Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Παπαϊωάννου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Παπαϊωάννου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2013

Αναμνήσεις από την εμποροπανήγυρη Ιωαννίνων τη δεκαετία του '60

Από το βιβλίο του Γιάννη Κ. Παπαϊωάννου «Στα μονοπάτια τα παλιά»

..Όμως στο παιδικό μυαλό μου εκείνης της εποχής φάνταζε σαν κάτι μαγικό και πολύ μεγάλο το Κάστρο και ο φούρνος του την πρώτη εβδομάδα του Σεπτεμβρίου.
Ήταν τότε που ο δήμαρχος της πόλης, ο Γρηγόρης Σακάς, είχε καθιερώσει την εβδομαδιαία εμποροπανήγυρη στην παραλία της λίμνης και μάλιστα φρόντιζε με κάθε επισημότητα να κάνει τα εγκαίνια πριν από την έναρξή της.
Για το σκοπό αυτό επιστράτευε την μπάντα της φιλαρμονικής του Δήμου. Πυροτεχνήματα έσκαγαν στον ουρανό και αντικατοπτρίζονταν στα νερά της Παμβώτιδας λίμνης. Και τα χειροκροτήματα από τους συγκεντρωμένους γιαννιώτες μαζί με τα «μπράβο», τα «ζήτω» , τα «όλοοο…» μαζί με τα χαχανητά δονούσαν την ατμόσφαιρα, όταν ο δήμαρχος έκλεινε την ομιλία του από την πρόχειρη ξύλινη εξέδρα των επισήμων  - που είχε στηθεί για την συγκεκριμένη περίπτωση – με τη φράση «Φιλοδοξία μας είναι να κάνουμε την εμποροπανήγυρη των Ιωαννίνων εφάμιλλη της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης».
Εκείνη την εβδομάδα όλος ο μόλος έξω από το Κάστρο και από τις δυο του πλευρές ήταν γεμάτος με πρόχειρες παράγκες στην σειρά φτιαγμένες με ξύλινα δοκάρια, φύλλα χάρμποτ, τσίγκο και λινάτσα.
Δεν χόρταινε κανείς να βλέπει και να θαυμάζει αραδιασμένα εμπορεύματα κάθε λογής. Η πορεία ξεκινούσε πρώτα από τη δεξιά πλευρά του παραλίμνιου δρόμου – από τη μεριά του Κάστρου δηλαδή- και με επιτόπια στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών συνέχιζε η αντίστροφη περιήγηση από την πλευρά της λίμνης ετούτη τη φορά.
Μάλλινες κουβέρτες, βελέντζες, κιλίμια και στρωσίδια από τις βιοτεχνίες της Θεσσαλίας.
Σεντόνια, πετσέτες, βαμβακερά όλων των μεγεθών και σχεδίων.
Πιάτα, βάζα, ποτήρια, πιατέλες κουζινικά και γυαλικά όλων των ειδών. Παπούτσια καλοκαιρινά και χειμωνιάτικα, πέδιλα γυναικεία και ανδρικά. Παλτά, σακάκια και πουκάμισα βρίσκονταν απλωμένα και εκτεθειμένα σε τιμές ευκαιρίας στις παράγκες του παζαριού.
Κάμποσοι γιαννιώτες καταστηματάρχες και αρκετές γνωστές ελληνικές φίρμες της εποχής έδιναν το παρόν τους στην εμποροπανήγυρη της πόλης.
Παρόντες και οι κράχτες που διαλαλούσαν τα εμπορεύματα: «Εδώ η φτήνια. Περάστε κόσμε να πάρετε καλό πράγμα», «Όχι με δόσεις. Ό,τι θα πάρεις θα το πληρώσεις», «Ελάτε να δείτε και να ντυθείτε. Από εδώ πήρε η Μαρίκα και την πήραν δίχως προίκα. Από εδώ πήρε και η Ελένη και παντρεύτηκε η καημένη».
