Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μέλλον. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μέλλον. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 8 Ιουλίου 2010

Μια ματιά στο μέλλον...

Μύγα, του  Fir0002, flagstaffotos.com.au, με άδεια GNU Free Documentation License, Version 1.2
Εκείνο το καλοκαίρι, ο αέρας κόπασε για λίγο κι έπεσαν στον τόπο σύννεφο οι μύγες. Τσιμπούσαν τα μάτια, σούβλιζαν το πετσί, βούιζαν στη βαριά ζέστη κι άλλοτε σηκωνόταν ένας μάυρος γυαλιστερός κουρνιαχτός προς τη μεριά των αφοδευτηρίων. Παχιές, καλοθρεμμένες, καλοκαιριάτικες μύγες. Χρύσιζαν στον ήλιο, πάνω στους τοίχους και στα κατάλευκα ασβεστωμένα πεζούλια. Αλλά κι αυτές τις συνηθίζεις, λες και είναι ένα στοιχείο του τόπου, όπως ο άνεμος, τα βράχια, η ζέστη. Κανείς δεν τους έδωσε τότε σημασία. Όταν σ' ενοχλούσαν τις έδιωχνες με μια κίνηση από τα μούτρα σου και τέλειωνες.

Ένα μεσημέρι, όμως, τα μεγάφωνα σάλπισαν προσοχή, οι άσπρες μπλούζες σφύριζαν κι αλώνιζαν τον τόπο κι ερευνούσαν τους τάφους να μη μείνει κανείς μέσα. Όλα έδειχναν πως κάτι σοβαρό θ' ανακοινωθεί. Καθετί, όμως, εδώ λέγεται πολύ σοβαρά κι έτσι πάλι, κανείς δεν έδωσε σημασία. Καινούργια σφυρίγματα, προσταγές, θούρια και παιάνες για ν' αναγγελθεί  η απόφαση:

«Μπροστά στο φοβερό κίνδυνο που διατρέχουμε -για την υγεία, την καλή διαβίωση και τον πολιτισμό- πρέπει ν' αντιμετωπίσουμε τη φοβερή επίθεση, να εξοντώσουμε το μίασμα και ν' απαλλάξουμε τον τόπο από την απειλή! Στον αγώνα αυτόν θα μετρηθεί η συμβολή εκάστου και θα αποκαλυφθούν οι αδιάφοροι. Πρέπει να εξοντώσουμε τις μύγες! Προς τούτο, έκαστος υποχρεούται, ως ελάχιστον αντίτιμο, για ν'απολαμβάνει τα αγαθά του τόπου, να παραδίδει τουλάχιστον είκοσι μύγες την ημέρα. Οι απρόθυμοι θα υποστούν βαρύτατες κυρώσεις.»

Η διαταγή αναλύθηκε εξαντλητικά, για να μην υπάρχει καμιά αμφιβολία. Όποιος δε φέρει το βράδυ τις είκοσι μύγες, μαύρη του μοίρα. «Θα τις συλλάβετε χωρίς να χαλαρωθεί, βεβαίως, στο ελάχιστο ο ρυθμός των άλλων εργασιών.» Κι όταν λέμε εδώ πρέπει, σημαίνει «πρέπει».

Ένας ειδικός ομιλητής εξήγησε σ' επίσημη συγκέντρωση, για τη μεγάλη σταυροφορία που θα φέρει στον τόπο την κάθαρση και την εξυγίανση. Τόνισε το βαθύτερο νόημα της ευγενικής αυτής προσπάθειας, την αέναη πάλη με τις δυνάμεις του κακού, μίλησε για τους φορείς των ζωικών και των ηθικών μολύνσεων, για τη λυτρωτική διαδικασία και την κάθαρση, για τις συμβολικές προεκτάσεις ενός τέτοιου χρέους.

Μετά τις πρώτες φράσεις, κανείς πια δεν καταλάβαινε τι έλεγε. Η φωνή του παλλόταν από συγκίνηση, καθώς μιλούσε για την «ηθική ανάπλαση, για τον εξαγνισμό των ψυχών από τις συντριπτικές αμαρτίες που βαραίνουν τις συνειδήσεις», και για την ανάγκη της καθημερινής εξιλαστήριας προσφοράς, «ώστε ύστερα από αρκετούς αιώνες δοκιμασίας να είναι δυνατόν μερικοί άξιοι...»

Μίλησε, πραγματικά, με μεγάλη έξαρση και ανάταση, λίγο ακόμα και θ' αποκτούσε κι αυτός φτερά να πετάξει.

Το άλλο πρωί, πριν ξεκινήσει ο πληθυσμός για τις εργασίες τους, το μεγάφωνο είπε με γλυκιά φωνή ένα παραμύθι, σαν αυτά που λένε στα παιδιά πριν κοιμηθούν. Εδώ συνηθίζονται τα πρωινά παραμύθια, για να κρατάνε όλες τις ώρες. Αφηγήθηκε με λίγα λόγια την ιστορία κείνου του καλού βασιλιά που όταν έφτασε ναυαγός σ' ένα έρημο νησί, βρήκε να το κατοικούν μόνο μερικά δαιμονισμένα τέρατα. Ύστερα, όμως, από πολλούς και σκληρούς αγώνες, ο καλός βασιλιάς νίκησε και υπόταξε τα κακά πνεύματα. Τα εξόντωσε, τα ημέρεψε.

Και το παραμύθι τελείωσε μ' αυτά τα λόγια:
«Καταλαβαίνετε, βέβαια, τι σημαίνει τούτος ο παλιός μύθος. Αυτοί που ενσαρκώνουν το πνεύμα του κακού, είσαστε σεις! Το πνεύμα του καλού θα ασκήσει την αγαθότητα και την αμείλικτη δύναμή του για να υποτάξει τον δαίμονα... Θα μπορούσε, βέβαια, να τον σκοτώσει, θα ήταν το πιο εύκολο. Υπάρχουν πολλά και αποτελεσματικά φάρμακα, και για τις άλλες περιπτώσεις τα όπλα. Εμείς δε χρειαζόμαστε κι άλλους νεκρούς. Τι να τους κάνουμε; Δεν θα είχε καμιά αξία η αποστολή μας... Εμείς θέλουμε να εξ...ξοντώσουμε και να συντρ...ρίψουμε ουσιαστικά όχι τους ευτελείς φορείς αλλά τον ίδιο το δαίμονα...»[...]

