το τέλος του Δεκέμβρη 1946 δημιουργήσαμε με τον Παληούρα στην περιοχή των Τζουμέρκων το Αρχηγείο Τζουμέρκων δύναμης 150 ανδρών. Από την 1η του Γενάρη 1947 μέχρι τέλη Αυγούστου 1946 υπηρέτησα στο Γενικό Αρχηγείο του ΔΣΕ αρχικά σαν Επιτελάρχης του Γενικού Αρχηγείου και σε συνέχεια σαν Διευθυντής του Γραφείου Επιχειρήσεων. Από το Σεπτέμβρη του 1947 μέχρι τα τέλη του Μάρτη 1948 υπηρέτησα Επιτελάρχης του Αρχηγείου Δυτικής Μακεδονίας και μέχρι τις 20 Αυγούστου 1948 Διευθυντής του Γραφείου Επιχειρήσεων του Γενικού Αρχηγείου του ΔΣΕ. Από το Σεπτέμβρη του 1948 μέχρι το Σεπτέμβρη του 1949 υπηρέτησα Επιτελάρχης της VIIης Μεραρχίας του ΔΣΕ στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη. Από το Σεπτέμβρη του 1949 μέχρι το Δεκέμβρη του 1950 υπηρέτησα Επιτελάρχης του Αρχηγείου Ανταρτοομάδων Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, και σε συνέχεια πέρασα ατή Λαϊκή Δημοκρατία Βουλγαρίας, όπου έζησα όλα τα χρόνια της αναγκαστικής προσφυγιάς.
 Στη Βουλγαρία αποφοίτησα το Πολυτεχνείο και δούλεψα σαν Μηχανικός Ηλεκτρολόγος σε διάφορα εργοστάσια και τρία χρόνια σαν Επιθεωρητής Σχολείων Μέσης Εκπαίδευσης στον τομέα της πολυτεχνικής εκπαίδευσης.
 Συνταξιοδοτήθηκα οριστικά το 1973.
 Ο Γεράσιμος Μαλτέζος επαναπατρίστηκε το 1982. Πέθανε τον Ιούνιο του 2000, πιστός στο επαναστατικό ΚΚΕ 1918-1955.


Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2009

Οκτώβριος 1944: Οι Γερμανοί φεύγουν από τα Γιάννενα ... δεν ήταν έτσι ωρέ!


Από το ένθετο «Δεκεμβριανά - Αθήνα 1944 -45» όπως τα είδε ο Αγγλικός παράγων, από την Ελευθεροτυπία του Σαββατοκύριακου 12-13 Δεκεμβρίου 2009, δυο σελίδες ασχολούνται με την απελευθέρωση των Ιωαννίνων τον Οκτώβριο 1944.


Έτσι στο εξώφυλλο του περιοδικού ΑΕΡΑ (Αγγλία, Ελλάς, Ρωσία, Αμερική) του Νοεμβρίου 1944 διαβάζουμε:
Τα Ιωάννινα, η μεσαιωνική πόλις των Κομνηνών και των Δουκών που είδαν να διέρχονται μπρος από τα τείχη των στρατιές κατακτητών και ελευθερωτών, αναπνέουν και πάλι, αφού ετίναξαν τον γερμανικό ζυγό!

Τη νύχτα της 14ης προς την 15η Οκτωβρίου 1944 τα γερμανικά στρατεύματα του στρατηγού Λάντζ, στρατοπεδευμένα μέσα στα Ιωάννινα και στην περιοχή της πόλεως, κατόπιν πιέσεως των Ανταρτών, αναγκάστηκαν μα αποσυρθούν. Τα Ιωάννινα, η πρωτεύουσα της Ηπείρου με τη γραφική της λίμνη, με τη δοξασμένη ιστορία της, η πόλις που υπέφερε κάτω από τη βαριά μπότα του Γερμανού, τρία τόσα χρόνια ξύπνησε ελεύθερη και υπερήφανη.
Τα γραφικά Ιωάννινα είχαν μεγάλη στρατηγική σημασία για τους Γερμανούς, ήταν ένας από τους κυριότερους δρόμους διαφυγής από τη Θεσσαλία. Καλαμπάκα, Μέτσοβο, Ιωάννινα, Αλβανικά Σύνορα.
Λίγες μέρες πριν αποσυρθούν οι Ναζί, οι Αντάρτες της περιοχής είχαν κρυφθεί γύρω από τη λίμνη και έτσι την ιστορική εκείνη νύκτα, μπήκαν μέσα στην πόλι.
Όλο εκείνο το βράδυ έβρεχε. Πραγματική καταιγίδα.
Μόλις όμως ξημέρωσε, διελύθησαν τα σύννεφα και έλαμψε ο ήλιος στα ελεύθερα πλέον Ιωάννινα, ο ήλιος της ζωής και της ελευθερίας. Πλημμύρισε η πόλις από ελληνικές σημαίες, που οι κοπέλες νύχτες πριν τις έφτιαχναν κρυφά για την άγια μέρα. Την ώρα που οι καμπάνες σκόρπισαν το χαρμόσυνο μήνυμα, οι κάτοικοι πετάχτηκαν από τα σπίτια τους και γέμισαν τους δρόμους.
Και μέσα σ’ αυτήν την εορταστική ατμόσφαιρα μια ξεχωριστή νότα ήταν η υποδοχή των συμμάχων αξιωματικών. Ο λαός τους χαιρέτισε με ζητωκραυγές και τους πρόσφερε λουλούδια και ό,τι άλλο μπορούσε να εκδηλώσει την εκτίμηση και την αγάπη του. Από τα Ιωάννινα είχαν περάσει πριν τρία – τόσα χρόνια οι Βρετανοί αεροπόροι για να κατευθυνθούν στο Αλβανικό Μέτωπο. Εδώ έρχονταν και πάλι για να αντικρύσουν χαρούμενα πρόσωπα! Για να ακούσουν το χαρμόσυνο μήνυμα:
-- Τα Ιωάννινα είναι ελεύθερα.

