Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκλογές εθνικές Μάης 2012. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκλογές εθνικές Μάης 2012. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 18 Μαΐου 2012

Τα “talk show” της Χρυσής Αυγής


Της Αντας Ψαρρά

rednotebook

Στη σύντομη μετεκλογική περίοδο, εκτός από τις άκαρπες προσπάθειες να σχηματιστεί κάποιου είδους κυβέρνηση, οι έλληνες πολίτες είχαν την ευκαιρία να …γνωριστούν καλύτερα με τη Χρυσή Αυγή. Η αρχή έγινε με την εκπομπή του φανερά εκνευρισμένου Σρόιτερ μπροστά στις ρατσιστικές και εθνικιστικές παραστρατιωτικές κορώνες των εκπροσώπων της. Στη συνέχεια περάσαμε στην αμήχανη εκπομπή του Ευαγγελάτου και την ακόμα πιο αμήχανη Ελλη Στάη, κατόπιν στην άνετη εμφάνιση του Σταύρου Θεοδωράκη απέναντι στον φύρερ Μιχαλολιάκο και τέλος στην απόλυτη αποδοχή και στο ξέπλυμα των παρακρατικών και βίαιων μεθόδων της οργάνωσης από τον προεκλογικό υποστηρικτή της, Θέμο Αναστασιάδη. Μην ξεχνάμε τα συνθήματα του Αναστασιάδη μέσα από την πρώτη σε κυκλοφορία εφημερίδα Πρώτο Θέμα: «Μπάτσοι παντού», « Έξω όλοι οι λαθρομετανάστες» και άλλα παρόμοια. Στο ίδιο διάστημα, βέβαια, είχαμε μια δολοφονία μετανάστη, πολλούς ξυλοδαρμούς με κατάληξη των θυμάτων στα νοσοκομεία και συστηματική προπαγάνδα εναντίον της αριστεράς που επιμένει σε μια διαφορετική αντιμετώπιση του μεταναστευτικού, μέσα στο πλαίσιο του σεβασμού στα ανθρώπινα δικαιώματα.Κανείς από τους πρωταγωνιστές αυτών των εκπομπών, όποιος κι αν είναι ο βαθμός της ανατριχίλας τους μπροστά στην είσοδο της εγκληματικής αυτής οργάνωσης στη Βουλή, δεν διανοήθηκε να εκθέσει τα στοιχεία της δράσης της. Αντίθετα, μπροστά στα ανιστόρητα επιχειρήματα των μελών της Χρυσής Αυγής, όπως ότι η γενοκτονία των εβραίων ήταν ένα ανάμεσα τόσα «εγκλήματα πολέμου», κανένας από τους δημοσιογράφους δεν άρθρωσε έστω και ένα ερώτημα, όπως ας πούμε τίνος πολέμου αποτέλεσμα ήταν η απόφαση του Χίτλερ να εξοντώσει 6 εκατομμύρια εβραίων. Στις αναφορές στη Χούντα, και στο σκληρό πλην τίμιο προφίλ των στρατιωτικών, δεν κανένας δεν βρήκε έστω και ένα επιχείρημα για τη διαφθορά και την σαπίλα των επικεφαλής της κατάλυσης της δημοκρατίας. Κι αν στον εγκέφαλο του Μιχαλολιάκου, ανάμεσα στα χιτλερικά και τα χουντικά προστάγματα, χώρεσε ακόμα και ο Λένιν προκειμένου να δικαιολογηθεί η αντίθεσή του στο δημοκρατικό πολίτευμα και η δικαιολόγηση της βάρβαρης βίας των χρυσαυγιτών, πού ήταν οι απαντήσεις των δημοκρατικών δημοσιογράφων;

Και καλά, ο Αναστασιάδης ήταν αυτός που τάχτηκε αναφανδόν υπέρ των συλλαλητηρίων του Χριστόδουλου και της εθνικιστικής δεξιάς, λέγοντας μάλιστα ότι εκεί και μόνο παραδέχτηκε το Σαμαρά. Οι άλλοι όμως;

Η επιλογή των ανθρώπων που εξήγησαν το πώς η αριστερά έσπρωξε τους νέους στην ΧΑ στους Πρωταγωνιστές, μέχρι τα χοντροκομμένα κοροϊδευτικά αντιαριστερά συνθήματα σε τρέιλερ στην εκπομπή του Αναστασιάδη, την ώρα που μιλούσε ο Καιάδας, δημιουργούν βάσιμες υπόνοιες για το πόσο χρήσιμη στο σύστημα είναι η ύπαρξη της Χρυσής Αυγής. Επιπλέον, το να μετράει ο αρχηγός της ΧΑ τους ψηφοφόρους του σε μεραρχίες χωρίς να κρύβει την ειλικρινή του πρόθεση να αποκτήσουν κάποτε και στρατιωτική ισχύ, είναι έξω από τον ελεύθερο διάλογο και πέρα από τα όρια της συνταγματικής νομιμότητας. Και τέλος, το να μιλάνε οι χρυσαυγίτες για το πώς θα διώξουν όλους τους μετανάστες, τρομοκρατώντας τους και αφήνοντας και υπαινιγμούς για τις μεθόδους που θα χρησιμοποιήσουν αν…απειληθούν (και μπροσά σε όλα αυτά να παραμένουν όλοι περίπου αδιάφοροι) είναι μια παράμετρος που πρέπει να επισημανθεί τώρα, όσο είναι καιρός.

Γιατί δεν μπήκε κανένας από τους τηλεπαρουσιαστές στον κόπο, εκτός από τη Χρυσή Αυγή, να ρωτήσει και τις κοινωνικές οργανώσεις για το πόσοι μαχαιρωμένοι μετανάστες βρέθηκαν φέτος στα νοσοκομεία, πόσοι ξυλοδαρμένοι χρήστες και μετανάστες παραπέμφθηκαν οι ίδιοι (και όχι οι θύτες τους) στις φυλακές και στα κρατητήρια ή το πόσοι νέοι «εισέπραξαν» στα κεφάλια τους την άγρια βία;

Και μόνο η επίκληση του Αντιρατσιστικού Νόμου θα αρκούσε για να καταστήσει περισσότερο προσεκτικούς, όχι μόνο τους χρυσαυγίτες, αλλά και τους παρουσιαστές. Κι όμως, το νόμο αυτό δεν τον θυμήθηκε κανένας όση ώρα οι νεοναζί εξέφραζαν ανενόχλητοι το μίσος τους στα κανάλια. Μπορεί, λοιπόν, οι ατομικές επιθέσεις και το κυνήγι των χρυσαυγιτών να μην είναι η απάντηση στην εθνικιστική-ρατσιστική βία, δυστυχώς όμως, από τη δικαιοσύνη και τους φορείς της μέχρι τους θεσμούς της δημοκρατίας αλλά και τα ίδια τα κόμματα, προς το παρόν όλοι σχεδόν κάνουν ότι δεν βλέπουν.

Στις εκπομπές του Σρόιτερ, του Ευαγγελάτου, της Στάη, του Σταύρου Θεοδωράκη και  των Αναστασιάδη-Περρή, προέκυψαν τα ίδια ανατριχιαστικά μηνύματα:

-  Η αριστερά είναι ο άλλος πόλος της Χρυσής Αυγής!

Για παράδειγμα, ο Πέτρος Μάρκαρης λέει στους Πρωταγωνιστές: «Το όχι της αριστεράς στα στρατόπεδα στέλνει τους ψηφοφόρους στη Χρυσή Αυγή». Ο νεαρός «φοιτητής» από το Μεταξουργείο με το καλυμμένο (γιατί άραγε;) πρόσωπο λέει ότι προβληματίστηκε μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και Χρυσής Αυγής και τελικά επέλεξε το δεύτερο. Λέει ο Μιχαλολιάκος για την επίθεση στον Ευθυμίου: «Αυτός έβαζε βόμβες λίγο νεράκι τον φόβισε». Κι ενώ ο Θεοδωράκης ψελλίζει εκεί για τη διαφορά του τότε (επί χούντας) με το τώρα εισπράττει την απάντηση ότι με τις βόμβες του Ευθυμίου σκοτώθηκαν αθώοι! Τέλος, μόλις λέει ο Μιχαλολιάκος ότι με τη ΧΑ «σπάει η αριστερή τρομοκρατία» ο Θεοδωράκης απαντάει: «Το ότι θα πείτε εσείς μια αλήθεια για την αριστερά δεν σημαίνει ότι ταυτόχρονα δικαιολογήστε για το ναζισμό».

Όσο για την άλλη εκπομπή του Αναστασιάδη, με τις γνωστές υποθέσεις των DVD, αυτή διεκδικεί ούτως ή άλλως την αντιαριστερή της θέση και φροντίζει μόνο με τα ρατσιστικά τρέιλερ να τονίζει αυτή την άποψη χωρίς να βάζει σε κόπο τον Καιάδα. Είναι ενδεικτική η «χαλαρή» ερώτηση που κάνει στον Καιάδα για το αν έχει βρεθεί σε «τσαμπουκάδες» με το ΠΑΜΕ, το ΣΥΡΙΖΑ και τους αναρχικούς. Για τον κ. Αναστασιάδη, όλα αυτά είναι τσαμπουκάδες ανάμεσα στα άκρα.

- Έξω οι μετανάστες, οι αλλόθρησκοι και οι διαφορετικοί!

Λέει ο Μιχαλολιάκος ότι οι μετανάστες κατουράνε το ιερό της εκκλησίας και δεν απαντάει ο Θεοδωράκης ότι αυτό δεν έχει γίνει ποτέ, ότι οι φασίστες πήγαν να κάψουν τον Αγ. Παντελεήμονα και τον παπά που φρόντιζε τους φτωχούς μετανάστες, ενώ έλληνες αστυνομικοί έσκισαν το κοράνι. Στην διαβεβαίωση του Μιχαλολιάκου για τη μη ύπαρξη στενών σχέσεων ΧΑ και ΕΛΑΣ ούτε ένα φωτογραφικό έστω ντοκουμέντο δεν …βρέθηκε για να διαψεύσει τα άθλια ψέματα. Οι μετανάστες τυφλώνουν παιδάκια και τα βάζουν να ζητιανεύουν, τους κόβουν τα χέρια, λέει ο Μιχαλολιάκος άνευ αντιρρήσεων. Ο ίδιος ο παρουσιαστής ομολογεί με ανατριχιαστική ειλικρίνεια ότι «έχω πιάσει τον κατάλογο του ναζισμού και προσπαθώ να βρω τις διαφορές (εν. από τις απόψεις της ΧΑ)». Το εάν επιτρέπονται ομοφυλόφιλοι  ή αλλόθρησκοι ή αδύνατοι στην ΧΑ σαν ερώτηση ξέπλυμα τέθηκε σε όλες σχεδόν τις εκπομπές σαν κάτι δηλαδή που έχει ειδική σημασία για να αποδεχτούμε έστω μερικά την ιδεολογία της ΧΑ. Γιατί δεν ρώτησε κανείς πόσο καλά πρέπει να χειρίζονται τα μέλη ένα όπλο, μια φαλτσέτα ή μια σιδερογροθιά; Γιατί είναι προϋπόθεση η στρατιωτική θητεία, το ελληνικό αίμα (τρομάρα τους) και τα στιβαρά μπράτσα; Μπράβοι της νύχτας είναι ή πολιτική οργάνωση;

- Είμαστε εκεί όπου δεν είναι η δημοκρατία σας!

    «Αίμα, τιμή, Χρυσή Αυγή».
    «Εχω κάνει στη φυλακή εξαιρετικές φιλίες με δολοφόνους, ισοβίτες, είναι ψυχούλες».
    «Είναι η αδυναμία της δημοκρατίας που μας έφερε στη Βουλή, όπως λέει και ο Λένιν».
    «Δεν ήταν δημοκράτης ο Καραμανλής».
    «Δεν θα πετύχουμε δια της βίας στην πολιτική. Αν είχαμε όπλα και μεραρχίες θα το σκεφτόμασταν»
    «Όταν η ΧΑ αναλάβει τη δημόσια τάξη δεν θα υπάρχει πουθενά βία. Το εγγυώμαι!».
    «Δεν έχουμε δυνατότητα για πογκρόμ».
    «Πρωτίστως θα τους ραπίσουμε (στη Βουλή) με το λόγο μας. Αν όμως προκληθούμε…».
    «Εμείς θα αδειάσουμε το σπίτι του παππού με τους 15 πακιστανούς όχι με τη βία αλλά θα το αδειάσουμε».

Αυτά είναι μερικά από όσα ακούστηκαν στις εκπομπές, είτε αυτές έγιναν για να αναδείξουν το αυγό του φιδιού που έσκασε, είτε για να το τηγανίσουν και να το φάνε αμάσητο. Δυστυχώς, μόνη η εκπληκτική αναφορά του Μάνου Χατζιδάκη στο φασισμό και η υπενθύμιση των εγκλημάτων του Μπρέιβικ και άλλων τέτοιων νεοναζιστών δεν φτάνουν για να καλύψουν τα δημοσιογραφικά κενά της άγνοιας ή και της επί χρόνια αδιαφορίας για την εξέλιξη του ναζιστικού λόγου και «έργου» στη σύγχρονη Ελλάδα. Από την άλλη μεριά, οι φιλορατσιστικές κορώνες των εκπομπών και των εφημερίδων θα πρέπει να δώσουν τουλάχιστον το μήνυμα στους δημοκράτες πολίτες και πολιτικούς να αρχίσουν την σταδιακή τους απομάκρυνση, όχι μόνο από το απεχθές μνημόνιο, αλλά από την ακόμα απεχθέστερη κλίκα των ΜΜΕ που χαϊδεύουν τις ρατσιστικές ακρότητες των χρυσαυγιτών. Οσο κι αν άρχισαν στα πρωινάδικα να βρίσκουν «γλυκούλη» τον Καιάδα της ΧΑ, αυτό δεν κάνει ελαφρύτερες τις κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις που τέτοιοι γλυκούληδες προξενούν στα κεφάλια των μεταναστών.

