Showing posts with label επισφάλεια. Show all posts
Showing posts with label επισφάλεια. Show all posts

Wednesday, June 29, 2016

«Η προσωρινότητα στην ανώτατη εκπαίδευση και στην έρευνα μας ασφυκτιά»

phd102615s
μετάφραση της Χριστίνα-Ζωή Μπακάλη
Άρθρο για τις πρώτες συναντήσεις σε εθνικό επίπεδο των προσωρινών εργαζομένων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και την έρευνα.
 «Η προσωρινότητα στην ανώτατη εκπαίδευση και στην έρευνα μας ασφυκτιά»
Αναδημοσιεύουμε το παρακάτω το άρθρο που αφορά τις πρώτες συναντήσεις σε εθνικό επίπεδο των επισφαλώς εργαζομένων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και την έρευνα οι οποίες έλαβαν χώρα τον Μάιο και δημοσιεύτηκαν την Πέμπτη 16 Ιουνίου στην γαλλική εφημερίδα LeMonde.

http://www.attack.org.gr/?p=1970
Από τον Gabriel Bortzmeyer εκ μέρους της συλλογικότητας των επισφαλώς εργαζομένων στην ανώτατη εκπαίδευση και την έρευνα.
«Δουλεύω τη διδακτορική μου διατριβή στον κλάδο της Ιστορίας εδώ και 5 χρόνια και δεν επωφελούμαι καμία χρηματοδότηση αντίστοιχη της δουλειάς μου σαν ερευνήτρια. Σαν διδακτορικός είμαι επίσης προσωρινά επιφορτισμένη με τη διδασκαλία σε ένα πανεπιστήμιο που βρίσκεται 50 km μακριά από το σπίτι μου και  τα έξοδα της μετακίνησης δεν  υποστηρίζονται από τον εργοδότη μου. Πληρώνομαι καθαρά 30 ευρώ την ώρα, αλλά ο χρόνος που απαιτείται για να ετοιμάσω τα μαθήματα και να διορθώσω τις  εργασίες δε λαμβάνεται υπ’ όψιν. Επιπλέον, για να επωφεληθεί το πανεπιστήμιο από την αμοιβή που μου δίνεται, πρέπει να πληρώνω μόνη μου τα τέλη της εγγραφής, σαν μία φοιτήτρια του πανεπιστημίου. Συνεπώς, το πανεπιστήμιο  με προσλαμβάνει χωρίς να καλύπτει την κοινωνική μου ασφάλιση και την ανεργία. Ο μισθός δε μου παρέχεται σε μηνιαίες δόσεις.  Μου παρέχεται σε μία δόση περίπου έξι μήνες μετά το τέλος του εξαμήνου. Δεν είναι πλέον σίγουρο αν αυτός  ο μισθός αρκεί για να ζήσω, έτσι δουλεύω και τρεις μέρες την εβδομάδα σαν ημι-απασχολούμενη διοικητικός υπάλληλος στη γραμματεία του τμήματός μου, με συμβόλαιο 3 μηνών, όπου αναλαμβάνω να διευθετήσω τις εγγραφές εκατοντάδων φοιτητών οι οποίοι εγγράφονται κάθε χρόνο στο προπτυχιακό επίπεδο. Έτσι καλούμαι να προχωρήσω τη διατριβή μου κατά τη διάρκεια του σπάνιου ελεύθερου χρόνου που διαθέτω.»
 « Είμαι κάτοχος διδακτορικού στη κοινωνιολογία. Εδώ κι 6 χρόνια, θέτω υποψηφιότητα κάθε χρόνο σε θέσεις υπευθύνου για τη διεξαγωγή συνεδρίων. Για να εμπλουτίσω το βιογραφικό μου και να παραμείνω στα δρώμενα, διδάσκω πολλές ώρες και αναλαμβάνω μαθήματα τα οποία κανένας δε θέλει. Εναλλάσσομαι μεταξύ τυχαίων ερευνητικών συμβάσεων και περίοδων ανεργίας. Συνήθως συνάπτω συμβάσεις ορισμένου χρόνου  και τόσο πριν την έναρξη όσο και μετά τη λήξη τους μου ζητούν να δουλέψω παρέχοντας υπηρεσίες στην ομάδα,. Η εν λόγω συμβάσεις ποτέ δεν υπογράφονται στην ώρα τους και συχνά πληρώνομαι με καθυστέρηση ένα με δύο μήνες. Ένας επιφανής ακαδημαϊκός φορέας επιχείρησε να με προσλάβει σαν αυτόαπασχολούμενο για να δουλεύω σε ένα δικό του ερευνητικό πρόγραμμα. Κάθε φορά, ο φόρτος εργασίας μου είναι αντίστοιχος με εκείνον των συναδέλφων κατόχων διδακτορικών, αλλά ο μισθός μου, τα επαγγελματικά μου δικαιώματα και η αναγνώριση δεν επέρχονται. Το να διαμαρτυρηθώ θα με εξέθετε με αποτέλεσμα να μην με προσλαμβάνουν.»
index
Αυτές οι ατομικές περιπτώσεις απεικονίζουν την επισφάλεια που αγγίζει την πλειοψηφία των εργαζομένων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και την έρευνα. Οι θεσμοί γνωρίζουν ήδη τι ετοιμάζει αυτός ο νόμος που αφορά τα εργασιακά για τον κόσμο της μισθωτής εργασίας. Εκπαιδευτικοί, ερευνητές, διοικητικοί, τεχνικοί για τη συντήρηση και την ασφάλεια της εκπαίδευσης και της έρευνας, όλα τα επαγγέλματα και οι θέσεις πλήττονται. Έτσι, γινόμαστε σταδιακά πάροχοι υπηρεσιών, σκλάβοι για ένα ευχαριστώ και φιμωμένοι, ενώ βράζουμε από θυμό.
Αυτές οι συνθήκες συχνά είναι ακόμα χειρότερες στον ιδιωτικό τομέα. Η κακομεταχείριση έχει γίνει συχνό φαινόμενο, όπως η ξεκάθαρη απουσία πληρωμής της εργασίας, η οποία στο τέλος παρακάμπτεται μπροστά στην  κοινή επιτροπή εργοδοτών –εργαζομένων που διερευνά και δικάζει τέτοια ζητήματα (Prud’homme). Εκεί, είναι κατακριτέο να παραπονιέται κανείς, καθώς οι εργαζόμενοι ρισκάρουν να απορριφθούν και να εγγραφούν στη λίστα των ανθρώπων που δε θα προσληφθούν ποτέ ξανά. Η υπακοή αγοράζεται με εκβιασμό για την εργασιακή σταδιοδρομία και με την υπόσχεση ότι μία μέρα θα πάρεις τον τίτλο. Οι μειώσεις των θέσεων εργασίας επιμηκύνουν και σχεδόν μονιμοποιούν την υποτιθέμενη προσωρινή επισφάλεια σε. Παράλληλα, δε λαμβάνουν υπ’ όψιν το γεγονός ότι οι ανισότητες στην πρόσβαση για εργασία ευνοούν την παγίωση των ίδιων προσώπων στις θέσεις ισχύος, προσώπων συνήθως γένους αρσενικού, χρώματος λευκού και αντίληψης αστού. Όταν κάποιος καταφέρει να καταλάβει μία θέση, αυτό γίνεται συχνά σε αρκετά προχωρημένη ηλικία. Το γεγονός ότι είναι απίθανο να κατακτήσουμε σταθερές συνθήκες ζωής πριν τα σαράντα έχει καταστροφικές συνέπειες για την ύπαρξή μας.
