Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηλίας Μυλωνάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηλίας Μυλωνάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2011

Μια κριτική προσέγγιση στο βιβλίο για τον Πιέτρο Ινγκράο «Η Αγανάκτηση δεν αρκεί»


Του Ηλία Μυλωνά*

Ακούγοντας διάφορα θετικά σχόλια για τον Ινγκράο, ο οποίος ομολογουμένως  μου ήταν παντελώς άγνωστος μιας και δεν έτυχε  να "συναντηθούμε" ποτέ πολιτικά και ούτε να διαβάσω  κάποια εργασία του, άνοιξα το συγκεκριμένο βιβλίο, ο εκδότης του οποίου Πέτρος Κακολύρης τυγχάνει να είναι και προσωπικός φίλος μου, με ιδιαίτερα καλή πρόθεση. Το σίγουρο που βγήκε από αυτή την ανάγνωση είναι ότι ο Ινγκράο στα 96 του χαρακτηρίζεται από μια εκπληκτική πνευματική διαύγεια και στη συζήτηση που γίνεται με τους δύο πανεπιστημιακούς Μαρία Λουίζα Μπότσια και Αλμπέρτο Ολιβέτι, καταθέτει με σαφήνεια θεωρώ, παρά την ηλικία του και τις δύσκολες φιλολογικές εκφράσεις που χρησιμοποιεί, όλο το απαύγασμα της πολιτικής «σοφίας» που αναδείχτηκε από τη μακρά  του πορεία, σε άμεση σχέση με την πολιτική και φιλοσοφική του άποψη.

Γεννημένος το 1915 και οργανωμένος στον αντιφασιστικό αγώνα από το 1936, παίρνει ενεργό μέρος στην αντίσταση κατά των ναζί και γίνεται μέλος του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος αναλαμβάνοντας υψηλόβαθμα πόστα (διευθυντής της εφημερίδας του κόμματος Ουνιτά από το 1947 έως το 1957, βουλευτής από το 1948 έως το 1992, πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΙΚΚ το 1968, πρόεδρος της ιταλικής Βουλής από το 1976 έως το 1979, διευθυντής του Κέντρου Μελετών και Πρωτοβουλιών για τη Μεταρρύθμιση του Κράτους από το 1975 έως το 1992). Σε κάποια φάση του βίου του ασχολείται με την ποίηση και εκδίδει πολλές συλλογές.

Από μια τέτοια πολυσχιδή προσωπικότητα λοιπόν και με τόσο πλούσιο ιστορικό δράσης σε υψηλά κομματικά και κοινοβουλευτικά πόστα, θα περίμενε κανείς μια βαθύτερη ανάλυση των αιτιών που οδήγησαν τα πολιτικά πράγματα στη σημερινή μορφή τους  και όχι απλώς ένα γενικόλογο γνωμικό και μια προτροπή του στυλ  "οργανωθείτε,η αγανάκτηση δεν αρκεί".

Ο Ιγκράο σε αυτές τις συζητήσεις εκφράζεται περισσότερο σαν ποιητής παρά σαν πολιτικός. Δεν είναι κακό να είναι κάποιος ποιητής, το αντίθετο. Η Τέχνη είναι το αλάτι της ζωής. Το κακό είναι να θεωρείς ότι μπορείς να αλλάξεις την κοινωνία μόνο με ποιητικές εκφράσεις και φιλοσοφικά αποφθέγματα. Στην πολιτική αλλά και στη ζωντανή πραγματικότητα τα πράγματα είναι πολύ πιο πεζά και πολύ πιο περίπλοκα.

Φαίνεται  να μιλάει  εντελώς αποστασιοποιημένα και εκ του μακρόθεν για τη σημερινή αντιδραστική πολιτική πραγματικότητα, χωρίς ίχνος αυτοκριτικής, (σαν να μην έχει μερίδιο ευθύνης κι αυτός μέσα από τις ηγετικές κομματικές θέσεις που κατείχε), μια πραγματικότητα που  χαρακτηρίζεται από την μαζική αμφισβήτηση των εργατικών  κομμάτων και οργανώσεων.

