Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 6 Αυγούστου 2011

Τα τραγούδια του παραδοσιακού ηπειρώτικου γάμου περί το 1800


Τα τραγούδια του παραδοσιακού Ηπειρωτικού γάμου περί το 1800...

Γράφει ο ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ* στον ΠΡΩΪΝΟ ΛΟΓΟ της 5ης Αυγ.2011.

Με ιδιαίτερη ικανοποίηση θα παρουσιάσουμε στο αξιότιμο κοινό και τους αναγνώστες της εφημερίδας «Πρωινός Λόγος» τα τραγούδια του παλαιού παραδοσιακού Ηπειρώτικου Γάμου της περιόδου 1800 και νωρίτερα. Η Συλλογή των τραγουδιών αυτών που κάνουμε, οφείλεται κατ’ αρχήν στη μνημειώδη εργασία του Φιλέλληνα Γάλλου συγγραφέα Κλαύδιου Φωριέλ, η πρώτη Συλλογή των Ελληνικών Δημοτικών Τραγουδιών, δημοσίευσε στο Παρίσι κατά τα έτη 1824 - 1825 σε δυο τόμους, καθώς και στα ανέκδοτα Αρχεία αυτού που βρίσκονται στη Βιβλιοθήκη στο Παρίσι Academie des Inscriptions, (πάνω από 10.000 σελίδες χειρόγραφες).

Τα τραγούδια αυτά καθώς αναφέρει ο συγγραφέας Φωριέλ, του είχαν δοθεί μεταξύ άλλων από τον Ηπειρώτη Χριστόδουλο Κλωνάρη ο οποίος απεκαλείτο κοινώς Ζαγορίτης και διέμενε τότε στο Παρίσι για σπουδές. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι το έργο του Κλαύδιου Φωριέλ είχε τόση σημασία και απήχηση για την κατάρτιση της Ελληνικής Ιστορίας και της Ελληνικής Κοινωνιολογίας, ώστε η Ακαδημία Αθηνών του απένειμε, μετά θάνατο βέβαια, το χρυσό μετάλλιο, για προσφερθείσες υπηρεσίες και εργασίες.

Χάριτες των τραγουδιών αυτών του Γάμου οφείλονται στη συνέχεια στους μετέπειτα ξένους περιηγητές που είχαν επισκεφτεί αργότερα την Ελλάδα, τον Γερμανό Τhomas King το 1835, τον Ιταλό Νικόλαο Thomaseo το 1842, τον Γάλλο Συγγραφέα Κόμητα de Marcellus το 1851 και άλλοι στη συνέχεια.

Από ελληνικής πλευράς ο κότινος της δάφνης ανήκει κατ’ αρχή στον συγγραφέα Γεώργιο Ευλαμπίου, βιβλίο το οποίο δημοσιεύτηκε όμως στην Πετρούπολη της Ρωσίας το 1843, στον Σωτήριο Ζαμπέλιο στην Κέρκυρα το 1852, στον Ηπειρώτη Συγγραφέα Γεώργιο Χασιώτη στην Αθήνα το 1866, στον Ηπειρώτη Λόγιο από την Πάργα Παναγιώτη Αραβαντινό το 1880, καθώς και σε πολλούς άλλους συγγραφείς μεταγενέστερα, οι οποίοι λίγο ή πολύ επαναλαμβάνουν αλλά και πολλές φορές αλλοιώνουν τα πρωτότυπα λόγια των τραγουδιών.

Τα λόγια όμως αυτών των τραγουδιών του γάμου που γίνονταν με προφορική μετάδοση από γενεά σε γενεά κατά το πέρασμα του χρόνου, αλλοιώθηκαν ως ήταν φυσικό λίγο ή πολύ και πολλοί από αυτούς τους στίχους απαντούνται σε παραλλαγές ή καλύτερα σε συμφυρμό σήμερα μέσα στους στίχους των άλλων Δημοτικών μας Τραγουδιών συγκριτικά με εκείνα τα λόγια που είχαν πρωτοστιχουργηθεί και πρωτοτραγουδηθεί τον 17ο, 18ο και 19ο αιώνα. Επίσης και οι μελωδίες των τραγουδιών αυτών διασώθηκαν, αν όχι στο ακέραιο, τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος αυτών χάρη στην προνοητικότητα και την επαγγελματικότητα διαχρονικά των Οργανοπαιχτών της Ηπείρου. (Βλέπε σχετικό άρθρο μου εφημερίδα «Πρωινός Λόγος» 17 Δεκεμβρίου 2009, με τίτλο Κλαρίνο: Το βασικό όργανο της δημοτικής μας παράδοσης. Η ιστορία του κλαρίνου και οι πρώτοι Ηπειρώτες κλαρινοπαίχτες).

