Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τοπική Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τοπική Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2019

Όταν η ΜΟΜΑ έχτιζε στον Μπουνταλά για τους σεισμόπληκτους (1967)

Στα Γιάννενα με έφερε ένα τυχαίο γεγονός, ένας σεισμός. Το 1967 τα μεγάλα φράγματα του Αχελώου (Καστράκι και Κρεμαστά) είχαν ολοκληρωθεί και γέμιζαν με εκατομμύρια τόνους νερό. Η μεγάλη αυτή φόρτιση του εδάφους ήταν αυτή που προκάλεσε τον σεισμό στην Ήπειρο. Έτσι μας έλεγαν τότε οι σεισμολόγοι, που είναι πάντα καθησυχαστικοί. Ο σεισμός πάντως έγινε τον Μάιο του 1967 και πολλοί κάτοικοι έχασαν τα σπίτια τους.
 Έπρεπε να αποκατασταθούν οι σεισμόπληκτοι. Το έργο ανέλαβε ο στρατός με τις ΜΟΜΑ (Μικτές Ομάδες Μηχανημάτων Ανασυγκροτήσεως). Οι ΜΟΜΑ δημιούργησαν τα ΕΑΣ (Εργοτάξια Αποκαταστάσεως Σεισμοπλήκτων) και έπρεπε να τα επανδρώσουν. Ο στρατός ζήτησε από το ναυτικό και την αεροπορία τεχνικούς αξιωματικούς. Το Πολεμικό Ναυτικό έψαξε και βρήκε λουφατζήδες εφέδρους σημαιοφόρους και τους έστειλε στα ΕΑΣ.
 Έτσι βρέθηκα από τον ∆ημόκριτο στα Γιάννενα, με μεγάλη ευχαρίστηση. Όσοι είχαν ισχυρά μέσα (οκτάρια κατά την έκφραση του Ναυτικού) φρόντισαν να μείνουν στις κεντρικές υπηρεσίες στην Αθήνα.

Αρχίσαμε λοιπόν να εναρμονιζόμαστε με την ζωή στην πόλη και με την ζωή των αξιωματικών του στρατού. Πρώτα έπρεπε να μάθουμε που θα τρώμε. Στην λέσχη των αξιωματικών πήγαιναν οι μεγαλόβαθμοι αξιωματικοί και δεν πλησιάσαμε ποτέ. Οι λοχαγοί του στρατού έτρωγαν σε εστιατόρια της πόλης και το ίδιο κάναμε και εμείς. Το εστιατόριο έπρεπε να έχει καλό φαγητό, σε καλές τιμές. Έπρεπε επιπλέον να είναι ήρεμο και σεμνό. Τέτοιο εστιατόριο ήταν το "Τζάκι", ένα υπόγειο που σήμερα δεν υπάρχει πια. Ήταν σε μια πάροδο, βορείως της Μεραρχίας. Το αναζήτησα τελευταίως, αλλά το μόνο που βρήκα ήταν οι αεραγωγοί της κουζίνας του που μου έδειξε ένας κοσμηματοπώλης στο πίσω μέρος του μαγαζιού του.
Κάποια εστιατόρια ήταν "κακόφημα" μεταξύ των αξιωματικών του στρατού και τα αποφεύγαμε. Τα δοκιμάσαμε αργότερα και δεν βρήκαμε τίποτα το ανησυχητικό σε αυτά, αλλά κρατήσαμε την γενική γραμμή της τοπικής παράδοσης. Από τότε μου έμεινε το συνήθειο να επιλέγω εστιατόριο σε άγνωστες πόλεις με το ερώτημα: "Που τρώνε εδώ οι αξιωματικοί του στρατού"; Είμαι σίγουρος ότι το εστιατόριο αυτό θα έχει καλό φαί, σε λογικές τιμές. Σε πόλεις που έχουν στρατιωτικές μονάδες, η μέθοδος αυτή δεν με πρόδωσε ποτέ. Ένα άλλο εστιατόριο ήταν μάλλον εξοχικό κέντρο. Βρισκόταν πάνω στην λεωφόρο ∆ωδώνης κοντά στην ΜΟΜΑ και ονομαζόταν "μπαρμπα-Θωμάς".
Σήμερα δεν υπάρχει πια, οι δε περίοικοι δεν γνωρίζουν καν ότι υπήρξε ποτέ. Πηγαίναμε συχνά εκεί, παρ όλο που υπήρχε η αντένδειξη ότι "εκεί πηγαίνουν ζευγαράκια". Ένα εξοχικό κέντρο με τραπέζια ορατά από τον δρόμο, δεν μπορούσε να είναι προβληματικό. Ένα βράδυ μάλιστα που τρώγαμε εκεί, παρακολουθήσαμε ένα γλέντι γάμου με όργανα. Παρακολουθήσαμε με ενδιαφέρον τους Ηπειρώτες να διασκεδάζουν με τους ίδιους υπέροχους θλιβερούς ρυθμούς σε μινόρε, που απλώς τους έπαιζαν γρήγορα. Είδαμε και μια διαδικασία που δεν έχουμε ξαναδεί έκτοτε:
Ο κλαριντζής άρχισε να αφαιρεί κομμάτια από το κλαρίνο του, συνεχίζοντας να παίζει, μέχρις ότου έπαιζε μόνο με το επιστόμιο. Μετά συναρμολόγησε πάλι το κλαρίνο του, χωρίς να σταματήσει καθόλου το γλέντι.


Τα Γιάννενα ήταν μια μικρή πόλη, πολύ μικρότερη από ότι είναι σήμερα. Το πανεπιστήμιο είχε ανοίξει πριν από λίγα χρόνια και δεν είχε ακόμα τον μεγάλο όγκο φοιτητών που αλλάζει την ζωή της πόλης. Σημαντικότερη ήταν η παρουσία του στρατού. Το κτίριο του πανεπιστημίου ήταν τότε νεόδμητο στον λόφο του Βελισαρίου. Αργότερα έμεινε σε αυτό μόνο η φοιτητική εστία. Η ζωή της πόλης γύριζε γύρω από ένα περιορισμένο κέντρο, στη περιοχή του κτιρίου της Μεραρχίας. Εκεί γινόταν κάθε απόγευμα ο τυποποιημένος περίπατος, το "σουλάτσο" κατά τους επτανήσιους, το "νυφοπάζαρο" κατά τους σκωπτικούς. Γύρω από την δύση του ηλίου, ο κόσμος φορούσε τα καλά του και ερχόταν να περπατήσει στην οδό ∆ωδώνης, από το κτίριο της Μεραρχίας μέχρι την λοξή διασταύρωση με την οδό Ναπολέοντος Ζέρβα. Κάθε απόγευμα κάναμε και εμείς τον τακτικό μας περίπατο, διασκεδάζοντας με τις οικογένειες που περπατούσαν μπροστά μας. Όταν έφθαναν στο ύψος της Ν. Ζέρβα, χωρίς κανένα λόγο, έκαναν μεταβολή επί τόπου και κατέβαιναν πάλι προς την Μεραρχία. ∆εν υπήρχε κάποια διασταύρωση με αυτοκίνητα που αποτελούσε όριο. Έστρεφαν ξαφνικά σε κάποιο σημείο, σαν να άκουγαν το παράγγελμα "μεταβολή". Όλη η ζωή της πόλης ήταν γύρω από τον χώρο περιπάτου. Λέγαμε χαρακτηριστικά ότι, όποιο μαγαζί άνοιγε λίγο μακρύτερα από τον περίπατο, ήταν καταδικασμένο να κλείσει. Αυτό δεν ήταν πολύ μακριά από την πραγματικότητα. Το νεόδμητο τουριστικό περίπτερο, πάνω στον λόφο, δεν είχε καθόλου κίνηση. Σήμερα, η ευρύτερη περιοχή της οδού ∆ωδώνης, μου δίνει την ίδια εικόνα, με μια βασική διαφορά. Ο κόσμος πια δεν περπατάει. Βρίσκεται καθισμένος σε δεκάδες μαγαζιά που έχουν ανοίξει στην περιοχή. Τα μαγαζιά έχουν γυάλινες προσόψεις για να βλέπουν οι θαμώνες τούς περαστικούς, που όμως δεν σουλατσάρουν, αλλά πηγαίνουν να κάτσουν και αυτοί κάπου αλλού.

* * * Πλάι στην Μεραρχία υπήρχε ο κήπος του αρχαιολογικού μουσείου που είχε προσφάτως διαμορφωθεί, με ωραία θέα προς την λίμνη. Εκεί όμως δεν ήταν σωστό να πηγαίνουμε μετά την δύση του ηλίου, γιατί υπήρχε η φήμη ότι "εκεί πηγαίνουν ζευγαράκια". Κάτω από τον κήπο και μέχρι την λίμνη, η πόλη θύμισε τουρκομαχαλά. Η περιοχή αυτή ονομαζόταν Καλούτσιανη. Πρέπει να στέγαζε αποθήκες και συνεργεία. Η εικόνα συμπληρωνόταν με τον σαλεπιτζή που γυρνούσε στους δρόμους τον χειμώνα πουλώντας σαλέπι. Ήταν όμως ένας σύγχρονος σαλεπιτζής που σέρβιρε το σαλέπι σε πλαστικά ποτηράκια μιας χρήσεως και όχι στα τενεκεδένια ποτηράκια του παλιού καιρού. Ο σύγχρονος χάρτης μου αναγράφει στην Καλούτσιανη το τοπωνύμιο "Ταμπάκικα", δηλαδή βυρσοδεψία. ∆εν θυμάμαι να είχαμε δει βυρσοδεψία στην περιοχή, αλλά τα βυρσοδεψία φημίζονται για την βρώμα τους. Βρώμα και λάσπη θυμάμαι στην Καλούτσιανη, βυρσοδεψία δεν θυμάμαι. Από την Καλούτσιανη ξέραμε ότι ο δρόμος συνέχιζε προς τον Κατσικά, όπου όμως δεν πήγαμε ποτέ. Στην περιοχή αυτή η λίμνη είχε εκτεταμένους καλαμιώνες, χωρίς προσβάσεις.

 * * * Ο άξονας κινήσεως στα Γιάννενα ήταν από την λεωφόρο ∆ωδώνης προς στην προέκτασή της που ονομαζόταν οδός Αβέρωφ και οδηγούσε στο Κάστρο. ∆υτικότερα από τον άξονα ∆ωδώνης-Αβέρωφ ήταν η αστική περιοχή, όπου επίσης δεν είχαμε λόγο να πηγαίνουμε. Ο στρατός και οι φοιτητές της εποχής εκείνης, δεν είχαμε σχέση με την τοπική κοινωνία. Είμαστε προσωρινοί, περαστικοί, παρατηρητές, με κυριότερη συνάντηση στον κοινό απογευματινό περίπατο.
Ο περίπατος γινόταν κάθε απόγευμα στην οδό ∆ωδώνης, εκτός από την Κυριακή. Την Κυριακή το πρωί οι ίδιοι περιπατητές σουλατσάραμε στον Μόλο. Με την λέξη "Μόλος" οι Γιαννιώτες χαρακτηρίζουν τον παραλίμνιο δρόμο, κάτω από το τείχος του κάστρου. Ο δρόμος αυτός δεν έκανε τότε το γύρω του κάστρου, όπως σήμερα. Ξεκινούσε από την βορινή πλευρά και, κάπου στα ανατολικά εκφυλιζόταν σε τέλμα από καλάμια και βούρλα. Η νότια περίβολος του τείχους όπου σήμερα υπάρχει ευρύς χώρος αναψυχής, ήταν τότε η υποβαθμισμένη πλευρά της πόλης (η Καλούτσιανη). Από τον Μόλο ξεκινούσαν, τότε όπως και σήμερα, τα πλεούμενα για το νησάκι της λίμνης. Η λίμνη τότε είχε καθαρότερο νερό από ότι έχει σήμερα. Υπήρχαν περιοχές όπου το νερό ήταν τελείως διαυγές. Αυτές ήταν στην απέναντι όχθη της λίμνης στους πρόποδες του Μιτσικελίου. Εκεί ήταν και η πλευρά που μου άρεσε να περνάω τα απογεύματά μου.
Η ΜΟΜΑ

Πριν συνεργαστώ με τον στρατό, είχα λανθασμένη εικόνα για τις ΜΟΜΑ. Θεωρούσα ότι θα ήταν μονάδες εντάσεως εργασίας, με πολλούς άνδρες. Θεωρούσα ότι ένα μεγάλο πλήθος ικανών εθελοντών, αντί να εξασκούν την παραδοσιακή λούφα, θα απασχολούνταν σε παραγωγική εργασία, επ΄ ωφελεία της χώρας μας. Θεωρούσα ότι θα προέκυπταν φθηνά αναπτυξιακά έργα, με μη αμειβόμενη εργασία. Όταν γνώρισα όμως την ΜΟΜΑ, διαπίστωσα ότι τα εργασιοβόρα τεχνικά έργα των δρόμων (τοίχοι αντιστηρίξεως, οχετοί ομβρίων, γέφυρες) εδημοπρατούντο σε τοπικούς εργολάβους. Η ΜΟΜΑ είχε σαν αντικείμενο μόνο αυτό που υποδηλούσε και η ονομασία της "Μηχανήματα Ανασυγκροτήσεως", δηλαδή μπουλντόζες, γκρέιντερ, οδοστρωτήρες, γερανούς, φορτηγά οδοποιίας και άλλα παρόμοια βαρέα μηχανήματα. Είχε λίγους χειριστές μηχανημάτων και ένα συνεργείο για την συντήρησή τους. Τα ΕΑΣ αντιθέτως θα απασχολούσαν ένα πλήθος εξειδικευμένων τεχνητών. Τα ΕΑΣ ήταν πιο κοντά στην ιδανική εικόνα που είχα για εργοτάξια άμισθης εργασίας στον στρατό. Η άμισθη εργασία έπρεπε να γίνεται κατά το δυνατόν ευχάριστα. Η απασχόληση των τεχνιτών στις προηγμένες για την εποχή τεχνολογίες, θα απέδιδε επιπλέον εξειδικευμένα στελέχη για την ελεύθερη αγορά εργασίας.