Οι κάτοικοι ξεκίνησαν για τις δουλειές τους κι η ζωή ξαναμπήκε αμέσως στο ρυθμό της. Ομάδες για πέτρα, ομάδες για σκάψιμο, οι χτίστες στα κάστρα και στα γεφύρια, οι χαμάληδες στο λιμάνι, οι σκαφτιάδες στους δρόμους και στους τάφους, οι καλλιτέχνες στ' αγάλματα, οι κουβαλητές στην πέτρα, στο νερό, στον ασβέστη. Από σήμερα πρέπει να μαζεύεις και μύγες, το θύμισε πάλι ο ομιλητής: ο καθένας είκοσι! Τελειώνει το ξεφόρτωμα, τρέχεις ν' ανεβάσεις στην κορυφή το βαρέλι με το νερό, αμέσως για τσιμέντο, να μεταφέρουμε μια ειδική πέτρα σα μάρμαρο για τις προσόψεις. Στη γέφυρα! Πλάκες για να στρωθεί ο δρόμος, λάκκοι να φυτευτούν καινούρια δέντρα, αψίδες και μνημεία για να δοξάζονται τα μεγάλα κατορθώμτα. Μύγες, χιλιάδες μύγες βουίζουν παντού. Θα τις πιάσεις μόλις ακουμπήσεις τούτο το αγκωνάρι που σου κόβει την αναπνοή. Ήρθε η ώρα για νερό! Τρέχα. Πήραν μόνο όσοι πρόλαβαν. Να μεταφερθούν τάχιστα η άμμος και τα σίδερα. Θα μεταφερθούν. Φαγητό. Άρχισε η ομιλία! Διδαχές ηθικού, διδακτικού, φρονηματιστικού περιεχομένου. Μετάνοιες, ομολογίες αμαρτημάτων, συντριπτικές εξομολογήσεις. «Πόσες μύγες μάζεψες; Μήπως ξέχασες το χρέος σου;» λέει κάθε χρόνο το μεγάφωνο. Όχι, κανένας δεν το ξέχασε, αλλά πώς ν' ανταποκριθεί στα νέα καθήκοντα όταν σπάει πέτρα; Όσοι κάνουν μια παράμερη ή στεκούμενη δουλειά, κάτι θα πιάσουν. Στα μαγειρεία, στα συνεργεία, οι φρουροί και οι αποθηκάριοι είναι τυχεροί. Εκεί βράζει σύννεφο η μύγα. Κι οι άλλοι που χτίζουν, που φτυαρίζουν, θα τις πιάσουν πιο εύκολα. Όταν όμως τρέχεις με την πέτρα στον ώμο περνώντας μπροστά από τους επόπτες, πώς είναι δυνατό; Θα καθυστερήσεις και θ' αναγκάσεις κάποιον να σε μπάσει βίαια στο ρυθμό, σα να σκοτώνει κι αυτός τη μύγα του.

Ο περιδεής ψάχνει πάλι να βρει τον νυχτερινό συγκάτοικό του. Τις τελευταίες μέρες κατεβαίνουν στον τάφο καινούρια πρόσωπα, άγνωστοι, και μένουν μόνο μια νύχτα. Νέες φάτσες, που τις ξεχνάς. Ο τρίτος όμως σηκώνεται πολύ νωρίς και όταν ξυπνήσουν οι άλλοι αυτός λείπει. Θα κάνει, φαίνεται, κάποια δουλειά πολύ πρωινή ή μισονυχτερινή. Κι έτσι, αφού το τρίτο πρόσωπο λείπει πάντα, σημαίνει ότι εδώ και πολλές μέρες είναι το ίδιο. Τον έχει δει μόνο μια φορά για λίγο, μόλις πρόφτασε να διακρίνει το μισό πρόσωπό του καθώς έβγαινε από το άνοιγμα. Είδε καλύτερα μια τρύπα στις σόλες των παπουτσιών του, ναι στο δεξί του παπούτσι. Και μια κάλτσα μάλλινη σκισμένη στη φτέρνα. Ήταν πράσινη. Τρύπιες σόλες θα έχουν πολλοί, πώς να τον ανακαλύψεις από τη μισή όψη του που πρόλαβες να δεις για μια στιγμή τα χαράματα; Πρέπει να πιάσεις τη μύγα σου, να βρίσκεσαι πάντα μακριά από την οργή των νόμων, να μην σε ξέρει κανείς για κακό ούτε για καλό.

Μερικοί πρόλαβαν, έκλεισαν για γούστο βιαστικά τις χούφτες τους και βούτηξαν δυο τρεις. Τις φύλαξαν προσεχτικά σ' ένα κουτάκι των σπίρτων. Άλλοι έφτιαξαν χωνάκι. Όλοι είχαν ένα χαμόγελο κάπως κοροϊδευτικό για την αυστηρότητα που δόθηκε σε μια τόσο αστεία διαταγή. Έχει πάρα πολλές. Μιλιούνια βουίζουν γύρω σου, παντού υπάρχουν μύγες. Δεν έχει παρά ν' απλώσεις το χέρι σου. «Σε τσάκωσα! Θα σε παραδώσω το βράδυ.» Κι ένας άλλος: «Αχ, μου ξέφυγε...» - «Νόμιζες πως θα μου γλίτωνες, ε;...» Κι έτσι, παίζοντας, οι πιο προνοητικοί μάζεψαν κάμποσες, αλλά χωρίς να δώσουν και μεγάλη σημασία στ' αποκτήματά τους.

Άλλοι, πιο πειθαρχικοί, και μερικοί που κατάλαβαν περισσότερο το νόημα του παραμυθιού, κουνούσαν αδιάκοπα τα χέρια τους, για να πιάσουν τις μύγες και να ξενοιάσουν. Δε θα πρόφτασαν όμως, ακούστηκε γρήγορα πρόσκληση για συγκέντρωση.

Την ορισμένη ώρα, όταν άρχισε το απόβραδο, ο κόσμος μαζεύτηκε, όπως πάντα, σκονισμένος και κατάκοπος για φαγητό. Τα αρμόδια όργανα επέμεναν να είναι τέλειες οι σειρές, να το βουλώσουν όλοι, να ξαναγίνουν τα μετρήματα. Άρχισαν να πληθαίνουν και οι άσπρες μπλούζες, στάθηκαν ανάμεσα στις ομάδες, τριγύριζαν στα πλάγια. Μαζεύτηκαν και διάφοροι βοηθοί, ελεγκτές κι ένα σωρό άλλοι σκουντούφληδες και βλοσυροί. Κανένας δεν έδινε το σύνθημα για τη διανομή. Πάλι μετρήματα και μετακινήσεις, καινούρια αναταραχή.

