Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κ. Καραμανλής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κ. Καραμανλής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2009

Σήμερα είναι η μέρα του Λαού, αυτός αποφασίζει.


Οι εκλογές της μεταπολίτευσης

17 ΝΟΕΜ 1974
ΝΔ: 54,4% ΕΚΝέες Δυνάμεις:20,4% ΠΑΣΟΚ: 13,6% Ενωμ. Αριστερά: 9,5%

20 ΝΟΕΜ 1977
ΝΔ: 41,8% ΠΑΣΟΚ: 25,3% Εν Κέντρου Νέες Δυνάμεις: 12% ΚΚΕ: 9,4%
Εθν. Παράταξη: 6,8% Συμμαχία: 2,7% Κόμμα Νεοφιλευθέρων Κ. Μητσοτάκης: 1%

18 ΟΚΤ. 1981
ΠΑΣΟΚ: 48% ΝΔ: 35,9% ΚΚΕ: 11%

2 ΙΟΥΝ. 1985
ΠΑΣΟΚ: 45,8% ΝΔ:40,9% ΚΚΕ: 9,9% ΚΚΕεσωτ: 1,8%

18 ΙΟΥΝ. 1989
ΝΔ: 44,3% ΠΑΣΟΚ: 39,1% ΣΥΝ: 13,1% ΔΗΑΝΑ: 1%

5 ΝΟΕΜ. 1989
ΝΔ: 46,2% ΠΑΣΟΚ: 40,7% ΣΥΝ: 11%

8 ΑΠΡ. 1990
ΝΔ: 46,9% ΠΑΣΟΚ: 38,6% ΣΥΝ: 10,3% ΔΗΑΝΑ: 0.7%

10 ΟΚΤ. 1993
ΠΑΣΟΚ: 46,9% ΝΔ: 39,3% ΠΟΛΑΝ: 4,88% ΚΚΕ: 4,54%

22 ΣΕΠ. 1996
ΠΑΣΟΚ: 41,5% ΝΔ: 38,1% ΚΚΕ: 5,5% ΣΥΝ: 5,1% ΔΗΚΚΙ: 4,4%

9 ΑΠΡ. 2000
ΠΑΣΟΚ: 43,8% ΝΔ: 42,7% ΚΚΕ: 5,52% ΣΥΝ: 3,2%

7 ΜΑΡ. 2004
ΝΔ: 45,4% ΠΑΣΟΚ: 40,5% ΚΚΕ: 5,9% ΣΥΡΙΖΑ: 3,3%

16 ΣΕΠ. 2007
ΝΔ: 41,8% ΠΑΣΟΚ: 38,1% ΚΚΕ: 8,2% ΣΥΡΙΖΑ: 5% ΛΑΟΣ: 3,8%

4 ΟΚΤ. 2009
ΠΑΣΟΚ: 44% ΝΔ: 33,5% ΚΚΕ: 7,5% ΛΑΟΣ: 5,6% ΣΥΡΙΖΑ: 4,6% ΟικΠρ:2,5%

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2009

Κωνσταντίνος Καραμανλής (1909-1998): 14 χρόνια Πρωθυπουργός και δύο πενταετίες Πρόεδρος της Δημοκρατίας.


Από το ένθετο «ΕΤ review» του Ελεύθερου Τύπου του Σαββάτου 19 Απριλίου 2008.

Οι πολλαπλές όψεις του προδικτατορικού αντικαραμανλισμού

Του Μελέτη Μελετόπουλου

(Διδάκτορος Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Γενεύης)

Η γενική, διακομματική αποδοχή του Κωνσταντίνου Καραμανλή (1909-1998) από την κοινή γνώμη και τα ΜΜΕ εμπεδώθηκε μετά την αποχώρησή του από την ενεργό πολιτική το 1980.

Δηλαδή, όταν ο ίδιος αποστασιοποιήθηκε από το κόμμα του και την τρέχουσα πολιτική και λειτούργησε ως υπερκομματικός Πρόεδρος της Δημοκρατίας επί δύο πενταετείς θητείες, το 1980-85 και το 1990-95.

Απεναντίας, κατά τις δύο πρωθυπουργίες του (1955-63) και (1974-80) μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης και του πολιτικού κόσμου έτρεφε έντονα αρνητικά συναισθήματα προς το πρόσωπό του και την πολιτική του.

