αύριον εν η μέρα του "αγίου ντενκτάς" τζιαι προφανώς θα έχουμεν πολλύν κατσιάρισμαν που τους εθνόπληκτους βόρεια τζιαι νότια της πράσινης γραμμής...
οι μεν θα γιορτάζουν την διχοτόμηση με τες σημαίες της Τουρκίας τζιαι της TRNC τζιαι οι δε θα την νομιμοποιούν με τες ελληνικές σημαίες τζιαι τα αντι-ομοσπονδιακά συνθήματα...
σε μιαν κοινή προσπάθεια να επαναβεβαιώσουν την εθνικιστική αντιπαράθεση τζιαι να διαιωνίσουν την εθνοτική σύγκρουση...
οι κεντρικές λεωφόροι τζιαι τα οδοφράγματα αναμένεται να συγκεντρώσουν μέρος της μαθητιώσας νεολαίας των εθνών που θα αγωνίζεται με πάθος για ένα πουλί που θεωρεί ότι δικαιωματικά τζιαι αποκλειστικά της ανήκει...
...............................
κάποιες σκέψεις για το πουλί μας
που τον Γιάννη Παπαδάκη
δαμέ
http://platformaenomenikipros.blogspot.com/2010/10/blog-post_19.html
πολιτικός τζιαι θεωρητικός προβληματισμός, απόπειρα ιστορικής αφήγησης τζιαι επίκαιροι τραγουδιστοί συνειρμοί
Showing posts with label εθνικόφρονες. Show all posts
Showing posts with label εθνικόφρονες. Show all posts
Sunday, November 14, 2010
Monday, March 8, 2010
“Για την Αγγλική Σχολή, αφήστε τα ελληνόπουλλα με τα τουρκο...εε...κυπριακά, τα παιδιά μόνα τους”
Γιαννάκης Μάτσης, ΡΙΚ1, Το συζητάμε, 8/3/10
3 παρατηρήσεις
1.Άμαν η Χαραλαμπίδου εν η πιο προχωρημένη δημοσιογράφος μας στην τηλεόραση κάτι πάει λάθος με τες δυνάμεις της επανένωσης.
2.Άμαν η εκκλησιά ανακοινώνει διοργάνωση δικοινοτικών κατασκηνώσεων εμείς πως ακριβώς πρέπει να το εκλάβουμεν;
3.Έχουν πλάκα οι εθνικόφρονες που προσπαθούν να αποδεχτούν τους Τουρκοκύπριους στην βάση της κυπριακότητας τους την οποίαν θέλουν ταυτόχρονα να απαγορεύσουν στους Ελληνοκύπριους μέσα που τα ελληνοχριστιανικά ιδεολογήματα. Έτσι καταλήγουν να αναφέρουνται σε έλληνες (της Κύπρου) τζιαι τουρκοκύπριους . Εν καλή η πρόθεση τους, αφού προσπαθούν να αποφύγουν το φαντασιακό του τουρκισμού τζιαι την συμπαραδήλωση του “προαιώνιου εχθρού” για τους σκοπούς της επανένωσης, αλλά πόσον κόλλημα ρε κουμπάρε με το φαντασιακό του ελληνισμού, έλεος πκιον.
ΥΓ. Ο Μάτσης επί της ουσίας επροσπάθαν να πιπιλίσει την θέση των εθνικιστών γονιών εναντίον των πολιτικών ενσωμάτωσης των τ/κ στην Αγγλική Σχολή (πχ κοινός σχολικός εορτασμός της ανεξαρτησίας, σεμινάρια αντι-ρατσιστικής εκπαίδευσης κλπ) με το σκεπτικό ότι εν τα παιδιά δεν έχουν κανένα απολύτως πρόβλημα μεταξύ τους.
3 παρατηρήσεις
1.Άμαν η Χαραλαμπίδου εν η πιο προχωρημένη δημοσιογράφος μας στην τηλεόραση κάτι πάει λάθος με τες δυνάμεις της επανένωσης.
2.Άμαν η εκκλησιά ανακοινώνει διοργάνωση δικοινοτικών κατασκηνώσεων εμείς πως ακριβώς πρέπει να το εκλάβουμεν;
3.Έχουν πλάκα οι εθνικόφρονες που προσπαθούν να αποδεχτούν τους Τουρκοκύπριους στην βάση της κυπριακότητας τους την οποίαν θέλουν ταυτόχρονα να απαγορεύσουν στους Ελληνοκύπριους μέσα που τα ελληνοχριστιανικά ιδεολογήματα. Έτσι καταλήγουν να αναφέρουνται σε έλληνες (της Κύπρου) τζιαι τουρκοκύπριους . Εν καλή η πρόθεση τους, αφού προσπαθούν να αποφύγουν το φαντασιακό του τουρκισμού τζιαι την συμπαραδήλωση του “προαιώνιου εχθρού” για τους σκοπούς της επανένωσης, αλλά πόσον κόλλημα ρε κουμπάρε με το φαντασιακό του ελληνισμού, έλεος πκιον.
ΥΓ. Ο Μάτσης επί της ουσίας επροσπάθαν να πιπιλίσει την θέση των εθνικιστών γονιών εναντίον των πολιτικών ενσωμάτωσης των τ/κ στην Αγγλική Σχολή (πχ κοινός σχολικός εορτασμός της ανεξαρτησίας, σεμινάρια αντι-ρατσιστικής εκπαίδευσης κλπ) με το σκεπτικό ότι εν τα παιδιά δεν έχουν κανένα απολύτως πρόβλημα μεταξύ τους.