Αλήθεια, την καταδίκη των μελών της ΧΑ σαν «εγκληματική συμμορία που έδρασε από κοινού με σκοπό την δολοφονία τριών φοιτητών», με τελεσίδικη απόφαση του Άρειου Πάγου, δεν τη θυμήθηκε κανένας παρουσιαστής στην εκπομπή του μπροστά στην αγωνία της τηλεθέασης;

Παρασκευή 11 Μαΐου 2012

Η "ανεύθυνη" Αριστερά, η συνυπεύθυνη Αριστερά και οι άλλοι



Με την παράδοση της διερευνητικής εντολής από τον Αλ. Τσίπρα και τη σφοδρή επίθεση από τον Φ. Κουβέλη στον ΣΥΡΙΖΑ άρχισε να ξεκαθαρίζει η παράδοξη εικόνα που δημιουργήθηκε μετά τις εκλογές της 6ης Μαΐου σε ό,τι αφορά τις σχέσεις των κομμάτων του Μνημονίου, αλλά και της ΔΗΜ.ΑΡ., σε ό,τι αφορά τον ΣΥΡΙΖΑ.
Πριν αναφερθούμε σε αυτή την εικόνα όμως, να πούμε δυο λόγια για τις θέσεις του ΠΑΣΟΚ, της Ν.Δ. και της ΔΗΜ.ΑΡ. πριν την 6η Μαϊου. Όπως θα θυμάστε, τόσο ο κ. Σαμαράς όσο και ο κ. Βενιζέλος τόνιζαν σε όλους τους τόνους ότι το Μνημόνιο δεν μπορεί να αλλάξει και οποιαδήποτε προσπάθεια αλλαγής θα οδηγούσε την Ελλάδα εκτός Ευρωζώνης και Ε.Ε. Μάλιστα, εκκινώντας από θέση αυτή καθόριζαν υπεύθυνα τα κόμματα που δεν παιζουν με την πορεία της χώρας μέσα στο ευρώ. Στα κόμματα αυτά βρίσκονταν όσοι ψήφισαν τα Μνημόνια ένα και δύο, αλλά και η ΔΗΜ.ΑΡ., η οποία ως "υπεύθυνη Αριστερά" έλεγε, πριν τις εκλογές, ότι η δανειακή σύμβαση δεν μπορεί να καταγγελθεί. Επιχειρηματολογούσε δε ο Φ. Κουβέλης πάνω σε αυτή τη γραμμή, τονίζοντας ότι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να αλλάξουμε ή να βελτιώσουμε κάποιες πλευρές του Μνημονίου. Όλα αυτά πριν τις εκλογές, αν εξαιρέσουμε το σύντομο διάστημα των δύο-τριών προεκλογικών εβδομάδων, όταν η ΔΗΜ.ΑΡ. δήλωνε ότι δεν θα δώσει αριστερό μνημονιακό άλλοθι σε ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ.
Μετά το αποτέλεσμα της 6ης Μαΐου, άλλαξε το τροπάρι. Σαμαράς, Βενιζέλος, αλλά και ο Φ. Κουβέλης "ανακάλυψαν" αίφνης ότι ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται στο ευρωπαϊκό τόξο. Ότι δεν ανήκει στα κόμματα της δραχμής και ότι δεν αποτελεί πολιτικό άκρο, όπως έλεγαν πριν τις εκλογές, τσουβαλιάζοντάς τον μαζί με τη Χρυσή Αυγή. Αυτή ήταν η εικόνα που είχαμε μετά το αποτέλεσμα της κάλπης από Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜ.ΑΡ. για τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και σε όλη τη διάρκεια των διερευνητικών εντολών. Μάλιστα εν λευκώ ζητούσαν από τον Αλ. Τσίπρα ακόμη και να ηγηθεί σε μια κυβέρνηση, αν και δεύτερος στις εκλογές, και αυτοί να τον στηρίξουν είτε με ψήφο εμπιστοσύνης είτε με ψήφο ανοχής. Μόλις ο Αλ. Τσίπρας πήρε τη διερευνητική εντολή από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και ανακοίνωσε το πλαίσιο 5 άμεσων μέτρων, το τοπίο άρχισε πάλι να αλλάζει, η προεκλογική φρασεολογία κατά του ΣΥΡΙΖΑ και οι απειλές εντός και εκτός Ελλάδας ξεκίνησαν σαν να μη πέρασε μια μέρα.
Το ζήτημα είναι όμως ότι ο λαός γνωρίζει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ και προεκλογικά υπογράμμιζε και μετεκλογικά τονίζει ότι στόχος του ήταν ο σχηματισμός κυβέρνησης της Αριστεράς για να καταγγείλλει το Μνημόνιο και να διώξει την τρόικα. Δεν άλλαξε θέση σε αυτό. Ούτε όμως οι Σαμαράς, Βενιζέλος και Κουβέλης, είναι αλήθεια, άλλαξαν θέση, εκτός από το ολιγοήμερο διάστημα της διερευνητικής εντολής του Αλ. Τσίπρα, όπως αναλύσαμε παραπάνω. Η ΔΗΜ.ΑΡ. μάλιστα ήταν αυτή που έλεγε ότι πρέπει να βελτιώσουμε το Μνημόνιο με "ισοδύναμα και αντίρροπα" μέτρα. Αυτό, εν τέλει, λέει και τώρα με την προθυμία της να συμμετάσχει σε κυβέρνηση. Σαμαράς και Βενιζέλος τα ίδια έλεγαν πριν, τα ίδια λένε και τώρα, με τη διαφορά ότι τώρα ψελλίζουν και κάποια πράγματα για αλλαγές στο Μνημόνιο. Ας κάνουν λοιπόν κυβέρνηση του Μνημονίου και ας μην κατηγορούν τον ΣΥΡΙΖΑ που τα ίδια έλεγε πριν την κάλπη, τα ίδια λέει και τώρα.
Και κάτι τελευταίο για το μήνυμα των εκλογών. Ο λαός ψήφισε κατά του Μνημονίου και των κομμάτων που το επέβαλαν και το στήριξαν. Σε καμία περίπτωση δεν ζήτησε κυβερνητική συνεργασία γενικώς και αορίστως, όπως διατείνονται τα κόμματα του Μνημονίου. Η αδυναμία συγκρότησης κυβέρνησης στην κατευθυνση που λεει ο ΣΥΡΙΖΑ προέκυψε από το εκλογικό σύστημα που έφτιαξαν τα κόμματα τα οποία μας έφεραν εδώ και μας έβαλαν στο Μνημόνιο. Από τα κόμματα του δικομματισμού, που νόμιζαν ότι θα κυβερνάνε 500 χρόνια και γι' αυτό νόθευαν την ψήφο του ελληνικού λαού με τα εκλογικά συστήματα τύπου "ο πρώτος τα παίρνει όλα"!

Χρ.Κ.

Τετάρτη 2 Μαΐου 2012

Από το νεοφιλελευθερισμό στο φασισμό

Magritte,Antifascism poster, via http://www.c-21.co.uk/blog/2011/09/ceci-nest-pas-un-blog-this-is-not-a-blog/

του Ηλία Ιωακείμογλου

(περιοδικό Κόκκινο, τεύχος 52)

Η απόφαση των καθεστωτικών πολιτικών δυνάμεων να ιδρύσουν στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών στην Ελλάδα σηματοδότησε την είσοδο της χώρας σε μια νέα πολιτική περίοδο. Αποτελεί πλέον κοινό τόπο στους χώρους της κριτικής αντιπολίτευσης ότι βρισκόμαστε ήδη σε διαδικασία επέκτασης της φαιάς πανούκλας. Ο όρος του «εκφασισμού» και οι αναφορές στη δημοκρατία της Βαϊμάρης έχουν εγκατασταθεί πλέον στο λεξιλόγιο και τις αναλύσεις της Αριστεράς.

Ωστόσο, ο εκφασισμός εμφανίζεται, στις αναφορές της Αριστεράς, ως μια ιστορία παράλληλη προς την ιστορία της οικονομικής κρίσης, χωρίς οργανική σχέση με αυτήν. Παραδείγματος χάρη, η ανάδειξη του ζητήματος των στρατοπέδων συγκέντρωσης εμφανίστηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ ως προεκλογικός ελιγμός των κομμάτων εξουσίας, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για την ιδρυτική πράξη προσχώρησης όλων των καθεστωτικών δυνάμεων σε μια νέα δυναμική πρόταση πολιτικής ηγεμονίας, την πρόταση του φασισμού. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή, δηλαδή από τα χρόνια της «ισχυρής Ελλάδας» του Κώστα Σημίτη.

Η μοριακή αντεπανάσταση των ηττημένων της Αγοράς

Στη διάρκεια των ετών 1995-2008 -τα οποία, σε αντίθεση με όσα λέγονται, ήταν περίοδος οικονομικής ανόδου του ελληνικού καπιταλισμού (βλ. στις ετήσιες εκθέσεις του ΙΝΕ ΓΣΕΕ)- πραγματοποιήθηκε μια «μοριακή» αντεπανάσταση του ελληνικού συντηρητισμού. «Μοριακή», επειδή συντελέστηκε στην κλίμακα των ατόμων και των οικογενειών, σιωπηλά και υπόγεια, πριν τα αποτελέσματά της να εμφανιστούν στην πολιτική σκηνή.

Η ανάπτυξη της μοριακής αντεπανάστασης σχετίζεται με την πορεία του νεοφιλελευθερισμού στην Ελλάδα: Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, ο νεοφιλελευθερισμός κυριάρχησε και εγκατέστησε το γυμνό συμφέρον του χρήματος, τον ανταγωνισμό και το ατομικό συμφέρον ως προϋπόθεση της συλλογικής ευημερίας, στη θέση της ιδεολογίας της κοινωνικής αλληλεγγύης και του κοινωνικού κράτους. Ως αποτέλεσμα, στην εποχή της ακμής του νεοφιλελευθερισμού, η κοινωνικοποίηση των ατόμων πραγματοποιόταν μέσα από την Αγορά: Κάθε άτομο, με τα εφόδια που απέκτησε ριχνόταν στην αρένα των αγορών για να αξιοποιήσει το προσωπικό του «κεφάλαιο» (την ατομική του περιουσία και το «ανθρώπινο κεφάλαιό» του, τις προσωπικές του ικανότητες και φιλοδοξίες). Τα άτομα εντάσσονταν στην κοινωνία με βασική αναφορά στην ιδιότητα του κατόχου κεφαλαίου, σε έναν κόσμο όπου όλοι εμφανίζονται ως επενδυτές που πρέπει να αξιοποιήσουν το κεφάλαιό τους: άλλοι πρέπει να αξιοποιήσουν το υλικό κεφάλαιό τους, άλλοι το «ανθρώπινο κεφάλαιό» τους που συνίσταται στις ικανότητές τους προς εργασία, τις γνώσεις και τις δεξιότητες στις οποίες «επένδυσαν».

Μάλιστα, ο νεοφιλελευθερισμός ισχυρίστηκε ότι από την επιδίωξη του μερικού, ατομικού, ιδιαίτερου συμφέροντος θα προκύψει η γενική ευημερία. Με άλλα λόγια, ήταν μια ηγεμονική πολιτική πρόταση αφού κατόρθωνε να πείθει ότι το ιδιοτελές συμφέρον της επιχειρηματικής τάξης μετουσιώνεται τελικά σε γενικό συμφέρον.

Αυτό ήταν το ισχυρό σημείο του στα πρώτα έτη της κυριαρχίας του, αλλά και το αδύναμο σημείο του όταν οι οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες που αναπτύχθηκαν εξαιτίας του, κατέστησαν φανερό ότι δεν ήταν μια πολιτική γενικής ευημερίας αλλά μια πολιτική ευημερίας για την άρχουσα τάξη, τους συμμάχους της στη μικροαστική τάξη και κάποια στηρίγματά της στις εργαζόμενες τάξεις.

Η συντηρητική μοριακή αντεπανάσταση στα χρόνια της «ισχυρής Ελλάδας» είχε ως σταθερή υλική βάση τη μόνιμη διάψευση της υπόσχεσης του νεοφιλελευθερισμού ότι θα οδηγούσε σε γενική άνοδο της ευημερίας: Είναι δυσβάσταχτο να σε συνδέει με τους άλλους μόνο η αγορά, δηλαδή το γυμνό ατομικό συμφέρον, όταν είσαι ένας από αυτούς που έχασαν στο παιχνίδι της. Η κυριαρχία του απόλυτου ατομικισμού έγινε αφόρητη για τους «ηττημένους της αγοράς». Από αυτή την τραυματική κοινωνικοποίηση απορρέει η επιστροφή «σε παλιούς χάρτες που καθοδηγούσαν τα άτομα στην ατομική και συλλογική τους ζωή» (κατά την έκφραση του Hobsbawm). Αφού οι ιδεολογίες αλληλεγγύης της Αριστεράς είχαν απαξιωθεί, δεν απέμεναν πολλές επιλογές πέρα από τα γνώριμα και ασφαλή τοπία της θρησκείας που προσφέρει παρηγοριά, του Εέθνους και του αθλητισμού που προσφέρουν ταυτότητα, της οικογένειας, του στρατού και της αστυνομίας που προσφέρουν ασφάλεια. Μοιραία αναβίωσαν τότε οι πιο αντιδραστικές συλλογικές ιδεολογίες.

Η Νέα Δημοκρατία εκπροσώπησε προνομιακά αυτό τον κόσμο, τους «ηττημένους της αγοράς» - και μεμιάς απέκτησε λαϊκή συντηρητική βάση που την οδήγησε στην κυβέρνηση το 2004. Αν όμως η ΝΔ ήταν ο κυριότερος εκπρόσωπος του νέου ελληνικού συντηρητισμού, ο αυθεντικός εκφραστής του ήταν το ΛΑΟΣ.

Ο φιλελευθερισμός των νικητών της αγοράς

Ο όρος του φιλελευθερισμού, στη θεωρία τουλάχιστον, δεν περιορίζεται στο πεδίο της οικονομίας, αλλά προσδιορίζει και μια πολιτική κατεύθυνση που ευνοεί την αλλαγή και τη μεταρρύθμιση, την προστασία των πολιτικών ελευθεριών, την ισότητα και την ανοχή των αντίθετων απόψεων, την αποδέσμευση από τον ακραίο εθνικισμό και το ρατσισμό.

Από τη στιγμή που η οικονομική πολιτική του νεοφιλελευθερισμού μπήκε σε ηγεμονική κρίση, ο πολιτικός φιλελευθερισμός επιχείρησε να αποτελέσει την εναλλακτική λύση στον ανερχόμενο νέο ελληνικό συντηρητισμό αντιπαραθέτοντας τις δικές του αξίες (αγορά, ατομικά δικαιώματα, ισότητα ευκαιριών, ενεργοποίηση της κοινωνίας των πολιτών).

