Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καρλ Μαρξ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καρλ Μαρξ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011

Ο δημοσιογράφος Καρλ Μαρξ και οι τεχνοκράτες

A strada entra nella casa, (The street enters the house), 1911, Umberto Boccioni
 
του Μαρτσέλο Μούστο
Μετάφραση: Τόνια Τσίτσοβιτς

από το Red NoteBook

Ο Μαρξ, ο οποίος ξανάρχισε να διαβάζεται εδώ και μερικά χρόνια και να συζητείται στο διεθνή τύπο, λόγω της ανάλυσης και της πρόβλεψης του κυκλικού και δομικού χαρακτήρα των καπιταλιστικών κρίσεων, θα έπρεπε να ξαναδιαβαστεί σήμερα στην Ελλάδα και στην Ιταλία για έναν ακόμα λόγο: λόγω της επανεμφάνισης της «κυβέρνησης τεχνοκρατών».

Με την ιδιότητα του δημοσιογράφου της New York Tribune, μιας από τις πιο διαδεδομένες εφημερίδες του καιρού του, ο Μαρξ παρατήρησε τα πολιτικά γεγονότα που οδήγησαν, στην Αγγλία του 1852, στη γέννηση της πρώτης «κυβέρνησης τεχνοκρατών» στην ιστορία, της κυβέρνησης Άμπερντιν (Δεκέμβριος 1852 – Ιανουάριος 1855).

Η ανάλυση του Μαρξ ξεχωρίζει για την οξυδέρκεια και το σαρκασμό της. Ενώ οι Times υμνούν την εξέλιξη σαν ένα σημάδι εισόδου «στην πολιτική χιλιετία, σε μια εποχή όπου το κομματικό πνεύμα μοιραία θα χαθεί και μόνο η ιδιοφυία, η εμπειρία, η φιλοπονία και ο πατριωτισμός θα δίνουν δικαίωμα σε δημόσια αξιώματα», ενώ επικαλούνται γι’ αυτή την κυβέρνηση τη στήριξη των «ανθρώπων κάθε τάσης», εφόσον «οι αρχές τους απαιτούσαν τη γενική συναίνεση και στήριξη», ο Μαρξ περιγελά την κατάσταση στο άρθρο του Μια θνησιγενής κυβέρνηση. Προοπτικές της κυβέρνησης συνασπισμού (Ιανουάριος 1853). Αυτό που οι Times θεωρούσαν τόσο μοντέρνο και συναρπαστικό αποτελούσε για κείνον μια φάρσα. Όταν ο τύπος του Λονδίνου ανακοίνωσε ένα «υπουργείο αποτελούμενο από καινούριους ανθρώπους», ο Μαρξ δήλωσε ότι «ο κόσμος θα εκπλαγεί σίγουρα ελάχιστα όταν μάθει ότι η νέα εποχή της ιστορίας πρόκειται να εγκαινιαστεί από φθαρμένους και υπέργηρους ογδοντάρηδες (…) από γραφειοκράτες που συμμετείχαν σχεδόν σε κάθε κυβέρνηση από τα τέλη του περασμένου αιώνα ως μέλη του υπουργικού συμβουλίου, άτομα διπλά νεκρά, λόγω ηλικίας και φθοράς, που ανακλήθηκαν στη ζωή μόνο τεχνητά».

Μαζί με την κριτική των ατόμων, υπάρχει –φυσικά– η πολύ πιο σημαντική κριτική της πολιτικής. Ο Μαρξ αναρωτιέται λοιπόν: «Μας υπόσχονται την ολοκληρωτική εξαφάνιση της πάλης μεταξύ των κομμάτων ή μάλλον την εξαφάνιση των ίδιων των κομμάτων. Τι θέλουν να πουν οι Times;». Το ερώτημα είναι, δυστυχώς, εξαιρετικά επίκαιρο, σ’ έναν κόσμο όπου η κυριαρχία του κεφαλαίου ξανάγινε άγρια, όπως ακριβώς ήταν στα μέσα του Χίλια Οκτακόσια.

Ο διαχωρισμός μεταξύ «οικονομικού» και «πολιτικού», που διαφοροποιεί τον καπιταλισμό από τους προηγούμενους τρόπους παραγωγής, έφθασε σήμερα στο αποκορύφωμα. Η οικονομία όχι μόνο κυριαρχεί επί της πολιτικής, υπαγορεύοντας πρόγραμμα και αποφάσεις, αλλά είναι τώρα πια τοποθετημένη εκτός των αρμοδιοτήτων της και εκτός του δημοκρατικού ελέγχου, σε τέτοιο βαθμό ώστε η αλλαγή κυβερνήσεων να μην τροποποιεί πια τις κατευθύνσεις της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής.

Στα τελευταία τριάντα χρόνια μεταβιβάσαμε την εξουσία από την πολιτική σφαίρα στην οικονομική, πετύχαμε να μετατρέψουμε πιθανές πολιτικές αποφάσεις σε αδιαφιλονίκητες οικονομικές επιταγές, που κάτω από την ιδεολογική μάσκα του απολίτικου έκρυβαν ένα οικοδόμημα κατ’ εξοχήν πολιτικό, και μάλιστα με εντελώς αντιδραστικό περιεχόμενο. Η μετακίνηση ενός τμήματος της πολιτικής σφαίρας στην οικονομία, ως χωριστό και απαράλλαχτο πλαίσιο, η μεταβίβαση εξουσίας από τα κοινοβούλια στην αγορά, τους θεσμούς της και τις ολιγαρχίες της, συνιστά το πιο σοβαρό κώλυμα για τη δημοκρατία στην εποχή μας. Οι αξιολογήσεις της Standard & Poor’s, οι δείκτες της Wall Street – αυτά τα τεράστια φετίχ της σύγχρονης εποχής – έχουν ισχύ μεγαλύτερη από τη λαϊκή βούληση. Στην καλύτερη περίπτωση, η πολιτική εξουσία μπορεί να επέμβει στην οικονομία (οι κυρίαρχες τάξεις έχουν συχνά ανάγκη να μετριάσουν τις καταστροφές που προκαλούνται από την αναρχία του καπιταλισμού και από τις βίαιες κρίσεις του), χωρίς όμως ποτέ να μπορούν να ξαναθέσουν υπό συζήτηση τους κανόνες και τις βασικές επιλογές.

Προφανής απόδειξη των όσων περιγράψαμε είναι τα γεγονότα που συνέβησαν αυτές τις μέρες στην Ελλάδα και την Ιταλία. Πίσω από την απάτη της «κυβέρνησης τεχνοκρατών» –ή, όπως συνηθιζόταν να λέγεται στην εποχή του Μαρξ, «της κυβέρνησης όλων των ταλέντων»– κρύβεται η αναστολή της πολιτικής (δεν επιτρέπεται να παραχωρηθούν ούτε δημοψηφίσματα, ούτε εκλογές) που πρέπει να εκχωρήσει όλο το έδαφος στην οικονομία. Στο άρθρο Κυβερνητικές Πράξεις (Απρίλιος 1853), ο Μαρξ υποστήριξε ότι «ίσως το καλύτερο πράγμα που μπορεί να πει κανείς για την κυβέρνηση συνασπισμού («τεχνοκρατών») είναι ότι αντιπροσωπεύει την αδυναμία της (πολιτικής) εξουσίας σε μια μεταβατική στιγμή». Οι κυβερνήσεις δεν συζητούν πλέον ποιες οικονομικές κατευθύνσεις πρέπει να υιοθετήσουν, αλλά οι οικονομικές κατευθύνσεις προκαλούν τη δημιουργία των κυβερνήσεων.

Στην Ιταλία τα προγραμματικά σημεία αυτής της κυβέρνησης απαριθμήθηκαν σε μια επιστολή (που θα έπρεπε μάλιστα να μείνει απόρρητη) που απηύθυνε, το περασμένο καλοκαίρι, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην κυβέρνηση Μπερλουσκόνι. Για να «επανέλθει η εμπιστοσύνη» των αγορών πρέπει να προχωρήσουμε ολοταχώς στο δρόμο των «δομικών αλλαγών» (έκφραση που έγινε συνώνυμη κοινωνικής σφαγής), δηλαδή: μείωση των μισθών, αναθεώρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων όσον αφορά τους νόμους που ρυθμίζουν την πρόσληψη και την απόλυση, αύξηση της συντάξιμης ηλικίας και ιδιωτικοποιήσεις σε ευρεία κλίμακα. Οι νέες «κυβερνήσεις τεχνοκρατών», με επικεφαλής ανθρώπους που μεγάλωσαν μέσα στους οικονομικούς θεσμούς που είναι περισσότερο υπεύθυνοι για την κρίση (βλέπε τον διορισμό Παπαδήμου στην Ελλάδα και Μόντι στην Ιταλία) θα ακολουθήσουν αυτό το δρόμο. Φυσικά για το «καλό της χώρας» και για το «μέλλον των επόμενων γενεών», στήνεται στον τοίχο κάθε φωνή εκτός χορωδίας.

Στο σκηνικό αυτό, αν η αριστερά δεν θέλει να εξαφανιστεί, πρέπει να ξαναρχίσει να είναι σε θέση να ερμηνεύει τις πραγματικές αιτίες της σημερινής κρίσης και να έχει το θάρρος να προτείνει και να δοκιμάσει τις αναγκαίες ριζοσπαστικές απαντήσεις εξόδου.

Πηγή: Il Manifesto

Παρασκευή 6 Μαΐου 2011

Να προσέχεις επίσης να μην κρυώσεις και, αγαπημένε μου Κάρολε, να μη χορεύεις μέχρι να γίνεις ολότελα καλά

Ο Μαρξ το 1839
Ο Κάρολος Μαρξ γεννήθηκε στο δωμάτιο του πρώτου ορόφου του σπιτιού που βρισκόταν στον αριθμό 664 της Μπριγκεργκάσε, ένα πολύβουο πέρασμα που κατηφόριζε φιδογυριστό μέχρι τη γέφυρα πάνω από τον Μοζέλα. Ο πατέρας του είχε εκμισθώσει το κτίριο ένα μόλις μήνα νωρίτερα και, όταν ο Κάρολος ήταν δεκαπέντε μηνών, μετακόμισε και πάλι. Παρ'όλα αυτά, τον Απρίλιο του 1928, το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα αγόρασε το γενέθλιό του σπίτι, από το οποίο ο ίδιος δεν διατηρούσε καθόλου αναμνήσεις, και έκτοτε έχει γίνει μουσείο αφιερωμένο στο βίο και την πολιτεία του -εκτός από ένα ζοφερό διάλειμμα μεταξύ 1933 και 1945, όταν το κατέλαβαν οι Ναζί και το χρησιμοποίησαν ως αρχηγείο κάποιας κομματικής εφημερίδας. Μετά τον πόλεμο, εστάλησαν επιστολές προς κάθε κατεύθυνση ζητώντας χρήματα για να επισκευαστούν οι ζημιές που προκάλεσαν οι αγροίκοι καταληψίες του Χίτλερ. Μία από τις απαντήσεις, με ημερομηνία 19 Μαρτίου 1947, προερχόταν από το διεθνή γραμματέα του Βρετανικού Εργατικού Κόμματος: «Αγαπητέ Σύντροφε, με μεγάλη μου λύπη διαπιστώνω πως το Βρετανικό Εργατικό Κόμμα δεν είναι ως οργανισμός έτοιμος να υποστηρίξει τη διεθνή επιτροπή που έχετε συστήσει για την ανακαίνιση του σπιτιού του Καρόλου Μαρξ στην Τρεβς ( το αγγλικό όνομα της Τρηρ ), καθώς οι πόροι του είναι δεσμευμένοι για τη συντήρηση ανάλογων μνημείων του Καρόλου Μαρξ στην Αγγλία. Αδερφικά δικός σας, Ντένις Χίλεϊ». Αληθοφανής δικαιολογία: μάταια θα αναζητήσουν οι κάτοικοι του Λονδίνου τα μνημεία αυτά για τα οποία υποτίθεται πως «δέσμευε» ο Χίλεϊ τους πόρους του κόμματός του. Τουλάχιστον το σπίτι επιζεί ακόμη. Εκατό μέτρα μακρύτερα είναι το μέρος όπου βρισκόταν η παλιά συναγωγή της Τρηρ, εκεί όπου λειτούργησαν τόσοι και τόσοι πρόγονοι του Μαρξ. Σήμερα το μόνο σημάδι της παρουσίας της είναι μια πινακίδα δεμένη στο φανοστάτη της γωνίας : «Hier stand die frühere Trierer Synagoge die in der Pogromnacht im November 1938 durch die Nationalsozialisten zerstört wurde». Δεν χρειάζεται μετάφραση.