Ήταν όμως τόσο ειδυλλιακά τα πράγματα μετά την αποχώρηση των Γερμανών;
Αλήθεια γιατί δεν αιχμαλωτίστηκαν μερικοί Γερμανοί αφού η πόλη είχε ζωστεί από τον ΕΔΕΣ και λίγο πιο πέρα από τον ΕΛΑΣ;
Η κατά τα άλλα γεμάτη επίθετα σαν σχολική έκθεση Δημοτικού, περιγραφή του περιοδικού, δεν είδε συνεργάτες των Γερμανών, δεν κατέθεσε φύλλα δάφνης στους πατριώτες που έπεσαν στα εκτελεστικά αποσπάσματα, δεν είδε τις φλόγες στους Λυγκιάδες του στρατηγού Λαντζ, την ανάμειξη παραγόντων της πόλης στον αφανισμό της Εβραίϊκης κοινότητας τον Μάρτη του 1944 …τίποτε απ’ όλα αυτά παρά μόνο τους Βρετανούς αξιωματικούς και τον ηλιο της ελευθερίας, λες και ο εγγλέζικος παράγων δεν κατέβαλλε τις πιο φιλότιμες προσπάθειες για την εμφύλια σύρραξη που ακολούθησε…



Εμ .....ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΕΤΣΙ ΟΡΕΣ!

……………………………………………………………………………….
Από το βιβλίο του πολιτικού μηχανικού Γιάννη Παπαϊωάννου «Γεγονότα από τη νεότερη ιστορία» (Προσωπική Έκδοση - Ιωάννινα 2006)
και από το κεφάλαιο Μικρό χρονικό της Ιταλογερμανικής κατοχής στα Γιάννινα ….Οι Γερμανοί μπαίνουν στα Γιάννενα περίπου δυο μήνες πριν από την κατάρρευση του ιταλικού μετώπου, η οποία έγινε στις 23 Σεπτεμβρίου 1943 και έχουν πολλά μηχανοκίνητα (τζιπ, μοτοσυκλέτες, φορτηγά, κανόνια).
Αφήνουν και τους Ιταλούς που βρίσκουν στα Γιάννινα, τους οποίους έχουν πλέον υπό την εποπτεία τους.
Στην περιοχή των Ιωαννίνων οι Γερμανοί στέλνουν την πρώτη ορεινή μεραρχία αλπινιστών Εντελβάις (φορούσε ένα λουλούδι στο αυτί – μόνο που ήταν άνθη του κακού) η οποία είχε δράσει στην περιοχή του Καυκάσου.

…Βρισκόμαστε στο 1944, και οι διάφορες αντιστασιακές οργανώσεις αρχίζουν να ετοιμάζονται να διεκδικήσουν η κάθε μία για λογαριασμό της την αποκλειστική διακυβέρνηση στην Ελλάδα μετά το τέλος του πολέμου.
Μια μέρα μεσημέρι στα Γιάννενα στο παζάρι, οι Εαμίτες σκοτώνουν έναν καταδότη των Γερμανών έξω στον δρόμο. Οι Γερμανοί δεν αντιδρούν καθόλου, ίσως τους βόλεψε που απαλλάχτηκαν από κάποιον που γνώριζε πολλά.

Οι Εαμίτες τραγουδούν «Στ’ άρματα, στ’ άρματα εμπρός στον αγώνα για την χιλιάκριβη τη Λευτεριά…»
Οι Εδεσίτες έχουν δικό τους ύμνο «Άδικος λογαριασμός, δεν θα ρθεί κομμουνισμός, γιατί ο Ζέρβας είναι άγρυπνος φρουρός…»
Στα βόρεια των Ιωαννίνων, πίσω από το Μιτσικέλι, στις ορεινές περιοχές του Ζαγοριού και του Μετσόβου οργανώθηκε το αντάρτικο του ΕΑΜ ΕΛΑΣ με ελεύθερους πυρήνες που δεν ελέγχονταν από τον κατακτητή.
Στα νότια της πόλης όλη η περιοχή από Ξηροβούνι – Κατσανοχώρια – Λάκκα Σούλι μέχρι Παραμυθιά ελέγχονταν από ένοπλα τμήματα του ΕΔΕΣ.

