Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θέατρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θέατρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2012

Πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο -...δε μένει καιρός στη ζωή να θλίβεσαι πολύ

Αλμπέρ Καμύ (7 Νοεμβρίου 1913 - 4 Ιανουαρίου 1960) 

από
http://danliterature.wordpress.com/albert-camus-the-stranger/albert-camus-the-fall/
Ο Μύθος του Σίσυφου

Οι θεοί είχαν καταδικάσει τον Σίσυφο να κυλάει αδιάκοπα ένα βράχο ως την κορυφή ενός βουνού απ' όπου η πέτρα, με το βάρος της, ξανάπεφτε. Είχαν σκεφτεί, κάπως δικαιολογημένα, πως δεν υπάρχει πιο φοβερή τιμωρία απ' τη χωρίς όφελος κι ελπίδα εργασία.

Εάν πιστέψουμε τον Όμηρο, ο Σίσυφος ήταν ο πιο ήσυχος κι ο συνετότερος των θνητών. Μια άλλη, όμως, παράδοση τον παρουσιάζει σαν ληστή. Δε βλέπω εδώ καμιά διαφορά. Οι γνώμες διαφέρουν πάνω στα αίτια που τον ανάγκασαν να γίνει ο χωρίς κέρδος εργάτης του Άδη. Κατ' αρχάς του καταλογίζουν κάποια αστοχασιά με τους θεούς. Αποκάλυψε τα μυστικά τους. Η Αίγινα, κόρη του Ασωπού, αρπάχτηκε από τον Δία. Ο πατέρας ταράχτηκε απ' την απαγωγή και απευθύνθηκε στον Σίσυφο. Αυτός, που ήξερε για την αρπαγή, υποσχέθηκε στον Ασωπό να τον βοηθήσει, με τον όρο πως θα έδινε νερό στον Ακροκόρινθο. Για τους ουράνιους κεραυνούς, θα δεχτεί την ευλογία του νερού. Τιμωρήθηκε στον Άδη. Ο Όμηρος μας διηγείται επίσης ότι ο Σίσυφος αλυσόδεσε το Θάνατο. Ο Πλούτων δεν μπόρεσε να ανεχτεί το θέαμα της έρημης και σιωπηλής αυτοκρατορίας του.Έσπευσε να στείλει το θεό του πολέμου που ελευθέρωσε το Θάνατο από τα χέρια του νικητού του.

Λένε ακόμα πως όταν ο Σίσυφος ήταν ετοιμοθάνατος θέλησε να δοκιμάσει ανόητα την αγάπη της γυναίκας του. Τη διέταξε ν' αφήσει άταφο το πτώμα του στη μέση της δημόσιας πλατείας. Ο Σίσυφος ξαναβρέθηκε στον Άδη. Κι εκεί, θυμωμένος εξ αιτίας μιας υπακοής τόσο αντίθετης στην ανθρώπινη αγάπη, πήρε την άδεια από τον Πλούτωνα να επιστρέψει στη γη για να τιμωρήσει τη γυναίκα του. Μα όταν ξανάδε την όψη αυτού του κόσμου, γεύτηκε το νερό και τον ήλιο, τις ζεστές πέτρες και τη θάλασσα, δεν ήθελε να γυρίσει στην καταχθόνια σκιά. Οι προσκλήσεις, οι θυμοί κι οι συμβουλές δεν απέδωσαν τίποτα. Για πολλά χρόνια αφέθηκε στην καμπύλη του κόλπου, στη λάμψη της θάλασσας και στα χαμόγελα της γης. Χρειαζόταν η επέμβαση των θεών. Ο Ερμής ήρθε να πιάσει τον θρασύ από το σβέρκο και, αποσπώντας τον απ' τις χαρές του, τον ξανάφερε με τη βία στον Άδη όπου ο βράχος του ήταν έτοιμος.

Έχουμε ήδη καταλάβει πως ο Σίσυφος είναι ο παράλογος ήρωας. Τα πάθη του τον συνιστούν περισσότερο απ' το μαρτύριό του. Η περιφρόνησή του για τους θεούς, το μίσος του για το θάνατο και το πάθος του για τη ζωή του στοίχισαν αυτό το ανείπωτο μαρτύριο, να δίνει όλο του το είναι χωρίς ανταμοιβή. Είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώσει για τα γήινα πάθη. Δε μας αφηγούνται τίποτα για τον Σίσυφο στον Άδη. Οι μύθοι φτιάχνονται για να τους ζωογονεί η φαντασία. Σ' αυτόν βλέπουμε μόνο όλη την προσπάθεια ενός τεντωμένου κορμιού ν' ανασηκώσει την πελώρια πέτρα, να τη γυρίσει και να την κάνει ν' αναρριχηθεί σε μια πλαγιά που έχει ανεβοκατέβει εκατό φορές. Βλέπουμε το συσπασμένο πρόσωπο, το κολλημένο πάνω στην πέτρα μάγουλο, τον ώμο που δέχεται το λασπωμένο όγκο, το πόδι που τον στηρίζει, τη διαστολή των μυώνων, την ανθρώπινη σιγουριά δυο χεριών γεμάτων γη. Στο έπακρο αυτής της τρομερής προσπάθειας, της μετρημένης με το χωρίς ουρανό διάστημα και το χωρίς βάθος χρόνο, ο σκοπός εκπληρώνεται. Ο Σίσυφος τότε, κοιτάζει την πέτρα να κατηφορίζει σε μερικές στιγμές προς αυτόν το χαμηλό κόσμο απ' όπου θα πρέπει να την ανεβάσει πάλι στην κορυφή. Ξανακατεβαίνει στην πεδιάδα.

Όσο διαρκεί αυτή η επιστροφή, αυτή η παύση, ο Σίσυφος μ' ενδιαφέρει. Ένα πρόσωπο που βασανίζεται τόσο κοντά στις πέτρες είναι ήδη πέτρα. Βλέπω αυτό τον άνθρωπο να ξαναπηγαίνει, βαδίζοντας βαριά μα σταθερά, προς το ατέλειωτο μαρτύριο. Αυτή η ώρα που είναι σα μια αναπνοή και ξανάρχεται το ίδιο σίγουρα με τη δυστυχία του, αυτή η ώρα, είναι η ώρα της συνείδησης. Σε κάθε μια απ' τις στιγμές της, από τότε που αφήνει την κορυφή και κατευθύνεται σιγά - σιγά προς τις τρώγλες των θεών, είναι υπέροχος μέσα στη μοίρα του. Είναι πιο δυνατός από το βράχο του.

Εάν αυτός ο μύθος είναι τραγικός, είναι γιατί ο ήρωάς του έχει συνείδηση. Πράγματι, που θα βρισκόταν ο πόνος του, εάν σε κάθε βήμα τον ενθάρρυνε η ελπίδα της επιτυχίας; Ο σύγχρονος εργάτης όλες τις μέρες της ζωής του κάνει την ίδια δουλειά κι αυτή η μοίρα δεν είναι λιγότερο παράλογη. Αλλά δεν είναι τραγικός παρά στις σπάνιες στιγμές που αποκτά συνείδηση. Ο Σίσυφος, προλετάριος των θεών, ανίσχυρος κι επαναστατημένος, ήξερε όλη την έκταση της άθλιας ύπαρξής τους: είναι εκείνη που σκέφτεται όσο διαρκή η κατάβασή του. Η σύνεση με την οποία δέχεται το μαρτύριό του συμπληρώνει την ίδια στιγμή τη νίκη του. Δεν υπάρχει μοίρα που να μη νικιέται με την περιφρόνηση.

