Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τουρκογιαννιώτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τουρκογιαννιώτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2011

Ο Ζάμος που σύνδεσε τα Γιάννενα με την ιστορία τους.


Ο Ζάμος που συνέδεσε τα Γιάννενα με την ιστορία τους
Ο συμπολίτης μας Νιζαμουντίν (Ζάμος) Γαζαλή Μετκόβεης έφυγε από τη ζωή το περασμένο Σάββατο. Η ταυτότητά του, αλλά και ο χαρακτήρας του συνέδεσαν την πόλη με την ιστορία και τις αξίες της.
Πλήρης ημερών, σε ηλικία ογδόντα πέντε περίπου ετών, απεβίωσε προχθές ο γνήσιος Γιαννιώτης και γόνος παλιάς αρχοντικής οικογένειας Νιζαμουντίν (Ζάμος) Γαζαλή Μετκόβεης. Ποιος δεν τον γνώριζε, ποιος δεν τον υποληπτόταν, ποιος δεν σεβόταν και αγαπούσε αυτόν τον καλοκάγαθο, τον ήπιο και μελισταγή Άνθρωπο… Όλα τα Γιάννινα, ανεξάρτητα από φυλετικές και θρησκευτικές διακρίσεις. Ο θάνατός του στερεί την πόλη του, την πόλη μας, τα Γιάννινα, από ένα σύμβολο σύνδεσης με το παρελθόν της.

Όσοι τον γνώρισαν και ήταν πάρα πολλοί, θαύμασαν στον Ζάμο την πολυμάθειά του, τους ευγενικούς του τρόπους, τησοφία και θυμοσοφία του, αλλά και τη σεμνότητά του. Είχε αναγάγει σε συστατικό της υπόστασής του το δικαίωμα του ατόμου στον αυτοπροσδιορισμό του, στο σεβασμό της ετερότητας, ιδιαίτερα της θρησκευτικής. Άνθρωπος Δίκαιος, ευθύς, συνεπής, ταπεινός παρά τη σπουδαιότητά του. Προσηνής και απλός. Άνθρωπος της καταλλαγής, της αξιοπρέπειας, της κατανόησης, δίδαξε με το παράδειγμα της ζωής του τον εξοβελισμό της ανεξίας και της δυσανεξίας και παρείχε σημαντικά στοιχεία στους γύρω του για τον εμπλουτισμό της συλλογικής κοινωνικής συνείδησής τους. Θεός είναι το Δίκαιο, έλεγε. Ο αγώνας ο δύσκολος, ο σκληρός, ο δρόμος για τη θέωση είναι να παλεύειςκαι να ματώνεις, να στραγγίζεις την ψυχή σου, για να είσαι δίκαιος και ενάρετος. Τότε μόνο αγαπάς πραγματικά.

Έλληνας πολίτης, γεννημένος από Έλληνες την ιθαγένεια γονείς. Οι προγονοί του, με προεξάρχοντα τον τελευταίο μουφτή της πόλεως Φουάτ Μουσταφά, που υπήρξε πεθερός του, είχαν υπηρετήσει επί αιώνες την πόλη και είχαν εξαιρεθεί της ανταλλαγής του 1924, επειδή η Ελληνική Πολιτεία είχε αναγνωρίσει την εκ μέρους τους προσφορά εξαίρετων υπηρεσιών στην Ελλάδα, τόσο κατά την Απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης όσο και κατά την Απελευθέρωση των Ιωαννίνων.

Η σημασία των ανωτέρω υπογραμμίζεται ηχηρά από το παρακάτω χωρίο δημοσιεύματος του φύλλου της 12ης/12/1948 της τότε ημερήσιας γιαννιώτικης εφημερίδας «Εθνικός Αγών», στο οποίο αναφέρονται επ’ αφορμή της κηδείας του τα εξής για τον πεθερό του Φουάτ Μουσταφά:

«…Ως γνήσιος Τούρκος Ιωαννίτης, αντετάχθη σθεναρώς μαζί με τον φίλο του Σαδήκ Πασσα, εναντίον της σκέψεως να παραδοθούν τα Ιωάννινα, εις τους ελθόντας Αλβανούς κατά το 1912, εναντιωθείς τα μέγιστα προς τους εδώ αλβανούς αντιπροσώπους Αχμέτμπεήν Κονίτσα, Μουφίτ Λιμποχόβα κλπ.. οι οποίοι, επρότειναν εις τους Τουρκογιαννιώτες, να παραδώσουν την Ήπειρον και την πόλιν, εφόσον ο Ισμαήλ Κεμάλ και ο Εσσάτ Πασσάς ο γκέγκας, είχον ανακηρύξει ταύτην (την Αλβανίαν δηλαδή) ελευθέραν!..

«Προτιμώτερον είπε εις το συμβούλιον που έγινε στο σπίτι του Σαδήκ πασσά χίλιες φορές να πάρουν τα Γιάννενα οι ρωμιοί από τα χέρια των οποίων τα πήραμε το 1430, παρά οι αρβανίτες, που μας πρόδωκαν!!» Την γνώμην του αυτήν επέβαλεν εν τέλει εις όλους.

Συνδεόμενος δε δια στενής φιλίας και συγγενείας μετά του υπερασπιστού του Μπιζανίου του ηρωικού Εσσάτ Πασσά, συνετέλεσεν, ώστε, να προληφθούν «μείζονα κακά» καθ’ όλην την πεντάμηνον πολιορκία των Ιωαννίνων. Ο ίδιος πάλιν, μαζί με τον Εσσάτ Πασσάν, αντετάχθη κατά την εν τω «κονακίω» (Στρατηγείο) γενικήν σύσκεψιν, παρατηρήσας αυστηρώς τον αχαλίνωτον και υπερφίαλον και φανατικότατον Σείχην Γκουτμή, τον αρειμάνειον εκείνον αγέρωχον και μεγαλοπρεπή κιδαροφόρον Σιέχην και αντιπρόσωπον του Καλίφου, ο οποίος επρότεινε να συλλάβουν τους άρχοντας και να τους καταδικάσουν εις θάνατον!

...Κατά την τελετήν της παραδόσεως του ξίφους του Εσσάτ πασσά προς τον ελευθερωτήν διάδοχον Κωνσταντίνον την 22-2-1913 εις την πλατείαν του Τζαμίου Ναμάζ Γκιάχ, πλήρης συγκινήσεως, ωμίλησε και αυτός μετά τον Σαδήκ πασσάν και τον δημοσιογράφον Αλή εφένδην Μπαρούταν, ανέφερε δε, συν τοις άλλοις, ότι οι Έλληνες είχον δικαιώματα αναφαίρετα, εν αντιθέσει προς τους Αλβανούς, διότι ο πρόγονος του Εσσάτ πασσά Ιωάννης Γλυκής, μετά των άλλων αρχόντων, είχαν παραδώσει την πόλιν και τα κλειδιά εις τον Σινάν πασσάν, στρατάρχην και βεζύρην του Μουράτ Β’, λαβόντες τα προνόμια το 1430, και ότι κατά θείαν βούλησιν και οικονομίαν επέπρωτο ο τελευταίος γόνος της εξισλαμισθείσης οικογενείας Γλυκή, Εσσάτ πασσάς Μέραρχος Ιωαννίτης, να παραδώσει την πόλιν ύστερα από 483 χρόνια τουρκοκρατίας εις τον Έλληνα διάδοχον Κωνσταντίνον!...».

Τα ίδια πρέσβευαν και οι γονείς του, Γαζαλή εφέντης και Μελέκ Χανούμ, καθώς και οι θείοι του.

Ο ίδιος ο Ζάμος συκοφαντήθηκε, λοιδορήθηκε, έπεσε θύμα σοβινιστικών αντιπαραθέσεων και διαμάχης, σε σκοτεινούς καιρούς. Σε καιρούς που παραχαράχτηκε η ιστορία, που προς ιδιοτέλεια καλλιεργήθηκε από ποταπούς η μισαλλοδοξία. Αλλά, αγωνίσθηκε με σθένος και καρτερία για να αποκαλύψει και καταδείξει τη σκευωρία που είχε εξυφανθεί εναντίον του και εναντίον της οικογένειάς του, για να υπερασπιστεί την Αλήθεια και την Ιστορία. Μετά από σκληρούς και ψυχοφθόρους αγώνες δικαιώθηκε, αποκαταστάθηκε και ξαναπήρε πίσω την περιουσία του. Πλην όμως είχε πικραθεί. Ως σοφός, συγχώρεσε, αλλά δεν λησμόνησε…

Υπήρξε ευεργέτης της πόλης του, της πόλης που τόσο πολύ αγάπησε.

Όσοι τον γνώρισαν, συγχρωτίστηκαν, υπήρξαν φίλοι του, αξιώθηκαν την ευλογία της απόλαυσης του μεγαλείου της καρδιάς του. Όσοι κάθισαν στο ίδιο τραπέζι με τον Ζάμο ένιωσαν βαθιά και ανεξίτηλα μέσα τους ότι είχαν «κλέψει» τις ώρες αυτές από το Θεό: Περιδιάβηκαν τη λεωφόρο της γνώσης της Ιστορίας της πόλης, κοινώνησαν της αληθινής αγάπης, αξιώθηκαν το άγγιγμα μιας σπουδαίας ανθρώπινης ψυχής.

