-Βίντεο από θρησκευτικές τελετές και λατρείες
που αναδεικνύουν τη λαϊκή θρησκευτική παράδοση. Π.χ. Οι Εβραίοι στο τείχος των
δακρύων, οι χριστιανοί ακολουθούν τον Επιτάφιο, καντηλάκι, νηστεία, ταφικά
έθιμα, κρασί στη Θεία Ευχαριστία, οι ινδουιστές γεμίζουν με κεριά τον ποταμό
Γάγγη κ.λπ.
Θεοφάνεια
Επιτάφιος
Νοηματοδοτώντας:
Θρησκευτική παράδοση και ιστορία/πολιτισμός του
ανθρώπου.
θέμα: Τι μπορεί να σημαίνουν για έναν πιστό οι θρησκευτικές του
παραδόσεις; Θα μπορούσε να ασκεί την πίστη του και χωρίς αυτές;
Αναλύοντας:
Η θέση της παράδοσης στη θρησκεία και η στάση
του πιστού απέναντι σε αυτή.
Παράδοση και λαϊκές
παραδόσεις
Δημιουργία: Μπάλτος Γιάννης
«Υπάρχουν παραδόσεις που δεν έχουν σχέση πάντοτε με το γνήσιο
πνεύμα του Χριστιανισμού, όπως αυτό εκφράστηκε από την Αγία
Γραφή, τις Οικουμενικές Συνόδους και την ομόφωνη άποψη των Πατέρων της Εκκλησίας.
Πρόκειται για τις επιμέρους “παραδόσεις”, που δεν είναι πάντοτε παραδόσεις της
Εκκλησίας, έστω και αν συνδέονται με γεγονότα της ζωής της Εκκλησίας, ή για
λαϊκές παραδόσεις με παγανιστικά και λαϊκά στοιχεία που έχουν ζυμωθεί με τη
θρησκευτική ζωή και είναι δύσκολο να διακρίνει ο απλός πιστός μέχρι πού οι
παραδόσεις αυτές είναι γνήσιες παραδόσεις της Εκκλησίας. Αυτές και κριτική και
αλλαγή επιδέχονται, στο βαθμό που δεν εκφράζουν τη γνήσια Παράδοση της
Εκκλησίας. Σε αντίθετη περίπτωση έχουμε μια απλή «συντήρηση» ενός παρελθόντος
που παύει να είναι ζωογόνος αλήθεια. Επίσης, υπάρχουν οι παραδόσεις των
ανθρώπων ή τοπικές παραδόσεις, όπως συμβαίνει σε τοπικές Εκκλησίες ή σε χώρες
όπου αναπτύσσεται η ιεραποστολή, όπου τα τοπικά έθιμα και οι τοπικοί
παραδοσιακοί τρόποι έκφρασης παραμένουν στη ζωή της τοπικής Εκκλησίας και η
λατρευτική ζωή επίσης ακολουθεί άλλη πορεία σύμφωνη με τις τοπικές παραδόσεις».
Δρίτσας, Δ., Μόσχος, Δ., Παπαλεξανδρόπουλος,
Στ., Χριστιανισμός και Θρησκεύματα Β΄
Γενικού Λυκείου, Ινστιτούτο Τεχνολογίας Υπολογιστών και Εκδόσεων
«Διόφαντος», 2011, σελ. 118.
Εκκλησία και
λαϊκά έθιμα
«Υπάρχει, ωστόσο, και μια άλλη
κατηγορία λαϊκών λατρευτικών εθίμων, τα οποία σχετίζονται μεν κατά κάποιο
εξωτερικό τρόπο με την λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, πρόκειται όμως ουσιαστικά
για μαγικού τύπου τελετές και αντιλήψεις, ή
δεισιδαίμονες συμπεριφορές και προλήψεις, πού πόρρω απέχουν από την αληθινή
πίστη και το αυθεντικό λειτουργικό ήθος της Εκκλησίας. Εκτός των ανωτέρω, κατά
το παρελθόν παρατηρήθηκαν και πολλές άλλες περιπτώσεις αναμείξεως χριστιανικών
και ειδωλολατρικών λατρευτικών στοιχείων, οι οποίες, δυστυχώς, παρά την άνοδο
του μορφωτικού επιπέδου του λαού και την υπό της Εκκλησίας καταβληθείσα
κατηχητική προσπάθεια, παραμένουν ως σήμερα ανεξάλειπτες.
Ανακεφαλαιώνοντας θα μπορούσαμε να
συνοψίσομε τη στάση της Ορθοδόξου Εκκλησίας έναντι των λαϊκών εθίμων στις εξής
τρεις βασικές αρχές: Α) Απόλυτος σεβασμός και φροντίδα συντήρησης και
καλλιέργειας για τα έθιμα εκείνα, που συνηχούν προς το ορθόδοξο δόγμα και το
ορθόδοξο λειτουργικό ήθος. Β) Ποιμαντική ανοχή και πνεύμα παιδαγωγικής
αξιοποίησης προς εκείνα που δεν δημιουργούν ιδιαίτερα πνευματικά προβλήματα,
όπως π.χ. αυτά που αναφέρονται στην αγάπη προς τη φύση, την προστασία του
περιβάλλοντος και την καλώς νοούμενη ψυχαγωγία των ανθρώπων. Γ) Απερίφραστη
καταδίκη και συστηματική ποιμαντική προσπάθεια εξάλειψης των εθίμων εκείνων,
τόσο των παλαιών, όσο και των νεωτέρων, που έφερε η εκκοσμίκευση της λατρείας,
και τα οποία δεν εναρμονίζονται με το πνεύμα της αγίας Γραφής και των ιερών
κανόνων».
