Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρόζα Λούξεμπουργκ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρόζα Λούξεμπουργκ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 9 Μαΐου 2011

Για μια επανεκκίνηση του ΣΥΡΙΖΑ που δεν θα οδηγήσει ξανά στο τέλμα

Με κείμενό της η Ομάδα ΡΟΖΑ, αναφέρεται στην επανεκκίνηση του ΣΥΡΙΖΑ και στα ποιοτικά της χαρακτηριστικά. Στο κείμενο γίνεται εκτενής αναφορά στις αιτίες που οδήγησαν τον ΣΥΡΙΖΑ σε κρίση και ταυτόχρονα προχωρά σε προτάσεις, που αποτελούν και αποφάσεις της Ομάδας ΡΟΖΑ. Το κείμενο της Ομάδας ΡΟΖΑ έχει ως εξής:

Από το 2008 έχουμε αναφερθεί πολλές φορές στις αιτίες που οδήγησαν τον ΣΥΡΙΖΑ από το πολύ ελπιδοφόρο ξεκίνημα στην πλήρη αποτελμάτωση. Η συζήτηση που εκ των πραγμάτων ανοίγει μετά από την απόφαση για «επανεκκίνηση» του σχήματος, καθιστά αναγκαία την υπενθύμιση των αιτίων που κατά τη γνώμη μας οδήγησαν τα πράγματα σχεδόν στο σημείο μηδέν. Χωρίς αυτήν την εισαγωγή δεν θα μπορούσαν να γίνουν κατανοητές ούτε η στάση μας απέναντι στην επανεκκίνηση, ούτε η πρόταση που κάνουμε για να μπορέσει ο ΣΥΡΙΖΑ να αποκτήσει προοπτική.
Να δούμε λοιπόν συνοπτικά τι μας οδήγησε στο τέλμα:
1. Η μάχη εξουσίας του προηγούμενου διαστήματος, όχι μόνο οδήγησε στην πολυδιάσπαση των δυνάμεων, αλλά απαξίωσε ηθικά τον ΣΥΡΙΖΑ. Η απώλεια του ηθικού πλεονεκτήματος αποτελεί για μας το βαρύτερο πλήγμα στο σχήμα –πολύ μεγαλύτερης σημασίας από την προγραμματική ασάφειά του. Από τη στιγμή που η Αριστερά ευαγγελίζεται μια άλλη κοινωνία κι έναν διαφορετικό (συμμετοχικό και δημοκρατικό) τρόπο άσκησης πολιτικής, τα φαινόμενα αρχηγισμών βάλλουν στον σκληρό ιδεολογικό πυρήνα της. Γι’ αυτό και η Αριστερά μπορεί να «συγχωρεθεί» για εσφαλμένες  πολιτικές επιλογές, ενώ «καταδικάζεται» στη λαϊκή συνείδηση όταν αναπαράγει λογικές αστικής πολιτικής.
2. Ο συστηματικός αποκλεισμός του κόσμου του ΣΥΡΙΖΑ από τη λήψη των αποφάσεων είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνο τη συρρίκνωση του σχήματος, αλλά την αφυδάτωση των πολιτικών διαδικασιών του. Σε μια εποχή που τα αιτήματα της αυτοπρόσωπης συμμετοχής και της άμεσης δημοκρατίας είναι στην καρδιά των λαϊκών διεκδικήσεων σε όλο τον κόσμο (οι αραβικές επαναστάσεις αποτελούν έξοχο παράδειγμα αυτής της τάσης), ο ΣΥΡΙΖΑ υιοθέτησε το πλέον αυταρχικό οργανωτικό μοντέλο που δεν έδινε στα μέλη του ούτε καν μια πρόφαση συμμετοχής στη λήψη των αποφάσεων.
