Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανεργία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανεργία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2012

Γυναικεία υπερανεργία στη Ευρώπη: Τα παράδοξα ενός δράματος

Belgian women workers in coal mine by Bain News Service, publisher, από εδώ


της Σίσσης Μπάρα


 The Insider, 6.1.12

Το πρόβλημα της ανεργίας αποτελούσε πάντα, για ευνόητους λόγους, ξεχωριστό κεφάλαιο στα πολιτικά προγράμματα των κομμάτων όλων των χωρών. Ειδικότερα,  από τα τέλη περίπου της δεκαετίας του 8 οι εξελίξεις στην αγορά εργασίας κυριαρχούν στο δημόσιο λόγο διεθνώς. Με την έλευση  της τελευταίας κρίσης  ο σχολιασμός των μεγεθών και των πολιτικών που σχετίζονται με την απασχόληση έχουν δικαιωματικά κατακτήσει τη θέση τους στα δελτία ειδήσεων και στις ενημερωτικές εκπομπές, ως απάντηση στη μόνιμη πλέον αγωνία κάθε νοικοκυριού. Ωστόσο ο τρόπος διαχείρισης και ανάλυσης της πληροφορίας εμφανίζει μια σειρά από  παράδοξα:

     Με τη ανάπτυξη της κοινωνικής δημογραφίας και την εφαρμογή της στη στατιστική ο τρόπος κατασκευής και ανάλυσης του κοινωνικού δείγματος  γίνεται στη βάση ομαδοποιήσεων και κοινωνικών κατηγοριων με κριτήρια όπως η εκπαίδευση,ο επαγγελματικός κλάδος, η ηλικία, το φύλο, ο χρόνος παραμονής στη κατάσταση του άνεργου κτλπ. Πρόκειται για κριτήρια τα οποία επιλέγονται προκειμένου οι πολιτικές ηγεσίες και τα κόμματα να διαπραγματευτούν αποτελεσματικότερα το πρόβλημα της ανεργίας εισάγοντας καταλληλότερες και πιο στοχευμένες πολιτικές θεραπείας. Όμως αν και γίνεται πολύς λόγος για την ανεργία των νέων,  των μεσηλίκων ή των μακροχρόνια άνεργων ανδρών, για την ανεργία των γυναικών τηρείται σιγή ιχθύος. Τόσο σε επίπεδο δημόσιου λόγου και μίντια, όσο και πολιτικών που ακολουθούνται στην Ευρώπη συνολικά.

     Η κατάσταση αυτή εμφανίζεται παράδοξη δεδομένου ότι δεν υποστηρίζεται απο κανένα εύρημα. Στην πραγματικότητα η ανεργία των γυναικών όλων των ηλικιών είναι σε απόλυτα μεγέθη κατα πολύ μεγαλύτερη από αυτή των ανδρών. Πρόκειται για φαινόμενο διαχρονικό που ξεπερνά τα όρια της παρούσας κρίσης και τείνει πλέον να έχει μόνιμα χαρακτηριστικά. Πράγματι, με βάση τα στοιχεία της Εurostat για  το 2007, η  μέση ανεργία στην Ευρώπη  στις γυναίκες ήταν 8,5% και στους άνδρες 6,7%. Στην Ελλάδα τα αντίστοιχα ποσοστά έφταναν το 13,3% για τις γυναίκες και το 5,4% για τους άνδρες. Σε ότι αφορά τη χώρα μας ιδιαίτερη αναφορά αξίζει να γίνει και στις μισθολογικές διαφορές μεταξύ των δύο φύλων. Αυτές το 2005 άγγιξαν σε βάρος πάντα των γυναικών το 20,7% κατατάσσοντας τη χώρα στην 7η κατά σειρά θέση στην κλίμακα διαφυλετικών μισθολογικών ανισοτήτων (μετά την Τσεχία την Εσθονία  τη Αυστρία τη Κύπρο τη Ολλανδία και τη Βρετανία).