Ποτέ δεν αδίκησε υπαιτίως, ποτέ δεν δυσαρέστησε κάποιον. Αντίθετα, νουθετούσε, συγκρατούσε, άφηνε πάντοτε στους συνομιλητές του βαθύτατη εντύπωση.

Θα μας μείνει αλησμόνητος. Κομμάτι της Ψυχής μας. Ίσως ο ισχυρότερος σύνδεσμός μας με την πόλη μας, αλλά και τη συνείδησή μας.

Ας είναι ελαφρό το χώμα που θα τον σκεπάσει «σαν της δροσιάς το στάλλαγμα, σαν τηςεληάς το φύλλον». Καλό ταξίδι Κύριε Ζάμο! Θα ζεις πάντα στις καρδιές μας!

ΠΗΓΗ: Ηπειρωτικός Αγών Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2011

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2011

Στα Γιάννινα νιώθω όπως στο σπίτι μου.


Με τον τουρκογιαννιώτη συγγραφέα Μπουλέντ Κοτζάμεμι συναντήθηκε σήμερα ο Δήμαρχος Ιωαννίνων Φίλιππας Φίλιος.
Ο κ. Κοτζάμεμι, γεννήθηκε στη Σμύρνη και ζει στην Κωνσταντινούπολη. Μεγάλωσε όμως με τις εικόνες των Ιωαννίνων, όπως τις περιέγραφαν στον ίδιο η γιαγιά και η μητέρα του, που έφυγαν από τα Γιάννινα μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης.
Αποτέλεσμα άλλωστε των αναμνήσεων αυτών είναι το βιβλίο «Τα δάκρυα των Ιωαννίνων» που έγραψε ο κ. Κοτζάμεμι και χάρισε σήμερα στον δήμαρχο.
Το βιβλίο σύντομα θα μεταφραστεί στα ελληνικά και τα έσοδα από τα συγγραφικά δικαιώματα και τις πωλήσεις θα διατεθούν για φιλανθρωπικό σκοπό στην πόλη των Ιωαννίνων.
Την γέφυρα με τους Τουρκογιαννιώτες έστησε ο περιφερειακός σύμβουλος, δικηγόρος Γιάννης Παπαδημητρίου, ο οποίος ανέφερε πως με τον τρόπο αυτό η πόλη των Ιωαννίνων ανακτά ένα κομμάτι από τη ζωή και την ιστορία της.

«Μπορεί να γεννήθηκα στη Σμύρνη αλλά κατά το ήμισυ είμαι Γιαννιώτης.
Στα Γιάννινα νιώθω όπως στο σπίτι μου και αυτό μου προξενεί έκπληξη. Μάλλον η πόλη είναι γραμμένη στον γενετικό μου κώδικα», είπε κατά την συνάντηση με τον δήμαρχο ο κ. Κοτζάμεμι.
Ο Δήμαρχος Φίλιππας Φίλιος τον ευχαρίστησε για την επίσκεψη, του χάρισε το ασημένιο έμβλημα του Δήμου και το βιβλίο «Ιωαννίνων Ενθύμιο» που περιέχει σπάνιες φωτογραφίες από την μακρά ιστορική διαδρομή της πόλης.«Υπάρχει ένα κομμάτι της ιστορίας μας, που βρίσκεται στη γείτονα χώρα.
Πιστεύουμε ότι μπήκαν οι βάσεις για να δημιουργήσουμε τους δεσμούς και να γνωρίσουμε ανθρώπους που κατάγονται από τα Γιάννινα και ζουν στην άλλη πλευρά του Αιγαίου», δήλωσε ο Δήμαρχος και έκανε γνωστή την πρόθεση του Δήμου να οργανώσει ένα ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη με στόχο την επίσκεψη στο Πατριαρχείο και στο Ίδρυμα Ανταλλαγέντων που λειτουργεί.
«Σήμερα μοιάζει η πόλη μας να έχει κερδίσει ένα μέρος από την ιστορία και τη μνήμη της. Υπάρχει ένας σημαντικός αριθμός ανθρώπων που έλκει την καταγωγή από τα Γιάννινα και επιθυμεί να αυξήσει τις επαφές με την πόλη.
Έβαλα ένα λιθαράκι και πιστεύω πως άλλοι φορείς, όπως ο Δήμος και το Πανεπιστήμιο θα ανοίξουν τον δρόμο ώστε αυτό να γίνει πράξη», ανέφερε ο κ. Γιάννης Παπαδημητρίου.
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ από το blogspot epirusgate



Τετάρτη 30 Ιουνίου 2010

Τούρκος στην Ελλάδα, ελληνόσπορος στην Τουρκία.


«Τούρκος στην Ελλάδα, ελληνόσπορος στην Τουρκία»
- Η συγκλονιστική μαρτυρία του μοναδικού εν ζωή Τουρκογιαννιώτη που έφυγε με την ανταλλαγή και επέστρεψε στα Γιάννινα για να δει το σπίτι που γεννήθηκε 86 χρόνια μετά

Του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Συμπληρώνοντας μία δεκαετία περίπου στο επάγγελμα του δημοσιογράφου, έχουμε να θυμόμαστε πολλές ιδιαίτερες στιγμές, από εκείνες που μία συνάντηση, μία λέξη, δύο μάτια βουρκωμένα, μπορούν να σε κάνουν να σκεφτείς πραγματικά πόσα πράγματα δεν έμαθες ποτέ σου, πόσα πράγματα τα προσπερνάμε έτσι απλά, πόσες αλήθειες κρύβουν οι λέξεις, οι μνήμες, τα δάκρυα…
Μία από αυτές τις στιγμές είχαμε την ευκαιρία να ζήσουμε την Παρασκευή και το Σάββατο που μας πέρασε στην ολιγόωρη παραμονή στα Γιάννινα μίας ομάδας απογόνων Τουρκογιαννιωτών, που επισκέφθηκαν την πόλη μας… Ή μάλλον (και) την πόλη τους, αφού έτσι την νιώθουν, έτσι την αισθάνονται…
Μεταξύ αυτών και ο 96χρονος πια Λουτφού Καραντάγ, ο μοναδικός όπως ισχυρίζεται, Τουρκογιαννιώτης εν ζωή από τους 1500 που έφυγαν από τα Γιάννινα το 1924, στα πλαίσια της εφαρμογής της Συνθήκης της Λοζάννης για την ανταλλαγή των πληθυσμών.
Ο Λουτφού, όπως γράψαμε σχετικά και το Σάββατο, γεννήθηκε το 1914 στα Γιάννινα, πήγε σχολείο στα Γιάννινα, έμαθε την ελληνική γλώσσα και μόνον και ο ίδιος, αλλά και η οικογένειά του πέρασαν δύσκολες ώρες και τα τελευταία χρόνια πριν φύγουν από τα Γιάννινα για την Τουρκία, αλλά και στην Τουρκία, στην περιοχή Παντίκι, όπου εγκαταστάθηκαν οι Τουρκογιαννιώτες.
Επειδή τέτοιες ευκαιρίες δεν προσφέρονται συχνά και επειδή ποτέ δεν ξέρεις αν θα σου παρουσιαστεί πάλι, προσπαθήσαμε να πείσουμε τον 96χρονο Λουτφού να μας μιλήσει για εκείνα τα χρόνια, για τις σχέσεις με τους Γιαννιώτες, με τον κόσμο, τη γειτονιά, για τα Γιάννινα της δεκαετίας του 1910. Πολύ δε περισσότερο από τη στιγμή που μιλά άπταιστα τα ελληνικά. Μέχρι το 1993 άλλωστε, όπως μας είπε στο σπίτι του, στην Πόλη, μόνο ελληνικά μιλούσαν!
Έχοντας συνοδεύσει τον Λουτφού την Παρασκευή στο σπίτι όπου γεννήθηκε και στο οποίο σήμερα στεγάζεται η 6η Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων στην οδό Ασωπίου, ήμασταν σχεδόν σίγουροι ότι τα πάντα θα ξεκινούσαν και θα τελείωναν με τις αναφορές για το σπίτι. Την ξύλινη πόρτα που φίλησε, όταν έφτασε μπροστά της… Ξύπνησαν οι μνήμες του Λουτφού, μα κάτι μάς έτρωγε και ’μας. Μήπως σκέφτονται τούτοι εδώ να ζητήσουν τίποτε ως αντάλλαγμα, ως αποζημίωση; Να διεκδικήσουν τα σπίτια, που λένε, πως ήταν δικά τους. Καχύποπτος λαός οι Έλληνες… Έτσι είναι. Μα, η καθαρή ματιά του Λουτφού και τα ειλικρινή «ευχαριστώ» που είπε στον Σπ. Πανταζή προϊστάμενο της Εφορείας, που άνοιξε την πόρτα και τους καλοδέχτηκε, δεν άφησαν περιθώρια αμφιβολιών.
«Τώρα που μπήκα στο σπίτι που γεννήθηκα και έζησα μέχρι τα 10 μου, δε θέλω τίποτε άλλο», λέει ο Λουτφού.
Και η συνέντευξη - αφήγηση του Λουτφού ξεκινά κάπως έτσι…
«Γεννήθηκα την 1η Μαΐου 1914 στα Γιάννινα και έζησα εδώ ως το 1924 που φύγαμε με την οικογένειά μου και με την ανταλλαγή για την Τουρκία. Ήρθα άλλες δύο φορές στα Γιάννινα το 1993 και το 2002, αλλά δεν κατάφερα να δω το σπίτι μου. Τώρα που το είδα πρώτη φορά, είμαι ευτυχισμένος και χαρούμενος, που το έφτιαξαν και είναι ένα πραγματικό κόσμημα».