Μιλάει  με τη σιωπή του και χωρίς να κάνει θόρυβο, λέει αναφερόμενος στην ποίηση του, κι έτσι εκφράζεται για την ήττα της Αριστεράς. Όμως οι μεγάλες κοινωνικές αλλαγές ποτέ δεν συντελέστηκαν με «διαστήματα σιωπής», ούτε από  ποιητές και  διανοούμενους που δεν ήταν παράλληλα και πρωτίστως επαναστάτες και μάλιστα πολύ «θορυβώδεις». Σε ευθεία αντιπαράθεση με αυτόν ο Μαγιακόφσκι, ο κατ’ εξοχήν ποιητής αλλά και ο πιο ένθερμος προπαγανδιστής της Οκτωβριανής Επανάστασης, ποτέ δεν απαίτησε κομματικό πόστο από τους Μπολσεβίκους, κατανοώντας απόλυτα το ρόλο του διανοούμενου-συνοδοιπόρου της επανάστασης. Οι πραγματικοί επαναστάτες σε όλες τις ιστορικές περιόδους ανήκαν σε μια ειδική κατηγορία ανθρώπων που διακρίνονταν από το ιδιαίτερο πάθος τους στην πάλη  για την κοινωνική αλλαγή και την ικανότητα μεταφοράς των ιδεών τους στα πλατιά στρώματα της κοινωνίας. Όπως δεν μπορούν να χαρακτηριστούν όλοι οι νομικοί Ροβεσπιέροι και όλοι οι γιατροί Τσε Γκεβάρα, με τον ίδιο τρόπο δεν μπορούν να χαρακτηριστούν και όλοι οι ποιητές επαναστάτες.

Από ένα ποιητή δεν μπορείς να ζητήσεις ευθύνες, από ένα κομμουνιστή πολιτικό όμως μπορείς. Στην περίπτωση του Ινγκράο τα πράγματα μπερδεύονται λιγάκι. Στις απαντήσεις που δίνει στη συνέντευξη αναδύεται η ποιητική του πλευρά παρ’ ότι αναφέρεται, με ένα γενικό τρόπο είναι αλήθεια, στην αναγκαιότητα του "υποκειμενικού παράγοντα" και στη μετουσίωση της αγανάκτησης σε δράση, εκφράζοντας με αυτόν τον τρόπο μια καθαρά πολιτική άποψη.

Ο Μαρξ έλεγε ότι: "Οι φιλόσοφοι μέχρι τώρα προσπάθησαν να ερμηνεύσουν τον κόσμο. Εμείς θέλουμε να τον αλλάξουμε".

Ο Ινγκράο παρουσιάζεται περισσότερο σαν φιλόσοφος παρά σαν πολιτικός. Ρίχνει μια ελιτίστικη ματιά στα πράγματα και προτρέπει την κοινωνία που αγανακτεί, με ένα θολό και νεφελώδη τρόπο, να οργανωθεί πολιτικά. Το πως και το που όμως το αφήνει στην ατομική κρίση του καθενός ή αναθέτει τη «δουλειά» αυτή σε κάποιους άλλους πολιτικούς αγγιτάτορες. Έχει όμως κανένας άλλος, σύμφωνα με τα εύσημα που κουβαλάει, τη δική του πολιτική και κομματική  εμπειρία;

Μήπως, λέμε εμείς απ’ την πλευρά μας,  τέτοιου είδους συμπεριφορές κρύβουν από πίσω τις πραγματικές αιτίες και τη ρίζα της κακοδαιμονίας που μαστίζει την σημερινή Αριστερά; Ο Ινγκράο δεν θέλει να μιλήσει με λεπτομέρειες για την ήττα. «Αρνήθηκε ρητά», ομολογεί, "να ταυτιστεί με μια επαναστατική διαδικασία υπό την έννοια ενός αγώνα που κορυφώνεται σε μια άμεση σύγκρουση και στην κατάληψη της εξουσίας, της επίθεσης ενάντια στα Χειμερινά Ανάκτορα". "Αυτό αποτέλεσε και το πρώτο σημείο καμπής γι αυτόν", αναφέρει.

Σε ένα άλλο σημείο μιλάει για ήττα του Λενινισμού, τον οποίο, όπως φαίνεται και από τα παραπάνω λεγόμενα του, στην πραγματικότητα ποτέ δεν αποδέχτηκε και ούτε επιδίωξε να τον εφαρμόσει. Συνειδητή ειρωνεία ή ασυνείδητη πολιτική σύγχιση; Δεν μπορώ να το πω. Ο Ινγκράο είτε δεν αντιλήφθηκε πραγματικά είτε δεν ήθελε να το κάνει γιατί αυτό θα αποτελούσε μια επώδυνη πραγματικά ομολογία, ότι η ήττα επήλθε πολλά χρόνια πριν, όταν ήταν περίπου 12 χρονών, και ότι σε όλη τη διάρκεια του πολιτικού του βίου απλώς διαχειριζόταν τη συγκεκριμένη  ήττα συμμετέχοντας στη διαστρέβλωση, μέσα από τις ευρωκομμουνιστικές επινοήσεις της ιταλικής Αριστεράς, της ίδιας της ουσίας της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας.

Ο Ινγκράο βρέθηκε να εκφράζει την Αριστερή Τάση του ΙΚΚ στην περίοδο μιας μακράς και ιδιότυπης δυαρχίας που λάμβανε χώρα στην Ιταλία. Η δύναμη του κινήματος και η αδιαμφισβήτητη ισχύς του κόμματος, του μεγαλύτερου κομμουνιστικού κόμματος στην Ευρώπη εκείνη την περίοδο, είχαν επιβάλλει προχωρημένες δημοκρατικές διαδικασίες και είχαν επιτρέψει να δημιουργηθούν πραγματικές σοσιαλιστικές νησίδες στην καρδιά ενός αναπτυγμένου αστικου κράτους. Όποιος έχει μελετήσει στοιχειωδώς τον Μαρξ όμως γνωρίζει ότι τέτοιες καταστάσεις δεν μπορούν να διαρκούν αιώνια, έχουν ημερομηνία λήξης με την επικράτηση της μιας ή της άλλης πλευράς.