το σπίτι όπου γεννήθηκε ο Κ.Μαρξ στην Τρηρ.

Εκτός από τη συνήθειά του να βάζει τις αδερφές του να τρώνε «χωματόπιτες», λίγα ξέρουμε για τα πρώτα παιδικά χρόνια του Καρόλου Μαρξ. Φαίνεται πως μέχρι το 1830 είχε λάβει ιδιωτική εκπαίδευση και μετά πήγε στο γυμνάσιο της Τρηρ, του οποίου ο διευθυντής, ο Χούγκο Βίτενμπαχ, ήταν φίλος του Ερρίκου Μαρξ και συνιδρυτής της Εταιρείας του Καζίνο . Μολονότι ο Κάρολος αργότερα απαρνήθηκε τους συμμαθητές του, χαρακτηρίζοντάς τους «άξεστους επαρχιώτες», οι καθηγητές ήταν ως επί το πλείστον φιλελεύθεροι ουμανιστές που έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να εκπολιτίσουν τους χωριάτες. Το 1832, μετά από ένα συλλαλητήριο στο Χάμπαχ για την προάσπιση της ελευθερίας του λόγου, η αστυνομία εισέβαλε στο σχολείο και ανακάλυψε ανατρεπτικά κείμενα -μεταξύ άλλων και κάποιες ομιλίες που εκφωνήθηκαν στη διαμαρτυρία του Χάμπαχ- τα οποία κυκλοφορούσαν μεταξύ των μαθητών. Ένας μαθητής συνελήφθη και ο Βίτενμπαχ τέθηκε υπό αυστηρή παρακολούθηση. Δύο χρόνια αργότερα, μετά το περίφημα δείπνο του Καζίνου, τον Ιανουάριο του 1834, οι καθηγητές των μαθηματικών και των εβραϊκών κατηγορήθηκαν για τα απεχθή εγκλήματα του «αθεϊσμού» και του «υλισμού». Για να μειωθεί η επιρροή του Βίτενμπαχ, οι αρχές διόρισαν ως συνδιευθυντή έναν βλοσυρό αντιδραστικό, ονόματι Λόερς.

«Βρήκα τη θέση του καλού μας του Χερ Βίτενμπαχ εξαιρετικά επώδυνη», είπε ο Ερρίκος στο γιο του λίγο μετά την τελετή διορισμού του Λόερς. «Θα μπορούσα να έχω κλάψει για την προσβολή που έγινε σ' αυτόν τον άνθρωπο του οποίου το μόνο σφάλμα ήταν πως υπήρξε περισσότερο καλόκαρδος απ΄ όσο θα έπρεπε. Έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι μου για να του δείξω την υψηλή εκτίμηση που του τρέφω και, μεταξύ άλλων, του είπα πόσο αφοσιωμένος του είσαι...» Όταν ο Κάρολος απέδειξε την αφοσίωσή του, αρνούμενος να μιλήσει στον συντηρητικό παρείσακτο, κέρδισε τις πατρικές κατσάδες. «Ο Χερ Λόερς το φέρει βαρέως που δεν τον επισκέφθηκες να τον αποχαιρετήσεις», έγραφε ο Ερρίκος μετά την εγγραφή του Καρόλου στο Πανεπιστήμιο, το 1835. «Εσύ κι ο Κλέμενς [κάποιος άλλος μαθητής] ήσασταν οι μόνοι... Χρειάστηκε να καταφύγω σε ένα ξεκάθαρο ψέμα και να του πω πως πήγαμε να τον δούμε στο σπίτι του την ώρα που έλειπε». Αυτή ήταν η αυθεντική φωνή του Ερρίκου Μαρξ, ανθρώπου δυστυχούς και υπάκουου, που έλεγε πάντα «κάποτε πρέπει να το κάνω» εννοώντας «τώρα δεν τολμώ», σαν την αλεπού της παροιμίας.

Ο γιος του, πάλι, προτιμούσε να παριστάνει τον τίγρη. «Οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις», έγραφε ο Κάρολος Μαρξ, προειδοποιώντας την εργατική τάξη πως δεν θα έπρεπε να περιμένει φιλανθρωπίες από τον καπιταλισμό, «δεν είναι ποτέ το αποτέλεσμα της αδυναμίας των ισχυρών· είναι το αποτέλεσμα της ισχύος των αδύναμων». Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε πως ο ίδιος ήταν η ενσάρκωση αυτής της αρχής. Μολονότι σπάνια τον εγκατέλειπε το πνευματικό του σθένος, το σώμα το οποίο στήριζε όλη αυτή την τεράστια δημιουργική γονιμότητα ήταν ένα αδύναμο από όλες τις απόψεις σκαρί. Αψηφώντας τους φυσικούς του περιορισμούς, αναζητώντας τη δύναμη που έκρυβε η ίδια του η αδυναμία, έμοιαζε σχεδόν σαν να είχε αποφασίσει να δοκιμάσει στον ίδιο του τον εαυτό όσα κήρυσσε για το προλεταριάτο.

Ακόμη και μέσα στο σφρίγος της νεότητας -πριν η φτώχεια, η αϋπνία, η κακή διατροφή, το πολύ ποτό και το συνεχές κάπνισμα πληρωθούν τα γραμμάτιά τους- ήταν άνθρωπος ασθενικός. «Εννέα σεμινάρια μου φαίνονται μάλλον πολλά και δεν θα ήθελα να κάνεις περισσότερα από όσα αντέχει το σώμα και το μυαλό σου», συμβούλευε ο Ερρίκος Μαρξ, λίγο καιρό μετά την είσοδο του δεκαεφτάχρονου γιου του στο Πανεπιστήμιο της Βόννης, το 1835. «Παρέχοντας αληθινά ρωμαλέα και υγιή τροφή στο μυαλό σου, μην ξεχνάς πως σ' αυτόν τον άθλιο κόσμο το πνεύμα συνοδεύεται πάντα από το σώμα, το οποίο καθορίζει και την ευκαιρία και την ευζωία ολόκληρης της μηχανής. Ο φιλάσθενος σοφός είναι το πιο άτυχο πλάσμα στη γη. Μη μελετάς λοιπόν περισσότερο από όσο αντέχει η υγεία σου». Ο Κάρολος δεν του έδωσε σημασία, ούτε τότε ούτε ποτέ άλλοτε: στα κατοπινά χρόνια θα δούλευε σκληρά όλο το βράδυ, παίρνοντας δυνάμεις από φτηνή μπύρα και κακής ποιότητας πούρα.

Ο νεαρός, με τη συνηθισμένη του απερίσκεπτη ειλικρίνεια, απάντησε πως, πράγματι, η υγεία του δεν ήταν και πολύ καλή -και ο πατέρας του στο ρόλο του Πολώνιου, άρχισε πάλι τα διαπρύσια κηρύγματα. «Όταν η νεότητα αμαρτάνει επιδιδόμενη σε απολαύσεις άμετρες ή ακόμη ακόμη και απολαύσεις αφ' εαυτών επιβλαβείς συναντά γρήγορα τις τρομερότερες τιμωρίες. Έχουμε στα μέρη μας το θλιβερό παράδειγμα του Χερ Γκίνστερ. Είναι αλήθεια, βέβαια, πως στην περίπτωσή του δεν υπήρχε καμία ιδιαίτερη διαστροφή, αλλά το κάπνισμα και το ποτό, μαζί με τα ήδη αδυνατισμένα του πνευμόνια, έφεραν την καταστροφή και με δυσκολία θα προφτάσει ζωντανός το καλοκαίρι». Η μητέρα του, κλώσα όπως πάντα, προσέθεσε το δικό της κατάλογο εντολών: «Πρέπει να αποφεύγεις ό,τι θα μπορούσε να επιδεινώσει την υγεία σου, δεν πρέπει να υπερθερμαίνεσαι, να μην πίνεις πολύ κρασί και καφέ, να μην τρως πικάντικα, να αποφεύγεις το πιπέρι και τα μπαχαρικά. Να μην καπνίζεις καθόλου καπνό, να μην αργείς να κοιμηθείς το βράδυ και να ξυπνάς νωρίς. Να προσέχεις επίσης να μην κρυώσεις και, αγαπημένε μου Κάρολε, να μη χορεύεις μέχρι να γίνεις ολότελα καλά». Η Φράου Μαρξ, μπορούμε να το πούμε χωρίς κίνδυνο να πέσουμε έξω, δεν ήταν ελαφρόμυαλη γυναίκα.

Λίγο μετά τα δέκατα όγδοά του γενέθλια, ο Μαρξ απαλλάχθηκε από τη στρατιωτική θητεία, εξαιτίας των αδύναμών του πνευμόνων, αν και είναι πολύ πιθανόν να υπερέβαλε λιγάκι την κατάστασή του. ( Η υποψία της εξαπάτησης ενισχύεται από ένα γράμμα του πατέρα του, ο οποίος του δίνει συμβουλές πώς να κοροϊδέψει την επιτροπή απαλλαγών: «Αγαπητέ μου Κάρολε, αν μπορείς, φρόντισε να πάρεις τα κατάλληλα πιστοποιητικά από καλούς και γνωστούς γιατρούς εκεί πέρα και κάν'το με ελαφρά τη συνείδησή σου... Αλλά, για να είσαι συνεπής με τη συνείδησή σου, να μην καπνίζεις πολύ». ) Η υποτιθέμενη ανικανότητά του δεν έβλαψε πάντως στο ελάχιστο τις επιδόσεις του στα φοιτητικά γλεντοκόπια. Ένα επίσημο «Πιστοποιητικό Απαλλαγής» το οποίο εκδόθηκε μετά τη χρονιά που πέρασε στο Πιστοποιητικό της Βόννης, ενώ από τη μία εξυμνούσε τα ακαδημαϊκά του επιτεύγματα («εξαιρετική επιμέλεια και προσοχή»), από την άλλη σημείωνε πως «του επεβλήθη τιμωρία κράτησης μίας ημέρας για διατάραξη ειρήνης εξαιτίας ταραχοποιού συμπεριφοράς και νυχτερινής μέθης... Αργότερα, του απαγγέλθηκαν κατηγορίες για κατοχή απαγορευμένων στην Κολωνία όπλων. Η έρευνα εκκρεμεί ακόμη. Δεν είναι ύποπτος για συμμετοχή σε απαγορευμένες εταιρείες φοιτητών».

