Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γεωργουλας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γεωργουλας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2014

Πολιτική συμμαχιών ή πολιτική συναλλαγών;




Θαυμαστή ομοφωνία και ομοβροντία στην «Αυγή της Κυριακής». Το πρωτοσέλιδο θέμα, το ανυπόγραφο κύριο άρθρο, τα περισσότερα πολιτικά σχόλια της εφημερίδας… Όλα στην ίδια γραμμή: Αφήστε τα’ αστεία!! Πρέπει να κάνουμε τα πάντα για να γίνουν εκλογές τώρα, διαφορετικά θα καταστραφούμε –χώρα και ΣΥΡΙΖΑ μαζί.
Ενδεικτικά παραθέτουμε: «Για τον ΣΥΡΙΖΑ είναι μονόδρομος [αχ, αυτοί οι μονόδρομοι στο στόμα των αριστερών τώρα…] να επιβάλει το “ματ” με εκλογές τώρα». «Είναι αναγκαία η κατανόηση της πραγματικότητας που αλλάζει και της στιγμής που δεν πρέπει να χαθεί».
«Ζητούν κάποιοι να συμμετάσχουν στον αγώνα με τους μαχαιροβγάλτες και τους ζητούνται πιστοποιητικά πρότερου έντιμου βίου. Και αποδείξεις μελλοντικού έντιμου βίου» [ιδίως αυτό!] «Μερικοί αποκαλούν την επερχόμενη φάση αυτής της αναμέτρησης προεδρική εκλογή. Θα έπρεπε να την αποκαλούμε μάλλον προεδρική ευκαιρία».
«Η άλλη εκδοχή [από τη «συνεννόηση» με τη ΝΔ για πρόεδρο και εκλογές] είναι να αρνηθούμε κάθε συμβιβασμό και να κάνουμε εκκλήσεις στην κυβέρνηση να πέσει μόνη της». «Η εναλλακτική να μπλοκάρουμε την προεδρική εκλογή με άνοιγμα στους ανεξάρτητους έχει απορριφθεί, γιατί πριν διαφοροποιηθούν από το μνημόνιο, ήταν μνημονιακοί». «Δεν πειράζει, αν μαζέψει ο Σαμαράς τους 180, θα έχουμε ενάμιση χρόνο να το κουβεντιάζουμε, ενόσω ο Χαρδούβελης θα κόβει συντάξεις και ο Κυριάκος να απολύει κόσμο».
«Δεν είναι βέβαιο ότι υπάρχει στρατηγική νίκης. Ας μην ταλαντεύεται ο ΣΥΡΙΖΑ και ας πάρει επιτέλους πρωτοβουλίες που θα διασπούν τις συμμαχίες του κυβερνητικού μπλοκ ενόψει και της εκλογής προέδρου (χωρίς) αντίληψη περίκλειστου φρουρίου».
Εν τω μεταξύ, από τις σελίδες της «Αυγής» και τις ενημερωτικές ζώνες του Κόκκινου 105,5 παρελαύνουν με δηλώσεις, άρθρα και συνεντεύξεις τους όλοι οι υπο συνεργασία απαραίτητοι πολιτικοί, πριν ακόμα συζητηθεί και αποφασιστεί κάτι σχετικό σε αρμόδια όργανα του κόμματος.
 
Για το καλό της χώρας και του ΣΥΡΙΖΑ…
 
Διαβάζεις και ξαναδιαβάζεις, λοιπόν, τα γραφόμενα και μένεις με την εκτύπωση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι έτοιμος να ανοίξει πανιά για την αυτοδυναμία, αξιοποιώντας τη συγκυρία της εκλογής προέδρου, και κάποιοι στενοκέφαλοι δεν τον αφήνουν. Και για να καταλάβουν κι αυτοί οι στενοκέφαλοι, επιστρατεύεται μέχρι κι ο Λένιν, που μας μιλάει για τη σημασία των συμβιβασμών και των συμμαχιών. Δεν του έχουν ακόμα αποδώσει εκείνο το γνωστό περί συμμαχίας ακόμα και με το διάβολο, αλλά, όπως πάει το πράγμα, δεν φαίνεται να τη γλιτώνει.
Πώς φτάνουν, όμως, να ανακατεύουν στο ίδιο καζάνι τις δοξασίες περί «στιγμών» και «ευκαιριών» με τη θεωρία περί συμμαχιών; Πώς γίνεται να ανάγεται η «στιγμή» και η «ευκαιρία» σε πολιτική βάση και κριτήριο των συμμαχιών; Και γιατί με τόση ελαφρότητα συγχέεται η πολιτική συμμαχιών με την εκλογική τακτική των συνεργασιών; Για τον απλούστατο λόγο ότι, με την επίκληση της μοναδικότητας της στιγμής και του «μονόδρομου», δεν χρειάζεται να συζητήσουμε ουσιαστικά. Χρειάζεται να κραυγάσουμε απλώς «υπέρ» ή «κατά» της «ευκαιρίας».
 