Η αντίληψη με όρους  καθαρού management της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και της έρευνας είναι ακόμα πιο εμφανείς. Η ανεπάρκεια των μέσων, η επισφάλεια στο καθεστώς, η λογική του ορισμένου χρόνου και θεσμική διαχείριση δεν μπορούν παρά να υποβαθμίζουν την ποιότητα της δουλειάς μας και των παροχών μας στο δημόσιο τομέα. Επιπλέον, οι δουλειές μας συνεχώς εμποδίζονται από το χαμένο χρόνο, καθώς κάθε μέρα αναγκαζόμαστε να συντάσσουμε φακέλους για να ζητήσουμε χρηματοδότηση, συχνά όμως χωρίς αποτέλεσμα. Οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις στα πανεπιστήμια και στην έρευνα έχουν τελικά καταλήξει σε ένα διαρκή και επικίνδυνο ανταγωνισμό μεταξύ των ιδρυμάτων. ι πρόεδροι των πανεπιστημίων έχουν δει τα εισοδήματά τους να αυξάνονται, παρόλο που το προσωπικό τους κατά πλειοψηφία εργάζεται επισφαλώς. Όσον αφορά τους προϋπολογισμούς, αυτοί κάθε χρόνο όλο και περισσότερο ροκανίζονται.
Εμείς, οι προσωρινά εργαζόμενοι στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και την έρευνα, έχουμε υπάρξει «αόρατοι» για μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά ο αριθμός μας συνεχώς αυξάνεται και ο ρόλος μας στην έρευνα και την εκπαίδευση είναι κεντρικός. Παρόλα αυτά, όλες αυτές οι συνθήκες μας κάνουν να είμαστε όλο και λιγότερο σε θέση να διασφαλίσουμε την έρευνα ως κοινωνικό λειτούργημα, όσο και την παραγωγή και τη διάχυση της γνώσης. Η προσωρινότητα των εργαζομένων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και την έρευνα σημαίνει επίσης ότι η εκπαίδευση και η ποιότητα που αυτή αντανακλά και για τις οποίες εμείς θα συνεχίσουμε να μαχόμαστε, οδηγούνται σε θάνατο. Αρνούμαστε να σιωπήσουμε από εδώ και πέρα. Με τη συνέχιση των κινητοποιήσεων κόντρα στο νόμο για τα εργασιακά, τον οποίο αντιπαλεύουμε με την ίδια λογική όπως και την κακομεταχείριση που περιγράφηκε παραπάνω, έχουμε αποφασίσει να οργανώσουμε τις τοπικές συλλογικότητες της ομοσπονδίας σε εθνικό επίπεδο, συμπεριλαμβάνοντας όλους τους προσωρινά εργαζομένους της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και της έρευνας ώστε να είμαστε έτοιμοι. Οι διεκδικήσεις μας είναι όχι μόνο απλές αλλά και ρεαλιστικές:
  1. Κατοχύρωση όλων των συμβασιούχων και των προσωρινά εργαζομένων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και την έρευνα, οι οποίοι δουλεύουν σε μόνιμες θέσεις εργασίας.
  2. Μαζική δημιουργία και δημόσια χρηματοδότηση τόσο συμβάσεων για υποψήφιους διδάκτορες όσο και θέσεων εργασίας για όσους τις δικαιούνται, στα πανεπιστήμια και την έρευνα. Το παραπάνω αφορά το σύνολο των επαγγελμάτων όπως εκπαιδευτικούς, ερευνητές, βιβλιοθηκάριους, διοικητικό και τεχνικό προσωπικό, προσωπικό για καθαριότητα. Να πραγματοποιηθεί με ανακατανομή των χρημάτων, κυρίως αυτών που θα απέμεναν αν δεν υπήρχε η φορολογική  μείωση στις επιχειρήσεις, προκειμένου να επενδύσουν οι ίδιες στην έρευνα και την ανάπτυξη (R & D).
  3. Δημόσιος έλεγχος στο καθεστώς της επισφάλειας μέσα στα πανεπιστήμια και τους οργανισμούς της έρευνας. Απογραφή σε ισολογισμούς των κτιρίων, του αριθμού και του φόρτου εργασίας των συμβασιούχων, των προσωρινά εργαζομένων και των εργαζομένων σε καθεστώς εργολαβίας.
  4. Η πληρωμή των προσωρινά εργαζομένων και των συμβασιούχων να γίνεται σε μηνιαίες δόσεις. Σεβασμός στο δικαίωμα στην εργασία όπως η υποχρέωση να υπογράφεται σύμβαση πριν την έναρξη της εργασίας και να υποβάλλεται πληρωμή κάθε μήνα.
  5. Τέλος στη δωρεάν εργασία, την απληρωσιά και την κατάχρηση της πρακτικής άσκησης. Αμοιβή όλων αυτών των «αόρατων» εργασιών που πραγματοποιούνται από υποψήφιους διδάκτορες, όπως η επιτήρηση στις εξετάσεις, η διόρθωση γραπτών, οι επιπρόσθετες απλήρωτες ώρες, η μη αμειβόμενη εργασία στα ερευνητικά project.
  6. Η πρόσβαση στο επίπεδο του διδακτορικού πρέπει να είναι δικαίωμα για όλους. Οι διδάκτορες πρέπει να αμείβονται ευπρεπώς για να κάνουν τη δουλειά τους, αυτήν της παραγωγής γνώσης, χωρίς από τα πριν να τίθενται όρια για τη διάρκεια της διδακτορικής τους διατριβής και με απαλλαγή από τα τέλη της εγγραφής τους.
  7. Διαφάνεια στην διανομή της χρηματοδότησης για τις διδακτορικές διατριβές, για τις θέσεις προσωρινά εργαζομένων στην εκπαίδευση και την έρευνα και για τις συμβάσεις των μετά-διδακτορικών. Διαφάνεια και στις διαδικασίες της αξιολόγησης των προσόντων και της πρόσληψης των εκπαιδευτικών και των ερευνητών με δημοσιοποίηση των κατατιθέμενων αναφορών για την επιλογή και για την απόρριψη, αντίστοιχα.
  8. Επιμήκυνση της διάρκειας της παρουσίας των διδακτόρων στο εργαστήριό τους με πρόσβαση στις παροχές και στις χρηματοδοτήσεις με τον ίδιο τρόπο που την δικαιούνται οι υπόλοιποι εργαζόμενοι.
  9. Κατάργηση των κριτηρίων, όπως αυτό της εθνικότητας, για την πρόσβαση σε θέσεις εργασίας και σε χρηματοδοτήσεις. Παραχώρηση κατοικίας των εργαζομένων ξένων υποψήφιων διδακτόρων και διδακτόρων διασφαλίζοντας παράλληλα την πρόσβαση σε παροχές ανεργίας μετά τη λήξη της σύμβασης εργασίας τους.
  10. Αγώνας ενάντια στις διακρίσεις που προβαίνει το σύστημα στα πανεπιστήμια και την έρευνα, οι οποίες υποστηρίζουν και ενισχύουν τις καταστάσεις επισφάλειας στο εσωτερικό τους.