Οι πανεπιστημιακές αρχές δεν γνώριζαν ούτε τη μισή αλήθεια. Είναι αλήθεια πως η Λέσχη των Ποιητών -στην οποία συμμετείχε από το πρώτο του τρίμηνο- δεν ήταν «απαγορευμένη Εταιρεία», ούτε όμως ήταν τόσο αθώα όσο άφηνε να φανεί το όνομά της: η ανταλλαγή απόψεων γύρω από την ποίηση και τη ρητορική ήταν το προκάλυμμα για άλλες πιο επαναστατικές συζητήσεις. «Ο μικρός σας κύκλος με συγκινεί, όπως καλά μπορείς να φανταστείς, πολύ περισσότερο από τις συγκεντρώσεις στις μπυραρίες», έγραφε ο Ερρίκος Μαρξ, αναλογιζόμενος ευτυχής το γιο του να εκμεταλλεύεται τις ώρες της σχόλης του με εμβριθείς λογοτεχνικές διαμάχες.

Βέβαια, η αλήθεια ήταν πως ούτε οι μπυραρίες ήταν άγνωστες στον Μαρξ. Ήταν αντιπρόεδρος της Λέσχης Ταβερνόβιων της Τρηρ, μιας εταιρείας αποτελούμενης από τριάντα περίπου συμπατριώτες του φοιτητές, των οποίων η μόνη φιλοδοξία ήταν να μεθούν όσο συχνότερα και θορυβωδέστερα μπορούσαν: μετά από ένα τέτοιο γλέντι βρέθηκε ο νεαρός Κάρολος υπό περιορισμό για είκοσι τέσσερις ώρες, αν και η φυλάκιση δεν εμπόδισε τα φιλαράκια του να του φέρουν στο κρατητήριο ακόμη περισσότερο αλκοόλ και τράπουλες για να ελαφρύνουν την ποινή του. Κατά τη διάρκεια του 1836 ξέσπασαν πολλοί καβγάδες στις παμπ μεταξύ της συμμορίας της Τρηρ και μιας παραστρατιωτικής οργάνωσης νεαρών θερμόαιμων, της Μπορούσια Κορπς, οι οποίοι ανάγκαζαν τους νεαρούς μας αλητάκους να γονατίζουν και να ορκίζονται υποταγή στην πρωσική αριστοκρατία. Ο Μαρξ αγόρασε ένα πιστόλι για να μπορεί να προστατεύει τον εαυτό του από ανάλογες ταπεινώσεις και όταν τον Απρίλη επισκέφθηκε την Κολωνία, η αστυνομία ανακάλυψε το «απαγορευμένο όπλο». Μόνο η παρακλητική επιστολή του Ερρίκου Μαρξ σε κάποιο δικαστή της Κολωνίας έπεισε τις αρχές και δεν του απήγγειλαν κατηγορίες. Δύο μήνες αργότερα, μετά από έναν ακόμη καβγά με την Μπορούσια Κορπς, ο Μαρξ αποδέχτηκε πρόσκληση σε μονομαχία. Η έκβαση της αναμέτρησης μεταξύ ενός μύωπα σπασίκλα και ενός εκπαιδευμένου στρατιώτη ήταν απόλυτα προβλέψιμη, και ήταν τυχερός που τη γλίτωσε με μόνη ζημιά ένα ελαφρύ τραύμα πάνω από το αριστερό του μάτι. «Τόσο στενά είναι λοιπόν συνυφασμένες μονομαχία και φιλοσοφία;» ρώτησε απελπισμένος ο πατέρας του. «Μην αφήσεις την κλίση αυτή, κι αν όχι κλίση, τρέλα της στιγμής, να ριζώσει μέσα σου. Μπορεί στο τέλος να στερήσεις τον εαυτό σου και τους γονείς σου από τις ευγενέστερες ελπίδες που προσφέρει η ζωή».

Ύστερα από ένα χρόνο «τρελού αφηνιάσματος στη Βόννη», ο Ερρίκος Μαρξ έδωσε με πολύ μεγάλη του χαρά την άδεια στο γιο του να μεταγραφεί στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου, όπου οι εξωακαδημαϊκοί πειρασμοί θα ήταν λιγότεροι. «Δεν τίθεται ζήτημα εδώ για ποτό, μονομαχίες και ευχάριστες συντροφικές εξόδους», είχε παρατηρήσει ο φιλόσοφος Λούντβιχ Φόιερμπαχ, όταν σπούδαζε στην ίδια πόλη δέκα χρόνια νωρίτερα. «Σε κανένα άλλο πανεπιστήμιο δεν μπορείς να βρεις τέτοιο πάθος για δουλειά... Συγκρινόμενα με ετούτο τον ναό της εργασίας, τα υπόλοιπα πανεπιστήμια μοιάζουν ταβερνεία». Δεν είναι παράξενο που ο Ερρίκος ήταν τόσο πρόθυμος να υπογράψει το απαραίτητο έγγραφο που έδινε τη συγκατάθεσή του για τη μετακίνηση. «Όχι μόνο παραχωρώ στο γιο μου Κάρολο Μαρξ την άδεια, αλλά είναι και δική μου επιθυμία να εισαχθεί από το επόμενο τρίμηνο στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου, προκειμένου να συνεχίσει εκεί τις νομικές σπουδές του...»

Όλες οι ελπίδες να συγκεντρωθεί ο πεισματάρης νεαρός στις σπουδές του χωρίς περισπασμούς  διαλύθηκαν τάχιστα: ο Κάρολος Μαρξ είχε ερωτευτεί.

[...]

Εκτός από την Τζένη φον Βεστφάλεν, το σημαντικότερο πάθος της νεότητας του Μαρξ ήταν ένας νεκρός φιλόσοφος, ο Γ.Β.Φ. Χέγκελ. Ακολούθησε κι αυτό την πορεία τόσων ερωτικών σχέσεων: η συνεσταλμένη επιφυλακτικότητα έδωσε τη θέση της μεθυστικό αναρίγημα του πρώτου φιλιού, κι αυτό με τη σειρά του, καθώς ο τρελός έρωτας έφθινε, στην απόρριψη του αγαπημένου. Παρέμεινε όμως ευγνώμων γι΄ αυτήν τη μύηση στα μυστικά της ενήλικης ζωής. Καιρό μετά την απάρνηση του εγελιανισμού και τη διακήρυξη της πνευματικής του αυτονομίας, ο Μαρξ μιλούσε ακόμη νε αγάπη για τον άνθρωπο που τον είχε βγάλει από την αθωότητα. Είχε κερδίσει το προνόμιο να μαλώνει τον Χέγκελ με τη σθεναρή ειλικρίνεια του στενού φίλου· τέτοια δικαιώματα δεν παραχωρούνται σε αγνώστους.

[...]Λίγο μετά την άφιξή του στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, ο Μαρξ, δεκαοκτώ χρονών ακόμα, ειρωνεύτηκε την αδιαφάνεια και την ασάφεια του Χέγκελ σε μια σειρά από επιγράμματα με τίτλο «Πάνω στον Χέγκελ»:

Όλες οι λέξεις που διδάσκω ανάκατες σε μια ακατονόμαστη θολούρα
Για να νομίζει ο καθένας ό,τι διαλέξει ο ίδιος να νομίσει·
Δεν θα τον εμποδίσουν, άλλωστε, ποτέ αυστηροί περιορισμοί.
Σαν μπουρμπουλήθρες στην πλημμύρα, σαν βράχια που κατρακυλούν πλαγιές,
Τέτοιες οι λέξεις και οι σκέψεις της Πολυαγαπημένης του που μηχανεύεται ο ποιητής·
Ο ίδιος μόνον καταλαβαίνει τι σκέφτεται, κι επινοεί ελεύθερα τα αισθήματά του·
Έτσι μπορεί ο καθένας να ρουφήξει για τον εαυτό του το θρεπτικό νέκταρ της σοφίας·
Τώρα τα ξέρετε όλα, γιατί σας είπα ένα σωρό από τίποτα!


Ο Μαρξ συμπεριέλαβε το ποίημα σε ένα τετράδιο στίχων «αφιερωμένο στον αγαπημένο μου πατέρα με την ευκαιρία των γενεθλίων του, ως ελάχιστη ένδειξη παντοτινής αγάπης». Ο γέρος θα πρέπει να καταχάρηκε μαθαίνοντας πως ο γιος του δεν είχε υποκύψει στην επιδημία της εγελιανής λατρείας που είχε μολύνει σχεδόν όλα τα ιδρύματα της χώρας. Σε κάποια επιστολή προς το Βερολίνο, ο Ερρίκος προειδοποιούσε τον Κάρολο για τη μολυσματική επιρροή των εγελιανών -«τους νέους ανηθικολόγους», που περιπλέκουν τόσο τα λόγια τους, ώστε να μην τ' ακούν στο τέλος ούτε οι ίδιοι· που βαπτίζουν την πλημμύρα των λέξεων προϊόν μεγαλοφυΐας μόνο και μόνο γιατί είναι κενή από ιδέες».

[...]

Τον πρώτο του χρόνο στο Βερολίνο, ο Μαρξ πάλεψε να αγνοήσει τους πειρασμούς της φιλοσοφίας: υποτίθεται, στο κάτω κάτω, πως είχε έρθει να σπουδάσει νομικά. Δεν είχε ήδη, εξάλλου, απορρίψει το διαβολικό Χέγκελ και τα έργα αυτού; Διασκέδαζε γράφοντας λυρικούς στίχους, αλλά δεν έβγαινε τίποτε περισσότερο από «συγκεχυμένες και ατελείς εκφράσεις συναισθημάτων, τίποτα φυσικό, τα πάντα ήταν φτιαγμένα από φεγγαρόφωτο, η απόλυτη αντίθεση μεταξύ αυτού που είναι και αυτού που θα έπρεπε να είναι, ρητορικές αντανακλάσεις αντί για ποιητικές σκέψεις...»[....]Στη συνέχεια βάλθηκε να συνθέσει μια φιλοσοφία του δικαίου -«ένα έργο τριακοσίων περίπου σελίδων»- μόνο και μόνο για να ανακαλύψει ξανά το ίδιο χάσμα μεταξύ αυτού που είναι και αυτού που θα έπρεπε να είναι. [...]

Οι κόποι του δεν πήγαν ολότελα χαμένοι. «Κατά τη διάρκεια αυτής της εργασίας», αποκάλυψε, «απέκτησα τη συνήθεια να σημειώνω αποσπάσματα από όλα τα βιβλία που διάβαζα» - συνήθεια που δεν έχασε ποτέ. Ο κατάλογος των αναγνωσμάτων του της περιόδου δείχνει και το εύρος των πνευματικών του αναζητήσεων: ποιος άλλος, ενώ συνέθετε μια φιλοσοφία του δικαίου, θα σκεφτόταν πως άξιζε τον κόπο να μελετήσει με εμβρίθεια την Ιστορία της Τέχνης του Γιόχαν Γιόακιμ Βίνκελμαν; Μετέφρασε τα Γερμανικά του Τάκιτου και τα Τρίστια του Οβίδιου και «άρχισα να μαθαίνω μόνος μου αγγλικά και ιταλικά, διαβάζοντας τις γραμματικές». Το επόμενο εξάμηνο, ενώ καταβρόχθιζε δεκάδες τόμους αστικής δικονομίας και κανονικού δικαίου, μετέφρασε τη Ρητορική του Αριστοτέλη, διάβασε Φραγκίσκο Βάκωνα, και «ξόδεψα κάμποσο χρόνο στον Ραϊμάρους, στο βιβλίο του οποίου για τα καλλιτεχνικά ένστικτα των ζώων αφοσιώθηκα με αγαλλίαση».