* * * * * * * * * * * *  
 Στην 1η ΜΟΜΑ διοικητής ήταν ο Ιδομενεύς Μανωλιάδης, ένας λεβέντης αντισυνταγματάρχης του μηχανικού, ξερακιανός με μουστάκι α λα Γρίβα. Ανήκε στην κατηγορία των αξιωματικών με Α κεφαλαίο. Στην γραμματεία του διοικητού (υπασπιστήριο) υπηρετούσε ο Γεώργιος Χριστόπουλος, λοχαγός του πυροβολικού, και αυτός αξιωματικός με Α κεφαλαίο. Το να ξεχωρίζω τους αξιωματικούς με αυτό τον τρόπο, το είχα μάθει από τα πρώτα βήματά μου στο ναυτικό. Όταν ορκιστήκαμε αξιωματικοί, ο ναύαρχος ΑΝΕ (Αρχηγός Ναυτικής Εκπαιδεύσεως) κάλεσε στο γραφείο τους τρεις από εμάς που τοποθετηθήκαμε σε υπηρεσίες του αρχηγείου του. Μας καλωσόρισε και μεταξύ άλλων μας είπε: - Ελπίζω να προσφέρετε κάτι θετικό στο Βασιλικό Ναυτικό και να μην καταντήσετε "απλοί διεκπεραιωτές ανοήτων εγγράφων", όπως κάποιοι αξιωματικοί.  -
Αυτό τώρα δεν το καταλαβαίνετε, αλλά να το θυμόσαστε αργότερα, συμπλήρωσε. Τα λόγια του ναυάρχου δεν τα ξέχασα ποτέ και διαχώριζα τους γύρω μου σε δύο κατηγορίες. Όλοι γνωρίζουμε ότι σε κάθε οργάνωση υπάρχουν κάποιοι που διακρίνονται, γιατί βγαίνουν μπροστά και παίρνουν πρωτοβουλίες. Η ευδιάκριτη αυτή ομάδα των αξιωματικών με Α κεφαλαίο, στηρίζει κάθε σοβαρή προσπάθεια σε περίοδο κρίσεως, είτε είναι το αλβανικό μέτωπο, είτε είναι κάποια ενέργεια εν ειρήνη, όπου οι άλλοι απλώς σφυρίζουν αδιάφορα.

* * * * * * * * * * * *  
 Ο Χριστόπουλος λοιπόν ήταν λοχαγός του πυροβολικού με Α κεφαλαίο. Είχε και αυτός κάποια δική του ιδιότυπη κατηγοριοποίηση των γύρω του. Όταν έλεγε για κάποιον ότι "είναι σκυλί", αυτό ήταν έπαινος και όχι ύβρις. Όταν κάποτε με ανέφερε σαν "σκυλί μαύρο", κατάλαβα ότι με είχε σε εκτίμηση. Με τον Χριστόπουλο μάς συνέδεε ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, είμαστε και οι δύο ιπτάμενοι. Εγώ με ανεμόπτερα, εκείνος με τα Piper της Αεροπορίας Στρατού. Κάποια χρόνια αργότερα, η Αεροπορία Στρατού θα μας έδινε τα παλιά της Piper σαν αερορυμουλκά, για να ανυψώνουμε με αυτά τα ανεμόπτερά μας. Τότε όμως, τα Piper τα είχαν δώσει οι Αμερικανοί στον Στρατό, για εναέρια παρατήρηση στόχων από  το πυροβολικό. Το πυροβολικό διέθετε ιπτάμενους αξιωματικούς, ένας από τους οποίους ήταν και ο Χριστόπουλος.


Στο αεροδρόμιο Ιωαννίνων υπήρχε ΛΑΣ (λόχος αεροπορίας στρατού, φωτογραφία 18 1188 18 ) με αεροπλάνα του οποίου πετούσε ο Χριστόπουλος. Έτσι βρεθήκαμε κάποτε στον αέρα ένας λοχαγός του στρατού και ένας σημαιοφόρος του ναυτικού, με κατεύθυνση προς τα σύνορα.
Κοντά στο Καλπάκι άρχισε να μου δείχνει την γραμμή των συνόρων. ∆εν φαινόταν όμως καμία γραμμή, όπως έχει ο χάρτης.  Την εποχή εκείνη τα δικά μας βουνά δεν είχαν διαφορά από τα αλβανικά.
Σήμερα αντιθέτως, τα δικά μας βουνά είναι γκρίζα υποπράσινα, από κάποια πουρνάρια, ενώ τα αλβανικά είναι γκρίζα προς το άσπρο. Φαίνεται ότι τα γίδια της Αλβανίας τρώνε σήμερα κάθε υποψία πρασινάδας.
Η πτήση προς τα σύνορα μάς έφερε προς τα Ζαγοροχώρια, κοντά στην χαράδρα του Βίκου. Από τον αέρα παρατηρεί κανείς αμέσως ότι η πλαγιά δυτικά της χαράδρας συνεχίζεται στον ορεινό όγκο ανατολικότερα. Η χαράδρα υπάρχει εκεί παράλληλα και όχι κάθετα προς την πλαγιά. Φαίνεται ότι σε παλιότερες γεωλογικές περιόδους, ο ποταμός Βοϊδομάτης κυλούσε προς βοράν σε κάποια πεδιάδα και αποστράγγιζε την λεκάνη απορροής που είναι βόρια από το Μιτσικέλι. Όταν το έδαφος άρχισε να ανεβαίνει, ο Βοϊδομάτης συνέχισε να ρέει προς βορράν, κόβοντας συνεχώς το έδαφος που ανέβαινε γύρω του. Ο γεωλογικός σχηματισμός είχε πολύ ενδιαφέρον και αποφάσισα να τον επισκεφθώ από το έδαφος.



Η συνέχεια ΕΔΩ (το πληρες κείμενο) 


Επίσκεψη 1972 

Το καλοκαίρι του 1972 βρέθηκα πάλι στα Γιάννενα, σαν πολίτης και θέλησα να επισκεφθώ τον οικισμό των σεισμοπλήκτων. Οι εργασίες είχαν τελειώσει και τα σπίτια είχαν όλα παραδοθεί στους δικαιούχους. ∆οκιμάζοντας να περιδιαβώ τον οικισμό σαν τουρίστας, άρχισα να αισθάνομαι περίεργα. Σαν κάποιος να με παρακολουθούσε, σαν να ήμουν ανεπιθύμητος.
Από μακριά είδα μια γυναίκα να υφαίνει σε παραδοσιακό ξύλινο αργαλειό. Το θέαμα ήταν πολύ γραφικό και θέλησα να πλησιάσω στο σπίτι. Πριν όμως διασχίσω τον δρόμο, η γυναίκα έσπευσε να κλείσει και να ασφαλίσει το παράθυρό της. Σε ένα τέτοιο εχθρικό περιβάλλον, δεν τόλμησα να πάρω καμία φωτογραφία και απομακρύνθηκα προβληματισμένος.
* * * ∆ιαπίστωσα ακόμα ότι, σαν πολίτης δεν είχα πια την άνεση κινήσεων που είχα σαν ένστολος. Είχαμε πρόθεση να επισκεφθούμε την Βύσσανη (που γράφεται με δύο σίγμα και προφέρεται αναλόγως).
Η Πυρσόγιαννη ήταν άλλος ένας μυθικός προορισμός, για τον οποίο είχα ακούσει πολλά στην ΜΟΜΑ και θα ήθελα κάποτε να πάω. Φθάνοντας όμως στο Καλπάκι, μας σταμάτησε η χωροφυλακή και μας είπε ότι, για να πάμε βορειότερα χρειαζόμαστε ειδική άδεια. - Εντάξει.
Από που θα πάρουμε την άδεια; ρώτησα φιλικά. Μου ελέχθη όμως ότι μόνο το αστυνομικό τμήμα της κατοικίας μας (500 χλμ μακριά), μπορούσε να εκδώσει τέτοια άδεια.
Γυρίσαμε λοιπόν πίσω στα Γιάννενα άπρακτοι.

 Επίσκεψη το 2008
Επίσκεψη το 2008 Γύρω στο 2000 άρχισα να απλώνω σε όλη την Ελλάδα την ερασιτεχνική έρευνα που έκανα από το 1976, για τις ορεινές και θαλάσσιες αύρες στην χώρα μας. Το αεράθλημα του παραπέντε είχε διαδοθεί ευρέως. Είχα ήδη πολλούς πληροφοριοδότες ανά την Ελλάδα και πολλούς ενδιαφερόμενους για τα πορίσματα της έρευνας για τις τοπικές αύρες.
To 2008 επεξέτεινα την έρευνα στην Ήπειρο, όπου και έκανα επανειλημμένα ταξίδια. Όπως ήταν φυσικό, πέρασα τότε και από την Βύσσανη (με δύο σίγμα) και από την φιλόξενη Πυρσόγιαννη. Τώρα πια η αστυνομία δεν ανησυχούσε για όσους πήγαιναν προς βοράν, αλλά για λαθρομετανάστες που έρχονταν προς νότον.
Στα Γιάννενα διανυκτέρευα πάντα στο ξενοδοχείο "Βυζάντιο" που είναι πολύ κοντά στον χώρο της παλιάς ΜΟΜΑ και του Μπουνταλά. Μου δόθηκε λοιπόν η ευκαιρία να ψάξω και πάλι για την τύχη του οικισμού των σεισμοπλήκτων. Το τοπίο όμως είχε μεταβληθεί τελείως. Η πόλη είχε επεκταθεί προς την περιοχή Μπουνταλά και είχε καταβροχθίσει τον οικισμό. Περπατώντας ανάμεσα στα σπίτια, κανείς δεν με κοίταζε πια περίεργα. Επεσήμανα κάποια από τα παλιά σπίτια των σεισμοπλήκτων που επιβιώνουν μέχρι σήμερα και τα φωτογράφησα.




Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

Μετόχι Αγίας Αικατερίνης: Σωσίβιο και καταφυγή στις τρικυμίες της πόλης μας


Μετόχι Αγ. Αικατερίνης: Σωσίβιο και καταφυγή στις τρικυμίες της πόλης μας…

Γράφει ο Αθανάσιος Δέμος στον Πρωϊνό Λόγο

*  Είναι γνωστή η θέση που βρίσκεται η παγκοσμίως γνωστή Ελληνορθόδοξη Μονή Σινά. Κάποτε φιλοξένησε τον Προφήτη Μωάμεθ. Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης παραχώρησε τον Αχτναμέ (=Διαθήκη) με τα προνόμια της Μονής του Σινά. Από το αραβικό άχτ = υποχρέωση και ναμά = επιστολή. Είναι έγγραφο προστασίας και απεριόριστης ελευθερίας.
Ο Αχτναμές αποτέλεσε το σωσίβιο στις τόσες τρικυμίες που πέρασε τόσους αιώνες, όχι μόνον η Μονή Σινά, αλλά όλα τα μοναστήρια και τα μετόχια, όπως είναι και η Αγία Αικατερίνη Ιωαννίνων. Συντάχτηκε στην κουφική γραφή. Η γραφή αυτή είναι παλαιά αραβική, που πήρε το όνομα από την πόλη Κούφα, όπου καλλιεργήθηκαν τα πρώτα βιβλία του Κορανίου.
Ο Αχτναμές ενέπνεε τέτοιο σεβασμό, ώστε οι Τούρκοι πολίτες και στρατιωτικοί, διαβαίνοντας από την Μονή με βαθειά υπόκλιση έστελναν ευλαβικό ασπασμό με το δεξί χέρι τους στο ιερότατο αυτό σύμβολο του Ισλάμ.
Η Μονή Σινά εφοδίασε με αντίγραφα όλα τα μετόχια της. Ένα από τα μετόχια της είναι και η Αγία Αικατερίνη Ιωαννίνων. Στο αντίγραφο που δόθηκε σ’ αυτό το Μετόχι υπάρχει ζωγραφισμένη καλλιτεχνικά η παλάμη της δεξιάς χειρός του Προφήτη στη θέση όπου μπήκε το αποτύπωμά της στο πρωτότυπο. Σε δύσκολες περιστάσεις, πολέμους, λεηλασίες κ.λπ., τοποθετούσαν τον Αχτναμέ στο καμπαναριό, ακριβώς πάνω από την εξωτερική πύλη, μέσα σε γυάλινη προθήκη με ακοίμητο καντήλι για την προστασία της μονής από λεηλασίες. Μόλις το έβλεπαν οι Τούρκοι έκαναν μια βαθειά υπόκλιση, έστελναν ευλαβικό χαιρετισμό και έφευγαν.
Όταν κάποτε μεταξύ 1909 και 1911, Τούρκοι και Αρβανίτες μπέηδες θέλησαν να καταπατήσουν τα κτήματα της μονής, ο ηγούμενος Άνθιμος Κτενιάδης τράβηξε αμέσως απτόητος στο Σαρδί του Βαλή (= Νομάρχη) ζωσμένος τη δερμάτινη κυλινδρική θήκη, όπου φυλάγονταν αντίγραφο του Αχτναμέ με τα προνόμια της μονής, τα οποία είχε δώσει ο Μωάμεθ στη Μονή Σινά.
Η φρουρά θορυβήθηκε και ο αρχιφύλακας αξιωματικός έτρεξε να μάθει τι συμβαίνει. Ο Άνθιμος οργισμένος είπε: «Να με πάτε αμέσως στο Βαλή να του πω τα ζορμπαλίκια μερικών αγάδων. 
Ο Πασάς μαθαίνοντας τα καθέκαστα δέχθηκε αμέσως τον Άνθιμο όρθιος μαζί με το επιτελείο του. Ασπάστηκε τον Αχτναμέ με βαθειά υπόκλιση και ευλάβεια κατά το μουσουλμανικό έθιμο, ακουμπώντας ελαφρά τις άκρες των δακτύλων του δεξιού του χεριού στο ιερό αυτό έγγραφο και από εκεί στα χείλη του και στο μέτωπό του.
Με μεγάλη προσοχή άκουσε τα αιτήματα και την ίδια στιγμή εξαπέστειλε αυστηρότατες διαταγές μη λάχει και τολμήσει κανένας να βάλει χέρι στο Μοναστήρι και τα κτήματά του, που τα έχει υπό την προστασία του ο Προφήτης, γιατί δεν είναι να σταθεί μπροστά του.
Από τότε η Μονή έμεινε ανέγγιχτη. Κατά τους ελληνοτουρκικούς πολέμους 1897 και 1912-13 ο Αχτναμές είχε εκτεθεί στο καμπαναριό της, ακριβώς πάνω από την εξωτερική πύλη, ανοιχτός μέσα σε γυάλινη προθήκη με ακοίμητο καντήλι για την προστασία της από λεηλασίες.
Εκεί βρήκαν άσυλο πάρα πολλές χριστιανικές οικογένειες για τον φόβο σφαγών από άτακτα στοιχεία, που λυμαίνονταν την ύπαιθρο.