    Η τεράστια απόκλιση του 20%  και πλέον δεν αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο. Αναλυτικότερες μελέτες της Εurostat που συγκρίνουν τις μισθολογικές διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα  ανά ηλικία, με βάση τα χρόνια εργασίας, ανά επαγγελματικό κλάδο και μορφωτικό επίπεδο, επιβεβαιώνουν την παραπάνω τάση. 'Ετσι για το 2002 με κριτήριο την ηλικία διαπιστώνουμε ότι όσο μεγαλύτερες  είναι οι γυναίκες τόσο περισσότερο αυξάνεται η ανισότητα σε βάρος τους, με αποκορύφωμα τις γυναίκες μεταξύ 50 και 60 ετών που αμοίβονται με μόλις το 61% του  ανδρικού μισθού, για το ίδιο επαγγελματικό πόστο. Με κριτήριο την προϋπηρεσια, βλέπουμε ότι η μισθολογική ανισσότητα αυξάνεται επίσης κι αυτή με τα χρόνια εργασίας. Με βάση τον επαγγελματικό κλάδο θα πρέπει να σημειωθεί το εξής παράδοξο:  ενώ στις ηλικίες των 30 μέ 34 ετων το 27,5% των γυναικών κάνει ανώτατες σπουδές σε αντιδιαστολή με τους άνδρες όπου το αντίστοιχο ποσοστό ειναι χαμηλότερο (23,3%) στις ανώτατες διευθυντικές θέσεις, η μισθολογική ανισότητα ειναι μεγάλη, και διαμορφώνεται στο 23,5%. Η τάση αυτή επιβεβαιώνεται και όταν συγκρίνουμε τους μισθούς με βαση το μορφωτικό επίπεδο, όπου βλέπουμε ότι η μεγαλύτερη μισθολογική ανισσότητα (των 30.3%) παρουσιάζεται σε θέσεις με υψηλό μορφωτικό επίπεδο. Εκεί δηλαδή που διαπρέπουν οι γυναίκες. Επομένως πολύ πριν την κρίση και με εξαίρεση τους παράνομους μετανάστες και μετανάστριες, οι γυναίκες στην Ελλάδα αποτελούσαν και αποτελούν κοινωνικό και οικονομικό περιθώριο. Πρωταθλήτριες στην ανεργία και τη φτώχια, αλλά και ως εργαζόμενες, όσα χρόνια κι αν δουλέψουν, όσο κι αν σπουδάσουν δεν κατορθώνουν ποτέ να αποκτήσουν ίση μισθολογική μεταχείριση. Δυστυχώς αντίστοιχες μισθολογικές ανισότητες παρατηρούμε την ίδια περίοδο και στη Γαλλία αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

      Με την έλευση της κρίσης το 2008, η  η τάση μοιάζει να αντιστρέφεται προς στιγμή. Αυτό συμβαίνει γιατί έπληξε κυρίως τη βιομηχανία, έναν κλάδο δηλαδή που απασχολεί στο σύνολό του, περισσότερους άνδρες. Όμως απο το 2010 μέχρι σήμερα  η αναλογία των ποσοστών αλλάζει ξανά, με τις γυναίκες να πρωτοστατούν και πάλι στην ανεργία. Συγκεκριμένα, με βάση τα τελευταία στοιχεία της Εurostat  του Νοεμβρίου του 2011 το επίπεδο ανεργίας των γυναικών στην ευρωζώνη αγγίζει τα 10,6% ενώ των ανδρών το 10%. Η διαφορά σε βάρος των γυναικών αυξάνεται στις χώρες που πλήττονται περισσότερο απο τη κρίση χρέους, όπως η Πορτογαλία όπου φτάνει τις 0,7 μονάδες βάσης ή η Ιταλία που ξεπερναει τις 1,2 μονάδες σε μέση συνολική ανεργία 9,8%. Στην Ελλάδα μπορούμε πλεον να μιλάμε για υπερανεργία των γυναικών εφόσον η διαφορά σε βάρος τους φτάνει τις 6,6 μονάδες βάσης!

       Σε  ότι αφορά  την ανεργία των νέων των κάτω των 25 ετών, αυτἠ αγγίζει το 48,9% στην Ισπανία και το 45,1% στην Ελλάδα. Παρότι πρόκειται πραγματικά για ποσοστά ρεκόρ οι αναλυτές ωστόσο παραλείπουν να μας πουν ότι η ανεργία των νέων γυναικών στην Ελλάδα στις ηλικίες των κάτω των 25 ετων κυμαίνεται στο 52,3%, δηλαδή 12,9 μονάδες βάσης περισσότερες από τους άνδρες συνομηλίκους τους. Στη Γαλλία η υπερανεργία των γυναικών ειναι στις 3,1 μονάδες με ποσοστό γυναικείας ανεργίας 25.9%. Η διαφορά αυτή είναι εξίσου παράδοξη δεδομένου ότι εδώ και πολλά χρόνια τα νεαρά κορίτσια επενδύουν περισσότερο χρόνο και κόπο στην απόκτηση των αναγκαίων διπλωμάτων από τα αγόρια κάτι που θα έπρεπε να τους εξασφαλίζει ομαλότερη και γρηγορότερη επαγγελματική ένταξη.

      Εκτός από τον όρο της υπερανεργίας των γυναικών  στην Ευρώπη, στη Γαλλία μπορούμε πλέον να μιλάμε ανοιχτά και για υποβάθμιση του προβλήματος. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγουμε εξετάζοντας τις πολιτικές επαγγελματικής αποκατάστασης που κατά καιρούς υιοθετούνται. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία, όλα τα προγράμματα καταπολέμησης της ανεργίας αφορούν κυρίως τους νέους και τους μεσήλικες άνδρες. Όπως παρατηρεί η Margaret Maruani ερευνήτρια κοινωνιολόγος στο Εθνικό ίδρυμα ερευνών της Γαλλίας CNRS «εδώ και 15 χρόνια η κοινωνία εμφανίζεται ιδιαίτερα ανεκτική απέναντι στη γυναικεία ανεργία που αντιμετωπίζεται ως λιγότερο σοβαρή από αυτήν των ανδρών». Μια τέτοια κοινωνική αντίληψη όμως θέτει σε αμφισβήτηση το ίδιο το δικαίωμα στην εργασία για τις γυναίκες.