Πως ήταν οι οικογενειακές σας στιγμές στα Γιάννινα;
«Στα Γιάννινα ζούσαμε εγώ τα τέσσερα αδέρφια μου και οι γονείς μου. Τα Γιάννινα ήταν μικρά, η πόλη γύρω από τη λίμνη ήταν. Ο πατέρας μου ήταν διευθυντής στην Οθωμανική Τράπεζα και εργαζόταν στη Δραγοψά, που τότε είχε 75 σπίτια και εξυπηρετούσε όλη την γύρω περιοχή. Από την οικογένειά μου μόνο ο πατέρας μου ήξερε τούρκικα. Είχε πάει στην Πόλη, εκπαιδεύτηκε για τη δουλειά και επέστρεψε. Εμείς δεν ξέραμε ούτε μία λέξη τούρκικη. Μάθαμε τη γλώσσα μετά από ένα χρόνο, από όταν φτάσαμε στην Τουρκία. Στο σπίτι μου, μέχρι το 1993 που πέθανε η μάνα μου, μιλούσαμε μόνο ελληνικά».

Πως ζούσατε με τους άλλους Γιαννιώτες;
«Όλα ήταν υπέροχα, μέχρι το 1921 και τότε που άρχισε να ηττάται ο ελληνικός στρατός στη Μ. Ασία. Ειδικά μετά την επιστροφή κάποιων στρατιωτών από το μαχαλά που γύρισαν τραυματίες, η κατάσταση ήταν πολύ άσχημη. Γύρισε ένας στρατιώτης από τη Σμύρνη με κομμένο πόδι και ξεσήκωνε τους άλλους Γιαννιώτες κατά των Τούρκων. Δεν τολμούσαμε να βγούμε από το σπίτι. Μας έβριζαν, μας απειλούσαν, μας έλεγαν να φύγουμε από εδώ, δε μας ήθελαν… Μόνο ένας ενοικιαστής που είχαμε σε ένα άλλο σπίτι, δικηγόρος ήταν, Νέστορας το όνομά του το μικρό, μας αντιμετώπιζε όπως και πριν και μας βοηθούσε. Μαζευόταν καμιά φορά μπροστά στην εξώπορτα του σπιτιού, αυτή που φίλησα χθες μόλις την είδα, την χτυπούσαν με πέτρες και τραγουδούσαν: «Μ’ αυτόν τον Κωνσταντίνο μ’ αυτόν τον βασιλιά, θα διώξουμε τους Τούρκους, στην κόκκινη μηλιά, θα πάρουμε την Πόλη και την Αγιά Σοφιά, θα διώξουμε τους Τούρκους στην κόκκινη μηλιά»…

Το θυμάσαι ακόμη;
«Δεν πρόκειται να το ξεχάσω ποτέ…»

Πώς φύγατε από τα Γιάννινα και πως σας υποδέχτηκαν στην Τουρκία;
«Διωγμένοι φύγαμε. Στα κρυφά. Από τα Γιάννινα με αυτοκίνητα στην Πρέβεζα και από εκεί με πλοίο στην Κωνσταντινούπολη. 1500 νομάτοι ήμασταν από τα Γιάννινα. Μας είπαν, θα φύγετε και θα πάτε κάπου που σας έχει ετοιμάσει τα κτίρια για να μείνετε η Τουρκία. Όλους τους Γιαννιώτες μας πήγαν στο Παντίκι. Παραθαλάσσια περιοχή, ωραίο μέρος, αλλά εκεί μας θεωρούσαν ξένους, Έλληνες. Ελληνικό σπόρο μας έλεγαν και δε ήθελαν ούτε να συζητήσουν με ’μας. Δύσκολα χρόνια περάσαμε κι εκεί. Πολύ δύσκολα, αλλά όσο περνούσε ο καιρός ήμασταν καλύτερα και τα καταφέραμε».

Συζητούσατε στο σπίτι για τα Γιάννινα;
«Όχι και πολλά πράγματα. Δεν ξέρω αν οι γονείς μου συζητούσαν, αλλά δεν ήθελαν να το κάνουν μπροστά μας».

Γεννήθηκες στα Γιάννινα, μεγάλωσες εδώ, έζησες τα περισσότερα χρόνια στην Τουρκία. Τι αισθάνεσαι περισσότερο, Τούρκος ή Έλληνας, μουσουλμάνος στο θρήσκευμα;
«Τουρκογιαννιώτης είμαι. Αυτά τα χώματα εδώ είναι της μάνας μου. Μαζί πήγαμε χθες στο σπίτι, είδες τη συγκίνησή μου μπροστά στην πόρτα, στο κατώφλι. Τουρκογιαννιώτης…»

Τι χωρίζει τους δύο λαούς;
«Σήμερα, τα παιδιά μου και τα εγγόνια μου και των άλλων Τουρκογιαννιωτών αισθάνονται κι αυτοί τις ρίζες τους εδώ στα Γιάννινα. Αδέρφια είμαστε. 400 χρόνια μαζί ζήσαμε. Φίλοι, αδέρφια… Σκοτωνόμασταν, αλλά ζήσαμε μαζί, ξέραμε ο ένας τον άλλον καλά… Οι λαοί δεν έχουν τίποτε να χωρίσουν, αλλά οι κυβερνήσεις… Σήμερα, δεν είμαστε καλά. Μία κυρία από την ομάδα που ήρθαμε, είχε πρόβλημα, γιατί στο προξενείο στην Άγκυρα δεν υπογράφανε στο διαβατήριό της, για να έρθει στην Ελλάδα, επειδή είχε επισκεφθεί την Κύπρο και είχε σφραγίδα που έγραφε Κύπρος. Δεν είμαστε όσο καλά πρέπει να είμαστε…»

Να μας ξανάρθεις του χρόνου.
«Εντάξει, δεν είναι κι εύκολο, μπαίνω στα 97».

Δεν είσαι και μικρός…
«Μικρός είμαι, αλλά έχουμε και δουλειές», λέει ο Λουτφού γελώντας και τον αποχαιρετάμε μαζί και τους υπόλοιπους Τουρκογιαννιώτες, που αναχώρησαν το Σάββατο για τις Σέρρες.