Ήρθε και κάποιος με σπουδαίες αρμοδιότητες. Μια βουβή παγωνιά απλώθηκε. Τοποθέτησαν κι ένα μεγάφωνο.
«Ν' αρχίσει η διανομή», πρόσταξε μ' ένα νεύμα ο ελεγκτής.
Ξεκίνησε ο πρώτος. Έπρεπε να περάσει πρώτα μπροστά από αυτόν.
«Τις μύγες σου», ζητάει ο βοηθός.
«Ποιες μύγες;»
«Αυτές που έπρεπε να πιάσεις.»
«Δεν έχω.»
«Το ξέχασες, δεν μπόρεσες ή δεν θέλησες; Λέγε.»
«Δεν πρόλαβα...»
«Περίμενε στην άκρη», πρόσταξε ο βοηθός.
Ήρθε άλλος.
«Τις μύγες σου. Γιατί μόνο τρεις; Τόσα εκατομμύρια, δε βρήκες άλλες; Κι εσύ εκεί. Όχι μαζί με τον άλλον, χωριστά.»
Ένας έδειξε έντεκα, ήταν ο καλύτερος.
«Γιατί μόνο έντεκα;»
«Στο νταμάρι φεύγουν όλες με τα φουρνέλα...»
Τον έστειλε σε άλλη σειρά.
Ένας από τα καλόπαιδα, τους ζητωκραυγαστές, από τους φανερούς κράχτες, είχε μαζέψει δεκαοχτώ.
«Εύγε! Εξετέλεσες το καθήκον σου!»

Περάσανε σιγά-σιγά όλοι. Μόνο ένα ζαρωμένο ανθρωπάκι είχε τις περισσότερες. Μετρούσε, μετρούσε κι έφτασε τις τριανταδύο μύγες. Τις παρέδωσε όλες ο ανόητος, πήρε το φαγητό του κι απομακρύνθηκε περήφανος. Σε μια στιγμή μάλιστα γέλασε και φάνηκαν μια σειρά ολόλευκα και γερά δόντια. Αμέσως όμως κατάλαβε ότι δεν ήταν σωστό να γελάει -ίσως να έβαλε και τα κλάματα- κι απομακρύνθηκε γρήγορα.

Καθώς φάνηκε η προσπάθεια είχε γενικά αποτύχει. Στο άδειο κιβώτιο που έριχναν τις ψόφιες μύγες, δεν σκεπάστηκε καλά-καλά ούτε ο πάτος. Αυτοί που δεν είχαν πιάσει ούτε μια μύγα ήταν πολλοί. Μαύρα σύννεφα άρχισαν να μαζεύονται πάνω απ' όλους. Ο πληθυσμός είχε δείξει μια εγκληματική αδιαφορία στους νόμους. Ακόμα κι η θάλασσα έγινε πιο μελανιά κι ακίνητη.

Ο ελεγκτής ανακοίνωσε την απόφασή του: Αυτούς που δεν είχαν ούτε μια, τους έστειλε μακρύτερα, κοντά στα βράχια. Σε άλλες σειρές κατέταξε τους υπόλοιπους, ανάλογα με τις μύγες που έφεραν.

Μόνος, χωρίς ταίρι και σειρά έμεινε το ανθρωπάκι με τις τριανταδύο. Έτρωγε έρημος, μα δεν κατέβαιναν οι μπουκιές.

«Γράψτε τα ονόματά τους κατά κατηγορία», είπε ένας βοηθός στα όργανα.

Θ' ανοίξουν τώρα καινούριους λογαριασμούς που θα σ' ακολουθούν πάντα, για να μετριέται η κακή σου συμπεριφορά.

Την ώρα που γράφανε, κάποιος πλησίασε σιγά και πονηρά έναν επόπτη από πίσω. Είδε μια μύγα στον ώμο του. Άπλωσε την παλάμη του και όρμησε. Καθώς όμως περνούσε γρήγορα το χέρι του από το αυτί του, άγγιξε ξυστά το μάγουλό του. Ο επόπτης τρόμαξε.
«Τι κάνεις εσύ;»
«Μια μύγα στον ώμο σας. Νά την.»
Άνοιξε την παλάμη του κι έδειξε το ξεκοιλιασμένο ζώο.
«Τώρα έχω έντεκα, μπορώ να πάω σ' εκείνη, την καλύτερη σειρά;»
«Είναι πια πολύ αργά, άρχισε η καταγραφή. Εξάλλου, η μύγα αυτή βρισκόταν στον ώμο μου. Ανήκει σε μένα. Ήταν ασέβεια ν' απλώσεις πάνω μου.»
«Τώρα όμως έχω έντεκα...»
«Ανώφελο. Ο ελεγκτής δε χρειάζεται μύγες... Αν ήθελε, θα έριχνε φάρμακο και δε θα έμενε καμιά. Ήθελε να μετρήσει την προθυμία σας...»
«Σας χτύπησε κιόλας», πρόσθεσε ένας άλλος.
«Ναι, εδώ στο μάγουλο...»
«Φοβερό. Βγήκε από τη γραμμή του, έκανε μια ασεβή χειρονομία που κατέληξε σε επίθεση. Θέλησε, τώρα που τελείωσε η κρίση, να μεταπηδήσει πονηρά σε καλύτερη κατηγορία απ' αυτήν που τον κατέταξε ο ελεγκτής και με μια μύγα που δεν του ανήκει...»
«Και τώρα τι να κάνω;» ρώτησε χαμένος. «Μήπως πρέπει να πεθάνω;»
«Όχι ακόμα. Θ' αποφασίσω αργότερα για την τύχη σου. Να σταθείς χώρια», είπε ο επόπτης κι απομακρύνθηκε ικανοποιημένος, γιατί αυτός, και μόνο αυτός, θα καθόριζε την τύχη κάποιου άλλου.

Όταν τελείωσε η καταγραφή, ήρθε η ώρα για την τελική κρίση. Κομμένες αναπνοές, ακινησία, οι φρουροί στις θέσεις τους, τα κύματα στους βράχους. Μια φωνή απόκοσμη, που ερχόταν από πολύ μακριά, είπε:
«Θα λάβουν φαγητό μόνο όσοι εξεπλήρωσαν στο ακέραιο το καθήκον τους. Όσοι δεν έπιασαν καμιά μύγα, είναι δόλιοι και θα έχουν τη μεταχείριση που αρμόζει στους απείθαρχους, τους πείσμονες και τους υπονομευτάς. Χαθείτε, να μη σας βλέπω.»