3. Η πλήρης ασάφεια στην πρόταση διεξόδου από την οικονομική κρίση και το Μνημόνιο, ενέτεινε τη σύγχυση γύρω από την ταυτότητα του ΣΥΡΙΖΑ και θόλωσε το μήνυμά του. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να διατυπώσει κανείς μια συνεκτική κριτική της απάντησης του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβερνητική ρητορεία, από τη στιγμή που όσοι τον εκπροσωπούν (ή υποτίθεται ότι τον εκπροσωπούν) διατύπωσαν σχεδόν όλες τις δυνατές εναλλακτικές προτάσεις (πολλές φορές μάλιστα τα ίδια πρόσωπα διαφοροποιούσαν το λόγο τους αναλόγως της μικροσυγκυρίας ή του ακροατηρίου). Έτσι κι αλλιώς, μια πολιτική δύναμη δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς μια στοιχειωδώς κοινά αποδεκτή πολιτική πρόταση. Πολύ περισσότερο σήμερα, που το Μνημόνιο φέρνει μια άνευ προηγουμένου κοινωνική ερήμωση και πλατιά κοινωνικά ακροατήρια στρέφουν ευήκοα ώτα στην κατεύθυνση της Αριστεράς, είναι αυτοκαταστροφικό το να μην εκπέμπεις απλά και καθαρά μηνύματα.
4. Η επιμονή σε μια αντίληψη της πολιτικής που δίνει προτεραιότητα στη στιγμιαία τηλεοπτική εικόνα σε βάρος του μακροπρόθεσμου στρατηγικού σχεδιασμού αποτρέπει τη χάραξη μιας στιβαρής πολιτικής γραμμής. Επιπλέον, πολλές φορές οδηγεί στην ευκολία του εντυπωσιασμού και της επιφανειακής κριτικής στην κυβερνητική πολιτική. Δεν θα κουραστούμε να το επαναλαμβάνουμε: η συρρίκνωση του πολιτικού λόγου της Αριστεράς σε «πιασάρικες» ατάκες, στην πραγματικότητα αναιρεί το ριζοσπαστικό περιεχόμενο και την αναλυτική επάρκειά του.
5. Ο δειλός και ανεπαρκής διαχωρισμός από το καταρρέον πολιτικό σύστημα, καθώς και το διαρκές μπρος-πίσω στη σύγκρουση με το αστικό μπλοκ (η Νομική αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα) όχι μόνο ενισχύει την πλατιά παγιωμένη (πλην άδικη για την Αριστερά) αντίληψη ότι «και οι 300 της Βουλής ίδιοι είναι»,  αλλά σπέρνει την απογοήτευση στους αγωνιστές του ΣΥΡΙΖΑ οι οποίοι αισθάνονται «αδειασμένοι» την ώρα ακριβώς που δίνουν πολύ δύσκολες μάχες.
6. Ωστόσο, θα ήταν σοβαρό λάθος να εντοπίζαμε τη δυσπραγία της Αριστεράς στους καιρούς της κρίσης μόνο στα κακώς κείμενα του ΣΥΡΙΖΑ. Στην Ευρώπη αυτή τη στιγμή καμιά αριστερή δύναμη δεν φαίνεται να ενισχύεται ιδιαίτερα παρά την πρωτοφανή αντικοινωνική θύελλα που σαρώνει δικαιώματα και κατακτήσεις δεκαετιών. Η κατάσταση αυτή δεν φαίνεται να προβληματίζει όσο θα έπρεπε. Νομίζουμε ότι η επιμονή της  Αριστεράς σε συνταγές που το εργατικό κίνημα δοκίμασε τον 20ο αιώνα, έχει φτάσει στα όριά της. Δεν μπορούμε ούτε να χαράξουμε μακροπρόθεσμη στρατηγική προοπτική ούτε και να διατυπώσουμε αξιόπιστη βραχυπρόθεσμη πολιτική πρόταση, όσο παραμένουμε εγκλωβισμένοι σε ένα πλαίσιο αριστερής σοσιαλδημοκρατίας, όσο κλείνουμε τα μάτια μας στην προφανή συνύφανση οικονομικής και οικολογικής κρίσης, όσο επιμένουμε στον παραγωγισμό και την αναπτυξιολαγνεία.  Η τρέχουσα οικονομική κρίση δεν είναι μόνο μια πρωτοφανής επιδρομή στα λαϊκά εισοδήματα, αλλά και αποτελεί κορυφαία έκφανση του ιστορικού αδιεξόδου του καπιταλισμού. Κατά συνέπεια, το ζητούμενο δεν είναι απλά κάποια μέτρα κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά ένα σαφές πρόγραμμα ανατροπής και μετασχηματισμού.