Έτσι, αν η κατάβαση γίνεται για μερικές μέρες μέσα στον πόνο, μπορεί να γίνει επίσης μέσα στη χαρά. Αυτή η φράση δεν είναι υπερβολική. Φαντάζομαι ακόμα τον Σίσυφο να ξαναπηγαίνει προς το
βράχο του και τον πόνο ν' αρχίζει. Όταν οι εικόνες της γης μένουνε τόσο δυνατά στη μνήμη, όταν η επιθυμία της ευτυχίας γίνεται τόσο έντονη, στην καρδιά του ανθρώπου γεννιέται όλη η θλίψη: είναι η νίκη του βράχου, γίνεται βράχος ο ίδιος. Η αμέτρητη λύπη είναι ανυπόφορη. Είναι οι νύχτες μας στη Γεσθημανή. Μα οι αβάσταχτες αλήθειες καταστρέφουν όταν μαθαίνονται. Έτσι, στην αρχή, ο Οιδίπους υπακούει στο πεπρωμένο που αγνοεί. Η τραγωδία του αρχίζει από τη στιγμή που μαθαίνει. Αλλά τότε, τυφλός κι απελπισμένος, γνωρίζει ότι το μόνο που τον κρατάει δεμένο μ' αυτό τον κόσμο είναι το δροσερό χέρι ενός κοριτσιού και μια μεγαλόστομη φράση αντηχεί: "Παρά τις τόσες δοκιμασίες, τα γερατειά και το μεγαλείο της ψυχής μου, μου δίνουν το δικαίωμα να κρίνω πως όλα είναι καλά". Ο Οιδίπους του Σοφοκλή, σαν τον Κιρίλωφ του Ντοστογιέφσκι, δίνει έτσι τον τύπο της παράλογης νίκης. Η αρχαία σύνεση συναντιέται με το σύγχρονο ηρωισμό.

Δεν ανακαλύπτει κανείς το παράλογο αν δεν επιχειρήσει να γράψει κάποιο εγχειρίδιο ευτυχίας. "Ε, πώς, από τόσο στενούς δρόμους…;" Όμως, ένας κόσμος υπάρχει. Η ευτυχία και το παράλογο είναι δυο παιδιά της ίδιας γης. Είναι αχώριστα. Θα ήταν σφάλμα να πει κανείς πως η ευτυχία γεννιέται αναγκαστικά από την ανακάλυψη του παράλογου. Συμβαίνει το ίδιο συχνά, το συναίσθημα του παράλογου να γεννιέται από την ευτυχία. "Κρίνω πως όλα είναι καλά", λέει ο Οιδίπους, κι αυτή η φράση είναι ιερή. Αντηχεί στο βάρβαρο και περιορισμένο από τον ανθρώπινο κόσμο. Δείχνει πως τίποτα δεν είναι, δεν ήταν εξαντλημένο. Διώχνει απ' αυτό τον κόσμο ένα θεό που μπήκε μ' απληστία και με τη γεύση των ανώφελων πόνων. Από το πεπρωμένο δημιουργεί μια ανθρώπινη υπόθεση που πρέπει οπωσδήποτε να ρυθμιστεί ανάμεσα στους ανθρώπους.

Όλη η βουβή χαρά του Σίσυφου βρίσκεται εκεί. Το πεπρωμένο του του ανήκει. Ο βράχος είναι η πραγματικότητά του. Όμοια, ο παράλογος άνθρωπος όταν μελετάει το μαρτύριό του, κάνει όλα τα είδωλα να βουβαθούν. Στο ξαφνικά παραδομένο στη σιωπή του σύμπαν, υψώνονται οι χιλιάδες μικρές έκθαμβες φωνές της γης. Ασυνείδητες και μυστικές επικλήσεις, προσκλήσεις προς όλα τα πρόσωπα, αποτελούν την αναγκαία επιστροφή και το τίμημα της νίκης. Δεν υπάρχει ήλιος χωρίς σκιά και πρέπει να γνωρίσουμε τη νύχτα. Ο παράλογος άνθρωπος λέει ναι και ο αγώνας του θα είναι πια αδιάκοπος. Εάν υπάρχει ένα προσωπικό πεπρωμένο, δεν υπάρχει ούτε μια στιγμή εξαιρετικής τύχης ή το πολύ να υπάρχει μια, εκείνη που κρίνεται σα μοιραία κι αξιοκαταφρόνητη. Όσο για τις υπόλοιπες, ο άνθρωπος ξέρει πως είναι κύριος της ζωής του. Σ' αυτή την κρίσιμη στιγμή που ο άνθρωπος ξαναγυρίζει στη ζωή του, ο Σίσυφος - πηγαίνοντας πάλι προς το βράχο του - μελετάει αυτή την ασύνδετη σειρά των πράξεων που γίνεται πεπρωμένο του, φτιαγμένο από τον ίδιο, απλό κάτω απ' το βλέμμα της μνήμης και σφραγισμένο σε λίγο με το θάνατό του. Έτσι, πεισμένος για την εντελώς ανθρώπινη προέλευση όλων των ανθρώπινων, τυφλός που ποθεί να δει και ξέρει πως η νύχτα είναι ατέλειωτη, βρίσκεται πάντα σε πορεία. Ο βράχος γυρίζει ακόμα.

Αφήνω τον Σίσυφο στους πρόποδες του βουνού. Πάντα ξαναβρίσκει κανείς το φορτίο του. Ο Σίσυφος όμως, συμβολίζει την ανώτερη πίστη που αρνιέται στους θεούς κι ανυψώνει τους βράχους. Κι εκείνος κρίνει πως όλα είναι καλά. Αυτό το σύμπαν, αδέσποτο στο εξής, δεν του φαίνεται άκαρπο ούτε μάταιο. Ο κάθε κόκκος της πέτρας, η κάθε λάμψη αυτού του γεμάτου νύχτα βουνού πλάθει, μονάχα γι' αυτόν, τη μορφή ενός κόσμου. Ακόμα κι ο ίδιος ο αγώνας προς την κορυφή φτάνει για να γεμίσει μια ανθρώπινη καρδιά. Πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο.

Camus A., Ο μύθος του Σίσυφου, (μτφρ. Β. Χατζηδημητρίου), Μπουκουμάνης, (Αθήνα 1973)
από εδώ

Τόμας Στερνς Έλιοτ (26 Σεπτεμβρίου 1888 - 4 Ιανουαρίου 1965)

από http://www.beckwithgallery.com/index.php3?gallery=-52-Joel_Beckwith_Studio&info=Authors_Gallery

Φονικό στην εκκλησιά

A.
Δεν είναι εδώ πολιτεία με συνέχεια,
δεν είναι εδώ γωνιά ν' ακουμπήσεις.
Κακός ο αγέρας, κακός ο καιρός,
αβέβαιο το κέρδος, βέβαιος ο κίνδυνος.
Ω αργά αργά αργά, αργοπορημένος ο καιρός,
αργά πολύ αργά, και σάπιος ο χρόνος
ο άνεμος πονηρός, το πέλαγο πικρό,
και στάχτη ο ουρανός, στάχτη στάχτη στάχτη.
Ω Θωμά, γύρισε πίσω, Αρχιεπίσκοπε γύρισε,
γύρισε στη Γαλλία,
Γύρισε. Γρήγορα. Ήσυχα.
Κι αφησέ μας ήσυχα ν' αφανιστούμε.
Έρχεσαι με γιορτές, έρχεσαι με χαρές,
μα έρχεσαι φέρνοντας θάνατο στην Καντερβουρία :

