Showing posts with label Διονύσης Σαββόπουλος. Show all posts
Showing posts with label Διονύσης Σαββόπουλος. Show all posts

Thursday, July 21, 2016

αλλά και για την προβοσκίδα σου θαρρώ...

Έβγαλες ουρά και προβοσκίδα
κρύφτηκες πίσω από μια εφημερίδα
κάνεις πως διαβάζεις και δε μας χαιρετάς,
έβγαλες στο δέρμα σου ραβδώσεις
τρέχεις με ομάδες κι οργανώσεις
κι όλο το ρολογάκι σου κοιτάς.
Κι όμως μέσ’ στης κόλασης τις λαύρες,
μέσ’ σε δακρυγόνα και περίπολα και αύρες
λάμπεις σαν το πιο πολύτιμο ορυκτό,
ναι, σαν ασημένιο υψώνεσαι φτερό
τούτη τη στιγμή που σπάζεις τον κλοιό.
Λευκέ, γαλάζιε ποντικέ μου
που χρόνια τώρα σ’ αγαπώ
εκείνη τη φτερούγα σου άνοιξέ μου
κι άσε με λίγο να την δω.
Έλα, χωρίς πολιτικούρες
με το φτερό σου να πετάει
όχι στων μανιφέστων τις κλεισούρες
αλλά σε κείνο εκεί το μπαρ που ξενυχτάει.
Ξέρω, ήδη έχεις αντιρρήσεις,
μα ούτε εγώ σου λέω να χωρίσεις
λέω με δυο λόγια μόνο σ’ αγαπώ
λόγια ηθοποιού για τον αγώνα,
λόγια σαν βιολί σε αρραβώνα
μα ό,τι ως τώρα μάχεται λειψό.
Τώρα έχεις χρέη και πιστώσεις,
τρελαίνεσαι και για πολιτικές εκδόσεις
αύριο να δούμε ποια πόρτα θα χτυπάς
αφού κι αυτό το αύριο το αλάνι,
όργανο του κόμματος το έχεις κάνει
ποιον θα περιμένεις και ποιον θα τυραννάς.
Ποιος θα αναλάβει την ευθύνη,
τι θα πάει να πει στην δικαιοσύνη
να το δικαστήριο υψώνεται από δω
όχι μοναχά για το στιλπνό σου το φτερό
αλλά και για την προβοσκίδα σου θαρρώ.

Διονύσης Σαβόπουλος, 1979 Ρεζέρβα
Για τα παιδιά που είναι στο κόμμα

Monday, October 14, 2013

Οι παλιοί μας φίλοι

Μη, μην το πεις
οι παλιοί μας φίλοι
μην το πεις
για πάντα φύγαν.
Μη, το μαθα πια
τα παλιά βιβλία, τα παλιά τραγούδια
για πάντα φύγαν.

Πέρασαν οι μέρες που μας πλήγωσαν.
Γίνανε παιχνίδι στα χέρια των παιδιών.

Η ζωή αλλάζει δίχως να κοιτάζει
τη δική σου μελαγχολία
κι έρχεται η στιγμή για ν' αποφασίσεις
με ποιους θα πας και ποιους θ' αφήσεις.

Πέρασαν για πάντα
οι παλιές ιδέες, οι παλιές αγάπες
οι κραυγές.
Γίνανε παιχνίδι στα χέρια των παιδιών.

Όμορφη είναι αυτή η στιγμή, να το ξαναπώ
όμορφη να σας μιλήσω
βλέπω πυρκαγιές
πάνω από λιμάνια πάνω από σταθμούς
κι είμαι μαζί σας.

Όταν ο κόσμος μας θα καίγεται
όταν τα γεφύρια πίσω μας θα κόβονται
εγώ θα είμαι εκεί να σας θυμίζω
τις μέρες τις παλιές.

