Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορικό Αρχείο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορικό Αρχείο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2012

Οι νοοτροπίες και οι θεσμοί δημοσιότητας στα Γιάννενα της απελευθέρωσης


Οι νοοτροπίες και οι θεσμοί δημοσιότητας στα Γιάννενα της απελευθέρωσης

Πώς ήταν τα Γιάννενα πριν την απελευθέρωση; Μια αναλυτική παρουσίαση του δημόσιου λόγου και της νοοτροπίας της πόλης στις αρχές του περασμένου αιώνα.

(Γράφει ο Κ. Θ. Πέτσιος, αναπληρωτής καθηγητής Ιστορίας της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, στον Ηπειρωτικό Αγώνα )

Το ιστορικό γεγονός της απελευθέρωσης της πόλης από την οθωμανική επικυριαρχία στις 21 Φεβρουαρίου 1913 διαδραματίζεται σε μία περίοδο κατά την οποία η διεθνής συγκυρία είχε διαμορφώσει ένα πλαίσιο συσχετισμών, στο οποίο η Ελλάδα επιχείρησε να μετάσχει τόσο μέσω της διπλωματικής οδού όσο και με την υλοποίηση της πάγκοινης πρόθεσης της αναθεώρησης των συνόρων του ελληνισμού και τις επιτόπιες πολεμικές αναμετρήσεις με την Τουρκία. Ως ορόσημα της εποχής θα μπορούσαμε να μνημονεύσουμε το Συνέδριο του Βερολίνου (13 Ιουνίου-13 Ιουλίου 1878), τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 με τις οδυνηρές συνέπειες στη στρατιωτική, την πολιτική, την κοινωνική και την οικονομική οργάνωση της χώρας, την πολιτική προετοιμασία του αγώνα για την απελευθέρωση των υπόδουλων τμημάτων της Ελλάδας και τον συντονιστικό ρόλο της Ηπειρωτικής Εταιρείας (25 Μαρτίου 1906) αναφορικά με τα Ιωάννινα, την επανάσταση των Νεοτούρκων (10 Ιουλίου 1908), την έναρξη του Α' βαλκανικού πολέμου (4 Οκτωβρίου 1912) και τα στρατιωτικά συμβάντα (1912-1913) που οδήγησαν στην απαλλαγή από την τουρκική εξουσία και την ενσωμάτωση της πόλης στην ελληνική επικράτεια.

Ανεξάρτητα όμως από τα γεγονότα που εγκαινίασαν μία νέα περίοδο στη λειτουργία της πόλης και στον τρόπο με τον οποίο συγκροτήθηκε ο ανθρωπογεωγραφικός της ορίζοντας είναι σαφές από τη μελέτη των τεκμηρίων που διασώζουν οι πηγές ότι κατά τον ύστερο 19ο και τις απαρχές του 20ου αιώνα, όταν η χειμαζόμενη πόλη άρχισε να συνειδητοποιεί ότι «η καθάρια γέμιση του φεγγαριού σιμώνει», για να ανακαλέσουμε στη μνήμη μας τον στίχο του Άγγελου Σικελιανού, μορφοποιείται στα Γιάννινα μία έντονη κοινωνική και πνευματική κίνηση, που αποκαλύπτει μία πολύπτυχη ενδοχώρα αναδράσεων και προβληματισμών: ήδη από τη δεκαετία του 1870 εκδιπλώνεται ο δημόσιος λόγος με τη μορφή της έντυπης εκφοράς του σε εφημερίδες και περιοδικά, αναπτύσσονται ποικίλες δραστηριότητες των θεσμοθετημένων φιλεκπαιδευτικών και πολιτιστικών (αλλά και πολιτικών - κοινωνικών) συσσωματώσεων και εκδηλώνεται ένας έντονος, σε ορισμένες περιπτώσεις, διάλογος αναφορικά με τη σχολική πραγματικότητα, η οποία δομείται με όρους αυτονομίας, αλλά όχι απομόνωσης, σε σχέση με το εθνικό κέντρο.

Στο πεδίο των προϋποθετικών όρων των μεταλλαγών που συντελέσθηκαν εντάσσονται οι επιμέρους ρυθμίσεις του διατάγματος hatt-i-humayun (18 Φεβρουαρίου 1856) με το οποίο προβλεπόταν μεταρρυθμίσεις του διοικητικού μηχανισμού και υπογραμμιζόταν ο σεβασμός των δικαιωμάτων όλων των υπηκόων «άνευ διακρίσεως τάξεως ή θρησκεύματος», διάταγμα του οποίου η εφαρμογή στα Γιάννινα άρχισε μόλις το 1869. Το έτος αυτό θεσμοθετήθηκε η δημογεροντία και από το 1870 άρχισε τη λειτουργία του το Δημαρχείο, ενώ το 1872 εγκαινιάσθηκε η (βραχύβια) λειτουργία του Πολυτεχνείου, στο οποίο «χριστιανοί, οθωμανοί και ισραηλίτες» νέοι μαθήτευαν στις τέχνες.

Τα δημοσιογραφικά Έντυπα

Ο δημόσιος χώρος από τις 22 Μαΐου 1869 προσδιορίζεται με την εμφάνιση της πρώτης, αρχικά ελληνικά και τουρκικά και σε ορισμένες περιόδους μόνον ελληνικά γραμμένης, «εντοπίου» Εφημερίδας, με τίτλο Ιωάννινα-Γιάνγια που συνιστούσε μία νεοτερική δομή μεταβίβασης προσανατολισμένης πληροφορίας. Είναι σαφές ότι αυτό καθεαυτό το γεγονός της εμφάνισης της νέας επικοινωνιακής δομής αναδιέταξε τους όρους με τους οποίους πραγματοποιείτο η συνάντηση στο δημόσιο πεδίο της οθωμανικής εξουσίας και των υπηκόων, οι οποίοι ως συστατικές οντότητες των επιμέρους πολιτισμικών συλλογικοτήτων διαμόρφωναν τους δικούς τους κώδικες ερμηνείας των επιταγών της οθωμανικής εξουσίας. Στην «Αγγελία» που συνόδευε το πρώτο φύλλο διαβάζουμε ότι «εν εκ των μεγάλων πλεονεκτημάτων και πολλών ωφελειών πρόξενον μέτρον είναι και η έκδοσις εφμερίδος εντοπίου, διό θέλει εκδοθή εις τα Ιωάννινα άπαξ της εβδομάδος εφημερίς υπό τον τίτλον ΙΩΑΝΝΙΝΑ προτιθεμένην την δημοσίευσιν: των αυτοκρατορικών θεσπισμάτων και κανονισμών· ειδήσεων αποβλεπουσών ιδιαιτέρως την Νομαρχίαν ταύτην, και την εφαρμογήν διατάξεων του Βιλαετίου· άρθρων περί εμπορίας και άλλων ωφελίμων αντικειμένων».

