Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ακροδεξιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ακροδεξιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2011

Για την αναβάθμιση της ακροδεξιάς και την αντιμετώπισή της

Melencolia 1,1514, Albrecht Dürer, via Wikimedia commons

του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

από το RedNotebook

Για την αναβάθμιση της ακροδεξιάς και την αντιμετώπισή της

1. Το ενδιαφέρον για την άνοδο της ακροδεξιάς δεν προέκυψε –και βεβαίως δεν εξαντλείται– στη συγκυρία που διανύουμε. Αφορά μια περίοδο που ξεκινάει, συμβολικά, στις αρχές του ’90 και συμπίπτει με την άνοδο της διοίκησης των ειδημόνων, της προσφιλούς μας πλέον τεχνοκρατίας. Νομίζω ότι κάπως έτσι θα μπορούσε να «διαβάσει» κανείς όσα συμβαίνουν σήμερα με τον Παπαδήμο, τον Μόντι και την αναπάντεχη αναβάθμιση της καθ’ ημάς ακροδεξιάς: ως επιστέγασμα των πολιτικών «ηθών» του ’90.

2. Ας το δούμε πιο αναλυτικά. Η δεκαετία του ‘90 είναι μια εποχή που το κοινωνικό ζήτημα θεωρείται λήξαν και που η «ύλη» της κεντρικής πολιτικής σύγκρουσης περιορίζεται στη λεγόμενη «μεταϋλιστική-δικαιωματική ατζέντα» και τις κατηγορίες περί ηθικής. Εντελώς σχηματικά, την έναρξη αυτής της δεκαετίας σηματοδοτεί η επαναπολιτικοποίηση της Εκκλησίας στο Μακεδονικό, το δε τέλος της συμπίπτει με τις λαοσυνάξεις του Αρχιεπισκόπου για τις ταυτότητες. Είναι η περίοδος που η ακροδεξιά έχει την ευκαιρία να ανασυγκροτηθεί, να διαμορφώσει μια ατζέντα πέραν του πολιτειακού και να την υποστηρίξει με όρους κοινωνικού κινήματος. Αν αναζητούσαμε ένα στιγμιότυπο που να αποδίδει ανάγλυφα το κλίμα εκείνης της περιόδου, το ιδανικό θα ήταν ένα τηλεπαράθυρο όπου ο Θόδωρος Μαργαρίτης τσακώνεται με τον Βορίδη για το δικαίωμα των αλλοδαπών μαθητών να κρατούν στις παρελάσεις την ελληνική σημαία. Όσο κι αν τέτοιου είδους συγκρούσεις δεν ήταν άνευ σημασίας –αντίθετα, διέθεταν ένα αξιακό περιεχόμενο που καλώς υπερασπιζόταν η αριστερά–, εντούτοις ορίζονταν (από) και όριζαν έναν χώρο πολύ στενό για να μπορούν να συζητηθούν τα κυρίως πολιτικά διακυβεύματα· στον περιορισμένο αυτό χώρο, ό, τι θα λέγαμε «κοινωνικό ζήτημα», με την πολυπλοκότητά του και στις ευρωπαϊκές του διαστάσεις, έμενε εκτός συζήτησης. Με αυτό θα ασχολούνταν αποκλειστικά οι «ειδικοί»: ο καθηγητής Σπράος, ο καθηγητής Γιαννίτσης, οι καθηγητές Παπαντωνίου, Χριστοδουλάκης και Σημίτης.

3. Το ίδιο συνέβαινε και με τα άλλα θέματα της «νόμιμης» πολιτικής ατζέντας, όπως ας πούμε η περίφημη «διαπλοκή». Σε όλη τη δεκαετία του ’90, η διαφθορά και η διαπλοκή κατείχαν κεντρικές θέσεις στο καθημερινό πολιτικό λεξιλόγιο και στη δημόσια αντιπαράθεση. Έγιναν –κι ακόμα είναι– το αγαπημένο θέμα των ακροδεξιών στην Ελλάδα και στην Ευρώπη  [1], αφού χρησιμοποιήθηκαν επανειλημμένα ως «χαρτί» της κεντροδεξιάς εναντίον της κεντροαριστεράς και αντιστρόφως. Όλα αυτά, όμως, υπό τον όρο της αποπολιτικοποίησης και ηθικοποίησής τους – της αποσύνδεσής τους, δηλαδή, από την κοινωνική συνθήκη που τα καθιστούσε εφικτά: τη συρρίκνωση του δημόσιου χώρου χάριν του ιδιωτικού κέρδους. Πρόκειται για διεργασία που σήμερα αποθεώνει το περίφημο fast-track, σχετικοποιώντας αφόρητα το χάσμα νομιμότητας και ηθικής.

4. Κατά τη δεκαετία του ’90 λοιπόν, και στο φόντο που προσπάθησα να περιγράψω, σημειώνεται η άνοδος της εκλογικής επιρροής της ακροδεξιάς πανευρωπαϊκά. Ο «μηχανισμός» της ανόδου, με άλλα λόγια, δεν πρέπει να αναζητηθεί στην οικονομική κρίση των τελών του ’70 ή την αύξηση των ροών μετανάστευσης από την ασιατική Ανατολή προς την Ευρώπη, αλλά στην επικράτηση των ιδεών της νεοσυντηρητικής δεξιάς σ’ ένα ευρύ τμήμα του πολιτικού φάσματος (Κίτσελτ). Η ακροδεξιά κατηγορεί την κατεστημένη δεξιά ότι δεν είναι πραγματική δεξιά, ότι υποκύπτει στην ιδεολογική κυριαρχία της αριστεράς· αμφισβητεί, με τους όρους ενός στελέχους του ΛΑΟΣ, «την ηθική δειλία της αστικής τάξης απέναντι στην αριστερά», δίνοντας μάχες για την ιδεολογική ηγεμονία. Είναι υπ‘ αυτό το πρίσμα που πρέπει να κατανοηθεί η συμπερίληψη του ΛΑΟΣ στην κυβέρνηση Παπαδήμου. Διόλου αναγκαία καθαυτή, η κίνηση προδίδει μια προσπάθεια εργαλειοποίησης της ακροδεξιάς με στρατηγικό χαρακτήρα, προκειμένου η αριστερά -ο de facto δεύτερος πόλος, ως μείζων κοινωνική αντιπολίτευση- να μην μπορέσει να καρπωθεί την πολιτική κρίση και να στερηθεί ζωτικό ιδεολογικο-πολιτικό χώρο: η συζήτηση περί συνταγματοποίησης της εθνικής σωτηρίας στο ιδεολογικό έδαφος μιας νέας ευρω-εθνικοφροσύνης είναι, νομίζω, ενδεικτική. Κάπως έτσι, το πλάνο που αποτυπώνει το πνεύμα αυτής εδώ της περιόδου (όσο και την απόλυτη μείωση της απόστασης μεταξύ των πάλαι ποτέ ανταγωνιστών…), είναι πλέον άλλο: ο Λοβέρδος καταγγέλλει τον «σοβιετικό» γιατρό της μιας εγχείρησης την εβδομάδα, και την ίδια στιγμή ο Καρατζαφέρης θέτει το δίλημμα της περιόδου με τον πρωτογονισμό του συγκαιρινού μας μεσαίου χώρου: «ευρωπαϊσμός ή κομμουνισμός».