Friday, September 4, 2009
Οι πολιτικές προεκτάσεις του ελληνοχριστιανικού ιδεολογήματος (Το Καλέμι, Σεπτέμβρης 2009)
του Γρηγόρη Ιωάννου
Αφορμή για το κείμενο αυτό αποτελεί το άρθρο του Ιωάννη Κασουλίδη στο περιοδικό “Εκπαιδευτική Αλλαγή” (τεύχος 6, Μάιος - Ιούνιος 2009) με τίτλο “Ελληνισμός, Χριστιανισμός, Παιδεία και Κυπριακό”, στο οποίο ο ευρωβουλευτής προσπαθεί να υπερασπιστεί την παραδοσιακή, ηγεμονική ιστορική αφήγηση που «κινδυνεύει» από την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Καθώς όμως δεν αμφισβητεί την πολιτική λογική της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, η οποία στα πλαίσια του εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος προωθεί ανάμεσα σε άλλα και την καλλιέργεια κουλτούρας ειρηνικής συμβίωσης στην Κύπρο, αναγκάζεται να ακροβατήσει ανάμεσα στον εθνικισμό από την μια και την αναγκαιότητα της επανένωσης από την άλλη. Η υιοθέτηση και η αναπαραγωγή του ελληνο-χριστιανικού ιδελογήματος που θέλει την Κύπρο ελληνική, όπως άλλωστε είχε δηλώσει και προεκλογικά, είναι μια προβληματική θέση. Πόσο μάλλον όταν προσπαθεί να αποφύγει πάση θυσία τις πολιτικές προεκτάσεις της ιδεολογικής αυτής θέσης, αφού διακηρυγμένος του στόχος παραμένει η επανένωση της χώρας και η συνύπαρξη με τους Τ/κ στα πλαίσια μιας ανεξάρτητης διεθνικής πολιτείας. Έτσι ο κ. Κασουλίδης αναγκάζεται να καταφύγει στην ασάφεια, στις επιλεκτικές αναφορές και στις κραυγαλέες αντιφάσεις που καταδεικνύουν όχι απλώς την άγνοια του, αλλά πολύ περισσότερο την ανευθυνότητα του ως πολιτικού που καταφεύγει σε ένα είδος πολιτικαντισμού τοποθετούμενος λαϊκίστικα στο δημόσιο διάλογο για ένα τόσο σοβαρό θέμα.
Ο αναγνώστης μπορεί εύλογα να διερωτηθεί γιατί αυτή η εστίαση στο άρθρο του κ. Κασουλίδη. Άλλωστε υπάρχει πληθώρα λαϊκίστικων και πολιτικάντικων άρθρων στον Τύπο που αναμασούν διάφορες εκδοχές του ελληνοχριστιανικού ιδεολογήματος και που πολεμούν λυσσαλέα την απόπειρα εκσυγχρονισμού της παιδείας. Αυτό που καθιστά τη στάση του κ. Κασουλίδη ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η απόπειρα ακροβασίας ανάμεσα στη φιλελεύθερη μετριοπάθεια και τον ακραίο εθνικιστικό λόγο. Η διγλωσσία όμως που προκύπτει ως αποτέλεσμα της νοοτροπίας να αρθρώνονται άλλοι/διαφορετικοί λόγοι/discourses αναλόγως ακροατηρίου, είναι εκφραστική μιας τάσης στην οποία ο πολιτικός ηγέτης θέλει να διαχειριστεί την πολιτική μόνος του και κατά συνέπεια λέει ό,τι θέλει το ακροατήριο, αγνοώντας έτσι τις συνέπειες των λόγων στην πράξη αλλά και την ιστορική μνήμη. Οι τοποθετήσεις των πολιτικών δεν έχουν όμως μόνο προβλεπτές, αλλά και απρόβλεπτες συνέπειες. Στην προσπάθεια δηλαδή να επιτύχουν την κομματική συσπείρωση, δεν μπορούν οι σοβαροί πολιτικοί να μη διανοούνται άλλες παράπλευρες και πιθανές συνέπειες όπως την αποδοχή, νομιμοποίηση και αναπαραγωγή καταστροφικών ιδεοληψιών του παρελθόντος.
Ας εξετάσουμε όμως τις θεωρητικές και ιστορικές καταβολές της “ελληνοχριστιανικής” θέσης που υπερασπίζεται τόσο ο κ. Κασουλίδης όσο και το περιοδικό “Αλλαγή” γενικότερα. Η έννοια του “ελληνοχριστιανισμού” ή της “ελληνορθοδοξίας” αποτελεί κατασκευή των εθνικιστών ιστορικών του 19ου αιώνα και ιδιαίτερα του Παπαρηγόπουλου, στην προσπάθεια νομιμοποίησης του νεοελληνικού κράτους μέσα από την αυθαίρετη διασύνδεση του αρχαίου ελληνικού με το βυζαντινό πολιτιστικό στοιχείο. Το βασικό ζητούμενο ήταν η απόδειξη της δήθεν ιστορικής συνέχειας του ελληνικού έθνους από τις αρχαίες πόλεις – κράτη μέσα από τη βυζαντινή αυτοκρατορία στο σύγχρονο ελληνικό κράτος, Η αγωνιώδης προσπάθεια τεκμηρίωσης της εθνικιστικής θέσης για την αέναη ιστορική πορεία και τη διαχρονική υπόσταση του έθνους δεν αποτελεί βέβαια ελληνικό φαινόμενο. Όλοι οι εθνικιστές πιστεύουν στη διαχρονικότητα του έθνους τους και στην προσπάθεια τους να το αποδείξουν, πολλές φορές “επινοούν παραδόσεις” όπως επισημαίνει ο ιστορικός Χόμπσπαουμ.