Τζέρπος, Δ., πρωτοπρ., Η Ορθόδοξη λατρεία στα ήθη και έθιμα του Ελληνικού λαού, Εισήγηση
στο ΣΤ΄ Πανελλήνιο Λειτουργικό Συμπόσιο Στελεχών Ιερών Μητροπόλεων, Σύρος:
20-23 Σεπτεμβρίου 2004.
Το κεντρικό συστατικό στοιχείο των ελληνορθόδοξων κοινοτήτων της οθωμανικής αυτοκρατορίας ήταν η χριστιανική πίστη και λατρεία με κέντρο την εκκλησία. Τον κεντρικό άξονα της ταινίας συνθέτουν αποσπάσματα αφηγήσεων των προσφύγων για τις θρησκευτικές τους παραδόσεις στις πατρίδες τους.
Έννοια και σημασία της χριστιανικής παράδοσης.
Απόσμασμα από το βιβλίο.
Με τον όρο Παράδοση της Εκκλησίας εννοούμε την αδιάσπαστη συνέχεια της πίστης της Εκκλησίας από την εποχή της επί γης παρουσίας του Χριστού, όπως παραδόθηκε στους πρώτους μαθητές του και τους διαδόχους τους.
Η πίστη αυτή έχει ως αντικείμενο τον ίδιο το Χριστό και την εμπειρία της ζωής και του κοσμοσωτήριου έργου Του. Αυτό είναι που οι μαθητές “άκουσαν και είδαν με τα ίδια τους τα μάτια και τα χέρια τους ψηλάφησαν” (Α΄ Ιωάν. 1,1) και που αποτελεί το χαρμόσυνο μήνυμα της σωτηρίας (Ευαγγέλιο).
Καθώς στο βασικό της μέρος η εμπειρία αυτή καταγράφηκε στην Καινή Διαθήκη, ονομάζουμε σήμερα Παράδοση ειδικά: α) τη διδασκαλία του Χριστού και των Αποστόλων που δεν έχει καταγραφεί στην Αγία Γραφή, αλλά παραδόθηκε στην Εκκλησία στην αρχή προφορικά και στη συνέχεια καταγράφηκε στα έργα των Αποστολικών Πατέρων ή των διαδόχων τους, καθώς και στις αποφάσεις των Συνόδων της Εκκλησίας, επομένως σήμερα η Παράδοση είναι γραπτή, και β) θέματα που σχετίζονται με τη λατρεία, τη διοίκηση και τη ζωή της Εκκλησίας, και η συνείδηση του σώματος της Εκκλησίας έχει αποδεχθεί ότι εκφράζουν την πίστη και το μήνυμα του Ευαγγελίου.
Την πίστη αυτήν την έζησαν και τη ζουν οι χριστιανοί μέσα στη ζωή της Εκκλησίας, δηλαδή στα μυστήριά της και την ευρύτερη εκκλησιαστική ζωή, κάτω από την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος.
Κλήρος και λαός που ζουν αυτήν την εκκλησιαστική ζωή, την αναπτύσσουν και τη διατυπώνουν ως διδασκαλία σε κάθε ευκαιρία και την κάνουν πράξη στη λατρευτική ζωή.
Θρησκευτικές παραδόσεις και στάσεις ζωής στην
προσωπική και κοινωνική ζωή των νέων ανθρώπων.
«Παράδοση: συντήρηση, ανανέωση ή σύνθεση;».
Xριστιανική
παράδοση και ανανέωση
«Η Παράδοση της Εκκλησίας δεν είναι
κάτι στατικό και αποστεωμένο. Έχει στοιχεία δυναμικά και δημιουργικά που, αν
αξιοποιηθούν σωστά, μπορούν, σε κάθε εποχή, να δώσουν νέα πνοή στη ζωή των
πιστών και να εκφράσουν τις ανάγκες της κάθε εποχής, μέσα στο γνήσιο πνεύμα της
ζωής της Εκκλησίας. Η γνήσια Παράδοση δεν απολυτοποιεί το παρελθόν, αλλά το
χρησιμοποιεί ως βάση για να προετοιμάσει το μέλλον που είναι ο ερχομός της
Βασιλείας του Θεού στην πληρότητά της. Είναι μια κατάσταση πορείας, στην οποία
το παρελθόν γίνεται οδηγός και δείκτης πορείας για τους πιστούς της κάθε
εποχής. Παράδοση δεν είναι κάποιο υλικό που διαφυλάσσεται σ' ένα “ιερό μουσείο”
όπως θα συνέβαινε με νεκρά πράγματα που έχουν ανάγκη διατήρησης. Είναι η ίδια
ζωή επειδή είναι η συνέχεια του ζωογόνου σώματος του Χριστού, φωτίζεται από το
Άγιο Πνεύμα και μας οδηγεί προς τον τελικό ερχομό της Βασιλείας του Θεού.
Συνεπώς, το χρέος του χριστιανού είναι να αξιοποιεί σωστά τη
δυναμική που έχει η ίδια η Παράδοση. Όσο ο ίδιος ο χριστιανός παραδίδει τον
εαυτό του στη ζωή της Εκκλησίας τόσο μπορεί να επιτυγχάνει τη διαρκή ανανέωση
της Παράδοσης για να απαντήσει δημιουργικά στις προκλήσεις της εποχής του. Ο
χριστιανός δεν πρέπει να φοβάται την αντιπαράθεση και την κριτική κατά τη
συνάντηση της Παράδοσης με το μη χριστιανικό η μη ορθόδοξο κόσμο… Η Παράδοση
της Εκκλησίας είναι πολύτιμη κληρονομιά ζωής. Οι πιστοί οφείλουν να τη
διαφυλάσσουν, να τη συνεχίζουν και να την ανανεώνουν, όπου απαιτείται,
δημιουργικά».