μια μοίρα πάνω στο σπίτι, μια μοίρα πάνω σου,
μια μοίρα πάνω στον κόσμο.
Τίποτε δε γυρεύουμε να γίνει.
Εφτά χρόνια ζήσαμε ήσυχα, πετύχαμε
να μη μας προσέχουν, ζώντας και ψευτοζώντας.
Είχαμε τυραννία και χλιδή,
είχαμε φτώχεια και παραλυσία,
είχαμε ακόμη κάποιες αδικίες.
Ωστόσο πηγαίναμε ζώντας,
ζώντας και ψευτοζώντας.
Κάποτε μας λείπει το σιτάρι,
κάποιες Έχουμε καλή σοδειά,
τον Ένα χρόνο Έχουμε βροχές,
τον άλλο χρόνο αναβροχιά,
τον ένα χρόνο τα μήλα περισσεύουν,
τον άλλο χρόνο λείπουν τα δαμάσκηνα.
Ωστόσο πηγαίναμε ζώντας,
ζώντας και ψευτοζώντας.
Γιορτάσαμε τις γιορτές,
πήγαμε στην εκκλησιά,
φτιάξαμε μπύρα και μηλίτη,
μαζέψαμε ξύλα για το χειμώνα
κουβεντιάσαμε στη γωνιά του τζακιού,
κουβεντιάσαμε στη γωνιά του δρόμου,
κουβεντιάσαμε κι όχι πάντα ψιθυριστά,
ζώντας και ψευτοζώντας.
Είδαμε γάμους, γέννες και θανάτους,
Είχαμε σκάνδαλα λογής-λογής,
είχαμε φόρους που μας βασάνιζαν,
είχαμε γέλια και κουτσομπολιά,
εξαφανίστηκαν πολλές κοπέλες
ανεξήγητα, και κάποιες που δεν είτανε γι αυτά.
Όλοι μας είχαμε τους ατομικούς μας τρόμους,
τους ιδιαίτερους Ίσκιους μας,
τους μυστικούς μας φόβους.
Μα τώρα ένας μεγάλος φόβος Έπεσε πάνω μας,
φόβος όχι του ενός μα του πλήθους,
'ενας φόβος σάν τη γέννηση και το θάνατο,
όταν βλέπουμε τη γέννηση
και το θάνατο μόνους
μέσα σε ένα κενό, κατάμονους,
Φοβούμαστε ένα φόβο
πού δε μπορούμε να γνωρίσουμε
που δε μπορούμε ν' αντικρίσουμε,
που κανείς δεν καταλαβαίνει,
κι oι καρδιές βίας ξεριζώνονται,
το μυαλό μας ξεφλουδίζεται
σαν τις φλούδες κρεμμυδιού,
και ο εαυτός μας χαμένος χαμένος
-σ' έναν μελικό φόβο
που κανείς δεν καταλαβαίνει.

Ω Θωμά Αρχιεπίσκοπε,
Ω Θωμά Δέσποτα μας, άφησε μας
κι άφησε μας να μείνουμε
μέσα στην ταπεινής
την ξεθωριασμένη κορνίζα της ύπαρξης μας,
Άφησε μας μη μας ζητάς ν' αντισταθούμε
στη μοίρα του σπιτιού,
στη μοίρα του Αρχιεπίσκοπου,
στη μοίρα τον κόσμου,
Αρχιεπίσκοπε, σίγουρος
κι ασφαλισμένος για το πεπρωμένο σου,
άφοβος μέσα στους ίσκιους,
τάχα λογάριασες τι ζητάς
λογάριασες τι σημαίνει για το μικρό λαό,
τον τραβηγμένο μέσα στ' αχνάρι του πεπρωμένου.
το μικρό λαό που ζει μέσα σε μικροπράματα,
το τέντωμα του νου
τον μικρόν λαόν που αντιστέκεται
στη μοίρα του σπιτιού,
στη μοίρα τ' αφέντη του,
στη μοίρα του κόσμου ;
Ω Θωμά, Αρχιεπίσκοπε, άφησε μας,
άφησε μας, άφησε το Λονδίνο το σκυθρωπό,
και κάνε πανιά για τη Γαλλία.
Θωμά Αρχιεπίσκοπε μας,
Αρχιεπίσκοπε μας έστω και στη Γαλλία.
Θωμά Αρχιεπίσκοπε, σήκωσε τ' άσπρο πανί
ανάμεσα στη στάχτη του ουρανού
και το πικρό το πέλαγο, άφησε μας,
άφησε μας για τη Γαλλία.

Β.
Λαγάρισε τον αέρα ! Καθάρισε τον ουρανό!
Πλύνε τον άνεμο !
Χώρισε την πέτρα από την πέτρα και πλύνε τις.
Βρώμικη η γης, βρώμικο το νερό,
τα ζωντανά μας κι εμάς μας μόλεψε το αίμα.
Το αίμα βροχή μου τύφλωσε τα μάτια.
Πού είναι η Αγγλία ; Πού είναι το Κέντ ;
Πού είναι η Καντερβουρία ;
Ω μακριά μακριά μακριά μακριά στα περασμένα
και πλανιέμαι σε τόπο γεμάτο ξερά κλαδιά :
αν τα τσακίσω, ματώνουν..
πλανιέμαι σε τόπο γεμάτο πέτρες ξερές :
αν τις αγγίξω, ματώνουν.
Πώς, πώς θα μπορέσω να γυρίσω ποτέ
στις απαλές γαλήνιες εποχές ;
Νύχτα μείνε μαζί μας, σταμάτησε ήλιε,
κρατήσου εποχή,
να μην έρθει η μέρα, να μην έρθει η άνοιξη.
Πώς να κοιτάξω τη μέρα και τα κοινά της αντικείμενα,
και να τα ιδώ βαμμένα στο αίμα, πίσω από το αίμα
που πέφτει σαν παραπέτασμα ;
Τίποτε δε γυρέψαμε να γίνει.
Καταλαβαίναμε την ατομική καταστροφή,
την προσωπική ζημιά, τη γενική μιζέρια,
ζώντας και ψευτοζώντας τον τρόμο
τη νύχτα που τελείωνα στην πράξη την καθημερινή,
τον τρόμο τη μέρα που τελειώνει στον ύπνο
αλλά η κουβέντα στης αγοράς το χέρι στη σκούπα,
το νυχτερινό σώριασμα της στάχτης,
το ξύλο στη φωτιά την αυγή,
σ' αυτές τις πράξεις σταματούσαν τα βάσανα μας.

Είχε το σύνορο της κάθε φρίκη
είχε ένα κάποιο τέλος κάθε λύπη :
δε μένει καιρός στη ζωή να θλίβεσαι πολύ.
Μα τούτο, τούτο είναι Έξω απ' τη ζωή,
έξω από τον καιρό, παρούσα αιωνιότητα
της αδικίας και του κακού.

Μας βρώμισε μια λέρα
που δε μπορούμε να καθαρίσουμε
μέσα στο υπερφυσικό σκουλήκιασμα,
δεν είμαστε μόνο εμείς, δεν είναι το σπίτι,
δεν είναι η πολιτεία μολεμένη,
ο κόσμος ολάκερος είναι βρωμερός.
Λαγάρισε τον αέρα ! Καθάρισε τον ουρανό !
Πλύνε τον άνεμο !
Χώρισε την πέτρα από την πέτρα
χώρισε το δέρμα από το χέρι
χώρισε το μυώνα από το κόκαλο,
και πλύνε τα, Πλύνε την πέτρα,
Πλύνε το κόκαλο, Πλύνε το μυαλό,
Πλύνε την ψ υ χ ή, Πλύνε τα... Πλύνε τα !

Τ.S. ELIOT
ΔΥΟ ΧΟΡΙΚΑ
Ελληνική απόδοση ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ

Από "Τα Νέα Γράμματα",
αρ. 11 Νοέμ. 1935, σ. 607-611
από  http://lalunapiena.blogspot.com/2010/02/t-s-eliot.html

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2012

Ο Μπραντ μονολογεί

Pieter Bruegel the Elder, Storm at Sea - detail ,1569, via Wikimedia

ΜΠΡΑΝΤ
 
Χιλιάδες άνθρωποι μ’ ακολουθούσαν κι ούτ’ ένας δεν είχε το θάρρος ν’ ανεβεί ως την κορφή. Όλοι ζητούσαν μια καλύτερη μέρα... Κραυγή πολέμου καλούσε τις ψυχές σε μια υπέρτατη μάχη. Μα η θυσία... η θυσία τους τρόμαξε. Η θέληση, αδύνατη, τους εγκατέλειψε. Μια φορά που ένας πέθανε για όλους... μπορούμε νάμαστε ξετσίπωτα άνανδροι.
 
(Σωριάζεται σε μια πέτρα και κοιτάζει γύρω του σα ζαλισμένος)
 
Νωρίς γνώρισα το φόβο. Η φρίκη όρθωνε τα μαλλιά μου... Φώναζα… ούρλιαζα, σαν όλα τα παιδιά, μπαίνοντας στη σκοτεινή κάμαρα. τη στοιχειωμένη. Μα ησύχαζα την καρδιά μου με την ιδέα, πως όξω βασιλεύει το φως... πως αυτά τα σκοτάδια ήταν εξ αιτίας που τα παράθυρα μέναν κλειστά... Μόλις ανοίξει η πόρτα, συλλογιζόμουν, η καλοκαιριάτικη μέρα θα χυμήξει χαρούμενη και θριαμβευτική... τι πικρή απάτη !... Όξω, βασίλευε η νύχτα... Η νύχτα, που τυλίγει άντρες, γυναίκες και παιδιά.
 