Έτσι, σχετικά μπορούμε να παρουσιάσουμε σήμερα τη μορφή των τραγουδιών αυτών στα λόγια, τουλάχιστον όπως ακριβώς ετραγουδόντο στις πόλεις και κυρίως στα χωριά της Ηπείρου, στην πρώτη τους και αρχική μορφή, όπου το έθιμο και η ιεροτελεστία του γάμου έπαιρνε μια ιδιαίτερη χαρακτηριστική όψη και μια περίλαμπρη πανηγυρική αίγλη.

Την περίοδο αυτή, δηλαδή περί το 1800, τα τραγούδια αυτά ετραγουδούντο με το στόμα, εναλλακτικά, πότε από τους άντρες και πότε από τις γυναίκες, οι οποίες είχαν και το προβάδισμα σ’ αυτό τον τομέα των Νυφιάτικων Τραγουδιών. Μετά την ανακάλυψη όμως του Φωνόγραφου από τον Αμερικανό Θωμά Έντισον περί το 1880 και την ηχογράφηση στη συνέχεια των Ελληνικών Δημοτικών Τραγουδιών σε δίσκους 78 στροφών, που βασικά αρχίζει από το έτος 1910 και μετέπειτα, πολλά από τα τραγούδια αυτά αλλοιώθηκαν αναφορικά με την πρώτη σύνθεσή των, που πολλές φορές οφείλονταν είτε σε συντμήσεις, είτε προσαρμοσμένα στα κοινωνικά έθιμα και συνήθειες της εποχής, είτε στην επινοητικότητα πολλές φορές των οργανοπαιχτών. Για παράδειγμα, όποιος παρευρεθεί σήμερα σε γάμο θα διαπιστώσει ότι, οι οργανοπαίχτες έχουν επινοήσει ξεχωριστά τραγούδια για τους γονείς τόσο της νύφης όσο και του γαμπρού, καθώς και για τα αδέλφια ή κουνιάδια αυτών με τα κάτωθι λόγια:

Ποιος τον κάνει αυτόν τον Γάμο τον τρανό και τον μεγάλο;

Ο πατέρας μου τον κάνει ή η μητέρα μου ή τα αδέλφια μου ή τα κουνιάδια μου τον κάνουν ανάλογα με το ποιος σέρνει πρώτος το χορό για να φιλοδωρήσει πλουσιοπάροχα τους Οργανοπαίχτες. Αυτά όμως είναι πρόσφατες προσθήκες και δεν αποτελούσαν μέρος του αυθεντικού παραδοσιακού ηπειρώτικου γάμου της περιόδου περί το 1800 και νωρίτερα. Αυτά είναι δείγματα εκσυγχρονισμού και εποχής.

Ωστόσο το πρωτότυπο παραμένει πάντοτε ανεξίτηλο από το πέρασμα του χρόνου στην περίπτωση που καθίσταται γνωστό, πράγμα το οποίο προσπαθούμε στο παρόν άρθρο μας να παρουσιάσουμε.

Σε αδρές και γενικές γραμμές ο Ηπειρώτικος παραδοσιακός γάμος ήταν και ο παραδοσιακός γάμος που απαντάτο και στις άλλες γεωγραφικές περιοχές της Ελλάδας, Θεσσαλία, Μακεδονία, Πελοπόννησο, Νησιά κλπ. Ωστόσο στις λεπτομέρειες όμως οι διαφορές ήταν πολλές. Και τούτο το φαινόμενο των διαφορών παρουσιαζότανε όχι μόνο μεταξύ των τεσσάρων Νομών στην Ήπειρο, Ιωαννίνων, Άρτας, Πρέβεζας, Θεσπρωτίας, αλλά οι λεπτομέρειες του πανηγυρισμού του γάμου ήταν διαφορετικές και αισθητές πολλές φορές και μεταξύ των πιο κοντινών χωριών μέσα στο ίδιο Νομό.

