Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πιέτρο Ινγκράο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πιέτρο Ινγκράο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2012

Ποίηση, ατομικότητα, πολιτική

Francisco de Goya, Reading

 ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΠΙΕΤΡΟ ΙΝΓΚΡΑΟ «Η ΑΓΑΝΑΚΤΗΣΗ ΔΕΝ ΑΡΚΕΙ»*

 του Νικόλα Σεβαστάκη

από την ΕΠΟΧΗ, 1.1.12

Μια από τις ωραιότερες συλλογές του Τάσου Λειβαδίτη είναι το Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα. Παραφράζοντας τον τίτλο, θα ισχυριστώ ότι οι σκέψεις του Ινγκράο που έχουμε τη χαρά να παρουσιάζουμε σήμερα, φτιάχνουν ένα μικρό βιβλίο για μεγάλα πράγματα, ένα ολιγοσέλιδο κείμενο που ανοίγει, ωστόσο, πολλά και κυρίως σημαντικά ερωτήματα. Βρισκόμαστε μπροστά στον στοχασμό ενός σχεδόν αιωνόβιου, που έχει ωστόσο το χάρισμα να εκφέρει ή να υπαινίσσεται αλήθειες εξαιρετικά σύγχρονες, με την ουσιαστική κριτική σημασία της λέξης, όχι με την έννοια μιας σκέψης αγχωμένης μην απομείνει πίσω από τις εξελίξεις.

Και για να προχωρήσω ένα βήμα, δεν πρόκειται απλώς για απάντηση στη μπροσούρα του Στεφάν Εσέλ «Αγανακτήστε». Oι αναφορές στο πολυσυζητημένο κείμενο του παλιού Γάλλου αντιστασιακού είναι ένα από τα πολλά σημεία στα οποία απαντά ο Ινγκράο. Μπορεί όμως να μην είναι και το σημαντικότερο. Διαλέγω μια από τις φράσεις που πιστεύω ότι μας εισάγει καλύτερα στο στίγμα της κατάθεσης του ιταλού διανοούμενου και πολιτικού:

Στην πραγματικότητα -λέει- εντάχτηκα ολόκληρος μέσα στην πολιτική. Όμως δεν υπήρξα ποτέ μόνο αυτό. Άρα είμαι διχασμένος ανάμεσα στο να είμαι μέσα στην πολιτική, από κάθε άποψη, και στη συνειδητή άρνηση της αποδοχής του μέτρου της, της λογικής της; Πιθανόν.

Ας ξανασκεφτούμε ποιος μιλάει εδώ. Μιλάει λοιπόν ένας άνθρωπος που το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του έδρασε και λειτούργησε μέσα στους θεσμούς ενός κινήματος, αλλά και ενός πολιτικού συστήματος (βουλευτής, πρόεδρος κοινοβουλευτικής ομάδας, αλλά και πρόεδρος της ιταλικής Βουλής). Μιλάει ένας άνθρωπος που υπήρξε κατεξοχήν οργανωμένος και δεν είχε, τυπικά τουλάχιστον, καμιά σχέση με εμπειρίες αιρετικής περιθωριακότητας όπως αυτές εκφράστηκαν στον εικοστό αιώνα από τη μια ή άλλη αποκλίνουσα αισθητική θέση. Ο Iνγκράο ποτέ δεν υπήρξε Παζολίνι, με την έννοια ότι ποτέ δεν δημιούργησε «σκάνδαλο» στον χώρο του ή έξω από αυτόν, στην ευρύτερη ιταλική πολιτική και πνευματική ζωή. Ο Ινγκράο λοιπόν ο κομματικός, το παλιό στέλεχος του ιταλικού κομμουνισμού αφήνει να καταλάβουμε ότι υπήρξε και συνεχίζει να είναι κάτι άλλο από μια πολιτική προσωπικότητα. Ρίχνει στο τραπέζι κάποιες αναπάντεχες σημασίες και ένα είδος αυτοβιογραφικού σχολίου που φωτίζει διαφορετικά το πολιτικό οδοιπορικό ενός κομμουνιστή. Μιλάει για την πρακτική της αμφιβολίας, για τη σημασία της ατομικότητας, για τις δύσκολες και περίπλοκες σχέσεις ανάμεσα στον προσωπικό κόσμο και στη συλλογική πολιτική δράση.