Η μεγάλη εθνική αφήγηση, μια εκδοχή της οποίας παρουσιάζει ο κ. Κασουλίδης, αποτελείται από αυθαίρετες επιλογές από ιστορικά στοιχεία (μεταφορά ρωμαϊκής έδρας στο Βυζάντιο, άλωση της Κων/πολης, εκπροσώπηση του Γένους από την Εκκλησία, αγώνας ΕΟΚΑ), που τοποθετούνται σε μια σειρά για να στοιχειοθετήσουν ένα μύθο. Τον μύθο της ιστορικής συνέχειας του έθνους στα πλαίσια του οποίου καθορίζεται και θα πρέπει να καθορίζεται η πολιτιστική και πολιτική ταυτότητα. Η άνεση με την οποία διατυπώνεται η εθνική αυτή αφήγηση δεν έχει σχέση με την πλησιότητά της στα πραγματικά ιστορικά δεδομένα, αλλά με τη χρήση της από την παραδοσιακή εξουσία ως ηγεμονική ιδεολογία. Πρόκειται για μια ερμηνεία της ιστορίας που προβάλλει ως να είναι υπεράνω πολιτικής, ως πλαίσιο του τι συνιστά αποδεκτή πολιτική. Όταν ο κ. Κασουλίδης μιλά για την “ελληνική παιδεία [που] δεν μπορεί να είναι ούτε αριστερή ούτε δεξιά” δεν εκφράζει μια πολιτικά ουδέτερη θέση. Αποφεύγει ουσιαστικά το διάλογο για την παιδεία διεκδικώντας το μονόλογο. Και το κάνει αυτό στεκόμενος πάνω σε δεκαετίες ιδεολογικής κατήχησης και παραταξιακού πολιτικού προσανατολισμού της παιδείας. Όταν μιλά για τα “ελληνικά ιδεώδη” της ΕΟΚΑ χωρίς να μπαίνει καν στον κόπο να τα ορίσει, δεν πρόκειται απλώς για μια ασάφεια. Πρόκειται για μια συνειδητή αποσιώπηση, έτσι ώστε να καθοριστεί ένα πολιτικό πλαίσιο μέσα από την ιστορική αφήγηση. Ένα πλαίσιο που αγνοεί -με τρόπο προκλητικό για την επιστημονική και εκπαιδευτική κοινότητα- άβολες αλήθειες που καταρρίπτουν την “εθνική” εκδοχή, όπως τον πόλεμο του Θεοδόσιου ενάντια στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, το λειτουργικό ρόλο της Εκκλησίας στο Οθωμανικό κράτος το ελληνικό πραξικόπημα που προηγήθηκε της τουρκικής εισβολής το 1974. Δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως ότι η αναπαραγωγή και επιβολή της μεγάλης εθνικής αφήγησης είναι πάντοτε βασισμένη στην αποσιώπηση, τη συγκάλυψη και τη λογοκρισία. Και αυτό διαφάνηκε ξεκάθαρα και μέσα από την πρόσφατη, ευτυχώς τελικά αποτυχημένη απόπειρα παρέμβασης στο ντοκυμαντέρ του Κώστα Γαβρά για την Ακρόπολη, που παρουσίαζε την άβολη για τον ελληνοχριστιανικό μύθο αλήθεια της οργανωμένης καταστροφής των αρχαίων ελληνικών μνημείων από Χριστιανούς τον 3ο αιώνα μ.Χ.
Οι πολιτικές προεκτάσεις του εθνοκεντρικού φακού είναι όμως αναπόφευκτες. Είναι μάλιστα ορατές ως έμμεση διαφοροποίηση στην αναφορά στις 2 κοινότητες: οι Ε/κ είναι «Έλληνες» ενώ οι Τ/κ «Τουρκοκύπριοι». Γιατί δεν είναι και οι Τ/κ «Τούρκοι» ή οι Ε/κ «Ελληνοκύπριοι»; Τα (συνειδητά ή ασυνείδητα) αίτια αυτής της ονομαστικής στρατηγικής μπορεί να είναι ποικίλα. Από τη μια φαίνεται να εξυπηρετεί το πλαίσιο που αναφέρεται πιο πάνω – να δημιουργήσει ένα αίσθημα εθνικής έπαρσης σε όσους ταυτίζονται με τους Έλληνες (ως ένα έθνος/ ένας πολιτισμός πέρα από κράτη όπως καταδεικνύει και η συντήρηση της ορολογίας για «ιδιαίτερη πατρίδα»), ενώ οι Τ/κ παραπέμπονται στη πιο συνηθισμένη αναφορά/ορολογία, η οποία δεν τους εντάσσει στο φαντασιακό του τουρκικού έθνους αλλά σε μια κοινότητα της Κύπρου. Έτσι οι μεν (Ε/κ) είναι έθνος ενώ οι άλλοι κοινότητα. (Σ' αυτή τη συγκριτική αναφορά θα μπορούσε κάποιος να πει ότι υπάρχει ένας μικρός ήπιος ρατσισμός). Από την άλλη, αυτή η αποστασιοποίηση των Τ/κ από τον τουρκισμό λειτουργεί και κάπως θετικά στο φαντασιακό κόσμο τον οποίο φαίνεται να επικαλείται ο κ. Κασουλίδης, όπου «Έλληνες» και «Τούρκοι» είναι «προαιώνιοι εχθροί». Αλλά υπάρχει και ένα αστείο στην όλη διαδικασία: αυτή η στρατηγική προσδιορίζει μόνο τους Τ/κ σε σχέση με την Κύπρο. Έχει κάτι από Κύπρο ο ελληνοχριστιανισμός που θέλει να προβάλει ο κ. Κασουλίδης; Η απάντηση αναπόφευκτα γυρίζει πίσω στη λογική του «Η Κύπρος είναι ελληνική». Το αδιέξοδο όμως είναι εμφανές: δεν μπορεί να είναι μόνο ελληνική η Κύπρος, αφού ήδη γίνεται πια αναφορά σε άλλη κοινότητα. Και έμμεσα αλλά σαφώς υπονούνται και άλλες μορφές διαφοροποίησης από το φαντασιακό ελληνισμό τον οποίο επικαλείται ο λόγος του ευρωβουλευτή.