Ένας με άσπρη μπλούζα φρόντισε να χάθουν το γρηγορότερο, τους τράβηξαν για τη χαράδρα.

Η φωνή συνέχισε:
«Οι άλλοι επιδείξατε αδιαφορία, κακοήθεια, τεμπελιά, Περιφρονήσατε τις διαταγές. Η ασυνειδησία σας θα μείνει στίγμα, ώστε να ξέρετε τι σας περιμένει σε κάθε υποτροπή ανυπακοής. Από αύριο το έλλειμμα θα υπολογίζεται διπλάσιο, την επομένη τριπλάσιο. Για σήμερα, λίαν επειικώς, θα υποστείτε μόνο στέρηση νερού και τροφής.»

Έτσι όλοι κατάλαβαν ότι οι μύγες είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση. Και τα μεγάφωνα σκούζανε συνέχεια για μολύνσεις που επεκτείνονται, για ανεπίτρεπτα συμπτώματα απειθαρχίας και για αμείλικτες τιμωρίες που, όσο βαριές κι αν είναι, δεν μπορούν να εξαλείψουν το φοβερό αμάρτημα.

Κι αμέσως μουσική και τραγούδια.



το απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Αντρέα Φραγκιά, Λοιμός,1972, εκδ. Κέδρος.
το βίντεο από την ταινία του Παντελή Βούλγαρη Happy Day, 1976, το τραγούδι Λαϊκός Τραγουδιστής, του Δ. Σαββόπουλου

Παρασκευή 28 Μαΐου 2010

«Να είσαι ο εαυτός σου, να είσαι ο πρώτος, η απληστία είναι καλή»

Η γωνία Γουόλ Στρητ και Μπρόντγουεϊ, ψηφιακά επεξεργασμένη φωτογραφία -το W έχει αντικατασταθεί από το F-, από τον Mu6, με άδεια Cc-by-sa-3.0, GFDL, via Wikipedia
«Η κρίση δεν αλλάζει μόνο τα οικονομικά μεγέθη, αλλάζει τις κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων»

Συνέντευξη με τον Κώστα Δουζίνα στην ΕΠΟΧΗ, Κυριακή, 16 Μαΐου 2010

Τη συνέντευξη πήραν η Όλγα Μπαλαούρα και η Αφροδίτη Μπαμπάση

*Βρισκόμαστε εν μέσω οικονομικής κρίσης, η έξοδος από την οποία φαίνεται μακρινή. Πώς θα χαρακτήριζες τη σημερινή κοινωνικοπολιτική συγκυρία; 
Η οικονομική κρίση έχει επιπτώσεις σε όλα τα επίπεδα της ζωής: στο οικονομικό, στην πολιτική και στην οργάνωση της ψυχικής ισορροπίας των ανθρώπων. Ο τρόπος οργάνωσης της κοινωνικοπολιτικής συγκυρίας δείχνει ότι δεν πρόκειται για μια κρίση με την έννοια μιας αλλαγής περισσότερο ή λιγότερο σημαντικής κάποιων πραγμάτων που μετά θα ισορροπήσουν, αλλά για ένα συνολικό γράψιμο από την αρχή του τρόπου οργάνωσης της κοινωνίας, αλλά και των σχέσεων των ανθρώπων μέσα σ’ αυτή. Με αυτή την έννοια είναι πολύ πιο βαθιά η αλλαγή από τις αλλαγές των κοινωνικο-εργασιακών δικαιωμάτων.
  
*Πρόκειται, δηλαδή, για έναν επαναπροσδιορισμό του κοινωνικού ιστού;
Αναφέρομαι σε έναν νέο κοινωνικό δεσμό. Σε έναν άλλο τρόπο με τον οποίο ερχόμαστε σε σχέση με τον εαυτό μας, με τον άλλον, με την κοινότητα και με τον κόσμο.
  
*Αυτό που είχε διαφανεί από τη δεκαετία του ’90 με την ολοκληρωτική επίθεση του νεοφιλελευθερισμού στα βασικά κύτταρα της κοινωνικής οργάνωσης; 
Τότε, πράγματι, έγινε κατανοητό, επειδή υπήρξαν σημαντικές ιδεολογικές τοποθετήσεις, που εξήγησαν αυτή τη λογική. Ωστόσο, φτάνει τώρα στην ωρίμανση και μετατρέπεται από ποσοτική σε ποιοτική αλλαγή. Το νεοφιλελεύθερο σχέδιο ξεκίνησε από πιο παλιά, το 1947, πριν τη δεκαετία του ’90, όταν σε ένα βουνό της Ελβετίας, το Μον Πελερέν, μαζεύτηκαν πολιτικοί φιλόσοφοι και οικονομολόγοι, μεταξύ τον οποίων ο Χάγιεκ και ο Φρίντμαν, οι οποίοι έφτιαξαν τη λεγόμενη Εταιρεία Μον Πελερέν. Αυτοί, λοιπόν, διατύπωσαν τη θέση ότι το New Deal στις ΗΠΑ και το κοινωνικό κράτος ήταν τελείως αντίθετα με την ανθρώπινη φύση, η οποία λειτουργεί μέσα από την έννοια της ελευθερίας, της οικονομικής πρωτοβουλίας και της κοινωνικής απεξάρτησης από το κράτος, προκειμένου να ενισχυθεί η επιχειρηματική πρωτοβουλία.
  
*Πώς γνώρισαν τέτοια επιτυχία οι ιδέες του Φρίντμαν και της «σχολής του Σικάγου» που ίδρυσε;
Η επιτυχία του νεοφιλελεθευρισμού έγκειται στο ότι η ιδεολογία αυτή εμφανίστηκε ως ο μόνος τρόπος να καταλάβει κάποιος όχι μόνο την οργάνωση της οικονομίας, αλλά και τη λειτουργία της ανθρώπινης ύπαρξης. Στη δεκαετία του ’90, λοιπόν, επικράτησε μια μαθηματικοποίηση της οικονομίας, η οποία πέρασε και στην άσκηση της πολιτικής. Έτσι, η ανθρώπινη φύση παρουσιάζεται σαν ατομικιστική-ανταγωνιστική. Και η ελευθερία ορίζεται ως η έλλειψη εμποδίων, ως ελευθερία της επιλογής. Ενός διαφοροποιημένου δηλαδή καταναλωτισμού, της λογικής του life style, κατά την οποία η ελευθερία γίνεται συνώνυμη της ελευθερίας στην επιλογή προϊόντων μέσα από το μηχανισμό ενός επιθετικού μάρκετιγκ. Όλα αυτά, λοιπόν, κολλάνε στην δεκαετία του ’90, με την αρχική υιοθέτηση αυτών των απόψεων από την Θάτσερ και τον Ρέιγκαν. Σ’ ένα περιβάλλον, όμως, που αμύνεται ακόμα, το περιβάλλον του «μεταπολεμικού κοινωνικού συμβολαίου», στο οποίο υπήρχε μια σαφής αναγνώριση ότι πέραν της ελεύθερης αγοράς, της ανταγωνιστικότητας, της λογικής της ελευθερίας απέναντι στη κρατική παρέμβαση υπήρχε και ο χώρος του «κοινού καλού». Στον χώρο των κοινωνικών υπηρεσιών το «κοινό καλό» εμφανιζόταν με τρεις μορφές: υγεία, παιδεία, κοινωνική ασφάλιση.
  