Friday, March 2, 2012

Συνδικάτα και επισφαλείς εργαζόμενοι


(μετάφραση αποσπάσματος από το υπό έκδοση στα αγγλικά βιβλίο , “Labour relations in Cyprus: employment, trade unionism and class composition”, σελ. 106-107)

4.2.2. Η περιορισμένη έλξη του συνδικαλισμού ανάμεσα στους επισφαλείς εργαζόμενους

...Η επισφαλής ζωή και εργασία δεν αποτελείται μόνο από την εξόφθαλμη οικονομική εκμετάλλευση και το θεσμικό αποκλεισμό, αλλά περιλαμβάνει επίσης την απώλεια της αυτονομίας πάνω στη ζωή του ανθρώπου και την υποταγή του στον αυταρχισμό του εργοδότη και στη σκληρότητα της αγοράς εργασίας. Η βιωμένη εμπειρία της αδύνατης θέσης των επισφαλώς εργαζομένων στην αγορά εργασίας και η εν γένει αβεβαιότητα του εργασιακού τους καθεστώτος, τους καθιστά δύσπιστους σε νομικίστικους και τυπικούς λόγους περί εργατικών δικαιωμάτων και δυνητικών ωφελημάτων και όχι μόνο διστακτικούς να ενταχτούν, αλλά επίσης καχύποπτους με τα συνδικάτα, τα οποία τους φαίνονται πάνω κάτω μέρος του συνολικά άδικου συστήματος εργασιακών σχέσεων.

Έχοντας πει αυτό, ας εξετάσουμε πιο στενά τη δυσκολία των συνδικάτων να οργανώσουν τους επισφαλείς εργάτες μέσα από τα δεδομένα της έρευνας πεδίου. Πολλοί νεαροί εργάτες, τόσο ενταγμένοι όσο και ανένταχτοι στα συνδικάτα, μου εξέφρασαν την απογοήτευσή τους με τα συνδικάτα. “Οι συντεχνίες εν έχουν υπόθεση. Το μόνο που τους ενδιαφέρει εν τα λεφτά των συνδρομών...που ήταν το ζήτημα της ανανέωσης των συμβάσεων ούλλοι ήταν έτοιμοι για απεργία. Τελικά εσυμφώνησαν με τους μαστόρους1”. Το αίσθημα (ανάμεσα στους εργαζόμενους) ότι τα συνδικάτα με κάποιο τρόπο ήταν πουλημένα στα αφεντικά ήταν όντως μια σημαντική διάσταση που βγήκε μέσα από την εμπειρική μου έρευνα. Πολλοί εργάτες βλέπουν τα συνδικάτα ως ανεπαρκείς μορφές αντιπροσώπευσης και οχήματα αγώνα. “Οι συντεχνίες έπρεπε να ήταν δαμέ κάθε μέρα να παλεύκουν για τα δικαιώματα μας. Έννενι2”. Αυτό μπορεί να πάρει και τη μορφή πλήρους απαξίωσης του συνδικαλισμού. “Είναι το ίδιο πράγμα να είσαι ή να μην είσαι σε συνδικάτο. Γιατί να παίρνει το συνδικάτο τα λεφτά;3” Η μεροληψία των συνδικάτων υπέρ των πιο ευνοούμενων, συνήθως ειδικευμένων εργατών, γίνεται αντιληπτή από τους επισφαλείς εργαζόμενους και αποτελεί παράγοντα που διατηρεί την απόσταση μεταξύ αυτών και των συνδικάτων. “Δεν θα πάω στην συνέλευση των συντεχνιών. Δεν τους ενδιαφέρει αφού τι θα πω. Οι συντεχνίες θέλουν να μας χρησιμοποιούν. Δεν θα κερδίσουμε τίποτα. Οι συντεχνιακοί ανήκουν σε άλλη τάξη. Οι μάστορες (εννοεί ειδικευμένοι χτίστες) θα μιλήσουν, θα φαν και θα πιουν και θα μας χρησιμοποιήσουν. Αν πάνε οι άλλοι (εννοεί ανειδίκευτοι εργάτες, κυρίως μετανάστες) θα πάω και εγώ4”.