Τα 18 αυτά Γαμήλια ή Νυφιάτικα Παραδοσιακά Τραγούδια του παραδοσιακού Ηπειρώτικου γάμου περί το 1800 που θα καταχωρηθούν αμέσως πιο κάτω, προϊόν των πρώτων Συλλογών των Δημοτικών Τραγουδιών που προαναφέραμε, δηλαδή από την αρχή που γίνονταν το προξενιό ή το συνοικέσιο του γάμου μέχρι την οριστική εγκατάσταση της νύφης στο σπίτι της πεθεράς και του γαμπρού, είναι τα κάτωθι:

Τραγούδι σε αρραβωνιασμένο

Σαν κίνησε ο νιούτσικος να πάει ν’ αρραβωνιάσει

ούτε τα ρούχα του έβαλε ούτε ζωνάρι εζώστη

κι η Μάνα του του φώναζε κι η Μάνα του του λέει.

Γύρισε πάρ’ το ρούχο σου ζώσου και το ζουνάρι

και σύρε ν’ αρραβωνιαστείς την ακριβή την Κόρη.

Γύρεψε βόδια στο ζυγό γελάδια στην αγέλη

μούλαις φοράδες κι άλογα κι ασέλλινο πουλάρι.

Εκεί που πάνω Μάνα μου εγώ ν’ αρραβωνιάσω

ούτε για ρούχο με ρωτάν ούτε και για ζουνάρι

εκεί τηράν τα νειάτα μου τηράν την ομορφιά του

κι εγώ τα πλούσια τα προικιά στον νου μου δεν τον έχω

τον έχω για της λυγερής τα μάτια και τα φρύδια.


Όταν πηγαίνει ο γαμπρός στο σπίτι της νύφης

Μου μήνυσεν η λυγερή να πάω ν’ αρραβωνιάσω

πριν κατεβάσει ο ποταμός και τρέξουν τα λαγκάδια.

Εγώ θα πάω να τη βρω κι αν βρέξει και χιονίσει

και κατεβάσει ο ποταμός και σύρουν τα λαγκάδια

στο δαχτυλίδι μου πατώ στον κρίκο του περνάω.


Την παραμονή του γάμου

Τραγουδείται στο σπίτι της νύφης την παραμονή του γάμου, ενώ οι κοπέλες την χτενίζουν και της πλέκουν τα μαλλιά:

Από τα τρίκορφα βουνά

Γεράκι έσυρε λαλιά.

Πάψτε αέρες πάψετε

απόψε κι άλλην μια βραδυά.

Αγώρου γάμος γένεται

Κόρη ξανθή παντρεύεται.


Το Σάββατο όταν κοσκινίζουν τ’ αλεύρια για τα ψωμιά του γάμου

Τρισεύγενη στο γάμο σου στα αρρεβωνίσματά σου

τα χιόνια αλεύρια να γενούν και τα πουλιά ποτήρια

κι η θάλασσα γλυκό κρασί και τα καράβια κούπες

τα κύματα γριβόλογα να ρθουν οι συμπεθέροι


Όταν πηγαίνουν να πάρουν τη νύφη

Αυτό τ’ αστέρι το λαμπρό που πάει κοντά στην Πούλια

αυτό μου φέγγει κι έρχομαι κόρη μέσ’ στην αυλή σου.

Χτυπώ τη θύρα δυο φορές το παραθύρι πέντε

σήκω ν’ αλλάξεις κόρη μου να βάλεις τ’ άρματά σου

γιατ’ ήρθαν να σε πάρουνε πεζούρα και καβάλα.

Χίλιοι έρχονται καβαλαριά κι άλλοι χίλιοι πεζούρα

ξήντα μουλάρια κουβαλούν σιτάρι για το γάμο.


Ο στολισμός της νύφης

Ντύσου στολίσου λυγερή ντύσου στολίσου κόρη

για να φανείς μπρος στον γαμπρό κήπος και περιβόλι.

Όλα τ’ αηδόνια ζήλεψαν κι επέταξαν κοντά σου

κι όλα λαλούσαν κι έλεγαν χαρά στην ομορφιά σου.

Έχεις μαλλιά τετράξανθα στις πλάτες σου ριμμένα.