Δρίτσας, Δ., Μόσχος, Δ., Παπαλεξανδρόπουλος,
Στ., Χριστιανισμός και Θρησκεύματα Β΄
Γενικού Λυκείου, Ινστιτούτο Τεχνολογίας Υπολογιστών και Εκδόσεων
«Διόφαντος», 2011, σελ. 120-122.
«…η Παράδοση σημαίνει όχι απλώς
ομοψυχία με το παρελθόν, αλλά και ελευθερία από το παρελθόν: Δεν είναι μόνο μια
προστατευτική, συντηρητική αρχή, αλλά πρωτίστως είναι η αρχή της αύξησης και
της αναγέννησης. Η κατανόηση της Παράδοσης ως αρχής που αγωνίζεται να αναστηλώσει
το παρελθόν, χρησιμοποιώντας το παρελθόν ως κριτήριο για το παρόν, απορρίπτεται
από την ίδια την ιστορία και τη συνείδηση της Εκκλησίας. Η μαρτυρία της
Εκκλησίας δεν είναι ζήτημα μνήμης, αλλά αδιαλείπτως παρουσίας ζωής. Η Ορθοδοξία
δεν είναι μόνο μια παράδοση· είναι επίσης κι ένα χρέος… Η αληθινή ιστορική
σύνθεση συνίσταται όχι απλώς στο να ερμηνεύσουμε το παρελθόν, αλλ’ επίσης στο
να διαμορφώνουμε το μέλλον με μια δημιουργική δράση. Η “συμφωνία με το παρελθόν”,
παρ’ όλο που είναι αναγκαία, είναι κάτι δευτερογενές. Πραγματική αποδοχή της
Παράδοσης σημαίνει ψηλάφηση της παρουσίας του Χριστού στο εκάστοτε παρόν της
Εκκλησίας».
Παπαθανασίου, Ν. Θ., Η Εκκλησία γίνεται όταν ανοίγεται. Η ιεραποστολή ως ελπίδα και ως
εφιάλτης, εκδ. Εν πλω, Αθήνα 2008, σελ. 121-123.
2. «Διαδόθηκε κάποτε το σύνθημα "επιστροφή στους Πατέρες". Το σύνθημα, όμως, αυτό δε θεωρήθηκε απόλυτα ικανοποιητικό, γιατί μπορούσε να ερμηνευτεί και ωςοπισθοδρομικό. Για το λόγο αυτόν αντιπροβλήθηκε και το σύνθημα "μπροστά με τους Πατέρες". Τα συνθήματα, όμως, αυτά δεν εκφράζουν απόλυτα τη θέση της Ορθοδοξίας. Η θέση της Ορθοδοξίας είναι: "επόμενοι τοις αγίοις πατράσι". Έπομαι δε σημαίνει ούτε επιστρέφω ούτε βαδίζω μπροστά. Έπομαι σημαίνει ακολουθώ. Και όποιος ακολουθεί δεν προσδιορίζει μόνος του την πορεία του, αλλά εντάσσεται στην πορεία αυτού ή αυτών που ακολουθεί. "Επόμενοι τοις αγίοις Πατράσι" σημαίνει: αποδεχόμενοι τη ζωντανή παρουσία των αγίων Πατέρων και οδηγούμενοι από το ήθος και το φρόνημά τους.
Οι άγιοι Πατέρες ανήκουν στο αδιαίρετο σώμα του ζώντος Χριστού. Γι' αυτό και δεν μπορεί κανείς να τους γνωρίσει και να τους ακολουθήσει, αν δεν ενταχθεί στο ίδιο σώμα. Η Παράδοση των Αγίων Πατέρων, όπως και η Παράδοση των Αποστόλων και όλων των Αγίων, βρίσκεται στο ίδιο το σώμα τον Χριστού, στο οποίο ανήκουν όλοι από κοινού».
(Γ. Μαντζαρίδη, Η Παράδοση της Ορθοδοξίας, περ. Σύναξη τ. 1, (Ιανουάριος-Μάρτιος 1982, σ. 10).
-προσδιορίζουν
το ιερό και την ιερότητα στον κόσμο και στη θρησκεία,
-διακρίνουν
τις διαστάσεις της ιερότητας στην Εκκλησία,
-περιγράφουν
το περιεχόμενο του ιερού στις θρησκείες,
-αξιολογούν
τη σημασία του ιερού στην καθημερινή
ζωή των πιστών.
Βιώνοντας:
Η ιερότητα για τον
σύγχρονο άνθρωπο και την κοινωνία. Η έννοια/λέξη «ιερό» στην καθημερινή του/της ζωή.
«Τι είναι για μένα ιερό;»
Νοηματοδοτώντας:
Θρησκευτικές αντιλήψεις για το ιερό.
Γυναίκα
που προσεύχεται μπροστά στην εικόνα της Παναγίας στο Κίεβο, Ουκρανία.
Θρησκευτικά σύμβολα, εικόνες, αγάλματα, ιερά αντικείμενα και βιβλία από διάφορες θρησκείες.