Ο πολιτικός λόγος είτε το αντιλαμβάνονται είτε όχι αυτοί που τον εκφέρουν έχει συνέπειες. Και τα ιδεολογήματα δεν είναι αθώα, έχουν πολιτικές προεκτάσεις, που τις βιώσαμε μάλιστα στο παρελθόν στην Κύπρο με πολύ οδυνηρό τρόπο. Είναι λυπηρό τώρα που βρισκόμαστε στο μεταίχμιο της υπέρβασης της εθνοτικής σύγκρουσης, κάποιοι να αναπαράγουν, έστω άθελα τους, προσεγγίσεις και λογικές που μας εγκλωβίζουν σε αυτό το άσχημο παρελθόν. Και είναι διπλά λυπηρό όταν αυτοί οι κάποιοι επαγγέλλονται κατά τα άλλα το όραμα του εκσυγχρονισμού, της επανένωσης και της ειρηνικής συνύπαρξης.
Βιβλιογραφία:
Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος, Ιστορία του ελληνικού έθνους, Ελευθερουδάκης, 6η έκδοση, 1932.
Umut Ozkimirli and Spyros Sofos, Tormented by history: nationalism in Greece and Turkey, Hurst, 2008.
Eric Hobsbawm, Nations and nationalism since 1780, Cambridge, 1990.
Eric Hobsbawm and Terence Ranger (eds), The invention of tradition, 1983.
Kyriakos Markides, The rise and fall of the Cyprus Republic, London, 1977.
Edward Gibbon (J.B. Bury ed) [1974] A history of the decline and fall of the Roman Empire in 6 volumes, Norwalk, Connecticut: The Easton Press.
Μιχάλης Μιχαήλ, Η εκκλησία της Κύπρου κατά την Οθωμανική περίοδο, Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, 2005
Αφορμή για το κείμενο αυτό αποτελεί το άρθρο του Ιωάννη Κασουλίδη στο περιοδικό “Εκπαιδευτική Αλλαγή” (τεύχος 6, Μάιος - Ιούνιος 2009) με τίτλο “Ελληνισμός, Χριστιανισμός, Παιδεία και Κυπριακό”, στο οποίο ο ευρωβουλευτής προσπαθεί να υπερασπιστεί την παραδοσιακή, ηγεμονική ιστορική αφήγηση που «κινδυνεύει» από την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Καθώς όμως δεν αμφισβητεί την πολιτική λογική της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, η οποία στα πλαίσια του εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος προωθεί ανάμεσα σε άλλα και την καλλιέργεια κουλτούρας ειρηνικής συμβίωσης στην Κύπρο, αναγκάζεται να ακροβατήσει ανάμεσα στον εθνικισμό από την μια και την αναγκαιότητα της επανένωσης από την άλλη. Η υιοθέτηση και η αναπαραγωγή του ελληνο-χριστιανικού ιδελογήματος που θέλει την Κύπρο ελληνική, όπως άλλωστε είχε δηλώσει και προεκλογικά, είναι μια προβληματική θέση. Πόσο μάλλον όταν προσπαθεί να αποφύγει πάση θυσία τις πολιτικές προεκτάσεις της ιδεολογικής αυτής θέσης, αφού διακηρυγμένος του στόχος παραμένει η επανένωση της χώρας και η συνύπαρξη με τους Τ/κ στα πλαίσια μιας ανεξάρτητης διεθνικής πολιτείας. Έτσι ο κ. Κασουλίδης αναγκάζεται να καταφύγει στην ασάφεια, στις επιλεκτικές αναφορές και στις κραυγαλέες αντιφάσεις που καταδεικνύουν όχι απλώς την άγνοια του, αλλά πολύ περισσότερο την ανευθυνότητα του ως πολιτικού που καταφεύγει σε ένα είδος πολιτικαντισμού τοποθετούμενος λαϊκίστικα στο δημόσιο διάλογο για ένα τόσο σοβαρό θέμα.
Ο αναγνώστης μπορεί εύλογα να διερωτηθεί γιατί αυτή η εστίαση στο άρθρο του κ. Κασουλίδη. Άλλωστε υπάρχει πληθώρα λαϊκίστικων και πολιτικάντικων άρθρων στον Τύπο που αναμασούν διάφορες εκδοχές του ελληνοχριστιανικού ιδεολογήματος και που πολεμούν λυσσαλέα την απόπειρα εκσυγχρονισμού της παιδείας. Αυτό που καθιστά τη στάση του κ. Κασουλίδη ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η απόπειρα ακροβασίας ανάμεσα στη φιλελεύθερη μετριοπάθεια και τον ακραίο εθνικιστικό λόγο. Η διγλωσσία όμως που προκύπτει ως αποτέλεσμα της νοοτροπίας να αρθρώνονται άλλοι/διαφορετικοί λόγοι/discourses αναλόγως ακροατηρίου, είναι εκφραστική μιας τάσης στην οποία ο πολιτικός ηγέτης θέλει να διαχειριστεί την πολιτική μόνος του και κατά συνέπεια λέει ό,τι θέλει το ακροατήριο, αγνοώντας έτσι τις συνέπειες των λόγων στην πράξη αλλά και την ιστορική μνήμη. Οι τοποθετήσεις των πολιτικών δεν έχουν όμως μόνο προβλεπτές, αλλά και απρόβλεπτες συνέπειες. Στην προσπάθεια δηλαδή να επιτύχουν την κομματική συσπείρωση, δεν μπορούν οι σοβαροί πολιτικοί να μη διανοούνται άλλες παράπλευρες και πιθανές συνέπειες όπως την αποδοχή, νομιμοποίηση και αναπαραγωγή καταστροφικών ιδεοληψιών του παρελθόντος.