Άγγελοι σου τα χτένισαν με τα χρυσά τα χτένια.


Το ξύρισμα του γαμπρού

Φέρτε ξυράφια διαλεχτά μέσα από την Ολλάνδα

να ξουριστούν χρυσά μαλλιά με τέτοια ομορφάδα

Γύρισμα

Σήμερα ο νιος ξυρίζεται

το βράδυ αρραβωνίζεται.

Πόσο σου πρέπει ξύρισμα με γεια σου και χαρά σου

και στα γεντσουρια σου με γιο να χαίρεται η καρδιά σου.


Στον προξενητή

Ποιος ήταν ο προξενητής που νάχει φάει κανέλλα

π’ αντάμωσε χρυσό αετό με τέτοια περιστέρα

Γύρισμα

Ήλιος ήταν Προξενητής

αυγερινός στεφανωτής.

Αξίζεις Κυρ Ποξενητή φλωριά με το καντάρι

π’ αντάμωσες μια τέτοια νια με τέτοιο παλληκάρι.



Την ώρα που εγκαταλείπει η νύφη το πατρικό της σπίτι

Πρώτο τραγούδι:

Σειστήτε όρη και βουνά περβόλια και τα δάση

σήμερα τη Μανούλα της η Νύφη θα τη χάσει.

Μα από χαρά τα δάκρυα κι απ’ τη χαρά τους κλαίουν

κάθε γονιού ν’ αξιώνει ο Θιος παιδιά τους να παντρεύουν.

Κλαίνε απαρηγόρητα και τα πουλιά στα δάση

κλαίει και τούτη η γειτονιά την κόρη που θα χάσει.

Δεύτερο τραγούδι:

Αφήνω γεια στη γειτονιά και γεια σοτυς εδικούς μου

αφήνω και στη μάνα μου τρια υαλιά φαρμάκι

τόνα να πίνει το ταχύ τ’ άλλο το μεσημέρι

το τρίτο το πικρότερο τις πίσημες ημέρες.


Όταν πηγαίνουν τη νύφη καβάλα στο άλογο συνοδεία των μουσικών οργάνων στην εκκλησία για τη στέψη

Νεραντζούλα φουντωμένη πούναι τ’ άνθη σου

πούναι η πρώτη σου ομορφάδα και τα κάλλη σου

φύσηξε βοριάς, αέρας και τα τίναξε

και με τις βροχές ο Νότος τ’ αποχάλασε.

(Παρατήρηση για τους ειδήμονες: Διάφορες πρόσφατες Συλλογές αναφέρουν στη συνέχεια των ανωτέρω στίχων και τους εξής: Κίνησαν τα καράβια τα Ζαγοριανά κίνησε κι ο καλός μου να πάει στην ξενιτειά κλπ. Οι στίχοι αυτοί δεν αποτελούσαν συνέχεια αυτού του τραγουδιού. Αυτούς τους στίχους ο Λόγιος Φωριέλ με τίτλο, ο Μαγευμένος, τους αναφέρει ως αυτόνομο τραγούδι του ιδιωτικού βίου και όχι ως τραγούδι του γάμου).


Πριν μπουν στην εκλησία για τη στέψη

Στα πρόθυρα της Εκκλησιάς σ’ αυτό το Άγιο Βήμα

στέκουν δυο βέργια και κλωνιά σφιχτοπερδικλωμένα

μέσ’ στην κορφή στέκει η ελιά με τα χρυσά τα φύλλα

και πάνω στα ξωκλώναρα αετός μαργαριτάρι

να τα βλογήσει ο παππάς να γίνουνε ζευγάρι.

Δεύτερο τραγούδι

Εκκλησιά μου κουκλωτή κουκλωτή καμαρωτή

μύρια δέχεσαι κεριά τη Μεγάλη Πασχαλιά

δέξου και τα νιόγαμπρα και τα πρωτοστέφανα

βλόγησέ τα χάρισέ τα για ν’ ανθίσουν να καρπίσουν

πέντε γιους και θυγατέρα γρήγορα για ν’ αποχτήσουν.

*

Στην πλατεία του χωριού μετά τα στέφανα στο χορό των νεονύμφων

Πρώτο τραγούδι

Σήμερα είν’ άσπρος ουρανός σήμερα είν’ άσπρη μέρα

σήμερα ανταμωθήκανε αετός και περιστέρα.