Η υλική βάση για τον πολιτικό φιλελευθερισμό στην Ελλάδα ήταν οι ίδιες οι επιδόσεις του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού: Διότι, εκτός από αυτούς που αναγνώριζαν εαυτούς ως «ηττημένους της αγοράς», υπάρχουν και αυτοί που αναγνώριζαν τον εαυτό τους ως «νικητές της αγοράς». Ήταν αυτοί που ρίχτηκαν στο παιχνίδι του ανταγωνισμού και κέρδισαν μια άνετη, εύπορη ή έστω ανεκτή, από υλική άποψη, ζωή, στην οποία η διακινδύνευση και η ανασφάλεια επιβραβεύονται με την επαγγελματική επιτυχία και την κοινωνική άνοδο. Μοιραία, ευρέα μικροαστικά στρώματα έτειναν αυθόρμητα στην υιοθέτηση της ιδεολογίας και των αξιών του νεοφιλελευθερισμού, διότι αυτές αντιστοιχούσαν πλέον στην υλική υπόσταση της ύπαρξής τους. Αναπαραγόταν έτσι η υλική βάση της κοινωνικής συμμαχίας μεταξύ των σύγχρονων επιχειρηματικών μερίδων με μεσαία και ανώτερα μικροαστικά στρώματα που αναγνώριζαν τον εαυτό τους ως «νικητές της αγοράς».

Η διάδοση της φαιάς πανούκλας

Μετά τη διάψευση των υποσχέσεων της εσωτερικής υποτίμησης, που βρίσκεται σε απόλυτη αποτυχία, αυξανόμενα τμήματα των μικροαστικών μερίδων που προηγουμένως αναγνώριζαν τον εαυτό τους ως νικητές της αγοράς, διαπιστώνουν ότι «στο τέλος της ημέρας» βρίσκονται στην πλευρά των χαμένων.

Για το λόγο αυτό, η πολιτική των Mνημονίων και της εσωτερικής υποτίμησης οδηγεί σε διάρρηξη των κοινωνικών συμμαχιών της προηγούμενης περιόδου και απαξιώνει την ηγεμονική, μέχρι πρότινος, πρόταση του νεοφιλελευθερισμού. Οι μόνοι νικητές της αγοράς που απομένουν πια είναι το σύμπλεγμα του μεγάλου κεφαλαίου με τις τράπεζες.

Προκύπτει από αυτά μια κρίση πολιτικής ηγεμονίας της άρχουσας τάξης, η οποία δεν κατορθώνει πια να διασώσει την συμμαχία της με μεγάλες μερίδες της μικροαστικής τάξης στη βάση του νεοφιλελεύθερου σχεδίου. Η αστική τάξη δεν φαίνεται ικανή να επιβάλει την ηγεμονία της και να συνενώσει υπό την αιγίδα της ούτε τις συμμαχικές προς αυτήν μερίδες της μικροαστικής τάξης ούτε τις μερίδες των εργαζόμενων τάξεων που τη στήριζαν, κάνοντας χρήση της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, της νεοφιλελεύθερης υπόσχεσης περί γενικής ευημερίας υπό την προϋπόθεση της απελευθέρωσης της αγοράς εργασίας, της ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας κ.λπ. Πρόκειται για μια κρίση της άρχουσας ιδεολογίας, η οποία έχει εκπέσει στη συνείδηση των υποτελών κοινωνικών τάξεων. Η λειτουργία, όμως, αυτής της ιδεολογίας είναι να αναπαράγει την υποτέλεια των υποτελών τάξεων. Στο σημείο αυτό ανοίγεται μια διπλή δυνατότητα: της διεκδίκησης της εξουσίας από τις υποτελείς τάξεις ή της υπαγωγής τους σε έναν νέο ηγεμονικό σχέδιο της άρχουσας τάξης.

Η ηγεμονική αδυναμία παίρνει, επιπλέον, τη μορφή της ρήξης του δεσμού εκπροσωπούντες-εκπροσωπούμενοι, δηλαδή τη μορφή μιας κρίσης κομματικής εκπροσώπησης.

Τι απομένει, λοιπόν, στο άρχον συγκρότημα; Ποιο ηγεμονικό σχέδιο; Αυτή τη στιγμή ο ανερχόμενος φασισμός είναι η μοναδική ηγεμονική πρόταση στον ορίζοντα της εξουσίας. Είναι ήδη φανερό ότι η φασιστική πρόταση μπορεί να συνενώσει σε μια νέα ταξική συμμαχία που θα στηρίζεται στο μίσος για το μετανάστη, στον εθνικισμό και την επιστροφή στις παραδοσιακές αξίες της αστυνομίας, του στρατού, της πατρίδας, της θρησκείας και της οικογένειας, της μηδενικής ανοχής και της καταδίωξης των αδυνάμων, μια σειρά κοινωνικών τάξεων, μερίδων τάξεων και κοινωνικών ομάδων: από το τραπεζικό κεφάλαιο, τους μεγάλους και μικρούς κεφαλαιοκράτες, τους επαγγελματίες της ιδεολογίας, τους οικονομολόγους, δημοσιογράφους, έως τους άνεργους και τους εξαθλιωμένους συνταξιούχους, τα φασίζοντα στελέχη των μεγάλων ιδιωτικών επιχειρήσεων, τους θρησκόληπτους και τους μπράβους, και τόσους άλλους.

Η πορεία του άρχοντος συγκροτήματος προς το φασισμό έχει ήδη αρχίσει: Η απόφαση των καθεστωτικών πολιτικών δυνάμεων να ιδρύσουν στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών είναι η ιδρυτική πράξη προσχώρησης όλων των καθεστωτικών πολιτικών δυνάμεων σε μια διαδικασία γενικευμένου εκφασισμού. Είναι η προσχώρηση σε ένα ηγεμονικό πολιτικό σχέδιο που φαίνεται, σήμερα, ως το μόνο αποτελεσματικό για την άρχουσα τάξη και τους συμμάχους της. Η προσχώρηση αυτή συνοδεύεται με την εγκατάλειψη του πολιτικού φιλελευθερισμού. Οι πρώην φιλελεύθεροι «διανοούμενοι» και δημοσιογράφοι, το ιδεολογικό προσωπικό της ισχυρής Ελλάδας του νεοφιλελευθερισμού, συντάσσονται στις γραμμές του φασισμού και ως νέοι Γκέμπελς ασκούν την τέχνη της αντιστροφής: Για να αποκρύψουν τον φασισμό που οι ίδιοι έχουν αφομοιώσει, οι νεοφιλελεύθεροι που έγιναν φασίστες, καταγγέλλουν την Αριστερά σαν αντιδημοκρατική δύναμη.

Εάν ισχύουν αυτά, μοιραία, το μοναδικό εμπόδιο που μπορεί να συναντήσει στο δρόμο της η διαδικασία του εκφασισμού θα είναι στο εξής η Αριστερά και οι άλλες αντικαθεστωτικές δυνάμεις. Με ποιο ηγεμονικό σχέδιο, άραγε, θα μπορέσουμε να τους σταματήσουμε; Με ποιες συμμαχίες; Με τι μέσα; Αυτό δεν μπορούμε να το δούμε με ευκρίνεια προς το παρόν. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ο δρόμος του φασισμού προς την εξουσία δεν θα είναι βασιλικός.

Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

Χρυσή Αυγή: Η συμμορία που την έκαναν κόμμα

via http://jacekpiotr.deviantart.com/art/antifa-137519510
του Δημήτρη Ψαρρά

ΕΠΟΧΗ, 30.4.12

Για μια ακόμα φορά η Ελλάδα πρωτοπορεί. Λίγους μήνες μετά την πανευρωπαϊκή πρωτιά της συγκυβέρνησης Σοσιαλιστών-Ακροδεξιάς, τώρα η χώρα μας διεκδικεί και νέες δάφνες: να είναι ελληνική η πρώτη ευρωπαϊκή βουλή που θα φιλοξενεί ένα ανοιχτά ναζιστικό κόμμα. Δέκα μέρες πριν τις εκλογές ανακάλυψαν οι πολιτικοί αρχηγοί ΠΑΣΟΚ και Νέας Δημοκρατίας την ύπαρξη της Χρυσής Αυγής και διαγωνίζονται τώρα σε «αντιφασιστική» ρητορεία. Μόνο που έχουν την αξιοπιστία του βοσκού που φώναζε «λύκος». Γιατί είναι οι ίδιοι που άνοιξαν την πόρτα στον μέχρι πρότινος ηγέτη της ελληνικής Ακροδεξιάς Καρατζαφέρη, οι ίδιοι που από το 2010  τον αναγόρευσαν υπεύθυνο πολιτικό άνδρα και έκαναν πως αγνοούσαν ότι ήταν εκείνος ο πρώτος που εισηγήθηκε την πολιτική «αξιοποίηση» του ναζιστικού μορφώματος. Και όταν έχουν εξαντλήσει τους ακραίους χαρακτηρισμούς στις μεταξύ τους αντιπαραθέσεις, κανέναν δεν τρομάζουν οι όψιμες κορόνες για τον κίνδυνο του «εκφασισμού», ειδικά όταν εκφωνούνται από τους εισηγητές του κράτους έκτακτης ανάγκης που επιβάλλει το μνημόνιο.

 Επικοινωνιακές αβάντες

Τις μέρες αυτές ξαναζούμε τις συνθήκες ανόδου του ΛΑΟΣ με την αβάντα των μέσων ενημέρωσης –που προβάλλουν τις δήθεν φιλάνθρωπες δράσεις των τραμπούκων της Χρυσής Αυγής στον Άγιο Παντελεήμονα- και την αμηχανία του πολιτικού κόσμου που δεν ξέρει πώς να αντιδράσει. Μόνο που το ενδεχόμενο εισόδου στη Βουλή της Χρυσής Αυγής είναι πολύ σοβαρότερο. Γιατί αυτό δεν θα σημαίνει μόνο την επιβράβευση ενός κόμματος ανοιχτά ρατσιστικού, αντισημιτικού, αντιμουσουλμανικού και φιλοχιτλερικού. Θα ισοδυναμεί με παραγραφή της ανοιχτά εγκληματικής του δράσης. Γιατί η οργάνωση αυτή βρίσκεται πίσω από μια σειρά επιθέσεις σε βάρος πολιτών, και έχει επί δεκαετίες στοχοποιήσει φοιτητές, συνδικαλιστές, μετανάστες. Ελάχιστες απ’ αυτές τις επιθέσεις έχουν καταλήξει στα δικαστήρια. Όμως κι αυτές οι λίγες αρκούν για να περιγράψουν τη δράση των χρυσαυγιτών.

Κορυφαία είναι η γνωστή περίπτωση της επίθεσης του 1998 που τελεσιδίκησε στον Άρειο Πάγο μόλις πριν από δύο χρόνια. Αυτή η απόφαση είναι σημαντική γιατί το ανώτατο δικαστήριο δέχεται ότι ομάδα δέκα μελών της Χρυσής Αυγής «έχοντας αποφασίσει να τελέσουν το κακούργημα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, επιχείρησαν πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως αυτού, ήτοι έχοντας αποφασίσει να σκοτώσουν τον Δημήτριο Κουσουρή, φοιτητή (...) επιτέθηκαν κατ’ αυτού αιφνιδιαστικά με ξύλινα ρόπαλα που κρατούσαν τόσο ο ίδιος όσο και οι λοιποί συναυτουργοί και κατάφεραν κατ’ αυτού με τρομακτική βιαιότητα και αγριότητα πολλαπλά χτυπήματα κυρίως στο κεφάλι και σε όλο το σώμα του (...) Απέτυχαν όμως και δεν ολοκλήρωσαν τελικά τον ανθρωποκτόνο σκοπό τους από αίτια εξωτερικά και ανεξάρτητα της θελήσεώς τους» (Απόφαση 1167/2010 του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου).

Καθησυχαστικές δηλώσεις

Η ελληνική δικαιοσύνη, δηλαδή, την οποία πολλοί επικαλούνται στην προεκλογική περίοδο, έχει αποφανθεί τελεσίδικα για τον εγκληματικό χαρακτήρα της οργάνωσης. Γι’ αυτό το λόγο βρίσκεται σε εντελώς λάθος κατεύθυνση η καθησυχαστική δήλωση της Αλέκας Παπαρήγα, που έσπευσε να προφητέψει πριν από λίγες μέρες, μιλώντας στο Ράδιο Εννέα, ότι με την εκλογή της Χρυσής Αυγής «δεν πρόκειται να γίνει απολύτως τίποτα», διότι «θα βάλουν γραβατούλα μέσα στη Βουλή και θα γίνουν κοινοβουλευτικότατοι. Σας το υπογράφω […] θα ενσωματωθούν πλήρως».

Η θέση αυτή –με την οποία η γραμματέας του ΚΚΕ επιχείρησε βέβαια να αμφισβητήσει τον «αντισυστημικό» χαρακτήρα της οργάνωσης- παρέχει ένα ανέλπιστο συγχωροχάρτι στους νεοναζιστές. Γιατί βέβαια κανένα νεοναζιστικό κόμμα δεν ασκεί παράνομη βία κάτω από το φως του ήλιου ή τους προβολείς της δημοσιότητας. Η νύχτα και το σκοτάδι είναι τα πεδία δράσης της. Ακόμα και όταν ο μέχρι τότε υπαρχηγός της δικαζόταν για τη δράση του ούτε ένα ηγετικό της στέλεχος δεν εμφανίστηκε να τον υπερασπίσει. Εστειλαν μόνο τα απλά μέλη να τιμήσουν με τις ασχήμιες τους τον «φαλαγγάρχη».

Φυσικά δεν είναι «αντισυστημική» η Χρυσή Αυγή. Όχι όμως επειδή τάχα έχει ενσωματωθεί στη νομιμότητα, αλλά επειδή αποτελεί επί χρόνια το σκοτεινό δεκανίκι των δυνάμεων καταστολής, μετέχοντας πίσω από τα ΜΑΤ στην καταστολή των διαδηλώσεων και οργανώνοντας τις δικές τους «επιχειρήσεις σκούπα» κατά των μεταναστών με τα πογκρόμ στις γειτονιές της Αθήνας.

Πώς ερμηνεύεται η άνοδος

Το ερώτημα για την Αριστερά είναι άλλο: πώς να ερμηνευθεί η διαφαινόμενη εκλογική άνοδος ενός παρόμοιου μορφώματος; Δυστυχώς η απάντηση είναι εύκολη. Όταν επί δύο χρόνια έχουν ηγεμονεύσει στον αντιπολιτευτικό λόγο η πιο ακραία εκδοχή του χυδαίου εθνικισμού, της μισαλλόδοξης ξενοφοβίας και της πρωτόγονης συνωμοσιολογίας, είναι επόμενο να αναδειχτούν στον αφρό οι πιο γνήσιοι εκφραστές του ρεύματος αυτού. Το ζήσαμε στο Σύνταγμα με τις συγκεντρώσεις των «πάνω» και των «κάτω».