Τα συνδικάτα σήμερα δεν είναι τόσο δυνατά όσο ήταν στο παρελθόν5. “Παλιά εμιλούσαν τζιαι οι εργοδότες ακούαν. Εν ετολμούσαν να μεν ακούσουν. Σήμερα τους μαστόρους εν τους κόφτει ίντα που λαλούν οι συντεχνίες6”. Όπως ανάφερα στο κεφάλαιο 3, η επέκταση της άτυπης και αρρύθμιστης εργασίας είχε συνέπειες στο συνδικαλιστικό κίνημα. Διαίρεσε το εργατικό δυναμικό και σταθερά διάβρωσε τη δύναμη των συνδικάτων στο επίπεδο του εργασιακού χώρου. Η αποτυχία των συνδικάτων να οργανώσουν τους “μη κανονικούς” εργάτες ή η δυσκολία τους να το κάνουν για διάφορους λόγους, περιλαμβανομένης της εργοδοτικής αλλά και της εγωιστικής του πυρήνα των εργαζομένων αντίστασης σε συνδυασμό με την αδιαφορία των περιφερειακών εργαζόμενων, ενισχύει τη διαίρεση των εργαζομένων, αυξάνοντας την απόσταση μεταξύ των ενταγμένων και των αποκλεισμένων. Τα συνδικάτα αφήνονται έτσι να παίζουν τον ρόλο του φρουρού των παλιότερων εργαζομένων του πυρήνα και προσβλέπουν περισσότερο προς το κράτος για τη γενικότερη προστασία των γενικών εργασιακών συνθηκών μέσα από τη νομοθεσία και ειδικότερα μέσα από την επιθεώρηση και τη ρύθμιση.

Η εξατομίκευση των εργασιακών σχέσεων και η πραγματική ή φαινομενική παρακμή της συνδικαλιστικής δύναμης είναι ουσιαστικά οι δυο πλευρές του ίδιου νομίσματος, αναπόφευκτες πτυχές του νεο-φιλελεύθερου / μετα-φιλελεύθερου κυρίαρχου πλαισίου και συνθήκης. Σε αυτό το πλαίσιο τα συνδικάτα δεν μπορούν να αναπτύξουν μια στρατηγική με στόχο να απαντήσουν στην αντεπίθεση του κεφαλαίου και αυτοπεριορίζονται σε μια αμυντική στάση ολικής προσκόλλησης στον “εθνικό συμβιβασμό” του τριμερούς συστήματος. Όμως αυτός ο συμβιβασμός, κάποτε η επίσημη πολιτική των εργοδοτών, δεν αποτελεί σήμερα την προτεραιότητα τους. Αυτός ο συμβιβασμός, που κωδικοποιήθηκε σε μια περίοδο συνδικαλιστική δύναμης, δεν είναι συνολικά αποδεκτός σήμερα που τα συνδικάτα βρίσκονται σε πιο αδύνατη θέση. Μερικοί εργοδότες έχουν σαν υπόρρητο στόχο τους σήμερα την εξουδετέρωση της συνδικαλιστικής δύναμης και επανασχηματισμού της συνδικαλιστικής λειτουργίας έτσι ώστε να μετατραπεί σε μια υποβοηθητική διευθυντική και πειθαρχική λειτουργία. “Οι συντεχνίες δεν μπορούν να αφήνονται να καθορίζουν τη διευθυντική στρατηγική. Η φιλοσοφία μας είναι η εξατομικευμένη υπηρεσία. Αν οι συντεχνίες το δέχονται αυτό καλώς, αν όχι οι συντεχνίες πρέπει να φύγουν7”.


1Έρευνα πεδίου 3, νεαρός μάγειρας τώρα με μερική απασχόληση
2Έρευνα πεδίου 3 νεαρός μπάρμαν, μέλος συνδικάτου
3Έρευνα πεδίου 6, νεαρός εργάτης στα καλούπια
4Έρευνα πεδίου 6, ανειδίκευτος εργάτης
5Αυτή η άποψη εκφράστηκε από πολλούς εργαζόμενους στις έρευνες πεδίου 2, 3, 6 και 7.
6Έρευνα πεδίου 2, υπεύθυνος εστιατορίων.
7Έρευνα πεδίου 3, εκτελεστικός διευθυντής

Tuesday, June 28, 2011

Back to the future

Ευέλικτη Εργασία και Επισφαλής Ζωή

Φικρής Ευρασιάτης,
ΦΑΛΙΕΣ, τεύχος 2, Γενάρης 2006

Η ευελικτοποίηση της εργασιακής διαδικασίας και της κεφαλαιακής συσσώρευσης, καταστάσεις  άρρηκτα συνδεδεμένες με τη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, αποτελούν εξελίξεις που αναδομούν τις σχέσεις παραγωγής και κατ’ επέκταση αναδιαρθρώνουν τις σχέσεις της ταξικής μας κοινωνίας. Στο κείμενο αυτό δε θα εξεταστεί αν η εργασιακή ευελιξία αποτελεί δομική ανάγκη της καπιταλιστικής οικονομίας ή ιδεολογική πολιτική αντίληψη των εκπροσώπων της. Το κείμενο αυτό γράφεται από τη σκοπιά των εργαζομένων και δεν ενδιαφέρεται για την οικονομία της κεφαλαιακής συσσώρευσης αλλά για το κοινωνικό νόημα της ανατροπής της. Για ένα μεγάλο μέρος της εργατικής τάξης, συμπεριλαμβανομένου ολόκληρου του νεαρού σε ηλικία τμήματος της, εργασιακή ευελιξία σημαίνει πρώτα και πάνω από όλα επισφαλής εργασία, ή γενικότερα ζωή μέσα στην επισφάλεια. Κατ΄ επέκταση ο όποιος σχεδιασμός παρέμβασης στον ταξικό ανταγωνισμό, οφείλει να λάβει υπόψη του το νόημα της επισφάλειας, όπως αποτυπώνεται στις ζωές των υποκειμένων.