Πόσω σας πιάνει ο χορός με γεια σας και χαρά σας

και στα γεντσούρια σας με γιο να χαίρεται η καρδιά σας.

Πόσ’ όμορφη είσαι στο χορό σαν το μαργαριτάρι

σαν τη Μαΐσια τη δροσιά που πέφτει στο χορτάρι.

Όσοι είστε φίλοι και δικοί τώρα να μας χαρείτε

και των παιδιών σας τις χαρές να ζήσετε να ιδείτε.

Με γεια και στο κουμπάρο μας πώβαλε τη φροντίδα

και έβαλε τ’ αντρόγυνο να φέρουν μία γύρα.

Δεύτερο τραγούδι

Εμπάτε αγόρια στο χορό κοράσια στα τραγούδια

να ιδήτε και να μάθετε πως πιάνεται η αγάπη

από τα μάτια πιάνεται στα χείλια κατεβαίνει

κι από τα χείλια χύνεται και στην καρδιά ριζώνει.


Όταν υποδέχεται η πεθερά τη νύφη

Η πεθερά σου σήμερα στους δρόμους καθαρίζει

τους στρώνει με τριαντάφυλλα, με ρόδα τους γεμίζει

τους στρώνει για τη νύφη της να σκύφτει να τα πάρει

κι αφού τα γλυκομυριστεί στον κόρφο να τα βάλει

να τα μαζών’ στον κόρφο της και στο προσκέφαλό της

και να τα δίνει στο γαμπρό να μυριστεί ο καλός της.

Άλλο τραγούδι:

Νύφη μου ξάστερο νερό και ξέλαμπρο φεγγάρι

το ταίρι σου είναι ζηλευτό κι όμορφο παλληκάρι.

Στο σπίτι τα πεθερικά στη γειτονιά οπούρθες

σαν κυπαρίσσι να σταθείς σαν πρίνος να ριζώσεις

και σαν γλυκιά γλυκομηλιά ν’ ανθίσεις να καρπίσεις

υγιούς εννιά ν’ αξιωθείς και μια γλυκομηλίτσα.

Τρίτο τραγούδι:

Έβγα Κυρά και Πεθερά για να δεχτείς την πέρδικα

για να δεχτείς την πέρδικα που περπατεί λεβέντικα.

Γυρίσματα

Για ιδέστε την για ιδέστε την ήλιο φεγγάρι πέστε την.

Για ιδέστε την πως περπατεί σαν άγγελος με το σπαθί

Αυτού που ζύγωσες να μπεις ήλιος, φεγγάρι να φανείς.

Έβγα Κυρά και πεθερά για να δεχτείς την πέρδικα

για να τη βάλεις στο κλουβί σαν το πουλί να κελαϊδεί.


Η τελευταία πράξη των εορτών του γάμου. Μετά την εγκατάσταση της νύφης στο σπίτι του γαμπρού και της πεθεράς, η μετάβαση της νύφης στη βρύση με την βαρέλλα για να μεταφέρει το κρύο νερό

Βρύση μου μαλαματένια και κρυστάλλινο νερό

να φιλούσα την ελιά σου και τον άσπρο σου λαιμό.

Βρύση μου μαλαματένια και κρυστάλλινο νερό

να φιλούσα την ελιά σου και τον άσπρο σου λαιμό.

Βρύση μου μαλαματένια αγαπάς με ως σ’ αγαπώ

να μην τρέχουν σαν τη βρύση τα ματάκια μου τα δυο.

Μια μαλαματένια βρύση θε να βρω να πιω νερό

για να σβήσουνε οι φλόγες που με καίν’ τόσον καιρό.

Βρύση μου μαλαματένια έχω λόγια να σου ειπώ

κύλα το το κρυόνερό σου για να δροσιστώ και γω.

Κλείνουν τα τραγούδια αυτά αναγγέλοντας διά βοής από τον κουμπάρο:

Να μας ζήσουν να μας ζήσουν

και να πολυτεκνοποιήσουν!

Γεια σας συμπεθέροι και όλοι οι φίλοι οι καλοί.

Ευχαριστούμε πολύ που ήρθατε. Και στων παιδιών σας!