     Η κοινωνική συνενοχή απέναντι στην υπερανεργία των γυναικών έχει  ακόμη μεγαλύτερες συνέπειες αν αναλογιστούμε ότι τόσο η κρίση όσο και τα προγράμματα λιτότητας για την αντιμετώπισή της στρέφονται κυρίως εναντίον των γυναικών. Πέρα απο την ανεργία, οι γυναίκες επιπλέον υπερεκπροσωπούνται  στα επαγγέλματα μερικής απασχόλησης. ΄Εχουν υποστεί επομένως τραγικές μειώσεις τόσο στη διάρκεια του χρόνου εργασίας, όσο και στις αμοιβές τους. Η συγκεκριμένη μορφή  ανεργίας, εκείνη που προκύπτει δηλαδή απο τη μείωση του χρόνου εργασίας δεν καταγράφεται και επομένως η πραγματική εργασιακή κατάσταση των γυναικών αποκρύπτεται. Εξετάζοντας τη θέση των γυναικών ανά οικονομικό τομέα τα συμπεράσματα παραμένουν απογοητευτικά. Στη δημόσια διοίκηση στις χώρες της Ευρώπης  οι μειώσεις μισθών και προσωπικού θίγουν αναπόφευκτα περισσότερο τις γυναίκες εφόσον πρόκειται για κλάδο όπου πλειοψηφικά απασχολούνται γυναίκες. Παντού στην Ευρώπη οι γυναίκες είναι τα πρώτα θύματα της εργασιακής ανασφάλειας και της υπομισθολόγισης.

      Το 2010 το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο -καθόλου τυχαία- είχε προειδοποιήσει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και την Επιτροπή ότι «η κρίση έχει ιδιαίτερα αρνητικές επιπτώσεις στις γυναίκες, οι οποίες είναι περισσότερο εκτεθειμένες στην εργασιακή επισφάλεια και στις απολύσεις και λιγότερο προστατευμένες απο τα συστηματα κοινωνικής ασφάλισης». Ο χρόνος δυστυχώς δικαιώνει τη παραπάνω πρόβλεψη.

Παρασκευή 20 Μαΐου 2011

«Πολέμα και μην πεθάνεις από πείνα»

Poster for League for Industrial Democracy, designed by Anita Willcox during the Great Depression, showing solidarity with struggles of workers and poor in America, By photo by judy seidman, CC-BY-3.0, via Wikimedia Commons

 του Παναγιώτη Λίλλη, από τη «Διεθνιστική Αριστερά», 25.02.11


Σ’ αυτό το άρθρο αναφερόμαστε σε μια από τις κορυφαίες στιγμές του αμερικάνικου εργατικού κινήματος, το κίνημα των ανέργων στη δεκαετία του ’30, για την ακρίβεια απ’ το 1929 μέχρι το 1935. Με την ανεργία στη χώρα μας να καλπάζει –ήδη ξεπέρασε το 13,5% και τους 600 χιλ. ανθρώπους– τα μαθήματα απ’ αυτή τη μαζική πολιτική εμπειρία μπορεί να μας φανούν χρήσιμα, πολύ σύντομα.

Στις 29 Οκτωβρίου, την επονομαζόμενη «Μαύρη Τρίτη», το χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης είχε μια απότομη και κατακόρυφη πτώση. Τους μήνες και τα χρόνια που ακολούθησαν, το χρηματιστήριο είχε μια κίνηση-σπιράλ προς τα κάτω, που διακοπτόταν από στιγμιαίες ανόδους, μέχρι την τελική κατάρρευση του 1932. Μέσα σε τρία χρόνια οι μετοχές έχασαν το 89% της αξίας τους.
Η πτώση στο χρηματιστήριο δεν ήταν η αιτία της κρίσης, αλλά το πρώτο κτύπημα στο όργιο της κερδοσκοπίας, που είχε ανθίσει τα προηγούμενα χρόνια. Η φούσκα της πίστωσης είχε ξεπεράσει κατά πολύ τα φυσικά όρια της οικονομίας.

Οι συνέπειες ήταν καταστροφικές. Η κρίση επεκτάθηκε διεθνώς και αγκάλιασε όλο τον κόσμο. Το παγκόσμιο εμπόριο έπεσε κατά 60-70%, λόγω των προστατευτικών μέτρων που έπαιρναν τα διάφορα κράτη για να αποκλείσουν τις ανταγωνιστικές δυνάμεις να διεισδύσουν στις αγορές που ήλεγχαν. Οι 11 χιλ., από τις 25 χιλ. αμερικάνικες τράπεζες, χρεοκόπησαν. Τα κέρδη των επιχειρήσεων από 10 δισ. το 1929 έπεσαν στο 1 δισ. το 1932. Ο στασιμοπληθωρισμός (το ράλι πτώσης τιμών και μισθών) οδήγησε στο μαζικό κλείσιμο εργοστασίων. Το 1933, η ανεργία  έφτασε στο 25%, με 13 εκατ. άνεργους. Αυτή τη χρονιά υπήρχαν επίσης 2 εκατ. άστεγοι και περίπου 35 εκατ. Αμερικανοί πολίτες (απ’ τα 130 εκατ. πληθυσμό), ζούσαν χωρίς σταθερό μισθό.
 