*Πώς εξηγείται ένα καπιταλιστικό σύστημα να επιλέγει να προστατεύει τις κοινωνικές υπηρεσίες;
Αυτός ο χώρος του «κοινού καλού» εκφράζει δύο λογικές. Μία ήταν το New Deal του Ρούσβελτ, που στόχευε στη «σωτηρία» του καπιταλισμού μετά το κραχ της δεκαετίας του ’30. Ο Ρούσβελτ προώθησε μια πολιτική που έλεγε ότι πρέπει να φτιαχτεί ένα δίκτυ ασφαλείας, πιο περιορισμένο ασφαλώς από της Ευρώπης, ώστε να μην πηδάνε και αυτοκτονούν οι άνεργοι από τους ουρανοξύστες. Μια αμυντική, δηλαδή, τακτική των αμερικάνικων και ευρωπαϊκών πολιτικών ελίτ απέναντι στην κατανόηση ότι ο καπιταλισμός δημιουργούσε τεράστιες περιοδικές κρίσεις και, επομένως, ολόκληρη η νομιμοποίηση του πολιτικοοικονομικού συστήματος διακυβευόταν. Πέραν, λοιπόν, της οικονομίας της αγοράς υπάρχει και ένα res publicum, ένα κοινό καλό, που απαιτεί συμμετοχή του κόσμου στις πολιτικές δραστηριότητες. Η δεύτερη μεγάλη κοιτίδα αυτών των μεταπολεμικών εξελίξεων ήταν το εργατικό κίνημα, το οποίο απαίτησε μετά από αγώνες (κυρίως στις μεγάλες δυτικές χώρες που ήταν ισχυρό και είχε σχέση με τα συνδικάτα και τα κόμματα εξουσίας, όπως το Εργατικό κόμμα στην Αγγλία, το Σοσιαλιστικό κόμμα στην Γαλλία, το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα στη Γερμανία) και κέρδισε ορισμένες βασικές προστασίες.
  
*Ποια είναι η σχέση του κοινωνικού φιλελευθερισμού με τον οικονομικό φιλελευθερισμό σήμερα;
Μπορείς να είσαι υπέρ των δικαιωμάτων των γκέι κοινωνικά και οικονομικά κεϊνσιανός; Σε προσωπικό επίπεδο μπορείς. Για παράδειγμα σήμερα μπορείς να είσαι υπέρ των μέτρων και κατά τα άλλα να είσαι και με κάποια δικαιώματα. Το ερώτημα είναι βαθύτερο. Αυτός ο φιλελευθερισμός που ξεκίνησε με τον Χομπς, κυρίως, και λιγότερο με τον Λοκ, καθόρισε δύο αιώνες. Οι φιλελεύθεροι ήταν από την αρχή υπέρ της εισαγωγής αγορών σε όσο το δυνατόν περισσότερες υπηρεσίες, ούτως ώστε η αξία χρήσης των προϊόντων να καθορίζεται μόνο από τις αγορές. Ταυτόχρονα οι φιλελεύθεροι ήταν από την αρχή εναντίον της κοινωνικής πειθάρχησης. Παράδειγμα αποτελεί ο Τζον Στιούαρτ Μίλ, ο πρώτος φιλελεύθερος που μιλάει για το φεμινισμό. Έτσι, μέχρι την εμφάνιση του δημοκρατικού κινήματος, που βγαίνει από τους εργάτες και τα συνδικάτα και ζητάει δικαιώματα και ψήφο για όλη την κοινωνία, το φιλελεύθερο κίνημα είχε δύο αρχές: απελευθερώνουμε την οικονομία και απελευθερώνουμε τον άνθρωπο από τις κοινωνικές προκαταλήψεις και, κυρίως τις θρησκευτικές, δεσμεύσεις. Τώρα μας λένε ότι αυτές οι δύο πλευρές, ο κοινωνικός φιλελευθερισμός και ο οικονομικός φιλελευθερισμός δεν έχουν καμία σχέση. Αυτή η αντίληψη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το κέντρο της κοινωνίας και των κοινωνικών δεσμών είναι το άτομο. Το άτομο σε μια κατάσταση προκοινωνική, που έχει κάποια κοινά χαρακτηριστικά, τα οποία επιβάλλονται από εξωτερικές συνθήκες -το κράτος εν προκειμένω. Έτσι το σλόγκαν «Να είσαι ο εαυτός σου, να είσαι ο πρώτος, η απληστία είναι καλή» (“be yourself, be number one, greed is good”), που το έλεγαν χυδαία στη δεκαετία του ’90 στο περίφημο έργο «Γουόλ Στριτ», εντάσσεται στη γενικότερη φιλοσοφία του φιλελευθερισμού, μέχρι να δημιουργηθεί, στο οικονομικό πεδίο, η σύγκρουση μεταξύ φιλελευθερισμού και νεοφιλελευθερισμού. Με άλλα λόγια, η ελευθερία των αγορών και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ξεκίνησαν μαζί.
  