Και όλα αυτά έχουν τη σημασία τους. Όχι όμως τόσο ως θραύσματα μιας ατομικής βιογραφίας, αλλά ως μελήματα κάθε αριστερής σκέψης, ως ερωτήματα που, όπως και αν το δούμε, παραμένουν αναπάντητα μέσα στην περιπετειώδη ιστορία των αριστερών εγχειρημάτων και των ανατρεπτικών στρατεύσεων.

Παρένθεση. Δεν πρόκειται καθόλου, όπως διάβασα πρόσφατα στον επικριτικό σχολιασμό για το βιβλίο, για «ελιτίστικες φιλοσοφίες» και ποιητικές «αοριστολογίες» που δεν έχουν καμιά χρησιμότητα για το κίνημα και τον αναστοχασμό του. Δυστυχώς, ακόμα και σήμερα, μπορεί να συναντά κανείς τέτοιου είδους χρησιμοθηρικές και στεγνές αποφάνσεις που αναπαράγουν τις χειρότερες πλευρές της Αριστεράς. Εννοώ μια εργαλειακή αντίληψη για τη σκέψη, μια νοοτροπία που αναζητεί στη σκέψη του ενός ή άλλου μόνο ηθικοπλαστικές απαντήσεις και όχι ερωτήματα, μόνο συνταγές έτοιμης δράσης και όχι ανοίγματα στην πολυπλοκότητα της ζωής και της δραστηριότητας των υποκειμένων. Θα μπορούσε, φυσικά, να διαβάσει τις σκέψεις αυτές σαν μια παραλλαγή σε ένα γνωστό θέμα. Το θέμα είναι η ένταση η οποία εμφανίζεται μεταξύ του ορθολογικού πολιτικού όντος και της ποιητικής ευαισθησίας και ευρύτερα η σύγκρουση μεταξύ της λογικής του πολιτικού αγώνα ή της κοινωνικής στράτευσης και της ατομικότητας, των προσωπικών ευαισθησιών. Κατ’ αυτό τον τρόπο η στροφή του γηραιού Ινκράο προς τον λόγο της ποίησης θα μπορούσε ενδεχομένως να θεωρηθεί και ως αναμέτρηση με την πολιτική ήττα. Γιατί όχι και ως μια στρατηγική μετριασμού του μεγάλου ηθικού κόστους αυτής της ήττας που υπήρξε και προσωπική.

Η σιωπή ως άλλη μορφή δράσης

Υπάρχουν σημεία στις απαντήσεις του που ευνοούν τη συσχέτιση μεταξύ της εμπειρίας της πολιτικής ήττας και της προσφυγής στον ποιητικό λόγο. Σε αυτή την περίπτωση, η έμφαση που βλέπουμε να αποδίνει στην εσωτερικότητα ή στην σιωπή (στη σιωπή ως μια άλλη μορφή δράσης ) θα ήταν απλώς επιβεβαίωση ενός χάσματος. Αυτού που χωρίζει την επικράτεια των χαμηλών τόνων [ την ποίηση] και τον χώρο της διαπάλης με σκοπό τη νίκη [την πολιτική].

Αλλά ο Ινγκράο υπενθυμίζει διαρκώς στους συνομιλητές του την πρακτική της αμφιβολίας. Σαν να λέει: μη βιάζεστε να φτάσετε σε ένα οριστικό συμπέρασμα, σε μια ασφαλή εξήγηση της σχέσης ανάμεσα στους κυματισμούς του προσωπικού βιώματος και στο πεδίο μιας μακρόχρονης πολιτικής δέσμευσης. Δίνει δηλαδή κάποια κλειδιά για να αισθανθούμε ότι αυτή η σχέση ήταν ανέκαθεν πολύ πιο αινιγματική από όσο θα ήθελε ο αριστερός κοινωνιοκεντρισμός και ο φιλελεύθερος ιδεαλιστικός ατομικισμός. Και τα κλειδιά αυτά είναι ελεγειακά και χαμηλών τόνων, δεν έχουν δηλαδή το στιλ που θα άρεσε σε εκείνον που ταυτίζει την αριστερή πνευματικότητα με μια κάπως χαζοχαρούμενη και δίχως αίσθηση του τραγικού ορμητικότητα.