Μια έδρα για μια ψήφο
 
Τι ζητείται, όμως, από τον ΣΥΡΙΖΑ να κάνει; Απλά και καθαρά να συνδέσει με τον πιο άμεσο και ωμό τρόπο την ψήφο των ανεξάρτητων, ορισμένων εξ αυτών τουλάχιστο, με την υπόσχεση ότι όσοι θα συμβάλουν στη μη εκλογή προέδρου, θα συμπεριληφθούν στα ψηφοδέλτια του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές που έρχονται.
Είναι αυτή πολιτική συμμαχιών; Είναι μήπως εκλογική τακτική συνεργασιών; Είναι αυτή βάση για οποιαδήποτε συζήτηση, με οποιονδήποτε; Ή μήπως είναι η αναγέννηση της πελατειακής νοοτροπίας; Τι είναι η ψήφος που ζητάει ο ΣΥΡΙΖΑ από τους πολίτες για να μεταφέρεται στο παζάρι και να ανταλλάσσεται με την ψήφο του καθενός στην εκλογή προέδρου; Προίκα που μπορεί να την κάνει ό,τι θέλει; Δεν σας θυμίζει όλο αυτό τη γνωστή ιησουίτικη αρχή «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα»; Ακόμη κι αν το είχε πει ο Λένιν, οφείλαμε να το είχαμε απορρίψει, πηγαίνοντας του ως δικαιολογητικά τα χαΐρια των καθεστώτων του «υπαρκτού-ανύπαρκτου».
Κι αυτή η απλουστευτική γελοιοποίηση των όποιων αντιρρήσεων έναντι αυτής της ευκαιριακής λογικής; Πόσο ανανεωτικό είναι να μετατρέπεις σε καρικατούρα την άλλη άποψη, για να επιβάλεις τον ευκαιριακό «μονόδρομο»; Ξέρω πολλούς από αυτούς που έχουν αντιρρήσεις, οι οποίοι έχουν πολύ πιο ανοιχτό μυαλό, πιο ανοιχτά μάτια και πιο ανοιχτή αντίληψη για την ευρύτητα των συμμαχιών και των συνεργασιών από αρκετούς μονοδρομικούς. Με τη στάση τους, με την επιμονή τους, κι όχι με τα λόγια μόνο, έχουν βοηθήσει τον ΣΥΡΙΖΑ να γίνει αυτό το ευρύ, ριζοσπαστικό, ενωτικό εγχείρημα, που ίσως καταγραφεί στην ιστορία σαν απαρχή της άρσης του ιστορικού σχίσματος της ευρωπαϊκής αριστεράς. Πολύ πριν υπάρξει στον ορίζοντα οποιαδήποτε «στιγμή» ή «ευκαιρία». Αλλά δεν είναι διατεθειμένοι να τον απαξιώσουν μεταμορφώνοντάς τον σε άλλη όψη του ίδιου νομίσματος, του νομίσματος της πιο αφόρητα επικρατούσας αντίληψης για την πολιτική.
 
Έντιμη στάση
Γιατί δεν μπορεί, άραγε, ο ΣΥΡΙΖΑ, με τον πιο καθαρό τρόπο, να διακηρύξει δημόσια ότι, για συγκεκριμένους πολιτικούς λόγους, ζητάει από κάθε ανεξάρτητο βουλευτή και από κάθε κοινοβουλευτική ομάδα που επιδιώκει τη δημοκρατική ανατροπή των μνημονίων, να μην ψηφίσουν πρόεδρο δημοκρατίας σ’ αυτή τη Βουλή; Χωρίς να τους υποσχεθεί τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από μια συζήτηση για τη χάραξη κοινής πορείας με όσους μπορούν να βρουν βασικά, ουσιώδη κοινά στοιχεία στη βάση του προγράμματός του, πριν ή μετά τις εκλογές. Και, πάντως, να μην τους υποσχεθεί ως αντάλλαγμα για την αρνητική τους ψήφο μια έδρα στη νέα Βουλή. Αυτό θα κριθεί, θα εξαρτηθεί και από άλλους παράγοντες και όχι μόνο από μια ψήφο στη διαδικασία προεδρικής εκλογής. Από ποιον θα κριθεί; Από αυτούς που κατά το καταστατικό του ΣΥΡΙΖΑ αποφασίζουν για τα ψηφοδέλτιά του. Τόσο απλά. Είναι μια έντιμη στάση –και από τις δύο πλευρές– που θα εκτιμηθεί πολύ περισσότερο από όποια ταχυδακτυλουργία.
Ναι, είναι ευκαιρία, τελικά, η διαδικασία προεδρικής εκλογής. Ευκαιρία να δείξει ο ΣΥΡΙΖΑ αν είναι ένα κόμμα που μπορεί να χειριστεί πολιτικά τα κρίσιμα ζητήματα και όχι με τη λογική της πελατειακής πεπατημένης. Ότι δεν είναι «μία από τα ίδια».
 
Χ. Γεωργούλας

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2014

Μηνύματα και στον ΣΥΡΙΖΑ







Το αποτέλεσμα των εκλογών, των αυτοδιοικητικών και ιδίως των ευρωεκλογών, ήταν θετικό για τον ΣΥΡΙΖΑ και την πολύ μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού. Σημειώθηκε ιστορική τομή και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς μια δύναμη της Αριστεράς πήρε την πρώτη θέση. Και αυτό παρά το ότι είχε απέναντί της συνασπισμένα τόσα πολλά συμφέροντα για να την καταπολεμήσουν και να υπερασπιστούν την κυβέρνηση. Είναι πειστικό, πλέον, ότι βρίσκεται σε τροχιά κυβερνητικής εξουσίας και αυτό μπορεί να απελευθερώσει κι άλλες δυνάμεις στο άμεσο μέλλον από τον φόβο που δεν εξέλιπε, να υπερνικήσει την επιφύλαξη έναντι του ΣΥΡΙΖΑ, όση παραμένει. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει τώρα την πρωτοβουλία, η κυβέρνηση είναι σε άμυνα.

Διευρυμένη δυναμική

Το ότι για δεύτερη φορά μετά τις εκλογές του Ιουνίου του 2012 ο ΣΥΡΙΖΑ ψηφίζεται από ένα τόσο υψηλό ποσοστό, σταθεροποιώντας σε πολύ υψηλά ποσοστά – παρά την έκδηλη ρευστότητα του πολιτικού συστήματος – και τη συσπείρωσή του αποδεικνύει ότι ως κόμμα δεν είναι μια ευκαιριακή συσπείρωση. Η ικανότητά του, δε, να προσελκύει δυνάμεις, στατιστικά σημαντικές, απ’ ευθείας και από τη Δεξιά, να γίνεται ευρύτερα πόλος συσπείρωσης, ενθαρρύνει το συμπέρασμα ότι το κόμμα, αν τύχει της αντίστοιχης καθοδηγητικής φροντίδας, με κανένα τρόπο δεν έχει εξαντλήσει τη δυναμική του.
Η διαδικασία των ευρωεκλογών, ιδίως η υποψηφιότητα του σύντροφου Αλέξη ως προέδρου του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, η ευρωκαμπάνια του και ιδίως η συμμετοχή του στην τηλεοπτική αντιπαράθεση με τους άλλους υποψήφιους για τη θέση του προέδρου της Κομισιόν, όπου ανέπτυξε με αρτιότητα και ενάργεια τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ και της ευρωπαϊκής αριστεράς, αποσαφήνισε πλήρως την ευρωπαϊκή μας πολιτική. Δύσκολα θα επανέλθουν στο τραπέζι, τουλάχιστον με την ίδια οξύτητα και τον ίδιο ως τώρα τρόπο, και θα διχάσουν το κόμμα, συζητήσεις για το ευρώ κτλ. Η καμπάνια προσέδωσε στο θέμα τις φυσιολογικές του διαστάσεις, το εγκατέλειψαν και οι αντίπαλοι σαν όπλο εναντίον μας. Δεν ενθαρρύνθηκαν, αλλά αποδοκιμάστηκαν τα αριστερά σχήματα που στηρίχθηκαν σ’ αυτό, άσκησαν δριμεία κριτική στον ΣΥΡΙΖΑ με βάση αυτό.