(Σηκώνεται ξαφνικά)
 
Βλέπω μαύρα φαντάσματα, που σκίζουν τον αέρα, όμοια με συνοδεία κολασμένων. Ήρθαν οι καιροί που το σίδερο πρέπει να νικήσει το ξύλο. Βλέπω την ανταρσία σ’ όλη της την ασκήμια... Αφτιά κουφά στην προσευχή και στις διαταγές. Χλωμοί, ακούν τον θόρυβο του όχλου και θαρρούν πως ασφαλίζονται από τον κίνδυνο μένοντας άπραχτοι. Πού είναι λοιπόν το ουράνιο τόξο στο Μαγιάτικο χωράφι; Πού είναι η τρίχρωμη σημαία, που κυματίζει στο κατάρτι και μαστίζει τον άνεμο με τους ήχους των λαϊκών τραγουδιών; Τι όφελος, αν ο δράκος δεν τολμάει να δείξει τα δόντια του; Το καράβι που, βουλιάζει, σηκώνει την άσπρη σημαία, σημάδι του κινδύνου... Μα ήρθαν καιροί πιο σκληροί! Οπτασίες φοβερώτερες φωτίζουν τη νύχτα του μέλλοντος. Ο μαύρος καπνός του βρετανικού λιγνίτη, απλώνεται, σα βαρύ σύννεφο πάνω στο χώμα και λερώνει το δροσερό χορτάρι. Ανακατωμένος με σάπιες απόπνοιες, σούρνεται πνίγοντας τα ευγενικά βλαστάρια... Σκεπάζει το φως της μέρας.... Καθώς άλλοτε η πύρινη βροχή έθαψε τις καταραμένες πολιτείες. Η ράτσα μπαστάρδεψε!  Ακούεται ο βαρύς ήχος, που κάνουν οι στάλες νερού καθώς πέφτουν κάτω από τις στοές του ορυχείου. Εκεί, με το κορμί και την ψυχή σκυμμένη... μια μάζα από νάνους εργατικούς, δουλεύουν χωρίς ανάπαυση, για να λυτρώσουν το σκλαβωμένο μέταλλο... το χρυσάφι... το ψεύτικο και λαμπρό, που ανάβει τα μάτια τους από λαχτάρα. Η ψυχή τους είναι άλαλη... Το στόμα τους χωρίς χαμόγελο... Η καρδιά τους δε ματώνει πια από τον πόνο του αδερφού. Μπορείς να τους λυώσεις χωρίς να ξυπνήσεις μέσα τους το λιοντάρι. Αυτή η γενιά σφυρηλατεί, λιμάρει και κόβει το νόμισμα... Οι άγγελοι του φωτός τους απαρνήθηκαν... Να, πως κατάντησε αυτή η ράτσα, που ξέχασε, ότι πρέπει να θ έ μ ε κι όταν ακόμα δεν έχουμε δύναμη. Όμως ήρθαν καιροί ακόμα χειρότεροι. Φοβερώτερες οπτασίες φωτίζουν τη νύχτα του μέλλοντος. Το συμφέρο, σα λύκος ορθώνεται πάνω στη γη... Γαυγίζει, κοροϊδεύει και φοβερίζει τον ήλιο του Λόγου. Κραυγή συναγερμού αντήχησε ως το βορρά και προκαλεί σε αντίσταση. Μα ο χλωμός νάνος κάνει γκριμάτσες και πισωδρομάει... «Δεν είναι δική μου δουλειά» λέει... «Άλλοι λαοί ας αντισταθούνε... Δεν έχουμε αίμα για χύσιμο... ούτε όρεξη να παλαίψουμε για την αλήθεια... Δεν άδειασε για μας το ποτήρι Κείνος... κι ούτε πλήγωσε για μας το μέτωπό του με το αγκάθινο στεφάνι... Η λόγχη του Ρωμαίου δεν τρύπησε το πλευρό Του για χάρη μας... ούτε τα χέρια Του και τα πόδια Του με καρφιά... Δε σήκωσε για μας το σταυρό... Ο δικός μας ρόλος είναι όμοιος με κείνου που Τον χτύπησε με το λουρί κι έρριξε πάνω στους ώμους Του τον κόκκινο μανδύα.»
 
(Πέφτει πάνω στο χιόνι και σκεπάζει το πρόσωπό του με τα χέρια του. Σε λίγο σηκώνεται και κοιτάζει γύρω του)
 
Μην ονειρεύτηκα; Ξύπνησα τώρα;... Γύρω μου όλα είναι σκιά και ομίχλη... Όσα είδα ως τώρα μην ήσαν φαντάσματα της άρρωστης σκέψης μου; Χάθηκε λοιπόν η θεία μορφή, που η ανθρώπινη ψυχή πλάσθηκε καθ’ ομοίωσή της, ο θείος νους νικήθηκε;
 
(Αφουγκράζεται)
 
Μου φαίνεται πως ακούω τραγούδι... 

ΕΡΡΙΚΟΣ ΙΨΕΝ
Μ Π Ρ Α Ν Τ
Πράξη Πέμπτη, Σκηνή Πρώτη, Εικόνα Τρίτη.
Ο Μπραντ μονολογεί.
Μετ: Ε. ΡΟΜΠΑΚΗΣ

Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2011

...άσε να μείνω βασιλιάς ώσπου να σκοτεινιάσει...

King of Spades, Artist: Patrick Proctor, via Flatrock

 ΕΔΟΥΑΡΔΟΣ (Βγάζοντας το στέμμα)

Ορίστε, πάρε το στέμμα, πάρε και τη ζωή του Εδουάρδου.
Δεν μπορεί να βασιλεύουν στην Αγγλία δύο.
Μη φεύγεις όμως ακόμα· άσε να μείνω βασιλιάς
ώσπου να σκοτεινιάσει,
να δω τότε ξανά αυτό το αστραφτερό διάδημα.
Να το απολαύσουν τελευταία φορά τα μάτια,
να το τιμήσει τελευταία φορά το κεφάλι,
κι έπειτα να παραιτηθούν μαζί απ’ το επίζηλο δικαίωμά τους.
Συνέχισε παντοτινά, ουράνιε ήλιε, την πορεία σου,
μην κυριέψει ποτέ η ασάλευτη νύχτα τον τόπο αυτό·
καθίστε ακίνητοι, φρουροί των στοιχείων·
ώρες και εποχές, σταθείτε εκεί που είστε,
για να μείνει ακόμα βασιλιάς της ωραίας Αγγλίας ο Εδουάρδος !
Αλλά χάνονται γρήγορα οι φωτεινές ακτίνες της ημέρας
και πρέπει τώρα να απαρνηθώ το αγαπημένο στέμμα.
Απάνθρωπα όντα, που σας βύζαξαν με το γάλα της τίγρης,
περιμένετε μ’ ανοιχτά σαγόνια την πτώση του βασιλιά σας,
το διάδημα που φορά, την ακηλίδωτη ζωή μου !
Δείτε, τέρατα, δείτε ! Ξαναφοράω το στέμμα μου.
Μα δε φοβάστε λοιπόν την οργή του βασιλιά σας ;
Δύστυχε Εδουάρδε, διώξε τις αυταπάτες σου·
δεν τους πτοεί ό θυμός σου όπως γινόταν κάποτε·
θέλουν μονάχα πώς και πώς ν’ ανακηρύξουν νέο βασιλιά.
Γι’ αυτό γέμισε απόγνωση το μυαλό μου, κι αλλόκοτες σκέψεις·
κι οι σκέψεις μου βασανίζονται μ’ ατέλειωτα μαρτύρια,
και στα μαρτύρια αυτά μόνη παρηγοριά μου
να νιώθω το στέμμα στο κεφάλι μου.
Γι’ αυτό, αφήστε με να το ’χω λίγο ακόμα.