*Αυτό το είδος οικονομικού και πολιτικού σωφρονισμού με ανεξέλεγκτες συνέπειες για τη ζωή των ανθρώπων αλλά και για τη δημοκρατία θα επιφέρει αλλαγές στο πολιτικό σύστημα;
Αυτό που νομίζω ότι ακόμα και η αριστερά δεν έχει πλήρως κατανοήσει, είναι ότι εδώ δεν έχουμε απλώς μια οικονομική κρίση και μια μικρή αλλαγή των κοινωνικών συσχετισμών. Ο Χάρβεϊ και ο Βαλερστάιν εξηγούν πολύ καλά ότι αυτό που κάνει ο νεοφιλελευθερισμός από τη στιγμή που επιβάλλεται στο δυτικό κόσμο, είναι μια μαζική μεταφορά κεφαλαίου και εξουσίας, με την έννοια της προστασίας δικαιωμάτων, από τον εργαζόμενο κόσμο στις οικονομικές ελίτ, στο κεφάλαιο. Αυτό βλέπουμε τώρα με το ΔΝΤ, που έρχεται και λέει κάντε αυτά για να μειώσετε το χρέος, το έλλειμμα κ.τ.λ. Αυτό που συμβαίνει σήμερα στο πολιτικό επίπεδο, είναι η εγκατάλειψη του κοινωνικού συμβολαίου, που είχε θεμελιώσει τη μεταπολεμική Ελλάδα, αρχικά το δυτικό κόσμο, και τη μεταπολιτευτική λογική οργάνωσης της κοινωνίας, η οποία στηριζόταν στην αποδοχή των κοινωνικών εταίρων. Η εργασία, τα συνδικάτα, τα αριστερά κόμματα, που εκφράζουν κομμάτια του πληθυσμού, είναι με μια έννοια και αυτοί μέσα στο παιχνίδι, οπότε μπορούν να αγωνίζονται και να κερδίζουν περισσότερα δικαιώματα. Ήταν το κομμάτι αυτό της οργάνωσης που οι φιλελεύθεροι και οι πιο έξυπνοι σοσιαλδημοκράτες, μαζί και ο Χάμπερμας, το είχανε βάλει και σαν πρόταγμα της Ε.Ε. Η Ε.Ε εξευρωπάισε ένα μοντέλο πιθανόν γερμανικο-σοσιαλδημοκρατικό και λιγότερο γαλλικό. Από τη μια πλευρά είναι η ελεύθερη οικονομία, με τα ατομικά δικαιώματα που την ακολουθούν, και από την άλλη μια περισσότερο δημοκρατική αρχή. Αυτό επέτρεπε στις οικονομικές δυνάμεις να λειτουργούν επιχειρηματικά σωστά και να οδηγούν στην αύξηση του ΑΕΠ. Αλλά, από την άλλη πλευρά, για να νομιμοποιηθεί έπρεπε να αναγνωρίζει ορισμένα κοινωνικά δικαιώματα και όχι μόνο τα ατομικά δικαιώματα. Δεύτερον, έπρεπε να υπάρχει και μια δημοκρατική συμμετοχή, η οποία δεν είναι απλώς να ψηφίζουμε κάθε τέσσερα χρόνια, είναι μια συμμετοχή των κοινωνικών δυνάμεων, όπως για παράδειγμα της εργασίας. Αυτές είναι που αλλάζουν σήμερα. Αυτό που αλλάζει, δηλαδή, είναι ότι επιβάλλεται ένα καινούργιο κοινωνικό συμβόλαιο, στο οποίο οι δυνάμεις αυτές της αριστεράς, που εκφράζουν τα πιο αδύναμα εισοδηματικά κομμάτια του πληθυσμού και τους αποκλεισμένους, σταδιακά αποκλείονται από το παιχνίδι. Έτσι, δεν γίνεται διάλογος. Δεν υπάρχει μια δημόσια σφαίρα, αλλά οι βαρετά επαναλαμβανόμενοι ισχυρισμοί των «ειδικών».
  
*Στη δεκαετία του ’90 αρχίζει να αναδύεται μια νέα παγκόσμια αγορά δομημένη πάνω στα νέα χρηματιστηριακά παράγωγα. Ποιος ήταν ο ρόλος της στην τρέχουσα κρίση;
Αυτοί ήταν χρηματιστηριακοί μηχανισμοί που δημιουργούσαν κέρδη, δηλαδή τη δυνατότητα να βάλεις πέντε και να βγάλεις δέκα, αλλά είχαν μικρή σχέση με την πραγματική οικονομία. Αυτό που έκαναν ήταν ότι έπαιρναν πακέτα περιουσιακών στοιχείων (π.χ. δάνεια για σπίτια ή για επιχειρήσεις) και τα έβαζαν σε δευτερογενείς αγορές. Με αυτό τον τρόπο, ενώ η πραγματική οικονομία δεν μεγάλωνε, επομένως η βάση στην οποία στηριζόντουσαν αυτά τα χαρτιά ήταν στάσιμη, η συνεχής επαναδιαπραγμάτευσή τους σε νέα χρηματοοικονομικά πακέτα, δημιουργούσε νέα λεφτά. Αυτά τα λεφτά εμφανίστηκαν με την αύξηση του χρηματιστηρίου και με την άνοδο της αξίας της ακίνητης περιουσίας. Έτσι δημιουργήθηκαν τεχνητές αγορές, που δεν είχαν σχέση με πραγματικά περιουσιακά στοιχεία και επέτρεψαν στη δεκαετία του ’90 και μέχρι το 2008 να συνεχιστεί το μοντέλο της συναίνεσης, αφού αυτοί που δούλευαν και είχαν το δικό τους σπίτι, έβλεπαν να ανεβαίνει το βιοτικό τους επίπεδο. Ωστόσο, μεγάλωσε πολύ το ποσοστό αυτών που δεν ανήκαν στους έχοντες και κατέχοντες. Γιατί δεν μπορούσαν να μπουν ούτε στην αγορά γης ούτε στην χρηματιστηριακή αγορά. Τα 2/3 του πληθυσμού έγιναν το κομμάτι της συναίνεσης, ενώ το 1/3 είναι εκτός. Αυτή η οικονομική ανάπτυξη, με την έννοια δημιουργίας πλαστών κερδών με τη φούσκα του χρηματιστηρίου και της αξίας της γης, κατέρρευσε στις 15 Σεπτεμβρίου 2008, μαζί με τη Lehman Brothers. Οι φτωχοί Αμερικανοί δεν μπορούσαν να αποπληρώσουν τα δάνεια των σπιτιών τους. Τους τίτλους γι’ αυτά τα σπίτια τούς είχαν διαπραγματευτεί 4 ή 5 φορές και είχαν πια μικρή σχέση με κάποιο πραγματικό οικονομικό μέγεθος. Γι’ αυτό κατέρρευσε. Αυτή ήταν η μεγάλη απάτη, η οποία συζητήθηκε λόγω της οικονομικής κρίσης. Έτσι, λοιπόν, υπάρχει, πλέον, ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού, που δεν συμμετέχει σε αυτόν τον τρόπο βελτίωσης του εισοδήματος και το οποίο λόγω κρίσης μένει άνεργο και βγαίνει εκτός αστικής οργάνωσης και πειθάρχησης. Και η απάντηση έχει ήδη δοθεί από τον Ρίγκαν και τη Θάτσερ, που προβλέποντας αυτή την εξέλιξη, ξεκίνησαν από τη δεκαετία του ’80 μια τεράστια αύξηση των φυλακών (1 στους 10 Αφροαμερικανούς βρίσκεται φυλακή) και των νόμων καταστολής. Έτσι οδηγούμαστε στη περιθωριοποίηση μεγάλων κοινωνικών στρωμάτων, που δεν έχουν σε κάτι να ελπίζουν και οδηγούνται σε δράση μη αποδεκτή από το φιλελεύθερο κράτος. Και η απάντηση σε αυτό είναι η αύξηση της καταστολής.
  