Παρόντες στην αυτοδιοίκηση

Τα αποτελέσματα, με τη νίκη των αυτοδιοικητικών κινήσεων όπου συμμετέχουν και οι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ, ιδίως σε δήμους της Β΄ Αθηνών και Β΄ Πειραιώς, μεγάλους δήμους της περιφέρειας, όπως Κοζάνη, Λάρισα, Λειβαδιά, και στις δυο περιφέρειες είναι μια νέα και άγνωστη δυνατότητα για τη Ριζοσπαστική Ανανεωτική Αριστερά. Ιδιαίτερα η ανάληψη της ευθύνης της διοίκησης στην Περιφέρεια Αττικής με τη συντρόφισσα Ρένα Δούρου είναι τομή. Οι δυνάμεις της Αριστεράς και ευρύτερες κινηματικές - κοινωνικές δυνάμεις που συνυπάρχουν στα αυτόνομα αυτοδιοικητικά σχήματα, έχουν την ιστορική πρόκληση να αντιμετωπίσουν τεράστιας σημασίας λαϊκά – κοινωνικά προβλήματα από θέση δημοκρατικής εξουσίας. Έχουν τη μοναδική ευκαιρία να δώσουν δείγματα γραφής, έμπρακτα, ότι η εναλλακτική μας αντίληψη δεν είναι μόνο στα χαρτιά. Η επιτυχία εδώ θα άρει τις διάχυτες επιφυλάξεις έναντι του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά κυρίως θα πείθει για την αξία της Αριστεράς και όταν δεν είναι στην κεντρική κυβέρνηση. Μας δίνεται, ακόμη, η ευκαιρία, πράγμα πολύ σημαντικό, να διευρύνουμε στην πράξη τον ρόλο της αυτοδιοίκησης που ασφυκτιά υπό τον Καλλικράτη.
Παράλληλα, οι πολύ σημαντικές αυτοδιοικητικές παρουσίες στα δύο τρίτα, περίπου, των δήμων και σ’ όλες τις περιφέρειες, ειδικά η παρουσία μας στην Αθήνα με την Ανοιχτή Πόλη και την υποψηφιότητα του συντρόφου Γαβριήλ Σακελλαρίδη που ανέδειξε ένα ελπιδοφόρο αριστερό αυτοδιοικητικό πρότυπο, είναι νέες δυνατότητες. Είναι αναντικατάστατες κινηματικές μορφές παρέμβασης, στους θεσμούς και την τοπική κοινωνία. Κινητοποιώντας τους πολίτες, αν ο δήμος ή η περιφέρεια κωφεύει, μπορούν αυτές να προωθούν τη λύση προβλημάτων ή να τα προβάλλουν. Οι συλλογικότητες κάθε μορφής, οι ποικίλες αλληλέγγυες δομές ανά τη χώρα είναι οι απαραίτητοι και αποτελεσματικοί σύμμαχοι στο έργο των αυτοδιοικητικών κινήσεων. Η κρίση διαρκεί, η οργάνωση του λαού προέχει.

Μηνύματα και στον ΣΥΡΙΖΑ

Όμως, τα αποτελέσματα έστειλαν μηνύματα και στον ΣΥΡΙΖΑ και θα πρέπει να τα αποκωδικοποιήσουμε, με προσοχή. Στην πραγματικότητα η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, ιστορική μεν αλλά και με μέτρο, εμπεριέχει ένα είδος λαϊκής σοφίας που του δίνει τον απαραίτητο χρόνο ωρίμανσης, που φαίνεται ότι τον χρειάζεται για να αναλάβουμε τη μεγάλη ιστορική ευθύνη. Του υπενθυμίζει ότι ο αγώνας είναι ημιαντοχής όχι ταχύτητας, έχει απαιτήσεις δεν μπορεί να στηριχθεί σε ευκαιριακές πρωτοβουλίες, επικοινωνιακές, έχει δυσκολίες. Εν πολλοίς ο λαός, δεν γνωρίζει ακόμη ούτε το πλήρες, επικαιροποιημένο πρόγραμμά του, στο οποίο θα μπορούσε να αναγνωρίσει τον εναλλακτικό ορίζονται λαϊκών προσδοκιών.
Τέθηκαν ζητήματα αυτοδιοικητικής τακτικής και ουσίας. Το κύριο, το υπόβαθρο του λάθους είναι η αντίληψη που ενδημεί στην ηγεσία του κόμματος ότι το 27% του Ιουνίου μπορεί να ανοίξει όλες τις πόρτες. Μπορείς να κερδίσεις από επιτρόπους στην ενορία σου έως και τις περιφέρειες. Αποκαλύπτει ελλιπή θεωρητική προσέγγιση της έννοιας της ηγεμονίας, της αυτονομίας και διαφορετικότητας των τοπικών πολιτικών συστημάτων από το κεντρικό πολιτικό σύστημα. Δεν τηρεί πάντα τους όρους αυτόνομης παρέμβασης των αυτοδιοικητικών κινήσεων όπου συμμετέχουν τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ με πολλούς άλλους. Επίσης, δείχνει - και είναι θεμιτό -λειψή αυτοδιοικητική εμπειρία και γνώση, για τους ειδικούς κώδικες που χρειάζονται για τους τοπικούς δίαυλους.
Αποτέλεσμα αυτής της λανθασμένης παραδοχής - επανάπαυσης ήταν η αργοπορία να στραφεί ο ΣΥΡΙΖΑ αμέσως μετά τον Ιούνιο του 2012 στην οικοδόμηση της αυτοδιοικητικής του παρέμβασης. Διαδικασία που θα συνένωνε υπαρκτές κινηματικές οντότητες με άλλες αυτοδιοικητικές δυνάμεις, μαζί με τον κόσμο του ΣΥΡΙΖΑ, στη βάση ενός τοπικού προγράμματος. Ιδίως στις περιφέρειες αυτό παραβιάστηκε πλήρως. Ο ΣΥΡΙΖΑ προχώρησε τη θέση του, κατά κανόνα, χωρίς διαδικασίες που θα παρήγαγαν ένα επεξεργασμένο πρόγραμμα. Ενδεικτική ήταν η επιλογή βουλευτών ή στελεχών του κόμματος για τη θέση του υποψήφιου περιφερειάρχη ή «συμμάχων» πολιτικών ή «προβεβλημένων» μιντιακών. Οι επιλογές αυτές δεν υποστηρίχθηκαν από τους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ.