Εξετάζοντας τις αιτίες που οδήγησαν τον ΣΥΡΙΖΑ στο τέλμα το προηγούμενο διάστημα, εύλογα μπορεί να αμφιβάλει κανείς για τις προοπτικές της υπό εξέλιξη επανεκκίνησης:
• Πώς μπορεί να ξαναξεκινήσει ο ΣΥΡΙΖΑ όταν δεν έχει γίνει καμία συζήτηση για το πώς αποτελματώθηκε;
• Πώς μπορεί αυτή η επανεκκίνηση να έλξει ξανά τον κόσμο που απομακρύνθηκε το προηγούμενο διάστημα, όταν το θέμα της δημοκρατίας και της συμμετοχής των μελών αφήνεται στο ράφι;
• Και πώς μπορεί να διαμορφωθεί και πειστική και κοινά αποδεκτή πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για διέξοδο από την κρίση, όταν δεν έχει συγκροτηθεί καμιά διαδικασία για να την επεξεργαστεί;
Τα ερωτήματα σχετικά με την επανεκκίνηση είναι λοιπόν επιτακτικά και μέχρι στιγμής δεν βρίσκουν απαντήσεις. Την ίδια στιγμή, οι επιθέσεις που δέχεται ο ΣΥΡΙΖΑ δείχνουν το φόβο του αστικού μπλοκ απέναντι στη δυνάμει παρουσία στο πολιτικό προσκήνιο μιας Αριστεράς αιχμηρής και ταυτόχρονα κοινωνικά αναγνωρίσιμης. Επιπλέον, η δημιουργική συμμετοχή πολύ μεγάλου αριθμού αγωνιστών και αγωνιστριών του ΣΥΡΙΖΑ σε κινήματα και αντιστάσεις δεν πρέπει να αφήνει αμφιβολίες ότι το τέλμα είναι αναντίστοιχο με την ποιότητα όλου αυτού του κόσμου.
Απέναντι στη νέα κατάσταση που δημιουργεί η επανεκκίνηση του ΣΥΡΙΖΑ, η Ομάδα Ρόζα προχώρησε στις εξής αποφάσεις:
1. Ζητάμε να τελειώσει τώρα η αντιδημοκρατική λειτουργία του ΣΥΡΙΖΑ. Το μοντέλο του συγκεντρωτισμού, της υποκατάστασης και των αέναων διαπραγματεύσεων κεκλεισμένων των θυρών έχει προ πολλού εξαντληθεί. Με όρους κατεπείγοντος τίθεται η αναγκαιότητα υπέρβασής του, προς την κατεύθυνση της δημιουργίας ενός πολιτικού υποκειμένου με μέλη και εκλεγμένα όργανα που θα έχουν αποφασιστικές αρμοδιότητες σε όλα τα επίπεδα.
2. Στηριζόμενο στην αρχή του “ένα μέλος-μία ψήφος”, πρέπει να εκλεγεί πανελλαδικό σώμα που θα προχωρήσει σε συνδιάσκεψη πολύ σύντομα
3. Η πανελλαδική συνδιάσκεψη δεν πρέπει να έχει ως καθήκον μόνο την εκλογή κεντρικών συντονιστικών, αλλά την υιοθέτηση μιας κοινά αποδεκτής ριζοσπαστικής απάντησης στην κρίση, η οποία θα αποτελέσει το πολιτικό πλαίσιο του σχήματος για το επόμενο διάστημα.
4. Όσο συνεχίζεται η σημερινή κατάσταση δεν πρόκειται να συμμετάσχουμε στη Γραμματεία και το Συντονιστικό, όπως επίσης και σε κανένα μη εκλεγμένο όργανο.
5. Από το πώς θα συγκροτηθεί καθώς και από το περιεχόμενο της πανελλαδικής συνδιάσκεψης θα εξαρτηθεί η περαιτέρω συμμετοχή μας στο ΣΥΡΙΖΑ.

Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2011

Βία και Νομιμότητα


της Ρόζας Λούξεμπουργκ

Παρά πολλά ειπώθηκαν, τον τελευταίο καιρό, για την οριστική πια αδυναμία μας να χρησιμοποιήσουμε «επα­ναστατικά μέσα παλιού τύπου». Μα ποτέ δε μας είπαν τι εννοούν μ' αυτά τα μέσα, ούτε και με τι θα αντικαταστήσουν.

Έτσι, με την ευκαιρία της βελγικής μας ήττας[1], φέρνουν σε αντίθεση προς τα «επαναστατικά μέσα» - και πρώτα απ' όλα, προς τη βίαιη επανάσταση, προς τις μάχες των δρόμων -την καθημερινή οργάνωση και μόρφωση των μαζών. Αλλά είναι παράλογο να θέτουμε έτσι το' ζήτημα, για τον απλούστατο λόγο ότι η οργάνωση και η μόρφωση από μόνες τους δεν είναι ακόμη αγώνας, παρά είναι απλά προπαρα­σκευαστικά μέσα για τον αγώνα, και σαν τέτοια, είναι απαραίτητα τόσο στην επανάσταση, όσο και σε κάθε άλλη μορφή του εργατικού αγώνα. Η οργάνωση και η μόρφωση, αυτές καθεαυτές, δεν κάνουν περιττή την πολιτική πάλη, παρόμοια όπως η δημιουργία συνδικάτων και η είσπραξη των συνδρομών των μελών δεν κάνουν περιττούς τους αγώνες για το μεροκάματο ή τις απεργίες ...

... Στην απόφαση που πήραν μερικοί ν' αντικαταστήσουν μόνο με την κοινοβουλευτική δράση κάθε χρησιμοποίηση βίας στην προλεταριακή πάλη, το πιο παράξενο είναι η ιδέα ότι τάχα η επανάσταση μπορεί να γίνει αυθαίρετα. Ξεκι­νώντας από την αντίληψη αυτή, πιστεύουν ότι μπορούμε να κηρύξουμε ή να μην κηρύξουμε τις επαναστάσεις, να τις ετοιμάσουμε ή να τις αναβάλουμε, φθάνει μόνο να τις θεωρούμε ωφέλιμες ή περιττές ή βλαβερές, ότι αν θα γίνουν ή δε θα γίνουν επαναστάσεις στις καπιταλιστικές χώρες, εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από την πεποίθηση που θα επικρατεί στη σοσιαλδημοκρατία. Όσο περισσότερο η νομιμόφρονη θεωρία του σοσιαλισμού υποτιμάει τη δύναμη του εργατικού κόμματος σε άλλα ζητήματα, άλλο τόσο την υπερτιμάει σε τούτο το σημείο.

Η ιστορία όλων των επαναστάσεων που έγιναν στα περασμένα μας δείχνει ότι τα μεγάλα λαϊκά κινήματα δεν είναι καθόλου ένα αυθαίρετο και ενσυνείδητο δημιούργημα των λεγόμενων «αρχηγών» ή των «κομμάτων», καθώς φαντάζονται οι αστυνομικοί και οι επίσημοι αστοί ιστο­ριογράφοι, αλλά είναι αυθόρμητα κοινωνικά φαινόμενα, γεννημένα από μια δύναμη φυσική που πηγάζουν από τον ταξικό χαρακτήρα της σύγχρονης κοινωνίας. Η ανάπτυξη της σοσιαλδημοκρατίας σε τίποτε δεν άλλαξε τα πράγματα, και ο δικός της ρόλος δεν είναι να χαράζει νόμους στην ιστορική εξέλιξη της πάλης των τάξεων, αλλά ανίθετα να μπαίνει στην υπηρεσία αυτών των νόμων, χρησιμοποιώντας τους για τους σοσιαλιστικούς σκοπούς. Αν η σοσιαλδημοκρατία αντιστε­κόταν στις επαναστάσεις, που παρουσιάζονται σαν ιστορική ανάγκη, το μόνο αποτέλεσμα θα ήταν να μετατραπεί από εμπροσθοφυλακή σε οπισθοφυλακή, εμπόδιο ανίσχυρο στην πάλη των τάξεων. Μα η πάλη των τάξεων στο τέλος θα θριάμβευε είτε έτσι είτε αλλιώς, χωρίς τη σοσιαλδημοκρατία και, αν χρειαζόταν, ενάντια της.

Φτάνει να καταλάβουμε τα απλά αυτά πράγματα για να δούμε ότι το ζήτημα: επανάσταση ή νόμιμο πέρασμα στο σοσιαλισμό είναι καθαρά και κατά κύριο λόγο ζήτημα όχι σοσιαλδημοκρατικής τακτικής, αλλά ιστορικής εξέλιξης. Μ' άλλα λόγια, βγάζοντας την επανάσταση έξω απ' την ταξική πάλη του προλεταριάτου, οι οπορτουνιστές μας ισχυρίζονται, ούτε λίγο, ούτε πολύ, ότι η βία έπαψε να είναι ένας συντελεστής της νεώτερης ιστορίας.