Οι μαθητές/μαθήτριες παρατηρούν εικόνες που δίνονται (εικόνες από
«Φωτόδεντρο») ή παρακολουθούν το παραπάνω video και ανά δύο απαντούν στις
ερωτήσεις: Τι σημαίνει για έναν/μία που
πιστεύει η έννοια «ιερό», πώς στέκεται
κανείς απέναντι στο ιερό και το άγιο; http://photodentro.edu.gr/lor/r/8521/4478?locale=el
-Εναλλακτικά:
«Στοχασμός σε ερώτημα»: «Το «ιερό» στο πλαίσιο του Χριστιανισμού είναι κυρίως τόπος, χρόνος ή τρόπος;».
Οι μαθητές/μαθήτριες σε ομάδες επεξεργάζονται το παραπάνω ερώτημα και
προτείνουν τη δική τους ερμηνεία.
Αναλύοντας:
Διαστάσεις της ιερότητας
στη ζωή των ανθρώπων.
Εργασία
σε ομάδες με φύλλα εργασίας.
Καθολικότητα του θρησκευτικού φαινομένου
«Ταξιδεύοντας
θα μπορούσες να βρεις και πόλεις χωρίς τείχη, γράμματα, βασιλείς, σπίτια,
χρήματα, που δε χρειάζονται νομίσματα, που τους λείπουν θέατρα και γυμναστήρια·
δεν υπάρχει όμως ούτε έχει υπάρξει κανείς που να είδε κάποια πόλη χωρίς ιερά
και θεούς, που δε χρησιμοποιεί ευχές, όρκους, μαντείες ή θυσίες για καλό σκοπό ή για
την αποτροπή των κακών».
Πλούταρχος, Προς
Κολώτην Επικούρειον, 1126, D-E. Στο Δρίτσας, Δ., Μόσχος, Δ., Παπαλεξανδρόπουλος,
Στ., Χριστιανισμός και Θρησκεύματα Β΄
Γενικού Λυκείου, Ινστιτούτο
Τεχνολογίας Υπολογιστών και Εκδόσεων «Διόφαντος», 2011, σελ. 34
Θρησκεία και ιερό
«Συχνά η
«θεότητα» αποδίδεται από τους θρησκειολόγους με τις λέξεις “απολυτότητα” ή “ιερότητα”.
Τότε το αντικείμενο της θρησκείας γενικά ονομάζεται το “απόλυτο” ή το “ιερό”.
Όμως, αν και αόριστα αισθανόμαστε τι θέλουν να πουν αυτές οι λέξεις, είναι
αδύνατο να ορίσουμε ακριβώς το νόημά τους. Έτσι, οι ορισμοί του απόλυτου ή του
ιερού περιγράφουν, κατά κανόνα, όχι τι είναι το ίδιο το απόλυτο ή το ιερό, αλλά
τους διάφορους τρόπους με τους οποίους εμείς το αντιλαμβανόμαστε, π.χ. ως μια
δύναμη, όπως στον ορισμό “ο Θεός είναι μια ανώτερη δύναμη” ή ως κάτι που
υπερβαίνει τον κόσμο και είναι συνεπώς «υπερφυσικό»… Θρησκειολόγοι, όπως ο
Ρούντολφ Όττο (1869 -1939), έδειξαν ότι το απόλυτο μπορεί μόνο να βιωθεί και
όχι να οριστεί. Στην Καινή Διαθήκη υπάρχει ένας περιεκτικός ορισμός της
θρησκείας, η οποία συγκεφαλαιώνεται στην αγάπη προς τους πάσχοντες συνανθρώπους μας και στην ενάρετη
ζωή».
Δρίτσας,
Δ., Μόσχος, Δ., Παπαλεξανδρόπουλος, Στ., Χριστιανισμός
και Θρησκεύματα Β΄ Γενικού Λυκείου, Ινστιτούτο Τεχνολογίας Υπολογιστών και
Εκδόσεων «Διόφαντος», 2011, σελ. 28.
Πηγή της θρησκείας
«Συχνά θεωρείται ότι πηγή της θρησκείας υπήρξε ή είναι η άγνοια των ανθρώπων, οι οποίοι
θεοποίησαν όσα δεν μπορούσαν να γνωρίσουν ή ο φόβος τους ενώπιον του αγνώστου.
Όμως οι θεωρίες αυτές δεν μπορούν να εξηγήσουν την ύπαρξη στον άνθρωπο της
δίψας για το απόλυτο, η οποία υπάρχει καθεαυτή και άσχετα από καταστάσεις φόβου
ή άγνοιας. Μπορούμε να πούμε ότι βασική πηγή της θρησκείας είναι η έμφυτη τάση
του ανθρώπου προς το απόλυτο. Στα πλαίσια της πίστης μας ότι το απόλυτο είναι ο
Θεός, μπορούμε να πούμε ότι η θρησκεία πηγάζει από την ανάγκη του ανθρώπου να
επικοινωνεί με το μεγάλο συγγενή του, το Θεό, ο οποίος εμφύτεψε στην ψυχή του
την ανάγκη της αναζήτησής του».
Δρίτσας,
Δ., Μόσχος, Δ., Παπαλεξανδρόπουλος, Στ., Χριστιανισμός
και Θρησκεύματα Β΄ Γενικού Λυκείου, Ινστιτούτο Τεχνολογίας Υπολογιστών και
Εκδόσεων «Διόφαντος», 2011, σελ. 30.