5. Είναι νομίζω φανερό από τα παραπάνω: όπως παλιά δεν θα καταλαβαίναμε τι συμβαίνει με την ακροδεξιά αν μέναμε στην ταύτισή της με την οικονομική κρίση, έτσι και σήμερα δεν θα καταλάβουμε τίποτα αν θεωρούμε την εκλογική της επιρροή ως τον απόλυτο δείκτη για τη σοβαρότητα του κινδύνου που εκπροσωπεί.

* Μέχρι τις αρχές του ’80, τα ακροδεξιά κόμματα που συμμετέχουν στα εθνικά κοινοβούλια ή το Ευρωκοινοβούλιο δεν είναι παρά μόνο έξι, η δε εκλογική τους δύναμη βρίσκεται, κατά μέσο όρο, κάτω του 5%. Στα μέσα του ’90 μιλάμε πια για 15 κόμματα, ενώ προς το τέλος του ’90 η μέση εκλογική δύναμη της ακροδεξιάς φτάνει το 9.73%. Πρόκειται, όπως είναι φανερό, για μια άνοδο σε εποχές «ευμάρειας» και όχι κρίσης.

* Το σημερινό πολιτικό ενδιαφέρον για την ακροδεξιά δεν σχετίζεται με τις εκλογικές της επιτυχίες, καθώς αυτές παραμένουν κάτω του αναμενόμενου  [2].

6. Το κρίσιμο, λοιπόν, σήμερα είναι το αποτύπωμα που αφήνει η ακροδεξιά στην ηγεμονία - στις απόψεις που κυριαρχούν στη δημόσια συζήτηση και στο εύρος των απόψεων που θεωρούνται συζητήσιμες [3] . Με άλλα λόγια: η ατζέντα του «αυτονόητου» που συνδιαμορφώνει εν μέσω πολιτικής κρίσης, αξιοποιώντας και εμβαθύνοντας τάσεις που έχει καταστήσει αυτονόητες η μέχρι πρότινος κρατική διαχείριση, καθώς κινείται προς το δεξιό άκρο: ζητήματα νόμου-τάξης, αντιμετανάστευσης και εθνικής ταυτότητας.

Η ενίσχυση λοιπόν της ακροδεξιάς πρέπει, νομίζω, να κατανοηθεί ως αποτέλεσμα αυτής της διπλής κίνησης: του δικού της εκσυγχρονισμού και ταυτόχρονα του εξτρεμισμού του πολιτικού κέντρου, μιας τάσης που εντείνεται εν μέσω οικονομικής κρίσης. Σε άρθρο του που φιλοξενεί το τρέχον τεύχος του περιοδικού transform, ο Ζαν-Ιβ Καμί επισημαίνει τις μετατοπίσεις αυτές, εστιάζοντας ακριβώς στη συνάντηση δεξιών λαϊκιστών και ριζοσπαστών ξενοφοβικών [4] .

7. Αναφερθήκαμε στην ύλη, τους πολιτικούς «συμπαίκτες» και τις ευκαιρίες που επιτρέπουν την άνοδο της ακροδεξιάς, θεωρώντας ότι ο βολονταρισμός της τελευταίας ή το «χάρισμα» του αρχηγού και των στελεχών της μάλλον περιγράφουν και λιγότερο εξηγούν. Ενδιαφέρουσα, κοντά στα προαναφερθέντα, είναι και η μεθοδολογία της. Η ακροδεξιά πολιτεύεται οικειοποιούμενη φιλελεύθερες-πλουραλιστικές αξίες για να τις διαστρέψει (π.χ. αντιισλαμισμός στο όνομα των δικαιωμάτων), επικαλούμενη τη λαϊκή κοινή λογική ώστε τελικά να εμποδίσει την είσοδο των πολλών στο προσκήνιο (το παράδοξο των ακροδεξιών ιδεολογιών…), «ρυμουλκώντας» την κατεστημένη δεξιά και, κυρίως, βραχυκυκλώνοντας την αριστερά. Εξίσου σημαντικό: διαμορφώνοντας κλίμα και αφήνοντας χώρο για μια άμεσα βίαιη («αποτελεσματική»[5] ) ακροδεξιά σκηνή, ώστε να διεκδικήσει εκείνη την υλοποίηση των αιτημάτων που η «θεσμική» ακροδεξιά αδυνατεί να καλύψει, για όσο τουλάχιστον επιδιώκει τη συμπερίληψή της στο «μεσαίο χώρο», το χώρο της κρατικής διαχείρισης. Με άλλη διατύπωση: η άλλη όψη της μάχης για την ηγεμονία που δίνει η εκσυγχρονισμένη ακροδεξιά είναι η βία των πιο αρχαϊκών (αλλά αποδεδειγμένα συμβατών με τον ΛΑΟΣ) εκδοχών της. Κοινός παρονομαστής των δύο, ο αντικομφορμισμός της «Νέας Ειλικρίνειας»: η προώθηση της ατζέντας «χωρίς κόμπλεξ», όπως συνηθίζουν να λένε οι εκπρόσωποί της, συχνά μαξιμαλιστικά, και σε αντίστιξη με μια στάση πολιτισμικής ελίτ που συχνά υιοθετεί η Αριστερά.

8. Όποια κι αν είναι η ύλη, η μεθοδολογία και οι ευκαιρίες, κάθε επιτυχία της ακροδεξιάς προϋποθέτει τη συνέργεια οργανωμένων δυνάμεων: η πολιτική δεν εξαντλείται στο λόγο ή τη μακιαβελική fortuna. Η ώσμωση έτσι με την παραδοσιακή δεξιά, από την οποία προέρχεται ο ΛΑΟΣ, είναι ένα από τα βασικά «κλειδιά» για την ερμηνεία της μέχρι τώρα επιτυχίας του. Η ώσμωση αυτή αποτυπώνεται στην «επικοινωνία» της εκλογικής βάσης των δύο κομμάτων. Ενώ, λοιπόν, μέχρι το 2007 υπάρχει μια δυναμική που δείχνει συμβατή την άνοδο του ΛΑΟΣ με την παραμονή της ΝΔ στην κυβέρνηση, την τελευταία διετία βλέπουμε ότι η σταθεροποίηση του ΛΑΟΣ σημαίνει μείωση των ψηφοφόρων της ΝΔ – ψηφοφόρων τόσο αστικής όσο και λαϊκής προέλευσης. Είναι ακριβώς γι’ αυτό που η κοινωνική βάση του ΛΑΟΣ συνδυάζει και τις δύο εκπροσωπήσεις.

Η ΝΔ έχει επίγνωση αυτής της συνθήκης και επιχειρεί να την αντιμετωπίσει α) «ριζοσπαστικοποιώντας» την ταυτοτική ατζέντα της (π.χ. στα «εθνικά») και οξύνοντας τον αντιμεταναστευτικό της λόγο και την ατζέντα νόμου και τάξης (βλ. όρους για συγκυβέρνηση και ν/σ για το άσυλο), αλλά και β) προσπαθώντας, όσο επιτρέπεται σε ένα κόμμα της κρατικής διαχείρισης, να περισώσει κοινωνικές αναφορές.