Καλή άσκηση όλα αυτά για το μυαλό, δεν χωράει αμφιβολία· αλλά ακόμη και τα καλλιτεχνίζοντα ζώα δεν κατόρθωσαν να σώσουν το magnum opus του. Ο νεαρός Κάρολος εγκατέλειψε απελπισμένος τις 300 σελίδες του χειρογράφου του και στράφηκε εκ νέου «στους χορούς των Μουσών και τη μουσική των Σατύρων». Έγραψε βιαστικά και με το βλέμμα στραμμένο στον Τρίσταμ Σάντυ του Λόρενς Στερν ένα σύντομο «χιουμοριστικό μυθιστόρημα», το Σκορπιός και Φήλιξ. Ήταν ένας χείμαρρος από εκκεντρικότητες και καλαμπούρια που δεν έβγαζαν νόημα· έχει, όμως, ένα απόσπασμα που αξίζει να το αναφέρουμε:

«Κάθε γίγαντας...κουβαλά μαζί του και ένα νάνο, κάθε ιδιοφυΐα ένα στενοκέφαλο ηλίθιο και κάθε θαλασσοταραχή τη λάσπη, και μόλις σβήσουν οι μεν εμφανίζονται οι δε, κάθονται στο τραπέζι και απλώνουν υπερφίαλα τα μακριά τους πόδια.
Οι πρώτοι είναι πολύ μεγάλοι για ετούτο τον κόσμο και ο κόσμος τους αποβάλλει. Οι άλλοι, όμως, ριζώνουν και παραμένουν, δείτε τα γεγονότα και θα το καταλάβετε, γιατί η σαμπάνια αφήνει μια παρατεταμένη και απωθητική επίγευση, ο Καίσαρας ο ήρωας αφήνει πίσω του τον ηθοποιίσκο Οκταβιανό, ο Αυτοκράτορας Ναπολέοντας τον αστό βασιλιά Λουδοβίκο Φίλιππο...»


[...]

Εκτός από τη συγκεκριμένη πολυσήμαντη παράγραφο, λίγα αξίζει να κρατήσουμε από το Σκορπιός και Φήλιξ· κι ακόμη λιγότερα από το Ουλανέμ, ένα βαρυφορτωμένο έμμετρο δράμα που στενάζει κάτω από το βάρος της επιρροής του Γκαίτε. Τελικά ο Μαρξ αποδέχτηκε το θάνατο των λογοτεχνικών του φιλοδοξιών. «Αίφνης, λες και από κάποιο μαγικό άγγιγμα -ω ναι,  και το άγγιγμα ήταν στην αρχή φύσημα του ανέμου που διέλυσε τα πάντα- αντίκρισα το απόμακρο βασίλειο της αληθινής ποίησης κι ήταν σαν ένα απόμακρο νεραϊδόκαστρο κι όλα μου τα δημιουργήματα γκρεμίστηκαν». Η ανακάλυψη του κόστισε πολλές άγρυπνες  νύχτες και πολύ άγχος. «Μια αυλαία είχε πέσει, τα ιερά και τα όσια κατακρημνίστηκαν, έπρεπε να στηθούν καινούργιοι θεοί». Κατέρρευσε σωματικά και ο γιατρός τού συνέστησε να αποσυρθεί στην ύπαιθρο για να αναπαυτεί. Βρήκε σπίτι στο χωριουδάκι Στραλάου στις όχθες του ποταμού Σπρέε, έξω από το Βερολίνο.

Εκείνη την εποχή φαίνεται πως τα λογικά του είχαν ελαφρώς σαλέψει. Κι ενώ πάλευε ακόμη να αγνοήσει τη φωνή της Σειρήνας, του Χέγκελ («η γκροτέσκα, κακοτράχαλη μελωδία της δεν με γοήτευε»), έγραψε έναν εικοσιτετρασέλιδο διάλογο πάνω στη θρησκεία, τη φύση και την ιστορία και ανακάλυψε πως «η τελευταία μου πρόταση ήταν η αρχή του εγελιανού συστήματος». Είχε παραδοθεί στα χέρια του εχθρού. «Για μερικές ημέρες ο εκνευρισμός μου ήταν τόσος που δεν μπορούσα να σκεφτώ· γύριζα σαν τον τρελό πάνω κάτω στον κήπο, πλάι στα βρόμικα νερά του Σπρέε, που «πλένει τις ψυχές και αραιώνει το τσάι. Έφτασα μέχρι το σημείο να πάω εκδρομή για κυνήγι με το σπιτονοικοκύρη μου, να φύγω κατόπιν για το Βερολίνο και να θέλω να φιλήσω κάθε χασομέρη που συναντούσα στο δρόμο». [...]

Ενώ ανάρρωνε -αποκαθιστώντας την υγεία του με μακρινούς περιπάτους, τακτικά γεύματα και ύπνο από νωρίς- διάβασε τον Χέγκελ από την αρχή μέχρι το τέλος. Ένας φίλος από το πανεπιστήμιο τον συνέστησε στο Ντόκτορς Κλαμπ, μια ομάδα νεοεγελιανών που συναντιόντουσαν τακτικά στο «Χίπελ Καφέ» στο Βερολίνο για θορυβώδεις, μεθυσμένες συζητήσεις. [...]

Τη νύχτα της 10ης Νοεμβρίου του 1837, ο Μαρξ έγραψε μια μακροσκελέστατη επιστολή στον πατέρα του, περιγράφοντας τον προσηλυτισμό και τις διανοητικές αναζητήσεις που τον οδήγησαν στον Χέγκελ. «Υπάρχουν στιγμές στη ζωή του ανθρώπου», άρχιζε, «που θυμίζουν ορόσημα, ορίζουν την ολοκλήρωση μιας περιόδου, αλλά την ίδια κιόλας στιγμή δείχνουν ξεκάθαρα τη νέα κατεύθυνση. Τέτοιες μεταβατικές στιγμές νιώθουμε αναγκασμένοι να κοιτάξουμε το παρελθόν και το παρόν με τα αετίσια μάτια της σκέψης προκειμένου να αποκτήσουμε αντίληψη της πραγματικής μας θέσης. Πράγματι, η ίδια η παγκόσμια ιστορία αρέσκεται να κοιτάζει προς τα πίσω και να κάνει τον απολογισμό της...»

Δεν ήταν ψεύτικη μετριοφροσύνη: στα δεκαεννιά του χρόνια, δοκίμαζε ήδη τα ρούχα του Ανθρώπου που τον είχε τάξει το Πεπρωμένο και διαπίστωνε πως του ταίριαζαν μια χαρά.

από το: Κάρολος Μαρξ, Η ζωή του, του Φράνσις Γουίν, εκδόσεις Ωκεανίδα, μτφ. Θεόφιλος Ξ. Τραμπούλης

Κυριακή 29 Αυγούστου 2010

Η ύφεση, ο Κέυνς, ο Μαρξ



του Ηλία Ιωακείμογλου από την ΕΠΟΧΗ, 29.08.10

Η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε ύφεση και εισέρχεται τώρα σε μια μακρά περίοδο υποβάθμισης του βιοτικού επιπέδου των εργαζόμενων τάξεων. Εάν δεν ανατραπούν τα σημερινά δεδομένα, που έχουν δημιουργήσει το ΔΝΤ, η κυβέρνηση, η ΕΚΤ και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όπως αυτά συνοψίζονται στο μνημόνιο για την ενεργοποίηση του «μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη μέλη της ΕΕ και το ΔΝΤ», η ύφεση που βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη στην Ελλάδα, θα μετατραπεί σε πολύπλευρη καταστροφή που θα βυθίσει την χώρα σε παρατεταμένη περίοδο μαρασμού.
 

Η ακολουθούμενη πολιτική, που πολλοί αποκαλούν «εσωτερική υποτίμηση» ή «ανταγωνιστικό αποπληθωρισμό» είναι μια σωρευτική διαδικασία διαδοχικών κύκλων μείωσης των μισθών και των τιμών. Μέσω αυτών των μειώσεων, σύμφωνα με την κυρίαρχη οικονομική θεωρία, που καθοδηγεί τώρα τις αποφάσεις που λαμβάνονται για την τύχη της ελληνικής οικονομίας, θα ενισχυθεί, υποτίθεται, η ανταγωνιστικότητα της χώρας και θα αυξηθούν οι καθαρές εξαγωγές. Έτσι, θα βελτιωθεί το εξωτερικό έλλειμμα στο εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών και η συνολική ζήτηση θα αρχίσει να ανακάμπτει. Στο τέλος της διαδικασίας, η οικονομία θα ισορροπήσει, υποτίθεται, σε ένα ποσοστό ανεργίας υψηλότερο και ένα επίπεδο παραγωγής χαμηλότερο από το σημερινό, πλην όμως, θα έχει επιτευχθεί σημαντική βελτίωση στο εμπορικό έλλειμμα αγαθών και υπηρεσιών εξαιτίας των χαμηλότερων τιμών των εγχωρίως παραγομένων προϊόντων.
 

Αυτή η διαδικασία είναι μακρά και για να επιταχυνθεί θα πρέπει, σύμφωνα πάντοτε με την κυρίαρχη οικονομική θεωρία, οι θεσμοί της αγοράς εργασίας που προστατεύουν (υπερβολικά, υποτίθεται) τους εργαζόμενους να μεταρρυθμιστούν στη γνωστή κατεύθυνση απελευθέρωσης των απολύσεων, αποδυνάμωσης των συλλογικών συμβάσεων κλπ. Σε αυτήν την ανάλυση των εξελίξεων μπορούμε λίγο-πολύ να συμφωνήσουμε όλοι στην (εκτός ΚΚΕ) Αριστερά. Από το σημείο αυτό και μετά, όμως, υπάρχουν δύο τρόποι για να καταλάβουμε τα πράγματα.

Κέυνς ή Μαρξ

Ο πρώτος τρόπος, ο τρόπος του Κέυνς, είναι να δούμε την ύφεση ως το αποτέλεσμα κακών χειρισμών εκ μέρους της κυβέρνησης, του ΔΝΤ, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της ΕΚΤ, ή ακόμη ως το αποτέλεσμα μιας λανθασμένης θεωρίας, την οποία έχουν υιοθετήσει όσοι χαράσσουν την οικονομική πολιτική. Τυφλωμένοι από το άμεσο, στενό συμφέρον τους, οι άρχουσες τάξεις της Ευρώπης και οι οικονομολόγοι, αυτό το θεολογικό τάγμα συμβούλων της εξουσίας, διαχειρίζονται την κρίση με τρόπο καταστροφικό για τους εργαζόμενους, αλλά σε τελευταία ανάλυση και για το ίδιο το σύστημα, ισχυρίζεται η ορθόδοξη κεϋνσιανή θεωρία. Διότι η βαθιά ύφεση που προκαλούν οι επιλογές της άρχουσας τάξης σε τελευταία ανάλυση καθίστανται επιζήμιες για τις ίδιες τις επιχειρήσεις, για την συσσώρευση κεφαλαίου, για το ίδιο το σύστημα.
Αυτός ο τρόπος να βλέπουμε τα πράγματα μάς οδηγεί απευθείας σε μια στάση αντιπολίτευσης έναντι του νεοφιλελεύθερου καθεστώτος. Ο κεϋνσιανός οικονομολόγος ή πολιτικός είναι ο αιρετικός σύμβουλος της εξουσίας, αυτός που εγκαλεί την οικονομική ορθοδοξία και την εξουσία στον δρόμο της λογικής και του γενικού συμφέροντος, που είναι ο δρόμος της οικονομικής μεγέθυνσης και της πλήρους απασχόλησης.
 