Παρά λοιπόν τον πειρασμό της εύκολης ερμηνείας, λίγο ψυχολογικής ή λίγο πολιτικής, νομίζω ότι η πρακτική της αμφιβολίας, έτσι όπως την αντιμετωπίζει ο Ινγκράο, δεν είναι ο γνωστός σκεπτικισμός απέναντι σε μια πολιτική ταυτότητα η οποία κρίνεται, εκ των υστέρων, «προβληματική». Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, η ανακάλυψη, από την πλευρά του, της ελευθερίας που προσφέρει η άσκηση της ποίησης, δεν έρχεται να αντιπαρατεθεί στις συγκρουσιακές ποιότητες της αγωνιστικής πολιτικής. Αντίθετα, η αισθητική και πνευματική καλλιέργεια φαίνεται να διαθέτουν μια δική τους, αυτόνομη αντήχηση, μια δική τους ηθική νομιμότητα πέρα από τη διάσταση της σύγκρουσης και του κοινωνικού ανταγωνισμού. Απαντούν δηλαδή σε εκείνες τις διαστάσεις της ύπαρξης, οι οποίες είναι αδύνατο να στεγαστούν στους θεσμούς και στις πρακτικές της πολιτικής.

Η ανακάλυψη του ποιητικού λόγου

Η ανακάλυψη του ποιητικού, δηλαδή μιας γλώσσας που μπορεί να πει αυτά που καμια άλλη γλώσσα δεν μπορεί να εκφράσει, προσφέρεται εντέλει ως ένα παράδοξο συμπλήρωμα του μακρόχρονου πολιτικού πάθους. Αυτή η άλλη σοφία, η οποία εκφράζεται με τη γλώσσα της ποίησης, δεν συνιστά μεταστροφή ως προς αυτό το πολιτικό πάθος, το οποίο έχει ως αφετηρία την εξέγερση του υποκειμένου, ήδη από την νεότητά του, για τις ανισότητες και την κοινωνική βία του κόσμου που το περιστοιχίζει. Πίσω από την ανατίμηση της ποίησης (η οποία όπως ομολογεί τον ενδιέφερε ήδη στη νεότητά του) ο Ινγκράο θέτει τα πιο δύσκολα ερωτήματα, τα οποία δεν αφορούν μόνο την ποίηση αλλά την ίδια τη δράση: μπορεί, για παράδειγμα, να υπάρξει συλλογικός πολιτικός ορίζοντας αγώνα που να αναγνωρίζει, δίχως τσιγκουνιές και καχυποψίες, την πολυμέρεια των ατομικών υποκειμένων, που να κατανοεί το γεγονός ότι τα ανθρώπινα όντα είναι πολλαπλότητες παθών και ενδιαφερόντων; Μπορεί να υπάρξει πολιτικό υποκείμενο ικανό να αναγνωρίζει ότι τα άτομα δεν είναι απλώς φορείς καθηκόντων και λειτουργικών ρόλων σε ένα σχέδιο, αλλά σύνθετες, αντιφατικές και «ασυνεπείς» μοναδικότητες; Μπορεί να υπάρξει πέρα από μια πολιτική της κοινωνικής και ταξικής χειραφέτησης και μια αριστερή κουλτούρα της ατομικής ελευθερίας, της ποιοτικής ατομικής αυτονομίας;

Άτομα, ελευθερία και πολιτική δράση

Μήπως άραγε και η ηγεμονική επικράτηση του φιλελευθερισμού και των διαφόρων μορφών καταναλωτικού ατομικισμού στον ύστερο εικοστό αιώνα έχει να κάνει και με το γεγονός ότι τα ριζοσπαστικά εγχειρήματα έδειξαν δυσκαμψία στο να καταξιώσουν τη σημασία της ελευθερίας σε όλα τα επίπεδα, και ως προς τη σχέση των ατόμων με τους θεσμούς και τα μοντέλα της αριστερής πολιτικής δράσης; Μήπως η γνωστή σαθρή «ατομικιστική ιδεολογία» με την οποία συνδέθηκε η νεοφιλελεύθερη αντεπανάσταση εδώ και δεκαετίες αξιοποίησε τα κενά ή τις απίστευτες στρεβλώσεις στη σχέση της Αριστεράς με την ελευθερία, με την ελευθερία ως τολμηρή άσκηση της αμφιβολίας; Αρκεί να διαβάσει κανείς την ανακοίνωση του ΚΚΕ για τον θάνατο του Κιμ Γιονγκ Ιλ και τη Βόρειο Κορέα για να μελαγχολήσει και να θυμώσει.

