Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τζουμέρκα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τζουμέρκα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

Μέρες του 44. Οι απέδω και οι απέκει του Αράχθου. Στο λαϊκό δικαστήριο της Άγναντας


Γράφει ο Γ.Α. Φλώρος στα «Τζουμερκιώτικα Χρονικά» Τεύχος 10 Μάιος 2009

…………..Κι ήρθε ο χειμώνας του 42. Κατά πως μολογάνε, βαρύς κι ασήκωτος, λες και βάλθηκε κι αυτός με σέμπρο τον καταχτητή να ξεπαστρέψει τον ορεινό πληθυσμό των Τζουμέρκων. Για μήνες ασπρίλα απ’ το χιόνι ο τόπος. Για να βγούνε πέρα, πολλοί άλεσαν και τα σπορίσματα ακόμα που ‘χαν φυλαγμένα στις μπακούλες για να τα σπείρουν την Άνοιξη.
Και τα ζωντανά, για μήνες κι αυτά κλεισμένα, τι γάλα να ‘δωναν χωρίς θροφές; Μέχρι και τ’ άχυρα και τα ροκόφλα είχαν σωθεί στις αχυρώνες. Για να μην ψοφήσουν, ροκάναγαν πουρνάρες κι ελατούδες εκεί στα κατώγια των σπιτιών.

Σαν πρασίνισε ο τόπος και λάλησε ο κούκος, η γης έβγαλε λάχανα και τσουκνίδες. Τα ‘βραζαν, τ’ αλεύρωναν και ξεγέλαγαν την πείνα τους. Παρηγοριά, δυο χλιαρές γάλα, πλιότερο για τα παιδιά παρά για τους μεγάλους, που άρχισαν κι έδωναν τα ζωντανά, σαν χόρτασαν κλαρί και χλωροχόρτι.

Ο πόλεμος έκλεισε και τα σχολειά. Τα παιδούρια, σκόρπια εδώ και εκεί σαν τ’ αγρίμια του λόγγου. Χρονκίς ήταν κρεματζούλα στα καρπόκλαρα για να στομώσουν την πείνα τους. Απ’ το Μάη που γλύκαιναν τα σκάμνα και τα κορόμπλα ίσαμε το χινόπωρο που η φύση απλόχερα σκόρπαγε τα λογής λογής καλούδια της.
Ακόμα και αργότερα, στα τέλη του Αη Δημητριού που κίναγαν οι αέρηδες και γκρέμαγαν τις καρύδες που ‘χαν μείνει ξέκλωνα και δεν τις έσωναν οι ράβδες, τα παιδούρια μπορμπολόλαγαν κάτω απ’ τις καριές αναμερίζοντας με τα ποδάρια τους τα καρόφλα.

Κείνο το χειμώνα ξεχείλισε η ανθρωπιά και το φιλότιμο στα χωριά μας. Εκείνοι που κρατιόταν κάπως καλύτερα βοήθησαν όσο μπόρεσαν και τους αδύναμους να ξεχειμωνιάσουν.

Σαν να μην έσωναν αυτά, κείνη τη χρονιά πογώνιασε η Αντίσταση εδώ όπου ο τόπος ήταν ακόμα απάτητος απ’ τον καταχτητή.

Το 43 όμως η ορεινή ταξιαρχία των Γερμανών, ιντελβάις μου φαίνεται πως την έλεγαν, το ‘βαλε να ξεπαστρέψει την αντίσταση στα Τζουμέρκα.
Κίνησε απ’ την Άρτα και τα Γιάννινα και πήρε σβάρνα τα χωριά. Στο διάβα της έκαιγε σπίτια και ξεκλήριζε ανθρώπους.
Οι Τζουμερκιώτες σκόρπισαν και τρύπωσαν στα λόγγα. Σα γύρισαν κάποτε στα χωριά τους βρήκαν καμένα τα σπίτια και ρημαγμένα τα συγύρια τους. Γλίτωσαν μόνο οι μαχαλάδες και τα σπίτια που ήταν κάπως ξώμακρα απ΄ τη στράτα και το βλέμμα του καταχτητή. Ο κόσμος αναγκάστηκε να γίνει από νοικοκύρης, μουσαφίρης σε συγγενολόια στους μαχαλάδες. Οι πλιότεροι ποστρέχιασαν σε καλύβες κι αχερώνες που ‘ χαν στα χωράφια τους, και σε μονόπλατες που ‘στησαν σιμά στα καμένα σπίτια τους.

Όσο για την Αντίσταση, καλά κίνησε απ’ την αρχή με στόχο να πολεμήσει το Γερμανό. Κάπου όμως στη στράτα της μπήκε και το σαράκι και την έκανε κομμάτια και θρύψαλα. Ο αδερφός πολέμησε τον αδερφό …   


Κατά το 44, κάπως τους ήρθαν τα λογικά αφού μέτρησαν τ’ αποκαΐδια  και τη συμφορά που ‘χαν σκορπίσει, συνάχτηκαν οι καπεταναίοι, εκεί στο γεφύρι της Πλάκας κι αποφάσισαν να χωρίσουν την Αντίσταση στα δύο. Σύνορο ο Άραχθος με τους απέκει και τους απέδω. Στο γεφύρι της Πλάκας και Γκόκ’ φυλάκιο οι απέδω, φυλάκιο οι απέκει. Ψυχές μαυρισμένες από μίσος που παράφορα φώλιασε μέσα τους.

Το χωριό βρέθηκε απέδω. Απέδω συντάχθηκαν πάρα πολλοί αντάρτες, όπως τους έλεγαν. Τόσοι που ο τόπος δεν τους χώραγε να ζήσουν και να τραφούν. Το ασήκωτο τούτο βάρος έπεσε στα χωριά μας. Τα σοδήματα που ‘βγαζε ο τόπος δεν έσωναν να κρατήσουν ζωντανούς τους ντόπιους κι όχι να θρέψουν κι αυτό το ανταρτομάνι. Κατά πως λέει κι ο κοσμάκης, όπου υπάρχει η ανέχεια κι η ανάγκη, ξεκαμπάει η γκρίνια με όλα τα άλλα που τη συντροφεύουν.

Συχνά πυκνά ο «υπεύθυνος», συνοδεία ανταρτών αξούριστων για μήνες με φυσεκλίκια χιαστί στο στήθος τους που μόνο η θωριά τους σκόρπαγε λαβούρα, έπαιρνε σβάρνα τα κονάκια και πρόσταζε ορθά κοφτά, «αύριο το μεσημέρι θα φέρεις τόσες κλούρες ζυμωμένο ψωμί και μια τέτζερη βρασμένα φασούλια στην πλατεία του χωριού για τον αγώνα».
Κλαψουρισμένη και με το δίκιο της η απόκριση: «που να το βρω τόσο αλεύρι; Το λιγοστό που ‘χω στο αμπάρι δε σώνει να βγάλω πέρα τα παιδιά μου».
Κάποτε το παρακαλητό έπιανε κι οι κλούρες που θα ζυμώνονταν γίνονταν λιγότερες.
Σαν τύχαινε και ο «υπεύθυνος» ήταν ζαβός, αλίμονο στη νοικοκυρά. Η προσταγή άκαρδη και σκληρή: «μην τα φέρνεις, και το ρημαδιακό σου θα γίνει λαμπάδα και θα π’ρώνεσαι». Άσοτα τα βάσανα του κοσμάκη…


Τώρα που πήγαιναν οι λίρες και τα χρειαζούμενα για τον Αγώνα που ‘ριχναν τις νύχτες τα συμμαχικά αεροπλάνα στον καμπούλη του χωριού μας και στ’ άλλα χωριά, ποτέ δεν μαθεύτηκε.
Ούτε και κάποιοι από τους καπεταναίους που ΄γραψαν απομνημονεύματα, μας είπαν γιατί τότε σύμμασαν τόσο ανταρτομάνι απέδω απ’ τον Άραχθο κι αξίωναν απ’ τους κακομοιριασμένους Τζουμερκιώτες να τους ταΐσουν.

Κατά πως μολογάνε, απέκει απ’ τον Άραχθο τα πράγματα ήταν καλύτερα. Πολύ λιγότεροι οι αντάρτες. Τα χρειαζούμενα έφταναν πιο εύκολα. Σιμά ήταν ο κάμπος των Ιωαννίνων, του Καναλακίου και της Άρτας ακόμα. Πέρα απ’ αυτό στην Κέρεντζα τα συμμαχικά υποβρύχια ξεφόρτωναν  άκοπα ειδήσματα για την Αντίσταση.

Πολλοί φαμπλίτες απ’ το χωριό μας κι απ’ τα άλλα χωριά που ‘χαν στραγγίσει απ’ την ανέχεια, ρίχτηκαν απέκει απ’ τον Άραχθο μπαίνοντας σε χίλιους κινδύνους.
Ο δρόμος για στάχυα στο θεσσαλικό κάμπο είχε κλείσει. Όποιος ξαποφάσιζε για κει σαν τύχαινε κι έπεφτε στα χέρια των Γερμανών δε ματαγύρναγε. Τον κρέμαγαν στα τηλεγραφόξυλα για κατάσκοπο.

Όσοι κατάφεραν και διάβηκαν απέκει απ’ τον Άραχθο άλλαξαν κι επάγγελμα. Από κτίστες και μαραγκοί που ήταν οι πλιότεροι, βαφτίστηκαν καλατζήδες (γανωτές).
Ανέχεια απ’ τη μια, ανάγκη απ’ την άλλη πορεύτηκαν αντάμα. Τ’ αγγειά ήταν τότε χαλκοματένια. Έτσι με τον καιρό ξεκαλαλίζονταν, το φαΐ γίνονταν δηλητήριο. Για να ματαγίνουν χρειαζούμενα, ήταν ανάγκη να καλαλιστούν.