Από 21 μεχρι 29 Φλεβάρη 1944 στο κτίριο του Τελωνείου στο γεφύρι της Πλάκας
<εκεί που κάποτε 1881-1912 ήταν τα σύνορα Ελλάδος – Τουρκίας> στον Άραχθο ποταμό, πραγματοποιήθηκε συνδιάσκεψη στην οποία μετείχαν από μέρος του ΕΛΑΣ οι Σαράφης, Ρούσσος, Μπάμπης Κλάρας,
από μέρος του ΕΔΕΣ οι Πυρομάγλου, Βεργωτής, Νικολόπουλος,
από μέρος της ΕΚΚΑ Ψαρρός, Καρτάλης, Δούκας,
από μέρος της Κυβέρνησης του Καϊρου και της Συμμαχικής Αποστολής ο Κρίς Γουτχάουζ, παραβρέθηκαν ο Άρης Βελουχιώτης και ο Ναπολέων Ζέρβας κατά την οποία υπεγράφη το «Σύμφωνο της Πλάκας».

Όλα τα αντάρτικα σώματα είτε του ΕΔΕΣ, είτε του ΕΛΑΣ εφοδιάζονταν με ρούχα, οπλισμό και χρυσές λίρες από τους Εγγλέζους, χωρίς διάκριση(;).
Σύνδεσμοι των Εγγλέζων στρατολογούνται και μέσα στα Γιάννενα, και πληρώνονται μια λίρα τον μήνα για τις υπηρεσίες που προσφέρουν, και βγάζουν πέρα τη δύσκολη κατοχή.
Σύμφωνα με το τεύχος 80 των Ιστορικών της "Ελευθεροτυπίας " της 26 Απριλίου 2001, για την συντήρηση και ενίσχυση του ΕΔΕΣ και του ΕΛΑΣ οι Άγγλοι διέθεσαν 1.108.000 χρυσές λίρες περίπου, ενώ για τις μυστικές οργανώσεις 101.975 χρυσές λίρες, (έτσι τόσο απλά, χωρίς κανένα δόλο και υστεροβουλία)

Στις 25 Μαρτίου 1944 οι Γερμανοί θα προχωρήσουν στον αφανισμό της Γιαννιωτο-Εβραίϊκης κοινότητας, 1800 περίπου ψυχές θα οδηγηθούν μέσω Λάρισας στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Άουσβιτς και του Μπιρκεντάου της Γερμανίας.
Στις 12 Οκτωβρίου 1944 οι Γερμανοί εγκαταλείπουν την Αθήνα και στις 18 Οκτωβρίου 1944 έρχεται στην Αθήνα η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση του Καϊρου υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου.
Στα Γιάννενα ο γερμανός διοικητής φον Λανς σε συμφωνία με τον Δήμαρχο Βλαχλείδη κανονίζουν ώστε η αποχώρηση των μεν, και η είσοδος των δε να είναι ομαλή. (Αργότερα ο φον Λανς θα δικαστεί(;) στη Γερμανία για τα εγκλήματα του Κομμένου, της Άρτας, των Λιγκιάδων και της Κέρκυρας)
Οι Γερμανοί θα φύγουν από τα Γιάννενα, μέσω Περάματος στις 14 Οκτωβρίου 1944.
Την επόμενη μέρα, σύμφωνα με τη συμφωνία της Καζέρτας της Ιταλίας, μπαίνει στα Γιάννενα ένα τάγμα του ΕΔΕΣ και φροντίζει να μην γίνουν διαδηλώσεις εναντίον των Γερμανών ούτε και συμπλοκές.
Η συμφωνία της Καζέρτας πρόβλεπε ότι στα Γιάννενα θα μπούνε οι Εδεσίτες, το αρχηγείο των οποίων θα στεγαστεί στο σπίτι του Κώστα Φρόντζου.
Προσωπικά ο Κώστας Φρόντζος συνοδεύει τους Γερμανούς στην έξοδο της πόλης προς το Πέραμα, στις 14 Οκτωβρίου 1944.
Την επόμενη μέρα 15 Οκτωβρίου 1944 μπαίνει στα Γιάννενα ένα τάγμα του ΕΔΕΣ και φροντίζει να μην γίνουν διαδηλώσεις εναντίον των Γερμανών ούτε και συμπλοκές.
Με την είσοδό τους στα Γιάννενα οι Εδεσίτες πρώτα καταλαμβάνουν τη Μεραρχία και μετά το Διοικητήριο (στο οποίο έχουν μείνει μόνο οι εξωτερικοί τοίχοι)
Ο λοχαγός Λυγεράκης του ΕΔΕΣ έρχεται με βενζινομηχανές από την περιοχή του Κατσικά, καταλαμβάνει πρώτα το νησί και μετά αποβιβάζεται στο μώλο.
Ο Ναπολέων Ζέρβας έρχεται στα Γιάννενα μετά από μια εβδομάδα μέσω της οδού ΚΑ Φεβρουαρίου.
Στις 6 Δεκεμβρίου 1944 ο Άρης Βελουχιώτης με τον Στέφανο Σαράφη μέσω Περάματος και των οδών Ανεξαρτησίας – Αβέρωφ φθάνουν στην κεντρική πλατεία των Ιωαννίνων, όπου τους γίνεται αποθεωτική υποδοχή. Οι δυνάμεις του Ζέρβα με τη βοήθεια αγγλικών πλοίων σπό Ηγουενίτσα και Πρέβεζα καταφεύγουν στην Κέρκυρα.
Μαζί τους παίρνουν ομήρους και αρκετούς αριστερούς Γιαννιώτες για την προστασία από τις δυνάμεις του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ των κατοίκων των Ιωαννίνων που πρόσκεινται στον ΕΔΕΣ.