Το βασικότερο χαρακτηριστικό της επισφάλειας είναι η αβεβαιότητα. Η αβεβαιότητα έχει πολλαπλές διαστάσεις, διαβαθμίσεις και διαφοροποιήσεις. Δεν βρίσκονται λόγου χάρη όλοι οι έκτακτα απασχολούμενοι στην ίδια μισθολογική κλίμακα, ούτε βιώνουν τις ίδιες συνθήκες εργασίας. Όμως η μορφή της εκμετάλλευσης στην οποία υπόκεινται είναι παρόμοια καθώς η έλλειψη οικονομικής σταθερότητας τους αποκλείει από κάθε μακρόπνοο σχεδιασμό της ζωής τους. Βρίσκονται σε μια κατάσταση συνεχούς ανασφάλειας με όλες τις κοινωνικές και συναισθηματικές της προεκτάσεις, που πηγάζει από τη συναίσθηση και την πραγματικότητα της προσωρινότητας τους. Αποκλεισμένοι από τα κεκτημένα δικαιώματα της εργατικής τάξης (πληρωμένες άδειες, δέκατος τρίτος μισθός κτλ) και χωρίς διαβλεπόμενη ενσωμάτωση στη μόνιμη εργασία -και άρα πρόσβαση σε εγγυημένο μισθό- οδηγούνται σε ένα παζάρι υπηρεσιών. Χάνουν δηλαδή την σιγουριά του μισθωτού χωρίς να παύουν να υπόκεινται στην ιεραρχία και την αλλοτρίωση της μισθωτής σχέσης. Οι εργαζόμενοι με το κομμάτι για παράδειγμα, πέραν από το άγχος να ικανοποιήσουν τον εργοδότη τους -πελάτη των υπηρεσιών τους, επωμίζονται ταυτόχρονα και το λεγόμενο ρίσκο του επιχειρηματία, τον κίνδυνο δηλαδή της  χρεοκοπίας μέσα από τον παραμερισμό τους από τη συγκεκριμένη αγορά. Ο εργοδότης, σαν αγοραστής υπηρεσιών, παύει να έχει ευθύνες κοινωνικής ασφάλισης των υπαλλήλων του, αφού η εργασιακή σχέση βαφτίζεται επαγγελματική συνεργασία. Με την απειλή της ανεργίας πάνω από τα κεφάλια τους και τον φόβο της κοινωνικής περιθωριοποίησης και συναισθηματικής κατάπτωσης, πολλοί εργαζόμενοι πιέζονται να αποδεχτούν εν λευκώ την όποια εργασία τους ανατεθεί. Η ζωή μέσα στην επισφάλεια προωθεί τη θεαματική αναπαράσταση της εργασίας ως ευκαιρίας. Ταυτόχρονα η επισφάλεια αναπαρίσταται θεαματικά από την εργασιακή ιεραρχία ως ζωή. Η αναζήτηση της βεβαιότητας από τον ευκαιριακοποιημένο άνθρωπο, εργαζόμενο ή άνεργο, τον οδηγεί στην αντίληψη της μισθωτής εργασίας ως ελευθερίας!
 Το πρεκαριάτο δεν είναι φρούτο της παγκοσμιοποίησης, κουβαλά μέσα του ιστορία. Καθώς αλλάζουν οι εποχές, η στοιχειωμένη κραυγή  των ακτημόνων αγροτών έξω από τα μεταλλεία και τις οικοδομές μιας αποικίας αντηχεί μέχρι σήμερα στα αυτιά κάποιων…
– Θέλουμεν μάστρον, ττέλουμε μάστρο!!!    
   

Η σημερινή απαίτηση της εργοδοσίας για ευελιξία στην αγορά και χρήση της εργατικής δύναμης  σχετίζεται με την άρνηση της να επιβαρύνεται το κόστος της αναπαραγωγής αυτής της ίδιας της εργατικής δύναμης. Τα περιθώρια αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης όμως έξω από την εμπορευματοποιημένη εργασία έχουν στενέψει. Οι αγροτικές κοινωνίες, οι παραδοσιακές οικονομίες που στήριξαν την επέκταση του βιομηχανικού καπιταλισμού παρέχοντας πρώτη ύλη και εργατική δύναμη μούχτιν σήμερα είναι είδος προς εξαφάνιση. Το Κεϋνσιανό κράτος προνοίας και ο θεσμός της οικογένειας δηλώνουν αδυναμία να συντηρήσουν τον ολοένα αυξανόμενο αριθμό ανέργων και υπερηλίκων. Το κεφάλαιο αρνείται να φροντίσει για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης που χρησιμοποιεί. Θεωρεί τα εργασιακά υποκείμενα ως αναλώσιμα αντικείμενα. Όμως κεφάλαιο χωρίς εργατική δύναμη δεν μπορεί να υπάρξει! Όσο ελκυστική και αν ακούγεται σαν ιδέα, οι μηχανές δεν παράγουν αξία. Η αξία είναι κοινωνική κατασκευή χωρίς υλική οντότητα κωδικοποιήσιμη μαθηματικά και άρα υπολογίσιμη ποσοτικά. Η αξιοποίηση της αξίας, η επιβολή δηλαδή του «νόμου της αξίας» στην κοινωνική διαδικασία της παραγωγής δεν είναι ποτέ δεδομένη, αλλά αδιάκοπα διαπραγματεύσιμη, μεταβαλλόμενη και τελικά μεταλλασσόμενη ανάλογα και σύμφωνα με τις πράξεις των υποκειμένων. Η ίδια η ιστορική πραγματικότητα είναι προϊόν του κοινωνικού ανταγωνισμού, ή όπως λέει χαρακτηριστικά ο Holloway, το κεφάλαιο είναι ταξική πάλη. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η αυτό-αξιοποίηση του κεφαλαίου περνά μέσα από τη δημιουργία της εργασίας, ενώ η αυτό-αξιοποίηση της εργασίας μέσα από την καταστροφή του κεφαλαίου!
Η αυτονόμηση της εργασίας από το πρόγραμμα αξιοποίησης του κεφαλαίου παραμένει το βασικό πρόταγμα. Η αυτο-αξιοποίηση της εργασίας, βρίσκεται στη συνεργατική επανοικειοποίηση της παραγωγής. Τα μαστριλίκκια κομμένα!

