Τετάρτη 24 Απριλίου 2013
Διακόσιες τουρκικές λέξεις που ακούγονται (ντιπ για ντιπ τεμπέλης)
Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2009
Με το μυαλό στις γιορτές του χειμώνα

Θυμάται ακόμα τα πρώτα Χριστούγεννα που πέρασε στα Γιάννενα – τόσο αλλιώτικα απ’ ό,τι ήξερε στο Συρράκο, όπου τα χιόνια στοιβάζονταν ως απάνω κι οι πέντε καμπάνες του χωριού έκρουαν ασταμάτητες. Εδώ ο ουρανός ήταν θολός και τα βουνά γύρω τυλιγμένα κι αυτά στην μπόρα. Έβρεχε δίχως τελειωμό κι οι τοίχοι είχαν μουσκέψει κι οι δρόμοι πελάγωσαν. Ωστόσο ήταν γεμα΄τοι από κόσμο. Ο Πλάτανος, οι Καμάρες, το Κουρμανιό, όλα ξέχειλα. Σκεπασμένοι με κοντοκάπια και με μαντίλες και κάμποσοι με ομπρέλες έτρεχαν από μαγαζί σε μαγαζί για τα παραμονιάτικα ψώνια τους. Στα παραπόρτια των «Ελεών» μαζεύονταν τα γυναικόπαιδα της φτωχολογιάς και βρέχονταν καρτερώντας να πάρουν το μικρό χριστουγεννιάτικο μοίρασμα. Τα σπίτια μέσα, φτωχά και πλούσια, έλαμπαν απ’ την πάστρα και στην σπιτομάνα έκαιε η κρεμασμένη καντήλα.
Όμως, με τον όρθρο, μάταια περίμενε να τον ξεκουφάνουν οι καμπάνες. Μόνο σαν σε όνειρο άκουσε αχνούς μακρινούς ήχους, που κι αυτούς δεν ήταν σίγουρος αν τους άκουσε. Κι ύστερα, ξαφνικά, δυνατά χτυπήματα ακούστηκαν στην πόρτα τους που τον έκαναν να πεταχτεί τρομαγμένος.
- Μπάμ, μπαμ, μπαμ… Σηκωθείτε, χριστιανοί… Ώρα για εκκλησία… Σηκωθείτε…
Σηκώθηκαν, ντύθηκαν. Τα χτυπήματα κι οι φωνές ακούγονταν παρακάτω, από πόρτα σε πόρτα. Σε λίγο οι δρόμοι άρχισαν να ξυπνούν, οι πόρτες ν’ ανοίγουν κι από μέσα να ξεπετάγονται συνοδειές, συνοδειές που έτρεχαν τουρτουρίζοντας στην ενορία τους.
Όλα τούτα του ξενοφάνηκαν. Δεν τα περίμενε. Κι ούτε ήξερε γιατί γίνονταν έτσι. Αλλά ήταν απ’ τον καιρό του Σκυλόσοφου. Με τον ξεσηκωμό που έκανε, στα 1612, οι τούρκοι ξαναπήραν πίσω τα προνόμια που είχαν δώσει στα Γιάννενα, να σημαίνουν οι εκκλησιές τους καθώς έχουν συνήθεια και να γιορτάζουν τις απόκριες με προσωπιδοφορία. Κατέβασαν τις καμπάνες απ’ όλες τις εκκλησιές και μόνο σαν πέρασαν πάνω από εκατό χρόνια τους άφησαν κι έβαλαν δυο μικρά σήμαντρα, στο Αρχιμανδρειό και στον Αι-Νικόλα. Μικρά, που μήτε ακούγονταν. Γι’ αυτό κι οι εκκλησιές όριζαν «κράχτες», που γυρνούσαν με ένα ξύλινο τσουκάνι από πόρτα σε πόρτα και φώναζαν «σηλωθείτε χριστιανοί… Ώρα για την εκκλησία…».