*Με την κρίση βλέπουμε τις πόλεις να γίνονται πεδία νέων μορφών καταπίεσης και το φαινόμενο των αποκλεισμένων να εντείνεται. Ο φόβος απέναντι στον αποκλεισμένο-περιθωριοποιημένο θα γνωρίσει νέα ένταση;
Αυτό μας πηγαίνει στη λογική του Αγκάμπεν, που λέει ότι το στρατόπεδο είναι ο νόμος της νεωτερικότητας. O νόμος με την έννοια της νομής. Μπορούμε να το πούμε και πολύ πιο απλά. Ένας βασικός τρόπος με τον οποίο αντιμετώπιζαν και αντιμετωπίζουν οι μεγάλες φιλελεύθερες κοινωνίες το πρόβλημα του αποκλεισμένου είναι με την οικοδόμηση ενός τείχους. Όπως στην Παλαιστίνη, το Μεξικό, τη Σαχάρα κλπ. Το άλλο είναι το χτίσιμο των μεταφορικών τειχών. Πέρα από τα κλειστά σύνορα δημιουργούνται και μέσα στην πόλη τείχη, «γκέτο». Η απάντηση στο οικονομικό και κοινωνικό πρόβλημα είναι ο περιορισμός των αποκλεισμένων σε συγκεκριμένες γειτονιές, πόλεις, περιοχές. Τα «γκέτο» αστυνομεύονται κρατώντας τον κόσμο μέσα σαν ένα μεγάλο κλουβί. Η Ομόνοια είναι μία επεκταμένη φυλακή. Υπάρχουν, βέβαια, στην Αμερική και τα «γκέτο των πλουσίων» (“gated communities”), όπου μεγάλες κοινότητες πλουσίων έχουν γύρω-γύρω τοίχους και αστυνομία να τους προστατεύει. Αυτό είναι το φυσικό αποτέλεσμα του πολιτικο-οικονομικού σχεδιασμού. Οι προγραμματιστές του ξέρουν ότι κάποιος κόσμος δεν θα μπορέσει να συμμετάσχει και αντιμετωπίζεται σαν ζήτημα security και αστυνόμευσης
  
*Γιατί δεν υπάρχει συνολική αντίδραση σε αυτά τα μέτρα; Ποια θεωρείς ότι θα έπρεπε να είναι η στάση της αριστεράς;
Η Αριστερά είναι η σκέψη στην πράξη, η σκεπτόμενη δράση. Αν δεν αντιμετωπίζουμε μια τρέχουσα κρίση αλλά, μια ριζική, χρειάζεται διαφορετική πολιτική. Χρειάζεται η όξυνση της απονομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος, της πολιτικής των ελίτ και, δεύτερον, προσέγγιση των κοινωνικών ομάδων που αποκολλούνται από την πολιτική τους ένταξη. Η αριστερά χρειάζεται ένα πατριωτικό μέτωπο, μια λογική που θα πει ότι αυτή τη στιγμή το πολιτικό πρόταγμα είναι η προσέγγιση εκείνων των ομάδων που αισθάνονται πια ότι και η ζωή τους οικονομικά, αλλά και η γενικότερη πολιτική και ηθική τους ύπαρξη βρίσκεται σε διακινδύνευση. Ότι, δηλαδή, τίποτα δεν είναι σταθερό, ή, όπως έλεγε και ο Μαρξ, «αυτά που είναι σταθερά διαλύονται στον αέρα».

*Προτείνεις, δηλαδή, μια ευρύτερη συναίνεση των κομμάτων της αριστεράς, προκειμένου να ανατραπεί αυτή η πολιτική.
Η αριστερά θα πρέπει να αναζητήσει μια μεγαλύτερη συναίνεση και συμμετοχή, που δεν βάζει το κομματικό συμφέρον ή το κομματικό υποκείμενο σαν το πρώτο δεδομένο, και να εγκαταλείψει, δεδομένης της άμεσης ανάγκης, τις εσωτερικές διαφορές, προκειμένου να φτιαχτεί ένα μεγαλύτερο κίνημα που να αμυνθεί. Τώρα έχουμε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Ναρκισσισμοί και ιδιοτέλειες αυτή τη στιγμή περισσεύουν. Η αριστερά οφείλει να αρχίσει να επιμένει ότι αυτό το πολιτικό σύστημα δεν έχει καμία αυτονομία από τη νεοφιλελεύθερη οικονομική ελίτ και ότι αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι ένα καινούριο κόμμα να πάρει την πρωτοβουλία, αλλά να υπάρξει μια γενικότερη κοινωνική αντίσταση. Ίσως χρειαζόμαστε μια αρχή. Η κυβέρνηση καταστρέφει τη δημοκρατία. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι μια ηγεμονική πολιτική. Σε κάθε πολιτική στιγμή υπάρχουν διάφοροι ανταγωνισμοί και διαμάχες και η αριστερά πρέπει να βρει τα συνθήματα και τα ιδεώδη που θα ενώσουν τον κόσμο πέρα από τις επιμέρους διαφωνίες. Το καθολικό εισάγεται πάντα από το ειδικό και συγκεκριμένο. Σήμερα μόνο η αριστερά μπορεί να μιλήσει εκ μέρους του καθολικού. Πρέπει επομένως ο αριστερός λόγος να γίνει εκπρόσωπος του καθολικού συμφέροντος, δηλαδή να αλλάξει η ίδια η αριστερά, για να αποκολλήσει τον κόσμο από τις σιγουριές δεκαετιών. Το «κοινό καλό» και η υπεράσπιση της δημοκρατίας μπορούν να γίνουν τέτοιες ηγεμονικές πολιτικές. Για μένα μια απάντηση είναι η απονομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος. O δεσμός του κόσμου με την επίσημη πολιτική είναι πάντα εύθραυστος και, όταν χάνεται, η δημοκρατική νομιμοποίηση ραγίζει. Αυτό το ράγισμα που βλέπουμε στο ΠΑΣΟΚ, στα συνδικάτα, στους εργαζόμενους, πρέπει να γίνει ρωγμή και χάσμα.