Όσο για τις όψιμες αντιδράσεις των κομμάτων της συγκυβέρνησης και των μέσων ενημέρωσης που τα στηρίζουν, τι καλύτερο δώρο για τη Χρυσή Αυγή από την ανάδειξη του «μεταναστευτικού» ως κύριου προεκλογικού ζητήματος, παρά το γεγονός ότι όλες οι δημοσκοπήσεις το φέρουν πολύ πίσω στη λίστα με τις αγωνίες των πολιτών, πολύ πιο κάτω από την ανεργία και τη φτώχεια. Και το μεν ΠΑΣΟΚ προσπαθεί να στήσει όπως όπως τα κοντέινερ της αθλιότητας, ενώ η Νέα Δημοκρατία προβάλλει σε σποτ την «τελική λύση», με την υπόσχεση ότι θα καταργήσει ακόμα κι αυτόν τον άτολμο νόμο Ραγκούση για την ιθαγένεια και το σύνθημα «Ανακατάληψη των πόλεων από τα γκέτο των μεταναστών». Αλλά τι χειρότερο λένε οι ναζιστές της Χρυσής Αυγής;

Κυριακή 29 Απριλίου 2012

Άγιε μου Παντελεήμονα, τι αυγή μας ξημερώνει;




Οι «προστάτες» εν δράσει.
 της Μαρίας Καλαντζοπούλου

από τα Ενθέματα της Αυγής

Μέρες που ’ναι, έχουμε βομβαρδιστεί επαρκώς με ποικιλώνυμα φασιστικά προεκλογικά μηνύματα και πάμπολλες προσεγγίσεις για την άνοδο της ακροδεξιάς, κι εδώ κι αλλού. Όντας γέννημα θρέμμα μιας συνοικίας-λίκνου για το σχετικό «αυγό», θέλησα να καταγράψω τις σκέψεις μου γι’ αυτή τη διαδικασία εκκόλαψης που έχει χρονικό και ποιοτικό βάθος πολύ μεγαλύτερο από αυτό που ενδεχομένως αντιλαμβάνονται όσοι τη γνώρισαν από τις ειδήσεις στην τηλεόραση και τον Τύπο τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Το κοινωνικό προφίλ που περιγράφεται δεν είναι ασφαλώς η μοναδική ταυτότητα της περιοχής, ούτε και περιορίζεται μόνο σ’ αυτή τη γειτονιά. Αποτελεί όμως πραγματικό και χαρακτηριστικό υπόστρωμα για την ανάλυση ενός ιδιαίτερα επικίνδυνου φαινομένου.

Ο Άγιος Παντελεήμονας, λοιπόν: μια γειτονιά που συγκατοικούνταν κάποτε από νοικοκυραίους οικογενειάρχες, εμπόρους, μορφωμένους δημόσιους υπαλλήλους και ελεύθερους επαγγελματίες, μεροκαματιάρηδες και φοιτητές από την επαρχία, στο μοτίβο της γνωστής κατ’ όροφο κοινωνικής διαστρωμάτωσης της αθηναϊκής πολυκατοικίας. Στα ισόγεια, εμπόριο γειτονιάς για κάθε μικρο-μεσοαστική ανάγκη, βιοτική ή και πολυτελείας (είδη δώρων, γκαλερί κ.ά.), η απαραίτητη για την κατοικία «μη οχλούσα» μεταποίηση, κυρίως σε ημιυπόγειους βιοτεχνικούς χώρους, και όλα τα αναγκαία μαστόρια οικιακής χρήσης (τσαγκάρηδες, μοδίστρες, ηλεκτρολόγοι, υδραυλικοί κ.ά.). Ένας αυτάρκης μικροαστικός μικρόκοσμος δηλαδή, στα όρια του κέντρου. Αυτά μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70, οπότε και ολοκληρώνεται εν πολλοίς η εικόνα του δομημένου χώρου που βλέπουμε και σήμερα.

Κάτι τα λεφτά που έβαλαν στην άκρη ή και το δάνειο, κάτι η αισιοδοξία που γέννησε το κοινωνικοπολιτικό κλίμα της μεταπολίτευσης, κάτι το όραμα της «υγιεινής» ζωής στα πράσινα αναπτυσσόμενα τότε προάστια, μακριά από τη θορυβώδη και ρυπαρή Αθήνα του «νέφους» και του «κυκλοφοριακού» και, σιγά σιγά, οι λιγότερο «δεμένοι» με το κέντρο εν-κατεστημένοι κάτοικοι, αποχωρούν οικογενειακώς προς νέες μικρο-μεσοαστικές κοιτίδες, κυρίως στα βορειοανατολικά του Λεκανοπεδίου (Πεύκη, Χαλάνδρι, Χολαργός, Μελίσσια κλπ.). Το φαινόμενο εντάθηκε ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία του ’80. Οι υπόλοιποι παραμένουν, μεγαλώνουν και γερνάνε στην περιοχή, σταδιακά μόνοι, χωρίς τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Το κενό πληρώνεται αρχικά από έναν «τράνζιτ» πληθυσμό νεαρών, ημεδαπών οπωσδήποτε, «νοικοκυριών» εργένηδων ή νεαρών ζευγαριών. Δεν είναι λίγα λοιπόν τα διαμερίσματα που μένουν κενά για μεγαλύτερα ή μικρότερα διαστήματα.

Δεκαετία του ’90: τα πρώτα σημάδια

 Ώσπου ξαφνικά, περί τα τέλη της δεκαετίας του ’80, αρχίζουν να εγκαθίστανται οι πρώτοι αλλοδαποί «άλλοι». Όπως και οι προηγούμενοι εσωτερικοί μετανάστες από την ελληνική επαρχία, έτσι κι αυτοί κουβαλάνε την τραχύτητα του λιγότερο εξαστισμένου πληθυσμού. Απλοϊκές συγκρούσεις στην αρχή, για τα καθημερινά της συνοίκησης. Τίποτε το ουσιαστικά διαφορετικό (εκτός από τις «μουσικές» και τις μυρωδιές που πλανώνται στον αέρα). Πάντα οι νεοεισερχόμενοι διένυαν ένα στάδιο «συμμόρφωσης» στα χρονοδιαγράμματα του καλοριφέρ, της πληρωμής των κοινοχρήστων, στη χρήση της υπόγειας αυλής ή της ταράτσας, στα ωράρια κοινής ησυχίας ή και στα καπρίτσια του διαχειριστή ή της διαχειρίστριας της πολυκατοικίας… Και, μέσα από τη βαθιά άγνοια και ακόμα βαθύτερη περιφρόνηση των «παλιών» για το όποιο πλησίασμα της πολιτιστικής διαφοράς των νεοαφιχθέντων, διαμορφώνονται οι πρώτες στερεοτυπικές εικόνες. Οι φιλήσυχοι γείτονες αναμασάνε τα ίδια: οι Πολωνοί πίνουν, οι Αλβανοί είναι αχάριστοι, οι Γεωργιανοί παλιάνθρωποι, το ίδιο ίσως και οι Βούλγαροι και οι Ρουμάνοι κλπ. και, δυνάμει, όλοι είναι τυχοδιώκτες και απατεώνες. Tα κλισέ μοιάζουν να δικαιώνονται από τη μεμονωμένη εμπειρία του καθενός και ανακυκλώνονται με πολλαπλασιαστική δυναμική σε μια γειτονιά μεσηλίκων ή και υπερηλίκων πια (η οποία, α προπό, μέχρι και τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας ψηφίζει αταλάντευτα Νέα Δημοκρατία σε ποσοστά άνω του 65%). Η γενική υποβάθμιση της περιοχής είναι ήδη σε εξέλιξη, αλλά δεν δημιουργείται δα και κανένα κίνημα. Ποιος νοιάζεται για τα σχολεία και τις παιδικές χαρές; Όχι πάντως οι ντόπιοι που δεν έχουν πια μικρά παιδιά. Ποιος θίγεται από τη ραγδαία αύξηση των οίκων ανοχής; Όχι πάντως οι ντόπιοι που εγκαταστάθηκαν οικογενειακώς κάποτε εντός, εκτός και επί τα αυτά της διαβόητης οδού Φυλής, στην εποχή της μεγάλης της δόξας. Οι κινηματογράφοι της γειτονιάς κλείνουν ήδη από τη δεκαετία του ’80 και δεν ζορίζεται κανένας, μιας και όλοι έχουν πια τηλεόραση, ενώ τα βιντεοκλάμπ ξεφυτρώνουν παντού και γνωρίζουν μεγάλες πιένες. Οι κλειστοί κινηματογράφοι αντικαθίστανται εν μέρει με σκυλάδικα για τους ημεδαπούς και ειδικά «κλαμπ» για τους ξένους. Κανένα πρόβλημα — τα διασκεδαστήρια του είδους είναι δημοκρατικό δικαίωμα και «πολιτιστικά κέντρα» στη μετά Γιαννόπουλο απενοχοποιημένη λαϊκή συνείδηση.

Περί τα τέλη της δεκαετίας του ’90, οι ιδιοκτήτες των πιο μικρών ειδικά διαμερισμάτων, μπροστά στα κεσάτια, ρίχνουν ο ένας πίσω από τον άλλο την όποια «εθνική υπερηφάνεια» τους και νοικιάζουν τα πεπαλαιωμένα πλέον υπόγεια, γκαρσονιέρες και βιοτεχνικούς χώρους που έχουν περιέλθει στην κατοχή τους (ας είν’ καλά το «Τσοβόλα, δώσ’ τα όλα» και το χρηματιστήριο) σε μεροκαματιάρηδες ή εξαθλιωμένους «ξένους», που ολοένα καταφτάνουν στην περιοχή. Στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις ωστόσο, δεν παύουν να νοσταλγούν το «ένδοξο» παρελθόν της γειτονιάς: την αστικότητα, ευταξία και νομιμοφροσύνη της δεκαετίας του ’60, της χούντας και των πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων, τότε δηλαδή που μεταξύ όλων των αρετών που ίσως όντως είχε η περιοχή (όπως και ευρύτερα η Κυψέλη), ανθούσαν οι χαρτοπαικτικές λέσχες και οι θυρωροί έκαναν καλά τη γνωστή δουλειά τους, το ίδιο και οι περιπτεράδες. Όσο για τον δημόσιο χώρο; Στις πλατείες της γειτονιάς κλείνονται στοιχήματα για κόντρες με μηχανάκια, μοιράζονται ναρκωτικά και ψωνίζεται ο αγοραίος έρωτας ήδη από την εποχή του Γαρδέλη. Κανείς όμως δεν φαίνεται να το πρόσεξε.

Μετά το 2000: δραματικές αλλαγές και το τυφλό αίτημα της «ανακατάληψης»

Στα μισά της προηγούμενης δεκαετίας περίπου, η εικόνα αλλάζει πιο δραστικά (και δραματικά). Οι πλατείες Αγ. Παντελεήμονα, Αττικής και Βικτωρίας για κάνα-δυο χρόνια πριν τους ένδοξους Ολυμπιακούς Αγώνες «φιλοξενούν», με την ανοχή της αστυνομίας, τις πιάτσες των ναρκωτικών που μέχρι τότε «σπίλωναν» το τοπίο της Ομόνοιας κυρίως. Ουδεμία σοβαρή κοινωνική αναταραχή. Ταυτόχρονα, το πλήθος των εγκατεστημένων ή νεοαφιχθέντων μεταναστών μοιάζει πια να ξεπερνά το κρίσιμο μέγεθος, καταρχάς για την υποστήριξη της ζήτησης για το τοπικό εμπόριο, κατά δεύτερον της προσφοράς κατοικίας. Οι νέοι πάμφτωχοι «πελάτες» που συνωστίζονται ανώνυμα και άτυπα, αλλά φυσικά καθόλου δωρεάν στα πιο υποβαθμισμένα ακίνητα της περιοχής, δεν είναι «καλοί»· να φύγουν. Όλοι το συζητάνε σχετικά φανερά, εκτός φυσικά από τους ιδιοκτήτες των ακινήτων, που ίσως το ζητάνε με τη σειρά τους στις περιοχές που διαμένουν ή εργάζονται. Να φύγουν και να πάνε πού; Ή να έρθουν ποιοι; Καμιά απάντηση. Έτσι λοιπόν, με ένα δυναμικό πλην «τυφλό» αίτημα, εμφανίζεται περί τα τέλη του 2008 μια «επιτροπή κατοίκων», πρόθυμη για δράση στο πεδίο. Οι απαντήσεις που δεν δίνονται στο αίτημα της εθνικής καθαρότητας της περιοχής ή της εθνικής «επανάκτησης» ή «ανακατάληψης» του χώρου, υποδηλώνουν τη βαθιά και γνήσια αδιαφορία των «ιθαγενών» για τις όποιες μεθόδους ανθρώπινης «εκκαθάρισης». Τι θα απογίνουν αυτοί οι νέοι «άθλιοι», που εν γνώσει των πάντων συνωστίζονται στα υπόγεια, στους βιοτεχνικούς χώρους ή και στις πλατείες; Ιδανικά, ας μην υπήρχαν. Ρεαλιστικά, ας πεθάνουν, είναι μάλλον η άρρητη απάντηση. Κι αν χρειαστεί βάζουμε κι ένα χεράκι. Όχι εμείς, οι ευυπόληπτοι νοικοκυραίοι, βέβαια. Ας το κάνει το κράτος ή, έστω, τα νεοεμφανισθέντα και στρατευμένα με το μέρος μας «παιδιά».