«Είμαστε πολίτες του κόσμου»
Οι επισκέψεις και οι επαφές των απογόνων κυρίως των ανταλλαγέντων της δεκαετίας του 1920 πύκνωσαν μετά την ίδρυση του Ιδρύματος Ανταλλαγέντων Λοζάννης (LMV) το 1999 στην Κωνσταντινούπολη.
Η αιτία που γέννησε την ιδέα της ίδρυσης αυτού του Ιδρύματος ήταν οι σεισμοί που έγιναν την ίδια χρονιά, αλλά και τις προηγούμενες σε Ελλάδα και Τουρκία. Έκτοτε, το Ίδρυμα γνωρίζει ολοένα και μεγαλύτερη αποδοχή, τυγχάνει γενικής αναγνώρισης σε ολόκληρη την Τουρκία και έχει θέσει υπό την ομπρέλα του 30 σωματεία από διάφορες πόλεις της Τουρκίας, όπου έφτασαν ανταλλαγέντες.
Ένας από τους πρωτεργάτες της ίδρυσης του LMV το 1999 ήταν και ο Σεφέρ Γκιουβένς, που βρέθηκε και αυτός την Παρασκευή και το Σάββατο στα Γιάννινα.
Ο κ. Γκιουβένς αναφέρθηκε στην λειτουργία και τους σκοπούς του Ιδρύματος που περιλαμβάνει στους κόλπους του απογόνους ανταλλαγέντων από τα Γιάννινα, τη Θεσσαλονίκη, την Κοζάνη, τα Γρεβενά, την Φλώρινα, τις Σέρρες και αλλού.
«Μέχρι το 1999 δεν ήμασταν οργανωμένοι. Έκτοτε όμως αναπτύσσεται σαν μόδα και οργανώνονται παντού συγκεντρώσεις απογόνων των ανταλλαγέντων. Οι σκοποί του Ιδρύματος είναι οι δύο λαοί που έζησαν αιώνες μαζί, μέσα σε κακές ημέρες στην πλειοψηφία τους, να αποδείξουμε, ότι δεν είναι εχθροί αλλά φίλοι και πως από κοινού μπορούμε να συμβάλλουμε στο να μη χαθεί η πολιτιστική και πολιτισμική μας κληρονομιά. Το Ίδρυμα βρίσκεται μακριά από την πολιτική και το κεφάλαιο, κρατάμε την ίδια απόσταση και από τις δύο κυβερνήσεις. Δε θέλουμε να μπλέξουμε την καταγωγή μας και αυτό που θέλουμε να διατηρήσουμε με την πολιτική των δύο χωρών», σημείωσε ο κ. Γκιουβένς.
Κλείνοντας, ρωτήσαμε τον κ. Γκιουβένς τι αισθάνεται περισσότερο, αν είναι Τούρκος ή Έλληνας στην καταγωγή, μουσουλμάνος στο θρήσκευμα.
«Είμαι πολίτης της τουρκικής δημοκρατίας και αισθάνομαι Τούρκος. Η πολιτισμική μας ταυτότητα όμως είναι Τουρκογιαννιώτης. Πολλοί από τους απογόνους των ανταλλαγέντων μιλάνε ως μητρική γλώσσα τα Ελληνικά, τα Βουλγάρικα ή τη γλώσσα της χώρας από την οποία έφτασαν στην Τουρκία. Έτσι, αισθάνομαι ως πολίτης του κόσμου».
Και η απόγονος του Εσάτ Πασά!
Καθηγήτρια Οθωμανικού Πολιτισμού σε Πανεπιστήμιο της Άγκυρας η κα Φιλίς, που δηλώνει απόγονη της οικογένειας του Εσάτ Πασά και του Βεχήπ Μπέη.
Τα συγγενικά της πρόσωπα, οι πρόγονοί της, από την γιαγιά και την προγιαγιά της ακόμη, που ζούσαν στα Γιάννινα έφυγαν το 1912 από την πόλη, διαισθανόμενοι ή έχοντας την «εσωτερική» πληροφόρηση για τις δύσκολες ημέρες που θα έρθουν και δεν συμπεριλαμβάνονται στους ανταλλαγέντες. Ωστόσο, διατήρησαν την ελληνική πολιτισμική τους ταυτότητα αλλά και την ελληνική γλώσσα, την οποία μιλούσαν για πολλά χρόνια στην Τουρκία.
«Στο σπίτι μιλούσαμε μόνο Ελληνικά ή Γιαννιώτικα. Λέγοντας Γιαννιώτικα, μιλάμε για μια διάλεκτο που χρησιμοποιούσαμε στην Πόλη που δεν είχε σχέση με τα Ρωμέικα των Κωνσταντινουπολιτών. Άλλοτε ήταν η ελληνική γλώσσα με τουρκική σύνταξη και άλλοτε οι τουρκικές λέξεις με ελληνική σύνταξη. Οι πρόγονοί μου, όπως έχω αναζητήσει το γενεαλογικό μου δέντρο ήρθαν στα Γιάννινα μεταξύ του 15ου και του 17ου αιώνα από την Τουρκία. Μέχρι τότε στην τοπική διοίκηση ήταν ελάχιστοι οι Οθωμανοί, που άρχισαν όμως να αυξάνονται από τον 17ο αιώνα».
Υπήρχε νοσταλγία εκείνων που έφυγαν από τα Γιάννινα για τον τόπο όπου γεννήθηκαν και μεγάλωσαν, ρωτήσαμε την κα Φιλίς.
«Η γιαγιά μου μιλούσε πάντα για τα Γιάννινα. Έχω πολλά οικογενειακά κειμήλια στο σπίτι μου και θα ήταν χαρά μου αν γίνει κάποια έκθεση να τα φέρω για να τα δει όλος ο κόσμος. Η γιαγιά μου είχε κεντήσει σε ένα χαρτόνι με κλωστές, το όνομα μιας εφημερίδας των Ιωαννίνων, φτιάχνοντας μια θήκη για τις εφημερίδες. Τη θήκη αυτή την έχω ακόμη, αλλά δεν θυμάμαι το όνομα της εφημερίδας. Είναι η πέμπτη φορά που έρχομαι στα Γιάννινα, όμως από την δεύτερη ή τρίτη επίσκεψη βιώνω έντονα συναισθήματα. Αισθάνομαι ότι σε αυτούς τους δρόμους περπατά η γιαγιά μου. Κάθε φορά που έρχομαι ψάχνω το σπίτι που μου έλεγε, ότι γεννήθηκε και έζησε. Όπως μου είπε αυτό έγινε μετά προξενείο της Αυστρίας και έπειτα νηπιαγωγείο. Δυστυχώς δεν έχω καταφέρει ακόμη να το εντοπίσω».
Πόσο Γιαννιώτισσα αισθάνεσθε, ρωτήσαμε κλείνοντας την κα Φιλίς.
«Όταν μαζευόμαστε στην Τουρκία και στο Ίδρυμα εμείς που καταγόμαστε από τα Γιάννινα αισθανόμαστε κάπως ανώτεροι από όλους τους υπόλοιπους ανταλλαγέντες, γιατί τα Γιάννινα θεωρούνταν μια κοσμοπολίτικη και ανώτερη περιοχή. Αυτό το έχουμε διατηρήσει και μεταξύ μας. Είμαστε πολίτες της Τουρκίας όμως προσωπικά θα μπορούσα να ζήσω σε πολλά μέρη και φυσικά και στα Γιάννινα. Όπως βλέπουμε και στις εκδρομές που κάνουμε, τα κοινά στοιχεία μεταξύ των δύο λαών είναι πάρα πολλά, από τις απλές καθημερινές συνήθειες, όπως το φαγητό, μέχρι τον τρόπο ζωής και το ήθος», σημείωσε.




ΣΧΕΤΙΚΑ: 'Ενας Γιαννιώτης αιχμάλωτος στο Γκαρνιζιόν Ουσιάκ 1922-23

Τρίτη 22 Ιουνίου 2010

Για τα Γιάννενα (1204 -1922) και τους Τουρκογιαννιώτες (του Γιάννη Παπαϊωάννου)


Από το βιβλίο "Γεγονότα από τη νεότερη ιστορία" του ιστοριοδίφη πολιτικού μηχανικού Γιάννη Κ. Παπαϊωάννου:

.... Ο τουρκογιαννιώτης είναι ο χριστιανός γιαννιώτης άρχοντας του κάστρου, ο οποίος εξισλαμίστηκε, για να διατηρήσει τα προνόμιά του και την ακίνητη περιουσία του και ο οποίος παρότι συμμετείχε σε υψηλά διοικητικά πόστα, δεν γνώριζε και δεν μιλούσε τα τουρκικά.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.
Το 1204 μ.Χ. η Κωνσταντινούπολη πέφτει στα χέρια των Φράγκων σταυροφόρων του Βαλδουΐνου. Τότε πολλές οικογένειες βυζαντινών αρχόντων από την Κωνσταντινούπολη κατάφεύγουν στο κάστρο των Ιωαννίνων, το οποίο τους παραχωρεί ο Άγγελος Κομνηνός-που μένει στην Άρτα- για να μην τους έχει στα πόδια του. Αυτές οι οικογένειες είναι: των Φιλανθρωπινών, των Αψαράδων, των Στρατηγόπουλων, των Μελισσινών και των Γλυκήδων.
Όταν το 1260 μ.Χ. οι Βυζαντινοί ανακαταλαμβάνουν την Κωνσταντινούπολη, οι Ιωαννίτες άρχοντες δηλώνουν πίστη στον αυτοκράτορα και κατορθώνουν να αποσπάσουν κάποια προνόμια αυτοδιοίκησης, καθώς και την ίδρυση μητροπόλεως Ιωαννίνων∙ γεγονός που ανεβάζει το κύρος της πόλεως και την καθιστά ανεξάρτητη από την μητρόπολη Άρτας. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι Βυζαντινοί καθιστούσαν μητρόπολη κάθε πόλη που θεωρούσαν σημαντικό πέρασμα ή λιμάνι. Και τούτο ήταν δηλωτικό της σημασίας που απέδιδαν σε κάθε τέτοια πόλη-κομβικό κέντρο για την άσκηση και τον έλεγχο της εξουσίας.
Το 1319 το δεσποτάτο της Ηπείρου υπάγεται στον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ανδρόνικο, ο οποίος με τα αυτοκρατορικά χρυσόβουλα του 1319 και 1321 παρέχει πολλά προνόμια στο πολυάνθρωπο «άστυ» των Ιωαννίνων, όπως το ονομάζει.
Το 1346 ο σέρβος τσάρος Στέφανος Δουσάν κυριεύει την Μακεδονία, Ήπειρο, Θεσσαλία∙ στέλνει τον αδερφό του Ούρεση βασιλιά της Θεσσαλίας και Ηπείρου, ο οποίος με την σειρά του τοποθετεί στην Ήπειρο ως διοικητή και ηγεμόνα-με έδρα τα Ιωάννινα- τον συγγενή του σέρβο Θωμά Πρελούμπο.
Η περίοδος διοίκησης του Θωμά Πρελούμπου (1367-1384) είναι περίοδος τυραννίας για τα Ιωάννινα, τα οποία μετατρέπονται σε πόλη του θρήνου. Δολοφονείται ύστερα από συνωμοσία στις 24-12-1384 από τους σωματοφύλακές του και ηγεμόνας της Ηπείρου ανακηρύσσεται η χήρα του δούκισσα Αγγελική Παλαιολογίνα, που κατάγεται από βυζαντινό γένος.
Για να αντιμετωπιστούν οι δύσκολες μέρες που περνούν τόσο τα Γιάννινα από το πιεστικό σφίξιμο των Αλβανών, όσο και η κοντινή ύπαιθρος από τις λεηλασίες τους, η Αγγελική Παλαιολογίνα παίρνει σαν δεύτερο σύζυγό της-με την συγκατάθεση του συμβουλίου των αρχόντων του Κάστρου- τον φλωρεντινό ευπατρίδη Ιζάουλο (Ησαύ) Βουεδελμόντε, ανιψιό του δούκα της Κεφαλλονιάς Καρόλου Τόκου.
Το 1387 ο δεσπότης των Γιαννίνων Ιζάουλος πιέζεται πολύ από τις επιθέσεις των Αλβανών και φοβάται τον χείμαρρο των Τούρκων, οι οποίοι καταλαμβάνουν για πρώτη φορά την Θεσσαλονίκη με επικεφαλής τον μετέπειτα σουλτάνο Βαγιαζήτ, τον επονομαζόμενο Γιλντιρίμ (κεραυνό, λαίλαπα). Γι’ αυτό τον επισκέπτεται και τον «προσκυνάει» στην Θεσσαλονίκη, γίνεται δηλαδή υποτελής του και αποκτάει έναν ισχυρό προστάτη.
Όταν επιστρέφει στα Γιάννινα συνοδεύεται από τον στρατηγό Γαζή (νικητή) Εβρενόζ και από επιτροπή τουρκομάνων αξιωματικών, οι οποίοι παραλαμβάνουν το κάστρο και την πόλη και εγκαθίστανται-με βάση την συμφωνία- έξω από το κάστρο, στην περιοχή μεταξύ των σημερινών συνοικιών Λειβαδιώτη και Μάτσικα, πίσω από τον Άγιο Νικόλαο αγοράς, κτίζουν τεκέ, περικλείουν την έκταση με παλούκια, η οποία γι’ αυτό ονομάζεται «τουρκοπάλουκο».
Είναι συνήθεια των οθωμανών να στέλνουν στα μέρη που ελέγχουν μερικούς Τούρκους στρατιωτικούς από τα βάθη της Ανατολής, οι οποίοι επιδιώκουν να ανακατεύονται με το ντόπιο πληθυσμό παίρνοντας ή αρπάζοντας με την βία χριστιανές για γυναίκες τους.
Έτσι γίνεται και με τους τουρκομάνους αξιωματικούς που μένουν στο τουρκοπάλουκο. Μια νύχτα Χριστουγέννων μπαίνουν στο κάστρο, πηγαίνουν στην εκκλησία του ταξιάρχου Μιχαήλ, που είναι και η μητρόπολη (σημερινό Φετιχιέ τζαμί), αρπάζουν κατά την έξοδο των χριστιανών από μια κόρη ο καθένας, τις παίρνουν στα σπίτια τους και τις κάνουν γυναίκες τους.
Το 1414 μετά το θάνατο του Ιζάουλου Βουεδελμόντε καλούνται να ηγεμονεύσουν στα Γιάννινα ο δούκας της Κεφαλλονιάς Κάρολος Α΄ Τόκος και αργότερα ο αδερφός του Κάρολος Β΄ μέχρι το 1430. Όταν και αυτός πεθαίνει, τα τρία παιδιά του ζητούν την επέμβαση του σουλτάνου Μουράτ, ο οποίος μόλις έχει καταλάβει την Θεσσαλονίκη (29 Μαρτίου 1430) και την έχει περάσει δια πυρός και σιδήρου.
Αποστέλλεται ο στρατηγός Σινάν-πασάς, ο οποίος πολιορκεί το κάστρο των Ιωαννίνων και μπροστά στον κίνδυνο τελείας εξοντώσεώς τους οι Ιωαννίτες άρχοντες παραδίδουν την πόλη στις 10 Νοεμβρίου 1430 ύστερα από συνθήκη που γίνεται και ονομάζεται «ορισμός Σινάν-πασά», την οποία υπογράφει ο Σινάν-πασάς ως αντιπρόσωπος του σουλτάνου.
Στις διαπραγματεύσεις για την παράδοση του κάστρου βοηθούν οι Κουρεντιώτες και οι Ζαγορίσιοι, οι οποίοι προϋπάντησαν και προσκύνησαν τον προελαύνοντα στρατηγό Σινάν-πασά στην θέση που ονομάζεται «Προσκύνηση» (δίπλα στο σημερινό κρατικό νοσοκομείο Χατζηκώστα, πρώην Σανατόριο) και έγιναν φόρου υποτελείς του. Εξασφαλίζουν έτσι οι Κουρεντιώτες και οι Ζαγορίσιοι το προνόμιο να μην πληρώνουν κανέναν φόρο, ούτε τον κεφαλικό. Αναλαμβάνουν όμως την υποχρέωση να αποστέλλουν στον αυτοκρατορικό στρατό του σουλτάνου έναν ορισμένο αριθμό ανδρών όχι για στρατιώτες, αλλά για βοηθητικές υπηρεσίες.
Με τον «ορισμό Σινάν-πασά» οι Ιωαννίτες άρχοντες του κάστρου εξασφαλίζουν διάφορα προνόμια με πλήρη σχεδόν αυτοδιοίκηση, ήτοι «την διατήρηση των τιμαρίων τους, την κρίση την ρωμαϊκή και όλα τα εκκλησιαστικά δικαιώματα και τα υποστατικά τους». Στην συνέχεια πρεσβεία Ιωαννιτών στέλνεται στον σουλτάνο Μουράτ Β΄, τον οποίο συναντά έξω από την Θεσσαλονίκη, στο σημερινό Κλειδί, τον προσκυνά σαν βασιλέα του κάστρου των Ιωαννίνων και του παραδίδει τα κλειδιά του κάστρου.
Για τους Ιωαννίτες άρχοντες είναι σημαντική η διατήρηση των τιμαρίων τους (των τσιφλικιών τους), που τους παρέχει την δύναμη και την εξουσία απέναντι στους υποτελείς τους χωρικούς, την ζωή των οποίων ορίζουν κυριολεκτικά.
Από το 1430 μέχρι το 1612 επικρατεί στην Ήπειρο η διαμάχη των Τούρκων με τους Βενετούς, οι οποίοι προσπαθούν να διατηρήσουν την κυριαρχία της θάλασσας. Το γιαννιώτικο κάστρο όλο αυτό το διάστημα με εξαιρετική επιμέλεια κρατάει άψογη στάση και δεν ακούγεται πουθενά. Έχοντας εξασφαλίσει την αυτοδιοίκησή του, τα τιμάριά του, και την λειτουργία του με βάση το φεουδαρχικό σύστημα, φροντίζει να είναι συνεπέστατο στις υποχρεώσεις του απέναντι στο επικυρίαρχο αφεντικό του, τον σουλτάνο.
Το 1611 ξεσπάει στην περιοχή των Ιωαννίνων η επανάσταση του Διονυσίου του φιλοσόφου, του επονομασθέντος σκυλοσόφου, η οποία καταπνίγεται στο αίμα. Ο ίδιος ο Διονύσιος γδέρνεται ζωντανός σε μια σπηλιά του βράχου στο κάστρο και σέρνεται στους δρόμους. Στο κάστρο γκρεμίζονται όλες οι εκκλησίες και εκδιώκονται όλοι οι χριστιανοί κάτοικοί του. Η πόλη επεκτείνεται πλέον έξω από το κάστρο, με τις συνοικίες που δημιουργούν οι χριστιανοί έξω από αυτό. Μέσα μένουν πλέον οι αδιαμφισβήτητοι κυρίαρχοι, που είναι οι Τούρκοι.
Λίγοι οι γνήσιοι Τούρκοι και πάντα στρατιωτικοί από την Ανατολή.
Και οι εξισλαμισμένοι χριστιανοί, οι τουρκογιαννιώτες.
Είναι οι παλιοί άρχοντες Ιωαννίτες, που αλλαξοπιστούν προκειμένου να διατηρήσουν τα τιμάριά τους και να εξακολουθήσουν να μετέχουν στην διοίκηση όντας μορφωμένοι. Γνωρίζουν άλλωστε την λειτουργία της, «την παίζουν στα δάχτυλα» κατά το κοινώς λεγόμενο, την έχουν διδαχτεί από τους προγόνους τους άρχοντες βυζαντινούς, οι οποίοι ακροβάτησαν αριστοτεχνικά, για να επιβιώσουν και να συνεχίσουν την αυτόνομη πορεία τους μέσα από το Δεσποτάτο της Ηπείρου, καθώς και κάτω από την επικυριαρχία του σουλτάνου. Κι ακόμα κάποιοι εξισλαμισμένοι Ζαγορίσιοι, οι οποίοι με τα προνόμια που έχουν εξασφαλίσει και τις επαφές τους στην Κωνσταντινούπολη δημιουργούν γνωριμίες με την Υψηλή Πύλη, μαθαίνουν να ελίσσονται, ανεβαίνουν κοινωνικά.
Ένας εξισλαμισμένος χριστιανός από την Βίτσα Ζαγορίου (αρχικά γενίτσαρος Αχμέτ με το προσωνύμιο Αρσλάν, δηλαδή λιοντάρι, που καταλήγει να ονομάζεται Ασλάν) ο Ασλάν Ζουλφικάρ πασάς διοικεί το πασαλίκι των Ιωαννίνων μετά το 1611. Χτίζει στο κάστρο των Ιωαννίνων το ομώνυμο τζαμί, εκεί όπου σήμερα στεγάζεται το Δημοτικό Μουσείο.
Ο Ασλάν πασάς γίνεται ο αρχηγός της φεουδαρχικής οικογένειας των Ασλανιδών, η οποία διοικεί μέσω των απογόνων της-κληρονομικώ δικαίω- την Ήπειρο μέχρι το 1788. Οι τουρκογιαννιώτες κρατούντες, ενώ τηρούν τις επιβαλλόμενες αποστάσεις από τους χριστιανούς, ασκούν σώφρονα διοίκηση. Άλλωστε η κυριαρχία του σουλτάνου δεν είναι ουσιαστική, εκτός από τους φόρους που καταβάλλονται κανονικά στον σουλτάνο. Παρότι είναι μουσουλμάνοι εξακολουθούν να μιλάνε ελληνικά.
Ο τελευταίος πασάς των Γιαννίνων από την οικογένεια των Ασλανιδών είναι ο Ζουλφικάρ πασά Καλός ή Καλός πασάς, ο οποίος ονομάστηκε έτσι για την πραότητα και την καλοσύνη που τον διέκρινε.
Ακολουθεί το 1788 η άνοδος στο πασαλίκι των Ιωαννίνων του παμπόνηρου τουρκαλβανού Αλή πασά. Αυτός πρώτα κλέβει με το στανιό μέσα από το σπίτι της την εγγονή του Καλού πασά, τη Ζιχάλκω και την παίρνει γυναίκα του και στην συνέχεια με ισχυρά μέσα κατορθώνει και διορίζεται από την Υψηλή Πύλη πασάς των Ιωαννίνων. Η διακυβέρνηση του Αλή πασά κρατάει μέχρι το θάνατό του στις 24 Ιανουαρίου 1822.
Το 1913 η παράδοση της πόλης των Ιωαννίνων στους Έλληνες γίνεται από την πλευρά των Τούρκων από τον στρατηγό Εσάτ-πασά, διοικητή της ανεξάρτητης μεραρχίας Ηπείρου. Ο Εσάτ-πασάς είναι τουρκογιαννιώτης καστρινός, ο οποίος λύνει την απορία σχετικά με την καταγωγή του, όταν ερωτάται από τον γιαννιώτη μελετητή της πόλης κ. Σωτήριο Ζούμπο σε επίσκεψή του στα Γιάννινα το 1934. Πρόγονος του Εσάτ-πασά ήταν ένας από τους τουρκομάνους της επιτροπής που πρωτοήρθαν στα Γιάννινα το 1379 με τον στρατηγό Γαζή Εβρενόζ να παραλάβουν το κάστρο κι εγκαταστάθηκαν στην συνοικία τουρκοπάλουκο. Και πήρε για γυναίκα του την χριστιανή Βασιλική της οικογένειας Γλυκήδων αρπάζοντάς την από την εκκλησία του ταξιάρχου Μιχαήλ στο κάστρο, νύχτα των Χριστουγέννων.
Μετά την μικρασιατική καταστροφή και με την συνθήκη της Λωζάννης που υπογράφηκε μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, το κριτήριο της ανταλλαγής των πληθυσμών γίνεται ανάλογα με την θρησκεία. Έτσι οι εξισλαμισμένοι Γιαννιώτες, οι Τουρκογιαννιώτες δηλαδή, ενώ δεν γνωρίζουν την τουρκική, είναι όμως στην πλειοψηφία τους πιστοί οπαδοί της οθωμανικής αυτοκρατορίας, δεν γλιτώνουν τον εκπατρισμό τους. Μεταφέρονται στην Κωνσταντινούπολη και εγκαθίστανται στην περιοχή Πεντέκιοϊ (το τουρκικό συνθετικό –κιοϊ σημαίνει χωριό, προάστιο).
Δεν ξεχνούν την πατρίδα που στερήθηκαν και συνεχίζουν να μιλούν τα ελληνικά. Την πατρίδα τους τα Γιάννινα και το κάστρο. Γιατί αυτοί είναι βέροι γιαννιώτες, από «τον αφαλό του κάστρου», όπως συνήθιζαν να λένε παλιότερα, όσοι ήθελαν να τονίσουν την γιαννιώτικη καταγωγή τους. Πώς να τα ξεχάσουν άλλωστε, αφού εξισλαμίστηκαν για να παραμείνουν άρχοντες, πραγματικοί μπέηδες και πασάδες στα Γιάννινα;
Για τους Τουρκογιαννιώτες ισχύει αυτό που λέγεται για την περίοδο της τουρκοκρατίας:
"Οι περήφανοι φύγανε,
οι παλικαράδες σκοτώθηκαν,
οι έξυπνοι εξισλαμίστηκαν και διακρίθηκαν,
οι αδύνατοι υποτάχτηκαν δουλεύοντας στα χωράφια των πλούσιων γαιοκτημόνων».
Οι τελευταίοι είναι οι ραγιάδες, που σήκωσαν τον σταυρό του μαρτυρίου στην μακρά περίοδο της δουλείας υπομένοντας καρτερικά τις ταπεινώσεις, τις απειλές και τους βιασμούς.
Γι’ αυτούς τους τουρκογιαννιώτες και τουρκοπαργινούς που οι περισσότεροί τους δεν γνωρίζουνε τουρκικά, θα διερωτηθεί ο Τούρκος πλοίαρχος που τους μεταφέρει στην Γιάλοβα της Προποντίδας έχοντας αφήσει προηγουμένως στο λιμάνι της Πρέβεζας έλληνες πρόσφυγες μικρασιάτες που αγνοούν τα ελληνικά: «Μπρε τζιάνουμ πολύ περίεργο φαίνεται σ’ εμένα αυτό που γίνεται, δεν ξέρω αν γίνεται λάθος και τούρκους διώχνουμε και ρωμιούς κουβαλάμε».
Στα Γιάννινα μένουν λίγοι τουρκαλβανοί (εξισλαμισμένοι Αλβανοί) μπέηδες και πασάδες με τσιφλίκια στην περιοχή της σημερινής νότιας Αλβανίας (μέχρι το Δυρράχιο). Τα αρχοντικά τους ήτανε φυσικά έξω από το κάστρο.
Τον Μάρτιο του 1997 στα πλαίσια της συνάντησης των αναπληρωτών υπουργών Εξωτερικών χωρών της Ευρώπης στις Βρυξέλλες, ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Ονούρ Οϊμέν εξομολογείται στον ομόλογό του αναπληρωτή υπουργό της Ελλάδας Γιώργο Παπανδρέου ότι είναι τουρκογιαννιώτης στην καταγωγή. Και κάποιος γιαννιώτης σχολιάζει πικρόχολα την έλλειψη εκπροσώπησης των Ιωαννίνων με υπουργό στην ελληνική κυβέρνηση ως εξής: «Δεν βαριέσαι. Τα Γιάννινα μπορεί να μην έχουν υπουργό στην Αθήνα. Έχουν όμως τουρκογιαννιώτη υπουργό στην Άγκυρα.»