Το τραγούδι του ΕΔΕΣ
Ζήτω ο Ζέρβας Ναπολέων, που γυρίζει τα βουνά
για ναρθεί δημοκρατία, ζήτω ζήτω η λευτεριά

σε παρωδία από τους Ελασίτες
Ζήτω ο Ζέρβας Ναπολέων, που γυρίζει τα βουνά
για να βρει καμιά λαψάνα, να γεμίζει την κοιλιά.
Μακάρι η αντιπαλότητα να έμεινε στους στίχους και να μην εξελισσόταν στο πολύχρονο πολυαίμακτο εμφύλιο!
…………………………………………………………………………….

Από το βιβλίο του Πέτρου Αποστολίδη «Όσα θυμάμαι» Εκδόσεις Κέδρος σε δική μου απόδοση από την αφηγηματική γραφή του γιατρού και Δήμαρχου Ιωαννίνων για λίγες μέρες, που δείχνει ότι τα σκαριά του πολυαίμακτου εμφύλιου είχαν ήδη στηθεί.

….Σάββατο πρωί πριν ξημερώσει οι Γερμανοί άδειασαν την πόλη και τα χαράματα άρχισαν να μπαίνουν τμήματα του ΕΔΕΣ. Με τη συμφωνία ΕΛΑΣ-ΕΔΕΣ τα Γιάννενα μέχρι το Μπιζτούνι θα τα είχε ο Ζέρβας κι από εκεί και πέρα ο ΕΛΑΣ.
Ο κόσμος στις συνοικίες είχε ξυπνήσει και γέμιζαν τα πεζοδρόμια. Οι αντάρτες έμπαιναν από τ’ ακρινά σπίτια, ο κόσμος δεξιά κι αριστερά στα πεζοδρόμια τους κοίταζε αμίλητος κι ανέκφραστος.
--Γειά σας, παιδιά, καλή λευτεριά!
--Γειά σας, κι ο κόσμος.
Ήταν κάτι κρύο κι απογοητευτικό, μου ‘λεγε κάποιος που τα ‘δε με τα μάτια του, γράφει ο Π. Αποστολίδης.
Φρούραρχος τοποθετήθηκε ο συνταγματάρχης Κωνσταντινίδης.
Ο Π. Αποστολίδης μετά από παράκληση του Ανώτερου Διοικητή Χωροφυλακής Ταρσακόπουλου κρύβει το γερμανό αξιωματικό Funk της προπαγάνδας, μιλάει γαλλικά, θέλει να λιποτακτήσει και να αγωνισθεί κατά του Χίτλερ.
Μαζί με τον Funk (ντυμένο με μπλέ κουστούμι που έδωσε ο γιατρός Σούλης) o Π. Αποστολίδης θα βγουν στην πλατεία, ήθελε να δει τις εκδηλώσεις του κόσμου.
Όποιος τον έβλεπε – ξανθός καθώς ήταν- τον νόμιζε Εγγλέζο.
Ύστερα από εφτά οχτώ μέρες ήρθε ο Ζέρβας, τον πήραν κι ούτε τον ξαναείδα ή έμαθα γι αυτόν.
….Οι Ζερβικοί πυροβολούν και τραυματίζουν την Άννα Κολιοδημήτρη κατά λάθος, παραλίγο να χρεωθεί γι αυτό ο ΕΛΑΣ…..
Βρισκόμουν στην κάτω πλατεία και βλέπω να κατεβαίνει από πάνω κάποιος αντάρτης, αυτόματο στον ώμο και δίκοχο με το σήμα τους ΕΛΑΣ. Ανέβηκε στις σκάλες του Δημαρχείου. Η πλατεία γεμάτη κόσμο.
Τράβηξα προς τα πάνω κι έτριψα δεξιά στο ξενοδοχείο «Ίλιον» για το σπίτι. Δεν είχα προχωρήσει δέκα βήματα, ακούω πυκνούς πυροβολισμούς και βλέπω κόσμο να τρέχει προς τα πάνω. Κάνω να γυρίσω να δω τι συμβαίνει και κάποιος μου φωνάζει:
«Μην προχωρείς γιατρέ θα σε χτυπήσουν».
Παίρνω το δρόμο για το σπίτι, σταματώ μια στιγμή στην κλινική του Σούλη (δίπλα πιο κάτω δεξιά κατεβαίνοντας στον σημερινό ΟΤΕ της 28ης Οκτωβρίου) και μπαίνω στην αυλή. Μια περίπολος του Ζέρβα κατηφόριζε τρέχοντας από την πλατεία και φώναζε άγρια στον κόσμο: «Όλοι στα σπίτια σας».
Κουβαλάνε σε λίγο στην κλινική μια κοπέλα τραυματισμένη. Ο Σούλης έλειπε. Μ’ έκπληξη μου βλέπω την Άννα, την αδελφή των Κολιοδημητραίων του Ζέρβα.