Προφανώς δεν υπάρχει απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα. Και ούτε ο Ινγκράο δίνει απαντήσεις, πράγμα ασφαλώς εκνευριστικό για κείνους που ζητούν από κάθε αποτύπωμα σκέψης να τους λύσει όλα τα θεωρητικά, για να μην πω όλα τα κοσμοθεωρητικά τους, προβλήματα.

Και για να έλθω στο θέμα της αγανάκτησης. Το γεγονός είναι ότι οι νέες μορφές κοινωνικού αγώνα, ο γαλαξίας των νέων μορφών δημοκρατικής κινητοποίησης, σχετίζεται και με αυτό το ερώτημα για τα όρια της ολικής δέσμευσης σε ένα πολιτικό πάθος όπως αυτό που χαρακτήρισε τη γενιά του Ινγκράο. Από πολλές απόψεις μοιάζει αδύνατο ένα συλλογικό πολιτικό εγχείρημα που θα αγνοεί την εξατομίκευση των ανθρώπων, τη σημασία που έχει η πλουραλιστική προσωπική ταυτότητα των συγχρόνων ως διασταυρώσεων ετερογενών ηθικών και πολιτιστικών οριζόντων.

Αριστερός, λέει ουσιαστικά ο Ινγκράο, είναι αυτός o οποίος επιδιώκει τη συνάντηση των ηθικών συναισθημάτων ( όπως είναι η αγανάκτηση και ο θυμός με τις σκανδαλώδεις αδικίες) με μια πολιτική ορθολογικότητα, με μια προοπτική μετασχηματισμού του πάνω και του κάτω, των θεσμών και των ηθών, του κράτους και των κοινωνικών πρακτικών. Όχι μέσα από την υποταγή της πολιτικής στα ηθικά πάθη, ούτε, όμως, και με αυτονόμηση της πολιτικής-εκλογικής μηχανής από αυτούς που καλείται να αντιπροσωπεύσει.

Πολιτική και ηθικό πάθος

Στην πρώτη περίπτωση έχουμε ένα είδος αποσπασματικού συναισθηματικού κινήματος, το οποίο, όσο πολύτιμη και αν είναι η συμβολή του στην αναζωογόνηση των κοινωνικών αγώνων, δεν μπορεί να γεννήσει, από μόνο του, ένα πολιτικό σχέδιο. Στη δεύτερη περίπτωση, η πολιτική λειτουργεί ως αποξενωτική ανάθεση, ως αποτυχημένη ή κακή εκπροσώπηση η οποία διαιωνίζει τη διαίρεση ανάμεσα σε μια διαλυμένη κοινωνία και στις κυβερνώσες ελίτ. Η ακραία εκδοχή αυτής της αποξενωτικής ανάθεσης -η οποία καταργεί την ίδια τη σχέση εκπροσώπησης διαστρέφοντας ακόμα και τη φιλελεύθερη λογική- είναι η ανάδυση του τεχνοκράτη, η διακυβέρνηση των ειδικών. Είναι δηλαδή αυτό που προτείνεται από σήμερα από διάφορες πλευρές για τη διαχείριση της έκτακτης ανάγκης.