Sunday, May 12, 2013

Μ' αεροπλάνα και βαπόρια

Μ' αεροπλάνα και βαπόρια
και με τους φίλους τους παλιούς
τριγυρνάμε στα σκοτάδια
κι όμως εσύ δε μας ακούς

Δε μας ακούς που τραγουδάμε
με φωνές ηλεκτρικές
μες στις υπόγειες στοές
ώσπου οι τροχιές μας συναντάνε
τις βασικές σου τις αρχές

Ο πατέρας μου ο Μπάτης (Απρόσιτη μητέρα μορφή από χώμα και ουρανό)
ήρθε απ' τη Σμύρνη το '22 ( θα χαθώ απ'τα μάτια σου τα δυο)
κι έζησε πενήντα χρόνια (μες στον κόσμο)
σ' ένα κατώι μυστικό (σαν πρόσφυγας σ'ένα κατώι μυστικό)

Σ' αυτόν τον τόπο όσοι αγαπούνε (αν αγαπούνε)
τρώνε βρώμικο ψωμί (τρώνε βρώμικο ψωμί, του λόγου σου οι πιστοί)
κι οι πόθοι τούς ακολουθούνε (κι οι πόθοι τούς ακολουθούνε υπόγεια διαδρομή)
υπόγεια διαδρομή

Χθες το βράδυ είδα ένα φίλο
σαν ξωτικό να τριγυρνά
πάνω στη μοτοσικλέτα
και πίσω τρέχανε σκυλιά

Σήκω ψυχή μου δώσε ρεύμα
βάλε στα ρούχα σου φωτιά (σαν τον Μάρκο)
βάλε στα όργανα φωτιά ( βάλε στα όργανα φωτιά)
να τιναχτεί σαν μαύρο πνεύμα (να κλείσει η λαβωματιά μα τιναχτεί σαν μαυρο πνευμα)
η τρομερή μας η λαλιά (η τρομερη μας η λαλιά)

Friday, June 1, 2012

Εκλογές μαντινάδα

Τα όνειρά σου μην τα λες γιατί μια μέρα κρύα
μπορεί και οι φροϊδιστές να 'ρθούν στην εξουσία.
Δέκα λογιώ οι παλικαριές οι εννιά να δραπετεύεις
και οι αγάπες δυο λογιώ στη μια καλογερεύεις.

Λοιπόν μεγάφωνα παντού όλο χαρτιά η Μπενάκη
μα δεν υπήρχε ούτε ψυχή και φύσηξε αεράκι
κι άρχισαν όλα να γυρνούν σαν στοιχειωμένο τσίρκο
ανοίγει μια καταπακτή και πέφτω πλάι στον Κίρκο.

Κοιτούσε σάμπως για ταξί του λέω καλησπέρα
αλλά εμείς και μόνο εμείς ξεμείναμε εδώ πέρα.
Αμέσως έγινε καπνός σαν μια δεκαετία
το σκάει νομίζοντας κι αυτός πως ήμουν συμμαχία.

Γινόταν ο κατακλυσμός το είπε και το δελτίο
και μπήκα σ' ένα ασανσέρ γιατί δεν είχε πλοίο.
Μαζί μου μπαίνουνε πολλοί πω-πω-πω ντουνιάς σχεδόν καμιά χιλιάδα
νομίζω κι ο Καραμανλής ωχ αμάν-αμάν μαζί με την Ελλάδα.

Το ασανσέρ αγκομαχά επίκρα την ζουλάρδα,
η Ελλάδα αρχίζει να γελά και γίνεται γελάδα
και μια φωνή με προφορά ωχ αμάν-αμάν απ' των Σερρών την Πρώτη,
ρωτάει άμα συμφωνώ ωχ αμάν-αμάν να γίνομαι Ευρώπη.

Μα κι αν ταΐζεις του απαντώ κακάο την γελάδα
δεν θα 'ναι πάλι πιθανόν ν' αρμέξεις σοκολάδα.
Και το κουβούκλιο κάνει μπαμ και μέσα απ' την αιθάλη
ανέβηκε ένας κουρνιαχτός που είχε διπλό κεφάλι.

Το ένα ήταν Θεσσαλός ωχ αμάν-αμάν στο σχήμα του Φλωράκη,
το παρα δίπλα Ανδρεϊκός ωχ αμάν-αμάν με γεια και το μπλουζάκι.
Τον λόγο τους αντανακλά σαν κάτοπτρο το πλήθος
και όπως άλλαζα βρακί μου βγήκε αυτός ο στίχος.

Μπορεί κανίβαλος ποτέ ωχ αμάν-αμάν να εκπροσωπήσει τάχα
όλους τους φίλους τους παλιούς ωχ αμάν-αμάν που έχει στη στομάχα;
Κι αμέσως χέρια με τραβούν γραμμή στο κυλικείο
αλλά ξυπνάω ευτυχώς στο κρίσιμο σημείο.