Η Εφημερίδα Ιωάννινα-Γιάνγια, της οποίας η έκδοση συνεχίσθηκε μέχρι το 1912, παρά το γεγονός ότι διεκδικούσε τον ρόλο της καθολικής έκφρασης και αυτοπροσδιοριζόταν ως «Εφημερίς των κοινή συμφερόντων τη Τοπαρχία» εξέφραζε τη βούληση της κυρίαρχης εξουσίας, αναπόφευκτα όμως μεταβλήθηκε με την πάροδο του χρόνου σε έναν κοινωνικό ιστό στον οποίο διακρίνουμε στοιχεία των συλλογικών ιδιοπροσδιορισμών. Στην Εφημερίδα δεν συναντούμε μόνον των κατοπτρισμό των δρώμενων που σχετίζονται με τις «τρεις εθνικότητες» και τις αποφάσεις της κεντρικής διοίκησης αλλά διαπιστώνουμε και την πληροφορική ανάδραση η οποία συντελείται μέσω των Επιστολών και των δοκιμίων που προέρχονται από τη γραφίδα λογίων της πόλης, όπως επί παραδείγματι ο Σπυρίδων Μανάρης (1806-1886). Στην ίδια συνοχή, αλλά με εμφανώς διαφορετική στόχευση, εγγράφεται η Εφημερίδα Ήπειρος (1909-1940) που εκδόθηκε από τον Γεώργιο Χατζή-Πελλερέν (1881-1981), τον πατέρα του λογοτέχνη Δημήτρη Χατζή. Στηλιτεύοντας τις αυθαιρεσίες της τουρκικής διοίκησης, ο Πελλερέν άσκησε μαχητική δημοσιογραφία σε μία κρίσιμη για την ιστορία της πόλης περίοδο, αντικρούοντας με παρρησία τις θέσεις που εξέφραζαν οι Εφημερίδες του Τουρκικού Κομιτάτου Ιντιμπάχ (:Επαγρύπνιση) που τυπωνόταν στα Ιωάννινα (1909-1912) στην τουρκική και αλβανική γλώσσα και Γιάνγια Σαανσί (:Ηχώ των Ιωαννίνων) που διαδέχθηκε την πρώτη και ήταν γραμμένη στα Τουρκικά.

Μία ιδιότυπη καταγραφή των κοινωνικών δρώμενων, που συνδύαζε την καυστική κριτική με τη γλαφυρή ειρωνεία, προσφέρει το βραχύβιο σατυρικό έντυπο Καραβίδα, που διηύθυνε ο Κωνσταντίνος Αραβαντινός, ενώ τους παραδεδομένους αξιακούς κώδικες επιχείρησε να αναδείξει η Θρησκευτική Σάλπιγξ (1911-1912) του Στέφανου Σαλαμάγκα, ο οποίος μετείχε ενεργά στη δημόσια ζωή της πόλης και ως επικεφαλής του κόμματος των Ανεξαρτήτων υπερίσχυσε των άλλων συνδυασμών κατά την εκλογική αναμέτρηση του 1911, η οποία ήταν και η τελευταία που έλαβε χώρα στα τουρκοκρατούμενα Γιάννινα. Στις σελίδες του εντύπου αποτυπώνεται μία έντονη πολεμική προς τις νέες φιλοσοφικές, γλωσσικές και κοινωνικοπολιτικές απόψεις που συμπυκνώνονταν στη συνωρίδα «δημοτικισμός - σοσιαλισμός», οι οποίες αποτέλεσαν ήδη από το 1907 έως το 1909 αντικείμενο συζήτησης στο αθηναϊκό Περιοδικό Ο Νουμάς, με αφορμή το βιβλίο του Γεωργίου Σκληρού Το Κοινωνικό μας Ζήτημα (1907). Τις παραμονές της απελευθέρωσης κυκλοφόρησε στα Ιωάννινα η Ηχώ της Ηπείρου (1911-1912), μία Εφημερίδα που ήταν προσανατολισμένη στο φιλολογικό καικοινωνικό πεδίο, με συνεργασίες λογίων και επιστημόνων ανάμεσα στους οποίους συμπεριλαμβανόταν και ο Στίλπων Κυριακίδης.

Η Φιλολογική και Εμπορική Λέσχη «Η Πρόοδος»

Στο πολιτικό - κοινωνικό πλαίσιο η δύστηνη κατάσταση της Ηπείρου γενικότερα και των Ιωαννίνων ειδικότερα περιγράφεται με ευκρίνεια στο Υπόμνημα περί της εν γένει καταστάσεως των χριστιανών κατοίκων της Ηπείρου μετά την Βερολίνειον συνθήκην, στο οποίο υπογραμμίζεται ότι «υπό έποψιν νομοθετικήν ουδεμίαν η Βερολίνειος Συνθήκη επήνεγκε βελτίωσιν και η κυβερνητική μηχανή εξακολουθεί να διευθύνηται επί τη βάσει παλαιοτέρων νόμων». Ο πληθυσμός των Ιωαννίνων κατά τον ύστερο 19ο αιώνα απαρτίζονταν, σύμφωνα με Υπόμνημα του 1878, από «10.000 χριστιανούς», «5.000 Οθωμανούς» και «3.000 Εβραίους» και ενδεικτικό γνώρισμα του μετασχηματισμού της δημόσιας σφαίρας και της εμφάνισης νέων μορφών δημοσιότητας είναι η ίδρυση στα τέλη Νοεμβρίου ή στις αρχές Δεκεμβρίου του 1871 της «Εμπορικής και Φιλολογικής Λέσχης "Η Πρόοδος"» με σκοπό να συμβάλει, όπως διαβάζουμε στις καταστατικές της διακηρύξεις, στην «ηθικήν ανάπτυξιν και την εμπορικήν και βιομηχανικήν προαγωγήν της κοινωνίας της πόλεως ταύτης και δι' αυτής της όλης Ηπείρου την ωφέλειαν».