Ο ρόλος του Μετοχίου στον απελευθερωτικό αγώνα 1906-1913
Στα πρώτα χρόνια μετά το 1900 όλα προμηνούσαν ότι στη Βαλκανική χερσόνησο θα άλλαζαν ριζικά τα πράγματα. Κάποια κοσμογονία επρόκειτο να αλλάξει το χάρτη της. Όλα αυτά έπεισαν μερικούς επίλεκτους Ηπειρώτες που έμεναν στην ελεύθερη Ελλάδα, ότι ήταν πλέον καιρός να αναλάβουν κάποιες πρωτοβουλίες για δράση για την απελευθέρωση της Ηπείρου.
Έτσι, στις 25 Μαρτίου 1906 ιδρύθηκε στην Αθήνα η «Ηπειρωτική Εταιρεία» ή «Ηπειρωτικόν Κομιτάτον», που ήταν στην κυριολεξία η «Φιλική Εταιρεία» της Ηπείρου. Σκοπός της ήταν η συγκέντρωση πληροφοριών για τα οχυρά και τις δυνάμεις του Τουρκικού στρατού, καθώς και η οργάνωση και ο εξοπλισμός ανταρτικών ομάδων.
Κάθε νέο μέλος της Εταιρείας έδινε τον όρκο κατά το σύστημα της «Φιλικής Εταιρείας». Η ορκωμοσία γινότανε σε δύο ναούς. Οι «Εταίροι» ορκίζονταν στη Μητρόπολη και οι «Ελευθερωταί» στην Αγία Αικατερίνη.
Ο Ηγούμενος της Αγίας Αικατερίνης Άνθιμος Κτενιάδης, Εταίρος του 26ου τμήματος Ιωαννίνων με το ψευδώνυμο «Επίκουρος» είχε διαθέσει όχι μόνον τον ναό, αλλά και ολόκληρο το συγκρότημα της Μονής στη διάθεση της Εταιρείας. Εκεί εκρύφτηκαν προσωρινά διάφοροι διωκόμενοι από τις τουρκικές αρχές. Εκεί αποθηκεύτηκαν για μικρό χρονικό διάστημα όπλα και πυρομαχικά. 
Εκεί γινότανε η ορκωμοσία των Ελευθερωτών. Πόση μεγαλοπρέπεια είχε και τι ρίγος προκαλούσε η σκηνή αυτή: Μπροστά στην Ωραία Πύλη ένα τραπέζι. Επάνω στο τραπέζι το Ευαγγέλιο, πάνω σε μια μικρή μεταξωτή Σημαία. Επάνω στο Ευαγγέλιο ένα γιαταγάνι και ένα περίστροφο σταυρωτά.
 Η Ωραία Πύλη ανοίγει. Ο κατηχητής ντυμένος ένα μακρύ ράσο και με μαύρη προσωπίδα προχωρεί προς την Ωραία Πύλη. Με βαθειά φωνή υπενθυμίζει στον μυούμενο τις βαρύτατες συνέπειες του όρκου του, τις παραδόσεις του τόπου του, τις υποχρεώσεις προς το Έθνος του. Τον καλεί τότε να απαντήσει ελεύθερα, εάν είναι προετοιμασμένος να αναλάβει το μεγάλο χρέος, αλλά και τη μεγάλη ευθύνη της εισόδου στην απελευθερωτική οργάνωση. Μόλις ο κατηχούμενος πει το ΝΑΙ, ο κατηχητής τον καλεί να γονατίσει, να θέσει το χέρι του επάνω στο Ευαγγέλιο και απαγγέλλει τον φρικτό όρκο.
Ο Όρκος του Ελευθερωτή ήταν: «Ορκίζομαι επί του ιερού Ευαγγελίου, εις το όνομα της μιας αδιαιρέτου και ομοουσίου Αγίας Τριάδος, ότι θέλω χύσει και την τελευταίαν ρανίδα του αίματός μου, προς απελευθέρωσιν της φιλτάτης μου πατρίδος Ηπείρου, όταν διαταχθώ προς τούτο και ότι θέλω τηρήσει απόλυτον εχεμύθειαν περί του σκοπού και του έργου της Εταιρείας εν η δε περιπτώσει φανώ επίορκος να υφίσταμαι τας συνεπείας του περί των ποινών μυστικού άρθρου και να είμαι επικατάρατος».
Στην Αγία Αικατερίνη γινότανε οι συνεδριάσεις Τμημάτων της Εταιρείας και γενικά καμιά επικίνδυνη συνδρομή δεν αρνήθηκε ο ατρόμητος αυτός κληρικός, ο Άνθιμος Κτενιάδης. Προσφέρθηκε μάλιστα να κατασκευάσει κρυψώνα μέσα στο ναό για την αποθήκευση όπλων, πράγμα το οποίο δεν κρίθηκε σκόπιμο, καθόσον η οργάνωση απέβλεπε στον εξοπλισμό της υπαίθρου, στην οποία στήριζε όλες τις ελπίδες της.
Η προσφορά του μετοχίου της Αγίας Αικατερίνης Σινά στη νεότερη ιστορία των Ιωαννίνων, υπήρξε σημαντική. Τα παραπάνω δεν είναι παρά μια συντομότατη περίληψη.

Ο Αχτναμέ
Αποτελείται από 18 άρθρα με εισαγωγή και επίλογο. Θα αναφέρω μερικά πράγματα, γιατί ολόκληρος καταλαμβάνει πολύ χώρο:
Εν ονόματι του Ελεήμονος και φιλευσπλάχνου Θεού εξ ου η αντίληψις.
Τόδε εστί γράμμα όπερ έγραψε Μωάμεθ, ο Υιός του Αμπντουλάχ, ο Απόστολος του Θεού, προς πάντας τους ανθρώπους της φυλής και θρησκείας αυτού ως στερεάν υποχρέωσιν και βεβαίαν υπόσχεσιν υπέρ της φυλής των Χριστιανών (Νασοανή Ναζωραίων) όπου και αν ευρίσκωνται, εν τη Ανατολή ή εν τη Δύσει, εγγύς ή μακράν οιοδήποτε και αν ώσιν, ευγενείς ή ταπεινοί, ένδοξοι ή άσημοι. Το γράμμα τούτο έγραψεν ως Αχτναμέ, παραγγέλλων ούτως:
1) Όστις εκ της φυλής μου ή της θρησκείας μου ήθελε τυχόν παραβή τον όρκον και την υπόσχεσιν, άτινα περιλαμβάνονται εν τη παρούση συμφωνία, παραβαίνει την υπόσχεσιν του Θεού, περιφρονεί την θρησκείαν αυτού (μη γένοιτο, Θεέ) και καθίσταται άξιος του αναθέματος, είτε Βασιλεύς είναι ο τοιούτος παραβάτης, είτε πτωχός και γενικώς οιοσδήποτε των Μουσουλμάνων.
2) Λοιπόν, οπόταν τις των Μοναχών ή ασκητών προσφύγη, ίνα κατοικήση εις όρος ή κορυφήν ή σπήλαιον ή πεδιάδα ή παραλίαν ή άμμον ή εις Μοναστήριον ή εκκλησίαν ή απλώς εις ευκτήριον οίκον, εγώ έσομαι εν τω μέσω αυτών, μεθ’ όλης της ψυχής μου αμυνόμενος υπέρ αυτών, διότι είναι υποτελείς μου (ραγιά) και δικοί μου και εγώ θέλω αποστρέψει από αυτών την βλάβην του θανάτου.
5) Ουδείς να παρακωλύει τους μοναχούς περιοδεύοντας από της περιοδείας αυτών.
6) Ουδέν των υπαρχόντων (υλικών) των Εκκλησιών αυτών, Μοναστηρίων ή κελλιών να αφαιρεθεί ποτέ προς οικοδομή Μεσντζέντ (Μουσουλμανικού ευκτηρίου οίκου) ή οικίας Μουσουλμάνου.
7) Όστις ήθελε πράξει τι εκ τούτων, όσα απηγόρευσα, εσταί παραβάτης του ορισμού του Θεού και της Δαιθήκης (Αχτναμέ) του Προφήτου αυτού.
14) Εάν γυνή χριστιανή υπανδρευθή μετά Μουσουλμάνου, ούτος οφείλει να κάμει το θέλημα αυτής, μη παραβιάζων ή εμποδίζων αυτήν από της προσευχής κατά τα δόγματα της πίστεως αυτής.
15) Να μη εμποδίζει κανείς τους Χριστιανούς από της ανακαινίσεως των Εκκλησιών αυτών, αλλά να χορηγείται βοήθεια προς τούτο.
16) Όστις παραβή τας εντολάς ταύτας και ενεργή εναντίον αυτών γίνεται βεβαίως παραβάτης της Διαθήκης του Θεού και του Αποστόλου αυτού (Μωάμεθ).
17) Ουδείς ποτέ να εγείρη χείρα ενόπλου κατά των Χριστιανών, μάλιστα δε οι Μουσουλμάνοι οφείλουσι να αμύνονται υπέρ αυτών.
18) Ταύτα διατάσσω διά της διαθήκης ταύτης (Αχτναμέ), ουδείς δε πιστός να τολμήση να πράξη το εναντίον, διότι θέλω τηρηθή αύτη εν ισχύι μέχρι της συντέλειας του κόσμου.
Μάρτυς της διαθήκης, ην έγραψεν ο Μωάμεθ, ο υιός Αμπντουλάχ (ω δώη ο Θεός ευλογίαν και ευχήν), προς πάντας τους Χριστιανούς και της εκτελέσεως των υπεσχημένων υπογράφονται: Αναφέρει συνολικά 21 ονόματα.
Το παρόν έγραψεν ιδιοχείρως ο Αλή μπιν Άμπου Τάλεμπ εν τω Μεσντζέντ του Προφήτου τω δευτέρω έτει της Εγείρας, τη τρίτη ημέρα του Μουχαρέμ. Ο δε Προφήτης (ω είη ειρήνη) επέθηκε τον τύπον της τιμίας αυτού χειρός.
Αντίγραφον εκ της Μονής Σινά.

Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

Συνέντευξη του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Σεραφειμ στον Γιώργο Τράγκα (και τι δε λέει!)



Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Σεραφείμ, κατά κόσμον Βησσαρίων Τίκας του Χρήστου, γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1913 στο χωριό Αρτεσιανό Καρδίτσας.
Αφού ολοκλήρωσε τις βασικές σπουδές του, γράφτηκε κατόπιν εξετάσεων, το 1936 στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποία αποφοίτησε το 1940 με βαθμό «λίαν καλώς». Δευτεροετής φοιτητής της Θεολογικής Σχολής, εκάρη μοναχός στη Μονή Πεντέλης το 1938.
Την επομένη μέρα από την κουρά του χειροτονήθηκε διάκονος από τον τότε Μητροπολίτη Κορινθίας και μετέπειτα Αντιβασιλέα Δαμασκηνό και υπηρέτησε στο ναό της Αγίας Τριάδος στο Νέο Ηράκλειο.
Το 1942 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και αρχιμανδρίτης επίσης από τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό και υπηρέτησε ως εφημέριος στον Ιερό Ναό του Αγίου Λουκά Πατησίων, όπου και τον βρήκε η γερμανική κατοχή να έχει αναλάβει τη μέριμνα συσσιτίων. Αργότερα εισήλθε στις τάξεις του ΕΔΕΣ υπό τον στρατηγό Ναπολέοντα Ζέρβα
Διετέλεσε γραφέας και γραμματέας της Ιεράς Συνόδου. Το 1949 εξελέγη Μητροπολίτης Άρτης και το 1958 μετατέθηκε στη Μητρόπολη Ιωαννίνων.
Τον Μάιο του 1969 ανέλαβε την αρχηγία του "Βορειοηπειρωτικού Αγώνος".
Εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος στις 13 Ιανουαρίου 1974, από "αριστίνδην" Σύνοδο, διαδεχόμενος στον αρχιεπισκοπικό θρόνο των Αθηνών τον επίσης επί επταετίας εκλεγέντα κατά τον ίδιο αντικανονικό τρόπο Ιερώνυμο Κοτσώνη.
Ως προκαθήμενος της Εκκλησίας της Ελλάδος επισκέφθηκε τα Πατριαρχεία Κωνσταντινουπόλεως, Αντιοχείας, Μόσχας, Σόφιας και Βελιγραδίου.
Ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ ήταν επίτιμος διδάκτορας σε πολλά ξένα πανεπιστήμια. Στις 29 Μαΐου 1997 του απονεμήθηκε για τα 60 χρόνια υπηρεσίας του και προσφοράς του στην Εκκλησία, ο Μεγαλόσταυρος του Τάγματος της Τιμής, ανώτατη διάκριση που δίδεται συνήθως σε αρχηγούς κρατών. Επίσης είχε τιμηθεί, από τον Βασιλέα Παύλο με Χρυσό Αριστείο Ανδρείας και Πολεμικό Σταυρό Α΄ τάξεως, καθώς και με Μετάλλιο Εξαιρέτων Πράξεων, Αναμνηστικό Μετάλλιο Αντιστάσεως 1941-1945 και με διάφορα άλλα διπλώματα και παράσημα ξένων χωρών και Πατριαρχείων. Ήταν Πρόεδρος του Δ.Σ της Σιβιτανιδείου Σχολής.
Ο Σεραφείμ υπήρξε ο ιεράρχης με τη μεγαλύτερη θητεία, 24 χρόνια, στην ηγεσία της Εκκλησίας. Όρκισε έξι προέδρους Δημοκρατίας και πολλούς πρωθυπουργούς. Ήταν μόνιμος κάτοικος Ψυχικού (Αθήνα).
Απεβίωσε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου 1998.