Ο δεύτερος τρόπος, ο τρόπος του Μαρξ, για να κατανοήσουμε τον χαρακτήρα και την ιστορική σημασία της ύφεσης είναι να δούμε την ύφεση ως το εργαλείο με το οποίο η τάξη των κεφαλαιοκρατών επιβάλλει τις απαιτήσεις της. Η ύφεση προβλέπεται, από την κυρίαρχη θεωρία, ως φυσιολογικό στάδιο της διαδικασίας προσαρμογής της οικονομίας σε εξωτερικές διαταραχές που αυτή έχει δεχτεί (σε καθεστώς νομισματικής ένωσης, άρα αδυναμίας υποτίμησης του νομίσματος). Η ύφεση οργανώνεται από την εξουσία ως μέσο για την πειθάρχηση των εργαζόμενων τάξεων, για να δεχθούν λιγότερες προστατευτικές ρυθμίσεις και χαμηλότερους μισθούς υπό την πίεση της ανεργίας και του διογκούμενου εφεδρικού εργατικού δυναμικού.
 

Ο Μαρξ είχε δείξει ότι η κεφαλαιοκρατική οικονομία τείνει αυθόρμητα στην ύφεση κάθε φορά που δεν ικανοποιούνται οι απαιτήσεις των κεφαλαιοκρατών, έτσι ώστε η ανεργία να πειθαρχήσει τις εργαζόμενες τάξεις και να αποκαταστήσει μια πιο ευνοϊκή διανομή του εισοδήματος υπέρ του κεφαλαίου. Αυτό που είναι καινούργιο, σε σχέση με αυτήν την διαπίστωση του Μαρξ, είναι ότι η κυρίαρχη οικονομική θεωρία έχει πλέον ενσωματώσει, ως συνειδητό καθήκον της εξουσίας, την οργάνωση της ύφεσης, τον περιορισμό της ισχύος των εργατικών συνδικάτων και την αποδιάρθρωση του θεσμικού πλαισίου που προστατεύει τους εργαζόμενους.
 

Μπορούμε να θεωρήσουμε ως ορόσημο αυτής της νέας περιόδου, την θεωρητική επανάσταση που έφερε στην ανάλυση της αγοράς εργασίας το βιβλίο που δημοσίευσε ο Nickell το 1991 μαζί με τους Layard και Jackman. Οι οικονομολόγοι της άρχουσας τάξης επιδιώκουν συνειδητά την οργάνωση της ύφεσης ως ταξικό όπλο, και μάλιστα με τον φανατισμό της βεβαιότητας που τους προσφέρει η σύγχρονη κυρίαρχη θεωρία για τον τρόπο λειτουργίας της αγοράς εργασίας.

Αντίσταση ή αντιπολίτευση

Αυτή η διάκριση μεταξύ δύο τρόπων να αντιλαμβανόμαστε την ύφεση (όπως ο Κέυνς ή ο Μαρξ) δεν αποτελεί σχολαστική ανάλυση, διότι έχει το πολιτικό της αντίστοιχο:
 

Εάν αντιλαμβάνομαι την ύφεση ως το αποτέλεσμα μιας λανθασμένης θεωρίας ή κακών χειρισμών εκ μέρους των φορέων της οικονομικής πολιτικής ή της απληστίας των κεφαλαιοκρατών ή της τύφλωσης των οικονομολόγων που έχουν χάσει την επαφή με την πραγματικότητα κλπ, τότε αυτό που έχω να κάνω, είναι να εξηγώ υπομονετικά και ασταμάτητα στην εξουσία ότι κάνει λάθος, ότι η πολιτική της είναι καταστροφική, ότι οι σύμβουλοί της θέτουν μη πραγματοποιήσιμους στόχους, και ότι θα έπρεπε να ακολουθήσει μιαν άλλη πολιτική, την οποία μάλιστα αναλαμβάνω την υποχρέωση να περιγράψω λεπτομερώς μην τυχόν και κριθώ ως πολιτική δύναμη που ασκεί μόνο κριτική και δεν έχει τι να προτείνει. Δρω, δηλαδή, ως μια πολιτική δύναμη που ασκεί αντιπολίτευση, ενδεχομένως επιστρατεύοντας και κάποια κινηματικά στοιχεία όπως οι ειρηνικές διαδηλώσεις και οι απεργίες.
 

Εάν, αντιθέτως, αντιλαμβάνομαι ότι η ύφεση προβλέπεται από την κυρίαρχη θεωρία και οργανώνεται από τις κυρίαρχες τάξεις ως εργαλείο για την πειθάρχηση των εργαζόμενων τάξεων και για την επιβολή κοινωνικών μετασχηματισμών και θεσμικών ανατροπών, έτσι ώστε το κεφάλαιο να ξαναφτιάξει τον κόσμο στα μέτρα του, τότε αυτό που έχω να κάνω είναι να αναπτύξω πρακτικές αντίστασης, όχι αντιπολίτευσης.
 

Το συμπέρασμα είναι μελαγχολικό: Ο ΣΥΡΙΖΑ κατανοεί την ύφεση με την ματιά του Κέυνς και για αυτό είναι μια αντιπολιτευτική πολιτική δύναμη (ή μήπως συμβαίνει το αντίστροφο; αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία). Όπως εύστοχα λέει ένα blog, o διαρρήκτης έχει μπει στο σπίτι μας και εμείς του κάνουμε εναλλακτικές προτάσεις.
 

Η ιστορία της ύφεσης θα είναι όμως μακρά και οι ευκαιρίες να συνδεθεί η πολιτική δράση του ΣΥΡΙΖΑ με την μαρξιστική θεωρητική παράδοση δεν θα είναι λίγες. Το επίδικο αντικείμενο θα είναι η μετατροπή του από αντιπολιτευτική δύναμη σε δύναμη αντίστασης.

Δευτέρα 2 Αυγούστου 2010

Η κρίση είναι απόρροια της λειτουργίας του καπιταλιστικού συστήματος

Το συνέδριο του περιοδικού «Ιστορικός Υλισμός» στο Τορόντο
Από τις 13 έως τις 16 Μαΐου 2010, έγινε στο Πανεπιστήμιο του Γιορκ στο Τορόντο το συνέδριο του περιοδικού «Ιστορικός Υλισμός». Ο Βασίλης Γρόλλιος συμμετείχε στο συνέδριο και μας έστειλε το παρακάτω κείμενο σχετικά με το τι συζητήθηκε εκεί και τις ανησυχίες των επιστημόνων για την επικαιρότητα των ιδεών του μαρξισμού και την αναλυτική τους σημασία σε μια ιδιαίτερη περίοδο. Αν και με μικρή καθυστέρηση, δημοσιεύουμε το κείμενο. Περισσότερες πληροφορίες για το συνέδριο στην ιστοσελίδα http://www.yorku.ca/hmyork.

του Βασίλη Γρόλλιου *
από την ΕΠΟΧΗ, 1.08.10

Σε αυτό το συνέδριο συμμετείχαν κάποιοι από τους πιο γνωστούς ερευνητές της σοσιαλιστικής σκέψης διεθνώς. Πλήθος διαλέξεων έλαβαν χώρα για πληθώρα θεμάτων που αφορούν όλες τις κοινωνικές επιστήμες και τη φιλοσοφία. Στον εναρκτήριο χαιρετισμό του ο εκ των διοργανωτών του συνεδρίου, καθηγητής πολιτικής οικονομίας στο πανεπιστήμιο του Γιορκ, Ντέιβιντ Μακνάλι τόνισε τις βασικές θέσεις που εκθέτει στο καινούργιο του βιβλίο (McNally David, «Global Slump: The Economics and Politics of Crisis and Resistance», PM press, 2010). Η κρίση αλλάζει μορφή και αυτό επιτρέπει στους οικονομολόγους της επικρατούσας τάσης (mainstream economists) να υποστηρίζουν ότι έχει τελειώσει. Η κρίση ξεκίνησε από το χρέος των στεγαστικών δανείων, μετατράπηκε σε τραπεζική κρίση και τώρα σε δημοσιονομική. Για τον Μακνάλι παρατηρούμε την πιο σφοδρή επίθεση στις δημόσιες υπηρεσίες που θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε. Τα επόμενα δέκα χρόνια θα είναι πάρα πολύ δύσκολο να αποφύγουμε τη λιτότητα. Οι κρατικές περικοπές θα μεγεθυνθούν ακόμα περισσότερο στο μέλλον. Χαρακτηριστικό είναι ότι η Ιαπωνία δεν έχει βγει ακόμα από την κρίση της δεκαετίας του 1990. Κάθε μορφή νεοφιλελεύθερης πολιτικής μεγεθύνεται. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο καθίσταται αναγκαία η εντατικοποίηση της ταξικής πάλης παγκόσμια. Όσον αφορά την Ελλάδα, είπε ότι όλοι χαιρόμαστε για τις διαδηλώσεις και τις απεργίες που οι Έλληνες κάνουνε, μία αντίδραση που θα πρέπει να αυξηθεί κι άλλο.

O κοινωνιολόγος Κέβιν Άντερσον μίλησε για το καινούργιο του βιβλίο το οποίο αναλύει τις απόψεις του Μαρξ για την εξέλιξη του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής με έμφαση στις μη δυτικές κοινωνίες (Kevin Anderson, «Marx at the Margins. On Nationalism, Ethnicity, and Non-Western Societies», The University of Chicago Press, 2010). Ο συγγραφέας έχει πρόσβαση στις ανέκδοτες ακόμα σημειώσεις του ώριμου Μαρξ για το θέμα, μια που ανήκει στην εκδοτική ομάδα που ετοιμάζει την έκδοση αυτών των κειμένων.

Η μαρξιστική σκέψη εισάγει συνεχώς νέες έννοιες

Στη διάλεξή του υπογράμμισε πως παρόλο που οι περισσότεροι σχολιαστές του Μαρξ, βλέπουν στα κείμενά του ένα μόνο μονοπάτι εξέλιξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής αυτό δεν αληθεύει. Οι κριτικές συνήθως λένε ότι ο Μαρξ δεν ενσωματώνει στη σκέψη του την ποικιλομορφία των εθνοτήτων και των διαφόρων φυλών, γιατί εστιάζει αποκλειστικά στις τάξεις. Ο Άντερσον δίνει ένα δίκαιο σε αυτές τις κριτικές όσον αφορά τον νεαρό Μαρξ. Από το 1848 ως το 1853 η ευρωπαϊκή αποικιοκρατία όντως εμφανίζεται στο μαρξικό έργο ως ένα απαραίτητο στάδιο για τις μη δυτικές κοινωνίες. Από το 1879 και μετά όμως η μαρξική θεωρία της ιστορίας γίνεται σαφώς πιο σύνθετη και πολυεπίπεδη. Ο ασιατικός τρόπος παραγωγής δεν θεωρείται πλέον αποκλειστικά ανελεύθερος. Το άμεσο μέλλον της Ρωσίας δεν συμπεριλαμβάνει αναπόφευκτα την ανάπτυξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Αποτέλεσμα όλων των παραπάνω είναι ότι η θεωρία της επανάστασης στον Μαρξ δεν βασίζεται μόνο στις τάξεις αλλά σε μία διαλεκτική σχέση αλληλοεπίδρασης μεταξύ έθνους, φυλής και τάξης.

Το τρίτο βιβλίο στο οποίο αξίζει να αναφερθώ παρουσιάστηκε σε μια κατάμεστη αίθουσα και αποτελεί την κοινή συγγραφική προσπάθεια των τριών καθηγητών πολιτικής οικονομίας Άλμπο, Πάνιτς και Γκίντιν με θέμα τα αίτια της κρίσης και οι προοπτικές αντίδρασης απέναντί της (Greg Albo, Sam Gindin and Leo Panitch, «In and Out of Crisis. The Global Financial Meltdown and Left Alternatives», PM press, 2010).