Από την άλλη μεριά της λίμνης, στο χώρο της σημερινής πλατείας Μαβίλη – που από τότε ήταν ακόμη αναξιοποίητος και οδηγούσε στον προσφυγικό συνοικισμό Μάτσικα – ήταν στημένο το Λούνα – παρκ. Σωστή αποπλάνηση για τα παιδιά αλλά και για τους μεγάλους. Εκεί σε περίμεναν οι παιδικές περιστρεφόμενες κούνιες, τα συγκρουόμενα αυτοκινητάκια, οι αιωρούμενες βάρκες, ο γύρος του θανάτου με το τεράστιο ξύλινο βαρέλι και τις μοτοσυκλέτες, η πάνινη σκηνή με τον φακίρη και τα φίδια και τα άγρια ζώα της ζούγκλας.
Για τους μεγαλύτερους στην ηλικία άξιο λόγου ήταν το σκοπευτήριο με τα όπλα, τα τόξα και τους κρίκους, για να κερδίσεις ένα κουτί λουκούμια ή δυο μπουκάλια κρασί, ανάλογα με τους πετυχημένους στόχους που θα έκανες.
Σε απόσταση αναπνοής και πίσω από το λούνα παρκ γινόταν την ίδια περίοδο και το αλογοπάζαρο και την τιμητική τους είχαν σε τούτον τον χώρο οι τσαμπάσηδες της εποχής.
Ένας μαγικός κόσμος σου προσφέρονταν στο πιάτο, γι’ αυτό και η λίμνη με το παζάρι της συγκέντρωνε για μια εβδομάδα την περιέργεια και τα χρήμα όχι μόνο των γιαννιωτών, αλλά και των χωριών του λεκανοπεδίου.
Όλοι τους έρχονταν διατεθειμένοι να ξεποδαριαστούν, για να δουν και να απολαύσουν. Να αγοράσουν και να πληρώσουν χωρίς διαμαρτυρία. Όλοι τους ήταν διψασμένοι για καινούργιες εικόνες  αλλιώτικες από τις καθημερινές.
Στο δρόμο της επιστροφής από το καφενείο του Μακρή και μέχρι την κεντρική πύλη του Κάστρου μπροστά στο Κουρμανιό έβλεπες στην σειρά εναλλασσόμενες τάβλες και καροτσάκια με βιβλία και λογής λογής πραμάτειες.
Πλαστικά παιχνίδια, κούκλες, αυτοκινητάκια, φορτηγάκια, σφυρίχτρες, ψεύτικα ρολογάκια και δαχτυλίδια είχαν την τιμητική τους.
Μικροπωλητές με παστέλια, γλειφιτζούρια, μαντολάτα, καραμέλες και χαλβά Φαρσάλων. Κάποιοι άλλοι με μαλλί της γριάς. Πιο πέρα ένας καλοσυνάτος παππούς με την καταβολή μιας δραχμής να μοιράζει το γράμμα της τύχης στους διαβάτες ανάμεσα από δεσμίδες μικρά φακελάκια, που ο καθένας από μόνος του είχε την περιέργεια να διαλέξει, άλλες φορές το διάλεγμα το έκανε ένας παπαγάλος.
Και τα παιδιά να χαζεύουν τις πραμάτειες και να κρέμονται από τα ρούχα των γονιών τους και να παρακαλούν να τους αγοράσουν απ’ όσα έβλεπε και ζήλευε το αχόρταγο μάτι τους. Κι εκείνοι να προσπαθούν να γλιτώσουν από τις απαιτήσεις τους ξεγελώντας τα με ένα παστέλι, λίγο χαλβά Φαρσάλων, με μαλλί της γριάς, με καμιά σφυρίχτρα ή με κάποιο φτηνό παιχνιδάκι.
Κανένας δεν προλάβαινε να γνωρίσει και να χορτάσει με μια επίσκεψη την εμποροπανήγυρη

Ο Γιάννης Κ. Παπαϊωάννου γεννήθηκε στα Γιάννινα.
Φοίτησε στα Πρότυπα Δημοτικά σχολεία της Ζωσιμαίας Παιδαγωγικής Ακαδημίας και στην συνέχεια στην Ζωσιμαία Σχολή Ιωαννίνων.