Η κατεύθυνση προς την οποία κινείται η σκέψη του Ινγκράο δεν είναι η παραδοσιακή αλλεργία της «ορθολογικής Aριστεράς» προς όλες τις ευαισθησίες που δεν ελέγχει ή δεν κατανοεί, προς καθετί που δεν παίζει στο δικό της πεδίο και με τους δικούς της όρους. Εκτιμά συγχρόνως ότι ακόμα και αν αλλάζουν όλα, οι γλώσσες της στράτευσης, η σχέση μεταξύ των ατόμων και των θεσμών, τα πολιτιστικά και κοινωνικά πρότυπα, υπάρχει κάτι θεμελιώδες το οποίο παραμένει ως ανάγκη: η αγανάκτηση (και η σύγκρουση με όλα όσα συνιστούν την αιτία της αγανάκτησης) μπορεί να είναι μόνο η μία όψη μιας αγωνιστικής διαδικασίας, της αριστερής διαμόρφωσης συνείδησης. Τα ηθικά συναισθήματα και η σύγκρουση δεν μπορούν να είναι το κέντρο μιας στάσης, αλλά ένα στοιχείο, σημαντικό φυσικά, μιας συνολικότερης στάσης της οποίας το νόημα πρέπει να αναδημιουργήσουμε, ο καθένας με τα υλικά που έχει, με τις ανάγκες, τις περιστάσεις και τους ιδιαίτερους όρους που του έτυχαν.

Όταν το νόημα, είτε αφορά την πολιτική είτε αφορά την προσωπική μας ταυτότητα, δεν είναι δοσμένο, δεν είναι αδιαμφισβήτητο και εξασφαλισμένο, αισθανόμαστε δυσφορία. Αισθανόμαστε ακόμα ότι αυτός που μας το λέει αυτό, δεν ικανοποιεί την ανάγκη μας για περισσότερη βεβαιότητα, για εξιχνίαση των όσων, μυστήριων και ακατανόητων, συμβαίνουν στον κόσμο και μας επηρεάζουν.

Αλλά από μια άλλη άποψη αυτός που μας απευθύνεται σε μια κάπως παράξενη γλώσσα και όχι με τον συνηθισμένο προτρεπτικό τόνο της υψηλότονης διακήρυξης, μπορεί να είναι περισσότερο έντιμος με τη συνθήκη στην οποία βρισκόμαστε σήμερα στην εποχή της κρίσης και της βίας της. Σε αυτή τη συνθήκη, η μια πλευρά είναι η εκ νέου επινόηση της σύγκρουσης η οποία τρέφεται από τον κοινωνικό θυμό, το αίσθημα της αδικίας. Η άλλη πλευρά ή μια άλλη ζωτική ανάγκη αφορά τη δυνατότητά της κατάφασης, την αναζήτηση τρόπων ώστε η κρίση να μην μας κάνει πιο ρηχούς και στεγνούς, να μην μας μετατρέψει σε μίζερες, πνευματικά και αισθητικά, μηχανές.

Ένα ποίημα του Ρίτσου υπαινίσσεται αυτή τη σχέση μεταξύ της κατάφασης που συνδέει την ατομικότητα με τον κοινό κόσμο, το δικό μου με το εμείς, με έναν τρόπο που θα άρεσε στον Ινγκράο:

Ανάμεσα σε τόσες αρνήσεις
Βρήκε μια λέξη καταφατική
δική του –
αυτήν που ανήκει
σε όλους μας


* Εκδόσεις Εύμαρος,
μετάφραση Τόνια Τσίτσοβιτς, πρόλογος Μιχάλης Ψημίτης, 2011

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2011

Μια κριτική προσέγγιση στο βιβλίο για τον Πιέτρο Ινγκράο «Η Αγανάκτηση δεν αρκεί»


Του Ηλία Μυλωνά*

Ακούγοντας διάφορα θετικά σχόλια για τον Ινγκράο, ο οποίος ομολογουμένως  μου ήταν παντελώς άγνωστος μιας και δεν έτυχε  να "συναντηθούμε" ποτέ πολιτικά και ούτε να διαβάσω  κάποια εργασία του, άνοιξα το συγκεκριμένο βιβλίο, ο εκδότης του οποίου Πέτρος Κακολύρης τυγχάνει να είναι και προσωπικός φίλος μου, με ιδιαίτερα καλή πρόθεση. Το σίγουρο που βγήκε από αυτή την ανάγνωση είναι ότι ο Ινγκράο στα 96 του χαρακτηρίζεται από μια εκπληκτική πνευματική διαύγεια και στη συζήτηση που γίνεται με τους δύο πανεπιστημιακούς Μαρία Λουίζα Μπότσια και Αλμπέρτο Ολιβέτι, καταθέτει με σαφήνεια θεωρώ, παρά την ηλικία του και τις δύσκολες φιλολογικές εκφράσεις που χρησιμοποιεί, όλο το απαύγασμα της πολιτικής «σοφίας» που αναδείχτηκε από τη μακρά  του πορεία, σε άμεση σχέση με την πολιτική και φιλοσοφική του άποψη.