Τρίτη 22 Ιουνίου 2010

Για τα Γιάννενα (1204 -1922) και τους Τουρκογιαννιώτες (του Γιάννη Παπαϊωάννου)


Από το βιβλίο "Γεγονότα από τη νεότερη ιστορία" του ιστοριοδίφη πολιτικού μηχανικού Γιάννη Κ. Παπαϊωάννου:

.... Ο τουρκογιαννιώτης είναι ο χριστιανός γιαννιώτης άρχοντας του κάστρου, ο οποίος εξισλαμίστηκε, για να διατηρήσει τα προνόμιά του και την ακίνητη περιουσία του και ο οποίος παρότι συμμετείχε σε υψηλά διοικητικά πόστα, δεν γνώριζε και δεν μιλούσε τα τουρκικά.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.
Το 1204 μ.Χ. η Κωνσταντινούπολη πέφτει στα χέρια των Φράγκων σταυροφόρων του Βαλδουΐνου. Τότε πολλές οικογένειες βυζαντινών αρχόντων από την Κωνσταντινούπολη κατάφεύγουν στο κάστρο των Ιωαννίνων, το οποίο τους παραχωρεί ο Άγγελος Κομνηνός-που μένει στην Άρτα- για να μην τους έχει στα πόδια του. Αυτές οι οικογένειες είναι: των Φιλανθρωπινών, των Αψαράδων, των Στρατηγόπουλων, των Μελισσινών και των Γλυκήδων.
Όταν το 1260 μ.Χ. οι Βυζαντινοί ανακαταλαμβάνουν την Κωνσταντινούπολη, οι Ιωαννίτες άρχοντες δηλώνουν πίστη στον αυτοκράτορα και κατορθώνουν να αποσπάσουν κάποια προνόμια αυτοδιοίκησης, καθώς και την ίδρυση μητροπόλεως Ιωαννίνων∙ γεγονός που ανεβάζει το κύρος της πόλεως και την καθιστά ανεξάρτητη από την μητρόπολη Άρτας. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι Βυζαντινοί καθιστούσαν μητρόπολη κάθε πόλη που θεωρούσαν σημαντικό πέρασμα ή λιμάνι. Και τούτο ήταν δηλωτικό της σημασίας που απέδιδαν σε κάθε τέτοια πόλη-κομβικό κέντρο για την άσκηση και τον έλεγχο της εξουσίας.
Το 1319 το δεσποτάτο της Ηπείρου υπάγεται στον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ανδρόνικο, ο οποίος με τα αυτοκρατορικά χρυσόβουλα του 1319 και 1321 παρέχει πολλά προνόμια στο πολυάνθρωπο «άστυ» των Ιωαννίνων, όπως το ονομάζει.
Το 1346 ο σέρβος τσάρος Στέφανος Δουσάν κυριεύει την Μακεδονία, Ήπειρο, Θεσσαλία∙ στέλνει τον αδερφό του Ούρεση βασιλιά της Θεσσαλίας και Ηπείρου, ο οποίος με την σειρά του τοποθετεί στην Ήπειρο ως διοικητή και ηγεμόνα-με έδρα τα Ιωάννινα- τον συγγενή του σέρβο Θωμά Πρελούμπο.
Η περίοδος διοίκησης του Θωμά Πρελούμπου (1367-1384) είναι περίοδος τυραννίας για τα Ιωάννινα, τα οποία μετατρέπονται σε πόλη του θρήνου. Δολοφονείται ύστερα από συνωμοσία στις 24-12-1384 από τους σωματοφύλακές του και ηγεμόνας της Ηπείρου ανακηρύσσεται η χήρα του δούκισσα Αγγελική Παλαιολογίνα, που κατάγεται από βυζαντινό γένος.
Για να αντιμετωπιστούν οι δύσκολες μέρες που περνούν τόσο τα Γιάννινα από το πιεστικό σφίξιμο των Αλβανών, όσο και η κοντινή ύπαιθρος από τις λεηλασίες τους, η Αγγελική Παλαιολογίνα παίρνει σαν δεύτερο σύζυγό της-με την συγκατάθεση του συμβουλίου των αρχόντων του Κάστρου- τον φλωρεντινό ευπατρίδη Ιζάουλο (Ησαύ) Βουεδελμόντε, ανιψιό του δούκα της Κεφαλλονιάς Καρόλου Τόκου.
Το 1387 ο δεσπότης των Γιαννίνων Ιζάουλος πιέζεται πολύ από τις επιθέσεις των Αλβανών και φοβάται τον χείμαρρο των Τούρκων, οι οποίοι καταλαμβάνουν για πρώτη φορά την Θεσσαλονίκη με επικεφαλής τον μετέπειτα σουλτάνο Βαγιαζήτ, τον επονομαζόμενο Γιλντιρίμ (κεραυνό, λαίλαπα). Γι’ αυτό τον επισκέπτεται και τον «προσκυνάει» στην Θεσσαλονίκη, γίνεται δηλαδή υποτελής του και αποκτάει έναν ισχυρό προστάτη.
Όταν επιστρέφει στα Γιάννινα συνοδεύεται από τον στρατηγό Γαζή (νικητή) Εβρενόζ και από επιτροπή τουρκομάνων αξιωματικών, οι οποίοι παραλαμβάνουν το κάστρο και την πόλη και εγκαθίστανται-με βάση την συμφωνία- έξω από το κάστρο, στην περιοχή μεταξύ των σημερινών συνοικιών Λειβαδιώτη και Μάτσικα, πίσω από τον Άγιο Νικόλαο αγοράς, κτίζουν τεκέ, περικλείουν την έκταση με παλούκια, η οποία γι’ αυτό ονομάζεται «τουρκοπάλουκο».
Είναι συνήθεια των οθωμανών να στέλνουν στα μέρη που ελέγχουν μερικούς Τούρκους στρατιωτικούς από τα βάθη της Ανατολής, οι οποίοι επιδιώκουν να ανακατεύονται με το ντόπιο πληθυσμό παίρνοντας ή αρπάζοντας με την βία χριστιανές για γυναίκες τους.
Έτσι γίνεται και με τους τουρκομάνους αξιωματικούς που μένουν στο τουρκοπάλουκο. Μια νύχτα Χριστουγέννων μπαίνουν στο κάστρο, πηγαίνουν στην εκκλησία του ταξιάρχου Μιχαήλ, που είναι και η μητρόπολη (σημερινό Φετιχιέ τζαμί), αρπάζουν κατά την έξοδο των χριστιανών από μια κόρη ο καθένας, τις παίρνουν στα σπίτια τους και τις κάνουν γυναίκες τους.
Το 1414 μετά το θάνατο του Ιζάουλου Βουεδελμόντε καλούνται να ηγεμονεύσουν στα Γιάννινα ο δούκας της Κεφαλλονιάς Κάρολος Α΄ Τόκος και αργότερα ο αδερφός του Κάρολος Β΄ μέχρι το 1430. Όταν και αυτός πεθαίνει, τα τρία παιδιά του ζητούν την επέμβαση του σουλτάνου Μουράτ, ο οποίος μόλις έχει καταλάβει την Θεσσαλονίκη (29 Μαρτίου 1430) και την έχει περάσει δια πυρός και σιδήρου.
Αποστέλλεται ο στρατηγός Σινάν-πασάς, ο οποίος πολιορκεί το κάστρο των Ιωαννίνων και μπροστά στον κίνδυνο τελείας εξοντώσεώς τους οι Ιωαννίτες άρχοντες παραδίδουν την πόλη στις 10 Νοεμβρίου 1430 ύστερα από συνθήκη που γίνεται και ονομάζεται «ορισμός Σινάν-πασά», την οποία υπογράφει ο Σινάν-πασάς ως αντιπρόσωπος του σουλτάνου.
Στις διαπραγματεύσεις για την παράδοση του κάστρου βοηθούν οι Κουρεντιώτες και οι Ζαγορίσιοι, οι οποίοι προϋπάντησαν και προσκύνησαν τον προελαύνοντα στρατηγό Σινάν-πασά στην θέση που ονομάζεται «Προσκύνηση» (δίπλα στο σημερινό κρατικό νοσοκομείο Χατζηκώστα, πρώην Σανατόριο) και έγιναν φόρου υποτελείς του. Εξασφαλίζουν έτσι οι Κουρεντιώτες και οι Ζαγορίσιοι το προνόμιο να μην πληρώνουν κανέναν φόρο, ούτε τον κεφαλικό. Αναλαμβάνουν όμως την υποχρέωση να αποστέλλουν στον αυτοκρατορικό στρατό του σουλτάνου έναν ορισμένο αριθμό ανδρών όχι για στρατιώτες, αλλά για βοηθητικές υπηρεσίες.
Με τον «ορισμό Σινάν-πασά» οι Ιωαννίτες άρχοντες του κάστρου εξασφαλίζουν διάφορα προνόμια με πλήρη σχεδόν αυτοδιοίκηση, ήτοι «την διατήρηση των τιμαρίων τους, την κρίση την ρωμαϊκή και όλα τα εκκλησιαστικά δικαιώματα και τα υποστατικά τους». Στην συνέχεια πρεσβεία Ιωαννιτών στέλνεται στον σουλτάνο Μουράτ Β΄, τον οποίο συναντά έξω από την Θεσσαλονίκη, στο σημερινό Κλειδί, τον προσκυνά σαν βασιλέα του κάστρου των Ιωαννίνων και του παραδίδει τα κλειδιά του κάστρου.
Για τους Ιωαννίτες άρχοντες είναι σημαντική η διατήρηση των τιμαρίων τους (των τσιφλικιών τους), που τους παρέχει την δύναμη και την εξουσία απέναντι στους υποτελείς τους χωρικούς, την ζωή των οποίων ορίζουν κυριολεκτικά.
Από το 1430 μέχρι το 1612 επικρατεί στην Ήπειρο η διαμάχη των Τούρκων με τους Βενετούς, οι οποίοι προσπαθούν να διατηρήσουν την κυριαρχία της θάλασσας. Το γιαννιώτικο κάστρο όλο αυτό το διάστημα με εξαιρετική επιμέλεια κρατάει άψογη στάση και δεν ακούγεται πουθενά. Έχοντας εξασφαλίσει την αυτοδιοίκησή του, τα τιμάριά του, και την λειτουργία του με βάση το φεουδαρχικό σύστημα, φροντίζει να είναι συνεπέστατο στις υποχρεώσεις του απέναντι στο επικυρίαρχο αφεντικό του, τον σουλτάνο.
Το 1611 ξεσπάει στην περιοχή των Ιωαννίνων η επανάσταση του Διονυσίου του φιλοσόφου, του επονομασθέντος σκυλοσόφου, η οποία καταπνίγεται στο αίμα. Ο ίδιος ο Διονύσιος γδέρνεται ζωντανός σε μια σπηλιά του βράχου στο κάστρο και σέρνεται στους δρόμους. Στο κάστρο γκρεμίζονται όλες οι εκκλησίες και εκδιώκονται όλοι οι χριστιανοί κάτοικοί του. Η πόλη επεκτείνεται πλέον έξω από το κάστρο, με τις συνοικίες που δημιουργούν οι χριστιανοί έξω από αυτό. Μέσα μένουν πλέον οι αδιαμφισβήτητοι κυρίαρχοι, που είναι οι Τούρκοι.
Λίγοι οι γνήσιοι Τούρκοι και πάντα στρατιωτικοί από την Ανατολή.
Και οι εξισλαμισμένοι χριστιανοί, οι τουρκογιαννιώτες.
Είναι οι παλιοί άρχοντες Ιωαννίτες, που αλλαξοπιστούν προκειμένου να διατηρήσουν τα τιμάριά τους και να εξακολουθήσουν να μετέχουν στην διοίκηση όντας μορφωμένοι. Γνωρίζουν άλλωστε την λειτουργία της, «την παίζουν στα δάχτυλα» κατά το κοινώς λεγόμενο, την έχουν διδαχτεί από τους προγόνους τους άρχοντες βυζαντινούς, οι οποίοι ακροβάτησαν αριστοτεχνικά, για να επιβιώσουν και να συνεχίσουν την αυτόνομη πορεία τους μέσα από το Δεσποτάτο της Ηπείρου, καθώς και κάτω από την επικυριαρχία του σουλτάνου. Κι ακόμα κάποιοι εξισλαμισμένοι Ζαγορίσιοι, οι οποίοι με τα προνόμια που έχουν εξασφαλίσει και τις επαφές τους στην Κωνσταντινούπολη δημιουργούν γνωριμίες με την Υψηλή Πύλη, μαθαίνουν να ελίσσονται, ανεβαίνουν κοινωνικά.
Ένας εξισλαμισμένος χριστιανός από την Βίτσα Ζαγορίου (αρχικά γενίτσαρος Αχμέτ με το προσωνύμιο Αρσλάν, δηλαδή λιοντάρι, που καταλήγει να ονομάζεται Ασλάν) ο Ασλάν Ζουλφικάρ πασάς διοικεί το πασαλίκι των Ιωαννίνων μετά το 1611. Χτίζει στο κάστρο των Ιωαννίνων το ομώνυμο τζαμί, εκεί όπου σήμερα στεγάζεται το Δημοτικό Μουσείο.
Ο Ασλάν πασάς γίνεται ο αρχηγός της φεουδαρχικής οικογένειας των Ασλανιδών, η οποία διοικεί μέσω των απογόνων της-κληρονομικώ δικαίω- την Ήπειρο μέχρι το 1788. Οι τουρκογιαννιώτες κρατούντες, ενώ τηρούν τις επιβαλλόμενες αποστάσεις από τους χριστιανούς, ασκούν σώφρονα διοίκηση. Άλλωστε η κυριαρχία του σουλτάνου δεν είναι ουσιαστική, εκτός από τους φόρους που καταβάλλονται κανονικά στον σουλτάνο. Παρότι είναι μουσουλμάνοι εξακολουθούν να μιλάνε ελληνικά.
Ο τελευταίος πασάς των Γιαννίνων από την οικογένεια των Ασλανιδών είναι ο Ζουλφικάρ πασά Καλός ή Καλός πασάς, ο οποίος ονομάστηκε έτσι για την πραότητα και την καλοσύνη που τον διέκρινε.
Ακολουθεί το 1788 η άνοδος στο πασαλίκι των Ιωαννίνων του παμπόνηρου τουρκαλβανού Αλή πασά. Αυτός πρώτα κλέβει με το στανιό μέσα από το σπίτι της την εγγονή του Καλού πασά, τη Ζιχάλκω και την παίρνει γυναίκα του και στην συνέχεια με ισχυρά μέσα κατορθώνει και διορίζεται από την Υψηλή Πύλη πασάς των Ιωαννίνων. Η διακυβέρνηση του Αλή πασά κρατάει μέχρι το θάνατό του στις 24 Ιανουαρίου 1822.
Το 1913 η παράδοση της πόλης των Ιωαννίνων στους Έλληνες γίνεται από την πλευρά των Τούρκων από τον στρατηγό Εσάτ-πασά, διοικητή της ανεξάρτητης μεραρχίας Ηπείρου. Ο Εσάτ-πασάς είναι τουρκογιαννιώτης καστρινός, ο οποίος λύνει την απορία σχετικά με την καταγωγή του, όταν ερωτάται από τον γιαννιώτη μελετητή της πόλης κ. Σωτήριο Ζούμπο σε επίσκεψή του στα Γιάννινα το 1934. Πρόγονος του Εσάτ-πασά ήταν ένας από τους τουρκομάνους της επιτροπής που πρωτοήρθαν στα Γιάννινα το 1379 με τον στρατηγό Γαζή Εβρενόζ να παραλάβουν το κάστρο κι εγκαταστάθηκαν στην συνοικία τουρκοπάλουκο. Και πήρε για γυναίκα του την χριστιανή Βασιλική της οικογένειας Γλυκήδων αρπάζοντάς την από την εκκλησία του ταξιάρχου Μιχαήλ στο κάστρο, νύχτα των Χριστουγέννων.
Μετά την μικρασιατική καταστροφή και με την συνθήκη της Λωζάννης που υπογράφηκε μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, το κριτήριο της ανταλλαγής των πληθυσμών γίνεται ανάλογα με την θρησκεία. Έτσι οι εξισλαμισμένοι Γιαννιώτες, οι Τουρκογιαννιώτες δηλαδή, ενώ δεν γνωρίζουν την τουρκική, είναι όμως στην πλειοψηφία τους πιστοί οπαδοί της οθωμανικής αυτοκρατορίας, δεν γλιτώνουν τον εκπατρισμό τους. Μεταφέρονται στην Κωνσταντινούπολη και εγκαθίστανται στην περιοχή Πεντέκιοϊ (το τουρκικό συνθετικό –κιοϊ σημαίνει χωριό, προάστιο).
Δεν ξεχνούν την πατρίδα που στερήθηκαν και συνεχίζουν να μιλούν τα ελληνικά. Την πατρίδα τους τα Γιάννινα και το κάστρο. Γιατί αυτοί είναι βέροι γιαννιώτες, από «τον αφαλό του κάστρου», όπως συνήθιζαν να λένε παλιότερα, όσοι ήθελαν να τονίσουν την γιαννιώτικη καταγωγή τους. Πώς να τα ξεχάσουν άλλωστε, αφού εξισλαμίστηκαν για να παραμείνουν άρχοντες, πραγματικοί μπέηδες και πασάδες στα Γιάννινα;
Για τους Τουρκογιαννιώτες ισχύει αυτό που λέγεται για την περίοδο της τουρκοκρατίας:
"Οι περήφανοι φύγανε,
οι παλικαράδες σκοτώθηκαν,
οι έξυπνοι εξισλαμίστηκαν και διακρίθηκαν,
οι αδύνατοι υποτάχτηκαν δουλεύοντας στα χωράφια των πλούσιων γαιοκτημόνων».
Οι τελευταίοι είναι οι ραγιάδες, που σήκωσαν τον σταυρό του μαρτυρίου στην μακρά περίοδο της δουλείας υπομένοντας καρτερικά τις ταπεινώσεις, τις απειλές και τους βιασμούς.
Γι’ αυτούς τους τουρκογιαννιώτες και τουρκοπαργινούς που οι περισσότεροί τους δεν γνωρίζουνε τουρκικά, θα διερωτηθεί ο Τούρκος πλοίαρχος που τους μεταφέρει στην Γιάλοβα της Προποντίδας έχοντας αφήσει προηγουμένως στο λιμάνι της Πρέβεζας έλληνες πρόσφυγες μικρασιάτες που αγνοούν τα ελληνικά: «Μπρε τζιάνουμ πολύ περίεργο φαίνεται σ’ εμένα αυτό που γίνεται, δεν ξέρω αν γίνεται λάθος και τούρκους διώχνουμε και ρωμιούς κουβαλάμε».
Στα Γιάννινα μένουν λίγοι τουρκαλβανοί (εξισλαμισμένοι Αλβανοί) μπέηδες και πασάδες με τσιφλίκια στην περιοχή της σημερινής νότιας Αλβανίας (μέχρι το Δυρράχιο). Τα αρχοντικά τους ήτανε φυσικά έξω από το κάστρο.
Τον Μάρτιο του 1997 στα πλαίσια της συνάντησης των αναπληρωτών υπουργών Εξωτερικών χωρών της Ευρώπης στις Βρυξέλλες, ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Ονούρ Οϊμέν εξομολογείται στον ομόλογό του αναπληρωτή υπουργό της Ελλάδας Γιώργο Παπανδρέου ότι είναι τουρκογιαννιώτης στην καταγωγή. Και κάποιος γιαννιώτης σχολιάζει πικρόχολα την έλλειψη εκπροσώπησης των Ιωαννίνων με υπουργό στην ελληνική κυβέρνηση ως εξής: «Δεν βαριέσαι. Τα Γιάννινα μπορεί να μην έχουν υπουργό στην Αθήνα. Έχουν όμως τουρκογιαννιώτη υπουργό στην Άγκυρα.»