Σπούδασε Πολιτικός Μηχανικός στην Πολυτεχνική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Από τον Οκτώβριο του 1979 και μέχρι τον Δεκέμβριο του 2010 εργάστηκε σε υπηρεσίες του ΥΠΕΧΩΔΕ και της Περιφέρειας Ηπείρου στα Γιάννινα 

Τρίτη 22 Ιουνίου 2010

Για τα Γιάννενα (1204 -1922) και τους Τουρκογιαννιώτες (του Γιάννη Παπαϊωάννου)


Από το βιβλίο "Γεγονότα από τη νεότερη ιστορία" του ιστοριοδίφη πολιτικού μηχανικού Γιάννη Κ. Παπαϊωάννου:

.... Ο τουρκογιαννιώτης είναι ο χριστιανός γιαννιώτης άρχοντας του κάστρου, ο οποίος εξισλαμίστηκε, για να διατηρήσει τα προνόμιά του και την ακίνητη περιουσία του και ο οποίος παρότι συμμετείχε σε υψηλά διοικητικά πόστα, δεν γνώριζε και δεν μιλούσε τα τουρκικά.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.
Το 1204 μ.Χ. η Κωνσταντινούπολη πέφτει στα χέρια των Φράγκων σταυροφόρων του Βαλδουΐνου. Τότε πολλές οικογένειες βυζαντινών αρχόντων από την Κωνσταντινούπολη κατάφεύγουν στο κάστρο των Ιωαννίνων, το οποίο τους παραχωρεί ο Άγγελος Κομνηνός-που μένει στην Άρτα- για να μην τους έχει στα πόδια του. Αυτές οι οικογένειες είναι: των Φιλανθρωπινών, των Αψαράδων, των Στρατηγόπουλων, των Μελισσινών και των Γλυκήδων.
Όταν το 1260 μ.Χ. οι Βυζαντινοί ανακαταλαμβάνουν την Κωνσταντινούπολη, οι Ιωαννίτες άρχοντες δηλώνουν πίστη στον αυτοκράτορα και κατορθώνουν να αποσπάσουν κάποια προνόμια αυτοδιοίκησης, καθώς και την ίδρυση μητροπόλεως Ιωαννίνων∙ γεγονός που ανεβάζει το κύρος της πόλεως και την καθιστά ανεξάρτητη από την μητρόπολη Άρτας. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι Βυζαντινοί καθιστούσαν μητρόπολη κάθε πόλη που θεωρούσαν σημαντικό πέρασμα ή λιμάνι. Και τούτο ήταν δηλωτικό της σημασίας που απέδιδαν σε κάθε τέτοια πόλη-κομβικό κέντρο για την άσκηση και τον έλεγχο της εξουσίας.
Το 1319 το δεσποτάτο της Ηπείρου υπάγεται στον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ανδρόνικο, ο οποίος με τα αυτοκρατορικά χρυσόβουλα του 1319 και 1321 παρέχει πολλά προνόμια στο πολυάνθρωπο «άστυ» των Ιωαννίνων, όπως το ονομάζει.
Το 1346 ο σέρβος τσάρος Στέφανος Δουσάν κυριεύει την Μακεδονία, Ήπειρο, Θεσσαλία∙ στέλνει τον αδερφό του Ούρεση βασιλιά της Θεσσαλίας και Ηπείρου, ο οποίος με την σειρά του τοποθετεί στην Ήπειρο ως διοικητή και ηγεμόνα-με έδρα τα Ιωάννινα- τον συγγενή του σέρβο Θωμά Πρελούμπο.
Η περίοδος διοίκησης του Θωμά Πρελούμπου (1367-1384) είναι περίοδος τυραννίας για τα Ιωάννινα, τα οποία μετατρέπονται σε πόλη του θρήνου. Δολοφονείται ύστερα από συνωμοσία στις 24-12-1384 από τους σωματοφύλακές του και ηγεμόνας της Ηπείρου ανακηρύσσεται η χήρα του δούκισσα Αγγελική Παλαιολογίνα, που κατάγεται από βυζαντινό γένος.