ΚΡΙΣΤΟΦΕΡ ΜΑΡΛΟΟΥ
ΕΔΟΥΑΡΔΟΣ ΙΙ
Πράξη Πέμπτη, Σκηνή Πρώτη.
Μετ: ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2011

Περιμένουμε να έρθει ο Γκοντό

http://afronord.tripod.com/plays/catastrophe.html

Βλαδήμηρος:


Ας μη χάνουμε την ώρα μας με μάταια λόγια ! (Παύση. Με έξαψη) Ας κάνουμε κάτι γρήγορα, τώρα που μας προσφέρεται μια τέτοια ευκαιρία ! Δε μας τυχαίνει κάθε μέρα να μας χρειάζονται. Δε λέω, βέβαια, πως χρειάζονται εμάς προσωπικά. Κι άλλοι πολλοί θα τα κατάφερναν το ίδιο καλά στη θέση μας, για να μην πω καλύτερα. Αυτή η έκκληση για βοήθεια που αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μας, απευθύνεται αναμφίβολα στην ανθρωπότητα ολόκληρη ! Τούτη τη στιγμή όμως, σε τούτη εδώ την άκρη, η ανθρωπότητα ολόκληρη είμαστε εμείς, είτε μας αρέσει είτε όχι. Ας σπεύσουμε να επωφεληθούμε, λοιπόν, πριν είναι πολύ αργά! Ας εκπροσωπήσουμε επάξια κι εμείς για μια φορά τη σιχαμένη φάρα εις την οποίαν μας έριξε η μαύρη μας μοίρα ! Τι λες και συ ; (Ο Εστραγκόν δε λέει τίποτα) Είναι βέβαια αλήθεια ότι καθήμενοι εδώ με τα χέρια σταυρωμένα και σταθμίζοντας τα υπέρ και τα κατά τιμάμε εξίσου το είδος μας. Η τίγρη δεν κάθεται ποτέ να το σκεφτεί· ή τρέχει να βοηθήσει τους ομοίους της, ή χώνεται στην πλησιέστερη λόχμη. Αλλά το θέμα δεν είν’ αυτό. Το θέμα είναι τι κάνουμε εμείς εδώ, μάλιστα, ιδού η απορία. Και έχουμε την ευτυχία να ξέρουμε την απάντηση. Ναι, μέσα σ’ αυτή την απέραντη σύγχυση, ένα είναι ξεκάθαρο: Περιμένουμε να έρθει ο Γκοντό.

ΣΑΜΟΥΕΛ ΜΠΕΚΕΤ
ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΓΚΟΝΤΟ
Πράξη Δεύτερη.
Μετ: ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ



VLADIMIR: At last! (He goes towards the heap.) Reinforcements at last! POZZO: Help! ESTRAGON: Is it Godot? VLADIMIR: We were beginning to weaken. Now we're sure to see the evening out. POZZO: Help! ESTRAGON: Do you hear him? VLADIMIR: We are no longer alone, waiting for the night, waiting for Godot, waiting for . . . waiting. All evening we have struggled, unassisted. Now it's over. It's already tomorrow. POZZO: Help! VLADIMIR: Time flows again already. The sun will set, the moon rise, and we away . . . from here. POZZO: Pity! VLADIMIR: Poor Pozzo! ESTRAGON: I knew it was him. VLADIMIR: Who? ESTRAGON: Godot. VLADIMIR: But it's not Godot. ESTRAGON: It's not Godot? VLADIMIR: It's not Godot. ESTRAGON: Then who is it? VLADIMIR: It's Pozzo. POZZO: Here! Here! Help me up! VLADIMIR: He can't get up. ESTRAGON: Let's go. VLADIMIR: We can't. ESTRAGON: Why not? VLADIMIR: We're waiting for Godot. ESTRAGON: Ah! VLADIMIR: Perhaps he has another bone for you. ESTRAGON: Bone? VLADIMIR: Chicken. Do you not remember? ESTRAGON: It was him? VLADIMIR: Yes. ESTRAGON: Ask him. VLADIMIR: Perhaps we should help him first. ESTRAGON: To do what? VLADIMIR: To get up. ESTRAGON: He can't get up? VLADIMIR: He wants to get up. ESTRAGON: Then let him get up. VLADIMIR: He can't. ESTRAGON: Why not? VLADIMIR: I don't know. Pozzo writhes, groans, beats the ground with his fists. ESTRAGON: We should ask him for the bone first. Then if he refuses we'll leave him there. VLADIMIR: You mean we have him at our mercy? ESTRAGON: Yes. VLADIMIR: And that we should subordinate our good offices to certain conditions? ESTRAGON: What? VLADIMIR: That seems intelligent all right. But there's one thing I'm afraid of. POZZO: Help! ESTRAGON: What? VLADIMIR: That Lucky might get going all of a sudden. Then we'd be ballocksed. ESTRAGON: Lucky? VLADIMIR: The one that went for you yesterday. ESTRAGON: I tell you there was ten of them. VLADIMIR: No, before that, the one that kicked you. ESTRAGON: Is he there? VLADIMIR: As large as life. (Gesture towards Lucky.) For the moment he is inert. But he might run amuck any minute. POZZO: Help! ESTRAGON: And suppose we gave him a good beating, the two of us. VLADIMIR: You mean if we fell on him in his sleep? ESTRAGON: Yes. VLADIMIR: That seems a good idea all right. But could we do it? Is he really asleep? (Pause.) No, the best would be to take advantage of Pozzo's calling for help— POZZO: Help! VLADIMIR: To help him— ESTRAGON: We help him? VLADIMIR: In anticipation of some tangible return. ESTRAGON: And suppose he— VLADIMIR: Let us not waste our time in idle discourse! (Pause. Vehemently.) Let us do something, while we have the chance! It is not every day that we are needed. Not indeed that we personally are needed. Others would meet the case equally well, if not better. To all mankind they were addressed, those cries for help still ringing in our ears! But at this place, at this moment of time, all mankind is us, whether we like it or not. Let us make the most of it, before it is too late! Let us represent worthily for once the foul brood to which a cruel fate consigned us! What do you say? (Estragon says nothing.) It is true that when with folded arms we weigh the pros and cons we are no less a credit to our species. The tiger bounds to the help of his congeners without the least reflection, or else he slinks away into the depths of the thickets. But that is not the question. What are we doing here, that is the question. And we are blessed in this, that we happen to know the answer. Yes, in this immense confusion one thing alone is clear. We are waiting for Godot to come— ESTRAGON: Ah! POZZO: Help! VLADIMIR: Or for night to fall. (Pause.) We have kept our appointment and that's an end to that. We are not saints, but we have kept our appointment. How many people can boast as much? ESTRAGON: Billions. VLADIMIR: You think so? ESTRAGON: I don't know. VLADIMIR: You may be right. POZZO: Help! VLADIMIR: All I know is that the hours are long, under these conditions, and constrain us to beguile them with proceedings which –how shall I say– which may at first sight seem reasonable, until they become a habit. You may say it is to prevent our reason from foundering. No doubt. But has it not long been straying in the night without end of the abyssal depths? That's what I sometimes wonder. You follow my reasoning? ESTRAGON: (aphoristic for once). We are all born mad. Some remain so. POZZO: Help! I'll pay you! ESTRAGON: How much? POZZO: One hundred francs! ESTRAGON: It's not enough. VLADIMIR: I wouldn't go so far as that. ESTRAGON: You think it's enough? VLADIMIR: No, I mean so far as to assert that I was weak in the head when I came into the world. But that is not the question. POZZO: Two hundred! VLADIMIR: We wait. We are bored. (He throws up his hand.) No, don't protest, we are bored to death, there's no denying it. Good. A diversion comes along and what do we do? We let it go to waste. Come, let's get to work! (He advances towards the heap, stops in his stride.) In an instant all will vanish and we'll be alone once more, in the midst of nothingness! He broods. POZZO: Two hundred! VLADIMIR: We're coming! He tries to pull Pozzo to his feet, fails, tries again, stumbles, falls, tries to get up, fails. ESTRAGON: What's the matter with you all? VLADIMIR: Help! ESTRAGON: I'm going. VLADIMIR: Don't leave me! They'll kill me! POZZO: Where am I? VLADIMIR: Gogo! POZZO: Help! VLADIMIR: Help! ESTRAGON: I'm going. VLADIMIR: Help me up first, then we'll go together. ESTRAGON: You promise? VLADIMIR: I swear it! ESTRAGON: And we'll never come back? VLADIMIR: Never! ESTRAGON: We'll go to the Pyrenees. VLADIMIR: Wherever you like. ESTRAGON: I've always wanted to wander in the Pyrenees. VLADIMIR: You'll wander in them. ESTRAGON: (recoiling). Who farted? VLADIMIR: Pozzo. POZZO: Here! Here! Pity! ESTRAGON: It's revolting! VLADIMIR: Quick! Give me your hand! ESTRAGON: I'm going. (Pause. Louder.) I'm going. VLADIMIR: Well I suppose in the end I'll get up by myself. (He tries, fails.) In the fullness of time. ESTRAGON: What's the matter with you? VLADIMIR: Go to hell. ESTRAGON: Are you staying there? VLADIMIR: For the time being. ESTRAGON: Come on, get up, you'll catch a chill. VLADIMIR: Don't worry about me. ESTRAGON: Come on, Didi, don't be pig-headed! He stretches out his hand which Vladimir makes haste to seize. VLADIMIR: Pull! Estragon pulls, stumbles, falls. Long silence. POZZO: Help! VLADIMIR: We've arrived. POZZO: Who are you? VLADIMIR: We are men. Silence. ESTRAGON: Sweet mother earth! VLADIMIR: Can you get up? ESTRAGON: I don't know. VLADIMIR: Try. ESTRAGON: Not now, not now. Silence. POZZO: What happened? VLADIMIR: (violently). Will you stop it, you! Pest! He can think of nothing but himself! ESTRAGON: What about a little snooze? VLADIMIR: Did you hear him? He wants to know what happened! ESTRAGON: Don't mind him. Sleep. Silence. POZZO: Pity! Pity! ESTRAGON: (with a start). What is it? VLADIMIR: Were you asleep? ESTRAGON: I must have been. VLADIMIR: It's this bastard Pozzo at it again. ESTRAGON: Make him stop it. Kick him in the crotch. VLADIMIR: (striking Pozzo). Will you stop it! Crablouse! (Pozzo extricates himself with cries of pain and crawls away. He stops, saws the air blindly, calling for help. Vladimir, propped on his elbow, observes his retreat.) He's off! (Pozzo collapses.) He's down!