Ήρθαν οι «προστάτες»: και «Έλληνες» και «λεβέντες»

 Νεαρές ή μεσήλικες κυρίες, που αντανακλούν εμφανισιακά την κουλτούρα των πρωινάδικων, των ριάλιτι και των τηλεσειρών μακράς διαρκείας, συνασπίζονται με ομήλικούς τους «λεβέντες» ή «παλικαράδες» που, αντίστοιχα, αντανακλούν την κουλτούρα του καφενείου, του γηπέδου, του γραφείου στοιχημάτων κλπ. και ομού συνεγείρουν, με τον πατριωτικό οίστρο και «ενδιαφέρον» τους, τον γερασμένο πιο παθητικό πληθυσμό, μέρος του οποίου αναγνωρίζει σ’ αυτούς εξάλλου και τα δικά του αξέχαστα νιάτα (τα οποία συμπτωματικά συνέπεσαν με την αξέχαστη επταετία). Σιγά σιγά, αυτοί οι νέοι «προστάτες» και συνοδοιπόροι δηλώνουν ευθαρσώς και την πολιτική τους καταγωγή: Χρυσή Αυγή, λένε. Πιστώνονται έτσι, όχι μόνο ως άτομα, αλλά και ως οργάνωση, τα εύσημα για τις «υπηρεσίες» τους (πογκρόμ) στη γειτονιά. Οι φιλήσυχοι κάτοικοι ακούνε (αν δεν βλέπουν κιόλας) για τα πογκρόμ, και αντιλαμβάνονται και υλικά το εξαιρετικό τους προνόμιο να χρησιμοποιούν ως νομιμόφρονες και πάνω απ’ όλα «Έλληνες» την «άβατη» πλέον για οποιονδήποτε άλλο πλατεία. Και τι μ’ αυτό; Η Χρυσή Αυγή, η οργάνωση-ταμπού για τη δεκαετία του ’80, δεν τους είχε εξάλλου πειράξει προσωπικά, ούτε και η πρόσφατη χούντα άλλωστε. Κάποιοι σίγουρα θα φοβούνται να τους πάνε κόντρα, όπως φοβήθηκαν και παλιότερα. Κι αυτό κάτι θυμίζει, γνωστή και οικεία κατάσταση ο φόβος μη γίνεις επ’ ουδενί δυσάρεστος στους δυνατότερους.Στο μεταξύ, φυσικά, έχει καταπέσει και το μεταπολιτευτικό ταμπού. Ένας άνθρωπος που λίγα χρόνια πριν καλούσε σε μοίρασμα αξιωμάτων σε βασιλόφρονες και χουντικούς, ανάγεται πλέον σε «ρυθμιστή» των πολιτικών εξελίξεων και καθοδηγητή της κυρίαρχης πολιτικής ατζέντας, με κορυφαίους υπουργούς του δικομματισμού να τον συναγωνίζονται σε εθνικιστικό και ρατσιστικό παραλήρημα. Για τον σκοπό αυτό, βέβαια, χρησιμοποιήθηκαν αναρίθμητες σελίδες και ώρες προβολής μέσω του Τύπου και της πολύ πιο επιδραστικής τηλεόρασης. (Απ’ την οποία εξάλλου ενημερώνονται εν πολλοίς και για τα «συμβάντα» της γειτονιάς τους). Αντίστοιχα, η «δημοκρατία» και η τηλεόραση αποκατέστησαν έναν φανατικό και αμετανόητο ναζιστή και επίσημο προπαγανδιστή της χούντας (και τον γιο του), έναν τσεκουροφόρο «ακτιβιστή», έναν μανιακό τηλεπωλητή βιβλίων ασύστατου και εθνικιστικού περιεχομένου, και πάει λέγοντας. Οι όποιες (συχνά τεχνητές) ενοχές των νομοταγών κατοίκων για την ανοχή ή υποστήριξή τους στη χούντα επιτέλους εξαφανίζονται. Καιρός να ξαναεκδηλώσουν ανοιχτά την πίστη τους στο πολυθρύλητο Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια της Ελλάδος Ελλήνων Χριστιανών.

Από τη μια, η χαρά της απενοχοποίησης (μέσα έστω στη δυστυχή αυτή συγκυρία), από την άλλη όλα τα δεινά. Οι ελάχιστοι έως ανύπαρκτοι κοινωνικοί δεσμοί με τους συν-κατοίκους, η σταδιακή συρρίκνωση του τοπικού παραδοσιακού εμπορίου έναντι των κατά πολύ φθηνότερων προσφορών των πολυεθνικών, η κρίση στην κατανάλωση ιδιαίτερα μετά την εισαγωγή του ευρώ, η υποβάθμιση του περιβάλλοντος της γειτονιάς, φυσικού και δομημένου, η ένοχη ανοχή του κράτους στις κάθε λογής «πιάτσες» της μέρας και της νύχτας , η απουσία του σε όλα τα άλλα επίπεδα (αστικός εξοπλισμός, κοινωνικές υποδομές, περιβαλλοντικές συνθήκες, ακόμα και αστυνόμευση), η αναπόφευκτη αύξηση της παραβατικότητας και εγκληματικότητας ως εκ της συνολικής εκπτωχεύσεως εκπορευομένη, η συστηματική κατασκευή και γιγάντωση του φόβου και του μίσους από τους επαΐοντες του κυρίαρχου λόγου, όλα αυτά συμπυκνώθηκαν καταλλήλως ώστε να δαιμονοποιηθούν για όλα, όχι η κοινωνία την οποία συναποτελούν, όχι το καθεστώς που στήριξαν και στηρίζουν, αλλά οι «άλλοι». Εν προκειμένω, οι «λαθρομετανάστες».

Ο αποτρόπαιος ναζιστικός λόγος της Χρυσής Αυγής, που προσπάθησε να βγει στο προσκήνιο με το Μακεδονικό στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και ελάχιστα άγγιζε τότε τον μακράν της Μακεδονίας ευρισκόμενο Αγ. Παντελεήμονα, βρήκε επιτέλους τα κατάλληλα «κουμπιά», στοχεύοντας καίρια στους ξένους «εισβολείς» της περιοχής. Πάνω στο παιδαριώδες μοτίβο «ή αυτοί ή εμείς» μετέτρεψε με εγκληματική απλοϊκότητα τα εμφανή θύματα διεθνικών κυκλωμάτων εκμετάλλευσης σε ανθέλληνες θύτες — τελεία και παύλα. Κατασκευάστηκε έτσι σταδιακά, με την εντατική συνεπικουρία των ΜΜΕ, η απαραίτητη δόση δηλητηρίου και η μονοσήμαντη στόχευση των «ξένων» ως υπ’ αριθμόν ένα κινδύνου και υποστρώματος για όλα τα δεινά (οικονομικά, κοινωνικά, περιβαλλοντικά, υγείας, παιδείας, κοινωνικής συνοχής ή και εθνικής ταυτότητας). Όλοι οι «ξένοι», πλην των εκάστοτε ίσως πολύ συγκεκριμένων που καθαρίζουν τα σπίτια μας, φροντίζουν τα υπερήλικα ή ανήλικα μέλη της οικογένειας (χωρίς ένσημα) ή δίνουν τη θέση τους στο λεωφορείο, δεν είναι τίποτε άλλο παρά κηλίδες εγκληματικότητας και ασχήμιας στην εικόνα αστικής συγκατοίκησης των ονείρων μας. Η εγκληματικότητα (όπως και η φτώχεια) στη γειτονιά είναι φυσικά γεγονός, κλοπές κυρίως, συχνά με απειλή όπλου. Πήρε δυστυχώς (;) τη θέση της παλιάς αθώας (;) συνθήκης των ημεδαπών επιδειξιών και βιαστών που δεν «εξυπηρετούνταν» επαρκώς στα στέκια και στα «σπίτια» της περιοχής τα παλιά καλά χρόνια…

Ο τραυματισμένος πια «Επαίτης» του Λουκά Δούκα, έργο του 1918, στο πλάι της παιδικής χαράς από το 1937, κλειστής πια, ατενίζει την τραυματισμένη πια πλατεία (η φωτογραφία από το μπλογκ του Μάνου Στεφανίδη, http://manosstefanidis.blogspot.com/2011/10/1.html)
Η πέρα χώρα τώρα, το ιδεολογικά «προοδευτικό φάσμα» δηλαδή, από την ευγενή Αριστερά έως και τον πιο «άξεστο» αριστερό ή και αναρχικό εξτρεμισμό, σε μια θαυμαστή συμπόρευση που δεν σκοτίζεται για τοπικές ιδιαιτερότητες, στο δίπολο «αυτοί» ή οι «άλλοι», μοιάζει να παίρνει μονοσήμαντα το μέρος των «άλλων», προσάπτοντας ταυτόχρονα σ’ «αυτούς» τη ρετσινιά του ρατσιστή, ενεργοποιώντας έτσι περαιτέρω τα πιο συντηρητικά τους αντανακλαστικά, που δεν είναι και λίγα. Η αγαπημένη τηλεόραση εξάλλου συμφωνεί: ο ΣΥΡΙΖΑ και οι αναρχικοί στηρίζουν τους λαθρομετανάστες, καίνε την Αθήνα κάθε τρεις και λίγο, άσε που δεν χωνεύουν και την αστυνομία. Κι «αυτοί», οι «γηγενείς», εδώ που τα λέμε, δεν είχαν ποτέ να χωρίσουν κάτι με την αστυνομία. Πάνω απ’ όλα συντάσσονται με τους, κατ’ επίφαση έστω, νομοταγείς, κι ας είναι και λούμπεν. (Τι θα πει λούμπεν εξάλλου;) Δεν τους ενδιαφέρει, λένε, το ιδεολογικό στίγμα των προστατών τους, ας ήταν ΚΚΕ να τους ψήφιζαν. Τους τρομάζει ίσως λίγο (ορισμένους) το λογότυπο της σβάστικας (ο αντιναζισμός στις γενιές τους είναι παυλοφικό αντανακλαστικό), αλλά όχι –πλέον–και η θετική επίκληση της αείμνηστης «εθνικής κυβέρνησης Παπαδόπουλου», αλώβητοι είχαν βγει εξάλλου κι από τούτη. Τι έχουν να φοβηθούν οι ίδιοι από τα «στρατόπεδα» που συζητιούνται για τους λαθραίους «άλλους»; Τι έχουν να φοβηθούν από τις απειλές για επανενεργοποίηση των «εξωτικών προορισμών του Αργοσαρωνικού»; Όλα αυτά τα έχουν εξάλλου ανεχθεί και στο παρελθόν. Τι έχουν να φοβηθούν από το τείχος ή τα ναρκοπέδια στον Έβρο; Γι’ αυτό κι ευλόγησαν ήδη με την ψήφο τους την είσοδο Μιχαλολιάκου στο Δημοτικό Συμβούλιο. Τα «παιδιά» του «καθάρισαν» τις πλατείες τους, κι ας μην τις χρησιμοποιούν ποτέ οι ίδιοι εδώ και χρόνια (έχουν τηλεόραση, τι να τις κάνουν τις πλατείες;). Οι «καθαρές» πλατείες είναι ζητούμενο, το λέει εξάλλου και η αγαπημένη τηλεόραση, σχεδόν καθημερινά. Η παιδική χαρά που έκλεισε δεν τους λείπει. Αφού δεν τη χρησιμοποιούν οι ίδιοι, ας μην τη χρησιμοποιεί κανείς.

Καλό ξημέρωμα…

Πλησιάζουν οι εκλογές, η ώρα που «μιλάει ο λαός». «Κι αν χωρίς τη βουλευτική ασυλία κάναμε αυτά που κάναμε, φανταστείτε μετά πόσα θα κάνουμε!» υπόσχεται με αυτοπεποίθηση ο νέος αρχηγός, ο οποίος, δια παν ενδεχόμενο, δηλώνει και αντιμνημονιακός.

Στους προοδευτικούς ανησυχούντες: Λίγη φαντασία χρειάζεται. Στους προοδευτικούς μη ανησυχούντες (ακόμα): Καλό ξημέρωμα στις 7 Μαΐου. Και ο (σκέτος) Παντελεήμων να βάλει το χέρι του.

Σάββατο 28 Απριλίου 2012

Εξημερώνουν οι θεσμοί την ακροδεξιά;



του Δημοσθένη Παπαδάτου -Αναγνωστόπουλου

Από τις ευρωεκλογές του 2009 και την προπέρσινη «έκπληξη» στον Δήμο Αθηναίων, ως τη σημερινή δημοσκοπική έκρηξη της Χρυσής Αυγής, η άνοδός της θα έπρεπε να είχε σημάνει από καιρό το τέλος της μακαριότητας όσον αφορά την ακροδεξιά. Κι όμως, πάνε λίγες μόνο μέρες που τα «σοβαρά» κόμματα και τα ΜΜΕ έπαψαν να μιλάνε γενικώς περί «άκρων». Μέχρι πρότινος, ακόμα και ερευνητές του φαινομένου, άνθρωποι δηλαδή που γνώριζαν ότι «χωρίς τη λεπτή υπονόμευση από τον μεταφασιστικό χώρο, οι νεοφασιστικές προκλήσεις εναντίον της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας θα είχαν κρατήσει τα νεοφασιστικά μορφώματα εγκλωβισμένα στο πολιτικό-ιδεολογικό γκέτο τους»[1], είχαν πάψει να ανησυχούν όπως παλιά για την ακροδεξιά, αφ΄ ότου η εκσυγχρονισμένη εκδοχή της συνέβαλε στην κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας. «Φαίνεται ότι η συμμετοχή των κομμάτων αυτών σε κυβερνήσεις συνεργασίας», μας καθησύχαζε το Φεβρουάριο ο Πέτρος Παπασαραντόπουλος, «λειτουργεί ως δίαυλος εκτόνωσης των φαινομένων ρατσιστικής βίας»[2]. Τι συνέβη στην πραγματικότητα, βέβαια, το ξέρουμε όλοι.

Με δεδομένη λοιπόν και την εμπειρία αυτή, έχει σημασία, τώρα που η νεοφασιστική εκδοχή της ακροδεξιάς σηκώνει κεφάλι, η μακαριότητα να μην αλλάξει στρατόπεδο. Και νομίζω ότι αυτός ο κίνδυνος υπάρχει. Ακόμα και στην Αριστερά, πολλοί είναι αυτοί που προβλέπουν από σήμερα είτε την «ενσωμάτωση» της Χρυσής Αυγής στο θεσμικό παιχνίδι μετά την είσοδό της στη Βουλή, την «κανονικοποίησή» της δηλαδή, είτε την εξαφάνισή της μόλις αποκαλυφθεί το αποκρουστικό της πρόσωπο και η «ρηχότητα» της πολιτικής της.