Λανθασμένες προσεγγίσεις

Αλλά το αποκορύφωμα ήταν το σύνθημα «τρεις κάλπες μια επιλογή». Δεν χρειάζεται καμιά επιχειρηματολογία για το πόσες μαζί λανθασμένες προσεγγίσεις ενσωματώνει. Οι πολίτες απάντησαν ακριβώς το αντίθετο: «τρεις κάλπες, τρεις επιλογές»! Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα έλεγε σε όλους τους τόνους, ότι το μνημόνιο αφορά και τις τρεις κάλπες. Ούτε ότι θα έκρυβε πως ένας υποψήφιος είναι του ΣΥΡΙΖΑ, το αντίθετο. Αλλά αυτό είναι κάτι διαφορετικό. Και μια και μιλήσαμε για «λαϊκή σοφία», στην Αθήνα και στην Αττική ο κόσμος αντιλήφθηκε ποιο είναι το πολιτικό διακύβευμα και ψήφισε τη Δούρου και τον Σακελλαρίδη. Το ίδιο ισχύει για το δεύτερο γύρο. Σχεδόν παντού ο υποψήφιος του ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε! Εδώ, από μόνοι τους οι πολίτες έκαναν πολιτική επιλογή, σωστή. Στο ίδιο μήκος κύματος είναι και το σύνθημα «25 ψηφίζουμε και φεύγουν». Ενώ μπορούσαμε να πούμε ότι αρχίζει η διαδικασία, ανοίγουν οι εξελίξεις να νικήσουμε την κυβέρνηση. Κάτι που έγινε, εξάλλου, και είναι πολύ σημαντικό.
Να συμπληρώσουμε, ακόμη, το παζλ με την επιμονή σε ένα είδος καμπάνιας που προέβαλλε κυρίως την καταστροφή που προκαλεί το μνημόνιο και όχι τον ορίζοντα προσδοκιών, το θετικό των προτάσεων του ΣΥΡΙΖΑ. Οι υψηλοί στόχοι «θα μπούμε στον δεύτερο γύρο σε επτά – εννιά περιφέρειες», εκ των οποίων «σίγουρες το Βόρειο Αιγαίο και η Δυτική Ελλάδα» και το «δέκα μονάδες μπροστά» στις ευρωεκλογές συμπληρώνουν την εικόνα. Είναι έργο της ηγεσίας ή σωστότερα των συμβούλων που περιτριγυρίζουν τον πυρήνα της κορυφής. Συνέβαλε και η ανάθεση της καμπάνιας σχεδόν αποκλειστικά σε επικοινωνιολόγους – που εκ φύσεως έχουν ρηχή πολιτική προσέγγιση, με ατάκες κτλ – μάλιστα έχουν παλιότερα διαπρέψει στην υπηρεσία του ΠΑΣΟΚ. Παρά τις αντιδράσεις από πολλές πλευρές. Ο κ. Τζιώτης υπήρξε επικοινωνιακό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ και ορίστηκε κεντρικός επικοινωνιολόγος του ΣΥΡΙΖΑ στην πιο κρίσιμη μάχη! Δεν πρέπει να ενημερωθεί το κόμμα γι’ αυτές τις επιλογές; Να κριθούν;
Στο πλαίσιο της μη λειτουργίας των καθοδηγητικών οργάνων του κόμματος και των επιτροπών που ορίζονται για συγκεκριμένο έργο, το πολιτικό περιεχόμενο της καμπάνιας, η μονοπρόσωπη παρουσίασή της – πλην του τελευταίου εικοσαημέρου – και διάφορες αυθαίρετες «αναψηλαφήσεις» πολιτικών πλευρών της γραμμής μας, όπως και κρίσιμα λάθη (Σουλεϊμάν Σαμπιχά) έγιναν από άγνωστους στο κόμμα αόρατους συμβούλους, που έχουν λόγο ισχυρότερο από τα μέλη της Γραμματείας χωρίς να τους έχει αναθέσει ένα όργανο γι’ αυτή την ευθύνη. Κανένας δεν γνωρίζει, για παράδειγμα, πώς προέκυψαν τα προεκλογικά μας συνθήματα και η έμφαση (σε σημείο δημιουργίας ιστοσελίδας) στη «Νέα Ελλάδα». Κανένας δεν γνωρίζει, πώς προέκυψε η άφθονη –έκδηλα προπαγανδιστική – αναφορά στις ανοιχτές συγκεντρώσεις στην «πατρίδα». Ο υπερβολικός αντί-Μέρκελ, λαϊκότροπος λόγος, που στερούσε τη δυνατότητα να διατυπωθούν οι θέσεις μας για την Ευρώπη, παγίδευαν τον ομιλητή. Όπως και στο ντιμπέιτ, στις συνεντεύξεις του σε κανάλια ο Αλέξης είχε πιο πλούσιο λόγο,  επιχειρηματολογία και ιδέες.