Ο χωριανός ο Γιώργης κι ο αδερφός του ο Κώστας ήταν από πάππο προς πάππου γανωτές. Σύμμασαν και κάποιους άλλους απ΄ το χωριό, χτίστες, μαραγκούς, που πέταξαν τα τσόκια και τα μστριά και έφτιαξαν παρεούλα. Μαζί τους πήγε και ο πατέρας μου.

Σα διάβηκαν το ποτάμι, άδραξαν το μαχαλοσάκι και τη μαχαλιώρα και πήραν σβάρνα τα χωριά και γάνωναν τα χαλκώματα. Η πληρωμή σε είδος. Ό,τι ήταν για πόρεψη, στάρι, καλαμπόκι, αρτμή, βούτυρο και σπορίματα.

……………………………………………………..

Οι καλατζήδες με τα σύνεργα φορτωμένα στο γαιδουράκι του μπάρμπα Γιώργη γύριζαν τα χωριά καλαλίζοντας τ’ αγγειά. Το σόδεμα το μοιράζονταν κι ο καθένας το σιγούρευε προσωρινά σε φίλους ή σε κουμπάρους που ‘κανε στα χωριά που διάβαιναν. Σα γίνονταν φόρτωμα, ζαλίγκα το κατέβαζαν φορτωμένοι στην απέκει μεριά του γιοφυριού του Γκόκ’. 
Οι γυναίκες που ‘χαν λάβει το χαμπέρι καρτέρεγαν στην απέδω μεριά. Εκεί, στη μέση του γιοφυριού, οι άντρες παρέδωναν το σόδεμα στις γυναίκες τους παρουσία των φρουρών των φυλακίων και τίποτα άλλο. Από κει, περπατώντας σε μεγάλη ανηφόρα για ώρες, έσωναν κάποτε στο χωριό με το σόδεμα.

Μια απ’ αυτές τις φορές με πήρε μαζί της η μάνα μου, παιδούρι τότε εφτά χρονών. Σα φτάσαμε στη μέση του γιοφυριού, ο πατέρας μου χάλεψε και πήρε άδεια απ’ τον καπετάνιο της απέδω μεριάς να με πάρει για λίγες μέρες απ΄ την απέκει μεριά, μιας και είχε κανά εξάμηνο να με δει. Έτσι κι έγινε.

Άξαφνα, σε κανά δυο μέρες ξεκάμπισαν στο σπίτι μας στο χωριό δυο αντάρτες και αξίωσαν απ’ τη μάνα μου να τους ακολουθήσει μέχρι το «φρουραρχείο»  του χωριού. Εκεί ο «φρούραρχος» την πρόσταξε να μην το κουνήσει απ’ το σπίτι της γιατί σε δυο μέρες θα πέρναγε από λαϊκό δικαστήριο στην Άγναντα για κατασκοπεία.

Ο πατέρας μου, που του ‘στειλαν το χαμπέρι, με κατέβασε στο γιοφύρι του Γκόκ’ και με παρέδωσε στο «σύνδεσμο». Αυτός είχε την εντολή να με παραλάβει και να με παραδώσει στο χωριό. Ο «σύνδεσμος» ήταν γείτονάς μας και τον αγγάρεψαν.
Κατά πως έλεγε η μάνα μου, ήταν καλός και πονόψυχος άνθρωπος. Κάθε φορά που απόσωναν τα ποδάρια μου απ’ το περπάτημα, σταμάταγε να ξαποστάσουμε. Ο δρόμος ήταν μπηχτά ανηφόρα, κι ο ίδιος κοντανάσαινε.

Την άλλη μέρα, συνοδεία των ανταρτών απ’ την πλατεία του χωριού μας πήραμε τη στράτα για την Άγναντα. Μαζί μας ήταν θυμάμαι η γιαγιά μου η Μαριγούλα και η θειάκω η Τάκαινα και η Βασίλαινα, η γυναίκα του μπάρμπα Γιώργη του γανωτή, η ανεψιά της γιαγιάς μου η Καλλιόπη και άλλες γυναίκες.

Στην Άγναντα ήταν κι άλλοι «κατηγορούμενοι» από άλλα χωριά. Ήρθε κάποτε και η σειρά μας. Ακούσαμε απ΄ το «δημόσιο κατήγορο» την κατηγορία: Κατασκοπεία!
Καλά εγώ, παιδούρι και δεν καταλάβαινα, αλλά μήπως νόγαγε και η μάνα μου;
Πρώτη φορά άκουσε φαίνεται τη λέξη κατασκοπεία.
Έδωσε πήρε ο «λαϊκός δικαστής» να την κάνει να καταλάβει πόσο σοβαρό ήταν το έγκλημα που έκανε και πως έπρεπε να δώσει λόγο.

--Μάζωξες πληροφορίες για το πόσοι είμαστε. Τι όπλα και πολεμοφόδια έχουμε και τις θέσεις των ανταρτών. Με σημείωμα που έστειλες με το παιδί σου στον άντρα σου, που ‘ναι απέκει απ΄ το ποτάμι, πρόδωκες τον αγώνα στον οχτρό.

-- Τι λες χριστιανέ μου; Δεν ξαδιάζω να κάτσω ψίχα να ξαποστάσω. Δυο παιδιά κι ένα γέροντα άρρωστο έχω στο σπίτι, πράματα να ταΐσω, χωράφια να τσαπίσω, ξύλα να κουβαλήσω να φτιάξω στιβανιά για το χειμώνα κι εσύ μ’ γίνεσαι πως άλλη συλλοή δεν έχω απ’ το να κουσεύω στις ράχες και να μετράω τσ’αντάρτες και τα ντφέκια τς;

---Καλά γι αυτά θα ειδούμε. Γιατί αρνήθηκες να δώκεις για τον αγώνα στον υπεύθυνο του χωριού σου τις λίρες που ‘χε μέσα στο σόδεμα ο άντρας σου;

-- Τι μολογάς χριστιανέ μου; Ο άντρας μου καλατζής είναι κι όχι καπετάνιος. Καλαλίζει χαλκώματα και πληρώνεται μ’ ένα πιάτο γένμα. Μέρες κάνει να γίνει φόρωμα. Το κουβαλάω ζαλίκι εγώ απ΄του Γκοκ στο χωριό, να ταίσω τη φαμπλιά μ’. Απ΄αυτό ζμώνω κλούρες και τρώτε κι εσείς.

Εγώ, πιασμένος απ’ το μπαλωμένο φστάνι της μάνας μου θα ‘χα φαίνεται κατακιτρινίσει, γιατί ο «δικαστής» μου ‘πε «μη σκιάζεσαι παιδί μ’ .  Πες μας μήπως η μάνα σου, έραψε μέσα στο γκολφ κανένα γράμμα και σαν πήγες από πέρα το πήρε ο πατέρας σου; Ή μήπως στο ‘ραψε στην τεράντζα απ’ το παντελονάκι σου;»     

«Όχι», του είπα, «δε μόραψε τίποτα η μάνα μ’» Τότε ο «δικαστής» είπε: «το παιδί να το δώσετε στη γιαγιά του κι η μάνα να κρατηθεί μέχρι να τελειώσουν οι δίκες».
Η μάνα μου φώναξε: «τι λες χριστιανέ μου, άφησε με να πάω στο χωριό. Δε γλεπς που δειλίνιασε κι έχω κλεισμένα τα πράματα και νηστικούς το παιδί και το γέροντα;»

Σημασία δεν της έδωσαν. Ένας αντάρτης την πήγε στο κρατητήριο. Σαν άκουσαν οι γύρω την απόφαση, κάτι μουρμούρισαν. Ξεχώρισα μόνο μια λέξη που ‘μεινε: «χαρχαρούδια τ’σ ».
Εμένα με σύμμασε η γιαγιά μου και κάτσαμε παράμερα. Η γιαγιά μου περίμενε ν’ ακούσει την απόφαση για την κοπέλα της και για τη νύφη της. Η απόφαση η ίδια, να κρατηθούν. Η κατηγορία ήταν άρνηση να δώσουν λίρες για τον αγώνα.
Η γιαγιά μου ήταν τυχερή, δεν πέρασε από δίκη. ΄Ενας απ΄τους αντάρτες της πήρε μια μαντανία καινούργια του νερού, που φορτωμένη πανωσίγκωνα και την απάλλαξε απ’ τη δίκη.

Σαν βασίλεψε ο ήλιος, ήρθαν εκεί που καρτερούσαμε, η μάνα μου κι οι δυο οι θείες μου. Και πήραμε τη στράτα του γυρισμού για το χωριό.
Η μάνα μου βόγγαγε συνέχεια και δυσκολεύονταν να πάρει ανάσα, γιατί της έσπασαν ένα πλευρό και τρία δάχλα απ’ το δεξί της χέρι.
Την ίδια τύχη είχαν και οι υπόλοιπες. Ό,τι είχε γίνει εκεί στο κρατητήριο – κολαστήριο στην Άγναντα, το μολόγαγαν σ’ όλη τη στράτα ίσαμε το χωριό.
Η γιαγιά μου καταριόταν καπ’ και που τον καπετάνιο απ’ το χωριό μας, το μπάρμπα Νίκο, που ήταν εκεί, που γνώριζε τα πάντα για τις γυναίκες, μάλιστα η μάνα μου τον είχε δεύτερο ξάδερφο, και όχι μόνο δεν πήρε το λόγο, το φχαριστιόταν κιόλας.
Την Καλλιόπη την έφεραν την άλλη μέρα στο χωριό σε κουβέρτα.

Κατά πως  μολόγαγαν, κι απέδω και απέκει, τα ίδια. Σωμό τα βάσανα του κοσμάκη δεν είχαν.