Waiting for Godot, Act 2

από 

Τρίτη 20 Απριλίου 2010

...I don't know, I'll never know, in the silence you don't know, you must go on, I can't go on, I'll go on.

       Samuel Barclay Beckett   
   (13 Απριλίου 1906 – 22 Δεκεμβρίου 1989)  
χρωστούμενο
Ο Ακατονόμαστος

[...] Γιατί εκπροσωπήθηκα στον κόσμο, εν μέσω των ανθρώπων; Θαρρώ πως δεν ήταν δικό μου το λάθος. Τέλος πάντων, δε θ' ασχοληθούμε μ' αυτό τώρα. Αξέχαστοι θα μου 'χουν μείνει οι εκπρόσωποί μου. Και τί δε μου είπαν! Για τους ανθρώπους, για τον κόσμο. Αρνιόμουν να τους πιστέψω. Αλλά όλο και κάτι μου 'μενε. Πού όμως, πότε, μες από ποια κανάλια επικοινώνησα εγώ μ' αυτούς τους κυρίους; Μήπως ήρθαν να μ' ενοχλήσουν εδώ; Όχι, εδώ δε μ' ενόχλησε ποτέ κανείς. Αλλού τότε. Αλλά εγώ δεν ήμουν ποτέ αλλού. Όμως μόνο απ' αυτούς μπορεί να έμαθα όσα ξέρω για τους ανθρώπους και το πώς τα βολεύουν. Όχι σπουδαία πράγματα. Θα μπορούσα να κάνω και χωρίς. Όχι πως αποκλείεται να χρησιμέψουν ποτέ σε τίποτα. Θα τα χρησιμοποιήσω σίγουρα, αν αναγκαστώ να το κάνω. Και δε θα' ναι η πρώτη φορά. Αυτό που μ' αφήνει κατάπληκτο, είναι πως χρωστάω αυτές τις γνώσεις σε ανθρώπους με τους οποίους δεν ήταν ποτέ δυνατό να έρθω σ' επαφή. Εκτός κι αν πρόκειται για γνώσεις έμφυτες, όπως η γνώση τού καλού και του κακού. Μάλλον απίθανο. Έμφυτη γνώση τής μάνας μου, λόγουχάρη, είναι ποτέ δυνατό; Για μένα όχι. Αυτοί πάλι μού σφύριξαν το μυστικό για το Θεό. Μου είπαν, ούτε λίγο ούτε πολύ, πως απ' αυτόν εκπορεύομαι. Το ξέραν από έγκυρη πηγή, απ' τους αντιπροσώπους του στο Μπάλλυ - τρέχα γύρευε, το περίφημο μέρος όπου, σύμφωνα με τη μαρτυρία τους, έφαγα στη μούρη το ανεκτίμητο δώρο της ζωής. Αλλ' αυτό που λύσσαξαν να με κάνουν να χωνέψω ήταν οι συνάνθρωποί μου. Σ' αυτό ήσαν αμείλικτοι. Δε θυμάμαι τίποτα απ' αυτό το ψαλτήρι. Δεν πρέπει να κατάλαβα και πολλά πράματα. Φαίνεται όμως πως συγκράτησα μερικούς τύπους, άθελά μου. Μού 'καναν και μαθήματα αγάπης, και νοημοσύνης, πολυτιμότατα, πολυτιμότατα. Πρέπει να πέρασε πολύς καιρός από τότε. Μ' έμαθαν επίσης να μετράω, καθώς και πώς να σκέφτομαι σωστά και λογικά. Αυτές οι γελοιότητες αποδείχτηκαν χρήσιμες σ' ορισμένες περιπτώσεις, δεν τ' αρνιέμαι, περιπτώσεις που δε θά 'χαν υπάρξει ποτέ αν με είχαν αφήσει εξ αρχής στην ησυχία μου. Τις χρησιμοποιώ ακόμα, για να ξύνομαι. Σιχαμερά υποκείμενα, με τις τσέπεες γεμάτες δηλητήρια και αντίδοτα. Ίσως όλα τα μαθήματα νά 'γιναν δι' αλληλογραφίας. Κι όμως έχω την εντύπωση πως οι φάτσες τους μού είναι γνωστές. Από φωτογραφίες ίσως. Πότε σταμάτησε όλο αυτό το νταβαντούρι; Και σταμάτησε αλήθεια; Πάλι ερωτήσεις. Κάνα δυο μονάχα, οι τελευταίες. Μήπως πρόκειται μονάχα γι' ανάπαυλα; Ήταν τέσσερις-πέντε από δαύτους, που μου είχαν ριχτεί, κι αυτό το λέγαν ενημερωτική αναφορά. Ο ένας τους μάλιστα, Βασίλη νομίζω τον έλεγαν, μου προξενούσε φριχτή αποστροφή. Χωρίς ν' ανοίγει το στόμα του, μόνο καρφώνοντας πάνω μου τα ξεπλυμένα απ' τα πολλά που είχαν δει μάτια του, μ' έφερνε κάθε φορά και κοντύτερα σ' αυτό που ήθελε να είμαι. Κρυμμένος τώρα στο σκοτάδι, με κοιτάζει τάχα ακόμα; Ακόμα σφετερίζεται τ' όνομά μου; Εκείνο που μου φόρτωσαν εκεί πάνω στον κόσμο τους, αργά κι υπομονετικά, απ' τη μια εποχή στην άλλη; Όχι,όχι, εδώ είμαι ασφαλής, εδώ διασκεδάζω προσπαθώντας να βρώ ποιος μπορεί να μου κατάφερε αυτά τα ανώδυνα πλήγματα.[...]
[...] Το μέρος, αυτό πάντως θα το φτιάξω, θα το φτιάξω στο κεφάλι μου θα το ανασύρω απ' τη μνήμη μου, θα το τυλίξω γύρω μου, θα μου φτιάξω ένα κεφάλι, θα μου φτιάξω μια μνήμη, αρκεί μόνο να δώσω προσοχή, η φωνή θα μου τα πει, όλα όσα χρειάζονται, μου τα 'χει κιόλας πει, θα μου τα ξαναπεί, όλα όσα χρειάζομαι, λαχανιαστά, στάλα-στάλα, μοιάζει με εξομολόγηση, με τελευταία εξομολόγηση, νομίζεις πως τελειώνει, ξαναρχίζει πάλι, τα σφάλματα ήταν τόσα πολλά, η μνήμη είναι τόσο κακή, οι λέξεις δεν έρχονται, οι λέξεις λιγοστεύουν η ανάσα κόβεται, όχι, κάτι άλλο είναι, καταγγελία είναι, μια φωνή που ξεψυχάει καταγγέλοντας, καταγγέλοντάς με, πρέπει κάποιος να καταγγελθεί, πρέπει κάποιος να βρεθεί, χρειάζεται ένας ένοχος, λέει για τα σφάλματά μου, λέει για το κεφάλι μου, λέει πως είναι δική μου, λέει πως μετανοώ, πως θέλω να τιμωρηθώ, καλύτερα απ' όσο τιμωριέμαι, πως θέλω να  πηγαίνω, πως θέλω να παραδοθώ, χρειάζεται ένα θύμα, αρκεί μόνο να δώσω προσοχή, θα