Τα προαναφερθέντα εικονογραφούν, νομίζω, τη σοβαρότητα του κινδύνου που εκπροσωπεί η εκσυγχρονισμένη ακροδεξιά [6]: Ανεξαρτήτως της εκλογικής της επιρροής, κι ενώ η ίδια αποτελεί προϊόν μιας πολιτικής κρίσης, συνιστά ταυτόχρονα και όρο όξυνσης της κρίσης αυτής. Κι αυτό γιατί α) επιδεινώνει την κρίση εκπροσώπησης στην επιδίωξή της να μπει στο κάδρο της κρατικής διαχείρισης, β) αφήνοντας χώρο στην «κινηματική» ακροδεξιά να καταγγέλλει και -κυρίως- να δρα και γ) «μεταγγίζοντας» τα ταυτοτικά στοιχεία της ατζέντας της στα κυρίαρχα κόμματα, καθώς τα τελευταία επιχειρούν να περιφρουρήσουν την εκλογική τους βάση. Αυτή η συνθήκη αποβαίνει σε τελική ανάλυση σε βάρος της αριστεράς, τα όρια της οποίας αναγκαστικά περιστέλλονται. Δημιουργείται, με άλλα λόγια, ένα πεδίο όπου η αριστερά μοιάζει αδύνατο να δώσει ιδεολογικές μάχες: το έχουν κάνει νωρίτερα η ακροδεξιά και, διά της τεθλασμένης, τα κόμματα του κράτους. Σε ό, τι αφορά τον ΛΑΟΣ, του επιτρέπει προοπτικά να διεκδικήσει καλύτερο ρόλο σε ένα σχέδιο ενοποίησης της «δεξιάς πολυκατοικίας»: αυτό προκύπτει εξάλλου, τόσο από την πρόσφατη διαρροή των Wikileaks, όσο και από τη φανερή επίδραση που ασκεί σε στελέχη του ΛΑΟΣ η πολιτική του γαλλικού ακροδεξιού θινκ τανκ Club de l’ Ηοrloge (επιδίωξη της ένωσης δεξιάς-ακροδεξιάς στο έδαφος του οικονομικού φιλελευθερισμού και του πολιτισμικού συντηρητισμού).

9. Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται, κατά τη γνώμη μου, η κρισιμότητα μιας προσέγγισης της ακροδεξιάς σε αναφορά με το κράτος και τις κοινωνικές τάξεις, αντί της εύκολης –και ερμηνευτικά άγονης– προσφυγής στην ετικέτα του «λαϊκισμού», που δεν αφήνει περιθώριο ανάλυσης της ηγεμονίας. Στην πραγματικότητα δεν λέμε τίποτα σημαντικό όταν λέμε ότι κάποιος είναι λαϊκιστής: η επίκληση μιας ομάδας μη προνομιούχων που θα «αλλάξει τα πράγματα» αφορά κάθε πολιτικό δρώντα (Λακλάου). Καταφεύγοντας στο λαϊκισμό, συσκοτίζουμε το γεγονός ότι ο ΛΑΟΣ διευρύνει την επιρροή του όχι προς την πλευρά των λαϊκών στρωμάτων, αλλά προς τους ήδη εξασφαλισμένους [7].

Αξίζει να σταθούμε εδώ λίγο πιο αναλυτικά. Η επιτυχία του ΛΑΟΣ έγκειται στην μέχρι πρότινος δυνατότητά του να συστεγάζει τις τρεις επιμέρους οικογένειες της ακροδεξιάς, να είναι δηλαδή «κόμβος» της ελληνικής ακροδεξιάς· ένας κόμβος που αξιοποιεί τα ΜΜΕ (Συγκροτήματα Αλαφούζου και Λαμπράκη, λάιφστάιλ έντυπα και εκπομπές), προσβάσεις στον κρατικό μηχανισμό (ενδεικτική η περίπτωση Κοραντή), αλλά και την τακτική των κυρίαρχων κομμάτων για να ξεπεράσουν την κρίση τους. Ενώ όμως η πολιτική κρίση έφτασε μέχρι και τη συμπερίληψή του στην κυβέρνηση Παπαδήμου, η δυνατότητα του ΛΑΟΣ να παραμείνει «κόμβος» της ακροδεξιάς αμφισβητείται σήμερα, λόγω της γενικής στάσης του απέναντι στην κρίση.

Αν κάτι πρέπει να επισημανθεί λοιπόν στη συγκυρία αυτή, είναι η αλλαγή παραδείγματος της βασικής εκδοχής της ελληνικής ακροδεξιάς: η μετάβαση από τον εθνικο-λαϊκισμό στον εθνικοφιλελευθερισμό, από την «κοινωνία» (έστω και με όρους προνοιακού σωβινισμού) ακόμα βαθύτερα στο κράτος. Εθνική πρόσληψη της κρίσης, μονεταριστικός φιλελευθερισμός, φιλελευθερισμός χωρίς κοινωνικό συμβόλαιο – αυτά είναι τα εργαλεία «αντιμετώπισης» της κρίσης και ανάδειξής της σε ευκαιρία πολιτικού αποστιγματισμού του ΛΑΟΣ, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει με πολλές επιτυχημένες εκδοχές της ακροδεξιάς στην Ευρώπη [8] .

Για όλους αυτούς τους λόγους, σήμερα περισσότερο από ποτέ δεν έχουμε λόγο να μιλάμε για «λαϊκισμό» αναφερόμενοι στην ακροδεξιά. Η υποχώρηση του ΛΑΟΣ από αυτό που οι «αντιλαϊκιστές» εννοούν ως λαϊκισμό, έχει κοστίσει στο κόμμα εκλογικά (πτώση στο 4.6% στις δημοτικές), ενισχύοντας την ακροδεξιά σκηνή (Χρυσή Αυγή), οδηγώντας ήδη στη δημιουργία άλλης οργάνωσης (Εθνικό Μέτωπο) και εντείνοντας την κρίση αντιπροσώπευσης. Χρειάζεται να το επισημάνουμε: τόσο στην Ελλάδα, όσο και πανευρωπαϊκά  [9], ακροδεξιά κόμματα σαν τον ΛΑΟΣ δεν έλκουν τα «θύματα του εκσυγχρονισμού», αλλά κι αυτούς που πάσχουν από την «πικρία της επιτυχίας», και δεν θέλουν να μοιραστούν τίποτα και με κανέναν.

10. Η κοινωνική έδραση της ακροδεξιάς που προσπάθησα να περιγράψω, έδειξε και τα όρια της δυνατότητάς της να συγκροτείται ως κοινωνικό κίνημα: το μαρτυρούν τα τεκταινόμενα στην πλατεία Συντάγματος και το παραδέχονται δημόσια οι ιστοσελίδες του χώρου. Το συμπέρασμα σαφές: όσο ευχάριστοι κι αν ηχούν στα αυτιά πολλών οι ξενόφοβοι φιλιππικοί της, η ελληνική ακροδεξιά οφείλει περισσότερα πια στους δεσμούς της με το κράτος, εξαρτάται περισσότερο από τις πολιτικές ευκαιρίες που τις προσφέρουν τα κυρίαρχα κόμματα και τα ΜΜΕ, παρά επωφελείται από δομημένους κοινωνικούς δεσμούς με λαϊκά στρώματα στη βάση του συνολικού της προγράμματος (άσχετα αν οι διαρκείς προσαρμογές, ο παρασιτισμός και ο μεταμορφισμός της μας επιτρέπουν να ισχυριστούμε ότι διαθέτει όντως ένα τέτοιο πρόγραμμα).