Για να αντιμετωπιστούν οι δύσκολες μέρες που περνούν τόσο τα Γιάννινα από το πιεστικό σφίξιμο των Αλβανών, όσο και η κοντινή ύπαιθρος από τις λεηλασίες τους, η Αγγελική Παλαιολογίνα παίρνει σαν δεύτερο σύζυγό της-με την συγκατάθεση του συμβουλίου των αρχόντων του Κάστρου- τον φλωρεντινό ευπατρίδη Ιζάουλο (Ησαύ) Βουεδελμόντε, ανιψιό του δούκα της Κεφαλλονιάς Καρόλου Τόκου.
Το 1387 ο δεσπότης των Γιαννίνων Ιζάουλος πιέζεται πολύ από τις επιθέσεις των Αλβανών και φοβάται τον χείμαρρο των Τούρκων, οι οποίοι καταλαμβάνουν για πρώτη φορά την Θεσσαλονίκη με επικεφαλής τον μετέπειτα σουλτάνο Βαγιαζήτ, τον επονομαζόμενο Γιλντιρίμ (κεραυνό, λαίλαπα). Γι’ αυτό τον επισκέπτεται και τον «προσκυνάει» στην Θεσσαλονίκη, γίνεται δηλαδή υποτελής του και αποκτάει έναν ισχυρό προστάτη.
Όταν επιστρέφει στα Γιάννινα συνοδεύεται από τον στρατηγό Γαζή (νικητή) Εβρενόζ και από επιτροπή τουρκομάνων αξιωματικών, οι οποίοι παραλαμβάνουν το κάστρο και την πόλη και εγκαθίστανται-με βάση την συμφωνία- έξω από το κάστρο, στην περιοχή μεταξύ των σημερινών συνοικιών Λειβαδιώτη και Μάτσικα, πίσω από τον Άγιο Νικόλαο αγοράς, κτίζουν τεκέ, περικλείουν την έκταση με παλούκια, η οποία γι’ αυτό ονομάζεται «τουρκοπάλουκο».
Είναι συνήθεια των οθωμανών να στέλνουν στα μέρη που ελέγχουν μερικούς Τούρκους στρατιωτικούς από τα βάθη της Ανατολής, οι οποίοι επιδιώκουν να ανακατεύονται με το ντόπιο πληθυσμό παίρνοντας ή αρπάζοντας με την βία χριστιανές για γυναίκες τους.
Έτσι γίνεται και με τους τουρκομάνους αξιωματικούς που μένουν στο τουρκοπάλουκο. Μια νύχτα Χριστουγέννων μπαίνουν στο κάστρο, πηγαίνουν στην εκκλησία του ταξιάρχου Μιχαήλ, που είναι και η μητρόπολη (σημερινό Φετιχιέ τζαμί), αρπάζουν κατά την έξοδο των χριστιανών από μια κόρη ο καθένας, τις παίρνουν στα σπίτια τους και τις κάνουν γυναίκες τους.
Το 1414 μετά το θάνατο του Ιζάουλου Βουεδελμόντε καλούνται να ηγεμονεύσουν στα Γιάννινα ο δούκας της Κεφαλλονιάς Κάρολος Α΄ Τόκος και αργότερα ο αδερφός του Κάρολος Β΄ μέχρι το 1430. Όταν και αυτός πεθαίνει, τα τρία παιδιά του ζητούν την επέμβαση του σουλτάνου Μουράτ, ο οποίος μόλις έχει καταλάβει την Θεσσαλονίκη (29 Μαρτίου 1430) και την έχει περάσει δια πυρός και σιδήρου.
Αποστέλλεται ο στρατηγός Σινάν-πασάς, ο οποίος πολιορκεί το κάστρο των Ιωαννίνων και μπροστά στον κίνδυνο τελείας εξοντώσεώς τους οι Ιωαννίτες άρχοντες παραδίδουν την πόλη στις 10 Νοεμβρίου 1430 ύστερα από συνθήκη που γίνεται και ονομάζεται «ορισμός Σινάν-πασά», την οποία υπογράφει ο Σινάν-πασάς ως αντιπρόσωπος του σουλτάνου.