Ξυπνώ και βλέπω την ψυχή που εδώ και δέκα χρόνια
ενώ τη λάτρεψα πολύ της είπα λάθος λόγια
κι αν σ' αγαπώ θα σου κλαυτώ που μες στην κοινωνία
της ευτυχίας σου ζητάς την επιπλοποιία.

Χωνεύεις δέντρο εξωτικό μην κάνεις την αθώα,
η ευτυχία τζιέρι μου είναι την για τα ζώα.
Λοιπόν για βάλε ένα παλτό και δως μου την βαλίτσα
για 'κεί που ανάβει την φουφού η ψωρο-Κωσταινίτσα.

Και να το ταίρι μου κι εγώ σαν τους πρωτοφευγάτους
στων εκλογών του '77 γυρίζαμε στους βάλτους.
Θεσσαλονίκη, Γιάννενα, Κέρκυρα και Ιόνιο,
μες στην καρδιά σου άσε να μπουν και θα την κάνεις ψώνιο.

Μοιάζει να το 'πε το ΠΑΣΟΚ, ο Σολωμός ή ο Τσάτσος,
θα πω κι εγώ ένα σιγανό μη μας ακούσει μπάτσος.
Στα όνειρά μου σας καλώ και σας και την κυρά σας
κι ελπίζω να καλέσετε κι εμάς απ' τη μεριά σας.

Διονύσης Σαββόπουλος, 1977
Η ρεζέρβα

Saturday, May 12, 2012

Παράγκα

Όπου κοιτάζω να κοιτάζεις
όλη η Ελλάδα ατέλειωτη παράγκα
παράγκα, παράγκα, παράγκα του χειμώνα
κι εσύ μιλάς σαν πτώμα

Ο λαός,ο λαός στα πεζοδρόμια
κουλούρια ζητάει και λαχεία
κοπάδια, κοπάδια, κοπάδια στα υπουργεία
αιτήσεις για τη Γερμανία

Κυράδες,φιλάνθρωποι παπάδες
εργολαβίες,ψαλμωδίες και καντάδες
Η Ευανθούλα κλαίει πριν να κοιμηθεί
την παρθενιά της βγάζει στο σφυρί

Στα γήπεδα η Ελλάδα αναστενάζει
στα καφενεία μπιλιάρδο,καλαμπούρι και χαρτί
Στέκει στο περίπτερο διαβάζει
φυλλάδες με μιάμιση δραχμή

Όχι, όχι αυτό δεν είναι τραγούδι
Είναι η τρύπια στέγη μιας παράγκας
Είναι η γόπα που μάζεψε ένας μάγκας
Κι ο χαφιές που μας ακολουθεί...




Διονύσης Σαββόπουλος, Δέκα χρόνια κομμάτια
 

Tuesday, January 24, 2012

Σαν τον καραγκιόζη

Στίχοι / Μουσική / Πρώτη εκτέλεση: Διονύσης Σαββόπουλος

Κείνο που με τρώει, κείνο που με σώζει
είναι π' ονειρεύομαι σαν τον καραγκιόζη
Φίλους και εχθρούς στις φριχτές μου πλάτες
όμορφα να σήκωνα, σαν να 'ταν επιβάτες

Λευκό μου σεντονάκι, λάμπα μου τρελή
ποια αγάπη τάχα μας φυσάει
Βάλε στη σκιά σου τούτο το παιδί
που δεν έχει απόψε πού να πάει, πού να πάει

Σαν κουκιά μετρώ τα λόγια του καμπούρη
πίσω απ' το λευκό πανί, μέσα απ' το κιβούρι
Μα όσο κι αν μετρώ, κάτι περισσεύει
Τρύπια είν' η αγάπη μας και δε μας προστατεύει

Λευκό μου σεντονάκι, λάμπα μου τρελή
κόκκινο αυγό ή καρναβάλια
Μέσα από την κάλπη, τη στατιστική
μάς κοιτάει ο Χάρος και τού τρέχουνε τα σάλια

Σαν σκιές γλιστρούν λόγια και εικόνες
κάρα σκουπιδιάρικα φεύγουν οι χειμώνες
Κι αν δεν ντρέπεσαι να καθίσεις πίσω
έλα στην παράσταση να σε γιουχαίσω

Λευκό μου σεντονάκι, λάμπα μου τρελή
ποια αγάπη τάχα μας φυσάει
Βάλε στη σκιά σου τούτο το παιδί
που δεν έχει απόψε πού να πάει, πού να πάει