Η θρησκεία πανανθρώπινο φαινόμενο
«Ο άνθρωπος είναι ον θρησκευτικό (homo religiosus). Η θρησκεία ως
πανανθρώπινο φαινόμενο διαδραματίζει σπουδαίο ρόλο στην πνευματική ζωή των
ανθρώπων, αλλά συγχρόνως επηρεάζει βαθιά την ουσία και τις εκφάνσεις του
πολιτισμού των λαών. Το θρησκευτικό βίωμα χαρακτηρίζεται από το βάθος και την
ένταση. Σ' αυτό συμμετέχει όλος ο ψυχισμός του ανθρώπου ως νόηση, συναίσθημα
και βούληση. Επηρεάζει βαθιά την προσωπικότητα του πιστού και τη διαμορφώνει
ανάλογα με το είδος του απολύτου, στο οποίο αναφέρεται. Όταν
το θρησκευτικό βίωμα συνίσταται από την άμεση, προσωπική και λυτρωτική βίωση
της παρουσίας του Θεού, αποτελεί την πιο καθαρή και πιο ουσιαστική πτυχή της ζωής
του ανθρώπου. Τότε το θρησκευτικό βίωμα είναι βίωμα του απολύτου, του
προσωπικού και τελειότατου θείου όντος.
Σύμφωνα με τον
θρησκειολόγο Ρούντολφ Όττο “το βίωμα του ιερού, του αγίου” έχει δύο
χαρακτηριστικά: “βιώνεται ως μυστήριο φοβερό, το οποίο δημιουργεί το δέος, την
κατάνυξη, την επίγνωση της μηδαμινότητας και της απόστασης ανθρώπου και Θεού.
Βιώνεται όμως και ως μυστήριο σαγηνευτικό, γεμάτο από αγάπη, γαλήνη και
μακαριότητα. Έτσι, η απόσταση ανθρώπου και Θεού ελαττώνεται και κυριαρχούν
συναισθήματα οικειότητας, εμπιστοσύνης και αγάπης, και ψυχοσωματική ισορροπία.
Στην πρώτη φάση το Άγιο απωθεί, ενώ στη δεύτερη έλκει την ψυχή”».
Δρίτσας,
Δ., Μόσχος, Δ., Παπαλεξανδρόπουλος, Στ., Χριστιανισμός
και Θρησκεύματα Β΄ Γενικού Λυκείου, Ινστιτούτο Τεχνολογίας Υπολογιστών και
Εκδόσεων «Διόφαντος», 2011, σελ. 30-31.
-Εναλλακτικά:
«Συλλογισμός με βάση την
τέχνη»: Παρατήρηση και περιγραφή φωτογραφιών ιερών τόπων ή ιερών συμβόλων σε
διάφορες θρησκείες. Εικονική περιήγηση σε ναούς (πολυμέσα) με θέμα την παρουσία του
«ιερού».
Αξιολόγηση της ιερότητας στην καθημερινή ζωή πιστών και μη πιστών. Οι
μαθητές/μαθήτριες κλείνουν τον κύκλο των αρχικών τους προβληματισμών με τα νέα
δεδομένα. ΥΛΙΚΟ
Οι έννοιες της απιστίας και
της δυσπιστίας. Οριοθέτηση της έννοιας της αθεΐας ως κοσμοθεωρίας και ως στάσης
ζωής.
-«Θετικό-
αρνητικό». Δίνονται στους μαθητές/ στις μαθήτριες φράσεις όπως: «Πιστεύω ό,τι
βλέπω και ό,τι δεν βλέπω δεν το πιστεύω». «Με τόσο κακό στον κόσμο, δεν υπάρχει
Θεός». «Η έννοια του Θεού με εμποδίζει να ζήσω τη ζωή μου». «Η θρησκεία είναι
ετεροκαθορισμός». «Ο Θεός έχει πεθάνει». Οι μαθητές/μαθήτριες εκφράζονται
θετικά ή αρνητικά και αιτιολογούν την απάντησή τους.
-Εναλλακτικά:
«Συλλογικός ρόλος»
και «εννοιολογικός χάρτης». Οι μαθητές/μαθήτριες στον ρόλο ανθρώπου ο οποίος
δεν πιστεύει. Γράφουν χαρτάκια που ξεκινούν με τη φράση: «Δεν πιστεύω στον Θεό
επειδή…». Ταξινομούμε ειδολογικά τις απαντήσεις και προσπαθούμε να αποτυπώσουμε
ποικίλα είδη και κίνητρα αθεΐας.
α) Ορισμός, αίτια και συνέπειες της αθεΐας
Αθεΐα είναι η άρνηση της ύπαρξης θεών ή Θεού. Αθεϊστής λέγεται ο δεχόμενος αυτήν την άποψη και αθεϊσμός ονομάζεται η φιλοσοφική, θεωρητική θεμελίωση της αθεΐας. Άλλοτε είναι φανερή και άλλοτε συγκαλυμμένη. Άλλες φορές είναι επιθετική εναντίον της θρησκείας και ιδιαίτερα του Χριστιανισμού και άλλες φορές ενεργεί συγκαλυμμένα. Υπάρχουν διάφορες αποχρώσεις αθεΐας, όλες όμως συναντώνται στο κοινό σημείο της άρνησης του Θεού. Μπορούμε να επισημάνουμε και τις βαθμίδες της αθεΐας. Οι σπουδαιότερες είναι: ο δισταγμός αποδοχής θεοδίδακτων αρχών και αληθειών η αμφιβολία για την ύπαρξη μεταφυσικού κόσμου. ο αγνωστικισμός, που υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει βεβαιότητα για την ύπαρξη υπεραισθητού κόσμου και επομένως είναι αδύνατη η γνώση του. Άλλες μορφές του σύγχρονου αθεϊσμού είναι ο μηδενισμός, ο διαλεκτικός και ιστορικός υλισμός, ο υπαρξιακός αθεϊσμός, ο νιτσεϊσμός, ο ορθολογικός θετικισμός κ.ά. Τα κυριότερα αίτια της αθεΐας είναι τα επόμενα: 1. Ο εγωισμός του ανθρώπου, ο οποίος υπερηφανεύεται για τις δυνάμεις και τις δυνατότητές του. 2. Η άγνοια της διδασκαλίας της θρησκείας στα μεγάλα ζητήματα «Θεός, κόσμος, άνθρωπος». 3. Οι ατομικές επιλογές τρόπου ζωής που έρχονται σε αντίθεση με τις επιταγές της θρησκείας που θέτουν φραγμό επικοινωνίας του ανθρώπου με το Θεό. 4. Ο ορθολογισμός από την εποχή του Διαφωτισμού, που απορρίπτει τις υπέρ λόγον αλήθειες. 5. Η υλιστική θεώρηση του κόσμου, που δέχεται την προτεραιότητα και τη μοναδικότητα της ύλης, από την οποία προέρχονται και οι λεγόμενες πνευματικές ενέργειες (σκέψη, ιδέες, φαντασία κ.ά.). 6. Η αντιθρησκευτική παιδεία που παρέχεται στα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Η ασυνέπεια πίστης και ζωής μερικών εκπροσώπων της θρησκείας.