Οι επιπτώσεις στην καθημερινή ζωή των εργαζομένων ήταν δραματικές. Μια ζωή οργανωμένη γύρω απ’ τη δουλειά και την οικογένεια διαλύθηκε. Το φαινόμενο του υποσιτισμού των παιδιών των ανέργων πήρε μαζικές διαστάσεις. Το 1931 καταγράφηκαν ακόμη και περιπτώσεις πείνας στην πλουσιότερη χώρα του κόσμου. Οι αρρώστιες εξαπλώθηκαν με την επιστροφή των παλιών επιδημιών. Τα ποσοστά γάμων και γεννήσεων έπεσαν θεαματικά. Οι χωρισμοί των ζευγαριών και οι αυτοκτονίες εκτοξεύτηκαν στα ύψη. Οι νέοι άντρες και οι νέες γυναίκες αρκεί εγκατέλειπαν μαζικά τις οικογενειακές τους εστίες και μετατρέπονταν σε περιπλανώμενους της υπαίθρου και των μεγάλων πόλεων[1].

Η κυβέρνηση του Χούβερ όχι μόνο δεν μπόρεσε να προλάβει τα γεγονότα, αλλά ούτε να τα προβλέψει. Ο αμερικάνος πρόεδρος λίγες μέρες πριν τη «Μαύρη Τρίτη» δήλωνε: «Σήμερα στην Αμερική βρισκόμαστε πιο κοντά στο να πετύχουμε την ολοκληρωτική νίκη έναντι της φτώχειας από κάθε άλλη στιγμή στην ιστορία οποιασδήποτε χώρας». Αλλά και μετά το ξέσπασμα της κρίσης δεν προσπάθησε να προωθήσει κάποια πρακτική πολιτική λύση. Ο αμερικάνος πρόεδρος συνήθιζε να λέει ότι για τη φτώχεια και την ανεργία αρκούσε η φιλανθρωπία στο κοινοτικό επίπεδο και δεν χρειαζόταν κάποια κρατική παρέμβαση.

Όμως οι ιδέες του Χούβερ δεν ήταν μια προσωπική ιδιομορφία ή εξαίρεση. Για την κοινή γνώμη του αμερικάνικου κατεστημένου «οι φτωχοί ήταν άξιοι της μοίρας τους»[2]. Ο Κάλβιν Κούλιτζ, προηγούμενος πρόεδρος των ΗΠΑ, σχολίαζε εκείνα τα χρόνια για την ανεργία με μια σοφία εφάμιλλη του Ρήγκαν και του Μπους: «Όταν ολοένα περισσότεροι άνθρωποι χάνουν τις δουλειές τους, τότε εμφανίζεται ανεργία». Ο δε Χένρι Φορντ, ο Πάπας της αμερικάνικης βιομηχανίας, δήλωνε το 1931: «Η κρίση οφείλεται στο ότι ο μέσος άνθρωπος αρνείται να εργαστεί ευσυνείδητα… υπάρχει πολλή δουλειά… αρκεί οι εργάτες να θέλουν να δουλέψουν…». Λίγες βδομάδες αργότερα απέλυε 75.000 εργάτες[3].

Ο Χούβερ όμως έθαψε εντελώς το πολιτικό του μέλλον, όταν διέταξε το στρατό (ούτε καν την αστυνομία) να χτυπήσει βετεράνους του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Οι βετεράνοι διαδήλωναν με τις οικογένειές τους στην Ουάσιγκτον για να πληρωθούν «πατριωτικά επιδόματα» που τους είχαν υποσχεθεί μετά τη λήξη του πολέμου. Την επιχείρηση καταστολής ανέλαβαν να υλοποιήσουν αξιωματικοί που αργότερα έγιναν διάσημοι στρατηγοί στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: Μακ Άρθρουρ, Αϊζενχάουερ, Πάτον. Από τότε άρχισαν να μαζεύουν παράσημα ανδρείας και να χτίζουν τη στρατιωτική τους καριέρα.

Στις προεδρικές εκλογές του 1932, νικητής με θριαμβευτικό τρόπο αναδείχτηκε ο Φράνγκλιν Ντελεάνο Ρούσβελτ, που επίκεντρο της προεκλογικής του εκστρατείας ήταν ο «μικρός άνθρωπος»…

Από τη διαμαρτυρία, στο ριζοσπαστισμό 

Αυτή η νέα μαζική κοινωνική εμπειρία της φτώχειας και της ανεργίας σκόρπισε την παλιά κυρίαρχη ιδεολογία, που έπνιγε στις ενοχές και τη ντροπή τους φτωχούς και τους άνεργους και τους έσπρωχνε στην απομόνωση και τη μοιρολατρία. Αυτή τη φορά τα ερωτήματα «γιατί» και «ποιος φταίει» έψαχναν άλλες απαντήσεις και τις έβρισκαν έξω από τον κόσμο του «αμερικάνικου ονείρου».

Οι πρώτες εκδηλώσεις της αλλαγής στη συνείδηση των φτωχών και των ανέργων ήταν οι λεηλασίες τροφίμων. Ομάδες των 30-40 μελών λεηλατούσαν αποθήκες τροφίμων, αλλά οι ιδιοκτήτες των αποθηκών απέφευγαν να καταγγείλουν τα γεγονότα, για να μη δημοσιοποιηθούν σε όλη τη χώρα. Το 1930, πάνω από 1.000 άνδρες, που περίμεναν στην ουρά για συσσίτιο (bread line) του Στρατού της Σωτηρίας, επιτέθηκαν σε δύο φορτηγά, που μετέφεραν τρόφιμα και γλυκά σε ένα ξενοδοχείο… Ήταν η πιο αυθόρμητη, μαζική και δημόσια λεηλασία που είχε γίνει μέχρι τότε.