Σάββατο 19 Ιουνίου 2010

Το σπίτι του Λουτφού Καραντάγ


Στον τόπο που γεννήθηκε και έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του, επέστρεψε ο Τουρκογιαννιώτης Λουτφού Καραντάγ
Στιγμές συγκίνησης, βγαλμένες από ένα άγνωστο ιστορικό παρελθόν των Ιωαννίνων, εκτυλίχθηκαν το μεσημέρι στο κτίριο που τα τελευταία χρόνια στεγάζει ύστερα από την ανακαίνισή του, την 6η Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων.
Ο 96χρονος Λουτφού Καραντάγ, Τουρκογιαννιώτης στην καταγωγή, που γεννήθηκε το 1914 στα Γιάννινα και έφυγε σε ηλικία 10 ετών μετά την εφαρμογή της συνθήκης της Λωζάνης για την ανταλλαγή των πληθυσμών, επέστρεψε στον τόπο που γεννήθηκε, μαζί με μία ομάδα 33 Τουρκογιαννιωτών, απόγονοι όλοι δεύτερης και τρίτης γενιάς, που παρότι έχουν περάσει 85 χρόνια από την φυγή των προγόνων τους από τα Γιάννινα, εξακολουθούν να διατηρούν τη γιαννιώτικη ψυχή, δηλώνοντας με περηφάνια πως είναι Τουρκογιαννιώτες.
Ο Λουτφού Καραντάγ εξακολουθεί να μιλά την ελληνική γλώσσα σχεδόν άπταιστα, αφού παρότι βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη ποτέ δεν ξέχασε αυτός και οι γονείς του, την καταγωγή τους.
Πριν από μερικά χρόνια ιδρύθηκε το Ίδρυμα Ανταλλαγέντων Λωζάνης (LMV) από Τούρκους μετανάστες, απογόνους εκείνων που περιλήφθηκαν στην ανταλλαγή των πληθυσμών απόρροια της συνθήκης της Λωζάνης.
Μία ομάδα 33 Τούρκων, μεταξύ των οποίων και 15 περίπου Τουρκογιαννιώτες στην καταγωγή ξεκίνησαν πριν από λίγες ημέρες από την Κωνσταντινούπολη την επίσκεψή τους στα προγονικά εδάφη, ξεκινώντας από την Θεσσαλονίκη και περνώντας στην Έδεσσα, τα Γιαννιτσά, την Καστοριά και φτάνοντας χθες στα Γιάννινα.
Αμέσως μετά την άφιξή τους στην πόλη ο Λουτφού Καραντάγ ζήτησε να τον οδηγήσουν στην οδό Ασωπίου, όπου θέλησε να επισκεφθεί το σπίτι στο οποίο γεννήθηκε την Πρωτομαγιά του 1914. Αυτό και έγινε μέσα σε συγκινησιακά φορτισμένο κλίμα με τον 96χρονο Τουρκογιαννιώτη να στέκεται μπροστά στην εξώπορτα και έπειτα να σκύβει και να την φιλά.
Ο προϊστάμενος της 6ης Εφορείας Νεωτέρων Μνημείων Σπύρος Πανταζής άνοιξε διάπλατα τις πόρτες του κτιρίου και υποδέχθηκε τους αδελφούς Τουρκογιαννιώτες, κυρίως όμως τον 96χρονο που για πρώτη φορά μετά από 85 χρόνια πέρασε το κατώφλι του σπιτιού του.
Ακολούθησε ξενάγηση από τον κ. Πανταζή και ενημέρωση για τις εργασίες αναστήλωσης που έγιναν στο κτίριο, γνωστό και ως αρχοντικό Μίσσιου, προκειμένου να καταστεί και πάλι λειτουργικό και όπου τα τελευταία επτά χρόνια στεγάζεται η Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων.
Ιδιαίτερα χαρούμενος και συγκινημένος ο 96χρονος Λουτφού, θυμήθηκε τα παιδικά του χρόνια και δήλωσε ικανοποιημένος που το σπίτι όπου γεννήθηκε δεν είχε την τύχη άλλων που κατέρρευσαν από την δύναμη του χρόνου, αλλά συντηρήθηκε και είναι σήμερα ένα εντυπωσιακό και επιβλητικό κτίριο.
Η ομάδα των Τουρκογιαννιωτών έμεινε ουσιαστικά για λίγες μόνο ώρες στα Γιάννινα, καθώς αναχωρεί και πάλι σήμερα για τη Θεσσαλονίκη και επιστρέφει στην Κωνσταντινούπολη. Στη διάρκεια της ολιγόωρης επίσκεψής τους πρόλαβαν να περιηγηθούν στο κάστρο και στο Νησί της Παμβώτιδας.
Οι περισσότεροι από αυτούς έδωσαν την υπόσχεση, ότι θα επιστρέψουν και την επόμενη φορά θα είναι και πιο πολλοί, αλλά θα έχουν στη διάθεσή τους και περισσότερο χρόνο προκειμένου να δουν από κοντά τα προγονικά τους εδάφη.
ΠΗΓΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ των ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
Το είδα στο ΝΕΑ απο τα ΓΙΑΝΝΕΝΑ και την ΗΠΕΙΡΟ