Στην πραγματικότητα, η είσοδος της ακροδεξιάς στο θεσμικό παιχνίδι σημαίνει κανονικοποίηση της «ανωμαλίας», όχι όμως με όρους προσαρμογής της τελευταίας στο «κανονικό», αλλά ακριβώς το αντίθετο: με τη μετατόπιση του «κανονικού» σε θέσεις κοντινότερες προς το «μη κανονικό». Οι θεσμοί δεν εξημερώνουν την ακροδεξιά - και υπάρχει γι΄ αυτό πλούσια εμπειρία, τόσο από την Ευρώπη όσο και από τη χώρα μας. Τόσο η αυξανόμενη επιθετικότητα του ΛΑΟΣ στα ζητήματα της ατζέντας του μετά το 2004, όσο και ο ναζιστικός χαιρετισμός του Μιχαλολιάκου στο Δημοτικό Συμβούλιο της Αθήνας, λίγες μόλις μέρες αφ΄ ότου ο φύρερ πέρασε το κατώφλι του Δημαρχείου, είναι νομίζω ενδεικτικά. Υπάρχει έστω και ένας που μπορεί να ισχυριστεί ότι, από το φθινόπωρο του 2010 και μετά, η ρατσιστική βία είναι σε ύφεση;
 
Ειδικά στην περίπτωση της Χρυσής Αυγής, μιας νεοφασιστικής δηλαδή οργάνωσης, η «καιροσκοπική» θεσμική πολιτική δεν μπορεί να είναι παρά η μισή της αλήθεια. Η άλλη μισή είναι ότι οργανώσεις σαν αυτή σχοινοβατούν συνειδητά μεταξύ πολιτικής πρόκλησης και πολιτικής ενσωμάτωσης· κι ότι αυτή ακριβώς η διπλή στρατηγική είναι που κάνει τις οργανώσεις αυτές αυτό που πραγματικά είναι (φασιστικές), δηλαδή κόμματα και, ταυτόχρονα, κινήματα. Χωρίς τη διπλή αυτή στρατηγική, δεν μπορούμε να μιλάμε ούτε για το ένα ούτε για το άλλο. Κάπως έτσι, όμως, εξαφανίζεται η ιδιοτυπία τους - αυτή που και στον Μεσοπόλεμο διαφοροποιούσε τον φασισμό από τα κάθε λογής αντιφιλελεύθερα κινήματα της δεξιάς.

Το κλειδί εδώ είναι η απαξίωση του κοινοβουλευτισμού και γενικότερα της θεσμικής πολιτικής, πρώτα απ΄ όλα από το κράτος και τους βασικούς θεσμικούς «παίχτες». Αυτή -και όχι οι «λαθρομετανάστες»- είναι η συνθήκη που κάνει θεμιτή και λιγότερο ντροπιαστική την υπερψήφιση μιας ναζιστικής οργάνωσης. Η απαξίωση της ψήφου, μετά την οποία όλες οι επιλογές μοιάζουν ηθικά και πολιτικά δυνατές, αλλά και πιο γενικά, το γεγονός ότι η μεταπολεμική κοινοβουλευτική δημοκρατία αυτοαναιρείται συστηματικά, «συγκινώντας» έτσι όλο και λιγότερους, σχεδόν υποχρεώνουν τη Χρυσή Αυγή να παραμένει «αντισυστημική», δηλαδή αντικομματική και αντικοινοβουλευτική - άρα ενίοτε βίαιη. Με άλλη διατύπωση, ένα «σύστημα» που, όντας σε κρίση, συμμερίζεται πρακτικά πολλές από τις απόψεις της, είναι αδύνατο να χαλιναγωγήσει την «αντισυστημική» δεξιά του.

Με αυτή την έννοια, καμία έγκυρη εκτίμηση για τη Χρυσή Αυγή δεν μπορούμε να κάνουμε, αν επιμένουμε να τη βλέπουμε αποκλειστικά και μόνο ως «παίχτη» μέσα στους θεσμούς - παραγνωρίζοντας, δηλαδή, την ορατότητά της μέσα στην κοινωνία, τον πολιτικό αναλφαβητισμό που θεωρεί συζητήσιμα πολλά από τα μηνύματά της, τον βίαιο -πλην «αποτελεσματικό»- κινηματισμό της. Όλα αυτά δεν σημαίνουν, βεβαίως, ότι η ελληνική κοινωνία γοητεύτηκε ξαφνικά από τον εθνικοσοσιαλισμό· σημαίνουν, όμως, ότι η «διάπλαση» και ο κατακερματισμός της κοινωνίας την τελευταία εικοσαετία είχαν ως αποτέλεσμα τον εθισμό στη λιγότερη δημοκρατία - εξ ου και σήμερα η καταγγελία μιας δημοκρατίας υπό διαρκή συρρίκνωση δεν γίνεται αποκλειστικά εξ αριστερών, δηλαδή με «διά ταύτα» το αίτημα για περισσότερη δημοκρατία.

Είναι γι΄ αυτούς τους λόγους που, ενώ σωστά επισημαίνουμε την εργαλειοποίηση της ακροδεξιάς από το κράτος και τα αστικά κόμματα (εργαλειοποίηση που ως στόχο έχει, μεταξύ άλλων, να «κοντύνει» τον ορίζοντα της Αριστεράς), θα ήταν λάθος να παραγνωρίζουμε την αυτονομία του φαινομένου· το γεγονός, δηλαδή, ότι σημαντικά τμήματα της κοινωνίας δεν αντιλαμβάνονται το κράτος όπως εμείς - συνεπώς τοποθετούνται «ενάντια στο σύστημα» υποστηρίζοντας την πιο επιθετική και απεχθή εκδοχή της λογικής του.

Δεν είναι καθόλου προφανές (μακάρι να ήταν...) ότι οι αγωνιστικές παραδόσεις του ελληνικού λαού μάς καθιστούν απρόσβλητους. Δεν ήταν προφανές για τη Γαλλία, παρά τις παραδόσεις του 1789 και του 1968, δεν ήταν προφανές συνολικά για την Ευρώπη, παρά τις αιματηρές θυσίες στα χρόνια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, άρα δεν είναι προφανές ούτε και εδώ. Το θέμα είναι τώρα τι κάνουμε.


[1] Βασιλική Γεωργιάδου, Η άκρα δεξιά και οι συνέπειες της συναίνεσης, Καστανιώτης 2008

[2] Πέτρος Παπασαραντόπουλος, «Ο ΛΑΟΣ στην κυβέρνηση. Η Δημοκρατία σε κίνδυνο;», books΄ journal, Φεβρουάριος 2012


Αναδημοσίευση από την ΑΥΓΗ, 27.04.12

Τετάρτη 25 Απριλίου 2012

Αυτοί γιατί έτσι ή εμείς για όλους τους λόγους;

του Antista/Chef
  του Τασου Κορωνάκη*

Ίσως το πιο βασικό πρόβλημα των δυνάμεων του δικομματισμού είναι να δώσουν μια συνεκτική ερμηνεία για την κρίση. Να πουν τι φταίει, τι πρέπει να αλλάξει, ποιος πρέπει να πληρώσει τα σπασμένα και να δείξουν ένα δρόμο για την έξοδο. Δεν μπορούν να υποσχεθούν τίποτα, δεν μπορούν να πείσουν κανέναν και ίσως η μεγαλύτερη έγνοια τους είναι να φύγουν τα παραπάνω ερωτήματα από το μυαλό του κόσμου. Τι σημαίνει άραγε «η Ελλάδα θα τα καταφέρει» που είναι το σύνθημα της ΝΔ ή το αντίστοιχο περί «Αυτοδύναμης Ελλάδας» του ΠΑΣΟΚ; Τι πρέπει να κάνει ο κόσμος για να τα καταφέρει η Ελλάδα και τι φταίει που δεν είναι αυτοδύναμη η Ελλάδα; Καμία απάντηση. Το μόνο που προτείνουν είναι απλά ο κόσμος να πάει να τους ψηφίσει. Γιατί; Γιατί έτσι.
Ακριβώς λοιπόν επειδή δεν μπορεί να σταθεί κανένα σοβαρό επιχείρημα για ποιο λόγο ο κάθε εργαζόμενος ή άνεργος, νέος ή συνταξιούχος πρέπει σ’ αυτές τις εκλογές να τους ψηφίσει, απαντάνε γιατί δεν πρέπει να ψηφίσει τους άλλους και ειδικά την Αριστερά. Κι αυτές τους οι απαντήσεις όμως κάπως λειψές μοιάζουν.

Διλήμματα

Λένε λοιπόν να τους ψηφίσουμε, γιατί, αν δεν τους ψηφίσουμε, θα υπάρχει ακυβερνησία και η χώρα δεν αντέχει. Δηλαδή λένε πως, αν δεν κυβερνάνε οι ίδιοι, δεν θα κυβερνάει κανείς. Εδώ κρύβεται ο πρώτος μεγάλος τους φόβος. Το πρόβλημα είναι να μην κατοχυρώσει κανένας άλλος το δικαίωμα της κυβερνησιμότητας, επί της ουσίας δηλαδή να μην υπάρξει καν η υποψία ότι μπορεί αυτό το σύστημα της δικομματικής εναλλαγής να αλλάξει. Αμφισβητούν έτσι έμπρακτα την ουσία της δημοκρατίας, υποστηρίζοντας πως σε αυτή τη χώρα δεν μπορεί να υπάρξει διαφορετικός συσχετισμός δυνάμεων, δεν μπορεί με λίγα λόγια να εκπροσωπηθούν διαφορετικά συμφέροντα στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο.

Λένε να τους ψηφίσουμε, για να μην έρθουν οι δυνάμεις του χάους και της καταστροφής. Αλλά δεν λένε ποιος έφερε την Τρόικα, τα μνημόνια και τις δανειακές συμβάσεις και γιατί δεσμεύτηκαν για τις επόμενες δεκαετίες χωρίς να ρωτήσουν κανένα; Κατηγορούν την Αριστερά για ανευθυνότητα και καταστροφολογούν, μα αυτοακυρώνονται την ώρα που το λένε, μιας και αυτοί είναι που μας έχουν οδηγήσει στο χάος και στην καταστροφή και μάλιστα είναι περήφανοι για αυτό και δεσμεύονται να συνεχίσουν αυτό τον υπεύθυνο δρόμο. Το δρόμο που ανατίναξε ολόκληρη την κοινωνία. Το δρόμο που προσπάθησε να μας ενοχοποιήσει για τα χρέη που οι ίδιοι δημιούργησαν. Το δρόμο που επιχείρησε να ποινικοποιήσει τις ανάγκες και τα δικαιώματα των εργαζομένων. Το δρόμο που αναγορεύει σε βασικό εχθρό μας το διπλανό μας και τα δικαιώματά του, με στόχο να κρυφτούν οι δικές τους ευθύνες για τη σημερινή κατάσταση.

Είναι ο ίδιος δρόμος που νομιμοποίησε για μικροκομματικά συμφέροντα, τον ακροδεξιό λόγο, που επιχείρησε να ταυτίσει την Αριστερά με την άκρα δεξιά και σήμερα οδηγεί στον εκφασισμό ολόκληρης της κοινωνίας. Αφού δεν μπορούν να δώσουν ελπίδα, δηλητηριάζουν την κοινωνία με μίσος, ενισχύουν όλες τις εσωτερικές πολώσεις της κοινωνίας, με μοναδικό στόχο να αποκρύψουν τις δικές τους ευθύνες, αλλά και τις ευθύνες αυτών που εκπροσωπούν: των τραπεζών, των πλούσιων, των βιομηχάνων.

Να τολμήσουμε

Το ερώτημα λοιπόν είναι απλό και έχει απολύτως υλική υπόσταση. Να πιστέψουμε τα κανάλια και τις δημοσκοπήσεις και να πάμε να ψηφίσουμε αυτούς που μας έφεραν ως εδώ γιατί έτσι ή να τολμήσουμε να εμπιστευτούμε τη δημοκρατία και τις ανάγκες μας και να αλλάξουμε ριζικά τη σημερινή κατάσταση; Να αφήσουμε το αύριο το δικό μας και των παιδιών μας στα χέρια των εκπροσώπων όσων για χρόνια μας εκμεταλλεύονται ή να τολμήσουμε να σπάσουμε αυτή τη σχέση εκμετάλλευσης, αυτό τον κόσμο αδικίας; Να αφήσουμε το μίσος να κυριαρχήσει ή να ανοίξουμε νέους δρόμους συλλογικότητας και αλληλεγγύης;

Ο δικός μας δρόμος θα είναι σίγουρα και μακρύς και δύσκολος, μα σήμερα είναι η ώρα για να κάνουμε το πρώτο καθοριστικό βήμα. Σήμερα είναι η ώρα να κάνουμε παρελθόν όσους αποφάσισαν χωρίς εμάς και να διεκδικήσουμε το μέλλον, προχωρώντας χωρίς αυτούς.

*Τάσος Κορωνάκης, υποψήφιος βουλευτής Α΄Αθήνας / 25.04.2012/Εργατική Αριστερά

Τετάρτη 18 Απριλίου 2012

Χρυσή Αυγή: οργανωμένο ναζιστικό ψεύδος, οργανωμένο έγκλημα


i)  συνέντευξη του Νίκου Μιχαλολιάκου στην εκπομπή του Γιώργου Τράγκα (EXTRA 3, 20.3.2012) http://www.youtube.com/watch?v=lXgiHfxWcUU

ii)  την ομιλία του ίδιου στα Μέγαρα (4.4.2012) http://www.youtube.com/watch?v=uAi6NpyxI0g

iii)  παλιότερη συνέντευξη του Νίκου Μιχαλολιάκου στη ΝΕΤ και τον Ανδρέα Ρουμελιώτη http://www.youtube.com/watch?v=hRw2X13r0R4

1.    Περί ναζισμού, αντισημιτισμού, παγανισμού και δημοκρατίας

α. ναζισμός

Ο Μιχαλολιάκος δεν παραδέχεται ότι είναι νεοναζιστής (λέει ότι είναι «έλληνας εθνικιστής») ή ρατσιστής (καταγγέλλει, αντίθετα, ότι «υπάρχει ρατσισμός κατά των Ελλήνων»). Δεν παραδέχεται ούτε ότι είναι αντισημίτης – δηλώνει μόνο «αντισιωνιστής».

Αρνείται ότι η οργάνωση έχει σχέση με τη σβάστικα («το έμβλημά μας είναι ο αρχαιοελληνικός μαίανδρος») ή ότι τα μέλη της χαιρετούν ναζιστικά, καθώς και ότι η Χρυσή Αυγή έχει σχέσεις με νεοναζιστικές οργανώσεις της Ευρώπης.