Οι ιταλοί κομμουνιστές επέλεξαν το δρόμο του ιστορικού συμβιβασμού, όπως τον ονόμασαν, και όχι το δρόμο της κατάληψης της εξουσίας, θεωρώντας ότι η αστική τάξη θα αποδέχονταν για πάντα τη συγκεκριμένη δυαρχική τάξη κι αυτό με τη σειρά του οδήγησε, μετά την υποχώρηση και του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος, στη σημερινή κατά κράτος επικράτηση του μπερλοσκουνισμού και στη μετάλλαξη του ΙΚΚ σε μια σοσιαλδημοκρατική καρικατούρα.

Δεν είναι ξεκάθαρο  πως ακριβώς αντιμετώπισε τα πράγματα από τη θέση που κατείχε ο Ινγκράο. "Στάθηκε", όπως αναφέρει ο Μιχάλης Ψημίτης στον πρόλογο του βιβλιου, "σημείο αναφοράς ενός εσωκομματικού ρεύματος που απέδιδε εξαιρετική σημασία στη δημιουργική προσέγγιση του μαρξισμού και στα κοινωνικά κινήματα. Στάθηκε όμως ταυτόχρονα και ένα στέλεχος των κομματικών μηχανισμών, υπό την έννοια ότι λειτούργησε σε μια συντεταγμένη πορεία, ακόμα κι όταν χρειάστηκε να απομονωθούν από το κόμμα ορισμένες «αριστερές αποκλίσεις»". Θύματα μεταξύ άλλων αυτής της πολιτικής  στάσης η οποία οδήγησε στη θετική ψήφο του για διαγραφή από τις τάξεις του ΙΚΚ, ήταν ο πρόσφατα αδικοχαμένος Λούτσιο Μάγκρι, εξέχουσα προσωπικότητα της ιταλικής Αριστεράς, και η ομάδα «Μανιφέστο».

Αυτή τη στιγμή κάποιοι από την ηγεσία του πάλαι ποτέ ισχυρότερου κομμουνιστικού κόμματος στην Ευρώπη ακολουθούν το ρεύμα, μετατρεπόμενοι στους πιο φανατικούς στυλοβάτες του αστικού συστήματος και κάποιοι άλλοι σαν τον Ινγκράο «μιλούν με τη σιωπή τους».

Η επιστήμη της Διαλεκτικής διδάσκει ότι τίποτε δεν είναι τυχαίο στη ζωή. Η Αριστερά έχει συγκεκριμένες ευθύνες. Αν θέλουμε να ξαναπιάσουμε το νήμα που κόπηκε και να το ξαναενώσουμε, αλλάζοντας τη σημερινή αντιδραστική πραγματικότητα και δημιουργώντας ένα νέο υποκειμενικό παράγοντα απαλλαγμένο από στρεβλώσεις και παραμορφωτικές  επιδράσεις, καλό θα ήταν να κάτσουμε πρώτα να δούμε τι πήγε στραβά, να ανατρέξουμε στα λάθη μας, να τα αποδεχτούμε (πράγμα το οποίο είναι και το πιο δύσκολο) και να διδαχτούμε από αυτά. Μόνο έτσι θα θέσουμε στέρεες βάσεις για το επόμενο εγχείρημα και τη δημιουργία ενός  νέου,  θωρακισμένου στο μέτρο του δυνατού πολιτικά και ηθικά, υποκειμενικού παράγοντα. Γιατί πραγματικά «η αγανάκτηση δεν αρκεί». Ούτε όμως και οι γενικόλογες, χωρίς πολιτικό περιεχόμενο, προτροπές και διαπιστώσεις.

* Ο Ηλίας Μυλωνάς είναι μέλος του Κόκκινου, συνιστώσας του ΣΥΡΙΖΑ, και μέλος της Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ 3ης δημοτικής κοινότητας

Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2011

ΔΡΑΧΜΗ Η΄ ΕΥΡΩ; ΕΥΡΩΠΗ Η΄ ΕΛΛΑΔΑ; ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ Η΄ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ;