μου δείξει αυτή την κρυψώνα μου, θα μου δείξει πώς είναι, πού είναι η πόρτα, αν υπάρχει πόρτα και πού περίπου είμαι εγώ, και πώς είναι ανάμεσά μας, τι είναι ανάμεσά μας, τι λογής έκταση, αν είναι θάλασσα, ή αν είναι βουνό, και το δρόμο που πρέπει να πάρω, για να μπορέσω να γλυτώσω, να παραδοθώ, να φτάσω εκεί όπου πέφτει τσεκούρι, χωρίς πολλά-πολλά, σ' όλους όσους έρχονται από δω, δεν είμαι ο πρώτος, δε θα 'μαι ο πρώτος, θα με κανονίσει, έχει κανονίσει και καλύτερους, θα μου πει αυτή τι να κάνω, για να σηκωθώ, για να κουνηθώ, για να φερθώ σαν ένα σώμα προικισμένο με απόγνωση, έτσι σκέφτομαι, έτσι μ' ακούω να σκέφτομαι, όλ' αυτά είναι ψέματα, δε φωνάζουν εμένα, δε μιλάνε για μένα, δεν είναι ακόμα η σειρά μου, είναι η σειρά κάποιου άλλου, γι' αυτό δεν μπορώ να σαλέψω, γι' αυτό δε νιώθω σώμα, δεν υποφέρω ακόμα αρκετά, δεν είναι ακόμα η σειρά μου, όχι αρκετά για να μπορώ να σαλέψω, για να μπορώ να 'χω σώμα, με κεφάλι στην κορφή, για να μπορώ να καταλάβω, για να 'χω μάτια να φωτίζω το δρόμο, εγώ μόνο ακούω, δίχως να καταλαβαίνω, δίχως να μπορώ να ωφεληθώ απ' ό,τι ακούω, για να κάνω τι, να σηκωθώ να φύγω και να πάψω ν΄ακούω, δεν τ' ακούω όλα, αυτό πρέπει να 'ναι, τα ουσιώδη μού διαφεύγουν, δεν είναι η σειρά μου, ιδιαίτερα οι τοπογραφικές και ανατομικές πληροφορίες δε φτάνουν ποτέ ως εμένα, όχι, όλα τ' ακούω, και τι μ' αυτό, τη στιγμή που δεν είναι η σειρά μου, η σειρά μου να καταλάβω, η σειρά μου να ζήσω, η σειρά μου να ζήσω μια ζωή τής σειράς, αυτό το λέει ζωή, το κομμάτι τού δρόμου από δω ως την πόρτα, εκεί μέσα είναι όλα, κάπου μέσα σ' αυτά που ακούω, αν ειπώθηκαν όλα, όλο αυτό τον καιρό, πρέπει να ειπώθηκαν όλα, αλλά δεν είναι η σειρά μου να ξέρω ποια, να ξέρω τι είμαι, πού είμαι, και τι κάνω για να μην είμαι αυτό που είμαι, για να μην είμαι εκεί που είμαι, αυτά είν' αλληλένδετα, για να 'μαι άλλος, όχι, ο ίδιος, δεν ξέρω, να κινήσω να βρω τη ζωή, να πάρω το δρόμο, να βρω την πόρτα, να βρω το τσεκούρι, ή τη χορδή, μπορεί να 'ναι χορδή, για το λαιμό, για το λαρύγγι, για τις χορδές, ή δάχτυλα, θα 'χω μάτια, θα βλέπω δάχτυλα, θα γίνει σιωπή, μπορεί και να 'ναι πτώση, να βρω την πόρτα, ν' ανοίξω την πόρτα, να πέσω, βαθειά στη σιωπή, δε θα είμαι εγώ, εγώ θα μείνω εδώ, ή εκεί, μάλλον εκεί, ποτέ δε θα 'μαι εγώ, μόνο αυτό ξέρω, όλ' αυτά έχουν ξαναγίνει, ειπωθεί και ξαναειπωθεί, η αναχώρηση, το σώμα που σηκώνεται, ο δρόμος, έγχρωμος, η άφιξη, η πόρτα που ανοίγει, που ξανακλείνει, ποτέ δεν ήμουν εγώ, εγώ δεν κούνησα ρούπι, εγώ άκουγα, πρέπει και να μίλησα, γιατί να επιμἐνω πως όχι, στο κάτω-κάτω, δεν επιμένω για τίποτα, εγώ λέω αυτό που ακούω, ακούω αυτό που λέω, δεν ξέρω, ή το ένα ή το άλλο, ή και τα δυο, κι έτσι έχουμε τρεις πιθανές εκδοχές, διαλέγετε και παίρνετε, όλες αυτές οι ιστορίες με ταξιδιώτες, οι ιστορίες με παράλυτους, είναι όλες δικές μου, πρέπει να 'μαι απίστευτα γέρος, ή με γελάει η μνήμη μου, αν τουλάχιστον ήξερα αν έζησα, αν ζω, αν θα ζήσω, τότε όλα θα 'ταν απλούστερα, δεν γίνεται να μάθω, εκεί την πατάς, δεν κούνησα ρούπι, μόνο αυτό ξέρω, όχι, κάτι άλλο ξέρω, δεν είμαι εγώ, όλο το ξεχνάω, ανακεφαλαιώνω, πρέπει να ανακεφαλαιώνεις, ποτέ δεν κούνησα ρούπι, ποτέ δεν έπαψα να λέω ιστορίες, μόνος μου, χωρίς να τις ακούω, ακούγοντας κάτι άλλο, στήνοντας αυτί για κάτι άλλο, απορώντας πότε-πότε πού τις ξέρω, πήγα ποτέ στον τόπο των ζωντανών, ή ήρθαν αυτοί στο δικό μου, και πού, πού τις έχω φυλαμένες, στο κεφάλι μου, δε νιώθω κανένα κεφάλι, και με τι τις λέω, με το στόμα μου, παρομοίως και γι' αυτό, και με τι τις ακούω, και πάμε λέγοντας, λέγοντας τις ίδιες μπαρούφες, δεν μπορεί να 'μαι εγώ, ή φταίει που δεν προσέχω, την έχω αυτή τη συνήθεια, το κάνω χωρίς να προσέχω, ή σα να 'μαι αλλού, νάμε πάλι μακριά, νάμε πάλι ο απών, τώρα είναι η σειρά του, αυτουνού που δε μιλάει ούτε ακούει, που δεν έχει ούτε σώμα ούτε ψυχή, κάτι άλλο έχει, κάτι πρέπει να 'χει, κάπου πρέπει να 'ναι, είναι φτιαγμένος από σιωπή, να μια ωραία ανάλυση, είναι μέσα στη σιωπή, αυτόν πρέπει να βρω, αυτός πρέπει να είμαι, γι' αυτόν να μιλάω, αυτός να μιλάει, αλλ' αυτός δεν μπορεί να μιλήσει, τότε θα μπορούσα να πάψω, θα ήμουν αυτός, θα ήμουν η σιωπή, θα ήμουν πίσω στη σιωπή, θα 'χαμε ξανασμίξει, τη δική του ιστορία πρέπει να πω, αλλ' αυτός δεν έχει ιστορία, αυτός δεν έχει μπει στην