«Η Πρόοδος» εμφανίσθηκε ως έκφανση της πόλης, αφού συγκροτήθηκε «δημοτελώς» («δια κοινής συνδρομής των πολιτών και των παρεπιδημούντων ξένων») και θεμελιώθηκε στις αρχές της ανεξιθρησκείας και της ισοτιμίας: «άνευ ουδεμιάς διακρίσεως, θρησκευτικού δόγματος, εθνικότητος ή κοινωνικής τάξεως». Πρωτεύουσα επιδίωξη των ιδρυτών ήταν να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο που θα διασφάλιζε «την διακοίνωσιν και ανάπτυξιν των ιδεών» και θα προσέφερε τη δυνατότητα να συζητούνται δημοσίως θέματα που σχετίζονται με «τα κοινά της μικράς [...] κοινωνίας συμφέροντα» με απώτερο στόχο, όπως πληροφορούμαστε, «τη βελτίωση της τύχης του δίκην κτηνών ζώντος λαού, δι' όλων των εφικτών μέσων, όσα επιτρέπονται». Αναμφίβολα η ίδρυση της «Προόδου» ανταποκρινόταν σε ένα διάχυτο αίτημα για δημόσια διαβούλευση και από τις πλέον ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τη συγκεκριμένη πολιτιστική συσσωμάτωση είναι οι σχετικές με την πνευματική κίνηση: ανάμεσα στα περιοδικά συγγράμματα και τις Εφημερίδες που υπήρχαν στη Βιβλιοθήκη της «Προόδου» «εις γλώσσαν Οθωμανικήν, Ελληνικήν, Ισραϊλιτικήν, Γαλλικήν και Ιταλικήν» συμπεριλαμβάνονταν «27 Οθωμανικαί Εφημερίδαι, 18 Ελληνικαί, εκ διαφόρων μερών, 4 Γαλλικαί εξ Ευρώπης και εκ Κωνσταντινουπόλεως και 1 Ιταλική, προσέτι δε 2 Ελληνικά περιοδικά και 2 Γαλλικά».

Είναι εμφανές ότι η νέα μορφή δημοσιότητας λειτουργεί ως καταλύτης πνευματικών διεργασιών, οι οποίες απηχούνται στο σώμα της πόλης μέσω της πραγματοποίησης «δημοσίων μαθημάτων» στα οποία «η είσοδος» ήταν «ελευθέρα εις το κοινόν». Από τις δημόσιες διαλέξεις σημειώνουμε τις σχετικές με τη Δημόσια Υγιεινή, τη Φυσική Ιστορία, το Εμπορικό Δίκαιο, την Αστρονομία, τη Χημεία και την Ιστορία, ενώ αξίζει να υπογραμμίσουμε τα περί «Μορφολογίας» μαθήματα του ιατρού Δημητρίου Χασιώτη. Ο τελευταίος αναφέρθηκε στα 1872-1873 στις αντιλήψεις του Δαρβίνου, μόλις ένα χρόνο μετά τη δημοσίευση του βιβλίου του Darwin, Περί της καταγωγής του ανθρώπου (1871), και οι σχετικές απόψεις πρέπει να καταγραφούν ως μία από τις πρωϊμότερες παρουσίες του συναφούς προβληματισμού όχι μόνον στην υπό τουρκική εξουσία πόλη των Ιωαννίνων αλλά και στον ευρύτερο ελληνικό χώρο.

Μετασχηματισμοί στο πεδίο της Εκπαίδευσης

Στο επίκεντρο της παρεχόμενης εκπαίδευσης καθ' όλη τη διάρκεια του 19ου (από τη δεκαετία του 1930) και στις απαρχές του 20ου αιώνα ευρίσκετο, όπως είναι γνωστό, η Ζωσιμαία Σχολή και στα 1878 επιχειρήθηκε στα Ιωάννινα η κυοφορούμενη από το 1870 «εκπαιδευτική μεταρρύθμιση», η οποία αφορούσε τόσο τα Δημοτικά Σχολεία όσο και τη Ζωσιμαία. Οι συζητήσεις σχετικά με την αναγκαιότητα της μεταρρύθμισης, τα πρωτεύοντα εκπαιδευτικά ζητήματα και την πρόκριση της προσφορότερης παιδαγωγικής θεωρίας με βάση την οποία θα διαμορφωνόταν το Εγκύκλιο Πρόγραμμα της Ζωσιμαίας αποτυπώνονται ανάγλυφα στον Λογον (1871) του καθηγητή των φιλοσοφικών μαθημάτων Στέφανου Ράδου († 1879), καθώς και στα Πρακτικά των συνεδριάσεων της Επιτροπής, η οποία είχε επιφορτισθεί με την αποσαφήνιση του θεωρητικού πλαισίου. Πρόκειται για κείμενα που φανερώνουν τις θεωρητικές προκείμενες στις οποίες εδράζονταν οι διαφορετικές προσεγγίσεις και τον τρόπο με τον οποίο κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα γινόταν αντιληπτή η σχέση ανάμεσα στους δύο πόλους (τον διδάσκοντα και τον μαθητή) της παιδαγωγικής πράξης. Δύο από τα βασικά σημεία της απόφασης, η οποία απέβλεπε στην «βελτίωσιν των εκπαιδευτηρίων της πόλης» ήταν η «επέκτασις της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως» από τετραετή σε οκταετή φοίτηση «απαρτιζούσης αυτοτελές και απόλυτον Σχολείον γενικής παιδεύσεως των νέων ως πολιτών και προπαιδεύσεως άμα διά το Γυμνάσιον», και η έγκριση των Προγραμμάτων Σπουδών της Ζωσιμαίας: του Σχολαρχείου, του Γυμνασίου και του Διδασκαλικού τμήματος, το οποίο θα προετοίμαζε «διδασκάλους Δημοτικών και Ελληνικών Σχολείων».

Ο Κανονισμός, εκτός από τα σχετικά με τη λειτουργία της Σχολής και τη ρύθμιση των τυπικών υποχρεώσεων των διδασκόντων και των διδασκομένων, προσδιόριζε ότι «σκοπός της Ζωσιμαίας Σχολής, προς ον τα τε εν αυτή εργαζόμενα πρόσωπα και αι λειτουργίαι αυτής πάσαι τείνουσιν, είναι εν γένει μεν η υψηλοτέρα διανοητική και ηθική διάπλασις των εν αυτή σπουδαζόντων νέων, ιδία δε η προς τας επιστήμας προπαίδευσις». Σε υποσημείωση διευκρινιζόταν ότι «εν παραρτήματος μοίρα προπαρασκευάζονται προαιρετικώς εν τη Σχολή δι' αρμοδίων γνώσεων νέοι προς εμπορίαν και το διδασκαλικόν έργον». Από τη χρονία της εφαρμογής του νέου Κανονισμού τη διεύθυνση (1879-1888) ανάλαβε ο Μιλτιάδης Πανταζής (1851-1907), ο οποίος διακρίθηκε στη φιλολογική επιστήμη και αναγορεύθηκε αργότερα υφηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ από τις αξιοσημείωτες παρουσίες διδασκόντων (Γεώργιος Καλούδης, Αντώνης Τραυλαντώντης) μνημονεύουμε τον «διδάκτορα της φιλοσοφίας» Αλέξιο Ζαμαρία, ο οποίος χρημάτισε Γυμνασιάρχης από το 1896 έως το 1901 και η χειρόγραφη Εμπειρική Ψυχολογία (1890) συνιστά ένα από τα πρώτα εγχειρίδια της νεότευκτης επιστήμης της Ψυχολογίας στην Ελλάδα. Μέχρι την απελευθέρωση της πόλης η Ζωσιμαία Σχολή, παρά τις έντονες σε ορισμένες περιπτώσεις εσωτερικές διαμάχες, υπήρξε μία αυτοδύναμη πνευματική εστία πανελλήνιας εμβέλειας, στην οποία διδάσκονταν όχι μόνον η Ελληνική και η Τουρκική, αλλά και οι ευρωπαϊκές γλώσσες, ιδίως η Γαλλική, και παραδίδονταν οι νεότερες επιστήμες και η νεότερη φιλοσοφία.