Αυτό είναι το θεωρητικό βάθος του ζητήματος. Φτάνει να διατυπώσουμε μόνο την ιδέα αυτή, για να γίνει ολοφάνερος ο παραλογισμός της. Η βία, από τότε που εμφανίστηκε η «αστική νομιμότητα», ο κοινοβουλευτισμός, όχι μονάχα δεν έπαψε να παίζει έναν ιστορικό ρόλο, αλλά είναι και σήμερα επίσης, όπως και σε όλες τις προηγούμενες εποχές, η βάση της κυρίαρχης πολιτικής τάξης. Το καπιταλιστικό κράτος στο σύνολο του βασίζεται στη βία. Η στρατιωτική του οργάνωση είναι αυτή καθεαυτή μια χειροπιαστή απόδειξη. Ο οπορτουνιστικός δογματισμός πρέπει πραγματικά να έχει θαυματουργά χαρίσματα για να μην το βλέπει αυτό.

Μα είναι οι ίδιες ακόμη οι εκδηλώσεις της «νομιμότη­τας» που δίνουν αρκετές αποδείξεις γι'αυτό. Ή καλύτερα: τι άλλο παρά βία είναι στην ουσία της η αστική νομιμότητα;

Όταν έναν «ελεύθερο πολίτη», παρά τη θέληση του, με τον εξαναγκασμό, τον κλείνει ένας άλλος πολίτης σ' ένα μέρος στενό και ακατοίκητο, κι όταν τον κρατάν εκεί πέρα κάμποσο καιρό - όλοι καταλαβαίνουν ότι αυτό είναι μια πράξη βίας. Μα από τη στιγμή που η ενέργεια αυτή θα γίνει δυνάμει ενός ενιαίου βιβλίου, που λέγεται Ποινικός Νόμος, και το μέρος αυτό ονομαστεί «Πρωσσική Βασιλική Φυλα­κή», μετατρέπεται αμέσως σε πράξη ειρηνικής νομιμότητας. Αν ένας άνθρωπος εξαναγκαστεί από ένα άλλο, παρά τη θέληση του, να σκοτώνει συστηματικά τους συνανθρώπους του, αυτό είναι πράξη βίας. Μα από τη στιγμή που αυτό θα ονομαστεί «στρατιωτική υπηρεσία», ο καλός πολίτης φαντάζεται ότι αναπνέει τον αέρα της ειρήνης και της νομιμότητας. Αν ένα πρόσωπο παρά τη θέληση του το στερήσουν άλλοι από ένα μέρος της ιδιοκτησίας του και του εισοδήματος του, κανένας δε θα διστάσει να πει ότι αυτό είναι μια πράξη βίας. Μα από τη στιγμή που αυτή η ληστεία θα ονομαστεί «είσπραξη άμεσων φόρων», πρόκειται μονάχα για εφαρμογή του νόμου.

Κοντολογής, ό,τι παρουσιάζεται στα μάτια μας για αστική νομιμότητα δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η βία της κυρίαρχης τάξης ανυψωμένη εκ των προτέρων σ' επιτακτικό κανόνα. Από τη στιγμή που οι διάφορες πράξεις βίας καθορίστηκαν σαν υποχρεωτικός κανόνας, το πράγμα αντικαθρεπτίζεται από την ανάποδη στο κεφάλι των αστών νομομαθών, καθώς και στο κεφάλι των οπορτουνιστων σοσιαλιστών: η «έννομος» τάξη παρουσιάζεται σαν ένα ανεξάρτητο δημιούργημα της «δικαιοσύνης» και η βία του κράτους σα μια απλή της συνεπεία, σα μια «κύρωση» των νόμων. Στην πραγματικότητα η αστική νομιμότητα (και ο κοινοβουλευτισμός σα νομιμότητα εν τω γίγνεσθαι) είναι ίσα-ίσα μια ορισμένη μορφή, που παίρνει η πολιτική βία της αστικής τάξης, της βίας που πάλι φυτρώνει πάνω στο οικονομικό έδαφος της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.