Του Ηλία Μυλωνά

Ένα μεγάλο κομμάτι της Αριστεράς σήμερα υπερασπίζεται τη θέση για επιστροφή στη δραχμή και για μια εθνικά ανεξάρτητη και αυτοδύναμη οικονομική πολιτική. Σε αυτή τη λογική προωθεί αντιιμπεριαλιστικά μέτωπα και συμμαχίες ενώ την ίδια στιγμή αναβιώνει ένδοξες εαμικές στιγμές του παρελθόντος.
Το βασικό ερώτημα που προκύπτει από αυτή τη διαδικασία είναι αν το ζήτημα της επιστροφής στη δραχμή τίθεται στην προοπτική  μιας εκσυγχρονιστικής εξέλιξης στα πλαίσια του αστικού κράτους και του καπιταλιστικού συστήματος πράγμα το οποίο το καθορίζει σαν ένα απλά μεταρρυθμιστικό στάδιο, ή αν η μεθόδευση αυτή θα συνοδεύεται από σοσιαλιστικά μέτρα.
Στην πρώτη περίπτωση, μια αιφνίδια επιστροφή στη δραχμή είναι βέβαιο ότι θα επιφέρει μια άμεση υποτίμηση του νομίσματος με ότι συνέπειες έχει αυτό στους μισθούς και την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων. Παράλληλα θα υπάρξει ένα τρομακτικό οικονομικό εμπάργκο που στόχο θα έχει να μην επωφεληθεί η Ελλάδα από αυτή την υποτίμηση  πετυχαίνοντας  να γίνει ένας σοβαρός ανταγωνιστικός εξαγωγέας, σε μια ευρωπαϊκή και παγκόσμια αγορά που ολοένα συρρικνώνεται και διέρχεται τη μεγαλύτερη μεταπολεμική κρίση της.
Στη δεύτερη περίπτωση, το ερώτημα είναι αν θα μπορέσει μια μικρή σοσιαλιστική χώρα να επιβιώσει σε ένα άκρως ανταγωνιστικό περιβάλλον, να γίνει δηλαδή μια άλλη Κούβα στην καρδιά της Ευρώπης.Το δόγμα του «σοσιαλισμού σε μια χώρα» που εφάρμοσε ο Στάλιν στη διάρκεια της παντοδυναμίας του για να διαφυλάξει τα προνόμια της γραφειοκρατίας  ήταν αυτό που έβαλε τα θεμέλια για την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, που τώρα πια αναφέρεται ως πρώην. Ακόμα και το γεγονός ότι η χώρα βγήκε στρατιωτικά πανίσχυρη μετά τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο κατορθώνοντας μέσω αυτής της ισχύος  να θέσει υπό την επιρροή της ένα σύνολο χωρών της Ανατολικής Ευρώπης, δεν απέτρεψε την περιορισμένη ανάπτυξη και ανταγωνιστικότητα της οικονομίας των χωρών αυτών στα στενά πλαίσια της οικονομικής ένωσης που κατασκεύασαν,της ΚΟΜΕΚΟΝ, και τελικά το μαρασμό τους.
Είναι τουλάχιστον ανεδαφικό αυτό που ισχυρίζονται κάποιοι έγκριτοι κατά τ’ άλλα οικονομολόγοι, ότι με την άμεση επιστροφή στη δραχμή αυτό που θα συμβεί θα είναι ότι η οικονομία απλώς θα σταματήσει να λειτουργεί για καμιά εβδομάδα, στη διάρκεια της οποίας θα κλείσουν βεβαίως και οι τράπεζες, και ότι από Δευτέρα θα επανέλθει στα πρώτερα επίπεδα ισορροπίας της και σε μια αναπτυξιακή προοπτική. Αυτά είναι ωραία σενάρια αλλά απέχουν πολύ από την σύγχρονη οικονομική πραγματικότητα, η οποία είναι εντελώς διαφορετική.
Αναμφισβήτητα είναι υπαρκτή η πιθανότητα να διωχτεί από τους υπόλοιπους «εταίρους»  η χώρα από την Ευρωζώνη αν δεν εκπληρώσει κάποιους όρους ή αν προχωρήσει σε κάποια στάση πληρωμών προς τους δανειστές της και μοιραία να επανέλθει, είτε το επιθυμεί καποιος είτε όχι, στο εθνικό της νόμισμα. Αλλιώτικα όμως θα το δεχτεί και θα το αντιμετωπίσει τότε ο λαός αυτό και αλλιώς θα αντιδράσει όταν του υπόσχεσαι ότι η επιστροφή στη δραχμή θα φέρει αυτόματα ανάπτυξη, χαρά και ευτυχία και αντί γι αυτό έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με μια οικονομική καταστροφή.