Άθεος ονομάζεται αυτός που δεν πιστεύει στον Θεό, ενώ αθεϊσμός είναι η θεωρητική υποστήριξη αυτής της άρνησης.
Το φαινόμενο της αθεΐας υπάρχει από πολύ παλιά και εμφανίζεται με διάφορες μορφές: άλλοτε φανερά και άλλοτε έμμεσα, μέσα από στάσεις ζωής που αγνοούν ή απορρίπτουν τον Θεό.
Υπάρχουν διαφορετικά επίπεδα αθεΐας, όπως η αμφιβολία για την ύπαρξη του Θεού, ο αγνωστικισμός που θεωρεί ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίσει αν υπάρχει Θεός, καθώς και σύγχρονες μορφές όπως ο υλισμός και ο μηδενισμός.
Τα βασικά αίτια της αθεΐας είναι ο εγωισμός του ανθρώπου, η άγνοια της θρησκευτικής διδασκαλίας, οι επιλογές τρόπου ζωής που έρχονται σε σύγκρουση με τις αξίες της πίστης, ο ορθολογισμός που δίνει έμφαση μόνο στη λογική και η υλιστική αντίληψη που θεωρεί ότι μόνο η ύλη έχει αξία.
Επίσης, ρόλο παίζει και η αρνητική στάση ορισμένων ανθρώπων της Εκκλησίας.
Η αθεΐα έχει συνέπειες τόσο στην προσωπική όσο και στην κοινωνική ζωή. Η απομάκρυνση από τον Θεό μπορεί να οδηγήσει σε ηθική σύγχυση, εσωτερικό κενό και άγχος.
Για τον λόγο αυτό, το μάθημα μας βοηθά να κατανοήσουμε το φαινόμενο της αθεΐας και να προβληματιστούμε πάνω στις επιλογές και τον προσανατολισμό της ζωής μας.
Συμπεριφορές και στάσεις ζωής που
προσδιορίζονται από την επιλογή της αθεΐας.
«Τοποθέτηση απέναντι στο κείμενο» με
Φύλλα Εργασίας που περιέχουν σχετικά κείμενα Σχετικά κείμενα
Οι
απόντες
«… δεν είναι ο Θεός
Αυτό που μας λείπει·
εμείς
Λείπουμε και μας λείπει,
Έχουμε φύγει κ' είναι απών.
Τον γυρεύουμε τάχα ή μας γυρεύει
Και δε μας βρίσκει; Τον ποθούμε ή μας ποθεί
Και δε μας βλέπει το πρόσωπό του;
Εμείς έχουμε πεθάνει, ο θάνατός μας
Είναι ο μέγας θάνατος, δεν πέθανε ο Θεός.
Εμείς είμαστε οι απόντες απ' το δείπνο,
Αυτοί που λείπουν και δεν είναι, κλείστηκαν έξω,
Δεν πρόφτασαν ναρθούν, τρέχουν στους δρόμους,
Και σκουντουφλούν στη γη, χτυπούν την πόρτα.
Δεν έχουν πρόσωπο, δεν έχουν φως».
Θέμελης, Γιώργος, (1961), από τη συλλογή Φωτοσκιάσεις.
Πριν από αρκετά χρόνια με πλησίασε κάποιος νεαρός φοιτητής.
Με πολλή διστακτικότητα, αλλά και με την ένταση του απαιτητικού αναζητητή, μου δήλωσε ότι είναι άθεος, που όμως θα ήθελε πολύ να... πιστέψει, αλλά δεν μπορούσε.
Χρόνια προσπαθούσε και αναζητούσε, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Συνομίλησε με καθηγητές και μορφωμένους, αλλά δεν ικανοποιήθηκε η δίψα του για κάτι σοβαρό. Άκουσε για...Άκουσε για μένα και αποφάσισε να μοιρασθεί μαζί μου την υπαρξιακή ανάγκη του.
Μου ζήτησε μια επιστημονική απόδειξη περί υπάρξεως Θεού. "Ξέρεις ολοκληρώματα ή διαφορικές εξισώσεις;" τον ρώτησα. "Δυστυχώς όχι", μου απαντά, "είμαι της Φιλοσοφικής" "Κρίμα, διότι ήξερα μια τέτοια απόδειξη" είπα εμφανώς αστειευόμενος.
Ένιωσε αμήχανα και κάπως σιώπησε για λίγο. "Κοίταξε", του λέω, "συγνώμη που σε πείραξα λιγάκι. Αλλά ο Θεός δεν είναι εξίσωση ούτε μαθηματική απόδειξη. Αν ήταν κάτι τέτοιο, τότε όλοι οι μορφωμένοι θα τον πίστευαν.