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2010

Τα πήραμε τα Γιάννενα, μάτια πολλά το λένε.Το λένε χτύποι και βροντές, το λένε κι οι καμπάνες.


Τα πήραμε τα Γιάννινα
Μάτια πολλά το λένε,
Μάτια πολλά το λένε,
Οπού γελούν και κλαίνε.
Το λεν πουλιά των Γρεβενών
Κι αηδόνια του Μετσόβου,
Που τα έκαψεν η παγωνιά
Κι ανατριχίλα φόβου.
Το λένε χτύποι και βροντές,
Το λένε κι οι καμπάνες,
Το λένε και χαρούμενες
Οι μαυροφόρες μάνες.
Το λένε και Γιαννιώτισσες
Που ζούσαν χρόνια βόγγου,
Το λένε κι Σουλιώτισσες
Στις ράχες του Ζαλόγγου. (Του Γεωργίου Σουρή)

Στις 10 Ιανουαρίου 1913 ο διάδοχος και μετέπειτα βασιλιάς Κωνσταντίνος αναλαμβάνει στη Φιλιππιάδα τη διοίκηση του στρατού της Ηπείρου και εγκαθιστά το Αρχηγείο στο Χάνι του Εμίν Αγά 14 χιλιόμετρα νότια του Μπιζανίου. Οι στρατιώτες ενισχύονται και με άλλες δυνάμεις και νοιώθουν πως η μέρα της λευτεριάς είναι πολύ κοντά.
Ο διάδοχος Κωνσταντίνος πριν από την τελική επίθεση, έκρινε καλό να απευθύνει μήνυμα για παράδοση προς τον Εσσάτ πασά, που ήταν συμμαθητής του στη στρατιωτική Ακαδημία του Βερολίνου, το οποίο αναφέρει τα εξής:

Προς τον Διοικητή του Οθωμανικού Στρατού Ιωαννίνων Εσσάτ Πασσάν,
Εξοχώτατε!
Προσφεύγω εις Υμάς εν ονόματι της ανθρωπότητος και του πολιτισμού, προ της τελικής εφόδου, όπως αποφευχθή αιματοχυσία πολλών ηρώων και όπως περιφρουρηθεί η πόλις εκ της καταστροφής ην θα φέρη η μάχη εις τας πύλας ταύτης. Ο εν Κορυτσά στρατός μου αφαιρεί κάθε ελπίδα διαφυγής σας εκ της αιχμαλωσίας.
Αφ’ ετέρου ασφαλώς γνωρίζετε, ότι ο Οθωμανική Κυβέρνησις από της ενάρξεως των συζητήσεων εν Λονδίνω δια την σύναψιν της ειρήνης, παρητήθη των εδαφών, των περιλαμβανομένων από της Θράκης μέχρι του Αδριατικού πελάγους και κατόπιν τούτου δεν βλέπω τον λόγον δι’ επιμονήν εις άμυναν της πόλεως.
Εάν πρόκειται δια την τιμήν και δόξαν των όπλων σας, είμαι έτοιμος, εν περιπτώσει παραδόσεως της πόλεως εις τον Στρατόν μου, προ της οριστικής εφόδου, να επιτρέψω εις τον Στρατόν Σας να εξέλθη της πόλεως με όλην την πολεμικήν τιμήν και δόξαν και με τα όπλα και στρατιωτικά του είδη και να μεταφερθή εις κατάλληλον σημείον.
Συγχρόνως εγγυώμαι, ότι θα επιδειχθή σεβασμός προς θρησκείαν, ζωήν, τιμήν και περιουσίαν των Μουσουλμάνων.
Είναι ματαία η επιμονή της διατηρήσεως των Ιωαννίνων μέχρι της ειρήνης, με την ελπίδα ότι αύτη θα είναι προσεχής. Τα δε τελευταία γεγονότα της Κωνσταντινουπόλεως δεν επιτρέπουσι να υποθέση τις και να ελπίζη ότι η σύναψις και η υπογραφή της ειρήνης θα είναι προσεχής.
Ο Στρατός Σας, παρά την ανδρείαν και το θάρρος, είναι ασφαλώς καταδικασμένος εις αιχμαλωσίαν ή καταστροφήν. Η απώλεια των Ιωαννίνων δεν είναι δυνατόν να σας παράσχη ευθύνας, διότι η Κυβέρνησίς Σας έχει παρητηθή της χώρας ταύτης, κατά πάντα τρόπον.
Εγώ δ’ έχω την στερράν απόφασιν και την επιθυμίαν να καταλάβω οπωσδήποτε τα Ιωάννινα.
Εάν η Υμετέρα Εξοχότης δέχεται κατ’ αρχήν τας προτάσεις μου, παρακαλώ όπως μοι απαντήση δι’ αξιωματικού ερχομένου εις τας προφυλακάς μου δια της μεγάλης οδού.
Παρακαλώ όπως δεχθήτε την έκφρασιν της εκτιμήσεως μου, εξοχώτατε Πασσά.
Αρχηγός της Στρατιάς Μακεδονίας και Ηπείρου
Κωνσταντίνος, Δουξ της Σπάρτης.

Ο Εσσάτ Πασσάς απορρίπτει τις προτάσεις
Ο Εσσάτ Πασσάς αφού συμβουλεύτηκε και τους ανωτέρους του, απορρίπτει τις προτάσεις του Κων/νου απαντώντας τα εξής:
Προς τον Αρχηγόν του Ελληνικού Στρατού, Δούκα της Σπάρτης, Κωνσταντίνον.
Υψηλότατε Πρίγκηψ!
Τας εν ονόματι της ανθρωπότητος και του πολιτισμού γενομένας προτάσεις της Υμετέρας Υψηλότητος ανέγνωσα μετά της αυτής σοβαρότητος και λεπτότητος και μετά πλήρους σεβασμού. Αναφέρω ότι διαθέτομεν τα απαιτούμενα μέσα, συν Θεώ, δια την άμυναν των Ιωαννίνων κατά πάσης ενεργείας του θαρραλέου Στρατού Σας.
Σας ευχαριστώ ιδιαιτέρως, διότι πιστεύετε ότι θα επιμείνω, μέχρι του τελευταίου ανδρός και του τελευταίου βλήματος εις την εκτέλεσιν του καθήκοντος όπερ επιβάλλει εις τους υπερασπιστάς ενός φρουρίου η στρατιωτική τιμή και το στρατιωτικόν γόητρον.
Αλλά, όπερ η Υμετέρα Υψηλότης, ούτω και εγώ ανέλαβον καθήκον και έχω σταθεράν απόφασιν να το εκτελέσω και το εκπληρώσω πάση θυσία.
Είναι τιμή δι’ εμέ να συνεχίσω τον πόλεμον μέχρι τέλους με τον γενναίον Στατόν Σας. Δια το χυθέν και χυνόμενον αίμα ο πολιτισμός και ο ανθρωπισμός δεν θα επικρίνη εμέ και τον Στρατόν μου.
Το δίκαιον και η δικαιοσύνη θα καταλογίσωσι ταύτην εις τους υπαιτίους του πολέμου.
Σας ευχαριστώ δια την ευγενή σας λεπτότητα και Σας παρακαλώ να δεχθήτε την έκφρασιν του σεβασμού μου.
Αρχηγός Στρατού Ιωαννίνων
Εσσάτ Πασσάς.

ΤΟ ΝΕΟ ΣΧΕΔΙΟ
Τώρα εκπονείται την τελευταία στιγμή νέο σχέδιο. Θα χτυπήσουν από αριστερά από τα πλάγια, κι όχι κατά μέτωπο από Μπιζάνι, αλλά από Μανωλιάσσα, Άγιο Νικόλαο, Τσούκα, ενώ θα δείχνουν ότι η κύρια προσπάθειά τους είναι το δεξιό (το Μπιζάνι). Την τελευταία λοιπόν στιγμή με άκρα μυστικότητα πίσω από την Ολύτσικα σε κακοτράχαλα και δύσβατα μέρη μεταξύ 17-19 Φεβρουαρίου 1913 μέσα σε ελάχιστο χρόνο μεταφέρουν τις δυνάμεις πίσω από τους Τούρκους και τους αιφνιδιάζουν. Ένα έξυπνο σχέδιο με επιτυχέσταρη εφαρμογή! Εν τω μεταξύ το Μπιζάνι σείεται από αμέτρητες οβίδες που ρίχτηκαν εναντίον του αλλά και από τις οβίδες που το ίδιο ξέρναγε προς τους Έλληνες λίγο πριν αλλά και κατά τη διάρκεια της επίθεσης.
20η Φεβρουαρίου 1913.
Στις 6 η ώρα μετά από πορεία όλη τη νύχτα χτυπούν τον Άγιο Νικόλαο ο οποίος πέφτει. Στη συνέχεια χτυπούν το πιο ψηλό ύψωμα την Τσούκα, και κατόπιν τη Δουρούτη, τη Μανωλιάσσα. Οι εύζωνοι του Βελισσάριου και του Ιατρίδη κατευθύνονται προς τα Ιωάννινα μέσα στον κάμπο, προτού καν το Μπιζάνι παραδοθεί και σιγήσει εντελώς.
Μπροστά στη σκληρή πραγματικότητα οι Τούρκοι ζητούν παράδοση της πόλης και την άλλη μέρα 21η Φεβρουαρίου ανέτειλε περίλαμπρος ο ήλιος της ελευθερίας μετά από 500 περίπου χρόνια σκληρής δουλείας.
Την άλλη μέρα παραδόθηκε το Μπιζάνι. Ο χώρος είναι κατασκαμμένος από τις οβίδες και γεμάτος νεκρούς.