Ομοίως, θα πρέπει ν’ αναφέρουμε ότι στα γαμήλια τραγούδια συμπεριλαμβάνονταν και ο Εθνικός Ύμνος της Γαλλίας η γνωστή Μασσαλιώτιδα του 1789 (βλέπε «Ηπειρωτική Εστία», Οκτώβριος 1963, άρθρο του Δημ. Σαλαμάγκα). Αν και ο Ύμνος αυτός είναι καθαρά ένα επαναστατικό εμβατήριο, χωρίς να εννοούν τα λόγια αυτού του Ύμνου οι Ηπειρώτες Οργανοπαίχτες το έπαιζαν ως τραγούδι του γάμου, ιδιαίτερα στα Γιάννενα. Οι δε Τούρκοι αγράμματοι εντελώς άφηναν να παίζεται από τους Οργανοπαίχτες, διεγείροντας και υποθάλποντας στη χόβολη της σκλαβιάς κατ’ αυτό τον τρόπο το αίσθημα της ελευθερίας που τελικά θα έρθει στις 21 Φεβρουαρίου 1913.

Αναλύοντας δε κανείς τους ανωτέρω στίχους των τραγουδιών του γάμου που εκθέσαμε, δύναται να εξάγει και σημαντικά λαογραφικά αποτελέσματα. Αν και τούτο δεν αποτελεί αντικείμενο του παρόντος άρθρου μας, για παράδειγμα, τα κύρια πρόσωπα πλην των νεονύμφων, ήταν ο προξενητής, ο κουμπάρος καθώς και η καλή ή κακή πεθερά! (Κυρά πεθερά στους στίχους). Η έκφραση, πεζούρα και καβάλα, σημαίνει ότι τα μέσα διακίνησης αλλά και κοινωνικής επίδειξης ήταν τα άλογα.

Οι εκφράσεις, τα χιόνια αλεύρια να γινούν, καθώς και ξήντα μουλάρια, κουβαλούν σιτάρι διά το γάμο, υποδηλώνουν ότι ένα από τα κύρια φαγητά του γάμου, ίσως αυτό να φαίνεται απίστευτο σήμερα, ήταν το σκέτο ψωμί. Τούτο δεν πρέπει να μας εκπλήσσει γιατί σε μια κατεχόμενη χώρα τότε τον 17ο, 18ο και 19ο αιώνα που τα μισά ή και περισσότερα από τα οικογενειακά εισοδήματα παγαίνανε ως χαράτσι δηλαδή ως φόροι στις οθωμανικές Αρχές, οι κάτοικοι της τότε γενέτειρας γης μας υπέφεραν πολύ από ασιτία και από στέρηση τροφών. Ο δε γάμος ο οποίος διαρκούσε αρκετές ημέρες, αποτελούσε ένα πόλο έλξης για χαρά και διασκέδαση, αλλά και για να φάει κανείς ως προσκαλεσμένος στο γάμο. Τέλος ο θεσμός του δαχτυλιδιού ή της βέρας, εκφράσεις που αναφέρονται στους στίχους, ήταν φαινόμενο ήδη γνωστό από πολύ παλιά χρόνια.

Στους στίχους γίνεται επίσης λόγος για την ανδρική ενδυμασία. Το ζουνάρι απαραίτητο στοιχείο καλής εμφάνισης και ανδρικής λεβεντιάς. Αλλά και περί προίκας μας αναφέρουν τα τραγούδια. Μεταξύ άλλων τα βόδια έπαιζαν κυρίαρχο ρόλο. Πράγμα που συμπίπτει μ’ εκείνο που έλεγε σαν ρητό ο Αρχαίος Έλληνας Ποιητής Ησίοδος του 8ου αιώνα π.Χ. μέσα στο βιβλίο του «Έργα και Ημέραι», στίχος 405, ότι για να είναι ευτυχής ένας άντρας του χρειάζεται «μια καλή γυναίκα, ένα ζευγάρι βόδια κι ένα σπίτι» ήτοι «οίκον μεν πρώτιστα γυναίκα τε, βουν τ’ αροτήρα».

Ο κ. Γρηγόρης Καλογερόπουλος κατάγεται από τη Σκλίβανη, είναι Συγγραφέας, Δρ. του Πανεπιστημίου της Σορβόννης και ζει μόνιμα στο Παρίσι. Απόφοιτος παλαιότερα της Δημόσιας Εμπορικής Σχολής Ηπείρου στα Γιάννενα.