Ας εξετάσουμε όμως τις θεωρητικές και ιστορικές καταβολές της “ελληνοχριστιανικής” θέσης που υπερασπίζεται τόσο ο κ. Κασουλίδης όσο και το περιοδικό “Αλλαγή” γενικότερα. Η έννοια του “ελληνοχριστιανισμού” ή της “ελληνορθοδοξίας” αποτελεί κατασκευή των εθνικιστών ιστορικών του 19ου αιώνα και ιδιαίτερα του Παπαρηγόπουλου, στην προσπάθεια νομιμοποίησης του νεοελληνικού κράτους μέσα από την αυθαίρετη διασύνδεση του αρχαίου ελληνικού με το βυζαντινό πολιτιστικό στοιχείο. Το βασικό ζητούμενο ήταν η απόδειξη της δήθεν ιστορικής συνέχειας του ελληνικού έθνους από τις αρχαίες πόλεις – κράτη μέσα από τη βυζαντινή αυτοκρατορία στο σύγχρονο ελληνικό κράτος, Η αγωνιώδης προσπάθεια τεκμηρίωσης της εθνικιστικής θέσης για την αέναη ιστορική πορεία και τη διαχρονική υπόσταση του έθνους δεν αποτελεί βέβαια ελληνικό φαινόμενο. Όλοι οι εθνικιστές πιστεύουν στη διαχρονικότητα του έθνους τους και στην προσπάθεια τους να το αποδείξουν, πολλές φορές “επινοούν παραδόσεις” όπως επισημαίνει ο ιστορικός Χόμπσπαουμ.
Η μεγάλη εθνική αφήγηση, μια εκδοχή της οποίας παρουσιάζει ο κ. Κασουλίδης, αποτελείται από αυθαίρετες επιλογές από ιστορικά στοιχεία (μεταφορά ρωμαϊκής έδρας στο Βυζάντιο, άλωση της Κων/πολης, εκπροσώπηση του Γένους από την Εκκλησία, αγώνας ΕΟΚΑ), που τοποθετούνται σε μια σειρά για να στοιχειοθετήσουν ένα μύθο. Τον μύθο της ιστορικής συνέχειας του έθνους στα πλαίσια του οποίου καθορίζεται και θα πρέπει να καθορίζεται η πολιτιστική και πολιτική ταυτότητα. Η άνεση με την οποία διατυπώνεται η εθνική αυτή αφήγηση δεν έχει σχέση με την πλησιότητά της στα πραγματικά ιστορικά δεδομένα, αλλά με τη χρήση της από την παραδοσιακή εξουσία ως ηγεμονική ιδεολογία. Πρόκειται για μια ερμηνεία της ιστορίας που προβάλλει ως να είναι υπεράνω πολιτικής, ως πλαίσιο του τι συνιστά αποδεκτή πολιτική. Όταν ο κ. Κασουλίδης μιλά για την “ελληνική παιδεία [που] δεν μπορεί να είναι ούτε αριστερή ούτε δεξιά” δεν εκφράζει μια πολιτικά ουδέτερη θέση. Αποφεύγει ουσιαστικά το διάλογο για την παιδεία διεκδικώντας το μονόλογο. Και το κάνει αυτό στεκόμενος πάνω σε δεκαετίες ιδεολογικής κατήχησης και παραταξιακού πολιτικού προσανατολισμού της παιδείας. Όταν μιλά για τα “ελληνικά ιδεώδη” της ΕΟΚΑ χωρίς να μπαίνει καν στον κόπο να τα ορίσει, δεν πρόκειται απλώς για μια ασάφεια. Πρόκειται για μια συνειδητή αποσιώπηση, έτσι ώστε να καθοριστεί ένα πολιτικό πλαίσιο μέσα από την ιστορική αφήγηση. Ένα πλαίσιο που αγνοεί -με τρόπο προκλητικό για την επιστημονική και εκπαιδευτική κοινότητα- άβολες αλήθειες που καταρρίπτουν την “εθνική” εκδοχή, όπως τον πόλεμο του Θεοδόσιου ενάντια στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, το λειτουργικό ρόλο της Εκκλησίας στο Οθωμανικό κράτος το ελληνικό πραξικόπημα που προηγήθηκε της τουρκικής εισβολής το 1974. Δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως ότι η αναπαραγωγή και επιβολή της μεγάλης εθνικής αφήγησης είναι πάντοτε βασισμένη στην αποσιώπηση, τη συγκάλυψη και τη λογοκρισία. Και αυτό διαφάνηκε ξεκάθαρα και μέσα από την πρόσφατη, ευτυχώς τελικά αποτυχημένη απόπειρα παρέμβασης στο ντοκυμαντέρ του Κώστα Γαβρά για την Ακρόπολη, που παρουσίαζε την άβολη για τον ελληνοχριστιανικό μύθο αλήθεια της οργανωμένης καταστροφής των αρχαίων ελληνικών μνημείων από Χριστιανούς τον 3ο αιώνα μ.Χ.