Το τραύμα ήταν διαμπερές στο μηρό χωρίς ευτυχώς να θίξει ούτε νεύρο ούτε μεγάλο αγγείο. Της είπα ότι είναι ακίνδυνο και σε λίγες μέρες θα κάνει πάλι τις βόλτες της, έκανα επίδεση και καθόμουν δίπλα σε ένα κρεβάτι μέχρι να ‘ρθεί ο Σούλης.
Καταφθάνουν δυο αντάρτες του Κολιοδημήτρη, ξαδέλφια της Άννας, ο ένας λοχίας.
Το Σύνταγμά τους ήταν καταυλισμένο έξω από την πόλη. Στα Γιάννενα είχαμε το Σύνταγμα Αγόρου. Υπήρχε πάντα έχθρα ανάμεσα στα δύο Συντάγματα. Οι Εδεσίτες, για να δικαιολογήσουν τους πυροβολισμούς ενάντια στον ανύποπτο κοσμάκη, άρχισαν να διαδίδουν ότι οι Εαμίτες πυροβόλησαν τον κόσμο. Εξηγώ στους αντάρτες ότι το τραύμα της Άννας είναι τελείως ακίνδυνο, εκείνοι όμως έξαλλοι λένε στην κοπέλα:
--Βρε Άννα σε χτύπησαν οι κερατάδες οι Εαμίτες, θα το πληρώσουν ακριβά οι άτιμοι. Θες Άννα, να κάψουμε αυτή τη στιγμή τα Γιάννενα;
Άκουγα μελαγχολικός τις ηλίθιες κι επικίνδυνες καυχησιολογίες κι αναριωτόμουν σε ποιανών τα χέρια πέσαμε. Τότε ακούω την Άννα:
--Αφήστε τα αυτά, δε με χτύπησε κανένας Εαμίτης, οι δικοί μας αντάρτες με χτύπησαν από τον περίβολο του Στρατηγείου.
Οι αντάρτες έφυγαν. Αργότερα μάθαμε ότι μόλις αποφεύχθηκε η σύγκρουση των Συνταγμάτων Αγόρου – Κολιοδημήτρη.
--Μπράβο Άννα παιδί μου, λέω στην κοπέλα, εσύ είσαι πιο γενναία και τίμια από πολλούς άντρες.
Είχε γίνει έτσι: Ο Ελασίτης με το δίκοχο και το πυροβόλο στην πλάτη ήταν σύνδεσμος του ΕΛΑΣ. Έφερνε έγγραφα για το Στρατηγείο του ΕΔΕΣ κι ο κόσμος ξαφνιάστηκε βλέποντας έναν Ελασίτη ένοπλο στην πλατεία. Εκείνος ανέβηκε τις σκάλες του Στρατηγείου, παρέδωσε τα έγγραφα και ζήτησε την άδεια του φρούραρχου να μείνει το βράδυ στο σπίτι του στα Γιάννενα – ήταν ο κουρέας Μάργαρης. Ο Κωσταντινίδης του επέτρεψε να κρατήσει και το πολυβόλο του μαζί. Ευχαριστεί και κατεβαίνει τις σκάλες.
Βλέποντάς τον, το πλήθος τον σηκώνει στους ώμους φωνάζοντας «Ζήτω ο ΕΛΑΣ» Αυτό ήταν. Οι φρουροί του Στρατηγείου ακούνε τις ζητοκραυγές – αυτοί αντίκριζαν μόνο ψυχρότητα και αδιαφορία- κι αρχίζουν να πυροβολούν στον αέρα και πάνω στον κόσμο.
Έτσι τραυματίστηκε η Άννα που έκανε μαζί με μια φίλη της βόλτα κοντά στο Στρατηγείο.
….είδα επιτέλους τον Ζέρβα, τον αρχηγό του ΕΔΕΣ. Έναν κοντόχοντρο με άφθονα γένια και μουστάκια. Αναρωτιόσουν, πως διάολο τα καταφέρνει και στέκει όρθιος πάνω στ’ άλογο.
Κάθε βράδυ χοροί και δεξιώσεις και στις κοσμικές στήλες στις εφημερίδες διάβαζες:
«Διακρίθηκε η κ. Αγόρου, στο τραπέζι είχε θέση δεξιά του Στρατηγού» κ.λ.π.
Έφτασε και ο γιός μου (ο Τάτσης Αποστολίδης) από το Ζαγόρι. Η ΕΠΟΝ έδινε συχνές συναυλίες και καλλιτεχνικές βραδιές κι ο κινηματογράφος «Ορφέας» πλημμύριζε από κόσμο, δεν έβρισκες που να καθίσεις. Ο ΕΔΕΣ δεν είχε δική του νεολαία και σαν νεολαία εμφανιζόταν η ΕΝΒΗ (Εθνική Νεολαία Βορείου Ηπείρου), οι συγκεντρώσεις της όμως ήταν πολύ πενιχρές, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες Χωροφυλακής καΙ ΕΔΕΣ.