Οι τρεις συγγραφείς εστίασαν στις λανθασμένες ερμηνείες που δίνονται για την κρίση. Ανέφεραν ότι είναι λάθος να βλέπουμε το χρηματοπιστωτικό τομέα ως έναν τομέα που λειτουργεί μακριά από την πραγματική οικονομία σε μια άλλη διάσταση. Ο πρώτος είναι απαραίτητο και αναπόσπαστο μέρος της λειτουργίας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Μέσα σε αυτή τη λογική οι σοσιαλδημοκρατικές ερμηνείες που λένε ότι το κράτος ευθύνεται που δεν ρύθμισε κατάλληλα τη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και ότι αυτό που θα πρέπει να γίνει τώρα είναι να εφαρμοστούν οι κατάλληλες ρυθμίσεις από τη μεριά του κράτους είναι λανθασμένες. Η ερμηνεία αυτή είναι εγκλωβισμένη στη λογική του διαχωρισμού κράτους και αγορών. Αντίθετα, για τους συγγραφείς τα κράτη και οι αγορές αποτελούν μια ενιαία σχέση στον καπιταλιστικό σχηματισμό. Ο σύγχρονος καπιταλισμός απαιτεί την κρατική στήριξη στις αγορές. Το κράτος προκειμένου να βοηθήσει τη χρηματοπιστωτική λειτουργία συντηρούσε τον ευμετάβλητο χαρακτήρα του καπιταλιστικού συστήματος.

Η κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, εσωτερική υπόθεση

Η κριτική τους αυτή μου θύμισε τις αναλύσεις του γνωστού αμερικανού φιλελεύθερου φιλοσόφου Μάικλ Σαντέλ για τη δικαιοσύνη και τη δημοκρατία από τις οποίες κινείται μέσα σε αυτό το λανθασμένο σοσιαλδημοκρατικό πλαίσιο σκέψης. (Βλ. τα μαθήματα του Μάικλ Σαντέλ για τη δικαιοσύνη, στο Χάρβαρντ, στο www.justiceharvard.org καθώς και τις μαγνητοφωνημένες από το bbc διαλέξεις του στην Αγγλία στο www.bbc.co.uk/programmes/b00kt7rg.)

Για τους Άλμπο, Πάνιτς και Γκίντιν οι αντιφάσεις στο χρηματοπιστωτικό τομέα είναι αντιφάσεις στο εσωτερικό του κεφαλαιοκρατικού συστήματος. Αυτές οι αντιφάσεις θα παραμείνουν. Το ερώτημα για το άμεσο μέλλον είναι αν θα μπορέσουν να περιοριστούν. Στο τέλος της διάλεξης τόνισαν τα εξής: Αυτοί που θέλουν να είναι ρεαλιστές σήμερα θα πρέπει να προτείνουν κάτι το εντελώς καινούργιο. Η αριστερά χρειάζεται να τονίσει ότι πρέπει να φύγουμε από τη λογική των «τεχνικών» λύσεων και ρυθμίσεων. Αντίθετα, θα πρέπει να βάλει στην πολιτική ατζέντα προτάσεις που θα αμφισβητούν την ατομική ιδιοκτησία με βάση τα δημοκρατικά και κοινωνικά δικαιώματα. Οι προσπάθειες των δημοκρατικών δυνάμεων θα πρέπει να προσανατολιστούν στο πώς θα υπερβούμε τον καπιταλιστικό σχηματισμό και το κράτος. Κάτι τέτοιο απαιτεί ταξική συνείδηση και ενότητα των εργατών στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα στον αγώνα απέναντι στο κεφάλαιο.

Η αίσθηση που αποκόμισα από την παρακολούθηση του συνεδρίου είναι αυτό που ο κάθε προσεκτικός αναγνώστης του Μαρξ δεν μπορεί να μην παρατηρήσει. Το γεγονός ότι η ρίζα όλων των φαινομένων κοινωνικής παθογένειας, όπως η φτώχεια, ανεργία, διαφθορά, δεν είναι η συμπεριφορά κάποιων μεμονωμένων ατόμων, πολιτικών, καπιταλιστών, χρηματιστών ή όποιων άλλων, όπως η κυρίαρχη ρητορική θέλει να λέει, αλλά η ύπαρξη του κεφαλαίου, δηλαδή η λογική του συστήματος. Αλήθεια ποιο είναι το κείμενο στην παράδοση της φιλελεύθερης πολιτικής φιλοσοφίας στο οποίο τονίζονται οι αντιφάσεις και κατ’ επέκταση οι κρίσεις που προκαλεί η λογική του κεφαλαίου; Ρητορικό το ερώτημα. Και για αυτούς που θεωρούν το μεγαλύτερο πρόβλημα της χώρας μας τη διαφθορά, ένα άλλο ερώτημα. Στις άλλες χώρες που δεν παρατηρούνται φαινόμενα διαφθοράς, όπως σε εμάς, δεν έχουμε καταφανέστατη υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου της πλειονότητας του πληθυσμού, δηλαδή της εργατικής τάξης;

Αυτοί, λοιπόν, που βλέπουν το δέντρο και όχι το δάσος ας διαβάσουν και αυτό. Σε μια από τις συνολικά τρεις όλες και όλες πολιτικές εφημερίδες που κυκλοφορούν στο Τορόντο μια δημοσιογράφος έγραψε ένα άρθρο στο οποίο περιέγραφε τις προσπάθειές της να κάνει εισαγωγή τη μητέρα της σε ένα από τα πιο μεγάλα νοσοκομεία της πόλης. Ήξερα, έγραψε στο άρθρο, ότι αν κλείναμε ραντεβού η εισαγωγή θα αργούσε πάρα πολύ. Έτσι, οπλίστηκα με πολλή υπομονή και πήγα στα επείγοντα περιστατικά. Στην αναμονή γινόταν ένας χαμός. Μετά από τρεις ώρες αναμονή και ενώ ήταν 2 το πρωί μία νοσοκόμα ήρθε και κοίταξε τη μητέρα μου. Αφού ήρθε ο άντρας μου και εγώ έφυγα να ξεκουραστώ, και αφού πέρασαν άλλες δύο ώρες, ένας κατάκοπος γιατρός μας είπε ότι θα της κάνουν τελικά εισαγωγή. Επίσης, στους σταθμούς του μετρό υπήρχε αφίσα από το συνδικάτο των νοσηλευτών που καλούσε τον κόσμο να αντιδράσει στις περικοπές της κυβέρνησης στον τομέα της υγείας και αντίστοιχη αφίσα από το συνδικάτο των υπαλλήλων στις δημόσιες μεταφορές που διαμαρτύρονταν για τις περικοπές κονδυλίων στις δημόσιες συγκοινωνίες.

* Ο Βασίλης Γρόλλιος είναι διδάκτωρ πολιτικής φιλοσοφίας

Τρίτη 6 Ιουλίου 2010

Ο Μαρξ ενδιαφέρει τους τραπεζίτες, επειδή λέει ότι η ουσία του καπιταλισμού δεν είναι η σταθερότητα αλλά η κρίση.

 C C Attribution 2.0 Generic license, via Wikipedia
Μια απάντηση στη φιλελεύθερη προπαγάνδα , μια παλιότερη συνέντευξη με τον
 Έρικ Χομπσμπάουμ που αναλύει την επιστροφή της ιδέας του κομμουνισμού

από την ΑΥΓΗ, 27.12.09

* Η ιδέα του κομμουνισμού, όπως επανεμφανίζεται σήμερα, μπορεί να μας βοηθήσει να ερμηνεύσουμε και να αλλάξουμε τον κόσμο;

*Δεν το πιστεύω. Ως πολιτικό πρόγραμμα ο κομμουνισμός δεν υπάρχει πια: ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» του σοβιετικού μπλοκ κατέρρευσε και δεν υπάρχει καμία περίπτωση να ξαναφέρουμε στην επικαιρότητα την ιδέα μιας οικονομίας εντελώς σχεδιοποιημένης και συγκεντρωτικής -- ιδέα που δεν τη διατύπωσε ποτέ, άλλωστε, ο Μαρξ. Στην πραγματικότητα, η κύρια συνεισφορά του κομμουνισμού ήταν η ιδέα μιας επαναστατικής πρωτοπορίας: του Κόμματος. Τα κομμουνιστικά κόμματα ήταν μόνιμοι δημιουργοί κοινωνιών και κρατών. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, που είχε 5.000 μάχιμα στελέχη μπόρεσε σε δύο χρόνια να γίνει ένα κόμμα με εκατοντάδες χιλιάδες μέλη, ικανό να προσελκύσει εκατομμύρια ψηφοφόρους. Στο Βιετνάμ το Κομμουνιστικό Κόμμα, αν και μειοψηφικό, είχε την κατάλληλη δομή για να αποτελέσει τη βάση ενός πολύ ευρύτερου πράγματος: μια κοινωνίας. Αλλά όλα αυτά προέκυψαν από κοινωνικοικονομικές συνθήκες που δεν υφίστανται πια.

* Δεν υπάρχει προοπτική «επιστροφής» στον Λένιν;

* Ο φιλελευθερισμός υποτίμησε την έμπνευση και τις επιτυχίες των κομμουνιστικών κινημάτων. Θελήσαμε να τις πετάξουμε εντελώς στα σκουπίδια, να τις κάνουμε απλές δικαιολογίες για τη δημιουργία των γκουλάγκ. Αυτή η μυθολογία, που χρονολογείται από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, δεν έχει εξαλειφθεί ακόμα: παραμένει, για παράδειγμα, ολοζώντανη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όπου συνεχίζουν να εκδίδονται ψηφίσματα ενάντια στον ολοκληρωτισμό, λες και βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1960. Σήμερα που ο καπιταλισμός περνάει κρίση, η επιστροφή στο κομμουνιστικό ιδεώδες είναι προπαντός ένας τρόπος να απαντήσουμε στη φιλελεύθερη προπαγάνδα.

*Η τωρινή οικονομική κρίση ανοίγει τον δρόμο για έναν ενδεχόμενο «μετα-καπιταλισμό»;

*Το τέλος του κομμουνισμού συμβολίστηκε από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου: εκείνη τη μέρα όλος ο κόσμος κατάλαβε ότι το εγχείρημα είχε οριστικά τελειώσει. Ε, λοιπόν, ο καπιταλισμός ζει σήμερα μια ανάλογη κατάσταση: από τον Σεπτέμβρη του 2008 όλοι ξέρουν ότι η επιστροφή στην ιδεολογία του οικονομικού laissez faire δεν είναι πια δυνατή. Το laissez faire βασίστηκε στην ιδέα ότι κάθε άνθρωπος θεωρείται μια οντότητα που επιδιώκει τα ορθολογικά του συμφέροντα, που συναντώνται σε μια αυτορρυθμιζόμενη αγορά και εξισορροπούνται από αυτήν. Αυτή είναι η «θεωρία της ορθολογικής επιλογής» και όποιος περιορισμός στην αγορά θεωρείται εμπόδιο στην έλευση του καλύτερου των κόσμων. Με την υποχώρηση του καπιταλισμού, κάτι τέτοιο ακούγεται γελοίο. Εκτός αυτού, οι οικονομίες που γνώρισαν εδώ και τριάντα χρόνια την πιο ισχυρή ανάπτυξη δεν υπακούουν καθόλου στη θεωρία της ελεύθερης επιλογής του καταναλωτή: η Ιαπωνία, η Κορέα, αργότερα η Κίνα. Μόλις το 1998-1999, με την ασιατική κρίση, οι επιχειρηματικοί κύκλοι άρχισαν να λένε ότι κάτι δεν λειτουργούσε. Και να ξαναανακαλύπτουν τον Μαρξ.