Μαύρα χρόνια κι άλαλα, ποτές μην ματαρθύν.              

Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2012

ΤΖΟΥΜΕΡΚΑ: Βουνά στο σχήμα του ουρανού


Γράφει ο Αθανάσιος Παλιούρας, Καθηγητής Βυζαντινής Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, στο Επτά Ημέρες της Καθημερινής (22 Μαίου 2005)

Όσοι γνωρίσαμε την οροσειρά της Πίνδου έχουμε μαγευτεί από την άγρια ομορφιά της φύσης της και έχουμε συγκινηθεί από την ηρωική της ιστορία. Άλλοι τη γνωρίσαμε από κοντά σαν πεζοπόροι φυσιολάτρες και άλλοι νοερά μέσα από διηγήσεις και εικόνες. Από το συνολικό όγκο της Πίνδου ίσως  λιγότερο γνωστό είναι το νότιο τμήμα της, τα χιονοσκέπαστα τους περισσότερους μήνες του χρόνου Τζουμέρκα με τα παραδοσιακά χωριά τους, την ξεχωριστή πετρόχτιστη λαϊκή αρχιτεκτονική των σπιτιών τους, τον κτηνοτροφικό βίο των κατοίκων τους, τη μακραίωνη και βαθιά ριζωμένη πολιτιστική κληρονομιά. Ο ορεινός αυτός όγκος, πέρα από τη συνηθισμένη και πιο γνωστή ονομασία Τζουμέρκα, κράτησε από την αρχαία εποχή την ονομασία Αθαμανικά Όρη, παλιά όσο και οι καιροί όπου το τραχύ και ορεσίβιο φύλο των Αθαμάνων ανέβηκε στα βουνά αφήνοντας τον Θεσσαλικό κάμπο στους Λαπίθες. Τα Τζουμέρκα ορίζονται ανάμεσα στις κοίτες των αδελφών  ποταμών στην αρχαιότητα, του Αράχθου στα δυτικά και του «αργυροδίνη μέγα ποταμού» Αχελώου στα ανατολικά.
Εντοπίζεται, δηλαδή, το γεωγραφικό στίγμα της περιοχής των Τζουμέρκων ανάμεσα στην Ήπειρο και στη Θεσσαλία και πιο συγκεκριμένα ανάμεσα στον νομό Τρικάλων και στο νομό Ιωαννίνων. Κατέχει το βορειότερο τμήμα του νομού Άρτας όπου ανήκουν οι δήμοι Αθαμανίας και Αγνάντων και οι κοινότητες Μελισσουργών και Θεοδώριανων και ένα τμήμα του νομού Ιωαννίνων με τους δήμους Πραμάντων, Δυτικών Τζουμέρκων, Κατσανοχωρίων και τις ιστορικές κοινότητες Συρράκου, Καλαρρυτών και Ματσουκίου.
Επιβεβλημένο να αναφέρουμε ευθύς εξαρχής τη μεγάλη σημασία του Συρράκου και των Καλαρρυτών για την εξαίσια αρχιτεκτονική των πετρόχτιστων σπιτιών τους, για τα περίφημα εργαστήρια αργροχρυσοχοϊας τους, που εφοδίαζαν τον ελλαδικό χώρο και τα Βαλκάνια με αριστουργήματα της μικροτεχνίας, για την οικονομία και το εμπόριο των ξενιτημένων μέχρι τη Ρωσία, για τις μεγάλες προσωπικότητες που εξέθρεψαν, με κορυφαίο τον πρωθυπουργό Ιωάννη Κωλέττη στην πολιτική και τον Κώστα Κρυστάλλη στην ποίηση.

Πεζοπόροι νοσταλγοί
Θα σταθούμε, πρώτα, να αγναντέψουμε τις πιο ψηλές κορυφές των Τζουμέρκων: την Κακαρδίτσα (2429 μ.), το Καταφίδι (2393 μ), το Αγκάθι (2392 μ), τη Σκλάβα (2087 μ), τη Σπηλιά (1932μ), και τον Σταυρό (1390 μ), και, κάτω χαμηλά, τους παραπόταμους του Αράχθου: το ρέμα της Κρανιάς, τον Μελισσουργιώτικο και τον Καλαρρυτινό και, από την άλλη μεριά, τον Χίστρα του Αχελώου.
Θα ανεβούμε ύστερα , στα πυκνά ελατοδάση, με το βλέμμα θα ακολουθήσουμε τους αγέρωχους αετούς στο πέταγμά τους και θα σταθούμε στη Φούρκα, να απλώσουμε ολόγυρα τη ματιά μας στις χιονοσκέπαστες κορφές. Θα περπατήσουμε τα στενά δρομάκια στα Πράμαντα και στα Άγναντα, και θα ανταλλάξουμε χαιρετισμό με τους κατοίκους στους Μελισσουργούς και στους Κτιστάδες. Θα περπατήσουμε μέχρι τους καταρράκτες στο ομώνυμο χωριό, και θα τιμήσουμε ένα φλιτζάνι καφέ με το πατροπαράδοτο γλυκό του κουταλιού στα Λεπιανά, έπειτα θα κουβεντιάσουμε με τους μικροκτηνοτρόφους της Ράμιας πριν, στρεφόμενοι δυτικότερα, περάσουμε από την Κυψέλη με το λαογραφικό μουσείο και μέσα από πυκνό ελατοδάσος πάμε να απολαύσουμε την απαράμιλλη αρχιτεκτονική στο πλούσιο από ιστορία Βουργαρέλι και, τραβώντας νοτιότερα τα τώρα, να γνωρίσουμε το Αθαμάνιο και τα Τερπνά.

Τότε πια θα τραβήξουμε ανατολικότερα και θα διανυκτερεύσουμε στα μοναχικά και περίκλειστα Θεοδώριανα – αν όχι για άλλο λόγο, παρά για να ακούμε στην καλοκαιριάτικη ολονυχτία τα κουδούνια και να γυρίσουμε νοερά πίσω στις «ποιμενικές εποχές», που οι ορεινοί των Τζουμέρκων μετρούσαν τις μέρες και τις νύχτες στις χάντρες των κομπολογιών  και τραγουδούσαν την αγάπη τους για τη Φύση και τον έρωτα για τη γυναίκα με τις καλαμένιες φλογέρες.
Στις παλιότερες εποχές, τους μήνες που τα πάντα σκέπαζε πυκνό το χιόνι, οι Τζουμερκιώτες κατέβαιναν χαμηλότερα πεζοπορώντας νυχτοήμερα μέσα από χαράδρες κι από μονοπάτια με τα γιδοπρόβατά τους, κοπάδια μικρά ή μεγάλα. Προορισμός τους τα ακαρνανικά βοσκοτόπια του Ξηρόμερου, καθώς είχαν αναπτύξει με τους Ξηρομερίτες στενές σχέσεις φιλίας, φιλοξενίας, συχνά και συγγένειας.
Σήμερα οι μετακινήσεις των κοπαδιών είναι ευκολότερες, με τα φορτηγά, χρειάζεται πολύ λιγότερος χρόνος. Η πολυήμερη πορεία με τα άλογα και τις φλοκάτες και τα σκυλιά, τα δύσκολα περάσματα, ο ιδρώτας, ο πόνος και η αγωνία, αλλά και η ομορφιά της ταύτισης της ζωής με τη Φύση, έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Μένουν πίσω οι φωτογραφίες του Μπαλάφα, του Τλούπα, του Βερτόδουλου, του Μπουασονά, σε φωτογραφικά λευκώματα και συλλογές, να δείχνουν ρομαντική στους Νεοέλληνες μια ζωή που ήταν σκληρή από την ίδια της τη φύση.
Μιλώντας για δύσκολα περάσματα, θυμηθήκαμε ξανά, τα μεγάλα ποτάμια Αχελώο και Άραχθο, τους παραπόταμους να εμπλουτίζουν με πολλά νερά καθώς λιώνουν τα χιόνια, αλλά και τα μικρότερα ποτάμια και ρέματα. Τα ποτάμια συνειρμικά μας παραπέμπουν στα γεφύρια. Και έχει πολλά η περιοχή των Τζουμέρκων. Γεφύρια απλά πετρόχτιστα, με τον παραδοσιακό τρόπο, συνηθισμένα αλλά και φημισμένα. Απλά καταγράφουμε εδώ μερικά, τα πιο γνωστά και πιο πολυσύχναστα: το γεφύρι στην Άνω Καλεντίνη, στον Μεσόπυργο, στα Θεοδώριανα, στους Μελισσουργούς, στη Σγάρα του Καταρράκτη, στο Βουργαρέλι. Κορυφαίο και από τα ιστορικότερα σε όλη την Ήπειρο, το γεφύρι της Πλάκας. Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα μονότοξα γεφύρια στα Βαλκάνια. Κάτω από το πέτρινο τόξο του κυλάει ο Άραχθος, ανάμεσα στα Τζουμέρκα και στο Ξεροβούνι.