11. Μήπως τα παραπάνω σημαίνουν ότι ο ΛΑΟΣ είναι πια μια δύναμη του πολιτικού συστήματος όπως οι άλλες; Κάθε άλλο παρά αυτό: Μια τέτοια στάση θα κανονικοποιούσε ένα φαινόμενο ανωμαλίας, όπως είναι η γέννηση του ΛΑΟΣ και η συμμετοχή του στην παρούσα κυβέρνηση. Αυτό που υπαινίσσονται όσα προανέφερα είναι η ανάγκη να επαναπροσδιορίσουμε σε τι ακριβώς έγκειται η ανωμαλία με την ακροδεξιά, άρα με ποιους και σε τι έδαφος θα αντιμετωπιστεί. Το 2011 δεν είναι το ’90, στο βαθμό που το κοινωνικό ζήτημα δεν μπορεί πια να κρυφτεί κάτω απ’ το χαλί ή να μεταμορφωθεί σε πολιτισμικό – τουλάχιστον όχι με την ευκολία εκείνης της εποχής. Για το λόγο αυτό, η μάχη απέναντι στην ακροδεξιά δεν μπορεί να δίνεται με τους όρους εκείνης της εποχής – δεν μπορεί δηλαδή η αριστερά να περιορίζεται στο ρόλο του καλύτερου φιλελεύθερου. Αν μεταμορφωθεί σε συνεπή φιλελεύθερη δύναμη αδιαφορώντας για την πολιτικοποίηση των παθών (τομέα όπου διαπρέπει η ακροδεξιά), αν μείνει στο εργαλείο (ΛΑΟΣ) χάνοντας από το πεδίο της την εργαλειοποίηση, τους φορείς και τους στόχους της, αν αδιαφορήσει για την κοινωνική διαθεσιμότητα υπέρ της πραγματικής δημοκρατίας και κατά του Μνημονίου, κι αν τελικά περιστείλει τον πολιτικό της ορίζοντα, υποκύπτοντας στην περισταλτική στρατηγική που καλείται να αντιμετωπίσει, τότε δεν θα μπορεί ούτε καν να πιέσει τους φιλελεύθερους που σήμερα εκστασιάζονται με τη σοβαρότητα του κ. Παπαδήμου. Δεν παραείναι, όμως, μίζερο ως προοπτική το δίλημμα «Βορίδης ή Διαμαντοπούλου»;

Το κείμενο στηρίζεται στην παρουσίαση της ελληνικής έκδοσης του ευρωπαϊκής επιθεώρησης transform, που συνδιοργάνωσαν το Ινστιτούτο Πουλαντζάς και τα «Ενθέματα» της Κυριακάτικης Αυγής στις 25.11.2011

____________________

Σημειώσεις

[1]  Ενδιαφέρουσα εδώ είναι μια πρόσφατη έρευνα του Demos: Jamie Bartlett, Jonathan Birdwell, Mark Littler (2011), The New Face of Digital Populism, διαθέσιμη εδώ: [http://www.demos.co.uk/publications/thenewfaceofdigitalpopulism]
[2]  Η οικονομική κρίση δεν σημαίνει αυτομάτως και εκλογικά οφέλη για την άκρα δεξιά. Το BNP (Βρετανία) είναι στο 1,3%, οι καταγραφές της ακροδεξιάς στην Ισπανία και την Πορτογαλία είναι περιθωριακές, οι σχηματισμοί στην Πολωνία βραχύβιοι, το ισχυρό βελγικό Βλάαμς Μπλοκ έχει χάσει τη μισή του δύναμη (είναι στο 7.76%), ενώ η ακροδεξιά χάνει έδαφος επίσης στη Βουλγαρία, τη Δανία (12,4%, τρίτη δύναμη) και τη Νορβηγία (11.4 στις φετινές τοπικές εκλογές, αλλά ακόμα τρίτη δύναμη). Την ίδια στιγμή, εντυπωσιακές είναι οι καταγραφές στη Φινλανδία (19.1%, 3η δύναμη), την Ουγγαρία (16.67, τρίτη δύναμη), την Ολλανδία (15,5%, τρίτη δύναμη) και την Αυστρία (17.54%, τρίτη δυναμη).
[3]  Το παράδειγμα του ουγγρικού Jobbik είναι το πιο εύγλωττο. Με 16.7% και 855.000 ψήφους και παραστρατιωτική δομή, το Jobbik έχει αφήσει ίχνος στη δημόσια ζωή πολύ νωρίτερα από την εκλογική του εκτίναξη: στους νόμους για τα ΜΜΕ, το εκπαιδευτικό σύστημα, τη διοίκηση, αλλά και το Πανεπιστήμιο, όπου σημειώνονται μαζικές πολιτικές εκκαθαρίσεις διαφωνούντων. Βλ. Γ. Τάμας, «Η ουγγρική καταστροφή», transform, Σεπτέμβριος 2011, [http://rednotebook.gr/details.php?id=4001]
[4]  Ζαν-Ιβ Καμύ, «Νέες όψεις της ριζοσπαστικής δεξιάς», transform [http://www.transform-network.net/el/periodiko/teychos-072010/arthra/nees-opseis-tis-rizospastikis-dexias.html]
[5]  Συνηθίζουμε συχνά να αποδίδουμε την ενίσχυση της ακροδεξιάς στην υπερπροβολή της από τα ΜΜΕ. Όσο κι αν η εμπειρία στην Ελλάδα, τη Γαλλία, την Ολλανδία και αλλού συνηγορεί ως προς αυτό, η στάση των ΜΜΕ δεν αποτελεί ερμηνεία για τα πάντα. Η επιτυχία της Χρυσής Αυγής στο Δήμο Αθηναίων κάθε άλλο παρά σχετιζόταν με ευνοϊκή μεταχείριση από τα ΜΜΕ, γιατί το θέμα εκεί ήταν η αποτελεσματικότητα: «όσα οι άλλοι υπόσχονται, η Χ.Α τα υλοποιεί».
[6]  Δεδομένου ότι η συμπερίληψη του ΛΑΟΣ στην ακροδεξιά εγείρει (ακόμα…) ενστάσεις, και καθώς η ετερογένεια κάθε κόμματος της ακροδεξιάς δημιουργεί κατά παράδοση επιφυλάξεις και συγχύσεις, έχει σημασία να θυμίσουμε εν παρόδω ότι παρά το μεταμορφισμό και τη φαινομενική αντίσταση των ακροδεξιών σχηματισμών στη …συμβολοποίηση/κατηγοριοποίηση, η ακροδεξιά μπορεί να μελετηθεί ως αυτοτελές αντικείμενο. Ο Ιgnazi θέτει, εδώ, ένα τριπλό κριτήριο. Ακροδεξιό κόμμα είναι αυτό που: α) τοποθετείται στα δεξιά του πολιτικού φάσματος σε τέτοιο βαθμό ώστε κανένα άλλο να μην είναι πιο δεξιά από αυτό· β) εκφράζει έναν αξιακό-ιδεολογικό δεσμό με τις αρχές και τη μυθολογία του ιστορικού φασισμού (μελετώντας π.χ. την οργάνωση του ΛΑΟΣ, η εγγυημένη από το καταστατικό παντοδυναμία του ηγέτη και η πρόβλεψη για διορισμό δημοσίων υπαλλήλων και εμπόρων στην Κεντρική του Επιτροπή παραπέμπουν αμφότερες στο Μεσοπόλεμο) και γ)  εκφράζει πεποιθήσεις που υπονομεύουν το πολίτευμα (π.χ. αντικομματισμός). Οι Mudde, Eatwell και Hainsworth, από την άλλη, θεωρούν ακροδεξιό ένα κόμμα που πληροί τέσσερις ιδεολογικές «προϋποθέσεις»: τον εθνικισμό, το ρατσισμό, την απόρριψη της δημοκρατίας και ένα αίτημα για ισχυρό -παρεμβατικό κοινωνικά ή/και κατασταλτικό- κράτος. Στα συμφραζόμενα αυτά, τέλος, ο Payne διακρίνει τρεις επιμέρους «οικογένειες»: α) την παραδοσιακή-συντηρητική (στα καθ’ ημας: λαϊκή δεξιά-βασιλόφρονες: ελεύθερη αγορά με ισχυρή κρατική παρέμβαση, πίστη στη δημοκρατία, αλλαγή πολιτεύματος διά του κοινοβουλίου, χριστιανισμός), β) τη ριζοσπαστική (προσκόλληση στις οικονομικές ελίτ, πίστη στη δημοκρατία, αλλαγή πολιτεύματος διά του κοινοβουλίου, χριστιανισμός) και  γ) την εθνικοσοσιαλιστική-νεοφασιστική (μορφές σοσιαλισμού-κορπορατισμού, αντισυστημική, παγανιστική). Αν και αφορούν τα καθεστώτα του μεσοπολέμου, οι διακρίσεις καλύπτουν στο έπακρο τη σύγχρονη άκρα δεξιά – και βεβαίως αφορούν τον ΛΑΟΣ.
[7]  Μέση τιμή επιρροής του ΛΑΟΣ στις υψηλές κ/ε περιοχές το 2007: 5.2% και το 2009: 8.4%. Αντίστοιχες τιμές στις χαμηλές κ/ε: 2007:5.7% και 2009: 7.7%, Συλλογικό (2011), Η Κοινή Γνώμη στην Ελλάδα 2008-2010: Βουλευτικές & Περιφερειακές Εκλογές, Πολιτικά Κόμματα, Πολιτική Επικοινωνία, Πολιτισμικές Πρακτικές, Σαββάλας: Αθήνα
[8]  Η «απείθαρχη» πραγματικότητα της ακροδεξιάς εκφράζεται σήμερα στις πολλαπλές τοποθετήσεις της όσον αφορά την κρίση. Ο αντιευρωπαϊσμός («αποπαγκοσμιοποίηση», σύμφωνα με την τρέχουσα αργκό στη Γαλλία) και ο αντικαπιταλισμός της Μαρίν Λεπέν (κατ’ ουσίαν προνοιακός σωβινισμός: κράτος πρόνοιας μόνο για Γάλλους…), αλλά και αντίστοιχες θέσεις των Αληθινών Φινλανδών, απέχουν μακράν από το νεοφιλελευθερισμό του ΛΑΟΣ, όσο κι αν ο τελευταίος διατηρεί στο ακέραιο μια ατζέντα identity politics – είτε για να πιέζει τα κόμματα του κέντρου, είτε ως «γέφυρα» με τη λαϊκή δεξιά, πολιτική και «κινηματική».
[9] Καρλ Μαρς, «Η περίπτωση των Αληθινών Φινλανδών», transform [http://www.transform-network.net/en/journal/issue-082011/article/i-anodos-toy-dexiostrofoy-laikismoy-stin-filandia-i-p.html]