ΟΙ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ
Η άλωση του Μπιζανίου θεωρήθηκε γεγονός μεγάλης στρατιωτικής σημασίας, γιατί ήταν πολύ οχυρωμένο και υποστηρίζονταν από 32 περίπου χιλιάδες στρατού και πολλά όπλα. Πρωταγωνιστές θα λέγαμε της πτώσεως του Μπιζανίου ήταν:
1) Ο Πρωθυπουργός της χώρας Ελευθέριος Βενιζέλος που εδώ και 2 χρόνια είχε ετοιμάσει τη χώρα αλλά και με τους σωστούς χειρισμούς του κατά τη διάρκεια του πολέμου.
2) Ο Διάδοχος Κωνσταντίνος που είχε την αρχιστρατηγία στον πόλεμο αυτό, στην τελευταία φάση
3) Ο Στρατηγός Σαπουντζάκης, γηραιός πια, που από τις 12 Οκτωβρίου 1912 ανέλαβε με λίγες δυνάμεις (μία μεραρχία) να ξεκαθαρίσει με την Τουρκία το μέτωπο της Ηπείρου.
Και προ πάντων και πάνω απ’ όλους – για να είμαστε δίκαιοι – οι αξιωματικοί και οι Έλληνες στρατιώτες που προχωρούσαν στην πρώτη γραμμή και όρθιοι πολλές φορές μπροστά στις κάννες των όπλων του εχθρού!
Στα χείλη του θυμόσοφου λαού που σπάνια να πέσει έξω, κυκλοφορεί μέχρι και σήμερα τούτο το τετράστιχο:
Ποιος το πήρε το Μπιζάνι;
Εύζωνας με το φουστάνι
Βενιζέλος με την πέννα
Κωνσταντίνος με την πάλλα

Έγιναν μεγάλες μάχες (πριν ο Βελισσαρίου πατήσει πρώτος στα Γιάννενα, στην Αετοράχη, στα Πεστά, στα Πέντε Πηγάδια και αλλού.
Το Β΄ Τμήμα Στρατιάς, προκειμένου να εκπληρώσει την αποστολή του αποφασίστηκε να κινηθεί σε τρεις φάλαγγες (1η, 2η και 3η). Η 2η Φάλαγγα με αφετηρία τα στενά της Μανολιάσας, όπου είχε μετακινηθεί, ανέλαβε να προελάσει προς το ύψωμα Άγιος Νικόλαος και στη συνέχεια προς το χωριό Πεδινή. Το 1ο Σύνταγμα Ευζώνων, με τα 8ο και 9ο Τάγματα, μαζί με το 1/17 Τάγμα Πεζικού αποτελούσε την εμπροσθοφυλακή της 2ης Φάλαγγας. Με τα δύο Τάγματα Ευζώνων ανεπτυγμένα εμπρός και το 1/17 πίσω ως εφεδρεία, περί τις 07.45 ξεκίνησε η προέλαση.

Μετά από σκληρές μάχες και με τους άνδρες του βουτηγμένους μέχρι το γόνατο στους βούρκους της περιοχής ο Βελισσαρίου κατάφερε να διεισδύσει ανάμεσα σε τρία τουρκικά οχυρά που ακόμη δεν είχαν παραδοθεί (οχυρά Χιντζηρέλου, Μπιζανίου και Καστρίτσας) και μαζί με τον Ιατρίδη και το τάγμα του κατέλαβε το χωριό Άγιος Ιωάννης, συλλαμβάνοντας πολλούς αιχμαλώτους και κυριεύοντας μεγάλες ποσότητες εχθρικού υλικού. Τα δύο τάγματα εγκατέστησαν άμεσα προφυλακές και έκοψαν τα τηλεφωνικά και τηλεγραφικά καλώδια, διακόπτοντας την επικοινωνία των Ιωαννίνων με το Μπιζάνι. Την υπόλοιπη νύκτα οι άνδρες των δύο ταγμάτων αιχμαλώτισαν 37 αξιωματικούς και 935 οπλίτες του Τουρκικού Στρατού που υποχωρούσαν και διέρχονταν από την περιοχή, χωρίς να γνωρίζουν τη διείσδυση των ευζώνων του Βελισσαρίου και του Ιατρίδη, ενώ ταυτόχρονα προώθησαν τις θέσεις τους προς τα Γιάννενα.

Περί τις 23.00 της 20 Φεβρουαρίου ο Βελισσαρίου διέκρινε δύο πολύ μεγάλους φανούς πίσω από του οποίους σύντομα εμφανίστηκαν ο επίσκοπος Δωδώνης, ο Τούρκος υπολοχαγός Ρεούφ και ο επίσης Τούρκος ανθυπολοχαγός Ταλαάτ, οι οποίοι έφερναν επιστολή των ξένων προξένων και του Εσσάτ Πασά με τις προτάσεις για παράδοση των Ιωαννίνων. Η παράτολμη ενέργεια των Βελισσαρίου και Ιατρίδη, έκανε τους Τούρκους να πιστέψουν πως έξω από τα Ιωάννινα είχε συγκεντρωθεί μεγάλη ελληνική δύναμη και άρα κάθε αντίσταση ήταν μάταιη!

Τα Γιάννενα υπερασπίζεται ο Εσσάτ Πασάς με 30 χιλιάδες περίπου στρατό και το Μπιζάνι οι Φαϊκ και Φουάτ Μπέης. Αρχηγός του Επιτελείου και της άμυνας του Μπιζανίου ήταν ο αδελφός του Εσσάτ Πασά, ο Βεχήπ Μπέης.

ΤΙ ΕΙΠΕ Η ΠΟΙΗΣΗ
Του πολέμου του 1912
Ισείς βουνά του Γκρίμποβου, βουνά της Μανωλιάσσας,
Λίγου να χαμηλώσετε κάνα ντουφέκι τόπου
Για να φανούν τα Γιάννινα, το έρημου Μπιζάνι,
Πως πολεμούν οι Έλληνες με τους Τουρκαρβανίτες
Πέφτουν κανόνια σαν βροχή, ουβίδες σαν χαλάζι
Κι αυτά τα λιανοντούφεκα σαν άμμους της θαλάσσης.

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΙΣΤΗ
Μου γράφεις Μάνα μια γραφή και με ρωτάς τι κάνω,
στου Μπιζανιού την παγωνιά, στο κρύο θα πεθάνω!
Δε με φοβίζουν Μάνα μου οι σφαίρες τα κανόνια
μα με φοβίζει η βροχή, του Μπιζανιού τα χιόνια…

Λειτούργησε την Παναγιά κι άναψε αγιοκέρι
να κάνει θαύμα, Μάνα μου, να γίνει καλοκαίρι
να ιδώ τον ήλιο μια φορά κι απ’ τη χαρά να κλάψω
κι’ από τα Γιάννινα γραφή, μάνα μου, θα σου γράψω.

Μάνα μ’ ο Κωνσταντίνος μας, παιδιά όλους μας έχει,
σαν αητός στο πλάϊ μας και σαν πατέρας τρέχει
Μη κλαις μανούλα μου χρυσή, γρήγορα θα γυρίσω
και θάμαι Μάνα νικητής, γλυκά να σε φιλήσω.
(Γεωργίου Βουγιουκλάκη)

ΠΟΛΕΜΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
(Σπερχειάδα Φθιώτιδας) Δημοτικό
Ένα πουλάκι ν’ έβγαινε πομέσ’ απ’ το Μπιζάνι,
είχε θολά τα μάτια του και μαύρα τα φτερά του,
κι η Ρούμελη το ρώτησε κι η Ρούμελη του λέει:
Ακού’ κανόνια πέφτουνε και θλιβερά βουϊζουν.
Πες μας, πουλί, τι γίνεται και τι λεβέντες πέφτουν:
--Τι να σου πω, βρε Ρούμελη, τι να σου μολογήσω;
Τα ευζωνάκια πολεμούν στο ξακουστό Μπιζάνι
πέντε μερούλες νηστικά και δέκα διψασμένα,
μέσα στους πάγους πολεμούν κι είναι κρουσταλιασμένα.
Πέφτουν λεβέντες μας νεκροί, λεβέντες πληγωμένοι
κι ο Σαπουντζάκης έλεγε κι ο Σαπουντζάκης λέγει:
--Παιδιά μου, μη δειλιάσετε το τούρκικο το βόλι,
να πάρουμε τα Γιάννινα κι ας σκοτωθούμε όλοι.



Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2010

Οι εκδηλώσεις για την 97η επέτειο από την απελευθέρωση των Ιωαννίνων.


Oι εκδηλώσεις για την 97η επέτειο από την απελευθέρωση στις 21 Φεβρουαρίου 1913, των Ιωαννίνων έχουν ως εξής:
- Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου στις 11 το πρωί επιμνημόσυνη δέηση στο Ηρώο «Αγωνιστριών γυναικών των Τσεριτσάνων» στο τοπικό διαμέρισμα Πλατανίων του δήμου Σελλών.
- Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου, στο Μπιζάνι. Στις 11 το πρωί γίνεται επίσκεψη στο Μπιζάνι και τα οχυρά του, με ενημέρωση για τα ιστορικά γεγονότα στην περιοχή από αξιωματικό της 8ης Μεραρχίας, αλλά και εκκίνηση των αθλητών που μετέχουν στον καθιερωμένο Μπιζάνειο δρόμο. Στις 12.30, επιμνημόσυνη δέηση και κατάθεση στεφάνων στον τύμβο των Μπιζανομάχων και η απονομή στους νικητές του αγώνα.
- Σάββατο 20 Φεβρουαρίου, στις 9.30 τρισάγιο και κατάθεση στεφάνων στο Στρατηγείο του πολέμου στο Χάνι Εμίν Αγά όπου και είχε εγκατασταθεί το κέντρο επιχειρήσεων της πολιορκίας των Ιωαννίνων από τον ελληνικό στρατό το 1912- 13.
Στις 11 θα γίνει επιμνημόσυνη δέηση και κατάθεση στεφάνων στο Ηρώο Μπιζανομάχων, στο Ρολόι.
Το βράδυ στις 7 στην Πινακοθήκη της Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών, παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας Κάρολου Παπούλια εγκαινιάζεται η έκθεση «Ο Ηπειρώτης Γεώργιος Σταύρος και η οικονομική συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους» που διοργανώνεται από την ΕΗΜ και το Ιστορικό Αρχείο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας. Η έκθεση θα διαρκέσει ως τις 19 Μαρτίου και θα είναι ανοιχτή κάθε μέρα από Δευτέρα ως Παρασκευή 10-1 και 6-8.
Η πανηγυρική εκδήλωση του Δήμου Ιωαννιτών στο Πνευματικό Κέντροστις 19.45, με προσφώνηση από τον πρόεδρο του δημοτικού συμβουλίου Βασίλη Κοσμά ενώ την πανηγυρική ομιλία θα κάνει ο Καθηγητής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Γιώργος Καψάλης («Ο Τύπος της εποχής για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων»). Θα ακολουθήσει προβολή του ιστορικού ντοκιμαντέρ «Έτσι πήραμε τα Γιάννενα» σε σκηνοθεσία Νίκου Παπαθανασίου.
Στις 20.40 θα ακολουθήσουν τα εγκαίνια της δεύτερης μεγάλης έκθεσης. Ο Κάρολος Παπούλιας θα εγκαινιάσει στο φουαγιέ του Πνευματικού Κέντρου την έκθεση «Θησαυροί της Δημοτικής Πινακοθήκης Ιωαννίνων» με έργα νεοελλήνων ζωγράφων που βρίσκονται από τη μεγάλη συλλογή της πινακοθήκης. Η έκθεση μετά τα εγκαίνια θα μεταφερθεί στη Δημοτική Πινακοθήκη στην οδό Κοραή.
-Κυριακή 21 Φεβρουαρίου, από τις 7 το πρωί η Φιλαρμονική του Δήμου και η στρατιωτική μπάντα θα παιανίζουν εμβατήρια στους δρόμους της πόλης. Δοξολογία στη Μητρόπολη στις 10.30. Στις 11.05 κατάθεση στεφάνων από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στο Ηρώο Μπιζανομάχων και στις 11.45 παρέλαση ενώπιον του Προέδρου.
- Παράλληλες εκδηλώσεις. Ήδη ξεκίνησε η έκθεση με σπάνιο φωτογραφικό υλικό από την απελευθέρωση και την ζωή της πόλης το 1912- 13, στο ισόγειο της νομαρχίας, μια έκθεση που τελεί υπό την αιγίδα της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης και θα λειτουργεί στις ώρες λειτουργίας των υπηρεσιών το πρωί ως και τις 28 Φεβρουαρίου ενώ θα είναι ανοιχτή και την Κυριακή του εορτασμού.
Το σαββατοκύριακο, επιπλέον, στο στρατόπεδο Κατσιμήτρου στο Πέραμα θα διεξαχθούν διεθνείς, επετειακοί αγώνες σκοποβολής (τυφεκίου- πιστολιού) της Σκοπευτικής Ομοσπονδίας Ελλάδος και του Αθλητικού Ομίλου BUDO.
.....................................................................
........................................................................
Για τα οχυρά στο Μπιζάνι, τα σχέδια οχύρωσης, η παράκαμψη των οχυρών
μια εκπομπή της TV τηλεφώς


Τετάρτη 26 Αυγούστου 2009

Η εξόντωση των Εβραίων των Ιωαννίνων και ένα δικαστικό σκάνδαλο στη σύγχρονη Γερμανία.


ΑΝΑΨΗΛΑΦΗΣΕΙΣ

Το φάντασμα των Ιωαννίνων

Η εξόντωση των Εβραίων της ηπειρωτικής πρωτεύουσας και ένα δικαστικό σκάνδαλο στη σύγχρονη Γερμανία

του ΣΠΥΡΟΥ ΜΟΣΚΟΒΟΥ (ΤΟ ΒΗΜΑ - Κυριακή 26 Ιουλίου 2009)

Το κοινό, εκατόν πενήντα περίπου ακροατές, παρακολουθούν με ενδιαφέρον την αποψινή ομιλία στην ιστορική αίθουσα του Πρωτοδικείου Βρέμης. Αλλά και με ανάμεικτα συναισθήματα, και ας έχουν περάσει πάνω από εξήντα χρόνια από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, και ας γράφει το ημερολόγιο 24 Ιουνίου 2009.

Στο βήμα ο ομότιμος καθηγητής Ιστορίας του Δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Βρέμης Κρίστοφ Σμινκ-Γκουστάβους μιλά με θέμα: «Ανακρίσεις για το Ολοκαύτωμα: Αναφορά σε ένα δικαστικό σκάνδαλο της Βρέμης (1964-1970)». Πρόκειται για μια εκδήλωση που συνοδεύει έκθεση με τίτλο «Τι ήταν τότε δίκαιο» για τη διαστροφή του δικαίου την εποχή του ναζισμού. Ο καθηγητής παρουσιάζει λεπτομέρειες που συσχετίζουν την εξόντωση των Εβραίων της Ελλάδας με τη Βρέμη και την επιβίωση ναζιστικών σταγονιδίων στη δικαιοσύνη.

Εκθέτει τα πορίσματα μελέτης του που κυκλοφορεί ακόμη μόνο στα ελληνικά.

Ξετυλίγει τον βίο και τα έργα του πρώην εισαγγελέα Ζίγκφριντ Χέφλερ (1909-2003), του ανθρώπου που στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα έκλεισε τον φάκελο και άρα ανέκοψε την προσαγωγή στη δικαιοσύνη δύο υπευθύνων για τον εκτοπισμό των Ελληνοεβραίων, ανάμεσά τους και των 1.725 Εβραίων των Ιωαννίνων.