Τζουμερκιώτες
(Το Συρράκο, ένα από τα Βλαχοχώρια των Τζουμέρκων, σοφά απλωμένο στην πλαγιά του Περιστεριού, τέλεια π(ροσαρμοσμένο στο τοπίο, μαστορικά οικοδομημένο από ντόπιους τεχνίτες με υλικά του τόπου. Η ιστορική κοινότητα, χτισμένη σε υψόμετρο 1150 μ.. γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη από τις αρχές του 18ου αιώνα. (φωτ.: Βασίλης Γκανιάτσας)




Πέρα από τον παραδοσιακό κτηνοτροφικό και αγροτικό βίο των ορεινών χωριών των Τζουμέρκων δύο στοιχεία χρωματίζουν και νοηματίζουν την ιστορική, καλλιτεχνική και φιλόθρησκη πορεία των κατοίκων. Το πρώτο είναι η λαϊκή και απλή αρχιτεκτονική, που είναι αισθητή με την πρώτη ματιά. Πετράδες και πελεκάνοι Τζουμερκιώτες έχουν βα΄λει τη σφραγίδα τους από τα πιο απλά και λιτά σπίτια του Αθαμανίου μέχρι τα περίτεχνα αρχοντικά στο Βουργαρέλι, το Συρράκο και τους Καλαρρύτες. Ξενιτεμένοι οι παλιότεροι Τζουμερκιώτες στις βορειότερες χώρες των Βαλακανίων και μέχρι τη Ρωσία και τον Εύξεινο Πόντο, γύριζαν οι ίδιοι πίσω με παράδες, ή έστελναν στους δικούς τους, και ύψωναν πετρόχτιστες κατοικίες, συναγωνιζόμενοι ο ένας τον άλλον ποιος έχει ψηλότερο σπίτι, με περισσότερα δωμάτια και τζάκια, με σκάλες και με σιδερένιες κουπαστές, με μπαλκόνια με σκαλιστά φουρούσια, με βαριές ξύλινες εξώπορτες.
Μιλώντας για τους ανθρώπους και για το φυσικό και δομημένο περιβάλλον αναφερόμαστε σε μια ενιαία ανθρωπογεωγραφική ενότητα της ευρύτερης περιοχής των Τζουμέρκων. 
Κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα ως σήμερα η κτηνοτροφία. Αλλά από τα επαγγέλματα που καταξίωσαν τον τόπο έμεινε μόνο η θύμηση της τέχνης τους και της προσφοράς τους.

(Πέτρινο καλντερίμι στο χωριό Καλαρρύτες. Η λαϊκή αρχιτεκτονική εκπλήσσει και γοητεύει με την πρώτη ματιά, ενώ ταυτόχρονα παραδίδει παθήματα αρμονικής λειτουργικής και αισθητικής συνύπαρξης δομημένου χώρου και φυσικού περιβαλλοντος – φωτ.: Βασίλης Συκάς)

Δεν θα απαντήσουμε σήμερα τους περίφημους «καπάδες», που προμήθευαν τις αγορές της Ανατολής και της Δύσης (Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη και Οδησσό, Τεργέστη, Νεάπολη, Βιέννη και Μασσαλία) με τις ονομαστές χειροποίητες κάπες – χοντρούς μάλλινους επενδύτες- για τα ναυτικά πληρώματα της Αδριατικής και της Μεσογείου μα και το στρατό του Ναπολέοντα. Δεν θα συναντήσουμε τους ράφτες, τους ξακουστούς «τερζήδες», που κοσμούσαν με κεντίδια παραδοσιακές φορεσιές που κυκλοφορούσαν σε όλα τα Βαλκάνια. Δεν θα βρούμε τους μαστόρους της πέτρας, τους επιτήδειους «πελεκάνους», που πελεκούσαν με μαστοριά  την γκρίζα ψαμμόπετρα χτίζοντας και κεντώντας κυριολεκτικά με το κοπίδι, το σφυρί και το βελόνι. Δεν θα βρούμε τους ξυλογλύπτες – ταγιαδόρους, που σκάλιζαν τα περίτεχνα τέμπλα των εκκλησιών και των μοναστηριών, τις μπακλαβαδωτές οροφές των αρχοντικών. Τις συντεχνίες και τα «σινάφια» θα τις βρει ο σημερινός ιστορικός της έρευνας στα διάφορα δημόσια και ιδιωτικά αρχεία. Κάποιοι πολιτιστικοί σύλλογοι και ιδρύματα δημοσιεύουν κατά καιρούς φωτογραφίες των αλλοτινών χρόνων μιας ανθούσας και δημιουργικής κοινωνίας των Τζουμερκιωτών που πλέον δεν υπάρχει.

Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2012

Όλοι μάστορες εδώ, μάστορας κι εγώ . . .


Του Σπύρου Μαντά (Εκπαιδευτικού) στο ένθετο Επτά Ημέρες της Καθημερινής (Κυριακή 22 Μαϊου 2005)

Το φαινόμενο των πλανόδιων τεχνιτών της Ηπείρου, γνωστό από πολύ παλιά, έχει αναλυθεί – οι αιτίες, οι συνέπειες του κατ’ επανάληψη. Περίπτωση πιο χαρακτηριστική ανάμεσά τους, που έγραψε ιστορία, προκρίνεται αυτή των περιφερόμενων πετράδων των Κουδαραίων!
Λάκκα του Σαραντάπορου στην Κόνιτσα, Ζιουπάνια κι άλλα της Ανασελίτσας, Περίχωρα της Κορυτσάς (Κολώνια – Βυθούκι – Όπαρη), Χουλιαροχώρια και Τζουμέρκα, είναι τα μέρη που δώσανε τις φάρες των μαστόρων, μήτρες των πελεκάνων, των χτιστών, των νταμαρτζήδων, των ασβεστάδων της Πίνδου.
Αθέατα στα ανυποψίαστα βλέμματα, όλα τους στην ορεινή ζώνη, οικονομικά κλειστά, εσωστρεφή κοινωνικά, αποτελούσαν για αιώνες τις αφετηρίες των πετράδων για τα κοντινά ή πολύχρονα ταξίδια τους.
Ξεκινούσαν την Άνοιξη. Οργανωμένοι σε παρέες δουλειάς, όργωναν, πεζοπορώντας ή πάνω σε μουλάρια, όχι μόνο τη σημερινή Ελλάδα, αλλά κάθε γωνιά της Βαλκανικής. Πήγανε κι ακόμα παραέξω, Περσία, Σουδάν, παλιά Ζιμπάμπουε, Αιθιοπία! Χτίζανε εκκλησιές και τζαμιά, εξαγωνικά καμπαναριά, μιναρέδες, σαράγια των αξιωματούχων Τούρκων ή αρχοντικά των πραματευτάδων Ρωμιών, κάστρα, κούλες, μύλους, χάνια, γεφύρια.

Πρώτα ήμουν μαστοροπαίδι
Λέγομαι Γιώργος Χριστοδούλου. Γεννήθηκα το 1911 στα Άγναντα. Το χωριό, παλιά, είχε πολλούς μαστόρους. Ήταν φτώχεια τότες και γένονταν όλοι μαστόροι.
Εγώ είχα δική μου ομάδα και ταξίδευα. Άρχισα απ’ το Καρπενήσι, το 1928. Είχε δουλειά εκεί. Και μέσα στο Καρπενήσι και έξω στα χωριά. Φτιάχναμαν οικοδομές, σπίτι. Και εκκλησίες φτιάχναμαν. Όλα πέτρινα.
Πρώτα ήμουν μαστοροπαίδι. Δούλεψα μια χρονιά στα ζώα. Βοηθός, μάθαινα. Μετά πήγαμαν και φτιάξαμαν ένα γυμνάσιο. Εκεί πελέκαγα λιθάρια. Ήταν κάποιος θείος μου επικεφαλής, Κώστας Πριτσιβέλης με τ’ όνομα.
Έγινα ύστερα πρωτομάστορας. Είχα δικιά μου ομάδα. Έπαιρνα μαζί μου, αναλόγως τις δουλειές, πέντε, οκτώ άτομα. Πρωτομάστορας! Κανόνιζα δηλαδή τη δουλειά. Συμφωνούσαμαν απ’ το Φθινόπωρο. Τα λεφτά όμως τα παίρναμαν όμοια. Παίρναν και τα ζώα μεροκάματο.
Πηγαίναμαν με τα μουλάρια τότες, ποδαρόδρομο. Περπατούσαμαν πέντε μέρες:
Να  κατεβούνε στην Άρτα, μετά Αμφιλοχία, να πάρουμε το δρόμο πάνω, να πάμε στο Καρπενήσι. Άλλοι πήγαιναν πιο μακριά. Ξεκινούσαμαν το Μάρτιο μήνα και τον Οκτώβριο τέλειωνε. Γυρίζαμαν. Το χειμώνα στο χωριό.
Στα ξένα δουλεύαμαν όλη μέρα. Σφυριά, μυστριά, κοπίδια, ματρακάδες, ζύγια, χτενιές! Καθόμασταν κάτω απ’ έναν ίσκιο και πελεκούσαμαν. Άλλοι χτίζανε. Έμπαινε ένας μέσα απ’ τον τοίχο, ο άλλος έξω, δυο – δυο, ζευγάρια. Ο μέσα δεν ήταν καλός, μάθαινε. Ο έξω πάντα ήταν καλύτερος. Οι πελεκάνοι κάναν και τις γωνιές τ’ αγκωνάρια. Τσιμέντα δεν βάζαμαν τότες. Μόνο πέτρες μ’ ασβέστη. Τις βγάζαμαν τις πέτρες απ’ τα νταμάρια με δυναμίτη, με λοστάρια. Τις κουβάλαγαν με μουλάρια τα παιδιά. Για τον ασβέστη ήταν άνθρωποι που ήξεραν κι έφτιαχναν καμίνια.
Δύσκολη δουλειά, κούραση. Μέναμαν κι έξω. Από φαγητό; Φτιάχναμαν μοναχοί μας. Άλλοι τρώγανε, κι άλλοι … Σκέτη ταλαιπωρία! Όσο για τα λεφτά, ένας καλός μάστορας, την εποχή εκείνη, ερχόταν, γύριζε στο χωριό, με 14.000 καθαρές στην τσέπη. Αυτά ήταν, για να περάσει όλη τη χρονιά. Την αγαπούσα όμως τη δουλειά. Αυτήν είχα μάθει, αυτήν αγαπούσα  