Την εποχή της Εθνικής Ριζοσπαστικής Ενώσεως (ΕΡΕ), ο Καραμανλής υπήρξε στα μάτια του κεντρώου και αριστερού τμήματος του εκλογικού σώματος (δηλαδή της κοινωνικής πλειοψηφίας), ο εκλεκτός των Ανακτόρων και των Συμμάχων, που ανέλαβε την πρωθυπουργία με αυθαίρετη βασιλική επιλογή το 1955.

Όταν μάλιστα παραγκωνίστηκαν δύο πανίσχυροι αντιπρόεδροι, ο ένας εκ των οποίων διέθετε τη δεδηλωμένη της πλειοψηφίας των βουλευτών του τότε κυβερνώντος κόμματος του Εθνικού Συναγερμού, τη στιγμή του θανάτου του πρωθυπουργού Παπάγου.

Εκτός αυτού, η μη δεξιά κοινή γνώμη θεωρούσε τον Καραμανλή φορέα του μετεμφυλιακού αυταρχισμού (παρά τις εκ των υστέρων προσπάθειες του Καραμανλή να διαχωρίσει τη θέση του από το μοναρχο-στρατοκρατικό μετεμφυλιακό σύστημα εξουσίας, που όμως τον είχε προωθήσει στη θέση του πρωθυπουργού).

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο αντικαραμανλισμός που αναπτύχθηκε στο εσωτερικό του δεξιού συστήματος εξουσίας.

Για παράδειγμα, ο Καραμανλής δεν έγινε ποτέ αποδεκτός από το μικρό αλλά ποιοτικά σημαντικό μέρος της κοινής γνώμης και των αντιμαρξιστών, ιδεαλιστών και καντιανών διανοούμενων που επηρέαζε ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος.

Αυτοί θεωρούσαν τον Καραμανλή ακατάλληλο να δώσει πνευματικές κατευθύνσεις στον Ελληνισμό και να δημιουργήσει τις βάσεις ενός εκπαιδευτικού συστήματος με ευρωπαϊκές προδιαγραφές.

Τον Καραμανλή επίσης αντιπολιτεύθηκε, ιδίως μετά το 1961, η βασιλική καμαρίλα, που δεν ανέχτηκε τη σταδιακή του χειραφέτηση από το ρόλο του φερέφωνου των Ανακτόρων.

Σημειωθήτω ότι ο Καραμανλής έφθασε στο σημείο, την περίοδο 1961-63, να προσανατολισθεί στη συνταγματική κατάργηση των προνομίων του Στέμματος, κάτι που δείχνει την εσωτερική διχοστασία της κυβερνώσης Δεξιάς.

Αλλά και το εσωτερικό του Στρατεύματος είχαν αναπτυχθεί έντονα αντικαραμανλικά συναισθήματα. Κατ’ ουσία επρόκειτο για ένα σκληρό ανταγωνισμό εξουσίας μεταξύ των κέντρων που προωθούσαν τον κομβικό ρόλο του Στρατού στην πολιτική ζωή και του καραμανλικού συστήματος εξουσίας που επεδίωκε να υποτάξει αυτά τα κέντρα σε μια καραμανλική νομιμότητα.

Η πιο ενδιαφέρουσα όψη του καραμανλισμού είναι η αποστροφή που έτρεφε γι’ αυτόν η αθηναϊκή αριστοκρατία.

Ναι μεν ο λαϊκισμός και ο δυναμισμός του Καραμανλή ήταν χρήσιμα για την πολιτική κυριαρχία της Δεξιάς, αλλά το παραδοσιακό κοινωνικό κατεστημένο των Αθηνών τον αντιμετώπιζε ως επαρχιώτη πολιτευτή που εισέβαλε ως ταύρος εν υαλοπωλείω στις εύθραυστες κοινωνικές ισορροπίες και στα ήθη της κοσμικής ζωής της πρωτεύουσας.

Ας μην υποτιμάμε τον αρνητικό ρόλο που έπαιξαν τα αθηναϊκά σαλόνια στη ρήξη του Καραμανλή με τα Ανάκτορα και στην πτώση του το 1963.

……………………………………………………….

Μια υγιής αντίδραση

Του ΚΩΣΤΑ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ πρώην εκδότη της εφημερίδας «ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ» στο ίδιο ένθετο του Ελεύθερου Τύπου.

Μια πρώτη απάντηση στο ερώτημα πε΄ρι αντικαραμανλισμού θα ήταν: επρόκειτο για δείγμα υγιούς και επιβεβλημένης αντίδρασης στη λαίλαπα του «Καραμανλισμού» που σάρωνε την Ελλάδα.