Στις διαπραγματεύσεις για την παράδοση του κάστρου βοηθούν οι Κουρεντιώτες και οι Ζαγορίσιοι, οι οποίοι προϋπάντησαν και προσκύνησαν τον προελαύνοντα στρατηγό Σινάν-πασά στην θέση που ονομάζεται «Προσκύνηση» (δίπλα στο σημερινό κρατικό νοσοκομείο Χατζηκώστα, πρώην Σανατόριο) και έγιναν φόρου υποτελείς του. Εξασφαλίζουν έτσι οι Κουρεντιώτες και οι Ζαγορίσιοι το προνόμιο να μην πληρώνουν κανέναν φόρο, ούτε τον κεφαλικό. Αναλαμβάνουν όμως την υποχρέωση να αποστέλλουν στον αυτοκρατορικό στρατό του σουλτάνου έναν ορισμένο αριθμό ανδρών όχι για στρατιώτες, αλλά για βοηθητικές υπηρεσίες.
Με τον «ορισμό Σινάν-πασά» οι Ιωαννίτες άρχοντες του κάστρου εξασφαλίζουν διάφορα προνόμια με πλήρη σχεδόν αυτοδιοίκηση, ήτοι «την διατήρηση των τιμαρίων τους, την κρίση την ρωμαϊκή και όλα τα εκκλησιαστικά δικαιώματα και τα υποστατικά τους». Στην συνέχεια πρεσβεία Ιωαννιτών στέλνεται στον σουλτάνο Μουράτ Β΄, τον οποίο συναντά έξω από την Θεσσαλονίκη, στο σημερινό Κλειδί, τον προσκυνά σαν βασιλέα του κάστρου των Ιωαννίνων και του παραδίδει τα κλειδιά του κάστρου.
Για τους Ιωαννίτες άρχοντες είναι σημαντική η διατήρηση των τιμαρίων τους (των τσιφλικιών τους), που τους παρέχει την δύναμη και την εξουσία απέναντι στους υποτελείς τους χωρικούς, την ζωή των οποίων ορίζουν κυριολεκτικά.
Από το 1430 μέχρι το 1612 επικρατεί στην Ήπειρο η διαμάχη των Τούρκων με τους Βενετούς, οι οποίοι προσπαθούν να διατηρήσουν την κυριαρχία της θάλασσας. Το γιαννιώτικο κάστρο όλο αυτό το διάστημα με εξαιρετική επιμέλεια κρατάει άψογη στάση και δεν ακούγεται πουθενά. Έχοντας εξασφαλίσει την αυτοδιοίκησή του, τα τιμάριά του, και την λειτουργία του με βάση το φεουδαρχικό σύστημα, φροντίζει να είναι συνεπέστατο στις υποχρεώσεις του απέναντι στο επικυρίαρχο αφεντικό του, τον σουλτάνο.
Το 1611 ξεσπάει στην περιοχή των Ιωαννίνων η επανάσταση του Διονυσίου του φιλοσόφου, του επονομασθέντος σκυλοσόφου, η οποία καταπνίγεται στο αίμα. Ο ίδιος ο Διονύσιος γδέρνεται ζωντανός σε μια σπηλιά του βράχου στο κάστρο και σέρνεται στους δρόμους. Στο κάστρο γκρεμίζονται όλες οι εκκλησίες και εκδιώκονται όλοι οι χριστιανοί κάτοικοί του. Η πόλη επεκτείνεται πλέον έξω από το κάστρο, με τις συνοικίες που δημιουργούν οι χριστιανοί έξω από αυτό. Μέσα μένουν πλέον οι αδιαμφισβήτητοι κυρίαρχοι, που είναι οι Τούρκοι.
Λίγοι οι γνήσιοι Τούρκοι και πάντα στρατιωτικοί από την Ανατολή.
Και οι εξισλαμισμένοι χριστιανοί, οι τουρκογιαννιώτες.