Καθώς η εργασία υπηρεσιοποιείται (βλέπε προηγούμενο τεύχος, Άυλη εργασία) μετατρέπεται σε μια αφηρημένη αγορά πληροφορίας, σε μια κοινότητα γνώσης, σε μια αόριστα δια-προσωπική αντίληψη του εμείς. Η υπηρεσιοποίηση της εργασίας  μετατρέπει τον εργαζόμενο σε μηχανή ανα-παραγωγής και προώθησης συμβόλων που ανα-πληρώνουν την ύπαρξη του. Πρόκειται για την εκδούλευση των υποκειμένων, όχι απλώς την εξαγωγή υπεραξίας από τα μυαλά και τα σώματα τους, αλλά την ψυχαναγκαστική οριοθέτηση του είναι τους στις παραμέτρους του εμπορεύματος. Μπορεί η σχέση επαγγελματία – αγοραστή υπηρεσιών να υποκαθιστά φαντασιακά τη σχέση υποτακτικού – αφεντικού, αλλά, με ή χωρίς τη μεσολάβηση της διαπροσωπικής επαφής, ο βασικός ανταγωνισμός  της εργασιακής σχέσης μένει. Μπορεί η εργασία να αϋλοποιείται, η αλλοτρίωση όμως δεν εξαϋλώνεται. Η αποξένωση του ανθρώπου από τον άνθρωπο δεν περιορίζεται στον εργασιακό χωρόχρονο. Είναι στα σπίτια μας και στα στέκια μας. Είναι στις λέξεις που βγάζουμε από το στόμα μας, στις αδιάφορες μας επαφές, στην απάθεια με την οποία χάνουμε την προσωπική μας αξιοπρέπεια και τη συλλογική μας αυτονομία!
Καθώς η διχοτόμηση μεταξύ εργασιακού και ελεύθερου χρόνου ανατρέπεται, ο “ελεύθερος” χρόνος καλείται να ανα-πληρώσει τον αναξιοποίητο εργασιακό χρόνο. Ούτε λεπτό να μην υπάρξει έξω από το εμπόρευμα! Παρτ – τάιμ τζαι βάρδιες, σπαστόν ωράριο τζαι το όβερ – τάιμ μια-μια. Με το ψουμίν μας εν παίζουμεν. Παίζουσιν άλλοι!
Δεν μπορώ άλλο Θανάση, στα εικοσπέντε έχω γεράσει.
- Κάνε στάση, κάνε στάση.

Thursday, April 9, 2009

Εργατική δύναμη και ταξική πάλη στην Κύπρο

Το πολιτικό πλαίσιο της εργασιακής διαδικασίας

Με την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ το 2004 έχουν αυξηθεί οι πιέσεις για την ευελικτοποίηση των εργασιακών σχέσεων. Παρά τη σχετική υποχώρηση του νεοφιλελευθερισμού σε παγκόσμιο επίπεδο την τελευταία δεκαετία, ο στόχος της ευελιξίας στην αγορά εργασίας παραμένει επίκαιρος, καθώς έχει καταφέρει να ενσωματωθεί και στο σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα και να μετατραπεί σε ευρωπαϊκή αρχή, έστω μέσα από τη συμβιβαστική πρόνοια της “ευελισφάλειας”. Βέβαια το περιεχόμενο, η ερμηνεία και η νοηματοδότηση της έννοιας της ευελισφάλειας δεν είναι δεδομένη καθώς αποτελεί ζήτημα αδιάκοπης ιδεολογικής και πολιτικής μάχης.

Στην Κύπρο η ευελικτοποίηση προχωρά με ιδιαίτερα αργούς ρυθμούς, καθώς το τριμερές σύστημα εργασιακών σχέσεων αποδεικνύεται ανθεκτικό μπροστά στην προοπτική της απορύθμισης. Παρά τη μικρή αύξηση της μερικής, εποχιακής και προσωρινής απασχόλησης, την επέκταση της υπεργολαβίας και της εργασίας με το κομμάτι, την εμφάνιση της τηλε-εργασίας και των κυμαινόμενων μισθών, σε γενικές γραμμές η ευελιξία στις εργασιακές σχέσεις δεν έχει καταστεί κυρίαρχη στην Κύπρο. Η συνδικαλιστική πυκνότητα παραμένει σχετικά ψηλή και η διαδικασία της απορύθμισης και της αναρύθμισης προς όφελους του κεφαλαίου συναντά ακόμα την αντίσταση του συνδικαλιστικού κινήματος.