Πιστεύοντας ότι ήταν γεννημένος ηγέτης («θα ήθελα να αφιερωθώ στους ανθρώπους του λαού μου …του έθνους μου» έλεγε από νέος ο Κωνσταντίνος Καραμανλής) επελέγη (1955) « από τα Ανάκτορα, τους Αμερικάνους και το ντόπιο κατεστημένο» κατά την προσφιλή έκφραση του Ανδρέα Παπανδρέου, για να κυβερνήσει και έβαλε την προσωπική του σφραγίδα για 8 χρόνια σ’ αυτό που ο Γεώργιος Μαύρος αποκαλούσε από τότε «δικτατορία με κοινοβουλευτικό μανδύα», ο αντικομμουνισμός έγινε κρατική ιδεολογία, θέριεψαν το παρακράτος και ο χαφιεδισμός, η αστυφιλία και η μετανάστευση, οι πολίτες χωρίζονταν σε α’ κατηγορίας (εθνικόφρονες) και β’ (οι λοιποί), και η τύχη τους εξαρτιόταν από τον αστυφύλακα, το χωροφύλακα, τον ΚΥΠατζή, τον ΤΕΑτζή, τον τοπικό χαφιέ (στη γειτονιά ή στον τόπο δουλειάς) με το «φακέλωμα» να παίρνει τερατώδεις διαστάσεις, όπως και κρατική βία και αναλγησία.

Και επειδή γίνεται συχνά η επίκληση της λαϊκής βούλησης, να θυμίσουμε ότι στην «8ετία του» (1955-1963), ο Καραμανλής έχασε τις πρώτες εκλογές το 1956

(Δ.Ε.. 48,15% - ΕΡΕ 47,38%) αλλά έβγαλε – λόγω εκλογικού νόμου – 165 έδρες(!),

το 1958 κέρδισε διότι το Κέντρο ήταν τόσο αδύναμο, ώστε ξεπεράστηκε και από την ΕΔΑ (ΕΡΕ 41,2% ΕΔΑ 24,4% Κ.Φ. 20,7%)

Το 1961 «κέρδισε» με βία και νοθεία, ύστερα από ένα επιτελικά σχεδιασμένο εκλογικό πραξικόπημα, με συμμετοχή και του στρατού (ΕΡΕ 50,8% Ε.Κ. 33,7%),

Και το Νοέμβριο του 1963 έχασε (Ε.Κ. 42% ΕΡΕ 39,4%)

Μετά τη χούντα, γύρισε εμφανώς διαφοροποιημένος (μας έβγαλε από το ΝΑΤΟ για 6 χρόνια, λόγω Αττίλα ΙΙ, μας έβαλε στην ΕΕ – τότε ΕΟΚ- χωρίς να κάνει ουσιαστικές αλλαγές: προδικτατορικά γιατί δεν μπορούσε, αφού κινείτο στα πλαίσια που του είχαν επιβάλει αυτοί που τον επέλεξαν, κι όταν προσπάθησε να διαφοροποιηθεί υποχρεώθηκε να φύγει από τη χώρα, μεταδικτατορικά γιατί δεν κατάφερε ν’ απαλλαγεί από εμμονές (και πρόσωπα) του παρελθόντος και – χωρίς διάθεση αυτοκριτικής- φρόντισε μόνο για την υστεροφημία του.

Με διοικητικά προσόντα και ικανότητες σίγουρα, αποτέλεσε ένα φαινόμενο

(60 χρόνια στην πολιτική, πολλές φορές Βουλευτής και Υπουργός, 14 χρόνια συνολικά Πρωθυπουργός και δυο πενταετίες Πρόεδρος της Δημοκρατίας!)

που θα κριθεί από την Ιστορία (άρα είναι νωρίς ακόμα..) όπως θα κριθεί και το φαινόμενο του αντικαραμανλισμού: Μια υγιής και επιβεβλημένη αντίδραση στη λαίλαπα του καραμανλισμού…

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2009

Ο πολιτικός που στέγνωσε την ψυχή του, για να κυβερνήσει


Εγραφε στο ένθετο ET-REVIEW στον Ελεύθερο Τύπο του Σαββάτου 19Απριλίου 2008 ο Γιάννης Προβής:

…..Οι περισσότεροι Έλληνες βιογράφοι του Κ. Καραμανλή, υποβάθμισαν ή και αγιογράφησαν τη γενέθλια πράξη που έδωσε το ιστορικό χρήσμα στον Μακεδόνα πολιτικό. Μίλησαν, λίγο έως πολύ, για μια «αιφνιδιαστική και εύστοχη βασιλική πρωτοβουλία» που έδωσε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον 48χρονο Καραμανλή, τον Οκτώβριο του 1955 και έγινε δεκτή από τη συντριπτική πλειοψηφία των βουλευτών του Συναγερμού.