Όπως η οικονομία είναι δεμένη με χίλια νήματα στην Ευρώπη και τον υπόλοιπο πλανήτη, έτσι η μοίρα και το μέλλον των λαών είναι κοινά και αλληλοεξαρτόμενα και μόνο με κοινούς και συντονισμένους αγώνες μπορούν να τα ελένξουν, να τα καθορίσουν και να τα διαμορφώσουν. Κάθε άλλη προσπάθεια που παίρνει χαρακτήρα εθνικής απομόνωσης και αυτόνομης ανάπτυξης δεν έχει καμιά προοπτική στο σημερινό και το αυριανό  γίγνεσθαι.
Τα μονοπώλια και οι πολυεθνικές δεν επιλέγουν τις έδρες τους στη βάση εθνοτικών χαρακτηριστικών. Τις επιλέγουν στη λογική της διευκόλυνσης της κερδοφορίας τους και δεν έχουν το παραμικρό πρόβλημα αν η χώρα που διατηρούν τα στρατηγεία τους λέγεται Μαλαισία, Μπάγκλα-Ντες ή Ελβετία. Με τον ίδιο τρόπο οι εργαζόμενοι πρέπει να βάλουν στο περιθώριο  τα πατριωτικά τους αισθήματα και να προτάξουν τα ταξικά, αλλιώς το παιγνίδι της εξουσίας είναι χαμένο. Δεν έχει σημασία αν το κοινό νόμισμα που θα τους ενώνει σε μια αυριανή Σοσιαλιστική Ευρωπαϊκή Ένωση θα λέγεται ευρώ, δραχμή ή ευρωπαϊκό γιουάν. Σημασία έχουν οι πολιτικοί, κοινωνικοί και οικονομικοί όροι που θα διέπουν μια τέτοια ένωση.
Οι θεωρητικοί του μαρξισμού από παλιά μιλούσαν για τις Σοσιαλιστικές Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης. Διέβλεπαν από τότε ότι ένα απομονωμένο σοσιαλιστικό κράτος μέσα στην καπιταλιστική Ευρώπη δεν έχει πιθανότητες να επιβιώσει, ακόμη κι αν έχει το μέγεθος της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και τις τεράστιες πλουτοπαραγωγικές πηγές της. Ο σοσιαλισμός ή θα γίνει παγκόσμιος ή κάποια στιγμή μοιραία θα καταρρεύσει, ασφυκτιώντας στα στενά πλαίσια μιας χώρας ή ακόμα και ενός μπλοκ από τέτοιες.
Ένα ακόμα θεματάκι που προκύπτει είναι σε ποιους απευθύνονται τα συγκεκριμένα κομμάτια της Αριστεράς για τη δημιουργία του Αντιιμπεριαλιστικού Μετώπου. Δεδηλωμένοι εχθροί κάθε είδους παγκοσμιοποίησης είναι η εθνικιστική Σπίθα του Θεοδωράκη αλλά και πολλοί ακροδεξιοί κύκλοι και προσωπικότητες, όπως ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Άνθιμος με πύρινα επαναλαμβανόμενα κηρύγματα από άμβωνος ενάντια στην τρισκατάρατη παγκοσμιοποίηση. Θα απευθυνθούν και σ’ αυτούς;
Οι παραπάνω λοιπόν είναι ο βασικοί  λόγοι που όπως οι προοπτικές μιας κοινωνικής αλλαγής δεν μπορεί να αφορούν ένα εθνικό κομμάτι απλά, έτσι και ο αγώνας σήμερα πρέπει να είναι κοινός με τους ευρωπαίους εργαζόμενους. Τα σκληρά μέτρα που τώρα εφαρμόζονται στην Ελλάδα πολύ σύντομα θα μεταφερθούν και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Αυτή την ώρα είναι αναγκαίο όσο ποτέ άλλοτε να οργανώσουμε από κοινού  τον αγώνα μας και να δημιουργήσουμε ένα ενιαίο επιτελείο το οποίο θα συντονίζει τις κινητοποιήσεις σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, αυξάνοντας έτσι κατακόρυφα τις πιθανότητες για να γίνουν οι αγώνες αυτοί αποτελεσματικοί και νικηφόροι.

Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011

Η ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΤΕΡΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΥΣΣΩΡΕΥΜΕΝΗΣ ΟΡΓΗΣ

Rear side of prism reflector, by Dantor (Own photo), CC-BY-SA-2.5, via Wikimedia Commons

Άρθρο του Ηλία Μυλωνά*

Το τελευταίο διάστημα  στο πολιτικό  πεδίο τίποτε δεν θυμίζει το παρελθόν στην Ελλάδα και την υπόλοιπη Ευρώπη. Η οικονομική κρίση άλλαξε άρδην τα πράγματα. Η πολιτική αβρότητα που χαρακτήριζε τα αναπτυγμένα δημοκρατικά καθεστώτα της γηραιάς ηπείρου έγινε καπνός και χάθηκε. Οι αστικές κυβερνήσεις, ενταγμένες στη λογική της νεοφιλελεύθερης αντίληψης, εξοπλίζουν και ισχυροποιούν τους κατασταλτικούς μηχανισμούς που διαθέτουν, ενώ είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμες να κινητοποιήσουν  τον ίδιο το στρατό  ενάντια στους εργαζόμενους και την κοινωνία, που αντιδρούν στην ολομέτωπη επίθεση που πραγματοποιείται  στις κατακτήσεις τους.

Τα πανίσχυρα οικονομικά τραστ, αυτά που ουσιαστικά δημιούργησαν ή στη καλύτερη περίπτωση επέσπευσαν την παρούσα οικονομική κρίση με την ακόρεστη δίψα τους για γρήγορα και εύκολα κέρδη, ελέγχουν και καθοδηγούν  απόλυτα τις διεθνείς πολιτικές δυνάμεις και τις κυβερνήσεις απαιτώντας από αυτές πιο σκληρή, απέναντι στους εργαζόμενους, πολιτική.  Ενώ επέβαλλαν ουσιαστικά σαν βασικό μοχλό ανάπτυξης  την αντιπαραγωγική τακτική της επένδυσης χρήματος πάνω στο χρήμα, το «τζογάρισμα» δηλαδή  καθώς και τον χωρίς όρια δανεισμό καθιστώντας την  οικονομία  ένα παγκόσμιο καζίνο, τώρα απαιτούν να μη θιγούν ούτε στο ελάχιστο τα κέρδη τους, επιδιώκοντας την κρίση για την οποία είναι απόλυτα υπεύθυνοι αυτοί, να την περάσουν στις πλάτες των εργαζομένων. Είναι αποφασισμένα γι αυτό να χρησιμοποιήσουν οποιονδήποτε μέσον  χρειαστεί. Τα προσχήματα δεν ισχύουν  πλέον.

ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ «ΤΕΡΑΤΑ»

Σε αυτήν την κατάσταση τα εργατικά κόμματα αδυνατούν να συντονιστούν  με την κοινωνία, να μπουν μπροστά  και να ανατρέψουν το υπάρχον αρνητικό πολιτικό σκηνικό.

Η σοσιαλδημοκρατία, εκπροσωπούμενη κυρίως από το ΠΑΣΟΚ στην Ελλάδα, επικυρώνει απόλυτα τη δεξιά στροφή που ξεκίνησε εδώ και λίγα χρόνια, απογοητεύοντας τον κόσμο της και  τοποθετώντας τον εαυτό της πλέον όχι στην κλασσική θέση του «δικηγόρου της αστικής τάξης στις γραμμές του εργατικού κινήματος» αλλά ως επίσημου διαχειριστή της οικονομικής κρίσης, ο οποίος έχει αναλάβει εξ’ ολοκλήρου την ευθύνη να την περάσει στις πλάτες των εργαζομένων.  Ποτέ καμιά κυβέρνηση της Δεξιάς στο παρελθόν δεν τόλμησε να περάσει τόσους αντεργατικούς νόμους σε τόσο μικρό διάστημα  απ’ όσους πέρασε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ τους τελευταίους μήνες.

Τα κόμματα της παραδοσιακής Αριστεράς (ΚΚΕ-ΣΥΝ) παρακολουθούν μάλλον αμήχανα την κατάσταση και ουδείς είναι σε θέση να πει με σιγουριά ποια ακριβώς είναι η θέση τους σε σχέση με την κρίση και το φλέγον ζήτημα του εθνικού  χρέους. Αρχικά μάλιστα  αμφισβήτησαν έντονα ακόμα και κατά πόσον είναι πραγματική η συγκεκριμένη καπιταλιστική κρίση.

Οι προτάσεις που ακούστηκαν κατά καιρούς ήταν για λαϊκά ομόλογα,  επιτροπές αλληλεγγύης και λαϊκά συσσίτια. Αναβίωσαν παράλληλα ηρωικές σελίδες του παρελθόντος για νέα  ΕΑΜ και άλλα αντιιμπεριαλιστικά  μέτωπα, λες και ο ταξικός εχθρός βρίσκεται μόνο έξω απ’ τα σύνορα. Λες και οι ελληνικές τράπεζες, που κατέχουν το 30% του ελληνικού χρέους και δανείζουν το κράτος με επιτόκια 6% και 7% όταν οι ίδιες αντλούν τα κεφάλαιά τους από την ΕΚΤ με επιτόκιο 1%, είναι αμέτοχες και αθώες.

Αναφέρουν ως μοναδική λύση την ανάπτυξη, όμως δεν λένε πως ακριβώς θα έρθει αυτή. Κουβέντα για μερική ή ολική παύση πληρωμής του χρέους, για ολοκληρωτικό έλεγχο του τραπεζικού συστήματος από το οποίο ξεκινά και το πρόβλημα, για επανεθνικοποίηση των σημαντικών κερδοφόρων κρατικών επιχειρήσεων που δόθηκαν αντί πινακίου φακής.

Η ελληνική Αριστερά, χρόνια εθισμένη σε μια πολιτική διεκδίκησης θεσμικών μεταρρυθμίσεων, αδυνατεί να αλλάξει πολιτική και να παρακολουθήσει τις ταχύτατες μεταβολές που παρατηρούνται στο πολιτικό σκηνικό καθώς  και τις απαιτήσεις της περιόδου. Τα γεγονότα την προσπερνάνε. Οποιαδήποτε  πολιτική πρόταση  που θα μπορούσε να  πλασσάρει  πριν λίγο καιρό σαν πρωτοποριακή και ριζοσπαστική, στη σημερινή κρίσιμη περίοδο  φαντάζει εντελώς  ρεφορμιστική και  εκτός κλίματος.