…Νοέμβρης – Δεκέμβρης 1944.
ΟΜΗΡΟΙ του ΕΔΕΣ
Τα πράγματα χειροτέρευαν λεφτό στο λεφτό, νύχτωνε και δεν ήξερες τι θα σου ξημερώσει, άλλη κατοχή αυτή. Περίμενα να με πιάσουν και δεν ήθελα να βρίσκεται ο γιός μου στην τελετή της σύλληψης μου, γι αυτό τον έστελνα και κοιμόταν σε φιλικά μου σπίτια, συνήθως στου οδοντίατρου φίλου και συμπατριώτη μου Γιάννη Σακελλαρίου.
Εκείνο το βράδυ τελείωσα το ιατρείο στις εννιά το βράδυ και ανέβηκα στην τραπεζαρία – στις εννιά σταματούσε η κυκλοφορία στους δρόμους. Βλέπω το γιό μου εκεί.
….Μετά τα μεσάνυχτα, δυνατά χτυπήματα στην πόρτα. Ποιος άλλος η αστυνομία. Ζητούν τον Τάτση για μια ανάκριση. Πάω και εγώ μαζί του, δεν μου πολυαρέσουν αυτές οι ανακρίσεις στις δυό μετά τα μεσάνυχτα.
Μας πάνε στις φυλακές Αγίου Κοσμά – μέγαρο του ΟΤΕ σήμερα- και μας παραδίνουν στους «γενναίους» αντάρτες του Ζέρβα. Εκείνοι μας καλωσορίζουν, μαζί με άλλους που συνέχεια μάζευαν, με βρισιές, σπρωξιές και αγριοφωνάρες και μας στριμώχνουν στα ολοσκότεινα υπόγεια του κτιρίου.
…σε λίγο μας επισκέπτονται δυο αντάρτες, ο ένας γενάτος, ο άλλος μ’ ένα μάτι. Με πλησιάζει ο μονόφθαλμος και ρωτάει: «Εσύ είσαι ο γιατρός ο μικροβιολόγος;»
«Ναι του απαντώ». Και καθώς καθόμουν ανύποπτος, δέχομαι μια δυνατή κλωτσιά στο στομάχι, έχασα τις αισθήσεις μου κι έγειρα προς τα πίσω. Οι συγκρατούμενοι μου πετάχτηκαν όρθιοι να με συγκρατήσουν, αλλά συνήλθα γρήγορα. Ο μονόφθαλμος νόμισε πως τελείωσα κι έκανε δυο βήματα πίσω.
….τα ίδια έκαναν όλη τη νύχτα. Περνούσαν μπρος από τον καθένα, τον ρωτούσαν τι δουλειά κάνει και τον φόρτωναν ξύλο. Τις πιο πολλές μάζεψε ο Ασλάνης, το γκαρσόνι, γιατί πονηρά είπε ότι είναι «άνεργος».
…Στην αυλή και στο δρόμο έξω, φορτηγά αυτοκίνητα στο ρελαντί. Βλέπω εκεί τους γιατρούς Σούλη και Μελανίδη, το γυμνασιάρχη Σούλη, το δικηγόρο Σωτήρη Γκίζα, το συμβολαιογράφο Ευθυμιάδη, το γιό μου και πολλούς άλλους. Μας διατάζουν να ανεβούμε στα αυτοκίνητα. Διαμαρτυρόμαστε, οι Γερμανοί μας λέγαν και παίρναμε κουβέρτες, εσείς που μας πάτε γυμνούς;
Σταματάμε σ’ ένα γεφυράκι και παίρνουμε το δρόμο πριν απ’ το Τέροβο, μας κατεβάζουν, περνάμε το γεφυράκι και παίρνουμε το μονοπάτι ένας ένας, σε μια απότομη πλαγιά όλο χαλίκια. Δυο αντάρτες των Κολιοδημητραίων του ΕΔΕΣ μας προτείνουν να χτυπήσουν τους χωροφύλακες και να μας ελευθερώσουν. Δεν δεχόμαστε γιατί μπορεί να υπάρξουν θύματα.
(Οι Κολιοδημητραίοι από τότε ήθελαν να συμφιλιωθούν με τον ΕΛΑΣ, να φύγουν απ’ το Ζέρβα και το ‘καναν αργότερα)
…Φτάνουμε μετά τόσες ώρες πορεία στο Λούρο. Στη χωραφιά που μας συγκέντρωσαν σκέφτηκαν να μας δώσουν ψωμί. Πρώτη φορά στη ζωή μου δοκίμασα τέτοιο ψωμί. Ούτε σκυλιά δε θα το τρώγανε: μια λεπτή κρούστα πάνω και κάτω, στη μέση υγρό ξινό ζυμάρι. Το πέταξαν όλοι. Το πρωί μας φορτώνουν σα φορτηγά και στην Πρέβεζα.
(Στη συνέχεια με καράβι με Εγγλέζο πλοίαρχο οι όμηροι του ΕΔΕΣ θα μεταφερθούν στην Κέρκυρα, ενώ ο Πέτρος Αποστολίδης ο γιός του Τάτσης και ο Αλκιβιάδης Τσάρας με ενέργειες του Ταρσακόπουλου αφήνονται ελεύθεροι.
…οι αξιωματικοί της Χωροφυλακής δεν επιδοκίμαζαν τα καμώματα του Ζέρβα, συλλήψεις, βανδαλισμούς, ομήρους.
Εν συντομία τα υπόλοιπα:
Ο ΕΛΑΣ μπαίνει στην Πρέβεζα, Η οδύσσεια της επιστροφής στα Γιάννενα.
Οι πρώτοι Άγγλοι στα Γιάννενα.
Κόκκινος Δήμαρχος ….μέχρι 27 Μαρτίου 1945)