Ο δημόσιος χώρος τις παραμονές της απελευθέρωσης

Κατά την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα στον δημόσιο χώρο παρατηρείται μία κινητικότητα όσον αφορά τη δημιουργία θρησκευτικών-φιλανθρωπικών αλλά και πολιτικών συσσωματώσεων. Από τις τελευταίες, οι οποίες διεδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στην αναδιάταξη των όρων διατύπωσης του δημοσίου λόγου, σημειώνουμε τον «Ελληνικό Πολιτικό Σύλλογο» που ιδρύθηκε στα Ιωάννινα στις 4 Αυγούστου 1908 με επιδίωξη «την διαπαιδαγώγησιν του λαού εις τας συνταγματικάς ιδέας και αρχάς του οθωμανικού κράτους και την εμπέδωσιν αυτών παρά τω λαώ». Κατ' ουσίαν ο Σύλλογος, ο οποίος ιδρύθηκε με πρωτοβουλία της Ηπειρωτικής Εταιρείας, απέβλεπε στην άμβλυνση της επιρροής του Τουρκικού Κομιτάτου «Ένωσις και Πρόοδος» που σχηματίσθηκε στην πόλη μας μετά το Σύνταγμα των Νεοτούρκων και η λειτουργία του συνδέεται με την καταλυτική για τα πολιτικά δρώμενα αναδιαμόρφωση του Κανονισμού (1909) με βάση τον οποίο παρεχόταν το εκλογικό δικαίωμα. Με την κατάργηση της τοπικιστικού χαρακτήρα διάταξης που επέτρεπε να μετέχουν στη διαχείριση των Κοινών μόνον όσοι κάτοικοι ήταν «γέννημα και θρέμμα» των Ιωαννίνων συντελέσθηκε ένα καθοριστικό βήμα στη διεύρυνση των κοινωνικών - πολιτικών δικαιωμάτων όσων διέμεναν και εργάζονταν στην πόλη και η «Ενιαία Δημογεροντία» προβλήθηκε ως η βέλτιστη μορφή διευθέτησης των κοινών προβλημάτων.

Τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς (1908) συστήθηκε «από φιλοπρόοδους συμπατριώτες», όπως διαβάζουμε, που διαπνέονταν «υπό ενθέρμου ζήλου και ακραιφνούς αγάπης προς τας λαϊκάς τάξεις» και άλλος Σύλλογος με την επωνυμία «Λαϊκός Προοδευτικός» και στις προγραμματικές του διακηρύξεις περιλαμβάνονταν, ανάμεσα σε άλλα: η «ανύψωσις του θρησκευτικού, εθνικού και ηθικού φρονήματος δια διαφόρων διαλέξεων»· η «ίδρυση νυκτερινής λαϊκής σχολής» στην οποία θα προσφερόταν «δωρεάν η στοιχειώδης παίδευσις»· η «καθιέρωσις της Κυριακής αργίας»· η «ίδρυσις Βιβλιοθήκης και Αναγνωστηρίου»· η «μέριμνα προς ανάπτυξιν των διαφόρων Συντεχνιών» και η «χρησιμοποίησις επί το βέλτιον του διαθεσίμου χρόνου» των εργαζομένων «εν ταις Σχολαίς του Συλλόγου και ταις συγκροτουμέναις διαλέξεσι». Η θεσμοθέτηση κοινωνικών συσσωματώσεων με πολιτιστικούς, εκπαιδευτικούς και πολιτικούς, στα πλαίσια βεβαίως της οθωμανικής νομοθεσίας, σκοπούς λειτουργεί ως πρίσμα μέσω του οποίου μπορούμε να κατοπτεύσουμε τη βαθμιαία συγκρότηση του δημοσίου χώρου και ταυτόχρονα να διακρίνουμε στις πολιτικές νοοτροπίες που παγιώνονται με την πάροδο του χρόνου τα αρνητικά γνωρίσματα που ενδημούσαν στην πολιτική ζωή της ελεύθερης Ελλάδας. Μετά την απελευθέρωση η κοινωνική και κατά συνέπεια η πνευματική τοπογραφία της «προσφιλούς και πικραμένη πόλεως», όπως χαρακτήριζε τα Γιάννινα ο Γεώργιος Χατζή-Πελλερέν στο πρώτο μετά την απελευθέρωση φύλλο της Ηπείρου (3 Μαρτίου 1913), μεταβάλλεται και οι κοινωνικές οσμώσεις και η θεωρητική τους μεταγραφή όπως αποτυπώνοντα στις Εφημερίδες και τα Περιοδικά της εποχής συνιστούν ενδείξεις της νέας περιόδου στην οποία υπεισέρχεται η πόλη.

Ο Κ. Θ. Πέτσιος είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Ιστορίας της Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2009

Η δράση του Αλέξη Νούτσου κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Αλή Πασά.

Τον Αύγουστο του 1820 τα βασιλικά στρατεύματα φτάνουν στα Γιάννενα και ο Αλή Πασάς κλείνεται στο Κάστρο. Πολλοί Έλληνες και Τουρκοαλβανοί οπλαρχηγοί προσχωρούν στους βασιλικούς.

Αρχίζει η πολιορκία του Αλή. Στις 25 Αυγούστου καταστρέφεται το μεγαλύτερο μέρος της πόλης των Ιωαννίνων από βομβαρδισμούς του Αλή Πασά. Ο Αλέξης Νούτσος, Καπεσοβίτης, Γενικός Προεστώς Ζαγορίου, αγαπημένος και δεξί χέρι του Αλή Πασά, αρχίζει δράση και ακολουθεί τις οδηγίες της Φιλικής Εταιρείας.