Καθώς το ζήτημα της ολοκληρωτικής  αλλαγής του συστήματος μπαίνει πλέον επιτακτικά, όντως απροετοίμαστη πολιτικά, στην κυριολεξία παραλύει μπροστά σην προοπτική να τα βάλλει απ’ ευθείας με το ίδιο το σύστημα και αυτός ο φόβος την ωθεί σε ακόμα πιο  συντηρητικές προτάσεις και  θέσεις.
Στο χώρο από την άλλη της λεγόμενης Επαναστατικής Αριστεράς, οι περισσότερες από τις  μικρές ομάδες που την απαρτίζουν ένθεν- κακείθεν έχουν βγάλει το συμπέρασμα, μετά από ενδελεχή προφανώς συζήτηση με τον εαυτό τους, ότι ήδη αποτελούν το μαζικό επαναστατικό κόμμα της εργατικής τάξης, εξακολουθούν να ακολουθούν  το μοναχικό τους δρόμο και αδυνατούν να αντιληφθούν ότι απέχουν έτη φωτός από τις πλατιές μάζες της κοινωνίας και την πολιτική τους συνείδηση.

Οι ηγεσίες τους έχουν αναγορεύσει τον εαυτό τους σε κάτι σαν διάδοχο του Λένιν, του Μάο ή του Τρότσκι και ικανοποιημένες από την ατομική  επαναστατική τους καθαρότητα, περιστρέφονται  σαν τους κομήτες γύρω από τον αριστερό τους μικρόκοσμο, καλώντας  εκ του μακρόθεν την εργατική τάξη να ενταχθεί  κάτω από το δικό τους κόκκινο λάβαρο. Φυσικά ποτέ δεν παίρνουν απάντηση και η πρόσκληση μένει μονίμως μετέωρη.

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Η εποχή μας  λοιπόν αποτελεί  μια μεταβατική περίοδο όπου το καινούργιο δεν είναι εμφανές ακόμα ενώ το παλιό αγωνίζεται με νύχια και με δόντια να παραμείνει στην επιφάνεια.

Ο  Ζίζεκ την αποκάλεσε «Εποχή των Τεράτων». Και πράγματι η εποχή αυτή δημιουργεί εκτρωματικές και τερατώδεις καταστάσεις. Τίποτε δεν είναι ξεκάθαρο και διαυγές, τόσο στο  πολιτικό επίπεδο που περιγράψαμε παραπάνω, όσο και στο κοινωνικό.

Στο κοινωνικό επίπεδο έχουμε μια γενιά που το προηγούμενο διάστημα έδωσε νικηφόρους  αγώνες κερδίζοντας σημαντικές κατακτήσεις, τώρα όμως αποσύρεται κουρασμένη, απογοητευμένη, πικραμένη, εθισμένη στον καταναλωτισμό, γεμάτη υποχρεώσεις και χρέη που φορτώθηκε την προηγούμενη περίοδο, όταν όλα φαίνονταν ιδανικά και αισιόδοξα.

Μια νέα γενιά βγαίνει δειλά-δειλά στο προσκήνιο, μια γενιά απολιτικοποίητη ακόμα και κρατώντας απόσταση από όλες τις πολιτικές δυνάμεις που δεν κατάφεραν να κερδίσουν την εμπιστοσύνη της, μια γενιά όμως που μέρα με τη μέρα συσσωρεύει όλο και μεγαλύτερη οργή και  θυμίζει το ελατήριο, που όσο το πιέζεις με τόσο μεγαλύτερη ορμή θα εκτιναχθεί. Λείπει μόνο  η ηγεσία που θα την καθοδηγήσει.

Ο πιο καθοριστικός  παράγοντας διαμόρφωσης  των συγκεκριμένων εξελίξεων  είναι  η απόλυτη γραφειοκρατικοποίηση του συνδικαλιστικού κινήματος, το οποίο αναμφισβήτητα  αποτελεί τη φυσική ηγεσία των εργαζομένων, τουλάχιστον μέχρι τώρα. Η σημερινή πλειοψηφία της ΓΣΕΕ  ξεδιάντροπα στηρίζει τις κυβερνητικές επιλογές. Αντί να βρίσκεται στους χώρους δουλειάς φτιάχνοντας  γραμμές άμυνας και δημιουργώντας νέα συνδικάτα εκεί  όπου δεν υπάρχουν,διοργανώνει μυστικές μεταμεσονύχτιες συναντήσεις με τους εκπροσώπους του ΣΕΒ και της Τρόϊκα. Την ίδια ώρα  εξαγγέλλει (όποτε εξαγγείλει) απεργίες και κινητοποιήσεις χωρίς προετοιμασία και προγραμματισμό, καθιστώντας τες, παρά τη μαζικότητά τους κάποιες φορές, άσφαιρες μπαλωθιές στον αέρα. Και  έχει το θράσος να βγαίνει και να  θριαμβολογεί γιατί διέσωσε το «θεσμό της διαιτησίας», όταν ήδη έχουν  γίνει νόμος οι επιχειρησιακές συμβάσεις που επιτρέπουν στους  εργοδότες  να θέτουν ανενόχλητοι  τους όρους τους στους εργαζομένους.