Οι πολιτικές προεκτάσεις του εθνοκεντρικού φακού είναι όμως αναπόφευκτες. Είναι μάλιστα ορατές ως έμμεση διαφοροποίηση στην αναφορά στις 2 κοινότητες: οι Ε/κ είναι «Έλληνες» ενώ οι Τ/κ «Τουρκοκύπριοι». Γιατί δεν είναι και οι Τ/κ «Τούρκοι» ή οι Ε/κ «Ελληνοκύπριοι»; Τα (συνειδητά ή ασυνείδητα) αίτια αυτής της ονομαστικής στρατηγικής μπορεί να είναι ποικίλα. Από τη μια φαίνεται να εξυπηρετεί το πλαίσιο που αναφέρεται πιο πάνω – να δημιουργήσει ένα αίσθημα εθνικής έπαρσης σε όσους ταυτίζονται με τους Έλληνες (ως ένα έθνος/ ένας πολιτισμός πέρα από κράτη όπως καταδεικνύει και η συντήρηση της ορολογίας για «ιδιαίτερη πατρίδα»), ενώ οι Τ/κ παραπέμπονται στη πιο συνηθισμένη αναφορά/ορολογία, η οποία δεν τους εντάσσει στο φαντασιακό του τουρκικού έθνους αλλά σε μια κοινότητα της Κύπρου. Έτσι οι μεν (Ε/κ) είναι έθνος ενώ οι άλλοι κοινότητα. (Σ' αυτή τη συγκριτική αναφορά θα μπορούσε κάποιος να πει ότι υπάρχει ένας μικρός ήπιος ρατσισμός). Από την άλλη, αυτή η αποστασιοποίηση των Τ/κ από τον τουρκισμό λειτουργεί και κάπως θετικά στο φαντασιακό κόσμο τον οποίο φαίνεται να επικαλείται ο κ. Κασουλίδης, όπου «Έλληνες» και «Τούρκοι» είναι «προαιώνιοι εχθροί». Αλλά υπάρχει και ένα αστείο στην όλη διαδικασία: αυτή η στρατηγική προσδιορίζει μόνο τους Τ/κ σε σχέση με την Κύπρο. Έχει κάτι από Κύπρο ο ελληνοχριστιανισμός που θέλει να προβάλει ο κ. Κασουλίδης; Η απάντηση αναπόφευκτα γυρίζει πίσω στη λογική του «Η Κύπρος είναι ελληνική». Το αδιέξοδο όμως είναι εμφανές: δεν μπορεί να είναι μόνο ελληνική η Κύπρος, αφού ήδη γίνεται πια αναφορά σε άλλη κοινότητα. Και έμμεσα αλλά σαφώς υπονούνται και άλλες μορφές διαφοροποίησης από το φαντασιακό ελληνισμό τον οποίο επικαλείται ο λόγος του ευρωβουλευτή.
Ο πολιτικός λόγος είτε το αντιλαμβάνονται είτε όχι αυτοί που τον εκφέρουν έχει συνέπειες. Και τα ιδεολογήματα δεν είναι αθώα, έχουν πολιτικές προεκτάσεις, που τις βιώσαμε μάλιστα στο παρελθόν στην Κύπρο με πολύ οδυνηρό τρόπο. Είναι λυπηρό τώρα που βρισκόμαστε στο μεταίχμιο της υπέρβασης της εθνοτικής σύγκρουσης, κάποιοι να αναπαράγουν, έστω άθελα τους, προσεγγίσεις και λογικές που μας εγκλωβίζουν σε αυτό το άσχημο παρελθόν. Και είναι διπλά λυπηρό όταν αυτοί οι κάποιοι επαγγέλλονται κατά τα άλλα το όραμα του εκσυγχρονισμού, της επανένωσης και της ειρηνικής συνύπαρξης.
Βιβλιογραφία:
Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος, Ιστορία του ελληνικού έθνους, Ελευθερουδάκης, 6η έκδοση, 1932.
Umut Ozkimirli and Spyros Sofos, Tormented by history: nationalism in Greece and Turkey, Hurst, 2008.
Eric Hobsbawm, Nations and nationalism since 1780, Cambridge, 1990.
Eric Hobsbawm and Terence Ranger (eds), The invention of tradition, 1983.
Kyriakos Markides, The rise and fall of the Cyprus Republic, London, 1977.
Edward Gibbon (J.B. Bury ed) [1974] A history of the decline and fall of the Roman Empire in 6 volumes, Norwalk, Connecticut: The Easton Press.
Μιχάλης Μιχαήλ, Η εκκλησία της Κύπρου κατά την Οθωμανική περίοδο, Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, 2005
Sunday, February 8, 2009
Με αφορμή το ψήφισμα της “Πρωτοβουλίας Γονέων και Αποφοίτων Αγγλικής Σχολής”
Πλατφόρμα Ε/Κ και Τ/Κ εκπαιδευτικών 31 Ιανουαρίου 2009
Ενωμένη Κύπρος
[ε/κ τμήμα]
Καταρχάς θα θέλαμε να χαιρετίσουμε το ήπιο ύφος και την αναγνώριση κάποιων βασικών αρχών όπως η πολυπολιτισμικότητα στο ψήφισμα της “Πρωτοβουλίας Γονιών και Αποφοίτων της Αγγλικής Σχολής”. Επειδή όμως η Πρωτοβουλία φαίνεται να συνεχίζει να αντιτάσσεται στον εκσυγχρονισμό της Αγγλικής Σχολής και στις αναγκαίες μεταρυθμίσεις που προκύπτουν από το γεγονός της μαζικής παρουσίας Τουρκοκυπρίων μαθητών, θεωρούμε ότι πρέπει να απαντήσουμε στην ουσία των ζητημάτων που θέτει.
Στην όλη προσέγγισή της η Πρωτοβουλία υποπίπτει σε μια θεμελιώδη αντίφαση. Από τη μια αποδέχεται τον πολυπολιτισμικό χαρακτήρα της Αγγλικής Σχολής, όπως αυτός επαναδιαβεβαιώθηκε τα τελευταία τέσσερα χρόνια, και από την άλλη ζητά στην ουσία εφαρμογή πρακτικών που αρμόζουν σε μονοκοινοτικό σχολείο. Πολυπολιτισμικότητα σημαίνει σεβασμός στη διαφορετικότητα, σημαίνει αρμονική συνύπαρξη των διαφόρων εθνοτικών και πολιστικών κοινοτήτων χωρίς μια από αυτές, έστω πλειοψηφική, να καθορίζει την κανονικότητα. Δεν νοείται πολυπολιτισμικότητα και ταυτόχρονα να κυριαρχούν τα ελληνο-χριστιανικά ιδεώδη, εκτός βέβαια και αν οι Τουρκοκύπριοι αντιμετωπιστούν ρατσιστικά ως δεύτερης κατηγορίας μαθητές. Το σεβασμό που απαιτούν για την “ελληνικότητα”, είναι μήπως έτοιμοι να τον δεκτούν για την “τουρκικότητα”; Επειδή η Αγγλική Σχολή δεν είναι ελληνορθόδοξη κοινοτική, αλλά χριστιανική, μη δογματική και, σύμφωνα με γνωματεύσεις δυο Γενικών Εισαγγελέων, δια-κοινοτική σχολή.