Με τους φίλους του Αλβανούς οπλαρχηγούς Ταχήρ Αμπάζη και Άγο Βασιάρη δηλώνουν υποταγή στους Σουλτανικούς και περιμένουν.

Οι Σουλιώτες φτάνουν στα Γιάννενα και προσχωρούν στους Σουλτανικούς.

Το φθινόπωρο ο Αλέξης Νούτσος κινείται μεταξύ Ζαγορίου και Ζέλοβας (Βουνοπλαγιάς)

Προσπαθεί να κρατήσει ενωμένους τους Ζαγορίσιους οι οποίοι δέχονται απειλές από τον Ισμαήλ Πασά.

Οι εντολές της Φιλικής Εταιρείας συγκλίνουν στην παράταση της πολιορκίας του Αλή. Με τον Ισμαήλ Πασά γνωρίζονται από παλιά και γι’ αυτό αναλαμβάνει διαπραγματευτής μεταξύ Ισμαήλ και Αλή. Αναλαμβάνει ακόμη τροφοδότης των σουλτανικών στρατευμάτων.

Ο Νούτσος προσπαθεί να συνενώσει Έλληνες και Αλβανούς, πετυχαίνει την «Ελληνοαλβανική Συμμαχία», δηλαδή σύμπραξη Αλή Πασά, Αλβανών οπλαρχηγών, Ελλήνων και Σουλιωτών.

Είναι μια επιτυχία του Νούτσου στα πλαίσια των σχεδίων της Φιλικής Εταιρείας για διαιώνιση των εχθροπραξιών στην Ήπειρο ώστε να ξεκινήσει με καλύτερες προοπτικές η επανάσταση στην υπόλοιπη Ελλάδα.

Τον Ιανουάριο του 1821 η αντεπίθεση του Αλή αποτυχαίνει.

Ο Νούτσος φεύγει για την Ντοβρά με σκοπό τον έλεγχο των Ζαγορίσιων.

Παράλληλα φτάνει στη Μπάγια (σήμερα Κήποι) μέσω Τζοντήλας (σήμερα Δίκορφο) και ο Ισμαήλ Πασάς επικεφαλής βασιλικών στρατευμάτων.

Οι Ζαγορίσιοι όμως απ’ το φθινόπωρο, ύστερα από προπαγάνδα του Ισμαήλ, είχαν δηλώσει υποταγή στους Σουλτανικούς.

Ειδοποίησαν το Νούτσο να φύγει από το Ζαγόρι για να μην υποφέρει ο τόπος περισσότερα κακά.

Ο Αλέξης Νούτσος μετά από ατυχείς μάχες αποφασίζει να φύγει και φτάνει στο Σούλι για να ξεχειμωνιάσει.

Εβγήκε ο Νούτσος στη Ντοβρά να πιάσει το Ζαγόρι

με τ’ άλογό του παίζοντας Αγιώργης καβαλάρης.

Φέρνει τα γρόσια φόρτωμα και το φλουρί κεμέρι

να τα χαρίσει στους φτωχούς και στους καπεταναίους.

Τα λειβαδάκια πέρασε στη Βαγγελίστρα φτάνει

τους Ζαγορίσιους σύνταξε στο πέρα Σανισίνι.

Σ’ όρκο βαρύ τους έβαλε απάνω στο Βαγγέλιο

να του κρατήσουν φλάμπουρο μιντάνι να του φέρουν


Πέμπτη 25 Ιουνίου 2009

Θα ξαναγίνει η δίκη των έξι του Νοεμβρίου του 1922;


Στο φως νέα στοιχεία
Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου θα αποφασίσει για την επανάληψη της «δίκης των 6» του 1922

Η δίκη έγινε το Νοέμβριο του 1922

Το Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου με την υπ’αριθμόν 1533/2009 απόφασή του παρέπεμψε στην Ολομέλεια του ΑΠ να κριθεί οριστικά εάν θα επαναληφθεί ή όχι η αποκαλούμενη «δίκη των 6» που έγινε το 1922, μετά την Μικρασιατική Καταστροφή.

Την αίτηση επανάληψης της δίκης υπέβαλε το 2008 στον Αρειο Πάγο ο Μιχάλης Πρωτοπαδάκης, εγγονός του Πέτρου Πρωτοπαδάκη, υποστηρίζοντας ότι υπάρχουν νέα γεγονότα και νέες αποδείξεις που καθιστούν πρόδηλη την πλάνη περί των πραγμάτων κατά την διεξαγωγή της δίκης το 1922.

Το 1922, μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, εκδηλώθηκε στρατιωτικό κίνημα υπό τους συνταγματάρχες Νικόλαο Πλαστήρα και Στυλιανό Γονατά και τον αντιπλοίαρχο Φωκά, που προκάλεσε την παραίτηση της κυβέρνησης Τριανταφυλλάκου και του Βασιλιά Κωνσταντίνου (14 Σεπτεμβρίου 1922) υπέρ του υιού του Γεωργίου Β'.

Σύμφωνα με το πόρισμα Επαναστατικής Επιτροπής παραπέμφθηκαν να δικαστούν στο Έκτακτο Στρατοδικείο με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας οκτώ πρόσωπα, που έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο την περίοδο 1920-1922:

- τρεις πρώην πρωθυπουργοί, ο Δημήτριος Γούναρης, ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης και ο Νικόλαος Στράτος,
- ο υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη, Νικόλαος Θεοτόκης,
- τρεις υπουργοί στις κυβερνήσεις Γούναρη, ο Γεώργιος Μπαλτατζής, ο Ξενοφών Στρατηγός και Μιχαήλ Γούδας
- και ο αντιστράτηγος Γεώργιος Χατζηανέστης, αρχιστράτηγος Μικράς Ασίας και Θράκης.

Το Στρατοδικείο κήρυξε παμψηφεί ενόχους και επέβαλλε την ποινή του θανάτου στον Χατζηανέστη, τον Γούναρη, τον Στράτο, τον Πρωτοπαπαδάκη, τον Μπαλτατζή και τον Θεοτόκη• την ποινή των ισοβίων επέβαλε στον Γούδα και τον Στρατηγό. Οι έξι εκτελέστηκαν στου Γουδή, περίπου στο σημείο όπου βρίσκεται το νοσοκομείο Σωτηρία.

Newsroom ΔΟΛ, με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2008

Γιάννης Παπαϊωάννου: Το τζαμί της Καλούτσανης

Ο πολιτικός μηχανικός Γιάννης Παπαϊωάννου, μας ξεναγεί στην ιστορία του τζαμιού της Καλούτσανης, (με αναφορές στην παλαιότερη και νεώτερη ιστορία της πόλεως των Ιωαννίνων) που παρά τον βομβαρδισμό του από τα ιταλικά αεροπλάνα το 1940, στέκει αγέρωχο, με τη σκούφια της φωλιάς των πελαργών στον μιναρέ...