Φάε απ’ άσπρη … πέτρα!
Είμαι το 1913 γεννηθείς. Με λένε Αντρέα Λάμπρο. Γεννήθηκα εδώ, στη Γκούρα, Βαπτιστής σήμερα. Όλοι μάστορες εδώ, μάστορας κι εγώ.
Δεν γνώρισα πατέρα. Ο πατέρας μου δούλευε στου Κωνσταντινίδη, παν’ στο Δεμάτι. Φτιάχναν μια εκκλησιά. Τι έγινε εκεί; Τον έφεραν πάνω στο σανίδι κι έτρεχε το αίμα ποτάμι! Λένε πως έπεσε απ’ τη σκαλωσιά. Ποιος ξέρει; Ήταν 48 χρονών. Δεν είχα κλείσει χρόνο.
Τι τράβαγαν οι άνθρωποι τότε! Σληραγωγία! Πιο πολύ τα παιδιά! Μικρός δούλευα εκεί που φτιάχναν τη σχολή της Βελλάς. Επικεφαλής ο Αντων Κωνσταντινίδης. Δούλευαν πολλοί οι περισσότεροι απ’ υους Χουλιαράδες. Έστεκε εκειπέρα ο Σπυρίδων, ο μητροπολίτης. Είχε μια καρέκλα, κάθοταν και κοίταζε.
Εμεις τα παιδιά κουβαλούσαμαν τις πέτρες. Εγώ είχα τέσσερα μουλάρια. Έκανα δεκατρεις στράτες τη μέρα. Απ’ εκεί που ρέει το κεφάλι απ’ το ποτάμι. Εκεί ήταν τα μαντέμια. Δεκατρείς στράτες έπρεπε τη μέρα. Είχε μετρήσει αυτός ο Κωνσταντινίδης.
Βάζαμαν με τις τριχιές τις σανίδες. Στέκονταν στο σαμάρι. Μια πέτρα απ’ εδώ, κι άλλη, έβαζες ένα μισοσάμαρο που λένε, έπαιρνε την άλλη. Το φορτωτήρα να μη γυρίσει το σαμάρι, έβαζες κι απ’ την άλλη. Φόρτωνες εκατό οκάδες! Ήταν κι αυτά τα μουλάρια! Τα ‘πιανε η μύγα, πέφταν οι σανίδες και … δώστου. Όταν πάενες, ήταν εκεί ο Κωνσταντινίδης, σου ‘κανε παρατήρηση άμα είχες αλαφρύ το μουλαροφόρτι…Μόνο μάλωναν; Κόντευες να φας και κατακεφαλιά και μπάτσους. Αλλά έτσι ήτουνε η δουλειά.
Εκμεταλλεύονταν τότε τα παιδιά. Πολύ! Και που να βρεις δικαιοσύνη; Πόσο έπαιρνα εγώ τότε; Όμοια εγώ, όμοια και το μουλάρι! Κι από φαϊ; Με σήκωνε αυτός ο Κωνσταντινίδης, με σήκωνε πρωϊ και καθάριζα πατάτες. Κάτι πατατούλες…να, να φάνε οι μαστόροι. Ή έτρωγαν ελιές και φασολάδα. Εμάς στα παιδιά άστα! Μας δίνανε και … κοπίδες! Φάε απ’ άσπρη … πέτρα! Για να φαίνεται ότι τρώμε τυρί, να βλέπουν οι περαστικοί!
Μεγάλωσα. Δεν έμαθα πελέκι, αλλά πήγαινα δουλειά – στους Μελιγκούς, στα Λέλοβα, στην Πρέβεζα, στη Λάκκα Σούλι, αλλά και πάνω στη Μακεδονία. Τώρα, όμως έτρωγα πρέντζα! Βάζαν σ΄ ένα βαρέλι ξινόγαλο, ρίχνανε νερό, αλάτι, και με ψωμί τάϊζαν τους μαστόρους. Γκαβώσαμε απ’ το πολύ τ’ αλάτι. Που να στήσουν το ράμμα οι μαστόροι…

Τριάντα τρία χρόνια αρχιμάστορας
Μένα με λένε Σπύρο Γιαννάκη. Έχω γεννηθεί εδώ, στη Κουσοβίτσα, το 1908! Κτιστάδες το λένε τώρα. Είχε πολύ καλούς μαστόρους, γι’ αυτό πήρε τ’ όνομα. Μόνο γυναίκες μένανε ‘δω τότε. Προ του 1920, δεν υπήρχε μεροκάματο πουθενά. Ήταν απέναντι, παλιά η Τουρκία. Φεύγαμαν όλοι μαστόροι.
Πιο πολύ πηγαίναμαν στο Καρπενήσι. Είχανε πολλούς Αμερικάνους εκεί! Παέναμαν και Βάλτο. Και Πελοπόννησο, αργιά όμως. Φτιάχναμαν σπίτια, σχολεία, εκκλησιές.
Εγώ, πιο πολύ σε εκκλησία δούλεψα. Έφτιαξα καμιά δεκαριά! Έμαθα, ήτουνε ο πατέρας μου μα΄στορας. Δημήτρης Γιαννάκη τον λέγανε. Κι ο πατέρας από τον παππού, το Σπύρο. Θυμάμαι, Βουτύρ λέγανε το χωριό, έξω από το Καρπενήσι, που πρωτοπήγα. Έφτιαχνε εκεί εκκλησιά ο Γιώργη Καλύβας. Αυτός έκανε κουμάντο. Είχε τριάντα, τριάντα δύο άτομα προσωπικό. Μεγάλη εκκλησιά. Όλοι οι μαστόροι ήταν από ‘δω, ντόπιοι, χωριανοί. Ήταν το ’27, το ’28! Δεν πελέκαγα βέβαια τότε. Μετά άρχισα το πελέκι.
Και γιοφύρια φτιάχναμαν. Εγώ έφτιαξα στο Καλεσμένο. Πέτρινο με καμάρα. Να περάσουν απάνω, πλάτος ενάμισι με δύο μέτρα, κόσμος. Εκεί ήτουνε κάποιος Οδυσσέας Μπιτχαβάς που ‘κανε πρωτομάστορας. Αυτή η χρονιά ήτουνε το ΄26.
Να, κοίτα τη φωτογραφία! Εδώ δουλεύω στο μοναστήρι Προυσσού. Έφτιαχνα ένα καμπαναριό και κάτι άλλες δουλειές, καμάρες όπως λέμε μεις, με θόλους. Μαζί με άλλους. Είχα τρεις τέσσερις παρέα. Κουμάντο έκανα πια εγώ. Ναι! Τριάντα τρία χρόνια αρχιμάστορας.
Να και στην άλλη φωτογραφία. Κοίτα! Είναι στο Στένωμα, στο χωριό απέναντι απ’ τη Βήνιανη, στον πάτο το Βελούχι. Βγάλαμε τη φωτογραφία 26 Ιούλη, της Αγίας Παρασκευής. Κάναν πανηγύρι στο χωριό. Το 1928 αυτό. Εγώ, είμαι αυτός. Τούτος Δήμο Θεοχάρης. Και οι άλλοι χωριανοί είναι. Χρήστο Λένης, Βασίλη Μπιτχαβάς.
Δύσκολα χρόνια… Πώς να σου πω. Με μεγάλες οικονομίες. Δεν φτάνανε. Δηλαδής ο κόσμος πέρναγε δυστυχισμένα

Όλα τέλειωσαν
Κόπηκε η κλωστή με την έναρξη του μεγάλου πολέμου. Όταν, δέκα χρόνια αργότερα, τα πράγματα ησύχασαν, τα παιδιά των Κουδαραίων, όσοι δεν είχαν γίνει δάσκαλοι, συνέχισαν το πατροπαράδοτο επάγγελμα, παλεύοντας στις  πόλεις με άλλα υλικά.
Κανονικά όλοι τους πια θα ‘πρεπε να νιώθουν ευχαριστημένοι. Και πραγματικά, έτσι δήλωναν. Μόνο που τους ηλικιωμένους Κουδαραίους – στριμωγμένοι τούτοι στα καφενεία των έρημων χωριών – τους άκουγες συχνά να μουρμουρίζουν για κάτι τρύπιες πέτρες και … αλεύρι απ΄τον Βόλο! Έτσι αποκαλούσαν, πότε κοροϊδεύοντας και πότε θυμωμένα, τα τούβλα και το κουρασάνι της νέας εποχής, το τσιμέντο.  



Το καμπαναριό του Αγίου Βησσαρίωνα στη  Φιλιππιάδα της Πρέβεζας,  έργο του πρωτομάστορα Βασίλη Γεωργάκη.

















Το Δίλοφο στο Ζαγόρι 

Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2012

Το να γεφυρωθεί ο Άραχθος με μονότοξο γεφύρι δεν ήταν κατόρθωμα, ήταν θαύμα!


Άρθρο του Σπύρου Μαντά στο ένθετο Επτά Ημέρες της Καθημερινής (Κυριακή 22 Μαΐου 2005)

Μια φορά κι έναν καιρό, στα Τζουμέρκα του 1863, κάτω απ’ τον συνοικισμό των Ραφταναίων Πλάκα …
Εκείνη η ημέρα, αν και καλοκαίρι, και μουντή ήταν – πήγαινε να βρέξει – και τραγική στο τέλος αποδείχτηκε. Πλησίαζε πια μεσημέρι και η σιωπή σιγά σιγά, επανερχόταν στον χώρο, που λίγες ώρες πριν για άλλα είχε ξεκινήσει. Μόνο ο Άραχθος θορυβούσε αλλιώτικα. Για να ξαναβρεί το δρόμο του, έσπρωχνε τις πέτρες του γκρεμισμένου γεφυριού, διέλυε τον ασβέστη, παραμέριζε ξύλα και χώματα.
Όλοι, χωρικοί και επίσημοι, είχαν πια επιστρέψει στα σπίτια τους.
Ο μαστρο-Γιώργος, όμως, ο πρωτομάστορας, αυτός που είχε αναλάβει να στεργιώσει το γεφύρι της Πλάκας κείτονταν  κατάχαμα, με το κεφάλι μεσ’ τις χούφτες και τα μάτια κλειστά, ανήμπορος να πιστέψει αυτό που είχε δει. Οι άλλοι μαστόροι, απόμερα, δεν έβγαζαν κουβέντα, τα κουδαρόπουλα έκλαιγαν, κι ο μαστρο-Κώστας ο Μπέκας, με λέξεις παρηγοριάς, καλόπιανε τον μαστρο-Γιώργη, προσπαθώντας να τον πείσει ν’ ανέβουν στο μουλάρι, να φύγουν για την Πράμαντα.