Τετάρτη 4 Αυγούστου 2010

Ένας από τους λίγους κουδουνοποιούς που απόμειναν.


Στα Σάλωνα φτιάχνουν κουδούνια
Ο τελευταίος έλληνας κουδουνάς βρήκε τη «μελωδία της ευτυχίας» από παιδί!
ΡΕΠΟΡΤΑΖ: Γιάννης Ανδριτσόπουλος
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: στα ΝΕΑ Τετάρτη 4 Αυγούστου 2010

«Ηθελα απλώς να βγάλω ένα χαρτζιλίκι, αλλά αυτή η δουλειά αποδείχτηκε έργο ζωής. Το κουδούνι δεν είναι μόνο ένα εργαλείο. Είναι ένας ξεχωριστός κώδικας επικοινωνίας. Διακρίνω τους ήχους του όπως τις ανθρώπινες φωνές. Για μένα είναι η ζωή μου. Γι΄ αυτό και λυπάμαι πολύ που αυτή η τέχνη σβήνει για πάντα».
O Χρήστος Παπαδήμας από την Αμφισσα είναι ο τελευταίος έλληνας κουδουνάς. Στα 34 χρόνια του σήμερα, βλέπει την τέχνη στην οποία μυήθηκε πριν από είκοσι χρόνια να χάνεται οριστικά. Η χειροποίητη κουδουνοποιία έχει παράδοση αιώνων στα Σάλωνα. Τα παλιά χρόνια υπήρχαν στην πόλη πολλά κουδουνάδικα με δεκάδες τεχνίτες.
«Εδώ και 13 χρόνια έχω μείνει ο μοναδικός κουδουνάς. Οι υπόλοιποι έχουν φύγει από τη ζωή ή έχουν πια βγει στη σύνταξη», λέει στα «ΝΕΑ» ο κ. Παπαδήμας. Ηταν μαθητής γυμνασίου ακόμα όταν συνάντησε «τη μελωδία της ευτυχίας», όπως λέει, στον ήχο των κουδουνιών.
«Δίπλα στο σπίτι μας δούλευε ένας μάστορας. Μια μέρα μου είπε: “Ελα να με βοηθάς και να κερδίζεις κι ένα χαρτζιλίκι”. Ετσι ξεκίνησα να δουλεύω τα καλοκαίρια και τον χειμώνα που άρχισε το σχολείο συνέχισα παράλληλα με τα μαθήματα». Ανοίγει το εργαστήριό του κάθε πρωί στις 6 και δουλεύει μέχρι αργά το μεσημέρι. Μοναδικός του εξοπλισμός είναι ένα καμίνι, τρία αμόνια κι ένα ηλεκτρικό ψαλίδι. «Μ΄ αυτά φτιάχνουμε δύο ειδών κουδούνια: τα στρογγυλά που τα βάζουμε στα αρνιά και τα πλακέ που τα λέμε τσοκάνια και μπαίνουν στα κατσίκια. Βγαίνουν σε 13 μεγέθη, 5 επί 10 το μικρότερο και 40 επί 30 το μεγαλύτερο».

Τα μυστικά του ήχου
Για να φτιαχτεί ένα κουδούνι χρειάζονται 3-4 ώρες. Η κατασκευή του δεν είναι εύκολη υπόθεση. «Παίρνουμε ένα φύλλο λαμαρίνας, το κόβουμε στις διαστάσεις που θέλουμε και το βάζουμε στο καμίνι. Αφού γίνει κατακόκκινο το χτυπάμε, το ξαναβάζουμε στη φωτιά, μετά το αφήνουμε να κρυώσει κι ύστερα πάλι μέσα στο καμίνι. Μέχρι να πάρει το τελικό του σχήμα μπαίνει στη φωτιά 10-12 φορές. Στο τέλος το περνάμε με χαλκοπότισμα, ένα ειδικό γυαλιστικό».