Το τζαμί της Καλούτσανης είναι ένα από τα τρία τζαμιά που σώζονται σήμερα στα Γιάννινα, από ένα σύνολο δεκαεπτά τζαμιών που υπήρχαν, όταν η πόλη απελευθερώθηκε το 1913 από τον τουρκικό ζυγό.

Τα άλλα δύο τζαμιά βρίσκονται μέσα στο κάστρο των Γιαννίνων και είναι το τζαμί του Ασλάν πασά (σημερινό Δημοτικό Μουσείο) και το Φετιχέ τζαμί (δηλαδή τζαμί της κατάκτησης).

Κατά πληροφορίες το τζαμί της Καλούτσανης κτίστηκε περί τα τέλη του 15ου αιώνα, αρχικά ως μετζίτ (μουσουλμανικός ναός χωρίς μιναρέ), προκειμένου να ικανοποιήσει τις λατρευτικές ανάγκες των τούρκων, που άρχισαν να εγκαθίστανται στην περιοχή μετά την «προσκύνηση» (δήλωση υποταγής) των γιαννιωτών αρχόντων του κάστρου στον σουλτάνο Μουράτ και την παράδοσή του με τον «ορισμό του Σινάν πασά» το 1430.Το κίνημα που οργάνωσε ο επίσκοπος Τρίκκης Διονύσιος ο φιλόσοφος κατά των τούρκων στις 11 Σεπτεμβρίου του 1611 έλαβε χώρα στην ίδια περιοχή, το δε κτίριο της τουρκικής διοίκησης που βρίσκονταν κοντά στο παρακείμενο μετζίτ κάηκε από τους επαναστάτες.
Την αποτυχία του πρώτου επαναστατικού κινήματος των Βαλκανίων πλήρωσε ο επίσκοπος Διονύσιος, ο μετονομασθείς και «σκυλόσοφος», ο οποίος εγδάρη ζωντανός και σύρθηκε στους δρόμους της πόλης για εκφοβισμό και παραδειγματισμό. Όσο για τους έντρομους επαναστάτες,

αυτοί βρέθηκαν κρυμμένοι στους εκεί παρακείμενους καλαμιώνες της λίμνης, πιάστηκαν ομαδικά και θανατώθηκαν χωρίς οίκτο.

Το άφθονο χριστιανικό αίμα που χύθηκε για την κατάπνιξη του κινήματος του Διονυσίου του φιλοσόφου έδωσε την τουρκική ονομασία στην περιοχή «κανλή τσεσμέ» (τσεσμές=πηγή, καν=αίμα, κανλή= αίματος), δηλαδή «πηγή αίματος», το οποίο με την πάροδο του χρόνου μετατράπηκε σε Καλούτσιεσμε-Καλούτσιασμη–Καλούτσανη και Καλούτσα. Στην ονομασία «Κανλή Τσεσμέ» (αίματος πηγή) της συνοικίας, που φέρνει μέχρι σήμερα το ιστορικό όνομα, ίσως να συνέτειναν και οι ίδιοι οι τούρκοι όχι μόνον για την υπενθύμιση της καταστολής του κινήματος, αλλά και για τον φρονηματισμό των υπόδουλων ρωμιών.

Ο τούρκος περιηγητής του 17ου αιώνα Εβλιά Τσελεμπή συμπεριλαμβάνει το τοπωνύμιο Καλούτσανη στις χριστιανικές συνοικίες της πόλης των Ιωαννίνων.Σε τζαμί μετατράπηκε το μετζίτ της Καλούτσανης από τον Χατζή Μεχμέτ πασά, γιο του Ασλάν–πασά του Β΄. Ο Χατζή Μεχμέτ πασάς διετέλεσε διοικητής των Ιωαννίνων την περίοδο 1740 – 1748 και ήταν πατέρας του Καλού–πασά.

Όπως αναφέρει ο Δημήτριος Σαλαμάγκας παράπλευρα από το τζαμί της Καλούτσας λειτουργούσε βρύση, η οποία ήταν κτισμένη πολύ κατόπι από τον αρχικό καιρό της ίδρυσης του τζαμιού, επισημαίνει δε ότι : «οι τούρκοι τα τζαμιά τους τα χτίζαν πάντοτε κοντά στα νερά, πηγαία ή άλλα∙ και τούτο γιατί πριν από κάθε προσευχή τους κάναν τα λεγόμενα αμπντέστια, τους συμβολικούς δηλαδή με το νερό εξαγνισμούς». Και συνεχίζει λέγοντας ότι «το τζαμί της Καλούτσας τον καιρό της επανάστασης του Σκυλοσόφου, που εκδηλώθηκε κυρίως κοντά στην θέση αυτή, μια–δυο εκατοντάδες επαναστάτες πιάστηκαν κρυμμένοι ομαδικά στους εκεί κοντά καλαμιώνες».

Με βάση αυτό μπορεί να εξηγηθεί και η ύπαρξη του παλιού πανύψηλου πλατάνου στη νότια πλευρά του τζαμιού.

Με την απελευθέρωση από τους τούρκους της πόλης των Ιωαννίνων ο ελληνικός στρατός διέσχισε υποχρεωτικά τον κεντρικό δρόμο της συνοικίας της Καλούτσανης τα ξημερώματα της 21ης Φεβρουαρίου 1913 –ο οποίος και έχει πάρει την ονομασία 21ης Φεβρουαρίου– προκειμένου να εισέλθει πανηγυρικά στην κεντρική πλατεία της πόλης, όπου έλαβαν χώρα τόσο η επίσημη παράδοση των Γιαννίνων από τον τουρκογιαννιώτη διοικητή Εσάτ–πασά στον τότε διάδοχο Κωνσταντίνο, όσο και οι ξέφρενοι πανηγυρισμοί των Χριστιανών. Όμως οι κρυμμένες στα σεντούκια γαλανόλευκες σημαίες πρωτοβγήκαν από τα σπίτια της συνοικίας Καλούτσανης κι εδώ πρωτοακούστηκαν τα «μπράβο» και τα «ζήτω» στον ελληνικό στρατό.

Ίσως η ιστορία να θέλησε μ’ αυτό τον τρόπο να δικαιώσει και να αποτίσει έναν ελάχιστο φόρο τιμής στους πρώτους επαναστάτες του κινήματος του 1611 ενάντια στον τουρκικό ζυγό, που γέμισαν τότε με αίμα χριστιανικό την παρακείμενη στο τζαμί Καλούτσανης περιοχή.