……………………………………………………………………
Από το βιβλίο του Christoph Schminck – Gustavus
Μνήμες Κατοχής ΙΙ Ιταλοί και Γερμανοί στα Γιάννενα και η καταστροφή της εβραϊκής κοινότητας
από τις αναμνήσεις του Άγγελου Καλογερίδη
…Πριν οπισθοχωρήσουν οι Γερμανοί, συγκέντρωσαν όλον τον κόσμο στην πλατεία μπροστά στο διοικητήριό τους, δηλαδή εκεί που βρίσκεται σήμερα η νομαρχία. Ανακοίνωσαν με μεγάφωνα τη συγκέντρωση αυτή. Όταν είχε μαζευτεί ο κόσμος, κάποιος από το διοικητήριο έβγαλε λόγο. Δεν τον βλέπαμε, μόνο τη φωνή του ακούγαμε από τα μεγάφωνα. Είπε: «Εμείς φεύγουμε, αλλά εσείς θα νοσταλγήσετε την παρουσία μας, που σας έδωσε ασφάλεια, διότι η Ελλάδα θα περάσει άσχημους καιρούς.» Με τη δύση του ήλιου φύγανε σε απόλυτη τάξη.
Μόλις έφυγαν οι Γερμανοί, άρχισαν να μπαίνουν οι αντάρτες του Ζέρβα στην πόλη. Τα αισθήματα του κόσμου όμως δεν ήτανε μόνο θετικά. Υπήρχε και φόβος.
Όσοι είχαν διορατικό πνεύμα, είδαν κιόλας ότι θα επακολουθήσει εμφύλια σύρραξη. Γι’ αυτό υπήρχε μεγάλη αβεβαιότητα. Το μίσος που είχε αναπτυχθεί μεταξύ ΕΔΕΣ και ΕΛΑΣ ήταν φοβερό και η Ήπειρος ήταν το επίκεντρο. Στην Ήπειρο ο ΕΔΕΣ ήταν ισχυρός, ενώ στην υπόλοιπη χώρα το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Την αποχώρηση των Γερμανών ο κόσμος δεν την είδε σαν απελευθέρωση, δηλαδή σαν μια ομαλή μεταβατική περίοδο προς την ελευθερία με ελεύθερες εκλογές…
Στην αρχή υπήρχε βέβαια μεγάλος ενθουσιασμός που βλέπαμε και πάλι συγκροτημένο ελληνικό στρατό στην παρέλαση των δυνάμεων του ΕΔΕΣ μπροστά στο Ζέρβα.