Τετάρτη 19 Μαΐου 2010

Ο Μουζαφέρ και η Χανούμ από την Κόνιτσα, στο Αφιόν


Γράφει ο γιατρός Πέτρος Αποστολίδης ( 1896 - 1988)
<και για δυό τρεις μήνες Δήμαρχος Ιωαννίνων, Χειμώνας 1944 - Μάρτης 1945, μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς>
αιχμάλωτος στην Τουρκία, στο Γκαρνιζιόν Ουσιάκ 1922-1923,
στο βιβλίο του ΟΣΑ ΘΥΜΑΜΑΙ.
……έδινα οδηγίες ένα απιογιοματάκι στους νοσοκόμους και εμφανίζεται ένας ψηλός ως εκεί πάνω επιλοχίας.
«Καλησπέρα σας», λέει ελληνικά, «πούθι είσι κυρ-γιατρέ:» σε ατόφια γιαννιώτικη προφορά.
«Από τα Γιάννενα», του απαντώ, «Ξέρετε ελληνικά;»
«Απού τα Γιάννινα;» με χαιρετάει φιλικότατα και ..
« Αμ, απού τα Γιάννινα είμι κι ιγώ». Μου λέει ότι ο πατέρας του ήταν μπίμπαση ντοκτόρ (επίατρος) στο Μπιζιάνι και ότι τώρα εγκαταστάθηκαν και μένουν με την οικογένειά του στο Αφιόν.
«Μη στενοχωριέσαι», μου λέει, «εγώ θα ‘ρχομαι να σε βλέπω κάθε μέρα».
Το σπίτι που έμειναν με τη γυναίκα του –δεν την είδα ποτέ- ήταν στη γειτονιά πιο πέρα από το νοσοκομείο μας. Το όνομά του ήταν Μουζαφέρ.
Μου έρχονταν στο γραφείο – δωμάτιό μου κάθε βράδυ. Πολλές φορές έρχονταν στο νοσοκομείο και την ημέρα, επισκέπτονταν τους αρρώστους, τους πρόσφερε τσιγάρα και τους διάβαζε καμιά καλή είδηση από την τουρκική εφημερίδα, ότι θα υπογραφεί γρήγορα ειρήνη και θα γυρίσουν στα σπίτια τους. Η μόνη ενόχληση που μου ‘φερνε ήταν τα βράδια έρχονταν έχοντας μαζί του πάντα ένα μπουκάλι ρακή, άδειαζε μονάχος του το μπουκάλι μέχρι σταγόνα και τον έστελνα αργά τη νύχτα στο σπίτι του μ’ ένα νοσοκόμο και ένα φρουρό να τον κρατούν να μη τσακιστεί στα γκαλντερίμια.
Ήταν καλόψυχος άνθρωπος, εμένα δε με καμάρωνε σαν πατριώτη του. Κατέβαινα πολλές φορές στην αγορά με τον συνοδό μου και αν τύχαινε να βρίσκεται σε κανένα καφενείο της αγοράς και με έβλεπε να περνώ στο δρόμο, σηκώνονταν μόλις πλησίαζα και με χαιρετούσε στρατιωτικά.
Και όταν οι γύρω του τον ρωτούσαν με απορία «νε ντηρ μπού; (ποιος είναι αυτός) και τον χαιρετάς έτσι», τους απαντούσε με υπερηφάνεια: «είναι ένας μπενήμ μεμλεκέτ ντοκτόρ (πατριώτης γιατρός)».
Έρχεται μια μέρα: «Μπορείς, γιατρέ μου, να ρθεις μια στιγμή στο σπίτι να ιδείς την αδελφή μου; Γέννησε αυτή – είναι τα ίδια λόγια του- και έχει πυρετό και οι δικοί μας γιατροί δεν ξέρουν τίποτε».
«Ευχαρίστως», έρχομαι του λέω, «έρχομαι, αλλά χρειάζομαι άδεια από τον στρατιωτικό Διοικητή».
Παίρνει την άδεια και έρχεται την άλλη μέρα, «Πάμε», λέει. Στην πόρτα του Νοσοκομείου βλέπω σταματημένο ένα αμάξι.
«Τι το θέλεις αυτό;» τον ρωτώ . «Είναι τόσο μακριά;», «Όχι», λέει, «αλλά θα πάμε με αμάξι».
Ο Μουζαφέρ τον πατριώτη του γιατρό ήθελε να τον πάει με αμάξι, επισήμως.
Φθάνουμε στο σπίτι, μπαίνουμε στο πλακόστρωτο χαγιάτι, ανεβαίνουμε την ξύλινη σκάλα, ανοίγει μια πόρτα, «μπουγιουρούμ» (περάστε), περνώ κι αυτός κλείνει την πόρτα και ξανακατεβαίνει στο χαγιάτι.
Κατά το μουσουλμανικό έθιμο, από τη στιγμή που θα παντρευτεί η αδελφή, δεν επιτρέπεται να την ιδεί ξεμπούλωτη, χωρίς φερετζέ δηλαδή, ούτε ο αδελφός.
… Στο ντιβάνι του δωματίου ήταν καθισμένη μια μεσόκοπη χανούμ ντυμένη το γνωστό μου από τα Γιάννενα μαύρο κουστούμι που φορούσαν οι Τουρκάλες, όχι τουμάνια (βράκες) όπως στην Ανατολή, αλλά χωρίς φερετζέ. Στο πάτωμα μπροστά της ήταν στρωμένοι δύο παχιοί σελτέδες (στρώματα γεμισμένα με μαλλί) όπου ήταν ξαπλωμένη η άρρωστη, ντυμένη με καθαρότατα κομπιναιζόν και εσώρουχα και σκεπασμένη με χρυσοποίκιλτο πάπλωμα, η αδελφή του Μουζαφέρ, νεαρότατη και νόστιμη κοπέλα και πλάι της, στη μικρή του κούνια, το σκαφιδάκι – κοπανέλι το λέγαμε στην Ήπειρο – το μωράκι, που κοιμούνταν μακαρίως.
«Σαμπάχ χαϊρ ολσούν (καλημέρα)», λέω μπαίνοντας.
«Καλημέρα», μου απαντάει ελληνικά η χανούμ. «Δεν μιλάς καημένε ελληνικά;»
«Μπα …. ξέρετε ελληνικά;»
«Πως πιδίμ, ιγώ είμι η γυναίκα του μπέη…» και μου λέει ένα όνομα, «από την Κόνιτσα».
«Μωρέ που να το ξερα ότι θα βρω πατριώτες μου στο Αφιόν!»
«Αυτή είναι η άρρωστη» και μου δείχνει τη νεαρή κοπέλα που είναι ξαπλωμένη πάνω στο διπλό σελτέ.
Γονατίζω δίπλα στην άρρωστη και «νε χασταληκ βαρ (τι έχετε)», τι ενοχλήσεις έχετε θέλω να πω, αλλά δεν ξέρω καλά τα τούρκικα.
«Δεν μιλάς καημένε ελληνικά», επαναλαμβάνει η άλλη.
«Αχ» λέω, ξέχασα ότι είναι η αδελφή του Μουζαφέρ και ξέρει ελληνικά». Προσέχω τα λόχια, κανονικά, καμιά δυσοσμία, ούτε άλλο τίποτε ανώμαλο, βάζω το θερμόμετρο και κάθομαι στο ντιβάνι.
Σε μισό λεπτό ανοίγει η πόρτα και παρουσιάζεται ένας συμπαθητικός νεαρός υπολοχαγός με καλπάκι αξιωματικού του επιτελείου, ήταν ο σύζυγος της λεχώνας. Τις συστάσεις τις κάνει η χανούμ από την Κόνιτσα.
Ήξερα ότι στους Τούρκους ο γιατρός είναι ελεύθερος να εξετάζει την άρρωστη γυναίκα σε οποιοδήποτε σημείο του σώματός της απαιτεί η ανάγκη, αλλά με τακτ και να μην πολυψαχουλεύει την άρρωστη. Και όταν πέρασαν τα πέντε λεπτά παρακαλώ τον υπολοχαγό: «μου παίρνετε σας παρακαλώ το θερμόμετρο;» - για να μην ξαναβάλω το χέρι μου στο στήθος της. Το θερμόμετρο έδειχνε 37,5.
«Δεν είναι τίποτε» λέω, «συμβαίνει τις πρώτες μέρες του τοκετού να έχουμε λίγα δέκατα. Όμως για κάθε ενδεχόμενο ας πάρει λίγα κουφέτα κινίνο, μπορεί να πέρασε στο παρελθόν ελονοσία».
Σερβιρίστηκε το απαραίτητο γλυκό και ο βαρύς γλυκός και αρχίσαμε την κουβέντα. Ο νεαρός υπολοχαγός ήταν από το Ικόνιο και δεν ήξερε ελληνικά και τον διερμηνέα έκανε η χανούμ. Εν τω μεταξύ είχε έρθει και η μάνα του Μουζαρέφ και της λεχώνας.
Αυτή δεν είχε καταφέρει να μάθει καθόλου τουρκικά, δεν ήξερε λέξη- στα Γιάννενα οι Τούρκοι μιλούσαν μόνο ελληνικά.
Γυρίζει κάποια στιγμή πάνω στην κουβέντα η χανούμ από τη Κόνιτσα και μου λέει, δείχνοντας με κούνημα της κεφαλής τον υπολοχαγό, το γαμπρό τους. «Τι να κάναμε παιδί μου, δε βρήκαμε κανέναν δικό μας να τη δώσουμε και την παντρέψαμε μ’ αυτόν». Με σοκάρισε. Δηλαδή εγώ ήμουν πιο δικός τους από το γαμπρό τους. Ξεδιαλέξτε μου τώρα εχθρούς και φίλους.
………………………………….
Με τους Τούρκους που από τη Ρούμελη και γενικά την Ελλάδα είχαν εγκατασταθεί μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών στην Ανατολή, παρατηρήθηκε τούτο το περίεργο. Ενώ περιμέναμε να είναι πιο σκληροί εναντίον μας και πιο φανατικοί, τουναντίον οι περισσότεροι μας φέρονταν σαν πατριώτες. Εκτός από τον Μουζαφέρ και τους δικούς του και ένα παράδειγμα με τους Τουρκοκρητικούς:
Οι απελευθερωτικοί αγώνες στην Κρήτη βάσταξαν χρόνια, ήταν σκληροί και πολυαίμακτοι, τα δε μίση μεταξύ των Ελλήνων και των Τουρκοκρητικών ήταν άγρια. Το ξέραμε και γι’ αυτό, αν κανένας Τούρκος ρωτούσε μήπως είναι μαζί σας κανένας Κρητικός, οι αιχμάλωτοι του απαντούσαν ότι δεν ξέρουν κανέναν.
Μια μέρα όμως κάποιος Τούρκος στρατιώτης ρωτάει έξω από τα σύρματα έναν αιχμάλωτο που τότε γύριζε από την αγγαρία:
«Μώρ’ συ, μπάσι και ξέρεις κανέναν Κρητικό μαζί σας;»
«Εγώ είμαι Κρητικός», του απαντάει αυτός.
«Από ποιο μέρος της Κρήτης;»
«Από το Ρέθυμνος».
Ακούει Ρέθυμνος ο Τούρκος, πέφτει πάνω του τον αγκαλιάζει:
«Γειά σου μωρέ πατριώτη, κι εγώ είμαι από το Ρέθυμνος», τον παίρνει και πάνε σε κάποιο καφενείο και τον κερνάει γλυκό και καφέ σαν παλιός φίλος.