Είναι οι παλιοί άρχοντες Ιωαννίτες, που αλλαξοπιστούν προκειμένου να διατηρήσουν τα τιμάριά τους και να εξακολουθήσουν να μετέχουν στην διοίκηση όντας μορφωμένοι. Γνωρίζουν άλλωστε την λειτουργία της, «την παίζουν στα δάχτυλα» κατά το κοινώς λεγόμενο, την έχουν διδαχτεί από τους προγόνους τους άρχοντες βυζαντινούς, οι οποίοι ακροβάτησαν αριστοτεχνικά, για να επιβιώσουν και να συνεχίσουν την αυτόνομη πορεία τους μέσα από το Δεσποτάτο της Ηπείρου, καθώς και κάτω από την επικυριαρχία του σουλτάνου. Κι ακόμα κάποιοι εξισλαμισμένοι Ζαγορίσιοι, οι οποίοι με τα προνόμια που έχουν εξασφαλίσει και τις επαφές τους στην Κωνσταντινούπολη δημιουργούν γνωριμίες με την Υψηλή Πύλη, μαθαίνουν να ελίσσονται, ανεβαίνουν κοινωνικά.
Ένας εξισλαμισμένος χριστιανός από την Βίτσα Ζαγορίου (αρχικά γενίτσαρος Αχμέτ με το προσωνύμιο Αρσλάν, δηλαδή λιοντάρι, που καταλήγει να ονομάζεται Ασλάν) ο Ασλάν Ζουλφικάρ πασάς διοικεί το πασαλίκι των Ιωαννίνων μετά το 1611. Χτίζει στο κάστρο των Ιωαννίνων το ομώνυμο τζαμί, εκεί όπου σήμερα στεγάζεται το Δημοτικό Μουσείο.
Ο Ασλάν πασάς γίνεται ο αρχηγός της φεουδαρχικής οικογένειας των Ασλανιδών, η οποία διοικεί μέσω των απογόνων της-κληρονομικώ δικαίω- την Ήπειρο μέχρι το 1788. Οι τουρκογιαννιώτες κρατούντες, ενώ τηρούν τις επιβαλλόμενες αποστάσεις από τους χριστιανούς, ασκούν σώφρονα διοίκηση. Άλλωστε η κυριαρχία του σουλτάνου δεν είναι ουσιαστική, εκτός από τους φόρους που καταβάλλονται κανονικά στον σουλτάνο. Παρότι είναι μουσουλμάνοι εξακολουθούν να μιλάνε ελληνικά.
Ο τελευταίος πασάς των Γιαννίνων από την οικογένεια των Ασλανιδών είναι ο Ζουλφικάρ πασά Καλός ή Καλός πασάς, ο οποίος ονομάστηκε έτσι για την πραότητα και την καλοσύνη που τον διέκρινε.
Ακολουθεί το 1788 η άνοδος στο πασαλίκι των Ιωαννίνων του παμπόνηρου τουρκαλβανού Αλή πασά. Αυτός πρώτα κλέβει με το στανιό μέσα από το σπίτι της την εγγονή του Καλού πασά, τη Ζιχάλκω και την παίρνει γυναίκα του και στην συνέχεια με ισχυρά μέσα κατορθώνει και διορίζεται από την Υψηλή Πύλη πασάς των Ιωαννίνων. Η διακυβέρνηση του Αλή πασά κρατάει μέχρι το θάνατό του στις 24 Ιανουαρίου 1822.
Το 1913 η παράδοση της πόλης των Ιωαννίνων στους Έλληνες γίνεται από την πλευρά των Τούρκων από τον στρατηγό Εσάτ-πασά, διοικητή της ανεξάρτητης μεραρχίας Ηπείρου. Ο Εσάτ-πασάς είναι τουρκογιαννιώτης καστρινός, ο οποίος λύνει την απορία σχετικά με την καταγωγή του, όταν ερωτάται από τον γιαννιώτη μελετητή της πόλης κ. Σωτήριο Ζούμπο σε επίσκεψή του στα Γιάννινα το 1934. Πρόγονος του Εσάτ-πασά ήταν ένας από τους τουρκομάνους της επιτροπής που πρωτοήρθαν στα Γιάννινα το 1379 με τον στρατηγό Γαζή Εβρενόζ να παραλάβουν το κάστρο κι εγκαταστάθηκαν στην συνοικία τουρκοπάλουκο. Και πήρε για γυναίκα του την χριστιανή Βασιλική της οικογένειας Γλυκήδων αρπάζοντάς την από την εκκλησία του ταξιάρχου Μιχαήλ στο κάστρο, νύχτα των Χριστουγέννων.