Με τον καιρό τους άφησαν σιγά, σιγά να γιορτάζουν πάλι και τις απόκριες. Μόλις έμπαινε το τριώδιο, έπαιρναν την άδεια του πασά και του μητροπολίτη κι άρχιζαν το ξεφάντωμα, που δυνάμωνε την τελευταία Κυριακή. Τα σκολιαροπαίδια «ντύνονταν» κι αυτά πότε «γιατροί» και πότε πριγκίπισσες, κι άλλα βγαίναν στους δρόμους κι έπαιζαν τον «Πανάρατο», μαζεύοντας ύστερα λεφτά από τους περίεργους που έβλεπαν την ¨παράσταση». Γρήγορα όμως διαλύονταν κι άλλαζαν και ξανάβγαιναν στους δρόμους να ιδούν την παρέλαση που άρχιζε απομεσήμερα. Και τί δεν έβλεπαν! Κλέφτες κι αρματωλοί με ψεύτικα μαχαίρια που σταματούσαν στον δρόμο τους διαβάτες κι αγρίευαν:
- Παρά! Παρά!
Το χρυσό αμάξι που έφερνε τον βασιλιά και την βασίλισσα, την γριά που έγνεθε την ρόκα της, το γαϊτανάκι… Κι ύστερα «τ’ άργανο», που ήταν ψίκι σωστό, γάμος ακέριος. Με νύφη και με γαμπρό και με βλάμη και με συμπεθεριό ατέλειωτο, φορεμένους σεγκούνια και ταφτάδες, να παίζουν νταούλια και καραμούζες και να σέρνουν φλασκιά γιομάτα κρασί και να πίνουν… Σαν βασίλευε ο ήλιος, μαζεύονταν όλοι στα Μνήματα και χόρευαν, κι άλλοι χόρευαν έξω απ’ τα προξενεία κι άναβαν φωτιές τετράψηλες στα σταυροδρόμια και τις πηδούσαν…
Αναδημοσίευση από το blog: ΝομοΣοφία
Σχόλιο δικό μου: Σήμερα τις καμπάνες τις κάνανε ηλεκτρικές, με κομπιούτερ μάλιστα. Οι τελευταίες με το χέρι, "χειροκτύπητες" (;) ήταν αυτές του Αρχιμαντριού. Τις ακούω καθε μέρα, δυο ή τρεις φορές, καθότι γείτονας. Τώρα πια "κλικ", ένα κουμπί, και σου βγάζει όποιον σκοπό θελεις. Από "Το Ταλαντον" (Τοτάλαντον, τοτάλαντον...) και "Τον Αδάμ, τον Αδάμ, τον Αμήν, Αμήν, Αδάμ" (τοναδάμ, τοναδάμ, τοναμήν, αμήν, αδάμ...) (έτσι χτυπούν είναι οι παραδοσιακοί βυζαντινοί σκοποί χτυπήματος, από τα μοναστήρια παρμένοι, μου τόλεγε ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου) μέχρι το "Τζιγκλ Μπέλς ", το "Χριστός Ανέστη" και του "Κιτσου η μάνα κάθονταν...". Η ευκολία. Αλλά και η αποξένωση... Και η μοναξιά.
Τετάρτη 5 Αυγούστου 2009
Η δράση του Αλέξη Νούτσου κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Αλή Πασά.
Τον Αύγουστο του 1820 τα βασιλικά στρατεύματα φτάνουν στα Γιάννενα και ο Αλή Πασάς κλείνεται στο Κάστρο. Πολλοί Έλληνες και Τουρκοαλβανοί οπλαρχηγοί προσχωρούν στους βασιλικούς.
Αρχίζει η πολιορκία του Αλή. Στις 25 Αυγούστου καταστρέφεται το μεγαλύτερο μέρος της πόλης των Ιωαννίνων από βομβαρδισμούς του Αλή Πασά. Ο Αλέξης Νούτσος, Καπεσοβίτης, Γενικός Προεστώς Ζαγορίου, αγαπημένος και δεξί χέρι του Αλή Πασά, αρχίζει δράση και ακολουθεί τις οδηγίες της Φιλικής Εταιρείας.