Καταισχύνη και ταπείνωσις
Τι είχε συμβεί; « … κατά το θέρος η μεγάλη γέφυρα κατασκευάσθη. Οι στηρίζοντες αυτή τύποι και ικριώματα αφαιρέθησαν. Προς στιγμή δε οι συγκεντρωθέντες χωρικοί την εκαμάρωναν. Αλλ’ όμως καθ’ ην ώραν υπό των εκπροσώπων των χωριών παρετίθετο εις τους μαστόρους γεύμα, εκκωφαντικός κρότος, σείσας τα πέριξ, επεσφράγισε  την καταστοφήν. Η νέα γέφυρα είχε μετατραπεί εις σωρόν λίθων. Το γεύμα διελύθη. Η έκπληξις μετετράπη εις απογοήτευσιν. Απελπισία αφάνταστος κατέλαβε τους πάντες, καταισχύνη δε και ταπείνωσις τους μαστόρους δια το ρεζιλίκι…»
Αυτή, δυστυχώς, ήταν η κατάληξη μιας μεγάλης για την εποχή προσπάθειας, που στοίχισε κόπο πολύ και από χρήματα χιλιάδες γρόσια. Προσπαθούσαν οι Τζουμερκιώτες να ξαναφτιάξουν το γεφύρι, όταν το παλιό, πριν τρία χρόνια, είχε κοπεί από το δυνατό φέρμα του Αράχθου. Αλλά …
Να τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή…
Στην πρόσκληση για το χτίσιμο του μοιραίου γεφυριού είχαν ανταποκριθεί, τότε, πέντε πρωτομάστοροι, κιοπρουλήδες. Κατάγονταν, αντίστοιχα από Ραφταναίους, Άγναντα, Σκλούπο, Κόνιτσα και Πράμαντα.
Προκρίθηκαν, αναλαμβάνοντας μαζί το έργο, ο μαστρο-Γιώργης απ’ την Κόνιτσα και ο μάστρο-Κώστας από Πράμαντα. Διαφώνησαν όμως στην κατάστρωση του τελικού σχεδίου: Ο μαστρο-Γιώργης ήθελε το γεφύρι αμπασωτό, με χαμηλωμένο τόξο, ενώ ο μαστρο-Κώστας το προτιμούσε στο μιρκέζι, ημικύκλιο, παρ’ όλο που έτσι θα σηκωνότανε πολύ ψηλά. Στη συνέλευση, για λόγους κόστους, προτιμήθηκε ο μαστρο-Γιώργης, βάρυνε η γνώμη του Γιάννη Λούλη που είχε βάλει τα λεφτά. Τα πράγματα όμως, τα είπαμε, εξελίχτηκαν άσχημα!

Αψηφώντας τη βαρύτητα    
Τρεις χρόνους άντεξαν οι Τζουμερκιώτες χωρίς γεφύρι, αποκλεισμένοι από τον έξω κόσμο. Μάζεψαν πάλι χρήματα και ξεκίνησαν νέα προσπάθεια. Άλλωστε πάντα πίστευαν πως «…γεοφύρι θα φκιάσεις, αν κάμεις αυτό το καλό»!
Ο Κώστας ο Μπέκας, μοναδικός διεκδικητής στη νέα ανάθεση – οι άλλοι το φοβήθηκαν – ρίχτηκε με πείσμα στη δουλειά. Του δινόταν τώρα η ευκαιρία να αποδείξει το δίκιο του αναδρομικά. Εξαντλημένοι οικονομικά τα Τζουμερκοχώρια, σ’ αυτόν είχαν εναποθέσει τις ύστατες ελπίδες τους. Το πάλεψε λοιπόν σκληρά ο Μπέκας τρεις ολάκερους μήνες και επιτέλους, Σεπτέμβρη του 1866, παρέδωσε στα Τζουμέρκα, και στην …ιστορία, ένα γεφύρι κόσμημα, ένα γεφύρι που το τεράστιο τόξο του αψηφούσε νόμους και βαρύτητα. Τα είχε καταφέρει!
Τα Τζουμέρκα είχαν πια το γεφύρι τους και καμαρώνανε, το ίδιο κι ο κιοπρουλής ο Κώστας Μπέκας. Τόσα γεφύρια είχε κτίσει – στο Σαραντάπορο, στην Καλεντίνη, στη Σαρακίνα – μα τούτο ήταν το καλύτερο. Όταν μια ομάδα τεχνικών, από το γαλλικό συνεργείο που κατασκεύαζε τον πορθμό της Κορίνθου, αντίκρισε το γεφύρι, ήταν τέτοια η έκπληξή τους που ζήτησαν να γνωρίσουν από κοντά τον κατασκευαστή του. Τιμητικά τότε, ο επικεφαλής τους, ο Κάλενεκ, δώρισε στον Μπέκα μια κορδέλα μέτρησης με δερμάτινη θήκη.
Κι όλο ρωτούσαν πως το έχτισε. Τι να τους πει κι αυτός! Για τη δουλεία ήλιο με ήλιο; Για τα τόσα πελεκήματα στο λιοπύρι; Για τα χιλιάδες αυγά που ρίξανε στο κουρασάνι; Ή για κείνη την αλαφροϊσκιωτη από το Μονολίθι, που οι κακιές γλώσσες πως, τάχα, τη στοίχειωσε στα θεμέλιο;
Απλά ένα παραμύθι ήτανε! Αν όμως το γεφύρι πνιγεί στα νερά του υδροηλεκτρικού θα είναι μια ιστορία πέρα για πέρα αληθινή!     

……………………………

Σύμφωνα με τη Νίτσα Συνίκη – Παπακώστα στο Λεύκωμα της «Πέτρινα Γεφύρια»  – Έκδοση Νομ. Αυτοδ. Ιωαννίνων (2002) -  το γεφύρι είναι το μεγαλύτερο σε μήκος μονότοξο πέτρινο γεφύρι στην Ήπειρο και ίσως και του βαλκανικού χώρου.
Το άνοιγμα του είναι 40μ, το ύψος του 19μ, και το πλάτος του 3,2μ.
Πρόκειται για ένα τολμηρό, ως προς την κατασκευή, γεφύρι, με ένα  μεγάλο τόξο και δυο πολύ μικρότερα βοηθητικά ανοίγματα. Έχει χτιστό προστατευτικό στηθαίο και το κατάστρωμά του αποτελείται από πλατύσκαλα με καλντερίμια.
Το όνομά του προήλθε από τις τεράστιες απόκρημνες πλάκες του βουνού, στο οποίο είναι θεμελιωμένο από τη μια μεριά.
Το να μπορέσει ένας πρωτομάστορας να γεφυρώσει ένα ποτάμι ήταν κατόρθωμα τα χρόνια εκείνα. Το να τολμήσει όμως να γεφυρώσει ένα ποτάμι σαν τον Άραχθο με ένα μόνο τόξο ήταν θαύμα.  

……………………………..
Είναι το μεγαλύτερο μονότοξο πέτρινο γεφύρι των Βαλκανίων, αλλά αποτελεί ιστορικό σύμβολο που έχει συνδεθεί με σημαντικά γεγονότα. Έχει συνολικό μήκος 61 μ., ύψος 21 μ. και δίνει την αίσθηση ότι αιωρείται πάνω από το νερό, αφού το άνοιγμα της καμάρας του είναι 40 μ. Τη γέφυρα που βλέπουμε σήμερα σχεδίασε και έχτισε ο πρωτομάστορας Κώστας Μπέκας, το 1866, αφού είχαν προηγηθεί δύο αποτυχημένες προσπάθειες. Το συνολικό κόστος ανήλθε στα 187.000 γρόσια, αστρονομικό ποσό αν σκεφτεί κανείς ότι το ημερομίσθιο της εποχής δεν ξεπερνούσε το ένα γρόσι. Ως κύριος χρηματοδότης αναφέρεται ο Ιωάννης Ζ. Λούλης. Τα υπόλοιπα χρήματα έδωσαν τα γύρω χωριά, ενώ πολλοί κάτοικοι διέθεσαν και προσωπική εργασία.
Όμως το γεφύρι θα το κλείσουν οι Τούρκοι το 1881, εγκαθιστώντας δίπλα του τελωνειακό σταθμό. Επίσης το 1943 οι Γερμανοί θα επιχειρήσουν ανεπιτυχώς να το ανατινάξουν, ενώ το 1944 στο οίκημα δίπλα στη γέφυρα, που σήμερα στέκει αναπαλαιωμένο, θα υπογραφεί παρουσία του Άρη Βελουχιώτη και του Ναπολέοντα Ζέρβα, η συμφωνία του ΕΛΑΣ με τον ΕΔΕΣ, πιο γνωστή ως Συμφωνία της Πλάκας.
……………………..
Από την ιστοσελίδα του παλιού Δήμου Πραμάντων

"Η Γέφυρα της Πλάκας έχει συνολικό μήκος 61μ. και ύψος 19.70μ.
Η μεγάλη καμάρα λεπτή και αέρινη έχει άνοιγμα 39μ.
Τη σχεδίασε και έχτισε ο μαστρο-Μπέκας στις αρχές του Ιουλίου του 1866. Εντατικά εργάστηκε το πολυπληθές συνεργείο και το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου έλαβαν τέλος οι εργασίες.