Βέβαια οι τάσεις προς την αποσυλλογικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, που αποτελούν προϋπόθεση της απορύθμισης, εντείνονται και παρατηρούνται τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα. Τα προσωπικά συμβόλαια αυξάνονται και οι συλλογικές συμβάσεις αγνοούνται και παρακάμπτονται, προωθείται το μοντέλου του εργαζόμενου-επιχειρηματία μέσα από την “αγορά υπηρεσιών” και μετακύληση του ρίσκου και του κόστους της κοινωνικής ασφάλισης από τον εργοδότη στον εργαζόμενο. Όμως οι συλλογικές συμβάσεις και τα εργατικά δικαιώματα και ωφελήματα που απορρέουν από αυτές, παρά την εργοδοτική πίεση, συνεχίζουν να ισχύουν για την πλειοψηφία των εργαζομένων στην Κύπρο.

Τι γίνεται όμως με τη σημαντική μειοψηφία, κυρίως αποτελούμενη από την νεολαία, που δεν απολαμβάνει πια εργασιακά δικαιώματα και ωφελήματα; Αυτοί που βρίσκονται εκτός των συνδικαλιστικών οργανώσεων, που δεν παίρνουν ΑΤΑ και 13ο, που δεν έχουν πληρωμένη άδεια, που δουλεύουν υπερωρίες χωρίς να πληρώνονται επιπλέον, που υφίστανται την εργοδοτική τρομοκρατία μέσα από τη μόνιμη απειλή της απόλυσης και που κινούνται μεταξύ ανεργίας και κακοπληρωμένης και συχνά ανασφάλιστης εργασίας; Οι αδήλωτοι και οι άτυποι εργαζόμενοι στον πάτο της εργασιακής ιεραρχίας είναι συνήθως αυτοί που αγνοούνται ακόμα και από το συνδικαλιστικό κίνημα.

Η διεθνοποίηση της εργατικής δύναμης και οι πολιτικές της προεκτάσεις

Μεγάλο μέρος της εργατικής τάξης στην Κύπρο σήμερα, βόρεια και νότια της πράσινης γραμμής, αποτελείται από μη Κύπριους εργάτες με τουρκικά και ελληνικά διαβατήρια αντίστοιχα. Αν προσθέσουμε σε αυτούς τους φοιτητές από την Ασία και την Αφρική που εργάζονται για να επιβιώσουν, καθώς επίσης και τους ανατολικο- ευρωπαίους εργάτες στον νότο, δεν μπορούμε να μιλούμε πλέον για κυπριακή εργατική τάξη αλλά για πολυεθνική εργατική τάξη στην Κύπρο. Το συνδικαλιστικό κίνημα με κάποιες εξαιρέσεις αδυνατεί να εντάξει τους ξένους εργάτες και να τους διασφαλίσει τα δικαιώματα τους με αποτέλεσμα τη δημιουργία εργαζομένων δυο ταχυτήτων. Επειδή δεν είναι αρκετό να επισημαίνουν η ΠΕΟ και η ΣΕΚ ότι οι ξένοι εργάτες αποτελούν φτηνή εργατική δύναμη. Το ζήτημα είναι να συμβάλουν ώστε να μην αντιμετωπίζονται οι ξένοι ως εκμεταλλεύσιμη και αναλώσιμη εργατική δύναμη μέσα από την πραγματική και όχι απλώς την τυπική ένταξη τους στο συνδικαλιστικό κίνημα.

Από τη στιγμή που η εργατική τάξη διεθνοποιείται στο κυπριακό έδαφος, τότε και η αντιπροσώπευση της στα κυπριακά συνδικάτα θα πρέπει να είναι ανάλογη. Μπορούν οι μεγάλες συνδικαλιστικές οργανώσεις να αντεπεξέλθουν σε αυτή την πρόκληση; Μάλλον όχι, απ'ότι έχουν δείξει τις τελευταίες δεκαετίες. Πριν τους μετανάστες είχαμε τη μαζική είσοδο των γυναικών στην αγορά εργασίας. Και όμως αυτή η αλλαγή στη σύνθεση του εργατικού δυναμικού δεν αποτυπώθηκε στο συνδικαλιστικό επίπεδο, όπου μέχρι σήμερα η συντριπτική πλειοψηφία των συνδιακαλιστών είναι άντρες. Όταν το συνδικαλιστικό κίνημα απότυχε διαχρονικά να αναμετρηθεί με την έμφυλη διάκριση και να ανατρέψει τη θεσμική πατριαρχία, γιατί να αναμένουμε ότι θα αντιμετωπίσει ουσιαστικά την εθνοκεντρική προκατάληψη και τον θεσμικό ρατσισμό;

Η παρουσία δεκάδων χιλιάδων μεταναστών στην Κύπρο μαζί με άλλους τόσους νεαρούς Κύπριους που βρίσκονται εκτός του επίσημου συνδικαλιστικού κινήματος, όπως για παράδειγμα αυτοί που εργοδοτούνται στο λιανικό εμπόριο και στις υπηρεσίες, προβάλλει την αναγκαιότητα να αναστοχαστούμε για το ρόλο και την κατάσταση του συνδικαλιστικού κινήματος. Επειδή αν το υφιστάμενο συνδικαλιστικό κίνημα δεν μπορεί να λειτουργήσει πολυπολιτισμικά, τότε θα πρέπει να προσανατολιστούμε προς τη δημιουργία ενός εναλλακτικού συνδικαλιστικού κινήματος που θα εκπροσωπεί τόσο την ντόπια εργατική τάξη όσων και τους μετανάστες βόρεια και νότια της πράσινης γραμμής.