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011

Η Ακροδεξιά την εποχή του Μνημονίου

Τζωρτζ Γκρος, "Έκλειψη ηλίου", 1926
του Δημήτρη Ψαρρά

από τα Ενθέματα, 16.10.11

ΣΚΗΝΗ 1η: Βλέπουμε τον αρχηγό του ΛΑΟΣ σε πρόσφατη συνέντευξή του (Kontra Channel, 28.5.2011)  να αποκρούει τον όρο Ακροδεξιά: «Δεν ξέρω τι είναι αυτό που λέμε Aκροδεξιά. Δεν έχω δει ακροδεξιά με την έννοια του ναζισμού πουθενά. […] Πουθενά δεν υπάρχει αυτό που λέμε Aκροδεξιά. Δεν είναι ακροδεξιά η Λέγκα του Βορρά, η οποία συμμετέχει στην κυβέρνηση Μουσολίνι [sic] κι έχει μία άνοδο». Όσο για τη Χρυσή Αυγή, δεν είναι ακραία: «Όχι. Εγώ θα ’λεγα ότι είναι μια δεξιά παράταξη. Γιατί πρέπει να είναι ακραία;».

ΣΚΗΝΗ 2η: Ο Άδωνις Γεωργιάδης παρουσιάζει την επανέκδοση του Λεξικού των ελληνικών και ρωμαϊκών αρχαιοτήτων του Σμιθ (Τηλεάστυ, 22.6.2011). Σε όλη την εκπομπή του ο γραμματέας του ΛΑΟΣ επανέρχεται στο λήμμα «Ξενία» του λεξικού διαβάζοντας την ίδια φράση: «Παρά τοις αρχαίοις ο μη Ελλην ξένος εθεωρείτο ως εχθρός και βάρβαρος». Αυτή τη φράση ο κ. Γεωργιάδης την ερμηνεύει ως εξής: «Δηλαδή, η έννοια του Ξενίου Διός ήταν μόνο μεταξύ των Ελλήνων. Δεν έχει να κάνει με τους αλλοδαπούς, να πείτε στους διάφορους θολοκουλτουριαραίους».

Μόνο που το Λεξικό λέει το ακριβώς αντίθετο. Μπορεί να το διαπιστώσει μόνος του καθένας, εφόσον το βιβλίο έχει αναρτηθεί στην πολύτιμη ψηφιακή βιβλιοθήκη Ανέμη του Πανεπιστημίου Κρήτης (anemi.lib.uoc.gr). Ακριβώς μετά από τη φράση που επαναλάμβανε μονότονα ο κ. Γεωργιάδης, αναγράφονται τα ακόλουθα:

«Ο ερχόμενος δε εις χώραν τινά ουχί επί εχθρικώ τινι σκοπώ, φαινομένως τουλάχιστον, ενομίζετο ως ου μόνον προστασίας δεόμενος, αλλά και ως ικέτης. [...] Αμα αφικομένου ξένου, οιασδήποτε τάξεως και γένους, εδέχοντο αυτόν ευμενώς και παρείχον αυτώ πάντα τα προς ανάπαυσιν και θεραπείαν των αμέσων αυτού αναγκών επιτήδεια. Ο ξενούμενος αυτόν δεν ηρώτα τις ήτο ούτος, ή δια τι ήλθεν εις την οικίαν αυτού πριν ή εκτελέση τα της ξενίας καθήκοντα. Εν όσω δε διέμενε παρ’ αυτώ, εθεώρει ως ιερώτατον καθήκον το προστατεύειν αυτόν από πάσης καταδιώξεως, και εάν έτι ανήκεν εις πολιτικώς εχθράν φυλήν».

Μ’ άλλα λόγια, ο κ. Γεωργιάδης διαστρέβλωνε ανοιχτά το περιεχόμενο του βιβλίου που πουλούσε, μόνο και μόνο για να ταιριάζει με τις κατευθύνσεις της ρατσιστικής κομματικής του γραμμής.