Μετά την μικρασιατική καταστροφή και με την συνθήκη της Λωζάννης που υπογράφηκε μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, το κριτήριο της ανταλλαγής των πληθυσμών γίνεται ανάλογα με την θρησκεία. Έτσι οι εξισλαμισμένοι Γιαννιώτες, οι Τουρκογιαννιώτες δηλαδή, ενώ δεν γνωρίζουν την τουρκική, είναι όμως στην πλειοψηφία τους πιστοί οπαδοί της οθωμανικής αυτοκρατορίας, δεν γλιτώνουν τον εκπατρισμό τους. Μεταφέρονται στην Κωνσταντινούπολη και εγκαθίστανται στην περιοχή Πεντέκιοϊ (το τουρκικό συνθετικό –κιοϊ σημαίνει χωριό, προάστιο).
Δεν ξεχνούν την πατρίδα που στερήθηκαν και συνεχίζουν να μιλούν τα ελληνικά. Την πατρίδα τους τα Γιάννινα και το κάστρο. Γιατί αυτοί είναι βέροι γιαννιώτες, από «τον αφαλό του κάστρου», όπως συνήθιζαν να λένε παλιότερα, όσοι ήθελαν να τονίσουν την γιαννιώτικη καταγωγή τους. Πώς να τα ξεχάσουν άλλωστε, αφού εξισλαμίστηκαν για να παραμείνουν άρχοντες, πραγματικοί μπέηδες και πασάδες στα Γιάννινα;
Για τους Τουρκογιαννιώτες ισχύει αυτό που λέγεται για την περίοδο της τουρκοκρατίας:
"Οι περήφανοι φύγανε,
οι παλικαράδες σκοτώθηκαν,
οι έξυπνοι εξισλαμίστηκαν και διακρίθηκαν,
οι αδύνατοι υποτάχτηκαν δουλεύοντας στα χωράφια των πλούσιων γαιοκτημόνων».
Οι τελευταίοι είναι οι ραγιάδες, που σήκωσαν τον σταυρό του μαρτυρίου στην μακρά περίοδο της δουλείας υπομένοντας καρτερικά τις ταπεινώσεις, τις απειλές και τους βιασμούς.
Γι’ αυτούς τους τουρκογιαννιώτες και τουρκοπαργινούς που οι περισσότεροί τους δεν γνωρίζουνε τουρκικά, θα διερωτηθεί ο Τούρκος πλοίαρχος που τους μεταφέρει στην Γιάλοβα της Προποντίδας έχοντας αφήσει προηγουμένως στο λιμάνι της Πρέβεζας έλληνες πρόσφυγες μικρασιάτες που αγνοούν τα ελληνικά: «Μπρε τζιάνουμ πολύ περίεργο φαίνεται σ’ εμένα αυτό που γίνεται, δεν ξέρω αν γίνεται λάθος και τούρκους διώχνουμε και ρωμιούς κουβαλάμε».
Στα Γιάννινα μένουν λίγοι τουρκαλβανοί (εξισλαμισμένοι Αλβανοί) μπέηδες και πασάδες με τσιφλίκια στην περιοχή της σημερινής νότιας Αλβανίας (μέχρι το Δυρράχιο). Τα αρχοντικά τους ήτανε φυσικά έξω από το κάστρο.
Τον Μάρτιο του 1997 στα πλαίσια της συνάντησης των αναπληρωτών υπουργών Εξωτερικών χωρών της Ευρώπης στις Βρυξέλλες, ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Ονούρ Οϊμέν εξομολογείται στον ομόλογό του αναπληρωτή υπουργό της Ελλάδας Γιώργο Παπανδρέου ότι είναι τουρκογιαννιώτης στην καταγωγή. Και κάποιος γιαννιώτης σχολιάζει πικρόχολα την έλλειψη εκπροσώπησης των Ιωαννίνων με υπουργό στην ελληνική κυβέρνηση ως εξής: «Δεν βαριέσαι. Τα Γιάννινα μπορεί να μην έχουν υπουργό στην Αθήνα. Έχουν όμως τουρκογιαννιώτη υπουργό στην Άγκυρα.»