*Η επιστροφή στον Μαρξ ξεκίνησε λοιπόν στο Σίτυ;

*Θυμάμαι ένα γεύμα με τον περιβόητο Τζωρτζ Σόρος, εκείνη την εποχή. Με είχε ρωτήσει τη γνώμη μου για τον Μαρξ, μιλώντας με θαυμασμό για τις προβλέψεις του σχετικά με τη φρενήρη ανάπτυξη του καπιταλισμού. Ήταν τη στιγμή που το long term capital management (μακροπρόθεσμη διαχείριση κεφαλαίων) είχε γνωρίσει μια παταγώδη αποτυχία. Αυτά τα επενδυτικά κεφάλαια τα διαχειρίζονταν δύο νομπελίστες, οι οποίοι είχαν εκτιμήσει την πιθανότητα του ρίσκο της κατάρρευσης σε μία στο εκατομμύριο… Όλος ο κόσμος ξέρει ότι υπάρχουν πάντα ρίσκα. Ο Μαρξ ενδιαφέρει τους τραπεζίτες, επειδή λέει ότι η ουσία του καπιταλισμού δεν είναι η σταθερότητα αλλά η κρίση.

* Η κομμουνιστική εμπειρία μπορεί να προσφέρει λύσεις για τη σημερινή κρίση;

* Η κατάστασή μας μπορεί να συγκριθεί με αυτήν της περιόδου 1929-1933, όταν κατέρρευσε το σύστημα που επίσης υπάκουε στο δόγμα του laissez faire. Το «never again» ήταν τότε το νέο σύνθημα και, πράγματι, οι κυβερνήσεις έκαναν πολλά πράγματα αδιανόητα για τους φιλελεύθερους: έδωσαν απόλυτη προτεραιότητα στην πλήρη απασχόληση, ενσωμάτωσαν τα εργατικά κινήματα στη διαχείριση των επιχειρήσεων, δημιούργησαν το κράτος πρόνοιας. Μέχρι που δανείστηκαν και ορισμένες σοβιετικές καινοτομίες, όπως τον υπολογισμό του ΑΕΠ, το οποίο ήταν επινόηση ενός Σοβιετικού οικονομολόγου του Γκοσπλάν (Επιτροπή Κρατικού Σχεδιασμού), που οικειοποιήθηκαν οι ΗΠΑ: ήταν ένας τρόπος να αντιμετωπίζεις, για πρώτη φορά, την οικονομία ως σύνολο. Σήμερα το παράδειγμα της Κίνας είναι εξαιρετικά σαφές. Το παλιό μαοϊκό σύστημα εξασφάλιζε την πλήρη απασχόληση και την κοινωνική προστασία, χάρη στους δημόσιους χρηματοπιστωτικούς ομίλους. Από τότε που αυτά εξαφανίστηκαν, εκατομμύρια αγρότες που συρρέουν στις πόλεις δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Σε περίοδο ανάπτυξης κάτι τέτοιο δεν είναι εξαιρετικά δύσκολο να αντιμετωπιστεί, αλλά τώρα που δεν υπάρχουν πια δουλειές, αυτοί οι απόκληροι αποτελούν πολιτικό πρόβλημα που όλες οι κυβερνήσεις πρέπει να λάβουν σοβαρά υπόψη.

*…επανακρατικοποιώντας την οικονομία;
* Η αντίθεση αγοράς και σχεδιασμού, λες και το ένα αποκλείει το άλλο, δεν είναι πια επίκαιρη. Ο κρατισμός, ακραία μορφή του σοσιαλισμού, απέτυχε· ο φιλελευθερισμός, ακραία μορφή του καπιταλισμού, οδεύει προς το ίδιο τέλος. Οι οικονομίες του νέου αιώνα θα πρέπει να είναι μικτές. Η διαφορά δεν θα είναι πια στη δομή, όπως πιστεύαμε, αλλά στους επιδιωκόμενους στόχους: ο σκοπός θα είναι να προωθήσουμε το ατομικό κέρδος ή να μειώσουμε τις ανισότητες, να πολλαπλασιάσουμε τις δυνατότητες όλων… Και σε αυτό το σημείο ξαναβρίσκουμε όχι μόνο τον Μαρξ αλλά και τη σοσιαλιστική παράδοση.

μετάφραση: Αμαρυλλίς Λογοθέτη

 Η συνέντευξη δόθηκε στον Eric Aeschimann και δημοσιεύθηκε στη «Liberation», στις 23.5.2009

Κάποια ακόμα κείμενα τού και για τον Έρικ Χόμπσμπαουμ στο London Review of Books,
στον Guardian , στον Observer, στα Ενθέματα, στο TVXS, στο AntiNews, στα ΝΕΑ

Η βιβλιογραφία του από την Πρωτοπορία

Σάββατο 8 Μαΐου 2010

πριν απ' όλα ησυχία...

 D'où venons nous? Que sommes-nous? Où allons-nous?
Από πού ερχόμαστε; Ποιοι είμαστε; Πού πηγαίνουμε; (1897) πίνακας του Πωλ Γκωγκέν (7.06. 1848 - 8.05.1903,
του ζωγράφου που άφησε την καριέρα του χρηματιστή και τον ευρωπαϊκό πολιτισμό για τη ζωγραφική και τη βαρβαρότητα, αυτού που έγραψε στον Αύγουστο Στρίντμπεργκ στις 2.5.1895: "Τα Σκανδιναβικά γαλάζια μάτια σου κοίταζαν προσεκτικά τους πίνακες που κρέμονταν στους τοίχους. Ένιωσα να εξεγείρομαι: μια ολική σύγκρουση ανάμεσα στον πολιτισμό σου και τη βαρβαρότητά μου. 
Πολιτισμός από τον οποίο υποφέρεις. Βαρβαρότητα που με ξανανιώνει".)


Δε φτάνει να λέμε απλώς, όπως κάνουν οι Γάλλοι, ότι το έθνος τους αιφνιδιάστηκε. Σ' ένα έθνος, όπως και σε μια γυναίκα, δε συγχωρείται η στιγμή της αδυναμίας, που ο πρώτος τυχόν τυχοδιώχτης θα μπορούσε να τη βιάσει. Το αίνιγμα δε λύνεται με τέτοια στριφογυρίσματα, αλλά μόνο διατυπώνεται διαφορετικά. Απόμενε να εξηγηθεί πώς ένα έθνος 36 εκατομμυρίων αιφνιδιάστηκε και οδηγήθηκε χωρίς αντίσταση στην αιχμαλωσία από τρεις αγύρτες.
[...]

[Ο Βοναπάρτης] Στις 12 του Νοέμβρη έστειλε στην εθνοσυνέλευση ένα μήνυμα με αμερικανική πολυλογία, παραφορτωμένο με λεπτομέρειες, που μοσκοβολούσε τάξη, γεμάτη πόθο για συμφιλίωση, που έδειχνε υποταγή στο σύνταγμα, που τα πραγματευότανε όλα και το καθετί εκτός από τα φλέγοντα ζητήματα της στιγμής. Παροδικά τάχα άφηνε να του ξεφύγουν τα λόγια ότι σύμφωνα με τις ρητές διατάξεις του συντάγματος, μονάχα ο πρόεδρος διαθέτει το στρατό. Το μήνυμα τελείωνε με τα ακόλουθα πολυσήμαντα λόγια:
«Η Γαλλία χρειάζεται πριν απ' όλα ησυχία... Δεσμευμένος από τον όρκο μου και μόνο, θα παραμείνω μέσα στα στενά όρια που μου χάραξε... Όσο για μένα, που έχω εκλεγεί από το λαό και που μονάχα σ' αυτόν χρωστάω την εξουσία μου θα υποτάσσομαι πάντα στη νόμιμα εκφρασμένη θέλησή του. Αν αποφασίσετε σ' αυτή τη σύνοδο την αναθεώρηση του συντάγματος, τότε μια συνταχτική συνέλευση θα κανονίσει τη θέση τής εκτελεστικής εξουσίας. Αν όχι, τότε ο λαός θα διακηρύξει πανηγυρικά τη θέλησή του το 1852. Μα όποιες και αν είναι οι λύσεις τού μέλλοντος, ας συμφωνήσουμε σ' ένα: να μην αφήσουμε ποτέ το πάθος, τον αιφνιδιασμό ή τη βία να κρίνουν την τύχη ενός μεγάλου έθνους... Μα ό,τι απασχολεί πριν απ' όλα τη σκέψη μου δεν είναι ποιος θα κυβερνήσει τη Γαλλία το 1852, μα πώς θα χρησιμοποιήσω τον καιρό που διαθέτω ακόμα έτσι που η ενδιάμεση περίοδος να περάσει δίχως αναστάτωση ή ταραχή! Σας άνοιξα την καρδιά μου με ειλικρίνεια. Θα απαντήσετε στην ειλικρίνειά μου με την εμπιστοσύνη σας, στην καλή μου προσπάθεια με τη συνεργασία σας και ο Θεός θα κάνει τα υπόλοιπα».
[...]

Η Γαλλία χρειάζεται πριν απ' όλα ησυχία. Αυτό φώναζε στην επανάσταση το κόμμα τής τάξεως, από το Φλεβάρη (1848) και ύστερα, αυτό φώναζε και το μήνυμα του Βοναπάρτη στο κόμμα τής τάξεως. «Η Γαλλία χρειάζεται πριν απ' όλα ησυχία». Ο Βοναπάρτης έκανε ενέργειες που απόβλεπαν στο σφετερισμό, μα το κόμμα τής τάξεως γινόταν ένοχο "ταραχής", όταν έκανε θόρυβο γι' αυτές τις ενέργειες και τις σχολίαζε υποχονδριακά. Τα λουκάνικα του Σατορύ δε βγάζαν τσιμουδιά όσο δε μιλούσε κανένας γι' αυτά. «Η Γαλλία χρειάζεται πριν απ' όλα ησυχία». Συνεπώς ο Βοναπάρτης ζητούσε να τον αφήσουν να δρα ήσυχα και το κοινοβουλευτικό κόμμα το παρέλυε ένας διπλός φόβος: ο φόβος μήπως προκαλέσει ξανά τις επαναστατικές ταραχές και ο φόβος μήπως φανεί το ίδιο σαν ταραχοποιός στα μάτια τής ίδιας τής τάξης του, στα μάτια τής αστικής τάξης. Και μια που η Γαλλία χρειαζόταν πριν απ' όλα ησυχία, το κόμμα της τάξεως δεν τολμούσε ν' απαντήσει με «πόλεμο», αφού ο Βοναπάρτης στο μήνυμά του είχε μιλήσει για «ειρήνη». Και το κοινό, που αυτοκολακευόταν ότι θα παρακολουθούσε σκηνές μεγάλων σκανδάλων κατά την έναρξη της εθνοσυνέλευσης, γελάστηκε σ' αυτές τις προσδοκίες του. Οι βουλευτές τής αντιπολίτευσης, που απαιτούσαν την κατάθεση των πραχτικών τής μόνιμης επιτροπής πάνω στα γεγονότα τού Οχτώβρη, καταψηφίστηκαν από την πλειοψηφία. Κατ' αρχήν, απόφυγαν όλες τις συζητήσεις που μπορούσαν να προκαλέσουν ερεθισμό. Οι εργασίες τής εθνοσυνέλευσης το Νοέμβρη και το Δεκέμβρη τού 1850 ήταν χωρίς ενδιαφέρον.
[...]
Aποσπάσματα από την 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη του Καρλ Μαρξ.

για την 18η Μπρυμαίρ εδώ (στα αγγλικά)

άλλα αποσπάσματα εδώ, ολόκληρο το βιβλίο εδώ και εδώ και εδώ...