ΣΚΗΝΗ 3η: Ο άλλος τηλεβουλευτής του ΛΑΟΣ, ο Κυριάκος Βελόπουλος κάνει «αποκαλύψεις» (Τηλεάστυ, 16.9.2011). Είναι η ειδικότητά του. Χάρη σ’ αυτήν έχει πάρει θέση μόνιμου συνεργάτη στις «ερευνητικές» εκπομπές του Κώστα Χαρδαβέλλα. Από καιρό, όπως εξηγεί ο ίδιος ο Βελόπουλος σε πολλές εκπομπές του, προσπαθούσε να αποδείξει ότι ο Γλέζος και ο Σάντας δεν κατέβασαν την κατοχική γερμανική σημαία από την Ακρόπολη, εφόσον το βράδυ οι σημαίες υποστέλλονται. Πρόκειται για μια ένσταση που προβάλλουν εδώ και χρόνια κάθε λογής ακροδεξιά έντυπα και ιστολόγια. Και κάνουν ότι δεν ξέρουν ότι όλες οι κατοχικές εφημερίδες έχουν την επομένη της ηρωικής πράξης ανακοίνωση του γερμανού φρούραρχου, στην οποία αναφέρεται ρητά το γεγονός. «Κατά την νύκτα της 30ής προς την 31η Μαΐου υπεξαιρέθη η επί της Ακροπόλεως κυματίζουσα γερμανική πολεμική σημαία παρ’ αγνώστων δραστών. Διενεργούνται αυστηραί ανακρίσεις. Οι ένοχοι και οι συνεργοί αυτών θα τιμωρηθώσι διά της ποινής του θανάτου».[1]

Μετά απ’ αυτή την αδιάσειστη απόδειξη και με την άνεση που χαρακτηρίζει όλους τους τερατολόγους της Ακροδεξιάς, ο Βελόπουλος, αντιγράφοντας και πάλι από ακροδεξιά ιστολόγια, αλλάζει το τροπάρι και προσπαθεί να λερώσει αυτή τη λαμπρή σελίδα της Εθνικής Αντίστασης με την δήθεν αποκάλυψη που έγινε στη Βουλή το 1958 για μια γυναίκα που υποτίθεται ότι έριξαν δόλωμα στους Γερμανούς οι Γλέζος και Σάντας. Αλλά αυτή η «αποκάλυψη» προέρχεται από τα χείλη των Κωνσταντίνου Μανιαδάκη, του διαβόητου υφυπουργού Ασφαλείας της δικτατορίας Μεταξά, γνωστού για τα βασανιστήρια και τις μεθόδους παραπληροφόρησης που χρησιμοποιούσε. Ο Μανώλης Γλέζος, διευθυντής τότε της Αυγής, είχε συλληφθεί στις αρχές Δεκεμβρίου 1958 με την κατηγορία της κατασκοπίας. Ήταν ένας τρόπος κατατρομοκράτησης της Αριστεράς που είχε κατορθώσει στις εκλογές της ίδιας χρονιάς να φτάσει το 24,5% και να γίνει αξιωματική αντιπολίτευση. Και χρειαζόταν βέβαια να αμαυρωθεί το αγωνιστικό παρελθόν του Γλέζου.[2]

***
Ο διπλός λόγος της Ακροδεξιάς
Τα παραδείγματα θα μπορούσαν να είναι εκατοντάδες. Η σύγχρονη ελληνική Ακροδεξιά είναι γέννημα-θρέμμα της ιδιωτικής τηλεόρασης. Και την πραγματική της φυσιογνωμία δεν είναι δυνατόν να περιγράψει κανείς, αν δεν μελετήσει το περιεχόμενο των τηλεοπτικών παρεμβάσεων των στελεχών της. Μάλιστα, δεν αρκεί  να περιοριστεί κανείς σε όσα λένε αυτά τα στελέχη στα δελτία ειδήσεων των μεγάλων καναλιών. Πρέπει να αναζητήσει τις απόψεις που εκφράζουν στις δικές τους εκπομπές και στα φιλικά τους κανάλια. Και τότε θα διαπιστώσει ότι πίσω από τη βιτρίνα των σοβαρών και υπεύθυνων πολιτικών στελεχών που παρουσιάζουν τον τελευταίο καιρό ο αρχηγός του ΛΑΟΣ και οι συνεργάτες του, διατηρείται η ίδια ακραία, ρατσιστική και ψευδολόγα ρητορική.

Ο λόγος είναι απλός. Ο κ. Καρατζαφέρης και οι συνεργάτες του εφαρμόζουν την τακτική που ακολούθησαν πριν απ’ αυτούς και τα περισσότερα σύγχρονα ακροδεξιά κόμματα της Ευρώπης, δηλαδή εκφέρουν έναν διπλό λόγο, ο οποίος διαφοροποιείται ανάλογα με το ακροατήριο στο οποίο απευθύνεται. Στρογγυλεμένα, «εύπεπτα» και «καθωσπρέπει» λόγια προς το εθνικό ακροατήριο και σκληρά μισαλλόδοξα προς τους μυημένους των ειδικών εκπομπών. Αν θέλει, λοιπόν, κανείς να έχει άποψη για το περιεχόμενο της πολιτικής τους ατζέντας πρέπει να υποστεί το μαρτύριο της παρακολούθησης των ποικίλων προσωπικών τηλεοπτικών τους εκπομπών σε κάθε λογής κανάλια.

Τον ίδιο δρόμο ακολουθεί και η Χρυσή Αυγή, που δεν περιορίζεται πλέον στη διοργάνωση πογκρόμ εναντίον μεταναστών. Μετά την εκλογή Μιχαλιολιάκου στο Δήμο της Αθήνας ονειρεύεται κι αυτή είσοδο στη Βουλή. Προς στιγμή εξασφάλισε εβδομαδιαία εκπομπή στο Kontra Channel του Κουρή, αλλά οι διαμαρτυρίες που ξεσηκώθηκαν υποχρέωσαν τη διοίκηση του σταθμού να ακυρώσει τη συνεργασία με τη ναζιστική ομάδα, και να απεκδυθεί τις ευθύνες της, με τη δικαιολογία ότι η εκπομπή αυτή θα προβαλλόταν σε ώρα που ανήκει «στον πρώην ιδιοκτήτη της συχνότητας κ. Παπανικόλα». Τον γνωστό Παπανικόλα που στις εκλογές αποτέλεσε την «οικολογική συνιστώσα» του ΛΑΟΣ.

Ούτως ή άλλως, το Kontra είναι χαρακτηριστικό για την τηλεοπτική απήχηση των αστέρων της Ακροδεξιάς. Συγκεντρώνει στις τάξεις του γνωστά στελέχη του ΛΑΟΣ (Σπίνος, Παπαδόπουλος), ενώ δε χάνει ευκαιρία να φιλοξενήσει τον φίρερ και τα στελέχη της Χρυσής Αυγής (εκπομπές Μιχαλονάκου, Χίου).