Η αντίληψη της Πρωτοβουλίας ότι διεξάγεται ένα πολιτικό πείραμα στην Αγγλική Σχολή είναι παραπλανητική και λανθασμένη. Στην Αγγλική Σχολή διεξάγεται μια εκσυγχρονιστική μεταρρύθμιση που λαμβάνει υπόψη της την αναδυόμενη πολιτική πραγματικότητα στην Κύπρο, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων το 2003. Αυτή τη στιγμή η Αγγλική Σχολή αποτελεί ένα από τα ελάχιστα μιχτά σχολεία της Κυπριακής Δημοκρατίας και ως τέτοιο αποτελεί μοντέλο ειρηνικής συμβίωσης και συνύπαρξης Ε/κ και Τ/κ μαθητών. Για να λειτουργήσει αποτελεσματικά ως μιχτό σχολείο χρειάζονται μια σειρά από μέτρα που να επιβεβαιώνουν και διασφαλίζουν τον αλληλοσεβασμό μεταξύ των μαθητών διαφορετικής εθνοτικής καταγωγής και να μην αποκλείουν μια σημαντική μερίδα μαθητών, όπως π.χ. με τον ελληνικό εθνικό ύμνο ή με τις ελληνικές εθνικές γιορτές. Επειδή ο ρατσισμός υπάρχει τόσο στην κυπριακή κοινωνία όσο και στα σχολεία της -και η Αγγλική Σχολή δεν αποτελεί εξαίρεση-, η πολιτική απραξία, τόσο στο σχολείο όσο και στην κοινωνία ευρύτερα, αποτελεί στρουθοκαμηλισμό μπροστά στις υπαρκτές και καταγεγραμμένες σε επιστημονικές έρευνες ρατσιστικές συμπεριφορές.
Η Αγγλική Σχολή, όπως και κάθε σχολείο μιας δημοκρατικής κοινωνίας, οφείλει να δημιουργεί κριτικά σκεπτόμενους δημοκρατικούς πολίτες. Και εδώ βρίσκεται και η δεύτερη θεμελιώδης αντίφαση της Πρωτοβουλίας. Που από τη μια θέλει το σχολείο έξω από το πολιτικό γίγνεσθαι και από την άλλη προσπαθεί να επιβάλει τη δική της πολιτική αντίληψη για την κυπριακή ιστορία. Το σχολείο δεν βρίσκεται και δεν μπορεί να βρίσκεται έξω από την κοινωνία. Η διακοινοτική συμφιλίωση, ο αντι-ρατσισμός και ο αλληλοσεβασμός των κοινοτήτων δεν αποτελούν κομματικές θέσεις που επιβάλλονται, αλλά καθολικά αποδεκτούς πολιτικούς στόχους της κυπριακής κοινωνίας και πολιτείας που καλλιεργούνται και στο σχολείο. Αν η Πρωτοβουλία είναι το σύγχρονο χαρακτήρα της κυπριακής κοινωνίας που αντιστρατεύεται από την σκοπιά του “ελληνισμού”, ας το πει καθαρά χωρίς υπεκφυγές.
Τέλος η Πρωτοβουλία ας κατανοήσει ότι η διδασκαλία της ιστορίας της Κύπρου δεν αποτελεί τρόπο εθνικής κατήχησης και μέθοδο κρατικής προπαγάνδας, αλλά προσπάθεια κριτικής κατανόησης του παρελθόντος σε σχέση με το μέλλον της χώρας μας. Η μανιχαϊστική ιστορία του αγώνα του εθνικού υποκειμένου ενάντια στον προαιώνιο εχθρό όχι μόνο είναι επιστημονικά προβληματική αλλά και πολιτικά ξεπερασμένη. Η επιστήμη της ιστορίας βρίσκεται ήδη εδώ και δεκαετίες υπό διαδικασία αποεθνοποίησης τόσο στο ερευνητικό όσο και στο εκπαιδευτικό επίπεδο. Ιδιαίτερα μάλιστα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο εθνικισμός αντιμετωπίζεται ως ένα ιστορικό ρεύμα που έχει ολοκληρώσει τον κύκλο του. Στην Κύπρο φαίνεται, οι εκφραστές του να επιμένουν έστω και συγκαλυμμένα να αναπαράγουν τα προτάγματα του.
Ενωμένη Κύπρος
[ε/κ τμήμα]
Καταρχάς θα θέλαμε να χαιρετίσουμε το ήπιο ύφος και την αναγνώριση κάποιων βασικών αρχών όπως η πολυπολιτισμικότητα στο ψήφισμα της “Πρωτοβουλίας Γονιών και Αποφοίτων της Αγγλικής Σχολής”. Επειδή όμως η Πρωτοβουλία φαίνεται να συνεχίζει να αντιτάσσεται στον εκσυγχρονισμό της Αγγλικής Σχολής και στις αναγκαίες μεταρυθμίσεις που προκύπτουν από το γεγονός της μαζικής παρουσίας Τουρκοκυπρίων μαθητών, θεωρούμε ότι πρέπει να απαντήσουμε στην ουσία των ζητημάτων που θέτει.