Από τις αναμνήσεις του Ιωάννη Νέου
…Οι άνδρες του Ζέρβα είχαν υπό τον έλεγχό τους την περιοχή απέναντι από την πόλη, στην άλλη πλευρά της λίμνης. Μόνο την κάτω ζώνη, στην ακτή. Πάνω στα βουνά βρισκόταν ο ΕΛΑΣ. Η διαχωριστική γραμμή περνούσε ακριβώς στα μισά του βουνού. Κάπου κάπου ερχόταν ένας απ’ τον ΕΔΕΣ εκεί που είχα δεμένη τη βάρκα μου. Ήταν ντυμένος ιερέας, με μαύρο ράσο. Ερχόταν ν’ αγοράσει ψάρια για τους άνδρες της ομάδας του. Πάντα συζητούσαμε και μια μέρα του είπα:
«Εσείς μιλάτε εναντίον του ΕΛΑΣ, αλλά εγώ βλέπω από μόνος μου τι συμβαίνει. Έχω δικά μου μάτια και δικό μου κεφάλι! Για πες μου λοιπόν: Τι έγινε με το γερμανικό αυτοκίνητο που χθες ήρθε σε σας; Τι ήθελαν αυτοί; Εσείς συνεργάζεστε μαζί τους!»
(ΣΗΜ: Οι επαφές μεταξύ ΕΔΕΣ και Επιτελείου της Μεραρχίας Εντελβάϊς είναι πολύπλευρα βεβαιωμένες. Και τότε ήταν γνωστές. Διαφαίνονται επίσης από τους φακέλους του τμήματος Ic της Αντικατασκοπείας στο επιτελείο του XXIIου Σώματος Ορεινών Καταδρομών)
Δεν απάντησε τίποτε, αλλά εμείς είχαμε ακούσει από σίγουρες πηγές, ότι οι Γερμανοί προμήθευαν τους ανθρώπους του Ζέρβα με φάρμακα. Ήμασταν νέοι και ριψοκίνδυνοι, παίζαμε με τη ζωή μας σαν να ήταν παιχνίδι.
Μια φορά θα με τέλειωναν για το τίποτε. Λίγο πριν αποχωρήσουν οι Γερμανοί, ήρθε σπίτι μου ένας απεσταλμένος του ΕΛΑΣ. Την ώρα εκείνη ένας φίλος μου έκοβε τα μαλλιά. Και αυτός ήταν στον ΕΛΑΣ. Δύο Γερμανοί όμως κάθονταν στην κουζίνα μας. Μπορεί να μην ήταν ακριβώς Γερμανοί, μα Πολωνοί ή Αυστριακοί, ωστόσο φορούσαν γερμανικές στολές.
Λοιπόν ο σύνδεσμος αυτός ήρθε μέσα, μας χαιρέτησε, είδε τους δυο και είπε, χωρίς καν να το σκεφθεί: «Και αυτά τα δυο γουρούνια, τι θέλουν;»
Εντελώς απρόσεκτη κουβέντα! Είχαμε όμως τύχη γιατί οι δυο δεν καταλάβαιναν ελληνικά. Ο σύνδεσμος μας είπε:
«Παιδιά, αύριο το βράδυ αρχίζει η εξέγερση στα Γιάννινα! Για τη λεφτεριά! Ο εφεδρικός ΕΛΑΣ θα δράσει! Να είστε έτοιμοι κι εσείς!»
Ο ΕΛΑΣ στην περιοχή δεν είχε μόνο τα ένοπλα τμήματα των βουνών. Και στην πόλη είχε ένα μεγάλο αριθμό εφέδρων. Είπε λοιπόν:
«Εμπρός ! Ο αγώνας αρχίζει! Σταμάτα εσύ να του κόβεις τα μαλλιά! Σηκωθείτε! Ελάτε μαζί μου!»
Έξω κοντά στα πλοιάρια, μας έδωσε ένα πακέτο με προκηρύξεις και ένα γράμμα για καποιον Βελιαρούτη. Αυτός θα έπρεπα να διατάξει τη στάση στην πόλη. Πήραμε τις προκηρύξεις μαζί μας. Ήταν πάρα πολλές και δεν είχαμε καιρό να τις διαβάσουμε. Το γράμμα για τον Βελιαρούτη το έκρυψα στη σκούφια μου και τις προκηρύξεις, για να μη μουσκεφτούν τις τύλιξα με ένα καραβόπανο. Μετά έδεσα το πακέτο με σύρμα και το ‘βαλα στη βάρκα μου.
Δεν είχαμε απομακρυνθεί πολύ από τα καλάμια. Κωπηλατούσαμε στα ανοιχτά, όταν είδαμε τον Κόκκινο να έρχεται με τη βάρκα του. Μέσα ήταν πολλοί Γερμανοί και έρχονταν κατευθείαν σε μας. Φοβηθήκαμε πάρα πολύ. Είπαμε μεταξύ μας: «Τέρμα τώρα! Χαθήακμε!» Λοιπόν τι κάνουμε; Να πετάξουμε τις προκηρύξεις στο νερό; Αισθανθήκαμε σαν παγωμένοι.
Και ο Κόκκινος ήταν ήδη κοντά μας. Σταμάτησε τη μηχανή και μας φώναξε: «Ε παιδιά, μήπως είδατε αγριόπαπιες; Οι κύριοι αξιωματικοί θέλουν να κυνηγήσουν!»
… Δε μάθαμε τι απέγινε, μα η εξέγερση στα Γιάννενα δεν έγινε, μια τρύπα στο νερό. Οι Γερμανοί αποχώρησαν ανενόχλητοι.
(οι φωτογραφίες 1, 2, 3 της ανάρτησης είναι από το εν λόγω βιβλίο)
……………………………………………………………………