Είναι γεγονός ότι η σημερινή κρίση έχει ανοίξει νέα πεδία δράσης στην ελληνική Ακροδεξιά. Κάθε λογής συνωμοτική θεωρία ακούγεται σήμερα λιγότερο παράξενη, ενώ ο ορθός λόγος έχει καταλήξει στα αζήτητα, όταν ο πολίτης αντιμετωπίζει κάθε μέρα μπροστά του το παράλογο με τη μορφή των απαιτήσεων της κυβέρνησης και της τρόικας. Και βέβαια είναι η κατάλληλη στιγμή για να μας αποκαλύψουν κάποιοι ότι φταίνε οι Εβραίοι, ότι έχει ήδη έρθει ο Αντίχριστος και ότι το μόνο που μένει είναι να αγοράζουμε τα βιβλία τους. Ακόμα και ο σεβάσμιος Μίκης Θεοδωράκης μας καλεί με το τελευταίο του βιβλίο να μελετήσουμε τα βίντεο που έχει αναρτήσει στην επίσημη ιστοσελίδα της «Σπίθας» σχετικά με την «Παγκόσμια Διακυβέρνηση» και τη Λέσχη Μπίλντερμπεργκ.[3] Αλλά το βίντεο με τίτλο «Η ελληνική συμμετοχή στη Λέσχη Μπίλντερμπεργκ» δεν είναι παρά ένα άθλιο προπαγανδιστικό φιλμάκι ενός Χρυσαυγίτη που υπογράφει με το ψευδώνυμο «Τσιμπούκας», και το μόνο που κάνει είναι να μιλά για «πολιτικούς του κώλου», «πολιτικούς προδότες» (υποδεικνύοντας Παπανδρέου και Σαμαρά) και βέβαια να αποκαλύπτει ότι «οι Εβραίοι έχουν εισβάλει στην Ελλάδα κι έχουν παραποιήσει-διαβρώσει τα πάντα». Δεν περιμέναμε να παίζει στα δάχτυλά του το You Tube ο Μίκης, αλλά είναι σαφές ότι κάποιος στενός του συνεργάτης θεώρησε ότι η προπαγάνδα της Χρυσής Αυγής είναι καλή και για τη «Σπίθα».

Ο μνημονιακός κ. Καρατζαφέρης ο «αποχαρακτηρισμός» του ΛΑΟΣ

Υπάρχει βέβαια και η δικαιολογία ότι ο λεγόμενος «αντιμνημονιακός αγώνας» ενώνει όλους τους Ελληνες. Αλλά τότε πώς εξηγείται η στάση του κ. Καρατζαφέρη κατά την ψήφιση του Μνημονίου, σε μια περίοδο που ήταν εμφανές ότι τα κυβερνητικά μέτρα θα προκαλούσαν ισχυρές λαϊκές αντιδράσεις;

Με την κίνησή του αυτή ο πρόεδρος του ΛΑΟΣ κατάφερε να εμφανιστεί ως «εθνικά υπεύθυνος ηγέτης» και –το σημαντικότερο– να διεκδικήσει ένα ιδιότυπο «μεσαίο χώρο», μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΝΔ. Το χώρο αυτό του τον προσφέρει ο ίδιος ο κ. Σαμαράς όταν τον αποκαλεί «εξαπτέρυγο» του ΠΑΣΟΚ ή «μέλος της συμμαχίας των προθύμων». Με λίγα λόγια, η ψήφιση του Μνημονίου ήταν το πιστοποιητικό που εξασφάλισε τον αποχαρακτηρισμό του ΛΑΟΣ.

Ήδη πριν από τις εκλογές του 2009 τα στελέχη του ΛΑΟΣ είχαν κερδίσει την καρδιά των βασικών διαμορφωτών της κοινής γνώμης. Αλλά τώρα πια, με την «υπεύθυνη στάση» του ΛΑΟΣ κατά την ψήφιση του Μνημονίου, ο κ. Καρατζαφέρης έχει αναδειχτεί σε εθνική δύναμη, εκτοπίζοντας μάλιστα στο περιθώριο των άκρων την Αριστερά, ακόμα και την πιο μετριοπαθή Αριστερά.

Μας το είπε ο Αλέξης Παπαχελάς, ο οποίος σε ένα ασυνήθιστα υμνητικό πρωτοσέλιδο άρθρο της Καθημερινής μιλούσε για «φαινόμενο ΛΑΟΣ» και υποστήριζε ότι το κόμμα «ανεβαίνει» δημοσκοπικά, χάρη στις σωστές θέσεις του Καρατζαφέρη με την ψήφιση του Μνημονίου, την πρόταση για οικουμενική κυβέρνηση, την ευκολία του να δεχτεί το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας και την επιμονή του στην ατζέντα «νόμου και τάξης».[4]

Από κοντά και ο Γιάννης Πρετεντέρης που σε πρόσφατο άρθρο του πρότεινε συνεργασία «ακόμα και κυβερνητική όλων των κομμάτων του συνταγματικού τόξου όπως εκφράστηκε στο νόμο για τα ΑΕΙ», βάζοντας έτσι το ΛΑΟΣ στο συνταγματικό τόξο και βγάζοντας έξω όλα τα κόμματα της Αριστεράς.[5]

Φυσικά δεν είναι μόνο ο Πρετεντέρης και ο Παπαχελάς. Αντίστοιχα εύσημα έχει εισπράξει ο κ. Καρατζαφέρης από το σύνολο των βραδινών τηλεπαρουσιαστών, ενώ βέβαια και τα στελέχη της κυβέρνησης –με προεξάρχοντες τους κυρίους Λοβέρδο, Βενιζέλο και Πάγκαλο– έχουν με κάθε τρόπο εκφράσει την ευγνωμοσύνη τους για τη στήριξη.

Η οικονομική ατζέντα του ΛΑΟΣ: σκληρός νεοφιλελευθερισμός

 

Αλλά υπάρχει κάτι σοβαρότερο. Ο δεύτερος λόγος που το ΛΑΟΣ συντάχθηκε με το Μνημόνιο έχει βαθύτερες ρίζες στην πολιτική συγκρότηση του κόμματος αυτού και τις αντιλήψεις του κ. Καρατζαφέρη για τα οικονομικά και τα εργασιακά ζητήματα. Τα περισσότερα μέτρα που έχει υιοθετήσει η κυβέρνηση μοιάζουν αντιγραμμένα από το προεκλογικό πρόγραμμα του ΛΑΟΣ, ενώ ο Καρατζαφέρης υποστηρίζει σήμερα μια δέσμη ακόμα πιο σκληρών αντεργατικών και φιλοεργοδοτικών μέτρων. Θυμίζουμε ότι ήταν εκείνος που είχε εισηγηθεί πρώτος τη νομιμοποίηση των ημιυπαίθριων χώρων, είχε προτείνει την κατάργηση της φορολογίας των αυτοκινήτων πολυτελείας, επέμενε στη μηδενική φορολόγηση των επιχειρήσεων, την άνευ όρων νομιμοποίηση του μαύρου χρήματος, την κατάργηση του πόθεν έσχες (το οποίο θεωρεί «κομμουνιστικής υφής»), τη δημιουργία φορολογικού παραδείσου στην Ελλάδα, και την κατάργηση των συνδικάτων. Ακόμα και πρωθυπουργό τραπεζίτη είχε προτείνει από το 2009 ο κ. Καρατζαφέρης.

Όσο για τους δημόσιους υπαλλήλους, που κατά τη γνώμη του είναι υπεράριθμοι κατά 600.000 (περίπου όλοι δηλαδή), ο Καρατζαφέρης θέλει να τους στείλει να δουλεύουν στα εργοστάσια και να μην τους πληρώνουν οι εργοστασιάρχες, αλλά το κράτος, έτσι ώστε να μειωθεί το κόστος των ελληνικών προϊόντων. Και όσοι περισσεύουν θα πάνε να μαζεύουν αγροτικά προϊόντα, πάλι με κρατικά έξοδα, έτσι ώστε να διώξουμε και τους λαθρομετανάστες που βρομίζουν τη χώρα μας.