Εκλεισε τον φάκελο, αυτό είναι το σκάνδαλο, αυτά είναι τα νέα στοιχεία που προσκομίζει ο Σμινκ-Γκουστάβους, επειδή έβλεπε με κατανόηση τους «συναυτουργούς», ήθελε να τους εκλάβει ως «απλούς συνεργούς» και να τους απαλλάξει. Γιατί; Γιατί μάλλον υπήρξε ο ίδιος «συναυτουργός» στο σκοτεινό γερμανικό παρελθόν, γιατί ο ίδιος ήθελε να τον εκλαμβάνουν ως «απλό συνεργό».

Μερικά πρόσωπα στο κοινό πανιάζουν. Ο ομιλητής δεν ξέρει ακόμη ότι ανάμεσα στους νομικούς και στους φιλομαθείς κάθεται και ο γαμπρός και η εγγονή του Χέφλερ, ακόμη και η παλιά γραμματέας του στην εισαγγελία. Ο γλυκός παππούς, ο εξαίρετος νομομαθής, το επίλεκτο μέλος της κοινωνίας της Βρέμης ένας πρώην ναζί; Μια κλασική γερμανική τραγωδία. Γύρω από τον βαρύ πολυέλαιο, κάτω από τον επιβλητικό θυρεό της ιστορικής αίθουσας σαν να ψιθυρίζουν απόψε 1.725 αδικαίωτες ψυχές.

Χωρίς να λογοδοτήσουν

Ηταν στις 25 Μαρτίου 1944 όταν οι Εβραίοι των Ιωαννίνων συγκεντρώθηκαν μέσα σε λίγες ώρες, επιβιβάστηκαν σε φορτηγά και μέσω Λαρίσης οδηγήθηκαν στο Αουσβιτς, όπου και εξοντώθηκαν εκτός από ελάχιστους που επέζησαν.

Οι διαταγές για τον εκτοπισμό τους εκδόθηκαν από τη Γερμανική Ασφάλεια στην Αθήνα.

Ο διοικητής της Βάλτερ Μπλούμε και ο στενός συνεργάτης του Φρίντριχ Λίνεμαν, πρώην γκεσταπίτης στη Βρέμη, θεωρήθηκαν ύποπτοι για το έγκλημα από τις αρμόδιες γερμανικές αρχές μετά τον πόλεμο και τη σχετική προανακριτική διαδικασία ανέλαβε με ευσυνειδησία ο εισαγγελέας της Βρέμης Χάραλντ Ράιχενμπαχ.

Αλλά όταν το 1968 ολοκλήρωσε το κατηγορητήριο, αποχώρησε οικειοθελώς για επαγγελματικούς λόγους από την εισαγγελία και τότε ανέλαβε τον φάκελο ο συνάδελφός του Ζίγκφριντ Χέφλερ.

Για να τον κλείσει οριστικά και αμετάκλητα το 1971 εκτιμώντας ότι οι δύο ύποπτοι για εγκλήματα δεν υπήρξαν «συναυτουργοί» της εξόντωσης των Εβραίων, αλλά απλοί «συνεργοί», οι οποίοι εκτελούσαν διαταγές ανωτέρων και μάλιστα δεν ήταν «εσωτερικά πεπεισμένοι» για την ορθότητα των αναπόφευκτων διαταγών.

Βάσει του γερμανικού δικαίου όμως η συνέργεια σε «ανθρωποκτονία» παραγραφόταν εντός δεκαπέντε ετών. Ετσι οι Βάλτερ και Λίνεμαν εξεμέτρησαν μάλλον κάποια στιγμή το ζην χωρίς να λογοδοτήσουν για τις ευθύνες τους για τον χαμό της ζωής των άλλων.

Το παρελθόν του νομικού

Την επομένη της αποκαλυπτικής εκδήλωσης στη Βρέμη άρχισαν οι αντεγκλήσεις στον τοπικό Τύπο και στο μεταξύ η διένεξη άρχισε να απασχολεί και τις μεγάλες γερμανικές εφημερίδες. Πρώην συνάδελφοι του Ζίγκφριντ Χέφλερ διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για το πάλλευκο παρελθόν του ευυπόληπτου νομικού, δημοσιογράφοι υπενθυμίζουν τη γοργή αποκατάσταση και επανένταξη πρώην ναζί στο μεταπολεμικό δικαστικό σώμα της Γερμανίας.

Και ο καθηγητής Σμινκ-Γκουστάβους, που τόσο πίκρανε ένα μέρος της κοινωνίας της Βρέμης, επισημαίνει τα κενά στα μεταπολεμικά βιογραφικά σημειώματα του πρώην εισαγγελέα, ανασύρει έγγραφα που πιστοποιούν όχι απλά ότι ο Χέφλερ ήταν μέλος του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, αλλά και ότι είχε αποσπασθεί κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στην Πολωνία, στο Εκτακτο Δικαστήριο του Ζέσουφ που είχε στο παθητικό του ουκ ολίγες θανατικές καταδίκες πολωνών αντιστασιακών.

Σε τριάντα πέντε ολόκληρους τόμους που βρίσκονται σήμερα στα αρχεία της εισαγγελίας της Βρέμης είναι καταγεγραμμένη βήμα προς βήμα η προανακριτική διαδικασία για την υπόθεση Μπλούμε-Λίνεμαν και τον εκτοπισμό των Εβραίων της Ελλάδας.

Το τμήμα που αφορά το αργό αλλά σταθερό κλείσιμο της υπόθεσης από τον Χέφλερ μπορεί να διαβαστεί και ως χρονικό μιας συγκάλυψης: αργοπορίες, επιφανειακή εξέταση των υπόπτων, υποχωρήσεις σε προκλητικές απαιτήσεις τους για αναβολή των ανακρίσεων, επιλεκτική μεγαλοποίηση των ελαφρυντικών στοιχείων και υποτίμηση των επιβαρυντικών.

Και ταυτόχρονα συνιστά τεκμήριο όχι μόνο της θεσμικής υπεκφυγής από τον κολασμό των ναζιστικών εγκλημάτων, αλλά και της ενσωμάτωσης των πρώην ναζί στη μεταπολεμική γερμανική κοινωνία.

Μια προσωπική ιστορία

Σε έναμέρος των στοιχείων αυτών έχει πρόσβαση το ελληνικό κοινό, καθώς έχουν περιληφθεί στο βιβλίο του Κρίστοφ Σμινκ-Γκουστάβους με τίτλο «Μνήμες Κατοχής ΙΙ. Ιταλοί και Γερμανοί στα Γιάννενα και η καταστροφή της εβραϊκής κοινότητας» που κυκλοφόρησε πρώτα στα ελληνικά το περασμένο φθινόπωρο από τις εκδόσεις Ισνάφι.

Είχε προηγηθεί ο πρώτος τόμος για την καταστροφή του χωριού Ασπράγγελοι στο Ζαγόρι, ενώ αναμένεται και ο τρίτος για την πυρπόληση των Λυγκιάδων από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής.

Μια επιτομή του όλου έργου αναμένεται να εκδοθεί στα γερμανικά μόλις την ερχόμενη άνοιξη από τον οίκο της Γοτίγγης Wallstein, διακεκριμένο στις μελέτες που αφορούν την ιστορία του 20ού αιώνα και το Ολοκαύτωμα. Ετσι το γερμανικό κοινό θα έρθει σε επαφή με ένα ελάχιστα γνωστό κεφάλαιο, τη δύστηνη μοίρα των Εβραίων της Ελλάδας.

Συχνά πίσω από την ενασχόληση γερμανών ιστορικών με την ιστορία της Κατοχής στην Ελλάδα βρίσκεται και μια προσωπική ιστορία. Πίσω από την ενασχόληση του Σμινκ-Γκουστάβους με τους εβραίους των Ιωαννίνων βρίσκεται μια συνάντηση ή μάλλον η ακύρωσή της: σε ένα σκοτεινό κατάστημα υφασμάτων γεμάτο τόπια και αράχνες στα Γιάννενα ο Γερμανός εντόπισε έναν επιζώντα του Αουσβιτς. Πήγε να τον δει και να τον ρωτήσει. Αλλά μόλις ο γέροντας Εβραίος έμαθε ότι πρόκειται για Γερμανό σφάλισε τα χείλια του και έδειξε την πόρτα.

Ολη η ιστορική έρευνα του Σμινκ-Γκουστάβους μπορεί να εκληφθεί ως προσπάθεια να λυθεί αυτή η σιωπή και μάλιστα στον τόπο των δραστών.

Ο κ.Σπύρος Μοσκόβου είναι διευθυντής του ελληνικού προγράμματος της Deutsche Welle

Σχετικά: Φινίτο γκουάρε, Μπαρούχ νταγιάν αεμέτ.

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2009

Κίνησι ου Ρόβας κίνησι, μεσ' στην Βλαχιά να πάει


(Αναδημοσίευση άρθρου του παλιού δάσκαλου Στέφανου Μπέτση στην τοπική εφημερίδα των Ιωαννίνων «Πρωϊνός Λόγος»)
"Ατάρ Οδυσσεύς και καπνόν αναθρώσκοντα νοήσαι ης γαίης θανέειν ιμείρεται"
( Όμηρος )
"Αδαπάνητος έστι της ευποιίας ο πλούτος, εν τω διδόναι γαρ λαμβάνεται και εν τω σκορπίζειν συνάγεται"
( Απολλώνιος)

Το ταξίδι των Ηπειρωτών προς τη Βλαχία και οι καημοί του.

Οι ταξιδιώτες της Βλαχίας Ηπειρώτες καταγόμενοι κυρίως από τα Κουρεντοχώρια, το Ζαγόρι και το Πωγώνι, αλλά και οι αλβανόφωνοι ακόμα Βορειοηπειρώτες από το Αργυρόκαστρο ως την Μοσχόπολη και την Κοριτσά, ήταν όλοι τους συνήθως παιδιά αμούστακα αλλά και μικροπαντρεμένοι και από τους πρώτους ολίγοι ξαναγύριζαν στα σπίτια τους και οι δεύτεροι ύστερα από απουσία είκοσι και πλέον ετών.

Ο πηγεμός στη Βλαχία εγίνονταν βέβαια δια ξηράς με τα καραβάνια ζώα φορτηγά άλογα και μουλάρια με επικεφαλής τον καραβανάρη, που διέθετε από 20 έως 100 ζώα, διαρκούσε δε το ταξίδι από 1 μήνα ως 40 μέρες.
Το ταξίδι των Ηπειρωτών προς την Βλαχία δεν ήταν μόνο πολυήμερο αλλά και δύσκολο με τα ποτάμια, τις κλεισούρες του και τον κακό καιρό αλλά και επικίνδυνο, γιατί συχνά έπεφτε σε συμμορίες ληστών, που γύμνωναν τους ταξιδιώτες ιδίως τους επιστρέφοντες ή και τους σκότωναν.
Από τους καραβανάρηδες αυτούς γνωστοί για τον τόπο μας ήταν ο Φεντάνης από την Τσαρκοβίστα των Κουρέντων κι ο περίφημος Ρόβας Γιαννιώτης,
(σύμφωνα με άλλες πηγές ο Ρόβας κατάγοταν από την Καλωτά)
που η λαϊκή μούσα τον αποθανάτισε με το γνωστότατο τραγούδι κατά την πιο άρτια παραλλαγή του και στο Γιαννιώτικο μάλιστα ιδίωμα (βόρειο) αυτό:

"Κίνησ' ου Ρόβας κίνησι μεσ' στην Βλαχιά να πάει
νύχτα σιλώνει τάλουγου νύχτα του καλιγώνει
βάνει τα πέταλα ασημιά καρφιά μαλαματένια
κι η αρματοσιά τ' αλόγου του χρυσό μαργαριτάρι.
Σαράντα μέρες έκανι σαράντα μερουνύχτια
όσου να φτάκει στη Βλαχιά στου έρμου Μπουκουρέστι.
Βλαχούλες τον καρτέρησαν γλυκά τον κουβεντιάζουν.
Καλώς του Ρόβα πούρχιτι καλώς του Ρόβα πούρθι.
- Ρόβα του τι μας ήφιρις απ' τα καλά τα Ιάνν'να;
- Σας ήφιρα τρία πηδιά τρία παλληκαράκια.
Τόνα του λένι Κωνσταντή κι τ' άλλου Νικουλάκη
του τρίτου κι ημουρφότιρου του λένι Δημητράκη".

"Ο Ρόβας, καθώς γράφει σε σύντομο δημοσίευμά του ο αείμνηστος και διαπρεπής φιλόλογος Δημ. Σάρρος, ήτο Ιωαννίτης, απέθανε το 1978, επί τεσσαράκοντα σχεδόν έτη ήτο ο μόνος μίτος ο συνδέων την Ηπειρωτικήν Βλαχίαν με την Ελληνικήν Ήπειρον, εταξείδευεν άπαξ, σπανιώτερον δε δις του έτους εκ της Ηπείρου εις τον Δούναβιν και τανάπαλιν.




Αυτός εκόμιζεν εις την έρημον Ήπειρον γράμματα και χρήματα των ξενιτευμένων τέκνων της, και σπανιώτατα και κανένα εξ αυτών, αυτός εκόμιζεν ανεπιστρεπτεί εις τας μαγικάς αγκάλας της εκβεβακχεμένης Βλαχίας την καρδίαν, την λεβεντιάν της Ηπείρου, και πόσοι τάχα από εκείνους εγύριζαν οπίσω;". και περακάτω ο ίδιος: ¨Ο Ρόβας μετά πολλάς περιπέτειας από την Ηπειρον δια του Ζυγού, Μετσόβου, Γρεβενών, Κονιαροχωρίων, Περλεπέ, Βελεσσών, Δουβνοβίτσας, Σιστοβίου, έφθανε με τα καραβανιά του εις το Βουκουρέστι".