Να ξέρεις, αλλιώς προσεγγίζεται ο Θεός.
Έχεις πάει ποτέ στο Άγιον Όρος;
Έχεις συναντήσει ποτέ κανένα ασκητή;" "Όχι πάτερ, αλλά σκέπτομαι να πάω, έχω ακούσει τόσα πολλά! Αν μου πείτε, μπορώ να πάω και αύριο. Ξέρετε κανένα μορφωμένο να πάω να συναντήσω;" "Τι προτιμάς; Μορφωμένο που μπορεί να σε ζαλίσει ή άγιο που μπορεί να σε ξυπνήσει;" "Προτιμώ τον μορφωμένο. Τους φοβάμαι τους αγίους" "Η πίστη είναι υπόθεση της καρδιάς.
Για δοκίμασε με κανένα άγιο. Πώς σε λένε;" ρωτώ. "Γαβριήλ", μου απαντά. Τον έστειλα σε έναν ασκητή.
Του περιέγραψα τον τρόπο πρόσβασης και του έδωσα τις δέουσες οδηγίες.Κάναμε και ένα σχεδιάγραμμα. "Θα πάς", του είπα, "και θα ρωτήσεις το ίδιο πράγμα: Είμαι άθεος, θα του πεις, και θέλω να πιστεύσω. Θέλω μια απόδειξη περί υπάρξεως Θεού"
"Φοβάμαι, ντρέπομαι", μου απαντά. "Γιατί ντρέπεσαι και φοβάσαι τον άγιο και δεν ντρέπεσαι και φοβάσαι εμένα;", ρωτώ. "Πήγαινε απλά και ζήτα το ίδιο πράγμα".
Σε λίγες μέρες, πήγε και βρήκε τον ασκητή να συζητάει με κάποιον νέο στην αυλή του.
Στην απέναντι μεριά περίμεναν άλλοι τέσσερις καθισμένοι σε κάτι κούτσουρα. Ανάμεσα σε αυτούς και ο Γαβριήλ βρήκε δειλά τη θέση του.
Δεν πέρασαν περισσότερα από δέκα λεπτά και η συνομιλία του γέροντα με τον νεαρό τελείωσε. "Τι γίνεστε, παιδιά;" ρωτάει. "Έχετε πάρει κανένα λουκουμάκι; Έχετε πιεί λίγο νεράκι;" Ευχαριστούμε, γέροντα", απήντησαν με συγκαταβατική κοσμική ευγένεια.
"Έλα εδώ", λέγει απευθυνόμενος στον Γαβριήλ και ξεχωρίζοντάς τον από τους υπόλοιπους. "Θα φέρω εγώ νερό, πάρε εσύ το κουτί αυτό με τα λουκούμια. Και έλα πιο κοντά να σου πω ένα μυστικό: Καλά να είναι κανείς άθεος, αλλά να έχει όνομα αγγέλου και να είναι άθεος; Αυτό πρώτη φορά μας συμβαίνει".
Ο φίλος μας κόντεψε να πάθει έμφραγμα από τον αποκαλυπτικό αιφνιδιασμό. Πού εγνώρισε το ονομά του; Ποιός του αποκάλυψε το πρόβλημά του; Τι τελικά ήθελε να του πει ο γέροντας; "Πάτερ, μπορώ να σας μιλήσω λίγο;", μόλις που μπόρεσε να ψελλίσει.
"Κοίταξε, τώρα σουρουπώνει, πάρε το λουκούμι, πιες και λίγο νεράκι και πήγαινε στο πιο κοντινό μοναστήρι να διανυκτερεύσεις" "Πάτερ μου, θέλω να μιλήσουμε, δεν γίνεται;"
"Τι να πούμε ρε παλικάρι; για ποιόν λόγο ήλθες;"
"Στο ερώτημα αυτό ένιωσα αμέσως να ανοίγει η αναπνοή μου", αφηγείται, "η καρδιά μου να πλημμυρίζει από πίστη, ο μέσα μου κόσμος να θερμαίνεται, οι απορίες μου να λύνονται χωρίς κανένα λογικό επιχείρημα, δίχως καμιά συζήτηση, χωρίς την ύπαρξη μιας ξεκάθαρης απάντησης. Γκρεμίσθηκαν μέσα μου αυτομάτως όλα τα αν, τα γιατί, τα μήπως και έμεινε μόνο το πώς και το τι από δώ και εμπρός" Ότι δεν του έδωσε η σκέψη των μορφωμένων του το χάρισε ο ευγενικός υπαινιγμός ενός αγίου, αποφοίτου μόλις της τετάρτης τάξης του δημοτικού. Οι άγιοι είναι πολύ διακριτικοί.
Σου κάνουν την εγχείρηση χωρίς αναισθησία και δεν πονάς. Σου κάνουν την μεταμόσχευση χωρίς να σου ανοίξουν την κοιλιά. Σε ανεβάζουν σε δυσπρόσιτες κορυφές δίχως τις σκάλες της κοσμικής λογικής. Σου φυτεύουν την πίστη, χωρίς να σου κουράσουν το μυαλό.
1. Η «ανθρωπιστική» αθεΐα του Λούντβιχ Φώυερμπαχ (1804-1872).
2. Η κοινωνικοπολιτική αθεΐα του Καρλ Μαρξ (1818-1883).
3. Βιταλιστική - μηδενιστική αθεΐα με εκπρόσωπο το μηδενιστή φιλόσοφο Φρ. Νίτσε (1844-1900).