Το πνεύμα εξέγερσης εξαπλωνόταν συνέχεια. Οι πριν λίγο απελπισμένοι άνθρωποι δεν περίμεναν πια να τους βοηθήσει η κυβέρνηση, αλλά βοηθούσαν οι ίδιοι τους εαυτούς τους, δρώντας άμεσα. Να ένα παράδειγμα χαρακτηριστικό των καιρών: «…Η Μόλι Τζάκσον μπήκε στο τοπικό παντοπωλείο, ζήτησε ένα σακί αλεύρι… γέμισε μια σακούλα με ζάχαρη… και είπε στον παντοπώλη: “Θα σε δω σε 90 μέρες. Έχω να ταΐσω κάμποσα παιδιά… Μη φοβάσαι, θα σε πληρώσω”. Κι όταν εκείνος διαμαρτυρήθηκε, η Μόλι έβγαλε το πιστόλι της και είπε: “Μάρτιν, αν προσπαθήσεις να μου πάρεις πίσω το  φαΐ, ορκίζομαι ότι θα αδειάσω το πιστόλι μου πάνω σου, ακόμα και αν πρόκειται να με εκτελέσουν αύριο το πρωί”…»[4].

Μετά τις λεηλασίες, οι ανταλλαγές προϊόντων ήταν επίσης μια εναλλακτική πρακτική επιβίωσης, ιδιαίτερα σε περιοχές με αγροτικές εργασίες. Τα διάφορα δίκτυα αλληλεγγύης μεταξύ των φτωχών (και όχι φιλανθρωπία της «καλής κοινωνίας» προς τους «πάσχοντες και ανάγκη έχοντες») κέρδιζαν συνέχεια έδαφος. Το 1933 όμως, όταν η κρίση έφτασε στο κορυφαίο σημείο της, ο δρόμος για την επιβίωση έπρεπε να περάσει σε μορφές δράσης πιο οργανωμένες και πολιτικές.

Ακτιβισμός και αιτήματα

Οι διαδηλώσεις των ανέργων και των φτωχών, ακόμη και στο πρώτο τους στάδιο το χαοτικό και αυθόρμητο, ήταν έντονα πολιτικές. Κυριαρχούσαν τα συνθήματα: «Πολέμα και μην πεθάνεις από πείνα», «Δουλειά ή μισθούς». Και όσο σταθεροποιούνταν πολιτικά οι διαδηλώσεις, έπαιρναν όλο  και περισσότερο χαρακτήρα ανταρσίας και κατευθύνονταν στα δημαρχεία των πόλεων, απαιτώντας τρόφιμα, επιδόματα και δουλειές. Ακόμα και όταν η αστυνομία διέλυε εύκολα τις «διαδηλώσεις της πείνας», οι δήμαρχοι και η κατώτερη κρατική γραφειοκρατία δεν μπορούσαν να αγνοήσουν το πρόβλημα και αργά ή γρήγορα υπέκυπταν στις πιέσεις των δημοτών τους.

Καταλυτικό ρόλο σ’ αυτή την εξέλιξη έπαιξε η παρέμβαση των αριστερών οργανώσεων, αλλά ιδιαίτερα ο ακτιβισμός της βάσης του Κομουνιστικού Κόμματος, που συσπείρωνε εξάλλου την πλειοψηφία της εργατικής πρωτοπορίας. Τα μέλη και τα στελέχη του ΚΚ είχαν διαπαιδαγωγηθεί όλα αυτά τα χρόνια στις σκληρότερες συνθήκες της ταξικής πάλης (συγκρούσεις με την αστυνομία, τους φασίστες και τους μπράβους των βιομηχάνων, φυλακές και βασανιστήρια, δουλειά στην παρανομία, διωγμοί των αριστερών συνδικαλιστών από τη γραφειοκρατία, ρατσιστική βία και εθνοτικοί διαχωρισμοί, κτίσιμο σωματείων σε χώρους που ο συνδικαλισμός ήταν παράνομος κ.λπ.). Αυτή ήταν η δύναμη που σε τοπικό επίπεδο ξεπέρασε τα φράγματα της σταλινικής σεχταριστικής πολιτικής της ηγεσίας του κόμματος.