Χάρη στον κόσμο του ΣΥΡΙΖΑ

Υπάρχουν, βέβαια, και οι διάφορες αστοχίες της ηγεσίας κατά τη διάρκεια της  συγκρότησης των ψηφοδελτίων, κατά κανόνα παρακάμπτοντας οργανώσεις, ακόμη και όργανα. Γνωστές οι περισσότερες, αν και υπάρχουν και άλλες λιγότερο γνωστές. Σ’ αυτό το σημείο αξίζει να πούμε για τις ημιεπίσημες διαρροές διαφόρων τάσεων και κομματικών αποχρώσεων προς συγκεκριμένους δημοσιογράφους, ανάλογα με το ενδιαφέρον και τους δεσμούς. Αυτό το «χούι», που θεωρείται όπως φαίνεται «έξυπνο» και «νόμιμο» προνόμιο ηγετικών στελεχών, μαζί με την «επίδειξη γνώσεων και θέσεων» από κεντρικά στελέχη όταν βρίσκονται στο γυαλί – ξεχνώντας ότι στην πλάτη του κόμματος πατούν για να απευθύνουν με την προσωπική τους, βέβαια, συμβολή και εμπλουτισμό, τον λόγο του στους πολίτες – προκαλεί εσωστρέφεια και διαμορφώνει κλίμα αφερεγγυότητας. Στερούν, όλα αυτά μαζί, σημαντικούς βαθμούς από την ωριμότητα που θέλει να δει στον ΣΥΡΙΖΑ ο λαός για ένα τόσο βαρύ και δύσκολο έργο που τον προορίζει.
Παρ’ όλα αυτά ο κόσμος του ΣΥΡΙΖΑ ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές, όταν στα ηγετικά όργανα συγκρούονταν – κάποτε χωρίς αίσθηση και ιστορικής ευθύνης – οργάνωνε τη μάχη. Συγκροτούσε συνδυασμούς, έγραφε προγράμματα, οργάνωνε συγκεντρώσεις, κρεμούσε πανό, κολλούσε αφίσες, τροφοδοτούσε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τηλεφωνούσε σε φίλους. Έτσι δόθηκε η μάχη, σώμα με σώμα, και γι’ αυτό κερδήθηκε.


Π. Κλαυδιανός, Χ. Γεωργούλας

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014

Ένας ΣΥΡΙΖΑ δύο ταχυτήτων



Η φιλολογία γύρω από το φαινομενικά παράδοξο ο μεν ΣΥΡΙΖΑ δημοσκοπικά να προηγείται, οι δε παρατάξεις που υποστηρίζει στις επαγγελματικές οργανώσεις να μην πρωτεύουν, είναι ήδη πλούσια. Κατά κανόνα, όμως, δεν εισφέρει πειστικές απαντήσεις στο ερώτημα τι σημαίνει και πού οφείλεται αυτή η αναντιστοιχία.
Οι πρόχειρες απαντήσεις που δίνουν τα κομματικά επικοινωνιακά γραφεία της Χαριλάου Τρικούπη και της Συγγρού ή οι μιντιακές εκφράσεις τους, είναι γνωστές: η υστέρηση των παρατάξεων που υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί απόδειξη της αδυναμίας του να ξεφύγει από μια στασιμότητα που χαρακτηρίζει τα δημοσκοπικά ποσοστά του και προοιωνίζεται το πέρασμά του, τελικά, στη δεύτερη θέση.
Ειδικότερα από τους φίλα προσκείμενους στο βενιζελικό ΠΑΣΟΚ προπαγανδιστές προτείνεται μετ’ επιτάσεως η ακόλουθη ερμηνεία: η κεντροαριστερά, παρά τα χαμηλά δημοσκοπικά ποσοστά της, αντέχει μέσα στην κοινωνία, η οποία απαιτεί την ανασυγκρότησή της.
Από επικοινωνιακή άποψη δεν είναι κακές αυτές οι προσπάθειες χειραγώγησης της κοινής γνώμης. Δυστυχώς, όμως, δυσκολεύονται να εξηγήσουν γιατί το 40% ή το 50% στους μηχανικούς ή τους δικηγόρους μετατρέπεται με τη μέγιστη ευκολία σε 4% ή 5% όταν πρόκειται για τα δημοσκοπικά ποσοστά του ΠΑΣΟΚ ή ακόμα και της ΔΗΜΑΡ (παρότι δεν είναι το ίδιο πράγμα ούτε μπορούν να αθροιστούν τα ποσοστά τους).

Το «δείγμα» και το κοινωνικό σώμα

Θα μπορούσαμε να αρχίσουμε τη μετά λόγου γνώσεως προσέγγιση των πραγμάτων παραδεχόμενοι την απλή και καθαρή αλήθεια ότι καμία επαγγελματική ένωση επιστημόνων επαγγελματιών δεν μπορεί να αποτελεί κατά οποιοδήποτε τρόπο δειγματοληπτική υποδιαίρεση του εκλογικού σώματος. Αν μια δημοσκοπική εταιρία επιχειρούσε να διαμορφώσει μ’ αυτό τον τρόπο το δείγμα της, θα της αφαιρούσαν δίχως άλλο την άδεια άσκησης του επαγγέλματος.
Οι επαγγελματικές ενώσεις αυτού του είδους, παρά τις μεταξύ τους διαφορές και τις διαστρωματώσεις στο εσωτερικό τους, κατά βάση αποτελούν ενώσεις τμημάτων μιας μεγάλης ειδικής κατηγορίας: των μεσοστρωμάτων. Σε περιόδους κρίσης η συμπεριφορά τους είναι χαρακτηριστική: ενώ εισπράττουν την πίεση προς τα κάτω και βιώνουν την κοινωνική και οικονομική υποβάθμιση, που τους ωθεί συχνά σε μια ιδιόμορφη φτωχοποίηση, η συνείδησή τους δεν συμβαδίζει με την πραγματικότητά τους, παρουσιάζει υστέρηση. Κι αυτό μεταφράζεται σε διατήρηση της ελπίδας ότι, τελικά, υποβιβασμός δεν θα πραγματωθεί ή ότι η αναβάθμιση δεν θα αργήσει.
Η μόνη κατηγορία που τείνει να απεμπλακεί από αυτό το διμορφισμό, είναι η κατηγορία των επαγγελματιών που έχουν ήδη με μονιμότερο τρόπο μετατραπεί σε μισθωτούς ή οιονεί μισθωτούς.
Ένας από τους σκεπτόμενους αναλυτές που ασχολήθηκαν με το «παράδοξο», ο κ. Δ. Μητρόπουλος, παρατηρεί αμέσως μετά την παράθεση των αποτελεσμάτων στο ΤΕΕ και τον ΔΣΑ: «Για να είμαστε σωστοί, οι συριζαίοι πάνε καλά μόνο στους γιατρούς του ΕΟΠΥΥ (εφ. «Τα Νέα» 6/3). Αποδίδει, βέβαια, το γεγονός στον κ. Γεωργιάδη («ας όψεται ο Άδωνις»), αλλά είναι προφανές ότι οι γιατροί του ΕΟΠΥΥ είναι οι μόνοι γιατροί που έχουν συνειδητοποιήσει ότι τους ωθούν βίαια από τα μεσοστρώματα στις τάξεις των «μισθωτών δούλων» και δίνουν τον επαγγελματικό αγώνα τους με διαφορετική ή υπό διαφοροποίηση συνείδηση.