Γεννημένος το 1915 και οργανωμένος στον αντιφασιστικό αγώνα από το 1936, παίρνει ενεργό μέρος στην αντίσταση κατά των ναζί και γίνεται μέλος του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος αναλαμβάνοντας υψηλόβαθμα πόστα (διευθυντής της εφημερίδας του κόμματος Ουνιτά από το 1947 έως το 1957, βουλευτής από το 1948 έως το 1992, πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΙΚΚ το 1968, πρόεδρος της ιταλικής Βουλής από το 1976 έως το 1979, διευθυντής του Κέντρου Μελετών και Πρωτοβουλιών για τη Μεταρρύθμιση του Κράτους από το 1975 έως το 1992). Σε κάποια φάση του βίου του ασχολείται με την ποίηση και εκδίδει πολλές συλλογές.

Από μια τέτοια πολυσχιδή προσωπικότητα λοιπόν και με τόσο πλούσιο ιστορικό δράσης σε υψηλά κομματικά και κοινοβουλευτικά πόστα, θα περίμενε κανείς μια βαθύτερη ανάλυση των αιτιών που οδήγησαν τα πολιτικά πράγματα στη σημερινή μορφή τους  και όχι απλώς ένα γενικόλογο γνωμικό και μια προτροπή του στυλ  "οργανωθείτε,η αγανάκτηση δεν αρκεί".

Ο Ιγκράο σε αυτές τις συζητήσεις εκφράζεται περισσότερο σαν ποιητής παρά σαν πολιτικός. Δεν είναι κακό να είναι κάποιος ποιητής, το αντίθετο. Η Τέχνη είναι το αλάτι της ζωής. Το κακό είναι να θεωρείς ότι μπορείς να αλλάξεις την κοινωνία μόνο με ποιητικές εκφράσεις και φιλοσοφικά αποφθέγματα. Στην πολιτική αλλά και στη ζωντανή πραγματικότητα τα πράγματα είναι πολύ πιο πεζά και πολύ πιο περίπλοκα.

Φαίνεται  να μιλάει  εντελώς αποστασιοποιημένα και εκ του μακρόθεν για τη σημερινή αντιδραστική πολιτική πραγματικότητα, χωρίς ίχνος αυτοκριτικής, (σαν να μην έχει μερίδιο ευθύνης κι αυτός μέσα από τις ηγετικές κομματικές θέσεις που κατείχε), μια πραγματικότητα που  χαρακτηρίζεται από την μαζική αμφισβήτηση των εργατικών  κομμάτων και οργανώσεων.

Μιλάει  με τη σιωπή του και χωρίς να κάνει θόρυβο, λέει αναφερόμενος στην ποίηση του, κι έτσι εκφράζεται για την ήττα της Αριστεράς. Όμως οι μεγάλες κοινωνικές αλλαγές ποτέ δεν συντελέστηκαν με «διαστήματα σιωπής», ούτε από  ποιητές και  διανοούμενους που δεν ήταν παράλληλα και πρωτίστως επαναστάτες και μάλιστα πολύ «θορυβώδεις». Σε ευθεία αντιπαράθεση με αυτόν ο Μαγιακόφσκι, ο κατ’ εξοχήν ποιητής αλλά και ο πιο ένθερμος προπαγανδιστής της Οκτωβριανής Επανάστασης, ποτέ δεν απαίτησε κομματικό πόστο από τους Μπολσεβίκους, κατανοώντας απόλυτα το ρόλο του διανοούμενου-συνοδοιπόρου της επανάστασης. Οι πραγματικοί επαναστάτες σε όλες τις ιστορικές περιόδους ανήκαν σε μια ειδική κατηγορία ανθρώπων που διακρίνονταν από το ιδιαίτερο πάθος τους στην πάλη  για την κοινωνική αλλαγή και την ικανότητα μεταφοράς των ιδεών τους στα πλατιά στρώματα της κοινωνίας. Όπως δεν μπορούν να χαρακτηριστούν όλοι οι νομικοί Ροβεσπιέροι και όλοι οι γιατροί Τσε Γκεβάρα, με τον ίδιο τρόπο δεν μπορούν να χαρακτηριστούν και όλοι οι ποιητές επαναστάτες.