Με τους φίλους του Αλβανούς οπλαρχηγούς Ταχήρ Αμπάζη και Άγο Βασιάρη δηλώνουν υποταγή στους Σουλτανικούς και περιμένουν.
Οι Σουλιώτες φτάνουν στα Γιάννενα και προσχωρούν στους Σουλτανικούς.
Το φθινόπωρο ο Αλέξης Νούτσος κινείται μεταξύ Ζαγορίου και Ζέλοβας (Βουνοπλαγιάς)
Προσπαθεί να κρατήσει ενωμένους τους Ζαγορίσιους οι οποίοι δέχονται απειλές από τον Ισμαήλ Πασά.
Οι εντολές της Φιλικής Εταιρείας συγκλίνουν στην παράταση της πολιορκίας του Αλή. Με τον Ισμαήλ Πασά γνωρίζονται από παλιά και γι’ αυτό αναλαμβάνει διαπραγματευτής μεταξύ Ισμαήλ και Αλή. Αναλαμβάνει ακόμη τροφοδότης των σουλτανικών στρατευμάτων.
Ο Νούτσος προσπαθεί να συνενώσει Έλληνες και Αλβανούς, πετυχαίνει την «Ελληνοαλβανική Συμμαχία», δηλαδή σύμπραξη Αλή Πασά, Αλβανών οπλαρχηγών, Ελλήνων και Σουλιωτών.
Είναι μια επιτυχία του Νούτσου στα πλαίσια των σχεδίων της Φιλικής Εταιρείας για διαιώνιση των εχθροπραξιών στην Ήπειρο ώστε να ξεκινήσει με καλύτερες προοπτικές η επανάσταση στην υπόλοιπη Ελλάδα.
Τον Ιανουάριο του 1821 η αντεπίθεση του Αλή αποτυχαίνει.
Ο Νούτσος φεύγει για την Ντοβρά με σκοπό τον έλεγχο των Ζαγορίσιων.
Παράλληλα φτάνει στη Μπάγια (σήμερα Κήποι) μέσω Τζοντήλας (σήμερα Δίκορφο) και ο Ισμαήλ Πασάς επικεφαλής βασιλικών στρατευμάτων.
Οι Ζαγορίσιοι όμως απ’ το φθινόπωρο, ύστερα από προπαγάνδα του Ισμαήλ, είχαν δηλώσει υποταγή στους Σουλτανικούς.
Ειδοποίησαν το Νούτσο να φύγει από το Ζαγόρι για να μην υποφέρει ο τόπος περισσότερα κακά.
Ο Αλέξης Νούτσος μετά από ατυχείς μάχες αποφασίζει να φύγει και φτάνει στο Σούλι για να ξεχειμωνιάσει.
Εβγήκε ο Νούτσος στη Ντοβρά να πιάσει το Ζαγόρι
με τ’ άλογό του παίζοντας Αγιώργης καβαλάρης.
Φέρνει τα γρόσια φόρτωμα και το φλουρί κεμέρι
να τα χαρίσει στους φτωχούς και στους καπεταναίους.
Τα λειβαδάκια πέρασε στη Βαγγελίστρα φτάνει
τους Ζαγορίσιους σύνταξε στο πέρα Σανισίνι.
Σ’ όρκο βαρύ τους έβαλε απάνω στο Βαγγέλιο
να του κρατήσουν φλάμπουρο μιντάνι να του φέρουν
Τρίτη 4 Αυγούστου 2009
Μοιρολόϊ για τον Ιωαννούτσο Καραμεσίνη.

Ο Ιωαννούτσος Καραμεσίνης του Αλεξίου διετέλεσε Γενικός Προεστώς Ζαγορίου και Ιωαννίνων πριν τον ερχομό του Αλή Πασά και οπωσδήποτε απ’ το 1788, που εγκαθίσταται πασάς στα Γιάννενα ο Αλής, ως το 1798 που ο ίδιος δολοφονείται.