Με αυτή  την προδοτική και ηττοπαθή  στάση της, από ηγετικό όργανο των εργαζομένων  έχει μετεξελιχτεί στην κυριολεξία  σε ένα  παρά φύση αντεργατικό τέρας, το οποίο συμβάλλει αποφασιστικά  στη δημιουργία  ενός  τοπίου πραγματικής εργασιακής φρίκης!

Στην  Παιδεία, ενώ η κυβέρνηση  προετοιμάζει  τη μεγαλύτερη μεταρρύθμιση που έχει πραγματοποηθεί ως τώρα στο χώρο αυτό και η οποία θα καταστήσει τα Πανεπιστήμια απόλυτα εξαρτώμενα από τους παράγοντες της αγοράς, το φοιτητικό κίνημα σε αυτή την κρίσιμη φάση βρίσκεται εντελώς διασπασμένο. Το κεντρικό φοιτητικό όργανο, η ΕΦΕΕ, είναι ανενεργό εδώ και χρόνια, η ΠΣΚ ακολουθεί τη διασπαστική λογική του ΚΚΕ, η ΠΑΣΠ αδρανεί συνειδητά  και οι υπόλοιπες αριστερές παρατάξεις «παίζουν ξύλο» μεταξύ τους για το ποια θα ηγεμονεύσει στις διάφορες Σχολές.

Το αριστερό  κίνημα, πλήρως αθωράκιστο θεωρητικά και οργανωτικά, βιώνει  εδώ και πολύ καιρό  μια πορεία υποχώρησης και αποδιοργάνωσης. Κατά πως φαίνεται  πληρώνει  ακόμη το σταλινικό πισωγύρισμα και την κατάρρευση του πρώτου εργατικού πειράματος στον κόσμο που πραγματοποιήθηκε στην πρώην Σοβιετική Ένωση και το οποίο  από φάρος για εκατομμύρια ανθρώπους, εξελίχθηκε σε καταλύτη μαζικής αμφισβήτησης των σοσιαλιστικών ιδεών.

Όμως τίποτε δεν μένει σταθερό στη ζωή και τη φύση. Ο ίδιος ο καπιταλισμός με τις τεράστιες εσωτερικές αντιθέσεις του εγγυάται γι αυτό. Αυτές οι ιδέες θα επανέλθουν ξανά  στο προσκήνιο  παράλληλα με την ίδια  την κοινωνία, που ήδη έχει ξεκινήσει να κινείται και να αντιδράει μαζικά. Η  ζωντανή πραγματικότητα τότε  θα πετάξει από μόνη της στο καλάθι  των αχρήστων  όλες τις ξεπερασμένες και αναχρονιστικές θεωρίες που επικράτησαν τα χρόνια αυτά και θα αμφισβητήσει έντονα  δόγματα και δοξασίες  που είχαν γίνει κατεστημένο την προηγούμενη περίοδο.

Οι κοινωνικές συνθήκες και ο ταξικός συσχετισμός  θα αλλάξουν και μάλιστα πολύ  σύντομα, εξ’αιτίας της αξεπέραστης κρίσης του συστήματος. Οι  μάζες εκπαιδεύονται πολιτικά μέσα από τις εμπειρίες τους και σε συνθήκες ανάτασης του κινήματος  και αγώνων,  βγάζουνε συμπεράσματα με πολύ πιο γρήγορο τρόπο από άλλες περιόδους κοινωνικής ειρήνης.

Το εργατικό κίνημα μετράει αρκετές ήττες το τελευταίο διάστημα όμως δεν έχει εξοντωθεί ακόμα. Και  όπως είπε και η Ρόζα Λούξεμπουργκ: «Η επανάσταση είναι η μοναδική μορφή αγώνα όπου η τελική νίκη μπορεί να προετοιμαστεί μέσα από μια σειρά ηττών».

Η Ιστορία συνεπώς δεν τελείωσε, απλώς ακολουθεί το φυσικό της δρόμο, ένα δρόμο που δεν αποτελεί μια ευθεία γραμμή αλλά έχει στροφές και πισωγυρίσματα.

* Ο Ηλίας Μυλωνάς είναι μέλος του Κόκκινου, συνιστώσας του ΣΥΡΙΖΑ, και μέλος της γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ 3ης δημοτικής κοινότητας