Από ένα ποιητή δεν μπορείς να ζητήσεις ευθύνες, από ένα κομμουνιστή πολιτικό όμως μπορείς. Στην περίπτωση του Ινγκράο τα πράγματα μπερδεύονται λιγάκι. Στις απαντήσεις που δίνει στη συνέντευξη αναδύεται η ποιητική του πλευρά παρ’ ότι αναφέρεται, με ένα γενικό τρόπο είναι αλήθεια, στην αναγκαιότητα του "υποκειμενικού παράγοντα" και στη μετουσίωση της αγανάκτησης σε δράση, εκφράζοντας με αυτόν τον τρόπο μια καθαρά πολιτική άποψη.

Ο Μαρξ έλεγε ότι: "Οι φιλόσοφοι μέχρι τώρα προσπάθησαν να ερμηνεύσουν τον κόσμο. Εμείς θέλουμε να τον αλλάξουμε".

Ο Ινγκράο παρουσιάζεται περισσότερο σαν φιλόσοφος παρά σαν πολιτικός. Ρίχνει μια ελιτίστικη ματιά στα πράγματα και προτρέπει την κοινωνία που αγανακτεί, με ένα θολό και νεφελώδη τρόπο, να οργανωθεί πολιτικά. Το πως και το που όμως το αφήνει στην ατομική κρίση του καθενός ή αναθέτει τη «δουλειά» αυτή σε κάποιους άλλους πολιτικούς αγγιτάτορες. Έχει όμως κανένας άλλος, σύμφωνα με τα εύσημα που κουβαλάει, τη δική του πολιτική και κομματική  εμπειρία;

Μήπως, λέμε εμείς απ’ την πλευρά μας,  τέτοιου είδους συμπεριφορές κρύβουν από πίσω τις πραγματικές αιτίες και τη ρίζα της κακοδαιμονίας που μαστίζει την σημερινή Αριστερά; Ο Ινγκράο δεν θέλει να μιλήσει με λεπτομέρειες για την ήττα. «Αρνήθηκε ρητά», ομολογεί, "να ταυτιστεί με μια επαναστατική διαδικασία υπό την έννοια ενός αγώνα που κορυφώνεται σε μια άμεση σύγκρουση και στην κατάληψη της εξουσίας, της επίθεσης ενάντια στα Χειμερινά Ανάκτορα". "Αυτό αποτέλεσε και το πρώτο σημείο καμπής γι αυτόν", αναφέρει.

Σε ένα άλλο σημείο μιλάει για ήττα του Λενινισμού, τον οποίο, όπως φαίνεται και από τα παραπάνω λεγόμενα του, στην πραγματικότητα ποτέ δεν αποδέχτηκε και ούτε επιδίωξε να τον εφαρμόσει. Συνειδητή ειρωνεία ή ασυνείδητη πολιτική σύγχιση; Δεν μπορώ να το πω. Ο Ινγκράο είτε δεν αντιλήφθηκε πραγματικά είτε δεν ήθελε να το κάνει γιατί αυτό θα αποτελούσε μια επώδυνη πραγματικά ομολογία, ότι η ήττα επήλθε πολλά χρόνια πριν, όταν ήταν περίπου 12 χρονών, και ότι σε όλη τη διάρκεια του πολιτικού του βίου απλώς διαχειριζόταν τη συγκεκριμένη  ήττα συμμετέχοντας στη διαστρέβλωση, μέσα από τις ευρωκομμουνιστικές επινοήσεις της ιταλικής Αριστεράς, της ίδιας της ουσίας της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας.

Ο Ινγκράο βρέθηκε να εκφράζει την Αριστερή Τάση του ΙΚΚ στην περίοδο μιας μακράς και ιδιότυπης δυαρχίας που λάμβανε χώρα στην Ιταλία. Η δύναμη του κινήματος και η αδιαμφισβήτητη ισχύς του κόμματος, του μεγαλύτερου κομμουνιστικού κόμματος στην Ευρώπη εκείνη την περίοδο, είχαν επιβάλλει προχωρημένες δημοκρατικές διαδικασίες και είχαν επιτρέψει να δημιουργηθούν πραγματικές σοσιαλιστικές νησίδες στην καρδιά ενός αναπτυγμένου αστικου κράτους. Όποιος έχει μελετήσει στοιχειωδώς τον Μαρξ όμως γνωρίζει ότι τέτοιες καταστάσεις δεν μπορούν να διαρκούν αιώνια, έχουν ημερομηνία λήξης με την επικράτηση της μιας ή της άλλης πλευράς.