β. αντισημιτισμός

Αρνείται επίσης ότι αμφισβητεί το Ολοκαύτωμα: λέει, αντίθετα, ότι ο αριθμός των νεκρών εβραίων είναι «υπερβολικός», ότι ο σταλινισμός έκανε τα ίδια και χειρότερα και ότι αντιρρήσεις για τις «υπερβολές» περί Ολοκαυτώματος έχουν διατυπωθεί ακόμα και από αριστερούς (εννοεί τον αρνητή του Ολοκαυτώματος Γκαροντί). 

γ. Κατοχή

Προκειμένου να ενισχύσει το επιχείρημα «άλλο ναζισμός, άλλο ελληνικός εθνικισμός», λέει ότι η ΧΑ τιμά τον αντικατοχικό αγώνα (αν και «οι Γερμανοί θα πέρναγαν έτσι κι αλλιώς»), ενώ συμπεριλαμβάνει σε αυτόν και τον Τσολάκογλου («πολέμησε πριν συνεργαστεί»)

δ. διεθνείς σχέσεις

Σε ό,τι αφορά την τρέχουσα συγκυρία, ο Μιχαλολιάκος τονίζει ότι διέκοψε τις σχέσεις της με τους γερμανούς «εθνικιστές», όταν αυτοί πήραν θέση κατά των ελληνικών συμφερόντων.

ε. δημοκρατία

Σε ερώτηση αν οι χρυσαυγίτες είναι δημοκράτες και αν συμμερίζονται τις αρχές της πλειοψηφίας και της αντιπροσώπευσης (που βεβαίως δεν είναι ταυτόσημες με τη δημοκρατία…),  η απάντηση είναι θετική. Αυτό που ο Μιχαλολιάκος αντιτείνει είναι ότι το καθεστώς μετά το 1974 δεν είναι δημοκρατικό και αντιπροσωπευτικό.

στ. χριστιανισμός / παγανισμός

Ο ίδιος, τέλος, αρνείται ότι η ΧΑ είναι αντιχριστιανική-παγανιστική. Ο Μιχαλολιάκος λέει ότι σε σχετική συνδιάσκεψη «αποφάσισαν» πως η Ορθοδοξία αποτελεί σημαντική συνιστώσα του ελληνικού έθνους. Το θέμα γι’ αυτούς, αντίθετα, είναι να υπάρξει κάθαρση στους κόλπους του κλήρου, όπως επί επταετίας, ώστε να εκκαθαριστούν («να κουρευτούν») «οι αδερφές».


Στην πραγματικότητα

* Η ιδεολογία της οργάνωσης είναι ο εθνικοσοσιαλισμός (ναζισμός) και ο φυλετισμός (ρατσισμός). Τα έντυπά της υμνούν τον Χίτλερ και τον Ρούντολφ Ες και μιλούν στο όνομα της Φυλής (βλ. εδώ), εξ ου και το σύνθημα «Αίμα, Τιμή, Χρυσή Αυγή» (τελευταία τροποποιείται ως «Έθνος, Τιμή», αλλά ακόμα φωνάζουν και το άλλο). Γι’ αυτό το λόγο, εξάλλου, η οργάνωση συμπεριλήφθηκε στη λίστα ομοϊδεατών του ακροδεξιού Αντρέας Μπρέιβικ, που πέρσι αιματοκύλισε τη Νορβηγία.

* Ο φυλετισμός εξηγεί τη θέση του Μιχαλολιάκου (βλ. παλιότερη συνέντευξη στη ΝΕΤ) ότι «ο λευκός εγκληματίας είναι αδελφός». Ο ίδιος εξάλλου θεωρεί τον Χίτλερ «οραματιστή της Νέας Ευρώπης» (βλ. εδώ), ενώ τόσο ο αρχηγός, όσο και μέλη της οργάνωσης, χαιρετούν ναζιστικά (βλ. Δημοτικά Συμβούλια Αθήνας και Λαμίας, αλλά και συγκεντρώσεις της ΧΑ, όπως εδώ). Ο αντισημιτισμός τους τεκμηριώνεται τόσο από το χιτλερισμό τους και τη σχετική αρθρογραφία σε έντυπα και μπλογκ του χώρου, όσο και από την πρόσφατη δήλωση του ίδιου του Μιχαλολιάκου στον Τράγκα, σύμφωνα με την οποία αποδέχεται όσα γράφουν τα «Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών». Πρόκειται για το μανιφέστο του αντισημιτισμού, που συνέταξε η τσαρική μυστική αστυνομία «Οχράνα», και το οποίο αποτέλεσε βάση για τα αντισημιτικά πογκρόμ στη Ρωσία και όλη την Ευρώπη στις αρχές του 20ου. Σήμερα τα «Πρωτόκολλα» εξακολουθούν να συνοδεύουν θεωρίας συνωμοσίας.

* Σε ό,τι αφορά τις διεθνείς σχέσεις της οργάνωσης, η ΧΑ μόλις πρόσφατα κατήγγειλε το νεοναζιστικό γερμανικό NPD (βλ. εδώ), όχι για το ναζισμό του, αλλά για τη θέση του σε σχέση με την Ελλάδα και την οικονομική κρίση. Μέχρι πρόσφατα ωστόσο συνδεόταν μαζί του, ενώ εξακολουθεί να διατηρεί σχέσεις με οργανώσεις όπως η ιταλική νεοφασιστική Forza Nuova. Όλες οι νεοφασιστικές και νεοναζιστικές οργανώσεις με τις οποίες σχετίζεται η Χρυσή Αυγή, στο πλαίσιο και του» Ευρωπαϊκού Εθνικού Μετώπου» που ιδρύθηκε το 2004, βρίσκονται εδώ.

* Τα παραπάνω θα αρκούσαν για την εχθρότητα της Χρυσής Αυγής απέναντι στη δημοκρατία. Ο Μιχαλολιάκος, όμως, υπήρξε (κατά δήλωσή του στα Μέγαρα) φυλακισμένος δίπλα στους απριλιανούς πραξικοπηματίες – φυλακίστηκε το 1978 για κατοχή εκρηκτικών, και για τη φυλάκιση αυτή έχει δηλώσει περήφανος. Ο ίδιος υπήρξε και γραμματέας της νεολαίας ΕΠΕΝ, του κόμματος που ίδρυσε από τη φυλακή ο Γ. Παπαδόπουλος. Σύμφωνα με δήλωσή του στον Τράγκα, η πολιτική του καταγωγή είναι από την μεταξική οργάνωση «4η Αυγούστου», του επίσης ναζιστή Κ. Πλεύρη. Σε συγκέντρωση της Χρυσής Αυγής, τέλος, ο ίδιος ο Μιχαλολιάκος είχε δηλώσει ότι «αν χρειαστεί δεν είμαστε δημοκράτες, αν χρειαστεί λερώνουμε και τα χέρια μας», ενώ σε άλλη συγκέντρωση καθησύχασε τους οπαδούς του: «Δεν θα κάνουμε επερωτήσεις στη Βουλή. Αν κάνουμε όσα κάνουμε χωρίς κοινοβουλευτική ασυλία, σκεφτείτε πόσα θα κάνουμε τότε».

* Σε ό,τι αφορά το χριστιανισμό, είναι αλήθεια ότι για λόγους πολιτικής τακτικής η οργάνωση υποχρεώθηκε να ανακαλύψει τη σημασία του για το έθνος. Ως νεοναζιστική οργάνωση, όμως, είναι παγανιστική. Στα 1988, το περιοδικό «Χρυσή Αυγή» έγραφε ότι «ο ιουδαιοχριστιανισμός κατάφερε να εμφυτεύσει τον εβραϊκό σκοταδισμό στην Ευρώπη σε μια εποχή κρίσης των αξιών» (βλ. εδώ), ενώ και το νεανικό χρυσαυγίτικο περιοδικό «Αντεπίθεση» σημείωνε στις 5.1.2000, στο άρθρο «Ο Λευκός Εωσφόρος του 21ου αιώνα», ότι «ο Εωσφόρος είναι Αυτός που φέρνει το Λευκό φως». Σε σχετική ερώτηση, ο Μιχαλολιάκος απαντά με ειρωνείες («γελοιότητες περί δήθεν σατανισμού»).



2.    Για τον «αντισυστημισμό» της ΧΑ, τις σχέσεις της οργάνωσης με το κράτος και την εγκληματική της δραστηριότητα

Η ΧΑ πολιτικοποιεί δύο ζητήματα: τη «λαθρομετανάστευση» και τη «διαφθορά των πολιτικών» ή, εναλλακτικά, την «κλεπτοκρατία της Μεταπολίτευσης».

* Σε σχέση με τη «λαθρομετανάστευση», παρακολουθεί εν μέρει τον «εκσυγχρονισμό» του ρατσιστικού λόγου. Δεν θεωρεί δηλαδή ότι οι ξένοι είναι εγκληματίες επειδή είναι ξένοι, ενώ παραδέχεται ότι στο οργανωμένο έγκλημα συμμετέχουν και Έλληνες. Αυτό που λέει είναι ότι οι ξένοι είναι καλύτερα να βρίσκονται στις χώρες τους, διότι «ακόμα και αν είναι ήσυχοι, προέχει η εθνική και φυλετική καθαρότητα του ελληνικού λαού». Για τους ίδιους, όντας άνεργοι, οι ξένοι είναι φυσικό να στραφούν προς το έγκλημα. Φυσικά η ΧΑ προβάλλει την εγκληματικότητα των ξένων ως τον κύριο λόγο που πρέπει να απελαθούν όλοι οι «λαθρομετανάστες», ενώ ουσιαστικά η ΧΑ εξισώνει τους «λαθρομετανάστες» με όλους τους μετανάστες: «Δεν υπάρχει νόμιμος μετανάστης: όλοι έχουν έρθει λαθραία».

* Σε σχέση με τη «διαφθορά» και την «κλεπτοκρατία της Μεταπολίτευσης», η ΧΑ είναι μια οργάνωση «εναντίον όλων» και κατά «του σάπιου συστήματος».

Ο Μιχαλολιάκος αρνείται ότι η οργάνωση έχει σχέση με το κράτος και το «βαθύ» κράτος και καταγγέλλει τον αποκλεισμό της ΧΑ από τα ΜΜΕ - τεκμήριο, κατά τον ίδιο, του αντισυστημισμού της. Αρνείται επίσης τη συνεργασία αστυνομίας-ΧΑ. Σε σχετική ερώτηση (αλλά και όποτε κατηγορείται για τη βία που ασκεί η ΧΑ), λέει ότι ο ίδιος αρνείται τη χρήση βίας για πολιτικούς σκοπούς, και δίνει ως παράδειγμα την πρόσφατη επίθεση κατά των γραφείων της στην Πάτρα, μετά την οποία η αστυνομία «προστάτεψε» τους αναρχικούς: «Δεν ασκούμε, αλλά υφιστάμεθα τη βία».

Πιο γενικά, η ΧΑ αντιστρέφει την κατηγορία περί «παρακρατικών», αποδίδοντάς την στην Αριστερά και την εξωκοινοβουλευτική Αριστερά, τους αναρχικούς και τις ΜΚΟ υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων – όλων, δηλαδή, των «ευνοημένων από την κλεπτοκρατία της ψευτοδημοκρατικής Μεταπολίτευσης».

Τεκμήριο του «αντισυστημισμού» της ΧΑ, τέλος, είναι η ρητορική κατά των τραπεζών και του Μνημονίου, κατά του ξένου κεφαλαίου («Σόρος»), υπέρ του «έλληνα εργάτη» (βλ. πρόσφατη επίσκεψη στη Χαλυβουργία).


Στην πραγματικότητα

Πολιτικοποιώντας την «εχθρότητα» για τη μεταπολιτευτική δημοκρατία εν γένει, και κάνοντας «σημαία» τον αντικομματισμό και την πάταξη της «λαθρομετανάστευσης», η υποτιθέμενα αντισυστημική Χρυσή Αυγή ταυτίζεται απόλυτα με την προεκλογική ατζέντα του συστημικού κέντρου (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΔΗΣΥ, μεγάλα συγκροτήματα ΜΜΕ).

Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι η ταύτιση («λαθρο»)μετανάστευσης και εγκληματικότητας, που αποτελεί σήμα κατατεθέν της ΧΑ, γίνεται από μια οργάνωση που δεν έχει πρόβλημα με το έγκλημα γενικά – ιδίως δε με «το λευκό εγκληματία, που είναι αδελφός». Η ίδια η οργάνωση, εξάλλου, συμμετέχει στο οργανωμένο έγκλημα. Το στέλεχός της, και υποψήφιος αντιπεριφερειάρχης Δυτικής Ελλάδας με την «Εθνική Συσπείρωση» Χρήστος Ρήγας, συνελήφθη πέρσι τον Απρίλιο για διπλή δολοφονία. Ο ίδιος είναι ιδιοκτήτης του μπαρ «Πύλες», ορμητηρίου της οργάνωσης στον Άγιο Παντελεήμονα. Στην ευρύτερη περιοχή, η οργάνωση πουλά προστασία σε μαγαζιά, στα πρότυπα της δράσης νεοναζιστικών οργανώσεων ανά την Ευρώπη, ενώ ως υποψήφιος δήμαρχος Αθηναίων, ο Μιχαλολιάκος είχε ζητήσει κάθε πολίτης της Αθήνας να εμπιστευτεί 3 ευρώ στα μέλη της ΧΑ ώστε να φροντίζουν –ένοπλοι- για τη δημόσια τάξη.

* Η εγκληματική δραστηριότητα της οργάνωσης στοιχειοθετείται, μεταξύ άλλων, από τις δικαστικές διώξεις μελών της, που για τον Μιχαλολιάκο οφείλονται στην πολιτική τους ένταξη. Εκτός από τον προαναφερθέντα Χρήστο Ρήγα, στη μακρά λίστα περιλαμβάνονται οι: Αντώνης-«Περίανδρος» Ανδρουτσόπουλος (επίθεση στον αριστερό φοιτητή Δ. Κουσουρή το 1998), Δημήτρης Ζαφειρόπουλος και Χάρης Κουσουμβρής (επίθεση σε μέλη του ΣΕΚ το 1996 – ο δεύτερος διώχθηκε επίσης για την επίθεση στον αριστερό φοιτητή Π. Χρυσό το 2002, αλλά και για ληστεία στην Καλαμάτα), Θόδωρος Μαγκώτσος και Δημήτρης Παπαγεωργίου (επίθεση στον Π. Χρυσό), Θέμις Σκορδέλλη (επίθεση εναντίον μεταναστών με μαχαίρι στον Αγ. Παντελεήμονα), Δ. Θεοδωρόπουλος (επίθεση στις 9.4.2012 στο Στέκι Μεταναστών Χανίων) κ.ά.