Αυτό είναι βέβαια ένας μακρυπρόθεσμος στρατηγικός στόχος που σήμερα φαντάζει ανεδαφικός και ανέφικτος. Όμως αν η απελευθέρωση της εργασίας παραμένει ως τελικός σκοπός, τότε ο οργανωμένος συνδικαλιστικός αγώνας είναι μονόδρομος. Και ιστορικά υπάρχουν αντι-εξουσιαστικά μοντέλα οργάνωσης της εργατικής δύναμης, όπως τους Γουόμπλις που ξεπέρασαν το εμπόδιο της γλώσσας, τους διαχωρισμούς των επαγγελμάτων, τη γεωγραφική απόσταση και πρόβαλαν το “ένα μεγάλο συνδικάτο” ως το μέσο για την ανατροπή του καπιταλισμού. Οι Industrial Workers of the World (IWW) κατάφεραν σε πολύ πιο αντίξοες συνθήκες, ένα αιώνα πριν να δημιουργήσουν ένα άλλο ριζοσπαστικό πόλο απέναντι στην Αμερικανική Ομοσπονδία Συντεχνιών (AFL) εσωτερικά της εργατικής τάξης στις ΗΠΑ και να οργανώσουν εκατοντάδες χιλιάδες ανιδείκευτους και ειδικευμένους εργάτες στον αγώνα για την κατάργηση της μισθωτής εργασίας. Το μοντέλο αυτό έχει προβληθεί τα τελευταία χρόνια και από το ευρωπαϊκό κίνημα ενάντια στην επισφάλεια. Και αυτό επειδή το μοντέλο αυτό λαμβάνει υπόψην την πολυπολιτισμική πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα προτάσσει την ταξική πάλη και τον εργατικό διεθνισμό ως το μέσο για την ολοκληρωτική χειραφέτηση της ανθρωπότητας.

Η ταξική πάλη στο προσκήνιο

“Η εργατική και η εργοδοτική τάξη δεν έχουν τίποτα κοινό. Δεν μπορεί να υπάρξει ειρήνη εν όσο η πείνα και η ανάγκη επηρεάζει εκατομμύρια εργαζομένων και οι λίγοι που αποτελούν την εργοδοτική τάξη, έχουν όλα τα καλά της ζωής. Ανάμεσα σε αυτές τις δυο τάξεις ο αγώνας θα συνεχιστεί μέχρι σ' ότου οι εργάτες του κόσμου οργανωθούν ως τάξη, πάρουν τον έλεγχο των μέσων παραγωγής, καταργήσουν την μισθωτή εργασία για να ζήσουν σε αρμονία με την Γη....Αντί για το συντηρητικό σύνθημα “Ένα δίκαιο μεροκάματο για την ημερήσια εργασία” εμείς προβάλλουμε το επαναστατικό σύνθημα “Κατάργηση της μισθωτής εργασίας”. Είναι η ιστορική αποστολή της εργατικής τάξης να καταργήσει τον καπιταλισμό.”

Βιομηχανικοί εργάτες του κόσμου (IWW), Ιδρυτικό συνέδριο, Σικάγο, 1905

Πολλές φορές θεωρούμε ότι η ταξική πάλη είναι ένα ιστορικό δεδομένο, κάτι που συνέβηκε στο παρελθόν ή που συμβαίνει αλλού ή που δεν αφορά την πλειοψηφία του κόσμου. Η λογική της κοινωνικής συνοχής, η ρητορική της κοινωνικής ειρήνης, η πολιτική της εργατικής ενσωμάτωσης στο κράτος είναι κυρίαρχες. Όμως αν κοιτάξουμε πέραν από την επιφάνεια της αστικής δημοκρατίας θα διαπιστώσουμε ότι η κυριαρχία της αστικής τάξης βασίζεται στην αποσιώπηση της ταξικής πάλης και τον εξορισμό της από τον δημόσιο λόγο και το πολιτικό προσκήνιο. Και όμως η ταξική πάλη είναι κεντρική διάσταση στην καθημερινότητα μας. Συμβαίνει σήμερα, εδώ και τώρα, στα γραφεία, στα εργοστάσια, στα καταστήματα, στα ξενοδοχεία, στις οικοδομές. Το σαμποτάζ, η ανυπακοή, η κωλυσιεργία είναι συχνό φαινόμενο εργατικής αντίστασης και βασικό χαρακτηριστικό της εργασιακής διαδικασίας, τόσο στην Κύπρο όσο και παντού. Και αποτελεί μύθο ότι η ταξική συνείδηση δεν υπάρχει ή ότι δεν είναι ανταγωνιστική προς το κεφάλαιο. Οι εργαζόμενοι αντιλαμβάνονται τα ταξικά τους συμφέροντα, γνωρίζουν ότι υφίστανται εκμετάλλευσης και επιθυμούν την ανατροπή του καπιταλισμού. Ο βασικός λόγος της διατήρησης και της αναπαραγωγής της καπιταλιστικής πραγματικότητας δεν είναι η πίστη στο υφιστάμενο κοινωνικο-οικονομικό σύστημα που τυγχάνει γενικής απαξίωσης ειδικότερα τώρα με την παγκόσμια κρίση. Είναι η αδυναμία άρθρωσης εναλλαχτικής πολιτικής, η αδυναμία ενοποίησης και συστηματοποίησης της πολιτικά ακωδικοποίητης αλλά ιστορικά παρούσας ταξικής πάλης.

Άρα ίσως να είναι καιρός να αρχίσουμε να αρθρώνουμε αυτή την εναλλαχτική πολιτική, να δημοσιοποιούμε τις στιγμές ταξικής πάλης που βιώνουμε ή βλέπουμε, να συζητούμε τις εμπειρίες και τις σκέψεις μας, να διατηρούμε άμεσες κοινωνικές σχέσεις με τους συναδέλφους μας, έτσι ώστε να προωθούμε τη λογική της οργανωμένης πάλης, να δημιουργούμε τα δίχτυα της αντίστασης και να φτιάχνουμε τις δομές της ταξικής χειραφέτησης, άμεσα και δυναμικά. Στεκόμαστε ανταγωνιστικά απέναντι στο κεφάλαιο, είμαστε στρατευμένοι στον αγώνα για τον ελευθεριακό κομμουνισμό. Και ο αγώνας αυτός περνά μέσα από την ενοποίηση της ταξικής πάλης με καινούργιες οργανωτικές μορφές που μπορούν να θέσουν επιτακτικά και εκ νέου την κατάργηση της μισθωτής εργασίας ως κεντρικό πολιτικό ζήτημα.

Γ.Ι.
Λευκωσία, Απρίλης 2009