Μετά την μικρασιατική καταστροφή του 1922 και την ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας που πραγματοποιήθηκε το 1923–1924, το τζαμί της Καλούτσανης μαζί με τα άλλα τζαμιά θεωρήθηκε αστική ακίνητη περιουσία των τούρκων ανταλλαγέντων και μεταβιβάστηκε η διαχείρισή του στην Εθνική Τράπεζα. Από εκεί μπόρεσε να το αγοράσει ένας ντόπιος ιδιώτης, ονόματι Βενέτης, η οικογένεια του οποίου διατηρεί μέχρι σήμερα την ιδιοκτησία και την εκμετάλλευση του τζαμιού.

Στον συνολικό προσεκτικό παρατηρητή της συνολικής εξωτερικής εμφάνισης του οικοδομήματος του τζαμιού της Καλούτσανης δημιουργούνται υποψίες για κάποιες παρεμβάσεις, που πιθανόν να έχουν γίνει εν είδει προσθήκης (;) στη βόρεια πλευρά του, για τις οποίες όμως δεν θα μπορέσει να πάρει καμιά διαφωτιστική απάντηση από το σχέδιο της πόλης των Ιωαννίνων του 1954.

Στις 28 Οκτωβρίου 1940 οι Ιταλοί κηρύσσουν τον πόλεμο κατά της Ελλάδας.

Τις πρώτες μέρες της ιταλικής επίθεσης τα Γιάννινα βομβαρδίζονται από τα ιταλικά αεροπλάνα. Βόμβες πέφτουν στο στρατιωτικό νοσοκομείο, που στεγάζεται στο κτίριο της Ζωσιμαίας Παιδαγωγικής Ακαδημίας και σκοτώνονται γιατροί, νοσοκόμοι, στρατιώτες.

Τη μανία των ιταλικών βομβαρδιστικών γνωρίζουν για τα καλά τα μποστάνια της περιοχής Καλούτσανης. Αρκετά από τά σπίτια της Καλούτσανης παθαίνουν ζημιές ή καταστρέφονται από τις ιταλικές βόμβες. Μαζί μ’ αυτά κι ο μιναρές του τζαμιού της Καλούτσανης, που χάσκει από τότε ακέφαλος και μισοκατεστραμμένος, για να χρησιμοποιείται στη σημερινή του μορφή σαν φωλιά των πελαργών.

Κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου (Νοέμβριος 1940–αρχές Απριλίου 1941) το τζαμί της Καλούτσανης μετατρέπεται σε εργαστήριο ζαχαροπλαστικής, όπου φτιάχνονται κουραμπιέδες και λουκουμάδες και στέλνονται στους στρατιώτες του αλβανικού μετώπου.

Αμέσως μετά την κατάρρευση του μετώπου και την υπογραφή συνθηκολόγησης μεταξύ Ελλήνων και Γερμανών στο χωριό Βοτονόσι, την Κυριακή του Πάσχα της 6ης Απριλίου 1941 (από ελληνικής πλευράς τη συνθηκολόγηση υπέγραψαν ο μητροπολίτης Ιωαννίνων Σπυρίδων και οι στρατηγοί Πιτσίκας και Τσολάκογλου) ο κόσμος παραβιάζει το τζαμί της Καλούτσανης, αρπάζει τα κασόνια με τους κουραμπιέδες κι έχουνε να τρώνε απ’ αυτούς, για να χορτάσουν την πείνα τους, μέχρι το καλοκαίρι του 1941.

Με την είσοδο των Ιταλών στα Γιάννινα το τζαμί επιτάσσεται και μετατρέπεται σε αποθήκη ιματισμού και εν μέρει τροφίμων.

Όταν λαμβάνει χώρα στις 13 Σεπτεμβρίου 1943 η κατάρρευση της Ιταλίας, μπαίνουν στα Γιάννινα οι γερμανοί και πιάνουν αιχμαλώτους τους ιταλούς στρατιώτες. Τότε οι ιταλοί αξιωματικοί υποχρεώνουν τους στρατιώτες τους να αλλάξουν τις παλιές τους στολές με καινούργιες αφόρετες, που φύλαγαν στις αποθήκες του τζαμιού. Τις φορεμένες στολές τις αφήνουν μέσα στους χώρους του τζαμιού, οπότε με την πρώτη ευκαιρία ορμάει και τις παίρνει ο ταλαιπωρημένος κοσμάκης από τις γύρω περιοχές της συνοικίας.

Με τη σειρά τους οι γερμανοί μετατρέπουν το τζαμί της Καλούτσανης σε πλυντήριο ρούχων για τις ανάγκες τους μέχρι την ημέρα της αποχώρησής τους από τα Γιάννενα στις 14 Οκτωβρίου 1944. Τότε βρίσκει ευκαιρία και πάλι ο εξαντλημένος από την πείνα και τις στερήσεις κόσμος και παραβιάζει τις εισόδους, μπαίνει μέσα και παίρνει ό,τι βρίσκει μπροστά του.

Την επόμενη μέρα μπαίνει στα Γιάννινα ένα τάγμα του ΕΔΕΣ και μετά από μια βδομάδα φτάνει μέσω Πρέβεζας ο στρατηγός Ναπολέων Ζέρβας, ο οποίος διασχίζει την οδό 21ης Φεβρουαρίου με περηφάνια επικεφαλής εφίππου τάγματος, για να καταλήξει στην πλατεία της πόλης, όπου γίνεται παρέλαση.

Οι εδεσίτες παίρνουν το τζαμί της Καλούτσανης και το μετατρέπουν σε αποθήκη τροφίμων και αρχίζουν να τραγουδάνε δυνατά και με καμάρι το τραγούδι:
Ζήτω ο Ζέρβας Ναπολέων, που γυρίζει τα βουνά
Για ναρθεί η δημοκρατία, ζήτω, ζήτω η λευτεριά.
Στις 6 Δεκεμβρίου 1944 ο Άρης Βελουχιώτης με τον Στέφανο Σαράφη μέσω Περάματος και των οδών Ανεξαρτησίας – Αβέρωφ φθάνουν στην κεντρική πλατεία της πόλης όπου τους γίνεται αποθεωτική υποδοχή. -(Σήμερα στα Γιάννενα η οδός Ναπολέοντα Ζέρβα που ξεκινάει από την κεντρική πλατεία, συνεχίζει με την οδό του Άρη Βελουχιώτη)-

Οι δυνάμεις του Ζέρβα με τη βοήθεια αγγλικών πλοίων από Ηγουμενίτσα και Πρέβεζα καταφεύγουν στην Κέρκυρα. Μαζί τους παίρνουν ομήρους και αρκετούς αριστερούς γιαννιώτες για να έχουν εξασφαλισμένα με τη φυγή τους τα νώτα των γιαννιωτών που μένουν στα Γιάννινα και είναι προσκείμενοι στον ΕΔΕΣ, ώστε να μην πειραχθούν από τις δυνάμεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.
Οι εαμίτες επιτάσσουν το τζαμί της Καλούτσανης, το κάνουν αποθήκη και μεταφέρουν εκεί ό,τι περισσέψει από τα καταστήματα των Γιαννιωτοεβραίων μετά από καταγραφή, που έχει διενεργήσει σ’ αυτά με γερμανική εντολή, κρατική επιτροπή και μετά τις διάφορες διανομές (υφασμάτων, γιαλικών) που εν τω μεταξύ έχουν γινει.