Στο έργο του Λαμπρίδη "Περί των εν Ηπείρω Αγαθοεργημάτων" του 1880 αναφέρεται ως κύριος χρηματοδότης ο Ιωάννης Ζ. Λούλης "εκ του χωρ. Κοτόρτσι της περιοχής Κατσανοχωρίων" με 38.000 γρόσια (σελ. 71). Αργότερα, ο Μελισσουργιώτης εκπαιδευτικός Νικόλαος Παπακώστας στο βιβλίο του "Ηπειρωτικά - Α Τόμος - Αθαμανικα" (σελ. 431) αναγράφει ότι η όλη δαπάνη του έργου ανήλθε σε 187.000 γρόσια, τα οποία διέθεσαν η Κοινότης Μελισσουργών (96,000γρ.) η Κοινότητα Πραμάντων (32.000 γρ.) και οι άλλες Κοινότητες (Άγναντα κ,λ.π.) 48.900 γρ. και ο φιλάνθρωπος I. Λούλης (κύριος χρηματοδότης) έδωσε 2.000 γρόσια ακόμη για την περάτωση του έργου. Αναγράφει ακόμη ότι οι κάτοικοι των γειτονικών προς την γέφυρα χωριών, μεταξύ των οποίων και οι Ραφτανίτες διέθεσαν την προσωπικήν τους εργασία, η δε Κοινότητα Αγνάντων προσέφερε ακόμη και την απαραίτητη για την κατασκευή του έργου ξυλεία (δοκοί και σανίδες).

Πρέπει να σημειωθεί ότι η γέφυρα λειτούργησε ευεργετικά για τους Τζουμερκιώτες από το χρόνο της κατασκευής της μέχρι το 1881 (15 χρόνια συνολικά), που τα περισσότερα χωριά της περιοχής απέκτησαν τη Λευτεριά τους, ύστερα από την προσάρτησή τους στο Ελληνικό Κράτος, σύμφωνα με τη Συνθήκη του Βερολίνου.

Από τη στιγμή, που τα σύνορα της Ελλάδας ορίστηκαν στον ποταμό Άραχθο, η επικοινωνία στις μεθοριακές περιοχές και η χρησιμοποίηση της γέφυρας έγινε προβληματική και σχεδόν αδύνατη. Οι Τούρκοι έκλεισαν ερμητικά τα σύνορα και η μέσω της γέφυρας διακίνηση ανθρώπων, ζώων και η μεταφορά τροφίμων και υλικών ουσιαστικά σταμάτησε. Οι κάτοικοι για λίγα χρόνια χάρηκαν το όμορφο γεφύρι τους. Τους εκδικήθηκαν οι τύραννοι, γιατί ήταν πια ελεύθεροι οι Τζουμερκιώτες. Ο αποκλεισμός αυτός και η οικονομική δυσκολία των ορεινών χωριών, εκφράστηκε με Δημοτικό τραγούδι (Ν. Παπακώστας), ως εξής:

Ανάθεμά σε 'Πιτροπή και συ βρε Κουμουνδούρε,
με το κακό που κάματε στην Άρτα, στα Τζουμέρκα,
το σύνορο που βάλατε στης Άρτας το ποτάμι,
Κλείστηκ' η Άρτα κλείστηκε, κλείστηκε το Τζουμέρκο.
Θα στηρηθή και το ψωμί . που νάβρει να δουλέψη;
Ο κάμπος έμ'νε στην Τουρκιά και τα καλά λιβάδια,
Το βιό όλο και χάνεται, σ' αγρίδια βοσκοτόπια.........

Στα χρόνια αυτά, που ο ποταμός Άραχθος ήταν το σύνορο (1881-1912), στην Πλάκα λειτούργησε τελωνειακός σταθμός (αντίστοιχος Τούρκικος στο Βροδό ) και στεγάστηκε μόνιμη στρατιωτική φρουρά στο Στρατώνα της.

Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκόσμιου Πολέμου (1939-1944) και την κατοχή της Ελλάδας από τις δυνάμεις του φασιστικο-ναζιστικού άξονα, η γέφυρα της Πλάκας διευκόλυνε σε μεγάλο βαθμό τους κατοίκους της άγονης και ορεινής περιοχής των Τζουμέρκων στις κινήσεις τους προς τα πεδινά και πλουσιότερα χωριά των κάμπων. Προς τα 'κει οι δυστυχούντες κάτοικοι ταξίδευαν με οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες (χειμώνα - καλοκαίρι) για να βρουν δουλειά και να προμηθευτούν τροφή (καλαμπόκι κατά κύριο λόγο) για να επιβιώσουν. Διευκόλυνση μεγάλη προσέφερε η γέφυρα και στις Αντιστασιακές Οργανώσεις και στα ένοπλα τμήματα του ΕΔΕΣ και του ΕΛΑΣ κατά την διάρκεια των αγώνων για την Εθνική αποκατάσταση της χώρας μας. 
Οι σκληροτράχηλοι και ανελέητοι Γερμανοί στρατιώτες κατά τις εκκαθαριστικές τους επιχειρήσεις στο χώρο των Τζουμέρκων (Οκτώβριος 1943) , για να εκδικηθούν την περιοχή και ν' αφήσουν περισσότερα ερείπια και συμφορές πίσω τους, προσπάθησαν , φεύγοντας προς τα Ιωάννινα, να ανατινάξουν το γεφύρι. Λίγο χαμηλότερα της καμάρας (προς το συνοικισμό της Πλάκας) άνοιξαν βαθιά τρύπα και τοποθέτησαν δυναμίτες. Αφού πέρασαν απέναντι στο "Βροδίτικο", πυροδότησαν το φυτίλι και αδιάφοροι πήραν τον ανήφορο.
Ευτυχώς η Γέφυρα δεν έπαθε σημαντική ζημιά. Τινάχτηκε ένα κομμάτι του κτίσματος, άνοιξε κάποιο χάσμα, αλλά η γέφυρα και κατά κύριο λόγο η καμάρα άντεξαν στην πίεση και τον κραδασμό.
Στο χάσμα σύντομα οι τεχνίτες τοποθέτησαν χονδρά ξύλα, κάρφωσαν σανίδες και η κίνηση κατοίκων , ανταρτών , φορτηγών ζώων συνεχίστηκε κανονικά. Αργότερα μετά την απελευθέρωση της Πατρίδας μας επισκευάστηκε κανονικά το ρήγμα της Γέφυρας με την χορήγηση κρατικού χρηματικού ποσού.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στον πέριξ της Γέφυρας χώρο και τον ευρύτερο του συνοικισμού της Πλάκας και των πλησίον της οικισμών, έλαβαν χώρα επανειλημμένα σκληρές συγκρούσεις των αντίπαλων ανταρτικών τμημάτων (ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ) κατά τη διάρκεια της καταστροφικής για την Ελλάδα εμφύλιας διαμάχης.
Εκεί κοντά στη Γέφυρα βρίσκεται και το σπίτι, όπου στις αρχές του 1944 έγινε η συνάντηση των αντιπροσώπων των αντιστασιακών Οργανώσεων (ΕΔΕΣ ΕΛΑΣ - ΕΚΚΑ) και του Άγγλου σύνδεσμου.
Στη σύσκεψη συζητήθηκαν διάφορα θέματα και επιδιώχθηκε η Ενότητα και η Συνεργασία των ανταρτών. Στη συνέχεια υπογράφηκε η περιβόητη "Συμφωνία της Πλάκας", που δυστυχώς πολύ σύντομα παραβιάστηκε.
Αυτό το σπίτι με τελευταία απόφαση της αρμόδιας υπηρεσίας χαρακτηρίστηκε "Διατηρητέο Μνημείο". Θα παραμείνει ανέπαφο, να θυμίζει σκληρά και απαράδεκτα γεγονότα και να φρονηματίζει, όσο είναι δυνατό, τις νεότερες γενιές.
Σήμερα το αρχιτεκτονικό μεγαλούργημα, η θαυμαστή και στέρεα Γέφυρα της Πλάκας είναι, κατά κάποιο τρόπο, Αρχαιολογικό μνημείο, γιατί σπάνια πια τη διαβαίνουν άνθρωποι και φορτηγά ζώα.