Παράλληλα, στο επίπεδο των διεκδικήσεων, το κίνημα προχωρούσε από τα άμεσα στα μεταβατικά αιτήματα. Σ’ αυτό τον τομέα, η συμβολή της τροτσκιστικής Αριστεράς στις ζυμώσεις και τα ξεκαθαρίσματα ήταν η πιο σοβαρή[5]. Από τα τρόφιμα (ιδιαίτερα το απλό και ταπεινό «γάλα για τα παιδιά») στο πέρασμα για τη χορήγηση επιδομάτων ήταν εύκολο. Από κει  και πέρα όμως, κάθε νέο προχώρημα έπρεπε να περάσει από τη δοκιμασία μεγάλων αντιπαραθέσεων. Από τα γενικά επιδόματα (που είχαν άρωμα φιλανθρωπίας) μέχρι το επίδομα ανεργίας που ήταν ταξική απαίτηση και από κει μέχρι το «δουλειά ή μισθοί», κάθε βήμα αντιστοιχούσε σε ανάλογα πολιτικά ανεβάσματα.
Έτσι η προπαγάνδα για το σοσιαλισμό έβγαινε σαν το αποτέλεσμα της κρίσης και του αδιεξόδου του καπιταλισμού. Αφού αυτή η κοινωνία δεν μπορεί να προσφέρει στα μέλη της δουλειά για μια αξιοπρεπή ζωή, τότε γιατί δεν την αλλάζουμε;  Εκείνη την εποχή αυτό το συμπέρασμα και ερώτημα μαζί δεν απασχολούσε μόνο τους στρατευμένους επαναστάτες, αλλά όλο και περισσότερους ακτιβιστές.

Στις 6 Μαρτίου το 1930, στα πλαίσια της παγκόσμιας μέρας κατά της ανεργίας και ενώ η ανεργία δεν είχε ακόμη ξεπεράσει το 9%, το ΚΚ οργάνωσε διαδηλώσεις σ’ όλη τη χώρα. Για το κόμμα, η ανεργία ήταν ο «βασικός κρίκος της αλυσίδας» για να συγκεντρώσει γύρω του πλατιές μάζες και να τις ριζοσπαστικοποιήσει. Εκείνη τη μέρα μαζεύτηκαν στη Νέα Υόρκη  100 χιλ. διαδηλωτές και παναμερικανικά πάνω από 500 χιλ. Ήταν μια απρόσμενη επιτυχία ακόμη και για τους ίδιους τους οργανωτές.

Τίποτα όμως δεν μπορούσε να ξεπεράσει τη συγκεκριμένη τοπική δουλειά οργάνωσης και αντίστασης στις εργατικές συνοικίες. Στην κορυφαία της στιγμή η μαζική διαμαρτυρία έφτασε με τις κινητοποιήσεις ενάντια στις εξώσεις. Το 1931, το κίνημα των ανέργων είχε ακυρώσει 75χιλ. εξώσεις μόνο στην περιοχή της Νέας Υόρκης.

Σ’ αυτό το σημείο αξίζει να αναφέρουμε, σε γενικές γραμμές και ελεύθερη μετάφραση, την εμπειρία των ακτιβιστών και ακτιβιστριών του ΚΚ ΗΠΑ:

«…Και λοιπόν τι θα κάναμε για όλα αυτά; Πώς μπορούσε μια μικροκαμωμένη γυναίκα να αλλάξει τον κόσμο; Θα σας το πω. Είναι μια καλή ιστορία, γιατί εκείνες τις μέρες ξεκινήσαμε τη δράση μας. Συγκροτήσαμε τα Συμβούλια Ανέργων… Ανοίξαμε ένα γραφείο στο κέντρο της γειτονιάς. Πηγαίναμε το πρωί, κάναμε καφέ και ετοιμαζόμασταν… Ξαφνικά όλο και κάποιος άνοιγε την πόρτα και έμπαινε στο γραφείο. Ακολουθούσε λίγο-πολύ η ίδια συζήτηση:  “Καλημέρα. Ποιος είστε; Μόλις έχω απολυθεί”. Και τότε ξεσπούσαμε σε κραυγές: “Ζήτω, ακόμη ένας απολύθηκε. Θαυμάσια!” Ο άνθρωπος μας κοιτούσε κατάπληκτος και μας έπαιρνε για τρελές. Απόλυση γι’ αυτόν σήμαινε όχι μισθό, όχι λεφτά για νοίκι, πουθενά μέρος για να κοιμηθεί, τίποτα για να φάει… Του εξηγούσαμε αμέσως ότι για μας σήμαινε ακόμη έναν σύντροφο για να μοιράζει προκηρύξεις… Έτσι προσπαθούσαμε να αλλάξουμε την ψυχολογία του, που είχε καταρρεύσει, και να μετατρέψουμε τη δυστυχία του σε δράση… Είχαμε πάρει την απόφαση ότι θα ελέγχαμε τις ζωές μας. Είχαμε πάψει να είμαστε τα θύματα… Κανένας μόνος του… Όλοι μαζί μπορούσαμε να νικήσουμε…»[6].

Αλλά αν η προηγούμενη μαρτυρία αφορούσε τη «δουλειά γραφείου», η επαναστατική αγκιτάτσια γινόταν φοβερό όπλο τη στιγμή της έξωσης:

«…Στο μεταξύ βγαίναμε στο μπαλκόνι και φωνάζαμε στο πλήθος που μαζευόταν από κάτω, στο δρόμο: “Γείτονες, αδέλφια εργάτες. Είμαστε γυναίκες άνεργων εργατών και η αστυνομία μας κάνει έξωση. Σήμερα κάνουν έξωση σ’ εμάς, αύριο θα είναι η σειρά σας. Ό,τι θα συμβεί σ’ εμάς, θα συμβεί και σ’ εσάς. Δεν έχουμε δουλειά. Δεν έχουμε φαγητό. Τα νοίκια είναι πολύ ψηλά. Έχει έρθει η αστυνομία για να μας πετάξει έξω. Θα το επιτρέψετε;” Το κλασικό μοτίβο στη συνέχεια ήταν το εξής: σε λίγη ώρα ο δρόμος γέμιζε όχι μόνο με περίεργους, αλλά με άνεργους και εργαζόμενους της συνοικίας, που ήταν εξαγριωμένοι και είχαν απειλητική διάθεση απέναντι στην αστυνομία και στους φορτοεκφορτωτές. Ήδη στο σπίτι επάνω διεξαγόταν μια άγρια και άνιση σωματική πάλη. Απ’ τη μια οι άνθρωποι της εταιρείας μεταφορών τραβούσαν τα έπιπλα και απ’ την άλλη οι γυναίκες τα κρατούσαν με πείσμα. Όταν τελικά οι φορτοεκφορτωτές έβγαζαν τα έπιπλα στο δρόμο, κάνοντας όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, έφευγαν τρέχοντας. Σε λίγο, δεκάδες και εκατοντάδες χέρια μετέφεραν ξανά τα έπιπλα πάνω στο σπίτι και στη θέση που ήταν προηγουμένως, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα…»[7].

Να ακόμη ένα παράδειγμα άμεσης δράσης από τοπικούς οργανωτές του κόμματος στο Σικάγο:

«…Μιλούσαμε απλά και εξηγούσαμε την πλατφόρμα, τα αιτήματα και τις δράσεις του Συμβουλίου Ανέργων… φτάνοντας στο τέλος είπαμε : “Υπάρχει καμιά ερώτηση;”… Ξαφνικά ένας γέρος μαύρος άντρας σηκώθηκε και ρώτησε: “Τι θα κάνετε για τη μαύρη οικογένεια που της έκαναν έξωση σήμερα; Είναι έξω στο δρόμο με τα έπιπλά τους…”. Ο πρόεδρος κι εγώ απαντήσαμε σχεδόν αμέσως: “Πολύ απλό! Σταματάμε εδώ τη συζήτηση, πάμε και ξαναβάζουμε τα έπιπλα πίσω στο σπίτι… Και μετά συνεχίζουμε…”. Έτσι και έγινε… Πήγαμε, μεταφέραμε τα έπιπλα και τα ξαναβάλαμε στη θέση τους, όπως ήταν πριν. Μετά ξαναγυρίσαμε στην αίθουσα που είχαμε τη συνάντηση. Αυτή τη φορά η αίθουσα ξεχείλιζε από κόσμο»[8].

Δύο ήταν τα άμεσα αποτελέσματα της τοπικής δουλειάς του κόμματος στο μέτωπο της ανεργίας. Καταρχήν η μάζα των ανέργων στράφηκε αριστερά και αποτέλεσε μια πολύτιμη συμμαχία στους συνδικαλιστικούς αγώνες των επόμενων χρόνων. Και ύστερα το ΚΚ γνώρισε μια πρωτοφανή ανάπτυξη της οργανωμένης δύναμής του. Από 7.000 μέλη στα τέλη της δεκαετίας του ’20, έφτασε στα 75.000 μέλη στα μέσα της δεκαετίας του ’30.

Η κρίσιμη χρονιά του 1934

Το 1933 η ανεργία υποχώρησε λίγο (απ’ το 25% έπεσε στο 21,5%). Αυτή η μικρή ανάσα έδωσε στο εργατικό κίνημα την ευκαιρία να περάσει στην αντεπίθεση του 1934. Είχαν ήδη περάσει 15 χρόνια από την τελευταία μεγάλη ταξική αναμέτρηση του 1919. Σε τρεις μεγάλες απεργιακές μάχες (αυτοκινητοβιομηχανία του Τολέδο, οδηγοί φορτηγών της Μινεάπολης και «εργάτες του νερού» στη Δυτική Ακτή-Σαν Φρανσίσκο) αναμετρήθηκαν συνδικάτα της βάσης με τα καπιταλιστικά μονοπώλια και νίκησαν. Και στις τρεις περιπτώσεις οι απεργίες είχαν πολιτική ηγεσία κόμματα και οργανώσεις της Αριστεράς. Στο Τολέδο ήταν το Σοσιαλιστικό Κόμμα που καθοδηγούσε την απεργία, στη Μινεάπολη ο τροτσκιστικός Κομμουνιστικός Σύνδεσμος και στο Σαν Φρανσίσκο το Κομμουνιστικό Κόμμα.