Ο Ιωαννούτσος Καραμεσίνης χαρακτηρίζεται απ’ το Μακρυγιάννη «Ρωμαίος Πασάς» και στην τοπική παράδοση «Ρωμιόπασας».
Ο Κ. Βαρζώκας στο βιβλίο του «Αλέξης Νούτσος, Γιάννενα 1971» γράφει για τον Ιωαννούτσο: «…έζησε πολλά χρόνια στην Κωνσταντινούπολη. Η τεράστια περιουσία του, η πολιτική του φρόνηση, η φιλανθρωπία του, η αρχοντιά του γενικά έμειναν ως σήμερα ζωντανά στην τοπική παράδοση…».
Ο Καπεσοβίτης άρχοντας μαζί με ισχυρούς Ζαγορίσιους και Γιαννιώτες, συνετέλεσε στον αποκεφαλισμό του Σουλεϊμάν Πασά κι αυτό δεν το συγχώρησε ποτε η πανούργα Σουλεϊμάν Πασίνα.
Παράλληλα ο Ιωαννούτσος πρωτοστάτησε και στην έκδοση φιρμανιού για τον διορισμό του Αλή στο πασαλίκι των Ιωαννίνων.
Τούτο αποτέλεσε ένα ακόμη λόγο μίσους κατά του Ιωαννούτσου, τόσο από τη Σουλεϊμάν Πασίνα, όσο και από τους Οθωμανούς Τούρκους που παραμερίστηκαν.
Τα Γιάννινα έχουν Πασά τον Αλή αλλά ένα μέρος της εξουσίας ανήκει στους Ζαγορίσιους και στους Αρβανίτες.
Οι Οθωμανοί Τούρκοι των Ιωαννίνων, τους οποίους ούτε ο Αλής συμπαθούσε, συσπειρώνονται γύρω από τη Σουλεϊμάν Πασίνα κι αποφασίζουν τη δολοφονία του Ιωαννούτσου.
Ένα βράδυ λοιπόν, φεύγοντας απ’ το αρχοντικό της Σουλεϊμάν Πασίνας, όπου ήταν καλεσμένος στους γάμους της κόρης της, δολοφονείται άγρια από πληρωμένους Τούρκους.
Ο Αλής, συντετριμμένος από το χαμό του αδερφοποιτού του Ιωαννόυτσου, μοιρολογεί πάνω στο κατακρεουργημένο σώμα του:
«Δε στώπα Νούτζο μ’ αδερφέ…..
Ο Αλής ορκίζεται παντοτινή αγάπη κι αφοσίωση στον Αλέξη Νούτσο τον οποίο έχει Γενικό Προεστό Ζαγορίου και Ιωαννίνων από το 1798 ως το 1820
Ψηλά στου Βίκου την κορφή καρσί απ’ το Βραδέτο
μια πέρδικα κατάμαυρη επικροκελαϊδούσε,
Δεν κελαϊδούσε σαν πουλί μόνο μοιρολογούσε.
Τιν’ το κακό που γίνηκε στο δόλιο το Ζαγόρι,
τον Προεστώτα σκότωσαν τον άρχοντα Γιαννούτσο.
«Δε στώπα Νούτσο μ’ αδερφέ να κάτσεις μετ’ εμένα.
Δε μ’ άκουσες κι εκίνησες στα Γιάννινα και επήγες
Να προσκυνήσεις τούρκισσα τη Σουλεϊμάν Πασίνα
κι αυτή για ευχαρίστηση σούκοψε το κεφάλι
και τωρριξε στα χώματα για να το φαν’ οι σκύλοι.
Ανάθεμά σε Πάσαινα και τρισανάθεμάσε
κι αυτόν τον Αληζότ αγά που πήρες στο πλευρό σου».
(Δημοσίευση: Κ. Βαρζώκα «Αλέξης Νούτσος» Γιάννινα, 1971.
ΠΗΓΗ: Ημερολόγιο 2002 του Πολιτιστικού Συλλόγου Καπεσόβου με θέμα «Συνέβη στο Καπέσοβο και έγινε τραγούδι»