Προβολή μεγαλύτερου χάρτη

Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2012

Για τέσσερις οκάδες τσίπουρο


Γράφει ο Γεώργιος Φλώρος στο ένθετο «επτά ημέρες» της Καθημερινής (Κυριακή 22 Μαΐου 2005)
Εκείνο τον καιρό σαν μέσιαζε ο Αη Δημήτρης με τα πρωτοβρόχια του, οι κάτω μαχαλάδες του χωριού μας τις νύχτες έπαιρναν ζωντάνια. Εκεί, αλάργα και απόμερα από το μεσοχώρι, στα χωράφια και σιμά στ’ αυλάκια που διάβαινε το νερό, στήνονταν σκηνικό νυχτερινής λαθραίας απόσταξης.
Η νόμιμη απόσταξη στοίχιζε ακριβά, καθώς η εξουσία αξίωνε το μερτικό της σε φόρο. Παράλογη απαίτηση από κείνους που πάλευαν να γεμίσουν όλο κι όλο μια νταμτζάνα τσίπουρο, για να ξεχειμωνιάσει η φαμελιά τους και όχι για εμπόριο. Κίντυνος για προδοσιά δε φτούραγε, αφού όλοι οι συγχωριανοί μας για ένα μήνα παρανομούσαν. Τη μέρα δεν ξαποφάσιζε κανένας να βγάλει τσίπουρο μήτε στο μακρινότερο λαγκάδι. Τον πρόδωνε ο καπνός της φωτιάς και η μυρωδιά της σιαμούτας. Έτσι και πιάνονταν ο παραβάτης, πέρα από το πρόστιμο και την κατάσχεση (του ρακοκάζανου και του λουλά που κόστιζαν μια περιουσία), υποχρεωνόταν με τη συνοδεία της εξουσίας να κουβαλήσει στη ράχη του τα σύνεργα, από το χωριό ίσαμε την Άγναντα στο Ειρηνοδικείο.
Όλο κι όλο το συγκυριό, τέσσερα λιθάρια για πυροστιά. Πάνω τους απιθωμένο το ρακοκάζανο. Σαν το γιόμωναν με τσίπρα, το κούπωναν και σφράγιζαν τις ραφές με ρετζοπάνια ποτισμένα  με λάσπη από στάχτη για να μην παίρνει ανάσα και χάνεται το σπίρτο (οινόπνευμα).
Το νερό από τ’ αυλάκι, απ’ τη μια μεριά γιόμωνε την κουρίτα κι από την άλλη έφευγε λεύτερο για το λαγκάδι. Όλο το βράδυ κράταγε κρύο το λουλά, που φασκιωμένος με λινάτσα ήταν βαφτισμένος στην κουρίτα.
Ο λουλάς προέκταση του καπακιού, δέχονταν τους ατμούς που ‘ρχονταν απ’ τα σωθικά του ρακοκάζανου και τους κρύωνε σε στάλες. Στη γούλη του έδεναν κλωστή σπάγκου, για να βρίσκουν το δρόμο τους για τη νταμτζάνα οι σταλαματιές του τσίπουρου.
Σαν έπαιρναν την πρώτη χόχλη τα τσίπρα, αμπούριαζε ο λουλάς και έτρεχαν από τον σπάγγο οι πρώτες σταλαματιές, το «πρωτοστάλαμα». Σκέτο σπίρτο δεν γλωσσιάζονταν. Ήταν χρειαζούμενο σαν γιατρικό για εντριβές και «κούπες»  τον χειμώνα.
Ακολούθαγε το τσίπουρο. Η ποιότητά του, όπως και του κρασιού, είχε να κάνει με την καλή ή την άσχημη χρονιά, με το σόι του σταφυλιού, το άργασμα (ζύμωση) των τσίπρων και τη μαστοριά του βγάλτη.
Ο βγάλτης αδιάκοπα άδραζε το ρακογυάλι. Το γιόμωνε από τον λουλά, το χούφτιαζε στις παλάμες του και το χτύπαγε με δύναμη στο γόνατό του και μέτραγε τον άλυσο (φυσαλίδες). Σαν άρχιζε να  αραιώνει ο άλυσος σκόρπαγε τη φωτιά και σταμάταγε την απόσταξη. Από ‘κει και ύστερα έβγαζε σιαμούτα, τσίπουρο αλαφρύ και με βαριά μυρωδιά.
Στα Τζουμέρκα εκείνα τα χρόνια τα χωριά ήταν γεμάτα ζωή και ας μην είχε φτάσει ακόμα εκεί το «ληχτρικό» ράδιο και τηλεόραση. Συγγενείς, φίλοι και γειτόνοι μαζεύονταν αντάμα, παρεούλες στα σπίτια τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Στα γιορτάσια και στον χαμό ακόμα. Στις χαρές, εκεί περαστά στη φωτιά του τζακιού, με ντόπια καρύδια και πασμάδες (ξερά σύκα με μέλι), το τσίπουρο λεφτέρωνε τις ψυχές τους από τις έννοιες και τις πίκρες της ζωής και έστηναν γλέντι τρικούβερτο. Στον χαμό, το τσίπουρο γίνονταν βάλσαμο στις λυπημένες ψυχές.
Σαν διάβηκαν τα χρόνια, λιγοστός ο τόπος, οι άνθρωποι πολλοί, δεν χώραγαν όλοι. Έτσι σκορπίστηκαν στα τρία ανέμια να καζαντίσουν. Στα κατώγια των σπιτιών δεν βλέπεις πλέον τον τάλαρο (κάδος) γιομάτο με τσίπρα από σταφύλια. Λιγοστοί μερακλήδες που απόμειναν στα χωριά βγάζουν τσίπουρο από σταφύλια του εμπορίου και σπάνια από δικά τους. Η απόσταξη γίνεται ανενόχλητα μέσα στα σπίτια, που είναι άφθονο το νερό. Δεν έχει τη γραφικότητα του τότε, ούτε τη γλύκα της αθώας παρανομίας.
Το σημερινό τσίπουρο αισθανόμαστε πως δεν έχει τη γεύση του τότε. Να ‘ναι στ’ αλήθεια έτσι ή από το διάβα του χρόνου να ΄χουμε την ψευδαίσθηση εμείς που τότε το γευτήκαμε στο ρακογυάλι από τη γούλη του  λουλά, εκεί στην ξερολιθιά;  
(Ο Γιώργος Φλώρος κατάγεται από το χωριό Κτιστάδες των Τζουμέρκων. Είναι συνταξιούχος διευθυντής της Αγροτικής Τράπεζας. Ασχολείται από χρόνια με τη λαογραφία και τη ζωγραφική)    

………………………………………….
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ από το Ηρακλειώτικο blogspot "busy bee"

Κάθε χρόνο τέτοια εποχή(Οκτώβρη με Νοέμβρη) η καρδιά της Κρήτης κτυπά στα ρακοκάζανα.

Η παραγωγή της τσικουδιάς (ρακής) ή του τσίπουρου όπως ονομάζεται σε άλλες περιοχές, χάνεται στο βάθος του χρόνου, καθώς λέγεται πως ξεκίνησε τον 14ο αιώνα στο Άγιο Όρος από μοναχούς που διαβιούσαν εκεί και με τα χρόνια εξαπλώθηκε στην Κρήτη, τη Μακεδονία, Ήπειρο και Θεσσαλία.
Πρώτη ύλη για την παραγωγή αποστάγματος είναι τα στράφυλα, δηλαδή η μάζα που απομένει μετά την συμπίεση του σταφυλοπολτού, για την παραγωγή κρασιού.
Αυτή η μάζα αποτελείται από τους φλοιούς των σταφυλιών και τα κουκούτσια, ενώ περικλείει και κάποιο ποσοστό αζύμωτου μούστου.

Για να ξεκινήσουν τα καζανέματα, πρέπει να έχουν ωριμάσει τα στράφυλα που φυλάσσονται για αρκετό καιρό σε πλαστικά δοχεία. Στη συνέχεια, όταν έρθει η ώρα της απόσταξης, θα μπουν στο καζάνι μαζί με μαραθιές, ή άλλο βότανο για να δώσει άρωμα που θα τοποθετηθεί από πάνω, καθώς και νερό ή κρασί για να εξαχθεί μεγαλύτερη ποσότητα ρακής.
Tο καζάνι θα κλειστεί με το καπάκι που καταλήγει στο νουλά και θα γίνει επίχρισμα, δηλαδή σφράγισμα στην ένωση με ζύμη για τυχόν απώλειες ατμού.
Ο νουλάς περνάει από δοχείο με κρύο νερό που βοηθάει να υγροποιηθεί η ρακή και να τρέξει στο λαήνι.
Μετά από αυτή τη διαδικασία, όλα είναι έτοιμα για να ανάψει η φωτιά κάτω από το καζάνι, είτε με ξύλα, ή με υγραέριο, για να ξεκινήσουν τα καζανέματα και μαζί με αυτό και το γλέντι από την παρέα που έχει συγκεντρωθεί για να δοκιμαστεί η ρακή.
Το πρώτο λαήνι ρακής, το πρωτοράκι (η πρωτόρακι) όπως λέγεται, περιέχει τη μεγαλύτερη ποσότητα οινοπνεύματος και για το λόγο αυτό αποφεύγεται η δοκιμή της, παρά μόνο από τους πολύ τολμηρούς.

Παρά το γεγονός της σύγχρονης τεχνολογίας που έχει περάσει και στην απόσταξη, αρκετοί είναι ακόμα εκείνοι που παραμένουν πιστοί στην παράδοση και αναβιώνουν παλιές καλές εποχές με το χάλκινο σκεύος, τα καυσόξυλα για τη φωτιά, τον καζανάρη με την δεξιότητα και τις βεγγέρες με καλό μεζέ και τη φρέσκια ρακή.

Τα τέσσερα μυστικά της καλής τσικουδιάς
1) Τα στέμφυλα να είναι «σύγκρασα»: μαζί με μούστο μένουν σε βαρέλι για τουλάχιστον έναν μήνα σε σκιερό και δροσερό μέρος όπου ζυμώνονται και πρέπει να ανακατεύονται πριν αρχίσει η διαδικασία της απόσταξης.
2) Αφαιρούνται υποχρεωτικά τα κοτσάνια των σταφυλιών για να μην μπει μέσα στο ποτό το ξυλόπνευμα.
3) Οι μερακλήδες προσθέτουν κατά τη ζύμωση φρούτα (συνηθίζεται στα δυτικά της Κρήτης), όπως κυδώνια, για να δώσουν ιδιαίτερο άρωμα στην τσικουδιά τους. Άλλοι προσθέτουν σύκα, κάνοντας ιδιαίτερα γλυκόπιοτη ρακή.
4) Τα καζάνια στήνονται υποχρεωτικά σε ανοικτούς χώρους με πρόχειρες στέγες για προφύλαξη από τον καιρό.

Η τσικουδιά, σύμφωνα με απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, είναι προϊόν προστατευόμενης γεωγραφικής ένδειξης - «τσικουδιά Κρήτης».