Όπως παρατήρησα και στη συνέχεια, οι Τούρκοι που προέρχονταν από την Ελλάδα με μεγάλη νοσταλγία και αγάπη αναθυμούνταν την παλιά τους πατρίδα και τη θεωρούσαν ανώτερη από τη νέα πατρίδα και ζωή.
Με εντυπωσίασε η φράση του Μουζαφέρ «…γιατί οι δικοί μας γιατροί δεν ξέρουν τίποτε». Την κάθε στιγμή διαισθανόμουν ότι οι Τούρκοι, στρατιώτες και πολίτες, μας θεωρούσαν ανώτερούς τους σε πολιτισμό και σε γνώσεις και πλουσιότερους σαν κράτος.
Ήταν μήπως κι αυτό ένα σύμπλεγμα κατωτερότητας δηλαδή, που τους έσπρωχνε να φέρονται τόσο σκληρά, κτηνόδικα, στους αιχμαλώτους τους πρώτους μήνες;
Μπορεί, κατά ελάχιστο όμως ποσοστό.
Εγώ πιστεύω ότι η διαταγή της εξόντωσης δόθηκε από πάνω και οργίασαν ύστερα η βαρβαρότητα των επιμέρους διοικητών και η αλητεία που αφέθηκε ασύδοτη.
Ο τούρκικος λαός ούτε κακός κατά βάθος είναι, και ευκολότατα πειθαρχεί.


Τρίτη 28 Ιουλίου 2009

Ενα Γιαννιώτικο Blog από την Τουρκία!



Ο Fazıl Bülent Kocamemi είναι Τουρκογιαννιώτης στην καταγωγή και ζει στην Κωνσταντινούπολη. Φαίνεται οτι η καταγωγή δεν ξεχνιέται, αφού πρέπει να γεννήθηκε εκεί, μιας και έστησε ολόκληρο blog, το Yanya/Ioannina/Jannina στη διεύθυνση http://yanyafbk.blogspot.com/ για τον τόπο καταγωγής των προγόνων του.
Μετά σχεδόν έναν αιώνα από την απελευθέρωση της πόλης και την ανταλλαγή πληθυσμών!
Στον υπότιτλο του γράφει σε τρεις γλώσσες, Αγγλικά, Γαλλικά και Τούρκικα (Γιατί όχι και σε Ελληνικά, Bülent;) : "Αυτό το blog δημιουργήθηκε για να φέρει σε επαφή τους Γιαννιώτες και την ανταλλαγή αναμνήσεων" (ξέρω, κακή μετάφραση, αλλά δεν έχει σημασία).
Με βοηθό το μεταφραστή της Google προσπάθησα να καταλάβω τι γράφει. Άθλια η μετάφραση και μισή, αλλά τι να κάνω;
Ε, λοιπόν, ο άνθρωπος ξέρει τι συμβαίνει στην πόλη μας ενημερωνόμενος προφανώς από το Internet, και καταλαβαίνει ή και μιλάει ελληνικά, σε σημείο που να γνωρίζει ακόμα και για τον φρικιαστικό βανδαλισμό στα "εβραίκα τα μνήματα" ή ακόμα και το τι κάνει ο ΠΑΣ Γιάννενα, του οποίου μάλιστα δηλώνει οπαδός!
Έχει γράψει και βιβλίο σχετικά με τα Γιάννενα: "Yanya'nın Gözyaşları" (Δάκρυα των Γιαννίνων).

Ακόμη παραθέτει βιογραφίες Τουρκογιαννιωτών, που διέπρεψαν στο χώρο της Επιστήμης και της Τέχνης ή στην Τουρκικό Στρατό και Διοίκηση.
Kαι για τις παλιές γιαννιώτικες συνταγές γράφει!
Χαίρεται για την κατασκευή της Εγνατίας που φέρνει πιο κοντά την πόλη, που έζησαν οι πρόγονοί του (και οι δικοί μας, φυσικά).
Αλλά και λυπάται για την εγκατάλειψη μερικών μουσουλμανικών μνημείων της πόλης, όπως ο τάφος του Ασλάν πασιά.
Ακριβώς όπως κι εμείς λυπόμαστε για την εγκατάλειψη των χριστιανικών μας μνημείων στην Τουρκία.
Όταν χαζεύεις αυτό το Blog, είναι σαν να έχει σταματήσει ο χρόνος τότε, που τα τρία κύρια στοιχεία της πόλης, 'Ελληνες, Τούρκοι και Εβραίοι μοιράζονταν τον ίδιο χώρο, άλλοι καιροί, άλλες συνθήκες, ουσιαστικά άλλη πόλη.
Μακάρι να γνώριζα τη γλώσσα για να διαβάζω στο πρωτότυπο!
Έχει ενδιαφέρον να δω την απο εκεί πλευρά της Ιστορίας, την εποχή και πώς την βιώναν οι τότε συντοπίτες μας, τότε, πριν από το 1923.




Τι θυμούνται, τι νοσταλγούν, τι τους ενώνει με τον τόπο.
Βλέπεις, χαμένες πατρίδες δεν υπάρχουν μόνο για μας. Χαμένες πατρίδες υπάρχουν για όλους.
Πριν από λίγες μέρες γιορτάσαμε την μαύρη επέτειο της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο.
Τώρα τα μέσα διαλαλούν την τουρκική επιθετικότητα στο Αιγαίο.
Μήπως τέτοια blog, ένθεν και ένθεν, κάνουν τους ιθύνοντες να σκεφτούν δυο φορές το τι πράττουν;

Μετάφραση του Γιαννιώτικου blog από την Τουρκία, από τη μηχανή μετάφρασης της Google

Ψηφιακός Ξεναγός του Κάστρου των Ιωαννίνων