Στην όλη προσέγγισή της η Πρωτοβουλία υποπίπτει σε μια θεμελιώδη αντίφαση. Από τη μια αποδέχεται τον πολυπολιτισμικό χαρακτήρα της Αγγλικής Σχολής, όπως αυτός επαναδιαβεβαιώθηκε τα τελευταία τέσσερα χρόνια, και από την άλλη ζητά στην ουσία εφαρμογή πρακτικών που αρμόζουν σε μονοκοινοτικό σχολείο. Πολυπολιτισμικότητα σημαίνει σεβασμός στη διαφορετικότητα, σημαίνει αρμονική συνύπαρξη των διαφόρων εθνοτικών και πολιστικών κοινοτήτων χωρίς μια από αυτές, έστω πλειοψηφική, να καθορίζει την κανονικότητα. Δεν νοείται πολυπολιτισμικότητα και ταυτόχρονα να κυριαρχούν τα ελληνο-χριστιανικά ιδεώδη, εκτός βέβαια και αν οι Τουρκοκύπριοι αντιμετωπιστούν ρατσιστικά ως δεύτερης κατηγορίας μαθητές. Το σεβασμό που απαιτούν για την “ελληνικότητα”, είναι μήπως έτοιμοι να τον δεκτούν για την “τουρκικότητα”; Επειδή η Αγγλική Σχολή δεν είναι ελληνορθόδοξη κοινοτική, αλλά χριστιανική, μη δογματική και, σύμφωνα με γνωματεύσεις δυο Γενικών Εισαγγελέων, δια-κοινοτική σχολή.
Η αντίληψη της Πρωτοβουλίας ότι διεξάγεται ένα πολιτικό πείραμα στην Αγγλική Σχολή είναι παραπλανητική και λανθασμένη. Στην Αγγλική Σχολή διεξάγεται μια εκσυγχρονιστική μεταρρύθμιση που λαμβάνει υπόψη της την αναδυόμενη πολιτική πραγματικότητα στην Κύπρο, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων το 2003. Αυτή τη στιγμή η Αγγλική Σχολή αποτελεί ένα από τα ελάχιστα μιχτά σχολεία της Κυπριακής Δημοκρατίας και ως τέτοιο αποτελεί μοντέλο ειρηνικής συμβίωσης και συνύπαρξης Ε/κ και Τ/κ μαθητών. Για να λειτουργήσει αποτελεσματικά ως μιχτό σχολείο χρειάζονται μια σειρά από μέτρα που να επιβεβαιώνουν και διασφαλίζουν τον αλληλοσεβασμό μεταξύ των μαθητών διαφορετικής εθνοτικής καταγωγής και να μην αποκλείουν μια σημαντική μερίδα μαθητών, όπως π.χ. με τον ελληνικό εθνικό ύμνο ή με τις ελληνικές εθνικές γιορτές. Επειδή ο ρατσισμός υπάρχει τόσο στην κυπριακή κοινωνία όσο και στα σχολεία της -και η Αγγλική Σχολή δεν αποτελεί εξαίρεση-, η πολιτική απραξία, τόσο στο σχολείο όσο και στην κοινωνία ευρύτερα, αποτελεί στρουθοκαμηλισμό μπροστά στις υπαρκτές και καταγεγραμμένες σε επιστημονικές έρευνες ρατσιστικές συμπεριφορές.
Η Αγγλική Σχολή, όπως και κάθε σχολείο μιας δημοκρατικής κοινωνίας, οφείλει να δημιουργεί κριτικά σκεπτόμενους δημοκρατικούς πολίτες. Και εδώ βρίσκεται και η δεύτερη θεμελιώδης αντίφαση της Πρωτοβουλίας. Που από τη μια θέλει το σχολείο έξω από το πολιτικό γίγνεσθαι και από την άλλη προσπαθεί να επιβάλει τη δική της πολιτική αντίληψη για την κυπριακή ιστορία. Το σχολείο δεν βρίσκεται και δεν μπορεί να βρίσκεται έξω από την κοινωνία. Η διακοινοτική συμφιλίωση, ο αντι-ρατσισμός και ο αλληλοσεβασμός των κοινοτήτων δεν αποτελούν κομματικές θέσεις που επιβάλλονται, αλλά καθολικά αποδεκτούς πολιτικούς στόχους της κυπριακής κοινωνίας και πολιτείας που καλλιεργούνται και στο σχολείο. Αν η Πρωτοβουλία είναι το σύγχρονο χαρακτήρα της κυπριακής κοινωνίας που αντιστρατεύεται από την σκοπιά του “ελληνισμού”, ας το πει καθαρά χωρίς υπεκφυγές.
Τέλος η Πρωτοβουλία ας κατανοήσει ότι η διδασκαλία της ιστορίας της Κύπρου δεν αποτελεί τρόπο εθνικής κατήχησης και μέθοδο κρατικής προπαγάνδας, αλλά προσπάθεια κριτικής κατανόησης του παρελθόντος σε σχέση με το μέλλον της χώρας μας. Η μανιχαϊστική ιστορία του αγώνα του εθνικού υποκειμένου ενάντια στον προαιώνιο εχθρό όχι μόνο είναι επιστημονικά προβληματική αλλά και πολιτικά ξεπερασμένη. Η επιστήμη της ιστορίας βρίσκεται ήδη εδώ και δεκαετίες υπό διαδικασία αποεθνοποίησης τόσο στο ερευνητικό όσο και στο εκπαιδευτικό επίπεδο. Ιδιαίτερα μάλιστα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο εθνικισμός αντιμετωπίζεται ως ένα ιστορικό ρεύμα που έχει ολοκληρώσει τον κύκλο του. Στην Κύπρο φαίνεται, οι εκφραστές του να επιμένουν έστω και συγκαλυμμένα να αναπαράγουν τα προτάγματα του.
Labels:
Αγγλική σχολή,
εθνικόφρονες,
Πλατφόρμα Εκπαιδευτικών
Subscribe to:
Comments (Atom)