Τόπος των ξενιτευόμενων από την περιοχή μας και σημείο εκκίνησης του επιβλητικού σε όγκο (διέθετε από 80 ως 100 ζώα) και άριστα οργανωμένου καραβανιού του Ρόβα ήταν η Δοβρά Ζαγορίου. Εκεί μαζεύονταν όσοι σκόπευαν να ταξιδέψουν στη Βλαχία. Το ταξίδι εγίνονταν μία ή δύο φορές το χρόνο, τ' Αι-Γιωργιού δηλ. και του Σταυρού (14/9) μετά το Πανκουρεντιακό πανηγύρι της Παλιουρής (8/9) τότε, που στις πλαγιές των λόφων και των βουνών μας άνοιγαν οι μοσχομύριστες διώχνες, όνομα χαρακτηριστικό γιατί με το άνθισμά τους έδιωχναν τους νέους μας για την ξενιτιά, λουλούδια όμορφα και ταπεινά, άλλες κάτασπρες, άλλες κατακίτρινες κι άλλες θαλασσιές, χαρά θεού και το άνθισμά τους ήταν μια μαχαιριά, που έμπηγε η ξενιτιά η πλανεύτρα στο στήθος της φτωχής πατρίδας με το άσπλαχνο άρπαγμα των παιδιών της. Οι στιγμές του ξεπροβοδήματος και του αποχωρισμού του ξενιτευμένου νέου από τους συγγενείς και φίλους ήταν πραγματικά συγκινητικές. Φιλιά, αγκαλιάσματα και δάκρυα, πολλά δάκρυα καθώς δε ο ταξιδευτής ξεμάκραινε, ευχές ολόκαρδες και μηνύματα θερμά προς τους ήδη εκεί ταξιδεμένους χωριανούς. Κι έρχονταν στο νου οι φιλοσοφημένοι στίχοι του λαϊκού ποιητή:

"Παρηγοριά έχ' ο θάνατος
και λησμοσύνη ο Χάρος
κι ο ζωντανός ξεχωρισμός
παρηγοριά δεν έχει"
ή
"Την ξενιτιά, την ορφανιά,
την πίκρα, την αγάπη
τα τέσσερα τα ζύγιασαν
βαρύτερα είν' τα ξένα".

Ο Ηπειρωτικός λαός, λαός κατ' εξοχήν αποδημητικός, τραγούδησε με πλήθος τραγούδια του όλο καημό και πίκρα τους ξενιτεμένους της Βλαχιάς. Παραθέτω μόνο κατά τους πρώτους στίχους τους αρκετά από τα τραγούδια αυτά δανεισμένα από εκδομένες συλλογές. Ένα λεει:

"Μάνα με κακοπάντρεψες
και μώδωκες βλαχιώτη
(δηλ. άντρα ταξιδεμένον στη Βλαχιά)
δώδεκα χρόνους στη Βλαχιά
και τρεις μέσα στο σπίτι...".
Eνα άλλο:
"Το ποιά έχ' άντρα στη Βλαχιά
και γυιό στο Μπουκουρέστι
πες της να μην τον καρτερεί
να μην τον παντηχαίνει.
Οι Βλάχισσες είναι κακές
κι αυτές οι βλαχοπούλες
γελούν μανάδων τα παιδιά
και πίσω δεν γυρίζουν".
Ενα τρίτο τελειώνει:
"Κι όσα κορίτσια απαντώ
όλα τα παραγγέλω
άντρα βλαχιώτ' μη πάρουνε
αν θέλουν να μην κλάψουν".
Κι ένα ακόμα:
"Θέλω να τα καταραστώ
τα έρημα τα ξένα
την Πόλη και την Μολδαβιά
και την Βλαχιά τα τρία
της Μολδαβιάς το πρόβατα
βλογιά να τάχει μάσει
και της Βλαχιάς οι έμορφες
πανούκλα να τις κάψει..."'
Κι ένα τελευταίο:
"Ανάθεμά σε Μπουγδανιά
Βλαχιά και Μπουκουρέστι
πώχεις ποτάμια απέραντα
βουνά που δεν πατιούνται...".
……………………………………………………………………………….
Ο Ρόβας
Θρύλος έχει γίνει το όνομα του Ηπειρώτη κυρατζή Ρόβα ο οποίος τον περασμένο αιώνα στα αγώγια του για τις Παραδουνάβιες περιοχές, το καραβάνι του άγγιζε τα 200 αλογομούλαρα !!!
Η Λαϊκή Μούσα απαθανάτισε το όνομα του με το παρακάτω τραγούδι

Ο Ρόβας παιδιά μ ξεκίνησε
μες την Βλαχιά να πάει
γειά στο Ρόβα μου
μες την Βλαχιά να πάει
πάπια χήνα μου, να χεις το κρίμα μου.

Νύχτα σελώνει ο Ρόβας τ άλογα
νύχτα τα καλιγώνει
γεια σου Ρόβα μου
νύχτα τα καλιγώνει
πάπια χήνα μου, να χεις το κρίμα μου.

Βάζει τα πέταλα χρυσά
καρφιά μαλαματένια
γεια σου Ρόβα μου
καρφιά μαλαματένια
πάπια χήνα μου, να χεις το κρίμα μου

Όλο στεριά ο Ρόβας πήγαινε
Όλο στεριά πηγαίνει
γεια σου Ρόβα μου
όλο στεριά πηγαίνει
πάπια χήνα μου, να χεις το κρίμα μου.

------------------------------------
Νύχτα περνάει το Δούναβη
μπαίνει στα Βουκουρέστια,
κι πέρα που ξεπέζευε
όλοι τονε ρωτάγαν:

Ρόβα μ' σαν τι μας ήφερες
απο τα μαύρα Γιάννινα;
σας φέρνω εκατό παιδιά
κι όλα Γιαννιωτοπαίδια

Τα τρία τα καλύτερα
της ομορφιάς στολίδια,
το να το λεν Αυγερινό,
το άλλο το λέν Φεγγάρι,
το τρίτο το καλύτερο
το λέν Μαϊσιον ήλιο!

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2009

Η δολοφονία του Αλέξη Νούτσου το 1822 από τον ...


Ο Αλέξης Νούτσος το καλοκαίρι του 1821 κατεβαίνει στην επαναστατημένη Ελλάδα. Γνωρίζει τους Φαναριώτες πολιτικούς και τους Έλληνες καπεταναίους και αναμιγνύεται στα πολιτικά και στρατιωτικά πράγματα.

Προσπαθεί να απεμπλέξει και να γλιτώσει τους Αλβανούς φίλους του που βρίσκονται κλεισμένοι στην Τριπολιτσά. Το επιτυγχάνει ύστερα από διαπραγματεύσεις και τους στέλνει στον Αλή Πασά στα Γιάννινα.

Ο Αλέξης δεν ξεχνά τον Αλή Πασά κυρίως πια για συναισθηματικούς λόγους. Του στέλνει πληροφορίες και προσπαθεί να του στείλει και στρατιωτική βοήθεια αλλά ματαίως.

Ο Αλής πέφτει τον Ιανουάριο του 1822 κι ο Αλέξης ξεχειμωνιάζει με την οικογένειά του στη Λευκάδα.

Την Άνοιξη του 1822 κατεβαίνει στην Πελοπόννησο, στην πρώτη Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου, ύστερα από πρόσκληση του Μαυροκορδάτου για βοήθεια.

Στην Πολιτική Διοίκηση που σχηματίστηκε εκλέχτηκε πρόεδρος του Εκτελεστικού ο Μαυροκορδάτος και Υπουργός Εσωτερικών και Πολέμου ο Ιωάννης Κωλέττης, φίλος του Αλέξη από την αυλή του Αλή Πασά.

Ο Μαυροκορδάτος και ο Κωλέττης, από την Κόρινθο όπου εδρεύει η Πολιτική Διοίκηση, στέλνουν τον Αλέξη Νούτσο στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα με σκοπό να συνενώσει πολιτικούς (Αρειοπαγίτες) και στρατιωτικούς (Ανδρούτσος).

Εκεί τα πάντα έχουν διαλυθεί απ’ τη διχόνοια και τις φιλοδοξίες.

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος υπόσχεται συνεργασία και δίνει ελπίδες στον Αλέξη Νούτσο.

Τούτος γυρίζει στην Κόρινθο όπου η κυβέρνηση τον διορίζει πολιτικό και στρατιωτικό αρχηγό της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας.

Το Μάιο φεύγει από την Κόρινθο και φτάνει στο Δίστομο όπου αρχίζει επαφές με πολιτικούς και στρατιωτικούς. Οι Αρειοπαγίτες κατηγορούν τον Ανδρούτσο και τούμπαλιν.

Ο Νούτσος πάει στη Στυλίδα όπου συναντά τον Δημήτριο Υψηλάντη που είναι αηδιασμένος από το μίσος και τη διχόνοια που επικρατούν.

Ο Ανδρούτσος καλεί το Νούτσο στη «Δρακοσπηλιά» όπου στρατοπεδεύει.

Ο Αλέξης Νούτσος, ανύποπτος και αισιόδοξος, πάει προς συνάντηση του Οδυσσέα. Παίρνει μαζί του και το Χρήστο Παλάσκα μια που και οι τρεις ήταν φίλοι στην αυλή του Αλή Πασά.

Εδώ στη «Δρακοσπηλιά» ο Οδυσσέας Ανδρούτσος δολοφονεί τους φίλους του Αλέξη και Χρήστο.

Οι μηχανογραφίες και η διχόνοια επικράτησαν.

Οι κοτζαμπάσηδες και οι καπεταναίοι, που ζήλευαν την αρχοντιά και την αίγλη του Αλέξη Νούτσου και φοβόντουσαν την παλληκαριά του Οδυσσέα Ανδρούτσου, τους ξεπάστρεψαν και τους δυό.

------------------------------------------------------------------

Επρασινίσαν τα κλαριά κι ελάλησεν ο κούκος

κι ο Αλέξης δεν εφάνηκε να βγει προς το Ζαγόρι,

να βάλει τούρκους ομπροστά και τους ρωμιούς του πίσω

και τον Κασίμη στο πλευρό ν’ ανάφτει το τσιμπούκι.

-Εσείς πουλιά αχ τα Γιάννενα κι αηδόνια αχ το Ζαγόρι

εσείς να μη λαλήσετε τούτο το καλοκαίρι

να πάτε προς τη Λιβαδιά, τη μαύρη την Αθήνα

να δείτε και να μάθετε γι’ αυτόν τον Κυρ’ Αλέξη.

- Εψές προψές τον είδαμαν στο χάνι της Βεντίστας

μαύρα πουλιά τον έτρωγαν κι άσπρα τον τριγυρίζαν

κι ένα πουλί, μαύρο πουλί, κάθεται και τον κλαίει:

-Να τώξερε η μάνα σου η δόλια σου γυναίκα

μην άλλαζαν την Πασχαλιά και τα φλουριά μη βάναν

------------------------------------------------------------------

(από το ημερολόγιο του 2002, του Πολιτιστικού Συλλόγου Καπεσόβου «Ο Αλέξης Νούτσος» με τίτλο «Συνέβη στο Καπέσοβο … και έγινε τραγούδι»


Τετάρτη 5 Αυγούστου 2009

Η δράση του Αλέξη Νούτσου κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Αλή Πασά.

Τον Αύγουστο του 1820 τα βασιλικά στρατεύματα φτάνουν στα Γιάννενα και ο Αλή Πασάς κλείνεται στο Κάστρο. Πολλοί Έλληνες και Τουρκοαλβανοί οπλαρχηγοί προσχωρούν στους βασιλικούς.

Αρχίζει η πολιορκία του Αλή. Στις 25 Αυγούστου καταστρέφεται το μεγαλύτερο μέρος της πόλης των Ιωαννίνων από βομβαρδισμούς του Αλή Πασά. Ο Αλέξης Νούτσος, Καπεσοβίτης, Γενικός Προεστώς Ζαγορίου, αγαπημένος και δεξί χέρι του Αλή Πασά, αρχίζει δράση και ακολουθεί τις οδηγίες της Φιλικής Εταιρείας.

Με τους φίλους του Αλβανούς οπλαρχηγούς Ταχήρ Αμπάζη και Άγο Βασιάρη δηλώνουν υποταγή στους Σουλτανικούς και περιμένουν.

Οι Σουλιώτες φτάνουν στα Γιάννενα και προσχωρούν στους Σουλτανικούς.

Το φθινόπωρο ο Αλέξης Νούτσος κινείται μεταξύ Ζαγορίου και Ζέλοβας (Βουνοπλαγιάς)

Προσπαθεί να κρατήσει ενωμένους τους Ζαγορίσιους οι οποίοι δέχονται απειλές από τον Ισμαήλ Πασά.

Οι εντολές της Φιλικής Εταιρείας συγκλίνουν στην παράταση της πολιορκίας του Αλή. Με τον Ισμαήλ Πασά γνωρίζονται από παλιά και γι’ αυτό αναλαμβάνει διαπραγματευτής μεταξύ Ισμαήλ και Αλή. Αναλαμβάνει ακόμη τροφοδότης των σουλτανικών στρατευμάτων.

Ο Νούτσος προσπαθεί να συνενώσει Έλληνες και Αλβανούς, πετυχαίνει την «Ελληνοαλβανική Συμμαχία», δηλαδή σύμπραξη Αλή Πασά, Αλβανών οπλαρχηγών, Ελλήνων και Σουλιωτών.

Είναι μια επιτυχία του Νούτσου στα πλαίσια των σχεδίων της Φιλικής Εταιρείας για διαιώνιση των εχθροπραξιών στην Ήπειρο ώστε να ξεκινήσει με καλύτερες προοπτικές η επανάσταση στην υπόλοιπη Ελλάδα.

Τον Ιανουάριο του 1821 η αντεπίθεση του Αλή αποτυχαίνει.

Ο Νούτσος φεύγει για την Ντοβρά με σκοπό τον έλεγχο των Ζαγορίσιων.

Παράλληλα φτάνει στη Μπάγια (σήμερα Κήποι) μέσω Τζοντήλας (σήμερα Δίκορφο) και ο Ισμαήλ Πασάς επικεφαλής βασιλικών στρατευμάτων.

Οι Ζαγορίσιοι όμως απ’ το φθινόπωρο, ύστερα από προπαγάνδα του Ισμαήλ, είχαν δηλώσει υποταγή στους Σουλτανικούς.

Ειδοποίησαν το Νούτσο να φύγει από το Ζαγόρι για να μην υποφέρει ο τόπος περισσότερα κακά.

Ο Αλέξης Νούτσος μετά από ατυχείς μάχες αποφασίζει να φύγει και φτάνει στο Σούλι για να ξεχειμωνιάσει.

Εβγήκε ο Νούτσος στη Ντοβρά να πιάσει το Ζαγόρι

με τ’ άλογό του παίζοντας Αγιώργης καβαλάρης.

Φέρνει τα γρόσια φόρτωμα και το φλουρί κεμέρι

να τα χαρίσει στους φτωχούς και στους καπεταναίους.

Τα λειβαδάκια πέρασε στη Βαγγελίστρα φτάνει

τους Ζαγορίσιους σύνταξε στο πέρα Σανισίνι.

Σ’ όρκο βαρύ τους έβαλε απάνω στο Βαγγέλιο

να του κρατήσουν φλάμπουρο μιντάνι να του φέρουν