Η αναδίπλωση στην «κοινότητα»

Πιο κάτω, εξηγώντας με ειλικρίνεια τους λόγους της επιτυχίας του κ. Β. Αλεξανδρή στον ΔΣΑ, σημειώνει: «Υπέρ Αλεξανδρή έκαναν διακριτική καμπάνια όλα τα μεγάλα σοβαρά δικηγορικά γραφεία, αστικά και ποινικά (…) Είχε την υποστήριξη των μεγαλοδικηγόρων, χωρίς να απωθεί τους μεσαίους ή τους βιοπαλαιστές των δικαστηρίων». Για να συμπεράνει, τελικά: «Η εκλογή Αλεξανδρή είναι έκφραση του κοινοτισμού (…) Η κοινωνία σπάει σε κοινότητες, κυριολεκτικές ή μεταφορικές όπως των επαγγελματιών, που παίρνουν τα πράγματα στα χέρια τους». Ας μας επιτραπεί να υποθέσουμε βάσιμα ότι, αν επρόκειτο για την εκλογή υποψηφίων με τη στήριξη του ΣΥΡΙΖΑ, τότε τις λέξεις «κοινοτισμός» και «κοινότητες» θα είχαν αντικαταστήσει οι λέξεις «συντεχνιασμός» και «συντεχνίες».

Οι καθυστερήσεις του ΣΥΡΙΖΑ

Όπως και να ‘χει, η λογική της ερμηνείας είναι ορθή. Δυστυχώς ή ευτυχώς, αυτό δεν σημαίνει ότι όλα είναι μοιραία ή ότι οι άνθρωποι του ΣΥΡΙΖΑ τα έχουν κάνει όλα σωστά. Θα μπορούσαν οι παρατάξεις που υποστήριξε να είχαν αισθητά καλύτερα αποτελέσματα υπό ορισμένες προϋποθέσεις.
Πρώτα απ’ όλα, παρότι ο ΣΥΡΙΖΑ και η απρόσμενη εκλογική επιτυχία που υπήρξε σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα κοινωνικών διεργασιών, ως κόμμα ο ΣΥΡΙΖΑ την πολιτική επιτυχία του δεν έτρεξε να την επενδύσει σε κοινωνική οργάνωση. Δεν φρόντισε να ανταποδώσει στην κοινωνική δράση αυτό που εκείνη του πρόσφερε απλόχερα στο πολιτικό επίπεδο. Κι αυτό δεν μπορούσε παρά να του κοστίσει στα επί μέρους μέτωπα (και στην κεντρική πολιτική μάχη πιθανότατα).
Αυτό που τίθεται ως πρόβλημα για τον ΣΥΡΙΖΑ στο «τοπικό» επίπεδο των επαγγελματικών ενώσεων, αποτελεί ταυτόχρονα και ζήτημα σχετικό με τη γενική πολιτική στρατηγική του. Η πρόχειρη προσέγγιση της επίλυσης του προβλήματος προτείνει το πολιτικό άνοιγμα του ΣΥΡΙΖΑ σ’ αυτές τις ομάδες του εκλογικού σώματος, ώστε να νιώσουν ότι τις εκφράζει ικανοποιητικά.
Δυστυχώς, το θέμα είναι αρκετά πιο πολύπλοκο. Κανένα κόμμα, όσο κι αν «ανοίξει», δεν μπορεί να εκφράσει τους πάντες και τα πάντα. Ούτε το ΠΑΣΟΚ το μπόρεσε. Αν για μικρό χρονικό διάστημα ενομίσθη από κάποιους κάτι τέτοιο, η εντύπωση αυτή δεν κράτησε για πολύ. Και τότε, τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και οι υπό την επιρροή του αναγκάστηκαν να επιλέξουν με ποιους θα πάνε και ποιους θ’ αφήσουν…

Σχέσεις εμπιστοσύνης με τα επιμέρους

Αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θέλει να επαναλάβει την ιστορία, πράγμα αδύνατον, άλλωστε, οφείλει να επεξεργαστεί πειστικές επιμέρους προγραμματικές θέσεις και την αντίστοιχη πολιτική συμμαχιών πάνω σ’ αυτή τη βάση. Έτσι θα μπορέσει να διευρύνει την επιρροή του και την υποστηρικτική βάση του μέσα στην κοινωνία με πιο σταθερό τρόπο, καλλιεργώντας τις απαραίτητες σχέσεις εμπιστοσύνης.
Μπορεί, λοιπόν, η τεχνητή προβολή των εκλογικών αποτελεσμάτων στις επαγγελματικές ενώσεις κυρίως των μεσοστρωμάτων στο σύνολο του εκλογικού σώματος να είναι ουσιαστικά μια λαθροχειρία, ωστόσο αναδεικνύει ένα πρόβλημα για τον ΣΥΡΙΖΑ∙ Η λύση του βρίσκεται στον αντίποδα των υποδείξεων των καλοθελητών: από την ικανότητά του να κερδίσει την ηγεμονία στο μεγάλο κάδρο, ως εκφραστής της μεγάλης πλειοψηφίας των λαϊκών στρωμάτων, θα κριθεί και η δυνατότητά του να συμπαρασύρει και τη μεγαλύτερη μερίδα των διστακτικών στρωμάτων. Και όχι το αντίθετο.

Χ. Γεωργούλας

Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2014

Οι βλαβερές συνέπειες της έλλειψης πολιτικής συμμαχιών


 
 
Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ιδιόμορφο κόμμα. Ενώ έχει γίνει πια με απόφαση του συνεδρίου του ενιαίος πολιτικός οργανισμός, το βιωματικό φορτίο του είναι φορτίο συμμαχικού σχήματος, συνασπισμού κομμάτων. Αυτό είναι αναμενόμενο, καθώς τα ενιαία κόμματα διαμορφώνονται στην πράξη και όχι απλά με μια απόφαση.
 