Έτσι λοιπόν βλέπουμε πως όλη η θεωρία του νομι-μόφρονος σοσιαλισμού είναι καθαρή φαντασιοκοπία. Ενώ οι άρχουσες τάξεις στηρίζονται σε κάθε τους ενέργεια στη βία, μόνο το προλεταριάτο θα έπρεπε να αρνηθεί από την αρχή και για πάντα τη χρησιμοποίηση της βίας στην πάλη του εναντίον αυτών των τάξεων. Ποιο λοιπόν τρομερό σπαθί θα χρησιμοποιήσει για να ανατρέψει τη βία που κυβερνάει; Την ίδια εκείνη νομιμότητα που δίνει στη βία της αστικής τάξης τη σφραγίδα του επιτακτικού και παντοδύναμου κοινωνικού κανόνα.

Το πεδίο της αστικής νομιμότητας, του κοινοβουλευ­τισμού είναι όχι μόνον πεδίο κυριαρχίας της καπιταλιστι­κής τάξης, μα και πεδίο μάχης που διασταυρώνονται οι ανταγωνισμοί μεταξύ προλεταριάτου και αστών. Μα όπως η «έννομος τάξις» δεν είναι για την αστική τάξη τίποτε άλλο παρά η έκφραση της δικής της βίας, έτσι και η κοινοβου­λευτική πάλη για το προλεταριάτο δεν είναι τίποτε άλλο παρά η τάση του να ανεβάσει στην εξουσία τη δική του βία. Αν πίσω από τη νόμιμη και κοινοβουλευτική μας δράση δεν υπάρχει η βία της εργατικής τάξης, έτοιμη να μπει σ' ενέργεια μόλις χρειαστεί, η κοινοβουλευτική δράση της σοσιαλδημοκρατίας καταντάει παιχνίδι τόσο έξυπνο, όσο και το κουβαλημα νερού με το κόσκινο. Οι ερασιτέχνες του ρεαλισμού που δεν κουράζονται να φωνάζουν για τις «θετικές επιτυχίες» της κοινοβουλευτικής δράσης της σοσιαλδημοκρατίας, για να τις χρησιμοποιήσουν ως όπλα κατά της αναγκαιότητας και σκοπιμότητας της βίας στον εργατικό αγώνα, δε βλέπουν καθόλου ότι οι επιτυχίες αυτές και οι πιο ασήμαντες, δεν είναι παρά το αποτέλεσμα της αόρατης και λανθάνουσας δράσης της βίας.

Το ότι η βία πάντα βρίσκεται στη βάση της αστικής νομιμότητας, το βλέπουμε στις περιπέτειες της ίδιας της ιστορίας του κοινοβουλευτισμού. Η πρακτική πείρα απο­δεικνύει ολοφάνερα πως: όταν οι κυρίαρχες τάξεις πεισθούν ότι οι βουλευτές μας δεν υποστηρίζονται από πλατιές λαϊκές μάζες, έτοιμες να δράσουν όταν χρειαστεί, ότι οι επαναστα­τικές κεφαλές και επαναστατικές γλώσσες δεν είναι ικανές ή δε θεωρούν καλό να βάλουν σε κίνηση, μόλις χρειαστεί, τις επαναστατικές γροθιές - τότε και ο ίδιος ο κοινοβουλευ­τισμός και όλη η περίφημη νομιμότητα θα εξαφανισθούν, αργά ή γρήγορα, ως βάση του πολιτικού αγώνα.

Ύστερα, η νομιμότητα αποδεικνύεται ότι είναι προϊόν του συσχετισμού των δυνάμεων των διαφόρων τάξεων που συγκρούονται, και ότι πάντα ταλαντεύεται. Η Βαυαρία, η Σαξωνία, το Βέλγιο και η Γερμανία μας δίνουν αρκετά πρόσφατα παραδείγματα που αποδεικνύουν ότι οι κοινο­βουλευτικές συνθήκες της πολιτικής πάλης παραχωρούνται ή αφαιρούνται από την κυρίαρχη τάξη, διατηρούνται ή αίρονται, ανάλογα με το βαθμό που οι θεσμοί αυτοί διασφαλίζουν τα ταξικά της συμφέροντα, ανάλογα με την επίδραση που ασκεί η υπόκωφη βία των λαϊκών μαζών, επιθετική ή αμυντική. Και πραγματικά, όπως σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις δεν είναι δυνατό να αποφύγουμε τη βία σα μέσο άμυνας των κοινοβουλευτικών δικαιωμάτων, έτσι επίσης σε ορισμένες άλλες περιπτώσεις, η βία είναι μέσο επίθεσης αναντικατάστατο, εκεί οπού ακόμη πρόκειται ακόμη να κατακτήσουμε το νόμιμο πεδίο της πάλης των τάξεων ...