Ορισμένοι αναλυτές δυσκολεύονται να εντάξουν το ΛΑΟΣ που έχει υιοθετήσει αυτό το σκληρό νεοφιλελευθερισμό στην ευρωπαϊκή Ακροδεξιά. Πράγματι, τα περισσότερα ακροδεξιά κόμματα που κατάφεραν να αποκτήσουν σημαντική εκλογική απήχηση μέχρι το 2000 (κυρίως το Εθνικό Μέτωπο του Λεπέν και το Κόμμα Ελευθερίας του Χάιντερ) είχαν εγκαίρως αποβάλει την προσκόλλησή τους στο νεοφιλελευθερισμό και πολιτεύτηκαν με ένα λαϊκιστικό πρόγραμμα που τους διευκόλυνε να προσεγγίσουν ακόμα και το μέχρι τότε εκλογικό ακροατήριο της Αριστεράς.[6] Για να ερμηνεύσει κανείς τη διαφοροποίηση του ΛΑΟΣ και την προσκόλλησή του σε ακραίες μορφές αντεργατικής πολιτικής πρέπει καταρχήν να λάβει υπόψη του τις ιδιαίτερες σχέσεις που διατηρεί ο κ. Καρατζαφέρης με μερίδα μεγαλοεπιχειρηματιών (Εμφιετζόγλου κ.ά.). Πριν από λίγες μέρες το ΛΑΟΣ γιόρτασε στη Θεσσαλονίκη την επέτειο των 11 χρόνων του. Όρθιος χειροκροτούσε τον κ. Καρατζαφέρη στην πρώτη γραμμή της αίθουσας του Βελλίδειου ο Γιώργος Αποστολόπουλος. Και γιατί να μη χειροκροτεί; Θα θυμόταν κι αυτός την πρόταση του Καρατζαφέρη προς το υπουργείο Υγείας να αναθέτει «σ’ έναν ιδιωτικό φορέα όλες τις αξονικές, όλες τις μαγνητικές, όλα τα εγκεφαλογραφήματα» για να του έρθει «φθηνότερα».

Οι βαθιές ακροδεξιές ρίζες του ΛΑΟΣ

 

Καλά όλα αυτά. Αλλά μήπως το ΛΑΟΣ, έστω και μ’ αυτό τον τρόπο, μεταμορφώνεται σε ένα νεοφιλελεύθερο μόρφωμα που θα διεκδικήσει με την προβολή στελεχών τύπου Βορίδη το κενό που φαίνεται ότι θα δημιουργηθεί από την αδυναμία της κυρίας Μπακογιάννη να συγκροτήσει το δικό της κόμμα; Δεν το βλέπω πιθανό. Το πολύ πολύ να επανεντάξει στις τάξεις της Ακροδεξιάς ορισμένα στελέχη του «χώρου» που περιπλανήθηκαν μεταξύ Νέας Δημοκρατίας και Δημοκρατικής Συμμαχίας, όπως ο κ. Κιλτίδης, ο οποίος, ας μην το ξεχνάμε, ξεκίνησε την πολιτική του καριέρα από το κόμμα της 4ης Αυγούστου με αρχηγό τον Θεσσαλονικιό διάδοχο του Κώστα Πλεύρη, τον Δημήτριο Καψάλα.

Αλλά το ΛΑΟΣ έχει βαθύτερες ρίζες στην Ακροδεξιά, και δεν τις έχει ούτε στιγμή απαρνηθεί. Το κύριο σημερινό του σύνθημα είναι η «αποκομμουνιστικοποίηση της χώρας», διότι «η Ελλάδα ανήκει στους καθαρούς Έλληνες». Ο νεοφιλελευθερισμός του ΛΑΟΣ δεν ακολουθεί την κλασική θατσερική συνταγή. Περισσότερο πηγάζει από τις αντεργατικές εμπνεύσεις της περιόδου της δικτατορίας. Άλλωστε ως υποψήφιο υπουργό της κυβέρνησής του στα οικονομικά υπουργεία ο Καρατζαφέρης προβάλλει τον χουντικό Κωνσταντίνο Θάνο, ενώ στις προτάσεις του περιλαμβάνεται ανασύσταση της ΜΟΜΑ, για να αναλαμβάνουν οι στρατιωτικοί τα δημόσια έργα.

Το πιο πρόσφατο εύρημα του κ. Καρατζαφέρη είναι η πρότασή του να προκαλέσουμε θερμό επεισόδιο και πόλεμο με την Τουρκία, με τις πλάτες βέβαια των ΗΠΑ και του Ισραήλ. «Σύρραξη έστω και μιας ημέρας, σημαίνει πολλά», μας έλεγε τις προάλλες. Και εξηγούσε: «Πρώτα-πρώτα μηδενίζονται τα CDS. Δεύτερον, η Τουρκία εγκαταλείπει για πάντα την Ευρώπη, πράγμα που σημαίνει μια μεγάλη νίκη για τα δικά μας θέματα».

Μπορεί όλα αυτά να ακούγονται αφελή έως τυχοδιωκτικά, αλλά από τη στιγμή που το ΛΑΟΣ λειτουργεί για το νέο συνταγματικό τόξο ως άτυπο «θινκ τανκ» (με τονισμό του δεύτερου όρου) δεν αποκλείουμε η πολεμόχαρη πρότασή του να δελεάσει τους καμένους εγκέφαλους του κυβερνητικού επιτελείου ή τους Κλαούζεβιτς που ήδη συνωστίζονται στο στρατηγείο της Συγγρού.

Και τότε θα προσθέσουμε στο σκηνικό της οικονομικής κρίσης και μια εθνική τραγωδία.

Ο Δημήτρης Ψαρράς είναι δημοσιογράφος, μέλος της δημοσιογραφικής ερευνητικής ομάδας «Ο Ιός» και συγγραφέας του βιβλίου «Το κρυφό χέρι του Καρατζαφέρη. Η τηλεοπτική αναγέννηση της ελληνικής Ακροδεξιάς», Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2010.

Το άρθρο βασίζεται σε εισήγηση στην εκδήλωση που πραγματοποίησε το «Πράσινο Ινστιτούτο» στη Θεσσαλονίκη, την 1.10.2011, με κεντρικό θέμα «Η Άκρα Δεξιά στην εποχή της οικονομικής κρίσης».

[1] Ελεύθερον Βήμα, 1.6.1941.
[2] Περισσότερα για τη συκοφαντία Μανιαδάκη-Βελόπουλου, στο Δ. Ψαρράς, «Ζήλεψε τη δόξα του Μανιαδάκη», Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 9.10.2011.
[4] Αλέξης Παπαχελάς, «Γιατί ανεβαίνει ο ΛΑΟΣ», Καθημερινή, 11.3.2011.
[5] Γιάννης Πρετεντέρης, «Η μόνη διέξοδος», Τα Νέα, 30.8.2011.
[6] Piero Ignazi, «Les partis d’extrême droite en Europe de l’Ouest», Les Cahiers du CEVIPOF, αρ. 53, Απρίλιος 2011, σ. 61-62.