Πέμπτη 12 Ιουνίου 2008

Η ιστορία του τζαμιού της Καλούτσιανης (του Γιάννη Παπαϊωάννου, πολιτικού μηχανικού)

Το τζαμί της Καλούτσανης (Καλούτσα=Καλούτσανη=Καλούτσιασμη=Καλούτσιεσμε=πηγή αίματος, από τσεσμές=πηγή, καν=αίμα κανλή=αίματος)είναι ένα από τα τρία τζαμιά που σώζονται σήμερα στα Γιάννενα, από σύνολο δεκαεπτά τζαμιών που υπήρχαν, όταν η πόλη ελευθερώθηκε το 1913 από τον τουρκικό ζυγό.
Τα άλλα δύο τζαμιά βρίσκονται μέσα στο κάστρο των Ιωαννίνων και είναι το τζαμί του Ασλάν πασά (σημερινό Δημοτικό Μουσείο)και το Φετιχέ τζαμί (δηλαδή τζαμί της κατάκτησης)
Κατά πληροφορίες το τζαμί της Καλόυτσανηςκτίστηκε περί τα τέλη του 15ου αιώνα, αρχικά ως μετζίτ (μουσουλμανικός ναός χωρίς μιναρέ)για τις λατρευτικές ανάγκες τω Τούρκων, που άρχισαν να εγκαθίστανται στην περιοχή μετά την "προσκύνηση" (δήλωση υποταγής) των γιανιωτών αρχόντων του κάστρου στον σουλτάνο ....
Από το δρόμο μπροστά από το τζαμί της Καλούτσανης, πέρασε πανηγυρικά ο ελληνικός στρατός, τα ξημερώματα της 21ης Φεβρουαρίου 1913. Η ιστορία μ' αυτό τον τρόπο θέλησε να δικαιώσει και να αποτίσει έναν ελάχιστο φόρο τιμής στους πρώτους επαναστάτες του κινήματος του 1611 ενάντια στον τούρκικο ζυγό, που γέμισαν τότε με αίμα χριστιανικό την παρακείμενη στο τζαμί της Καλούτσιανης περιοχή. Μετά την μικρασιατική καταστροφή του 1922 και την ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας που πραγματοποιήθηκε το 1923-24, το τζαμί της Καλούτσανης μαζί με τα άλλα τζαμιά θεωρήθηκε αστική ακίνητη περιουσία των Τούρκων ανταλλαγέντων και μεταβιβάστηκε η διαχείρισή του στην Εθνκή Τράπεζα. Από εκεί μπόρεσε να το αγοράσει ένας ντόπιος ιδιώτης,η οικογένεια του οποίου διατηρεί μέχρι σήμερα την ιδιοκτησία και την εκμετάλλευση του τζαμιού. ....
Τις πρώτες μέρες της Ιταλικής επίθεσης (Οκτώβριος 1940) τα Γιάννινα βομβαρδίζονται από ιταλικά αεροπλάνα. Βόμβες πέφτουν στο στρατιωτικό νοσοκομείο, που στεγάζεται στο κτίριο της Ζωσιμαίας Παιδαγωγικής Ακαδημίας και σκοτώνονται γιατροί, νοσοκόμοι, στρατιώτες.
Τη μανία των ιταλικών βομβαρδιστικών γνωρίζουν για τα καλά τα μποστάνια (σ.σ. γιατί άραγε;)της περιοχής της Καλούτσανης. Αρκετά σπίτια της Καλούτσανης καταστρέφονται από τις ιταλικές βόμβες.
Μαζί μ' αυτά κι ο μιναρές του τζαμιού της Καλούτσανης, που χάσκει από τότε ακέφαλος και μισοκατεστραμμένος, και έχει σήμερα σαν σκούφια μια φωλιά πελαργών.
Περισσότερα στο περιοδικό ΖΩΣΙΜΑΔΕΣ