Το μυστικό για να αποκτήσει το κουδούνι τον κατάλληλο ήχο είναι... οι σφαίρες. «Ρίχνουμε μέσα στο κουδούνι κάλυκες. Ετσι πιάνει πιο καλή φωνή. Θέλει, όμως, μεγάλη τέχνη. Οταν έρχεται ο βοσκός και μου λέει “θέλω 50 τσοκάνια να χτυπάνε με μία φωνή”, εγώ πρέπει να πετύχω τον ίδιο ήχο σε όλα». Πώς το καταφέρνει; «Χτυπάς, ξαναχτυπάς, το παλεύεις μέχρι να το πετύχεις. Δουλεύω είκοσι χρόνια κι ακόμη μαθαίνω».

Η ΤΙΜΗ του κάθε κουδουνιού αρχίζει από 5 ευρώ και μπορεί να φτάσει τα 50, ανάλογα με το μέγεθος και τον τρόπο κατασκευής.
«Εχω κάνει δουλειές των εκατό ευρώ, αλλά μου έχουν τύχει και παραγγελίες για πέντε και έξι χιλιάδες. Μια φορά κάποιος μου ζήτησε 200 κουδούνια», λέει ο κ. Παπαδήμας, ο οποίος φτιάχνει κάθε εβδομάδα περίπου 150 κομμάτια. «Οσο ζω θα φτιάχνω κουδούνια», λέει, χωρίς να κρύβει το παράπονό του. «Κάποτε το επάγγελμα είχε μεγάλη πέραση. Σήμερα δεν ενδιαφέρεται κανείς να το συνεχίσει».

Τα τελευταία χρόνια, τη θέση των παραδοσιακών κουδουνοποιών έχει πάρει η βιομηχανική παραγωγή. «Πολλοί προτιμούν τα εισαγόμενα κουδούνια που φτιάχνονται μαζικά στο εξωτερικό, κυρίως στην Τουρκία. Ομως ο μερακλής θα έρθει σε εμένα».

Εργένης ακόμη, ο Χρήστος Παπαδήμας τάσσεται υπέρ του γάμου, αλλά ξεκαθαρίζει ότι θα κρατήσει τη γυναίκα του μακριά από τα κουδούνια. «Δηλώνει ερωτευμένος με τα κουδούνια: «Λατρεύω τον ήχο τους. Πολλές φορές πηγαίνω εκεί όπου βρίσκονται μεγάλα κοπάδια και κάθομαι να ακούσω τις φωνές των κουδουνιών».
Ο πρόδρομος του... GΡS
Η ΤΕΧΝΗ του κουδουνοποιού γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση στην Αμφισσα και έγινε το σήμα κατατεθέν της πόλης από τον 19ο αιώνα. «Η μάνα των κουδουνιών είναι τα Σάλωνα με τα πολλά εργαστήρια. Οι Σαλωνίτες γιομίζουν όλη τη Ρούμελη με τα κουδούνια που βγάνουν απ τα χέρια τους», έγραφε το 1930 ο λαογράφος Δημήτριος Λουκόπουλος στα «Ποιμενικά της Ρούμελης». Τα παλιά χρόνια οι κουδονοποιοί ήταν γνωστοί ως κουδουνάρηδες ή λεράδες. «Η ανάπτυξη της κτηνοτροφίας στην παραδοσιακή αγροτική κοινωνία μέχρι και τον τελευταίο μεγάλο πόλεμο ανέδειξε την τέχνη τους, καθώς το κουδούνι ήταν απαραίτητο εξάρτημα του κοπαδιού», λέει η Καίτη Καμηλάκη, διευθύντρια του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών.

Το κουδούνι είναι ο... πρόδρομος του GΡS, αφού η κύρια χρησιμότητά του είναι ο εντοπισμός του κοπαδιού. «Τα ζώα που οδηγούσαν το κοπάδι φορούσαν μεγάλα κουδούνια και με τον ήχο τους ο βοσκός γνώριζε ανά πάσα στιγμή πού βρίσκονται. Κουδούνια φορούσαν κυρίως όταν ήταν στα βουνά.
Οταν κατέβαιναν στα χειμαδιά, οι ποιμένες τα απέφευγαν για να μη δίνουν στόχο τα κοπάδια», εξηγεί η κ. Καμηλάκη.

Στην Κρήτη μαρτυρείται χρήση του κουδουνιού για... σωφρονιστικούς λόγους! «Το σκλαβέρι, μέγας κώδων, τίθεται εις τον τράχηλον των ατακτότερων ζώων προς σωφρονισμόν», καταγράφει ερευνητής του Κέντρου Λαογραφίας το 1890.