Ήδη το σαράκι του ελληνικού διχασμού έχει κάνει την εμφάνιση του σε εδεσίτες και ελασίτες, γι΄ αυτό και μέσα στο τζαμί της Καλούτσανης μερικοί αριστεροί τραγουδάνε με τις κιθάρες τους σε παρωδία το τραγούδι για το Ναπολέοντα Ζέρβα:
Ζήτω ο Ζέρβας Ναπολέων – που γυρίζει τα βουνά
Για να βρει καμιά λαψάνα – να γεμίζει την κοιλιά.
Μετά τα δεκεμβριανά στην Αθήνα και την υπογραφή της ομώνυμης συμφωνίας στη Βάρκιζα (12 Φεβ. 1945) από τον τότε πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου και τους εκπροσώπους του ΕΑΜ. ΚΚΕ κλπ, φτάνει στα Γιάννινα το νέο, ότι ξαναγυρίζουν οι εδεσίτες από την Κέρκυρα. Αφήνουν οι ελασίτες την πόλη και επικρατεί πανζουρλισμός στο τζαμί της Καλούτσανης.

Τρέχει ο κοσμάκης να πάρει ο,τι προλάβει από αυτά που έχουν απομείνει. «Πήγε το κλέψιμο σύννεφο» κατά το κοινώς λεγόμενο για λίγο λουλάκι, ένα κουτί ανιλίνες (βαφή ρούχων) μια πετσέτα.

Όπως φαίνεται όποιος στρατός έκανε επίταξη στο τζαμί, στο τέλος κατέρρεε. Σύμπτωση ή γρουσουζιά;
Σήμερα το τζαμί της Καλούτσανης είναι χαρακτηρισμένο ως διατηρητέο μνημείο από την 6η Εφορία Νεότερων Μνημείων. Το κυρίως οικοδόμημα στο εσωτερικό του καλύπτεται από έναν υπέροχο θόλο και έχει ωραία ξυλόγλυπτα και ωραίες διακοσμήσεις.

Σίγουρα η τέχνη και το μεράκι κάποιων ανώνυμων ηπειρωτών μαστόρων εκείνης της εποχής έχει κάνει κι εδώ το θαύμα του.



Πηγές: α) Περίπατοι στα Γιάννινα, Δημ. Σαλαμάγκαβ) Γιαννιώτικα Σύμμεικτα, Δημ. Σαλαμάγκα) Η αγία Μαρίνα της Καλούτσιας, Μαίρης Κωστήδ) Ταξίδι στο Νόστο, Αντώνη Τσεπέλη

ΥΓ. Ο Σωτήρης Ζούμπος στο ιστοριοδιφικό αφήγημά του για τα γιαννιώτικα τοπωνύμια «Πέρα ή Μεγάλη Λούτσα, Επάνω Λούτσα, Κάτω Λούτσα ή Καλούτσια» προσπαθεί να τεκμηριώσει την προέλευση της ονομασίας Καλούτσια από την ύπαρξη λούτσας στην εν λόγω συνοικία. Έτσι λέει επί λέξει τα εξής: «Εις τα Ιωάννινα σήμερον έχομεν τρεις συνοικίας με το αυτό σχεδόν όνομα. Την Επάνω Λούτσα στο νότιο τμήμα της πόλης.Την Πέρα Λούτσα ή Μεγάλη στο νοτιοδυτικό τμήμα της πόλης καιΤην Κάτω Λούτσα ή Καλούτσια στο νοτιοανατολικό τμήμα της πόλης»Και ναι μεν η σημερινή συνοικία Λούτσα (δηλαδή η επάνω Λούτσα) φέρει το όνομά της από λούτσα (δεξαμενή–κοίλο αργιλώδες τμήμα γης, όπου συγκεντρώνονταν και λίμναζαν τα νερά της βροχής ), που υπήρχε στην αρχή της (στη σημερινή λεωφόρο Δωδώνης) και χρησιμοποιούνταν για το πότισμα των ζώων των αγροτών, των αγωγιατών και των χαμάληδων που μπαινόβγαιναν στην πόλη.

Όμως η ύπαρξη λούτσας στη χαμηλή περιοχή της Καλούτσανης, όπου τα νερά της λίμνης έφθαναν κοντά στο σημερινό τζαμί, δεν δικαιολογείται για την εξυπηρέτηση των αναγκών της τότε εποχής.

Εκτός αυτού ο μοναχός Παΐσιος που έζησε κατά το δεύτερο ήμισυ του 17ου αιώνα, στο βιβλίο του «Έπαινος των Ιωαννίνων» -που έγραψε κατά το 1690 και το οποίο εκτυπώθηκε στη Βενετία το 1778 με έξοδα των αειμνήστων Ζωσιμαδών– αναφέρει τους εξής στίχους:Το Κάστρον είναι η κεφαλή, ουρά είναι η ΛούτζαΟι Μαχαλάδες το κορμί, ομού κι η Λιθαρίτζα, Σαράγι και Καλούτζασμι η άκραις των πτερύγων…Ως «Καλούτζασμι» αναφέρεται η συνοικία το 1690 και γλωσσολογικά το Καλούτζασμι βρίσκεται πιο κοντά στο Κανλί–τσεσμέ (αίματος πηγή) από το Κάτω λούτσα–Κατ’λούτσα– Καλούτσια. Δεν έχουν μεσολαβήσει δε παρά μόνον εβδομήντα εννέα χρόνια από την επανάσταση του Σκυλοσόφου το 1611, η οποία καταπνίγηκε στο αίμα από τους τούρκους. Αν η αρχική ονομασία της συνοικίας Καλούτσανης ήταν «Κάτω Λούτσα», ασφαλώς και θα την ανέφερε έτσι ο Παΐσιος στο ποίημά του και όχι ως Καλούτζασμι.


( Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΝΕΟΙ ΑΓΩΝΕΣ των Ιωαννίνων στις 29 Απριλίου 2001)