Η ανάρτηση αυτή δημοσιεύτηκε την Nonidi 19 Floréal CCXVIII
οι εικόνες από τη Wikipedia

Παρασκευή 23 Απριλίου 2010

Ο Μαρξ για το δημόσιο χρέος

«Το σύστημα της δημόσιας πίστης, δηλ. των κρατικών χρεών, που τις αρχές του τις ανακαλύπτουμε κιόλας στο μεσαίωνα στη Γένουα και στη Βενετία, διαδόθηκε σ' όλη την Ευρώπη στη διάρκεια της περιόδου της μανιφακτούρας. Το αποικιακό σύστημα με το θαλάσσιο εμπόριό του και με τους εμπορικούς του πολέμους τού χρησίμευσε σαν θερμοκήπιο. Έτσι στέριωσε πρώτα στην Ολλανδία. Το δημόσιο χρέος, δηλ. το ξεπούλημα του κράτους -αδιάφορο αν είναι απολυταρχικό, συνταγματικό ή δημοκρατικό κράτος- βάζει τη σφραγίδα του στην κεφαλαιοκρατική εποχή. Το μοναδικό κομμάτι του λεγόμενου εθνικού πλούτου, που στους σύγχρονους λαούς ανήκει πραγματικά στο σύνολο του λαού, είναι το δημόσιο χρέος τους. Γιαυτό είναι πέρα για πέρα συνεπής η σύγχρονη θεωρία που λέει πως ένας λαός γίνεται τόσο πιο πλούσιος, όσο πιο βαθιά βουτιέται στα χρέη. Το δημόσιο χρέος γίνεται το credo [πιστεύω] του κεφαλαίου. Και από τη στιγμή που εμφανίζεται η χρέωση του δημοσίου, τη θέση του αμαρτήματος ενάντια στο άγιο πνεύμα, για το οποίο δεν υπάρχει άφεση, την παίρνει η καταπάτηση της πίστης απέναντι στο δημόσιο χρέος.
Το δημόσιο χρέος γίνεται ένας από τους πιο δραστικούς μοχλούς της πρωταρχικής συσσώρευσης. Σαν με μαγικό ραβδί προικίζει το μη παραγωγικό χρήμα με παραγωγική δύναμη και το μετατρέπει έτσι σε κεφάλαιο, χωρίς νάναι υποχρεωμένο να εκτεθεί στους κόπους και στους κινδύνους που είναι αχώριστοι από τη βιομηχανική μα ακόμα κι από την τοκογλυφική τοποθέτηση. Οι πιστωτές του δημοσίου στην πραγματικότητα δεν δίνουν τίποτα, γιατί το ποσό που δανείζουν μετατρέπεται σε κρατικά ευκολομεταβιβάσιμα χρεώγραφα, που στα χέρια τους εξακολουθούν να λειτουργούν, όπως θα λειτουργούσαν αν ήταν ισόποσο μετρητό χρήμα. Άσχετα όμως και από την τάξη των αργόσχολων εισοδηματιών που δημιουργείται μ' αυτό τον τρόπο και τον αυτοσχέδιο πλούτο των χρηματιστών που παίζουν το ρόλο του μεσίτη ανάμεσα στην κυβέρνηση και το έθνος -καθώς και των φοροενοικιαστών, των εμπόρων, των ιδιωτών εργοστασιαρχών, που μια καλή μερίδα κάθε κρατικού δανείου τούς προσφέρει την υπηρεσία ενός κεφαλαίου πεσμένου από τον ουρανό- το δημόσιο χρέος έχει δημιουργήσει τις μετοχικές εταιρείες, το εμπόριο με συναλλάξιμες αξίες όλων των ειδών, την επικαταλλαγή, με δυο λόγια: το παιχνίδι στο χρηματιστήριο και τη σύγχρονη τραπεζοκρατία».

Καρλ Μαρξ Το Κεφάλαιο, Τόμος Πρώτος, σ. 779, μτφ, Παναγιώτη Μαυρομάτη, Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1978

«Επειδή το δημόσιο χρέος στηρίζεται στα κρατικά έσοδα, που οφείλουν να καλύπτουν τις χρονιάτικες τοκοχρεωλυτικές κτλ. πληρωμές, το σύγχρονο φορολογικό σύστημα έγινε αναγκαίο συμπλήρωμα του συστήματος των εθνικών δανείων. Τα δάνεια δίνουν τη δυνατότητα στην κυβέρνηση ν' αντεπεξέρχεται σε έκτακτα έξοδα, χωρίς να γίνεται αυτό αμέσως αισθητό στον φορολογούμενο, μετά όμως απαιτούν αυξημένους φόρους. Από την άλλη μεριά, η αύξηση των φόρων, που προκλήθηκε με τη συσσώρευση απανωτών δανείων, αναγκάζει την κυβέρνηση σε κάθε περίπτωση καινούργιων έκτακτων εξόδων να καταφεύγει διαρκώς σε καινούργια δάνεια. Έτσι, το σύγχρονο φορολογικό σύστημα, που άξονάς του είναι οι φόροι στα πιο αναγκαία μέσα συντήρησης (επομένως και το ακρίβαιμά τους), κρύβει μέσα του το σπέρμα της αυτόματης προοδευτικής αύξησης».  

Καρλ Μαρξ Το Κεφάλαιο, Τόμος Πρώτος, σ. 780-781, μτφ, Παναγιώτη Μαυρομάτη, Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1978

Κυριακή 14 Μαρτίου 2010

The philosophers have only interpreted the world, in various ways. The point, however, is to change it.*

[...] Όταν ο Ένγκελς πήγε στο σπίτι [του Μαρξ] τη συνηθισμένη του ώρα, την Τετάρτη 14 Μαρτίου, στις 2.30 μ.μ., η Λένχεν κατέβηκε και του είπε πως ο Μαρξ «λαγοκοιμόταν» στην αγαπημένη πολυθρόνα πλάι στο τζάκι. Μέχρι να ανέβουν στην κρεβατοκάμαρα, ένα δυο λεπτά αργότερα, ο Μαρξ είχε πεθάνει. «Η ανθρωπότητα μειώθηκε κατά ένα κεφάλι», έγραψε ο Ένγκελς σε κάποιο σύντροφο στην Αμερική, «κατά το σημαντικότερο κεφάλι της εποχής μας».
Ο Κάρολος Μαρξ τάφηκε στις 17 Μαρτίου του 1883, σε μια απόμακρη γωνιά του νεκροταφείου του Χαϊγκέιτ, στο ίδιο μνήμα όπου είχε ταφεί και η γυναίκα του δεκαπέντε μήνες νωρίτερα. Έντεκα πρόσωπα όλα κι όλα παραβρέθηκαν στην κηδεία.[...]
(Φράνσις Γουίν: Κάρολος Μαρξ, Η ζωή του. Εκδ. Ωκεανίδα Μτφ.Θεόφιλος Ξ. Τραμπούλης)


Φώτα σπιτιών στο βάθος. Ένα φως στο κέντρο της σκηνής φωτίζει ένα χώρο άδειο, εκτός από ένα τραπέζι και μερικές καρέκλες. Ο Μαρξ μπαίνει, φορώντας μαύρη ρεντιγκότα και μαύρο γιλέκο, λευκό πουκάμισο και μαύρο παπιγιόν. Έχει γένια, είναι κοντός, γεμάτος, με μαύρο μουστάκι και μαλλιά που γκριζάρουν. Φοράει γυαλιά με μεταλλικό σκελετό και κρατάει ένα σακίδιο. Κοντοστέκεται, περπατάει μέχρι την άκρη της σκηνής, κοιτάζει το ακροατήριο. Δείχνει ικανοποιημένος, λίγο έκπληκτος.
       Δόξα τω Θεώ, κοινό!
Βγάζει τις προμήθειές του από το σακίδιο: μερικά βιβλία, εφημερίδες, ένα μπουκάλι μπίρα, ένα ποτήρι. Κάνει στροφή και περπατάει προς το κέντρο της σκηνής.
       Ευχαριστώ που ήρθατε. Δεν ακούσατε όλους αυτούς τους ηλίθιους που έλεγαν ότι ο Μαρξ είναι νεκρός. Ε, δηλαδή, είμαι...και δεν είμαι. Είναι θέμα διαλεκτικής.
Δεν έχει πρόβλημα να διακωμωδεί τον εαυτό του και τις ιδέες του. Ίσως έγινε πιο ήπιος με το πέρασμα των χρόνων. Αλλά πάνω που λες ότι ο Μαρξ μαλάκωσε, έρχονται ξεσπάσματα θυμού.
       Ίσως αναρωτιέστε πώς έφτασα εδώ...χαμογελάει πονηρά... Πήρα τη συγκοινωνία.
Η προφορά του είναι ελαφρά βρετανική, απροσδιόριστα ευρωπαϊκή, χωρίς καμία έντονη απόχρωση, σίγουρα όμως όχι αμερικάνικη.
        Εγώ δεν ήθελα να βρεθώ εδώ...Εγώ ζήτησα να γυρίσω στο Σόχο του Λονδίνου. Εκεί που έζησα. Αλλά... ένα μπλέξιμο της γραφειοκρατίας και βρέθηκα εδώ, στο Σόχο της Νέας Υόρκης... Αναστενάζει. Βέβαια, πάντα ήθελα να επισκεφτώ τη Νέα Υόρκη. Ρίχνει μπύρα στο ποτήρι του, πίνει μια γουλιά, το αφήνει στο τραπέζι.
Η διάθεσή του αλλάζει.
       Αναρωτιέστε γιατί επέστρεψα;
Δείχνει κάπως θυμωμένος.
       Μα για να αποκαταστήσω την υπόληψή μου.
Σωπαίνει.
       Διάβαζα τις εφημερίδες σας... Παίρνει στα χέρια του μια εφημερίδα. Όλες διακηρύσσουν ότι οι ιδέες μου έχουν πεθάνει! Τα γνωστά. Αυτοί οι παλιάτσοι το λένε πάνω από εκατό χρόνια τώρα, αλλά δεν αναρωτιέστε τι μανία είναι αυτή να με ανακηρύσσουν νεκρό ξανά και ξανά;
        Κι εγώ είπα, ως εδώ. Ζήτησα να επιστρέψω, έστω για λίγο. Βλέπετε, υπάρχουν κανόνες εκεί πάνω. Είπαμε: γραφειοκρατία. Επιτρέπεται να διαβάζεις, ακόμα και να βλέπεις τους ανθρώπους, αλλά όχι να ταξιδεύεις. Φυσικά, διαμαρτυρήθηκα. Και είχα αρκετή συμπαράσταση... Ο Σωκράτης, παραδείγματος χάριν, τους είπε: «Ζωή χωρίς ταξίδια δεν αξίζει να τη ζεις!». Ο Γκάντι έκανε απεργία πείνας. Η Mother Jones απείλησε ότι θα κάνει πικετοφορία. Ο Μαρκ Τουέιν με υπερασπίστηκε, με το δικό του παράξενο τρόπο. Ο Βούδας έψαλε: Ωμμμμμ! Οι υπόλοιποι σιώπησαν. Θεέ μου, πεθαμένοι άνθρωποι, τι είχαν να φοβηθούν;
         Ακόμα και εκεί πάνω, ταραξία με θεωρούν. Ευτυχώς, όμως, η διαμαρτυρία έπιασε τόπο! «Εντάξει, πήγαινε», είπαν, «έχεις μια ώρα στη διάθεσή σου να εκθέσεις τις απόψεις σου. Και πρόσεχε: όχι φασαρίες!». Πιστεύουν πραγματικά στην ελευθερία του λόγου, αλλά μέχρις ενός σημείου... Χαμογελάει. Είναι, βλέπετε, νεοφιλελεύθεροι.
         Λοιπόν, μπορείτε να διαδώσετε τα νέα: Ο Μαρξ γύρισε! [...]
(Χάουαρντ Ζιν: Ο Μαρξ στο Σόχο, Εκδ. Αιώρα Μτφ. Άρης Λασκαράτος)

* χαραγμένο στο τάφο του.