«Ό,τι δεν είναι ο
άνθρωπος πραγματικά, αλλ’ επιθυμεί να είναι, αυτό το κάνει Θεό του ή αυτό είναι
ο Θεός του».
«…διότι δεν δημιούργησε
ο Θεός τον άνθρωπο κατ’ εικόνα του, όπως λέγεται στη Βίβλο, αλλ’ ο άνθρωπος τον
Θεό κατ’ εικόνα του… Κάθε Θεός είναι ένα όν της φαντασίας, μια εικόνα και
μάλιστα μια εικόνα του ανθρώπου, αλλά μια εικόνα την οποία ο άνθρωπος θέτει έξω
από τον εαυτό του και την παρουσιάζει ως ένα ανεξάρτητο όν».
Feuerbach, L. (1851). Vorlesungen
über das Wesen der Religion, Leipzig,σελ. 293.
«Η απόλυτη ουσία, ο Θεός
του ανθρώπου είναι η ίδια η δική του ουσία… Η συνείδηση του Θεού είναι η
αυτοσυνείδηση του ανθρώπου, η γνώση του Θεού είναι η αυτογνωσία του ανθρώπου».
«Ο άνθρωπος είναι για
τον άνθρωπο Θεός (homohominisDeusest)… Το μυστικό της Θεολογίας είναι η
ανθρωπολογία… Ο άνθρωπος είναι το κέντρο της θρησκείας, ο άνθρωπος είναι το
τέλος της θρησκείας».
Feuerbach, L.
(1841). Das Wesen des Christentums,
Leipzig κεφ. 1, σελ. 6·κεφ. 2, σελ. 15·κεφ. 28, σελ. 325-326·κεφ. 19, σελ. 222.
«Η θρησκευτική αθλιότητα
από τη μια μεριά είναι η έκφραση της πραγματικής αθλιότητας κι από την άλλη
είναι διαμαρτυρία εναντίον της πραγματικής αθλιότητας. Η θρησκεία είναι ο
στεναγμός της καταπιεσμένης πλάσης, η καρδιά ενός άκαρδου κόσμου, καθώς και το
πνεύμα α-πνευματικών συνθηκών… Είναι το όπιο του λαού».
Κάρλ Μαρξ (από την «Κριτική της
Εγελιανής Φιλοσοφίας του Δικαίου», 1844).
Κριτικά
σχόλια στις θέσεις του Μαρξ
«Ο Μαρξ θεώρησε και
έκρινε τη θρησκεία μόνο από κοινωνικο-δυναμική σκοπιά, δηλ. από το ποιο ρόλο
παίζει στο κοινωνικό φαινόμενο και γίγνεσθαι, πάντοτε σε σχέση με το
επαναστατικό του όραμα και πρόγραμμα. Ο ισχυρισμός του ότι η θρησκεία είναι
δημιούργημα του ανθρώπου μπορεί να θεωρηθεί σωστός, αν με τον όρο «θρησκεία»
εννοούμε μόνο τις θρησκευτικές παραστάσεις και μορφές ζωής (διδασκαλίες,
προσευχές, δόγματα, λατρευτικούς τύπους κ.ά.). Ο άνθρωπος πάντοτε δημιουργεί
στον εαυτό του παραστάσεις, εικόνες και έννοιες για το Θεό. Ωστόσο ποια λογική
θα μας υποχρέωνε να δεχτούμε ότι όλες αυτές οι εικόνες που δημιουργεί ο
άνθρωπος, ταυτίζονται με την ίδια την ύπαρξη του Θεού, ώστε ο Θεός να είναι
μόνο προϊόν της ανθρώπινης σκέψης, αντανάκλαση του ανθρώπου και των
μεταβαλλόμενων συνθηκών της ζωής του; Ή ποια λογική μπορεί να αποκλείσει την
ύπαρξη του Θεού, επειδή οι άνθρωποι, ανάλογα με τις συνθήκες που ζουν,
δημιουργούν κάθε φορά και αντίστοιχες αντιλήψεις και παραστάσεις για το Θεό-
που πάντοτε είναι ανεπαρκείς και όχι σπάνια προβληματικές; Ο Θεός δεν
ταυτίζεται με τις θεολογίες μας. Είναι απείρως πιο πέρα απ’ όσα λέμε γι’ Αυτόν.
Η άποψη του Μαρξ ότι η
θρησκεία είναι συνέπεια μόνο της κοινωνικο-οικονομικής αλλοτρίωσης του ανθρώπου
και των αντίστοιχων μ’ αυτές δομών ζωής δεν ευσταθεί. Διότι από την
απροκατάληπτη μελέτη της ιστορίας διαπιστώνεται αναμφισβήτητα ότι πάντοτε οι
άνθρωποι θρήσκευαν, με τούτο ή τον άλλο τρόπο. Επίσης ότι η θρησκεία δεν
συνδέεται με μια μόνο μορφή κοινωνίας, σαν αυτή που δίκαια προβλημάτισε και που
αγωνίστηκε να αλλάξει ο Μαρξ, αλλά εμφανίζεται σε κάθε είδους κοινωνία. Έτσι,
ακόμη και αν αρθούν οι αλλοτριωτικές και απάνθρωπες συνθήκες ζωής, αυτό δεν θα
σημάνει κατ’ ανάγκη και το τέλος της αληθινής θρησκείας. Ίσως θα σημάνει το
τέλος μιας αλλοτριωμένης και συμβιβασμένης θρησκείας, κάτι που το εύχονται και
επιδιώκουν όσοι θρησκεύουν αληθινά».