* Το προφίλ της «αντισυστημικής» και «διωκόμενης» δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα.  Yπάρχουν βίντεο που δείχνουν ξεκάθαρα το συμπληρωματικό της ρόλο ως προς την Αστυνομία. Στις 2.2.2008, ΜΑΤ και μέλη της οργάνωσης επιτέθηκαν από κοινού εναντίον αντιφασιστικής συγκέντρωσης, ενώ σκανδαλώδης υπήρξε η προστασία του υπαρχηγού της οργάνωσης, Περίανδρου Ανδρουτσόπουλου (υπόθεση Κουσουρή), που για χρόνια φυγοδικούσε. Χρονικό της συνεργασίας ΧΑ-ΕΛΑΣ εδώ. Η συνεργασία αυτή έχει καταγγελθεί, μεταξύ άλλων, και στο βιβλίο του πρώην μέλους της Χάρη Κουσουμβρή («Γκρεμίζοντας το μύθο της Χρυσής Αυγής»).

Ενδεικτικό των διασυνδέσεων της οργάνωσης, είναι και το γεγονός ότι τα φυλλάδιά της τυπώνονταν από τη ΝΔ (βλ. εδώ).

* Όσο για τον «αντικαπιταλισμό» της, ο ίδιος ο Μιχαλολιάκος έχει δηλώσει στον Τράγκα ότι η οργάνωση δεν είναι κατά της ιδιοκτησίας γενικά. Η οργάνωση της Χα στο Βόλο είχε καταγγείλει την απεργία της Χαλυβουργίας ως «νέα Πιρέλλι», ενώ ενδεικτική είναι γενικά η στάση της κατά των συνδικαλιστών, τυπική για ναζιστική οργάνωση.

Τρίτη 17 Απριλίου 2012

Το ΚΚΕ στην αντιπολίτευση, ο λαός στη μνημονιακή χρεωκοπία

The Red Ruin, By James Ferrier Pryde (1866–1941) [Public domain], via Wikimedia Commons
Δεν έχει σημασία ποιος θα «δικαιωθεί» πάνω στα συντρίμμια, σημασία έχει να προσπαθήσεις να ανταποκριθείς στο ιστορικό σου καθήκον

του Αντρέα Καρίτζη
ΑΥΓΗ, 15.04.12

1. Η ηγεσία του ΚΚΕ δεν έχει αντιληφθεί ότι η επίθεση στις δυνάμεις της εργασίας και τον λαό είναι ολοκληρωτική και ότι αν δεν αναχαιτιστεί το συντομότερο δυνατόν, θα μείνουμε όλοι να κοιτάμε αποσβολωμένοι τα συντρίμμια και τον φασισμό που γιγαντώνεται πάντα σε έναν ισοπεδωμένο λαό.

Η όποια γραμμή άμυνας των δυνάμεων της εργασίας και του λαού υπήρχε μέχρι χθες έχει σήμερα σπάσει, δεν έχει νόημα να δίνουμε ο καθένας επιμέρους μάχες, ΤΩΡΑ είναι η ώρα της συσπείρωσης και της πλατιάς ενότητας ώστε να αποτρέψουμε την ολοσχερή καταστροφή.

Η ευθύνη όλων μας είναι να προσπαθήσουμε για την ανατροπή ΤΩΡΑ, παρά τις όποιες δυσκολίες ή ακόμη και αρνητικές προβλέψεις μπορούμε να κάνουμε. Η ευθύνη μας είναι αυτή της αυταπάρνησης προς όφελος των εργαζομένων και του λαού και όχι να φυλαγόμαστε όπως κάνει η ηγεσία του ΚΚΕ. Στις μεγάλες ιστορικές στιγμές ποτέ δεν νιώθεις έτοιμος ούτε ο δρόμος είναι στρωμένος με ροδοπέταλα. Αντί η ηγεσία του ΚΚΕ να χλευάζει ή να σπέρνει την απογοήτευση, καλά θα κάνει να αντιληφθεί την κρισιμότητα των περιστάσεων, να μην κρύβεται πίσω από τις δυσκολίες και να συμβάλει με αυταπάρνηση στην υπεράσπιση των εργαζομένων και του λαού.

2. Το ΚΚΕ, δηλαδή μια αριστερή πολιτική δύναμη, εμφανίζεται να υποστηρίζει ακριβώς το ίδιο με το κυρίαρχο μνημονιακό μιντιακο-πολιτικό σύστημα όσον αφορά τη δυνατότητα ανατροπής της καταστροφικής πολιτικής: η ηγεσία του ΚΚΕ λέει με τον πιο επίσημο τρόπο στον ελληνικό λαό ότι αυτό ΔΕΝ είναι δυνατόν ΣΗΜΕΡΑ. Σε πολίτες που ταλαντεύονται ή είναι επιρρεπείς στην τρομοκρατία επιβεβαιώνεται το κυρίαρχο στερεότυπο περί μονόδρομου, με αποτέλεσμα να στρέφονται στο μνημονιακό στρατόπεδο από τη στιγμή που και τμήμα της Αριστεράς ισχυρίζεται ότι τα Μνημόνια είναι μονόδρομος.

3. Το επιχείρημα της ηγεσίας του ΚΚΕ ότι δεν υπάρχουν σήμερα παραδείγματα τα οποία να δικαιολογούν την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ είναι αντιφατικό, διότι προφανώς πριν συμβεί κάτι για πρώτη φορά δεν έχει ξανασυμβεί! Για να υπάρξει ένα παράδειγμα, πρέπει να κινηθεί κάποιος παραβιάζοντας τη λογική αυτή. Δηλαδή η ηγεσία του ΚΚΕ λέει ότι αν κάποιοι άλλοι ξεκινήσουν και πετύχουν, τότε να ακολουθήσουμε. Όμως η άποψη αυτή, δηλαδή ότι κάποιοι άλλοι να ξεκινήσουν πρώτοι και βλέπουμε, μπορεί να υπάρξει παντού και συνεπώς τίποτα να μην ξεκινήσει ποτέ!

Αυτό που ζούμε είναι μια πρωτόγνωρη κατάσταση: οξύτατη παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, ΔΝΤ και σκληρή πολιτική ισοπέδωσης των δυνάμεων της εργασίας (φτώχεια και περιστολή δημοκρατίας) σε χώρες του ανεπτυγμένου καπιταλισμού με πρώτη την Ελλάδα κ.ο.κ. Η ανάγκη να μείνει όρθιος ο ελληνικός λαός επιβάλλει στην Αριστερά να βρεθεί στην πρωτοπορία και όχι να φυλάγεται την πιο κρίσιμη στιγμή. Η ηγεσία του ΚΚΕ υποστηρίζει ότι αν δεν υπάρχει εγγύηση για την έκβαση, καλύτερα να μην δώσουμε τη μάχη. Όμως τίποτα δεν έχει γίνει στην Ιστορία με βέβαιη την έκβασή του! Αντίθετα, οι λαοί κέρδισαν όποτε σήκωσαν το ανάστημά τους ακόμη και όταν οι προβλέψεις ήταν δυσοίωνες. Έχω την εκτίμηση ότι ΔΕΝ είναι αυτή η αντίληψη των χιλιάδων αγωνιστών που αποτελούν το ΚΚΕ.

4. Η ηγεσία του ΚΚΕ ισχυρίζεται ότι η κυβερνητική εξουσία δεν μπορεί να πετύχει τίποτα, αφού το κλειδί βρίσκεται στην οικονομική εξουσία. Αυτή η άποψη καταργεί τη διαλεκτική μεταξύ της πολιτικής, οικονομικής και ιδεολογικής πάλης, και συγκεκριμένα τον κεντρικό ρόλο της πολιτικής εξουσίας στη διαμόρφωση του κοινωνικού και ιδεολογικού συσχετισμού και τη σημασία της για την έκβαση της πάλης και στο οικονομικό επίπεδο. Είναι σαν να υποστηρίζει ότι η ανάληψη της πολιτικής εξουσίας από την Αριστερά θα αφήσει τα πάντα αμετάβλητα, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη, άποψη που ακυρώνει κάθε έννοια διαλεκτικής. Αυστηρά μιλώντας έρχεται σε αντίθεση με τις περισσότερες εκδοχές της κομμουνιστικής θεωρίας και πρακτικής.

Επίσης, αποσιωπά ότι το προγραμματικό πλαίσιο του ΣΥΡΙΖΑ θέτει αλλαγές και στο οικονομικό επίπεδο ανταγωνιστικές προς το κυρίαρχο μοντέλο, ενώ συναρτά τη μεθοδολογία άσκησης της πολιτικής εξουσίας με ευρύτερες μετατοπίσεις και αλλαγές που θα προκύψουν από μια τέτοια εξέλιξη με ορίζοντα τον σοσιαλισμό.

5. Η πρόσφατη θέση της ηγεσίας του ΚΚΕ, σύμφωνα με την οποία αν η Αριστερά γίνει κυβέρνηση αυτό θα είναι πρόβλημα, γιατί δεν θα υπάρχει αριστερή αντιπολίτευση πέρα από το γεγονός ότι παραβιάζει την απλή λογική (το οποίο δεν είναι καθόλου αμελητέο) έχει ευρύτερες πολιτικές συνέπειες αρνητικές για το λαϊκό κίνημα. Η βασικότερη ίσως είναι ότι «κανονικοποιεί» την περίοδο που διανύουμε. Η επικέντρωση στην αντιπολίτευση υπονοεί ότι βρισκόμαστε σε μια «κανονική» περίοδο όπου το ποιος είναι στην κυβέρνηση είναι δευτερεύουσας σημασίας και το κρίσιμο είναι ότι πρέπει να υπάρχει αριστερή αντιπολίτευση. Πιο συγκεκριμένα:

Συμβάλλει στην «κανονικοποίηση» της σημερινής κατάστασης ισχυριζόμενη ότι η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ είναι «μια από τα ίδια» με προτάσεις προηγούμενων περιόδων όπως π.χ. αυτή του ΠΑΣΟΚ το 1981. Το σφάλμα που διαπράττει -συμβάλλοντας στην παρουσίαση της σημερινής κατάστασης ως μιας κανονικής περιόδου ή ακόμη χειρότερα συγκρίνοντάς την με μια περίοδο με εντελώς διαφορετικό κοινωνικό συσχετισμό (πολύ πιο ευνοϊκό) και παγκόσμια οικονομική συγκυρία- είναι μεγάλο, διότι καλλιεργεί αυταπάτες σε έναν κόσμο ως προς τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να επιχειρηθεί να ανασχεθεί η σημερινή καταστροφή. Ακόμη και αν τοποθετείται αρνητικά, αφήνει να εννοείται ότι η μνημονιακή καταστροφή μπορεί να μετριαστεί με μια συμβατική σοσιαλδημοκρατική διαχείριση εντός συστήματος. Όμως κάτι τέτοιο δεν είναι σήμερα δυνατόν και αποτελεί κομβικό σημείο για τον ΣΥΡΙΖΑ η άρση τέτοιων αυταπατών, τις οποίες η ηγεσία του ΚΚΕ έρχεται και ενισχύει, έστω και με αρνητικό τρόπο.

Η «κανονικοποίηση» της περιόδου από την ηγεσία του ΚΚΕ ενισχύει τον -άκρως άκυρο για την ιστορική συγκυρία που διανύουμε- διχασμό γύρω από το ζήτημα της πολιτικής εξουσίας ανάμεσα σε μια αντίληψη που βλέπει την Αριστερά μόνο στην από τα κάτω αντιπολιτευτική παρέμβαση και σε μια που βλέπει την Αριστερά ως δύναμη παρέμβασης κυρίως από κυβερνητικές θέσεις. Αυτό το στερεότυπο εκτιμώ ότι ήταν εύλογο στην προηγούμενη συγκυρία, αλλά δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των καιρών.

Σήμερα, το καθήκον της Αριστεράς είναι η επινόηση μιας κινηματικής / κυβερνητικής μεθοδολογίας η οποία θα επιχειρήσει να αποτρέψει τον όλεθρο και να αντιμετωπίσει ένα σύνθετο και δυσμενές εγχώριο και διεθνές περιβάλλον, στο οποίο όμως οι λαοί ήδη μπαίνουν δυναμικά στο προσκήνιο. Αυτό το καθήκον δεν υπηρετείται αναπαράγοντας τον παραπάνω διχασμό ούτε σε επίπεδο προγράμματος (μετριοπαθείς προτάσεις έναντι απέραντων αιτηματολογίων) ούτε σε επίπεδο κυβερνητικής μεθοδολογίας (πεπατημένη κυβερνητική πρακτική/διαχείριση από τα πάνω έναντι καμιάς κυβερνητικής εξουσίας και παρέμβασης μόνο από τα κάτω).

Η επινόηση μιας νέας μεθοδολογίας ταυτόχρονης κινητοποίησης του λαού και άσκησης πολιτικής εξουσίας συνιστά το έδαφος της δικής μας προσέγγισης, η οποία αποτελεί το ιστορικό στοίχημα για την Αριστερά στην Ελλάδα, αλλά και παγκοσμίως. Αυτό το στοίχημα υπονομεύει η ηγεσία του ΚΚΕ όταν «κανονικοποιεί» την περίοδο και δεν αναλαμβάνει το μερίδιο της ευθύνης που της αναλογεί. Μια ευθύνη που νομίζω ότι με χαρά και αυταπάρνηση θα αναλάμβανε η συντριπτική πλειοψηφία των μελών του ΚΚΕ.

6. Η ηγεσία του ΚΚΕ με τον τρόπο που πολιτεύεται διαμορφώνει τις προϋποθέσεις για την ήττα του λαού στην προσπάθεια να σταματήσει την καταστροφή του και συμμετρικά δίνει ένα πολύ σημαντικό στήριγμα στο πολιτικό σύστημα που την επιβάλλει. Αν τελικά ηττηθεί ο λαός, θα ισχυριστεί ότι δικαιώθηκε στις προβλέψεις της -ότι τίποτα δεν μπορεί να γίνει σήμερα- αποσιωπώντας το γεγονός ότι συνέβαλε δραματικά σε αυτό το γεγονός δεδομένου του μεγέθους του ΚΚΕ. Όμως δεν έχει σημασία ποιος θα «δικαιωθεί» πάνω στα συντρίμμια, σημασία έχει να προσπαθήσεις να ανταποκριθείς στο ιστορικό σου καθήκον.