Του Χ. Γεωργούλα και του Π. Κλαυδιανού

Συχνά, όμως, η πραγματικότητα αυτή έχει συνέπειες στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τα προβλήματα των συμμαχιών του με άλλες πολιτικές δυνάμεις. Από κεκτημένη ταχύτητα άλλοι τείνουν να θεωρούν τη σύναψη συμφωνίας σαν προθάλαμο για την ένταξη στον ΣΥΡΙΖΑ, και άλλοι απαιτούν συχνά από τους υποψήφιους συμμάχους πολιτικά διαπιστευτήρια, που είναι απαραίτητα μόνο για την ένταξη σ’ ένα ενιαίο κόμμα. Ενώ η πολιτική συμμαχία προϋποθέτει ακριβώς ύπαρξη διαφοράς, η οποία δεν επιτρέπει μεν τη συνύπαρξη στο ίδιο κόμμα, γεφυρώνεται όμως με την επίτευξη πολιτικής συμφωνίας από την οποία επωφελούνται και οι δύο «συμβαλλόμενοι».

Οι συγχύσεις αυτού του είδους παρουσιάζονται ελλείψει μιας ουσιαστικής συζήτησης με σκοπό τη διαμόρφωση μιας πάγιας και καλά σχεδιασμένης πολιτικής συμμαχιών. Ενδεικτικό των συγχυτικών φαινομένων, για παράδειγμα, είναι ότι εκείνοι ακριβώς που δυσκολεύονται περισσότερο να ενταχθούν ουσιαστικά στον τρόπο λειτουργίας ενός δημοκρατικά συγκροτημένου ενιαίου κόμματος (υπάρχουν ακόμα «συνιστώσες» που δεν έχουν αυτοδιαλυθεί), είναι συνήθως εκείνοι που διστάζουν περισσότερο μπροστά στα ζητήματα που θέτει μια πολιτική συμμαχιών. Ενώ, δηλαδή, οι ίδιοι νιώθουν πιο καλά σ’ ένα κόμμα που δεν έχει αποβάλει ακόμα πλήρως τα χαρακτηριστικά του συμμαχικού σχήματος, διστάζουν να δεχτούν ως συμμάχους άλλες πολιτικές δυνάμεις, που δεν είναι καθόλου υποχρεωμένες να πληρούν τους αυστηρούς όρους, που θα τους έκαναν αποδεκτούς στο ενιαίο κόμμα.

Το αποτέλεσμα είναι να συναντάει κάποιος στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και στην πρακτική του συχνά, όλες τις εκδοχές της πολιτικής συμμαχιών, από τις πιο ευρύχωρες μέχρι τις πιο στενόχωρες. Για ένα κόμμα που βρίσκεται προ της διεκδίκησης της κυβέρνησης, το πρόβλημα αυτό είναι πολύ σοβαρό, γιατί μπορεί, αφ’ ενός, να το απομακρύνει από αυτήν λόγω ευκαιριών και αφερέγγυων χειρισμών, αφ’ ετέρου μπορεί να κάνει εξαιρετικά ασταθή την κυβέρνησή του αφήνοντάς τη χωρίς τους απαραίτητους σταθερούς συμμάχους.

Συμμαχίες και «ανοίγματα»


 Μπορεί αυτά τα προβλήματα να λυθούν και τα αγωνιώδη ερωτήματα να απαντηθούν χωρίς την επεξεργασία σοβαρής και συγκροτημένης πολιτικής συμμαχιών; Η απάντηση είναι φανερή, αλλά το ζήτημα είναι ότι η μέχρι τώρα πρακτική περιορίζεται είτε στις (πρώιμες) προσπάθειες προσέλκυσης προσώπων και κινήσεων στον ενιαίο ΣΥΡΙΖΑ, είτε στην προώθηση συνεργασιών με πρόσωπα που, όπως λέγεται συνήθως, σηματοδοτούν διαφόρων ειδών «ανοίγματα».

Στόχος αυτών των «σηματοδοτήσεων» είναι περισσότερο η ενίσχυση της εκλογικής καταγραφής του ΣΥΡΙΖΑ και πολύ λιγότερο η καλλιέργεια και η συγκρότηση ενός συνασπισμού πολιτικών δυνάμεων σε αντιστοιχία με το συνασπισμό κοινωνικών δυνάμεων που διεκδικούμε στο πεδίο των κοινωνικών αγώνων. Οι συμπράξεις αυτές γίνονται συνήθως σε μάλλον ασαφή πολιτική βάση. Δεν διατυπώνεται με σαφήνεια το πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο επιχειρούνται, ούτε ο πολιτικός ορίζοντας στον οποίο τοποθετούνται. Πολλές φορές, μάλιστα, ερωτήματα και ενστάσεις σ’ αυτό το πεδίο ερμηνεύονται με ευκολία σαν πρόσχημα για την ακύρωση κάθε είδους συνεργασιών. Άλλοτε πάλι συκοφαντούνται σαν απαίτηση πιστοποιητικού πολιτικών φρονημάτων ή δηλώσεων μετανοίας από τους υποψήφιους συμμάχους.

Κι, όμως, τι πιο αυτονόητο –και απαραίτητο– από μια σαφή συνεννόηση με όσους, πρόσωπα ή ομάδες και κινήσεις, αναζητούν πεδίο συνεργασίας με τον ΣΥΡΙΖΑ; Μια τέτοια, συγκροτημένη και σοβαρή, αντιμετώπιση των συμμαχιών και συνεργασιών δεν προκαλεί δυσπιστία στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα, ούτε ανακόπτει το ρεύμα προσέγγισης του ΣΥΡΙΖΑ. Αντίθετα, κάνει όλο και περισσότερους να τον εμπιστεύονται ακόμα πιο πολύ, ως δύναμη που δεν ενδιαφέρεται για την ευκαιριακή ανάρρωση στην κυβέρνηση, αλλά οικοδομεί με φερέγγυο τρόπο, από τώρα κιόλας, τις προϋποθέσεις για την ευρύτατη στήριξη του ριζοσπαστικού κυβερνητικού έργου της.