Ενώ ήταν γνωστό ότι επρόκειτο για ωμή παρέμβαση του Παλατιού στα εσωτερικά της συντηρητικής παράταξης, που ναι μεν πέτυχε να επιβάλει τον άριστο μέσα στην παραπαίουσα αστική μετριότητα αρχηγό, όμως έμελλε να τραυματίσει βαθιά και εν μέρει να ακυρώσει, μεσοπρόθεσμα, το νεογέννητο – μέσα στις στάχτες του εθνικού διχασμού- κοινοβουλευτισμό στην Ελλάδα.

Η ειρωνεία της ιστορίας είναι ότι ο Καραμανλής, από μια έμφυτη και πρωτόγονη (σχεδόν βουκολική) αίσθηση και πίστη στο «καθήκον εποχής», μπορεί να μην ξεπέρασε τα απαγορευτικά όρια του «μετεμφυλιακού αστυνομικού κράτους της Δεξιάς», όμως ξεπέρασε και συγκρούστηκε με τις προθέσεις και την αμετροέπεια των «πατρόνων» του.

Η πολιτική επιείκεια -περιορισμένη πάντως- προς τους ηττημένους του Εμφυλίου, η εμπειρία του από τη σύντομη περίοδο της «συμβίωσης» του με την αξιωματική αντιπολίτευση της ΕΔΑ, τα ανοίγματά του σε διακεκριμένες προσωπικότητες του Κέντρου, όπως και η άδοξη απόπειρά του για τον εκσυγχρονισμό του Συντάγματος του 1952, σίγουρα αποτέλεσαν ένα ιστορικό δείγμα γραφής των προθέσεων και διαθέσεων του Καραμανλή. Αλλά η Ιστορία δεν γράφεται με τα «αν».

Την 1η Ιανουαρίου 1953 κρατούνται στις φυλακές 5.311 «κομμουνισταί» από τους οποίους πέντε είναι καταδικασμένοι σε θάνατο, 2.495 σε ισόβια δεσμά, 2.692 σε πρόσκαιρα, 74 σε φυλάκιση και 45 υπόδικοι.

Ο Καραμανλής του 1960 μπορεί να φιλοδόξησε έναν εκσυγχρονισμό και έναν εξευρωπαϊσμό του μετεμφυλιακού κράτους της Δεξιάς, όμως βρέθηκε εγκλωβισμένος στο ίδιο «καθεστώς» που τον δημιούργησε. Οι διαδοχικές απόπειρες του Καραμανλή να θέσει τις βάσεις ενός σταθερού δικομματικού κοινοβουλευτικού συστήματος, μέσω του εκλογικού νόμου, αποτυγχάνουν.

Παραμονές των πρόωρων εκλογών του 1961, ο Γεώργιος Παπανδρέου, συστήνει επειγόντως την Ένωση Κέντρου, για να εμποδιστεί η εκρηκτική άνοδος της ΕΔΑ.

«Έκανα έργον μου, μετά τις εκλογές του 1958, την δημιουργίαν Εθνικής Αντιπολιτεύσεως» θα γράψει αργότερα σε επιστολή του.

Αλλά φαίνεται λογάριαζε χωρίς τον ξενοδόχο. Οι δαίμονες του αστυνομικού κράτους, του Παλατιού, και της Αμερικανικής Αποστολής, παραμόνευαν. Και η Φρειδερίκη έπαψε να «πίνει σαμπάνιες» για τον Καραμανλή και φλερτάριζε, έστω όψιμα και επιπόλαια, με τον παρορμητισμό και τη θαυμαστή ρητορεία του Γεωργίου Παπανδρέου.