... Οι οπορτουνιστές μας δηλώνουν πως ο σοσιαλισμός μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με τη δημοκρατία του αστικού κράτους. Δε βλέπουν ότι λέγοντας αυτό, απλώς επαναλαμβάνουν, με άλλα λόγια, τις παλιές θεωρίες που δίδασκαν ότι η αστική νομιμότητα και η αστική δημοκρατία είναι προορισμένες να πραγματοποιήσουν τη γενική ελευ­θερία, ισότητα και ευτυχία - όχι τις θεωρίες της Μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης, που τα συνθήματα της στάθηκαν μια αφελής πίστη, πριν από τη μεγάλη τους ιστορική δοκιμασία, αλλά τις θεωρίες των λογίων και φλύαρων δικηγόρων του 1848, των Οντιλόν Μπαρό, των Λαμαρτί-νων, των Γκαρνιέ Παζές, που ορκίζονταν να πραγματοποι­ήσουν όλες της επαγγελίες της Μεγάλης Επανάστασης με κοινοβουλευτικές φλυαρίες. Οι θεωρίες αυτές σημείωσαν καθημερινά αποτυχίες στη διάρκεια ενός ολόκληρου αιώνα, και η σοσιαλδημοκρατία τις έθαψε τόσο βαθειά, που χάθηκε ολότελ» η μνήμη τους. Ύστερα απ' όλα αυτά έρχονται σήμερα να τις αναστήσουν και να μας τις παρουσιάσουν για ιδέες ολωσδιόλου καινούργιες, ικανές να μας οδηγήσουν στην πραγματοποίηση των σκοπών της σοσιαλδημοκρα­τίας. Ώστε λοιπόν βάση της διδασκαλίας των οπορτου-νιστών δεν είναι, όπως πολλοί φαντάζονται, η θεωρία της εξέλιξης, αλλά η θεωρία των περιοδικών επαναλήψεων της ιστορίας που η κάθε νέα τους έκδοση είναι πιο ανιαρή και πιο αηδιαστική από την προηγούμενη.

Η γερμανική σοσιαλδημοκρατία εδώ και 15 χρόνια πραγματοποίησε, χωρίς αμφιβολία, μια εξαιρετικά σπουδαία αναθεώρηση της σοσιαλιστικής τακτικής και γι αυτό προσέφερε μια μεγάλη υπηρεσία στο διεθνές προλεταριάτο. Η αναθεώρηση αυτή συνίσταται στην καταστροφή της παλιας πίστης στη βίαιη επανάσταση ως τη μοναδική μέθοδο της ταξικής πάλης, ως το μέσο που θα μπορούσε να εφαρμοστεί ανά πασά στιγμή, για να εγκαθιδρυθεί το σοσιαλιστικό καθεστώς. Σήμερα η επικρατούσα αντίληψη, διατυπωμένη ξανά από τον Καουτσκυ στο συνέδριο του Παρισιού, δέχεται ότι η κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη θα πραγματοποιηθεί ύστερα από μία πολύ ή λίγο μακρόχρονη περίοδο κανονικής και καθημερινής κοινωνικής πάλης, στην οποία η προσπάθεια για τον προοδευτικό εκδημοκρατισμό του κράτους και του κοινο­βουλευτισμού, είναι ένα μέσο εξαιρετικά αποτελεσματικό, για την ιδεολογική και, ως ένα μέρος, για την υλική εξύψωση της εργατικής τάξης.