«Εκπαιδεύοντας» τους συμμάχους

 Ένας τέτοιος σχεδιασμός της πολιτικής συμμαχιών διευκολύνει την προσέλκυση πολιτικών δυνάμεων και πολιτικών προσώπων που δεν ενδιαφέρονται για συμμαχίες ευκαιρίας. Ταυτόχρονα, βοηθάει κι όσους δεν βασανίζουν και τόσο πολύ το ζήτημα, να αντιληφθούν ότι μόνο αν αλλάξουν στάση θα βρουν θύρες συνεργασίας ανοιχτές, και τους απομακρύνει από την επικρατούσα μέχρι σήμερα αντίληψη των συνεργασιών παντός καιρού και χωρίς αρχές.

Μ’ αυτό τον τρόπο, ούτε καν υποψήφιο σύμμαχο υποχρεώνεις να εμφανιστεί διαφορετικός από αυτό που είναι, ούτε αναγκάζεσαι να μεταλλαχθείς εσύ, προκειμένου να «ανοίξεις». Διατυπώνεις δημόσια τους κοινούς στόχους και τους όρους που συνιστούν τη συνοχή της συμμαχίας. Αν με το σύντροφό σου μέσα σ’ ένα κόμμα γνωρίζεις ότι, παρά τις διαφορές, είσαι υποχρεωμένος να επιδιώξεις από κοινού την εκπλήρωση των κοινών άμεσων και απώτερων στόχων χωρίς εκπτώσεις, με τον σύμμαχό σου είναι απαραίτητο να έχεις αποσαφηνίσει –και ενώπιον των πολιτών– μέχρι πού είστε αποφασισμένοι να συμβαδίσετε.

 Καθώς επίσης και με ποια «σχήματα» θα προχωρήσετε και από ποιους δρόμους θα διαβείτε. Αυτά είναι τα στοιχεία που σηματοδοτούν ανοίγματα ενισχυτικά της επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ και της εμπιστοσύνης της πλειοψηφίας των λαϊκών τάξεων στις επιλογές του.

Καλοί λογαριασμοί για καλούς συμμάχους


Για να μπορέσει ο ΣΥΡΙΖΑ να ανακόψει τη μνημονιακή καταστροφή και να αναστρέψει την κατηφορική πορεία κοινωνίας και οικονομίας οφείλει να μεταβάλλει το συσχετισμό δύναμης που επέτρεψε την επιβολή των μνημονίων. Αυτό στο πεδίο των κοινωνικών αγώνων και των εκλογικών αναμετρήσεων σημαίνει κατάκτηση της μεγάλης πλειοψηφίας. Στο πεδίο των πολιτικών δυνάμεων σημαίνει τη μεγαλύτερη δυνατή ενίσχυση, του ΣΥΡΙΖΑ και των άλλων δυνάμεων της αριστεράς, αλλά και τη μέγιστη μετατόπιση δυνάμεων στη διάταξη μνημονιακών / αντιμνημονιακών σχηματισμών.

Παρά την ανάδειξη νέων πολιτικών σχηματισμών πολιτική διάταξη εξαιτίας των ισχυρών κοινωνικών αναταράξεων, και με δεδομένο ότι στην αναδιάταξη αυτή μερίδιο θα έχουν δεξιές και ακροδεξιές εκδοχές της αντίθεσης με τη μνημονιακή πολιτική, είναι πολύ πιθανό η μεταστροφή αυτή να εκδηλωθεί και ως προσωπική ή συλλογική μετατόπιση, προσώπων και δυνάμεων που δεν αντιτάχθηκαν από την αρχή στη μνημονιακή πολιτική. Το να ζητήσεις από αυτούς να εξηγήσουν τον αναστοχασμό τους, να στηρίξουν αυτοκριτικά τη μεταστροφή τους, δεν μπορεί να εξισώνεται με απαίτηση δήλωσης μετανοίας. Είναι μια απλή και καθαρή, εξήγηση με τους αποδέκτες των πολιτικών επιλογών τους, με αυτούς που τώρα ζητούν να τους εμπιστευτούν ξανά.

Κι ούτε είναι απαίτηση διέλευσης από κάποιο καθαρτήριο η υπόμνηση ότι χρειάζεται επίδειξη σεμνότητας από όσους από θέσεις εξουσίας άσκησαν πολιτική που έβλαψε τους πολλούς. Δεν γίνεται κάποιοι πότε με τη μία τοποθέτησής τους και πότε με την ακριβώς αντίθετη, πάντα να βρίσκονται σε θέσεις εξουσίας. Η ίδια τους η αξιοπιστία που επιχειρούν να αποκτήσουν, καταντάει μ’ αυτό τον τρόπο διάτρητη. Η αποχή από τη διεκδίκηση αξιωμάτων είναι μια εντελώς απαραίτητη φάση αυτογνωσίας. Όποιος τη βιώνει σαν έκτιση ποινής που δεν του αξίζει, σίγουρα έχει σοβαρό έλλειμμα αυτογνωσίας.

Δείτε πόσο σοβαρά αντιμετώπισαν το ζήτημα των συμμαχιών οι μνημονιακές δυνάμεις. Πόσο προσπάθησαν να εμφανιστούν μπροστά στο λαό με γραπτή συμφωνία, με άμεσους στόχους και στρατηγικές στοχεύσεις. Χωρίς την, τυπική έστω, αποτύπωση των όρων της συμμαχίας τους, δεν θα μπορούσαν να σταθούν ούτε στιγμή. Κι αν ΝΔ και ΠΑΣΟΚ χρειάζονται μια φορά τη διατυπωμένη με σαφήνεια πολιτική βάση της συμμαχίας τους, προκειμένου να διατηρήσουν τα κεκτημένα τους, ο ΣΥΡΙΖΑ τη χρειάζεται δέκα, προκειμένου να ανατρέψει τις συνέπειες της καταστροφικής πολιτικής τους. Η έλλειψη αυτή δεν θεραπεύεται με μια ευκαιριακή διαχείριση των τρεχουσών αναγκών. Θα είχε καταστροφικά αποτελέσματα μια κατ’ όνομα πολιτική συμμαχιών, που θα στηριζόταν κυρίως στις δημοσκοπήσεις. Αν έχει νόημα μια πολιτική συμμαχιών, δεν είναι τόσο για την ημέρα των εκλογών, όσο για την επόμενη και τη μεθεπόμενη.

Πηγή: Εποχή