Οι μάχες αυτές ξέφυγαν απ’ το στενό τοπικό χαρακτήρα τους και έγιναν κέντρο της προσοχής όλης της χώρας. Πρώτος λόγος γι’ αυτό ήταν τα αιτήματα των απεργών: αναγνώριση των συνδικάτων, αυξήσεις μισθών και επαναπρόσληψη των απολυμένων. Ήταν αιτήματα που αγκάλιαζαν όλη την εργατική τάξη, ξεκόβοντας από την παλιά συνδικαλιστική παράδοση των στενών συντεχνιακών διεκδικήσεων. Δεύτερος λόγος ήταν η σκληρότητα της αναμέτρησης. Οι επιχειρηματίες, αφού απέτυχαν να μπλοκάρουν το ξέσπασμα των απεργιών με διάφορα «εργοδοτικά σωματεία», προσπάθησαν στη συνέχεια να τις διαλύσουν με απεργοσπάστες υπό την προστασία ιδιωτικής αστυνομίας και της Εθνικής Φρουράς. Στις συγκρούσεις που επακολούθησαν, οι απεργιακές φρουρές (από εργαζόμενους και άνεργους) δεν διαλύθηκαν, παρά τις δολοφονίες και τους τραυματισμούς αγωνιστών…
Μετά από μήνες απεργιών, οι επιχειρηματίες και η κυβέρνηση αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Πέρα από τις επιμέρους συνδικαλιστικές συμφωνίες, η κυβέρνηση του Ρούσβελτ αναγκάστηκε να ψηφίσει, το 1935, τον πρώτο νόμο κοινωνικής ασφάλισης που συμπλήρωσε και με ένα πρόγραμμα δημοσίων έργων, προσφέροντας δουλειά σε εκατομμύρια άνεργους[9]. Αλλά αν αυτό ήταν το άμεσο αποτέλεσμα των απεργιακών μαχών, η πιο σοβαρή επίπτωση ήταν η ραγδαία εξάπλωση του συνδικαλισμού και η συγκρότηση της CIO (Κογκρέσο Βιομηχανικών Συνδικάτων).

Σ ’αυτές τις μεγάλες ταξικές μάχες το αποτέλεσμα κρίθηκε από κάποιες στρατηγικές προϋποθέσεις:

1. Από την ενότητα ανέργων και εργαζόμενων. Το κίνημα των ανέργων μεταμόρφωσε τους ανέργους από μια άβουλη μάζα, που τροφοδοτούσε τους απεργοσπαστικούς μηχανισμούς, σε μαχητική δύναμη κρούσης ενάντια στη βία των ιδιωτικών και πολιτειακών αστυνομιών και της εθνοφρουράς. Και στις τρεις μάχες που αναφερόμαστε, οι άνεργοι ήταν στην πρώτη γραμμή άμυνας των απεργών.
2. Από το σπάσιμο των φυλετικών διαχωρισμών, που τη δεκαετία του ’20 ήταν το βασικό εργαλείο της αντίδρασης ενάντια σε κάθε κίνημα. Αυτή τη φορά, ακόμη και συντηρητικοί συνδικαλιστές κατάλαβαν ότι, για να νικήσουν οι απεργίες, οι λευκοί εργάτες είχαν ανάγκη το «μαύρο αδελφό».
3. Η πρωτοβουλία για τις απεργίες είχε αφετηρία τη βάση των συνδικάτων στους χώρους δουλειάς και όχι την υψηλή ιεραρχία των συντεχνιακών συνδικάτων της AFL. Οι τοπικές ηγεσίες των συνδικάτων δεν βρίσκονταν μόνο κάτω από τον ασφυκτικό έλεγχο των μελών τους, αλλά και των εργατικών κοινοτήτων (με τις οικογένειες τους, τους ανέργους και τα πληβειακά μεσοστρώματα της περιοχής) γύρω από τα εργοστάσια.

Επίλογος

Το 1935, η κοινωνική νομοθεσία της κυβέρνησης του Ρούσβελτ σημάδεψε το τέλος του πρώτου κύκλου του κινήματος των ανέργων. Η κυρίαρχη μυθολογία θέλει να μας λέει ότι η ευαισθησία του προέδρου ήταν που έκρινε αυτές τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις στον καιρό της μεγαλύτερης οικονομικής κρίσης… Η αλήθεια όμως ήταν διαφορετική. Η αλήθεια ήταν ότι η νέα πολιτική πραγματικότητα, οι νέοι συσχετισμοί που διαμορφώθηκαν μέσα απ’ την ταξική πάλη της πρώτης περιόδου της κρίσης (1929-1935), απέδειξαν ότι και σε περίοδο κρίσης, σαν και αυτή που περνάμε σήμερα, το εργατικό κίνημα έχει και μπορεί να επιβάλλει λύσεις στα προβλήματα της φτώχειας και της ανεργίας. Και αυτό έγινε δυνατό γιατί οι ιδέες, που καθοδηγούσαν το κίνημα, ήταν οι ιδέες της ριζοσπαστικής Αριστεράς.


Σημειώσεις
1. F.F.Piven, R.Cloward, «Poor peoples’ movements», 1977.
2. Alberto Alesina, Edward L. Claeser, «Η καταπολέμηση της φτώχειας στις ΗΠΑ και την Ευρώπη», 2009.
3. Χάουαρντ Ζιν, «Ιστορία του λαού των ΗΠΑ», εκδόσεις Αιώρα, 2009.
4. Χάουαρντ Ζιν, «Ιστορία του λαού των ΗΠΑ», εκδόσεις Αιώρα, 2009.                               
5. Albert Weisbord, «A concrete program for the uneployed», 1930.
6. Rose Cherin, «Organising the uneployed in the Bronx in the 1930s», 1949.
7. Rose Cherin, «Organising the uneployed in the Bronx in thw 1930s», 1949.
8. F.F.Piven, R.Cloward, «Poor peoples movements», 1977.
9. Danny Lucia, «The uneployed movement of the 1930s», ISR, 2010.