Αυτά η γερμανική σοσιαλδημοκρατία τα απέδειξε στην πραξη. Ωστόσο αυτά καθόλου δε σημαίνουν ότι η βία παραμερίστηκε μια για πάντα, ούτε ότι οι βίαιες επαναστά­σεις αποκηρύχθηκαν ως μέσο πάλης του προλεταριάτου και ότι ο κοινοβουλευτισμός ανακηρύχθηκε μοναδική μέθοδος πάλης των τάξεων. Ίσα-ίσα το αντίθετο, η βία είναι και μένει το ύστατο μέσο της εργατικής τάξης, ο υπέρτατος νόμος της πάλης των τάξεων, άλλοτε λανθάνων, άλλοτε εμφανής. Αν με την κοινοβουλευτική μας δράση και με όλη μας την εργασία «επαναστατούμε» τα μυαλά, αυτό το κάνουμε για να κατέβει όταν χρειαστεί η επανάσταση από τα κεφάλια στις γροθιές.

Δεν είναι η αγάπη προς τη βία ή ο επαναστατικός ρομαντισμός, αλλά σκληρή ιστορική ανάγκη, εκείνο που υποχρεώνει τα σοσιαλιστικά κόμματα να προετοιμάζονται για βίαιες συγκρούσεις αργά ή γρήγορα με την αστική κοινωνία, στην περίπτωση που οι προσπάθειες μας σκοντά­ψουν σε ζωτικά συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων. Το να θεωρούμε τον κοινοβουλευτισμό ως αποκλειστικό μέσο πολιτικής πάλης της εργατικής τάξης, δεν είναι λιγότερο φαντασιοκοπικό και, κατά βάθος, λιγότερο αντιδραστικό, από το να δεχόμαστε τη γενική απεργία ή τα οδοφράγματα, ως αποκλειστικά μέσα πάλης.

Η βίαιη επανάσταση, στις σημερινές περιστάσεις, είναι δίχως άλλο δίκοπο μαχαίρι και δυσκολομεταχείριστο. Πιστεύω ότι το προλεταριάτο δε θα καταφύγει σ' αυτό το μέσο παρά μόνον όταν αυτό θα είναι η μόνη διέξοδος που θα του απομένει, με την απαραίτητη πάντα προϋπόθεση ότι η πολιτική κατάσταση και ο συσχετισμός των δυνάμεων εξασφαλίζουν λιγότερο ή περισσότερο την πιθανότητα της επιτυχίας. Μα η σαφέστατη κατανόηση της ανάγκης να χρησιμοποιηθεί η βία τόσο στα διάφορα επεισόδια της πάλης των τάξεων, όσο και για την τελική κατάκτηση της εξουσίας, είναι εκ των προτέρων απαραίτητη, γιατί ίσα-ίσα η κατανόηση αυτή είναι που δίνει ορμή και αποφασιστικότητα στην ειρηνική και νόμιμη δράση μας.

Αν η σοσιαλδημοκρατία παρασυρόταν από τους οπορτουνιστές και αποφάσιζε να παραιτηθεί εκ των προτέρων και δια παντός από τη χρησιμοποίηση της βίας, αν αποφάσιζε να υποχρεώσει τις εργατικές μάζες να σεβαστούν την αστική νομιμότητα, τότε όλοι οι πολιτικοί της αγώνες, κοινοβουλευτικοί και άλλοι, θα χρεοκοπούσαν αξιοθρήνητα, αργά ή γρήγορα, για να δώσουν τη θέση τους στην αχαλίνωτη κυριαρχία της αντιδραστικής βίας.

[1] Ύστερα από τη γενική απεργία των βέλγων εργατών του 1902 που απάνθρωπα χτυπήθηκε από τις στρατιωτικές δυνάμεις της καθολι­κής κυβέρνησης και στην αποκορύφωση της λύθηκε από το οπορτουνιστικό Γενικό Συμβούλιο του Βελγικού Εργατικού Κόμματος (Βάντερβελντε), στη Διεθνή ξέσπασε μια μεγάλη ιδεολογική διαμάχη γύρω από την τακτική της σοσιαλδημοκρατίας. 

Πρωτοδημοσιεύτηκε: Die Neue Zeit, 14 Μαΐου 1902.
Πρώτη φορά στα ελληνικά: Περιοδικό Νέοι Στόχοι Νο. 1 στη διάρκεια της επταετίας
Επαναδημοσίευση: Περιοδικό Σπάρτακος, Νο. 66, Σεπτέμβρης 2002
από το Ελληνικό Αρχείο Ρόζα Λούξεμπουργκ, Μάϊος 2003