Οι ιταλοί κομμουνιστές επέλεξαν το δρόμο του ιστορικού συμβιβασμού, όπως τον ονόμασαν, και όχι το δρόμο της κατάληψης της εξουσίας, θεωρώντας ότι η αστική τάξη θα αποδέχονταν για πάντα τη συγκεκριμένη δυαρχική τάξη κι αυτό με τη σειρά του οδήγησε, μετά την υποχώρηση και του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος, στη σημερινή κατά κράτος επικράτηση του μπερλοσκουνισμού και στη μετάλλαξη του ΙΚΚ σε μια σοσιαλδημοκρατική καρικατούρα.

Δεν είναι ξεκάθαρο  πως ακριβώς αντιμετώπισε τα πράγματα από τη θέση που κατείχε ο Ινγκράο. "Στάθηκε", όπως αναφέρει ο Μιχάλης Ψημίτης στον πρόλογο του βιβλιου, "σημείο αναφοράς ενός εσωκομματικού ρεύματος που απέδιδε εξαιρετική σημασία στη δημιουργική προσέγγιση του μαρξισμού και στα κοινωνικά κινήματα. Στάθηκε όμως ταυτόχρονα και ένα στέλεχος των κομματικών μηχανισμών, υπό την έννοια ότι λειτούργησε σε μια συντεταγμένη πορεία, ακόμα κι όταν χρειάστηκε να απομονωθούν από το κόμμα ορισμένες «αριστερές αποκλίσεις»". Θύματα μεταξύ άλλων αυτής της πολιτικής  στάσης η οποία οδήγησε στη θετική ψήφο του για διαγραφή από τις τάξεις του ΙΚΚ, ήταν ο πρόσφατα αδικοχαμένος Λούτσιο Μάγκρι, εξέχουσα προσωπικότητα της ιταλικής Αριστεράς, και η ομάδα «Μανιφέστο».

Αυτή τη στιγμή κάποιοι από την ηγεσία του πάλαι ποτέ ισχυρότερου κομμουνιστικού κόμματος στην Ευρώπη ακολουθούν το ρεύμα, μετατρεπόμενοι στους πιο φανατικούς στυλοβάτες του αστικού συστήματος και κάποιοι άλλοι σαν τον Ινγκράο «μιλούν με τη σιωπή τους».

Η επιστήμη της Διαλεκτικής διδάσκει ότι τίποτε δεν είναι τυχαίο στη ζωή. Η Αριστερά έχει συγκεκριμένες ευθύνες. Αν θέλουμε να ξαναπιάσουμε το νήμα που κόπηκε και να το ξαναενώσουμε, αλλάζοντας τη σημερινή αντιδραστική πραγματικότητα και δημιουργώντας ένα νέο υποκειμενικό παράγοντα απαλλαγμένο από στρεβλώσεις και παραμορφωτικές  επιδράσεις, καλό θα ήταν να κάτσουμε πρώτα να δούμε τι πήγε στραβά, να ανατρέξουμε στα λάθη μας, να τα αποδεχτούμε (πράγμα το οποίο είναι και το πιο δύσκολο) και να διδαχτούμε από αυτά. Μόνο έτσι θα θέσουμε στέρεες βάσεις για το επόμενο εγχείρημα και τη δημιουργία ενός  νέου,  θωρακισμένου στο μέτρο του δυνατού πολιτικά και ηθικά, υποκειμενικού παράγοντα. Γιατί πραγματικά «η αγανάκτηση δεν αρκεί». Ούτε όμως και οι γενικόλογες, χωρίς πολιτικό περιεχόμενο, προτροπές και διαπιστώσεις.

* Ο Ηλίας Μυλωνάς είναι μέλος του Κόκκινου, συνιστώσας του ΣΥΡΙΖΑ, και μέλος της Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ 3ης δημοτικής κοινότητας