Βιβλία και άρθρα του Κώστα Δουζίνα:
Το τέλος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και εδώ 
και εδώ τα άλλα βιβλία και ένα σύντομο βιογραφικό
Το τέλος της πολιτικής και η υπεράσπιση της δημοκρατίας
Οι Έλληνες πρέπει να αντιπαλέψουν τη νεοφιλελεύθερη Ευρωπαϊκή Ένωση

Ένας Ραπ ύμνος αφιερωμένος στους Χάγιεκ και Κέυνς

για αυτό το βίντεο πληροφορίες εδώ

Σάββατο 1 Μαΐου 2010

Αλήθεια, σε μαύρα χρόνια ζω!


Στους μεταγενέστερους

Αλήθεια, σε μαύρα χρόνια ζω!
Τα λόγια που δεν κεντρίζουν είναι σημάδι χαζομάρας.
Ένα λείο μέτωπο, αναισθησίας. Εκείνος που γελάει
Δεν έχει μάθει ακόμα
Τις τρομερές ειδήσεις.
Μα τι καιροί λοιπόν ετούτοι, που
Είν᾿ έγκλημα σχεδόν όταν μιλάς για δέντρα
Γιατί έτσι παρασιωπάς χιλιάδες κακουργήματα!
Αυτός εκεί πού διασχίζει ήρεμα το δρόμο
Ξέκοψε πια ολότελα απ᾿ τους φίλους του
Πού βρίσκονται σ᾿ ανάγκη.
Είναι σωστό: το ψωμί μου ακόμα το κερδίζω.
Όμως πιστέψτε με: Είναι εντελώς τυχαίο. Απ᾿ ό,τι κάνω,
Τίποτε δε μου δίνει το δικαίωμα να φάω ως να χορτάσω.
Έχω γλιτώσει κατά σύμπτωση. (Λίγο η τύχη να μ᾿ αφήσει
χάθηκα.)
Μου λένε: Φάε και πιες! Να 'σαι ευχαριστημένος που έχεις!
Μα πως να φάω και να πιω, όταν
Το φαγητό μου τ᾿ αρπάζω από τον πεινασμένο, όταν
Κάποιος διψάει για το ποτήρι το νερό που έχω;
Κι ωστόσο, τρώω και πίνω.
Θα 'θελα ακόμα να 'μουνα σοφός.
Τ᾿ αρχαία βιβλία λένε τί είναι η σοφία:
Μακριά να μένεις απ᾿ τις επίγειες συγκρούσεις και δίχως φόβο
Τη λιγοστή ζωή σου να περνάς.
Θεωρούν σοφό ακόμα
Το δρόμο σου να τραβάς αποφεύγοντας τη βία
Στο κακό ν᾿ ανταποδίνεις το καλό
Να μη χορταίνεις τις επιθυμίες σου, αλλά να τις ξεχνάς.
Μου είναι αδύνατο να πράξω όλα τούτα:
Αλήθεια, σε μαύρα χρόνια ζω!

Ήρθα στις πόλεις την εποχή της αναστάτωσης
Όταν εκεί βασίλευε η πείνα.
Ήρθα μες στους ανθρώπους στην εποχή της ανταρσίας
Και ξεσηκώθηκα μαζί τους.
Έτσι κύλησε ο χρόνος
Που πάνω στη γη μου δόθηκε.
Το ψωμί μου τό 'τρωγα ανάμεσα στις μάχες.
Για να κοιμηθώ πλάγιαζα ανάμεσα στους δολοφόνους.
Αφρόντιστα δινόμουνα στον έρωτα
Κι αντίκριζα τη φύση δίχως υπομονή.
Έτσι κύλησε ο χρόνος
Που πάνω στη γη μου δόθηκε
Στον καιρό μου οι δρόμοι φέρνανε στη λάσπη.
Η μιλιά μου με κατέδιδε στο δήμιο.
Λίγα περνούσαν απ᾿ το χέρι μου. Όμως αν δεν υπήρχα
Οι αφέντες θα στέκονταν πιο σίγουρα, αυτό έλπιζα τουλάχιστον.
Έτσι κύλησε ο χρόνος
Που πάνω στη γη μου δόθηκε.
Οι δυνάμεις ήτανε μετρημένες. Ο στόχος
Βρισκότανε πολύ μακριά.
Φαινόταν ολοκάθαρα, αν και για μένα
Ήταν σχεδόν απρόσιτος.
Έτσι κύλησε ο χρόνος
Που πάνω στη γη μού δόθηκε.

Εσείς, που θ' αναδυθείτε μέσ᾿ απ᾿ τον κατακλυσμό
Που εμάς, μας έπνιξε,
Όταν για τις αδυναμίες μας μιλάτε
Σκεφτείτε
Και τα μαύρα χρόνια
Που εσείς γλυτώσατε
Εμείς περνάγαμε, αλλάζοντας χώρες πιο συχνά από παπούτσια,
Μέσα από ταξικούς πολέμους, απελπισμένοι σα βλέπαμε,
Την αδικία να κυριαρχεί και να μην υπάρχει εξέγερση.
Κι όμως το ξέραμε:
Ακόμα και το μίσος ενάντια στην ευτέλεια
Παραμορφώνει τα χαρακτηριστικά.
Ακόμα κ᾿ η οργή ενάντια στην αδικία
Βραχνιάζει τη φωνή. Αλλοίμονο, εμείς
Που θέλαμε να ετοιμάσουμε το δρόμο στη φιλία
Δεν καταφέρναμε να 'μαστε φίλοι ανάμεσά μας.
Όμως εσείς, όταν θα 'ρθει ο καιρός
Ο άνθρωπος να βοηθάει τον άνθρωπο
Να μας θυμάστε
Με κάποιαν επιείκεια.


Μπ. Μπρεχτ
(μτφ. Τίτος Πατρίκιος)

ο πίνακας Strajk (Απεργία), 1910 του Stanisław Lentz (1861-1920), από την Wikipedia