Πολλά έχουν γραφεί και για τις ανορθωτικές πολιτικές του Καραμανλή, κατά την πρώτη οκταετία, αλλά μια ψύχραιμη και διεισδυτική ματιά, παραπέμπει σε ένα μάλλον πενιχρό απολογισμό. Στα χρόνια του ’50 και των αρχών του 60, η αστική ανάπτυξη της Ελλάδας και, ειδικότερα της Αθήνας, που θα δεχτεί και τη μεγαλύτερη πίεση από τα μαζικά και πιεστικά ρεύματα της εσωτερικής μετανάστευσης δεν αποκτά κανένα σοβαρό στοιχείο στρατηγικού σχεδιασμού, όπως η άναρχη και αυθαίρετη δόμηση. Η μεταπολεμική αστική άνθηση, εκτός κάποιων αστικών παραδοσιακών τζακιών που είχαν επιβιώσει, βασίστηκε στους μαυραγορίτες της Κατοχής, των οποίων τα «κλεμμένα» νομιμοποιήθηκαν εν ψυχρώ από τις μετακατοχικές κυβερνήσεις.

Η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη σφραγίζει ανεξίτηλα την αφετηρία μιας σύγκρουσης που έμελλε να ξεπεραστεί πολύ αργότερα. Το οδυνηρό αποτέλεσμα ήταν πως η ιστορία εκείνης της εποχής ξεπέρασε τις πραγματικές προθέσεις όλων των πρωταγωνιστών της, και τους σημάδεψε ανεξίτηλα

Όταν ο Καραμανλής, επιστρέφοντας στις εκλογές του Νοεμβρίου 1963, ζητάει από το Παλάτι να μη δώσει εντολή στο νικητή Γεώργιο Παπανδρέου του 42%, δεν διαισθάνεται την τραγικότητα και την ένταση των καιρών.

Όταν ο Καραμανλής αυτοεξορίζεται στο Παρίσι, θα έλεγε κανείς πως είναι η αρχή μιας ανώμαλης πολιτικά περιόδου, που θα καταλήξει με μαθηματική ακρίβεια στη δικτατορία (των λοχαγών ή των στρατηγών) και από εκεί στη Μεταπολίτευση.

Ήταν δεξιός ο Καραμανλής; Και αν δεν ήταν δεξιός ο Καραμανλής, μήπως η Φρειδερίκη φλερτάριζε με τη σοσιαλδημοκρατία;

Αν ο Καραμανλής έβγαλε τη χώρα από το ΝΑΤΟ, μήπως τότε ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν δεξιός; Και όταν ο Καραμανλής εθνικοποιούσε την Ολυμπιακή έπαιζε με τον μαρξισμό;

Όλα αυτά για να δείξουμε το ρηχό της ελληνικής πολιτικής, οι εκπρόσωποι της οποίας πάντα κολακεύονται ακούγοντας ιστορίες για πολιτικούς γίγαντες…

Η «Αλλαγή» του 1981, θα γυρίσει οριστικά τη ματωμένη σελίδα του Εμφυλίου. Οι σχέσεις του Ανδρέα με τον Καραμανλή, αν και εδραιωμένες σε δύσκολες εποχές, θα διαταραχθούν αιφνίδια, αλλά όχι ανεξήγητα, το 1985, με την εκλογή Σαρτζετάκη στην Προεδρία, επιλογή για την οποία ο Ανδρέας θα εμφανισθεί αργότερα μετανιωμένος, αλλά είναι αργά.

Πάντως το 1985, που κατά το ιστορικό πρωτοσέλιδο της Αυριανής «Γκρέμισε τον Καραμανλισμό» φαίνεται πως έμελλε να είναι και η δραματική κορύφωση της αρχής του επερχόμενου τέλους του. Στα «πέτρινα» χρόνια του Ανδρέα, ο Καραμανλής, που ήξερε μεγαλόψυχα να αναγνωρίζει εχθρούς και αντιπάλους, θα πει για τον υπόδικο Ανδρέα, το ιστορικό: «Δεν πηγαίνεις ποτέ στη φυλακή έναν πρωθυπουργό»

Και μερικά χρόνια αργότερα, όταν το καλοκαίρι του 1994, συναντηθούν για τελευταία φορά στον κήπο του Προεδρικού Μεγάρου, στην τελευταία προεδρική δεξίωση ου Καραμανλή, ο μεγάλος πολιτικός που «στέγνωσε την ψυχή του για να κυβερνήσει», είχε την εκλεπτυσμένη ευγένεια να ευχηθεί στο μεγάλο αντίπαλό του: «Αντρέα, άντε τώρα και Πρόεδρος»…