ιστορία, δεν είναι σίγουρο, έχει μπει στη δική του ιστορία, ασύλληπτος, άφατος, δεν πειράζει, η προσπάθεια πρέπει να γίνει, μέσα στις παλιές ιστορίες που δεν ξέρω γιατί είναι δικές μου, πρέπει να ψάξω να βρω τη δική του, πρέπει να 'ναι εκεί μέσα, πρέπει να 'ταν δική μου, πριν γίνει δική του, θα τη γνωρίσω, στο τέλος θα τη γνωρίσω, την ιστορία τής σιωπής που δεν άφησε ποτέ, που δεν έπρεπε ν' αφήσω ποτέ, που ίσως δε θα ξαναβρώ, που ίσως ξαναβρώ, τότε θα 'ναι αυτός, τότε θα 'μαι εγώ, τότε θα 'ναι το μέρος, η σιωπή, το τέλος, η αρχή, ξανά η αρχή, πώς να το πω, ολ' αυτά είναι λόγια, μόνο αυτά έχω, και δεν είναι πολλά, τα λόγια λιγοστεύουν, η φωνή χαμηλώνει, καλώς τα δεχτήκαμε, το ξέρω αυτό, θα γίνει σιωπή, από έλλειψη λέξεων, γεμάτη ψιθύρους, μακρινές κραυγές, η γνωστή σιωπή, όπου αφουγκράζεσαι, όπου περιμένεις, περιμένεις τη φωνή, οι κραυγές καταλαγιάζουν, όπως όλες οι κραυγές, δηλαδή σταματούν, οι ψίθυροι παύουν, εγκαταλείπουν, η φωνή ξαναρχίζει, ξαναρχίζει την προσπάθεια, γρήγορα πριν αποσωθεί, πριν αποσωθεί η φωνή, κι απομείνει μονάχα ο πυρήνας των ψιθύρων, των μακρινών κραυγών, βάλε μπρος γρήγορα, με τις λέξεις που απόμειναν, τι να βάλω μπρος, δεν ξέρω, το ξέχασα, δεν πειράζει, ποτέ δε το 'ξερα, να τις κάνω να με πάνε στη δική μου ιστορία, τις λέξεις που απόμειναν, στην παλιά μου ιστορία, αυτή που ξέχασα, μακριά από δω, μες απ' το θόρυβο, μες απ' την πόρτα, μέσα στη σιωπή, αυτό πρέπει να 'ναι, είναι πολύ αργά πια, ίσως είναι πολύ αργά πια, ίσως μ' έχουν κιόλας πάει, πού να ξέρω, μέσα στη σιωπή δεν ξέρεις, ίσως είναι η πόρτα, ίσως είμαι στην πόρτα, αυτό θα μ' εξέπληττε, ίσως είμαι εγώ, ίσως ήμουν εγώ, ίσως κάπου να ήμουν εγώ, μπορώ να πηγαίνω, τόσον καιρό ταξίδευα χωρίς να το ξέρω, τώρα είμαι εγώ στην πόρτα, ποια πόρτα, τι γυρεύει η πόρτα εδώ, είναι τα λόγια τα τελευταία, τα στ' αλήθεια τελευταία, ή είναι οι ψίθυροι, πλησιάζουν οι ψίθυροι, το ξέρω αυτό, αλλά όχι, ούτε αυτό, μιλάει κανείς για ψίθυρους, για μακρινές κραυγές, όσο μπορεί να μιλάει, μιλάει γι' αυτά πριν, μιλάει γι' αυτά μετά, πάλι ψέματα, είναι η σιωπή, θα γίνει σιωπή, αυτή που δεν κρατάει, αυτή που αφουγκράζεσαι, αυτή όπου περιμένεις, περιμένεις να σπάσει, περιμένεις τη φωνή να τη σπάσει, ίσως είναι η μόνη, δεν ξέρω, δεν αξίζει τον κόπο, μόνο αυτό ξέρω, δεν είμαι εγώ, μόνο αυτό ξέρω, δεν είναι δική μου, είναι η μόνη που είχα ποτέ, ψέματα, πρέπει να 'χα την άλλη, αυτή που κρατάει, αλλά δεν κράτησε, δεν καταλαβαίνω, δηλαδή κράτησε, ακόμα κρατάει, είμαι ακόμα μέσα της, μ' άφησα εκεί, με περιμένω εκεί, όχι, εκεί δεν περιμένεις, εκεί δεν αφουγκράζεσαι, δεν ξέρω, ίσως είναι όνειρο, όλο ένα όνειρο, αυτό θα μ' εξέπληττε, θα ξυπνήσω κάποτε, μέσα στη σιωπή, και δε θα ξανακοιμηθώ ποτέ, θα είμαι εγώ, ή θα ονειρευτώ, θα ονειρευτώ ξανά, θα ονειρευτώ μια σιωπή, μια σιωπή ονειρική, γεμάτη ψιθύρους, δεν ξέρω, ολ' αυτά είναι λόγια, δε θα ξυπνήσω ποτέ, όλα λόγια, δεν υπάρχει τίποτ' άλλο, πρέπει να συνεχίζεις, μόνο αυτό ξέρω, όπου να 'ναι τελειώνουν, το ξέρω, το νιώθω, μ' εγκαταλείπουν, είναι η σιωπή, θα γίνει σιωπή, για μια στιγμή, για κάμποσες στιγμές, ή θα 'ναι η δική μου, αυτή που κρατάει, που δεν κράτησε, που κρατάει ακόμα, θα είμαι εγώ, πρέπει να συνεχίζεις, δεν μπορώ να συνεχίσω, πρέπει να συνεχίζεις, θα συνεχίσω, πρέπει να λες λόγια, όσο ακόμα υπάρχουν, πρέπει να λέγονται, ώσπου να με βρουν, ώσπου να με πουν, παράξενη ποινή, παράξενο σφάλμα, πρέπει να συνεχίζεις, ίσως έχει κιόλας γίνει, ίσως μ' έχουν κιόλας φέρει στο κατώφλι, στο κατώφλι τής δικιάς μου ιστορίας, μπρος στην πόρτα, που ανοίγει στη δικιά μου ιστορία, αυτό θα μ' εξέπληττε, αν ανοίγει, θα είμαι εγώ, θα είναι η σιωπή, εκεί που είμαι, δεν ξέρω, δε θα μάθω ποτέ, μέσα στη σιωπή δεν ξέρεις, πρέπει να συνεχίζεις, δεν μπορώ να συνεχίσω, θα συνεχίσω.

από το βιβλίο του Σ.Μπέκετ Ο Ακατονόμαστος, μτφ. από τα γαλλικά Αλεξάνδρας Παπαθανασοπούλου, εκδ. Ύψιλον 

...Ανάμεσα στις αποφασιστικές εμπειρίες σε μια ρημαγμένη από τον πόλεμο Γαλλία, συνέβη και κάτι άλλο ενόσω έμενε ο Beckett με τη μητέρα του στο Foxrock, κάτι που συνέβαλε τόσο στο ν' αλλάξει ο ίδιος όσο και στο να μετασχηματίσει την προσέγγισή του στη γραφή. Η «αποκάλυψη» που είχε εκείνη την εποχή έχει θεωρηθεί ορθώς ως η κεντρική στιγμή σε όλη τη λογοτεχνική του σταδιοδρομία. Και έχει συχνά συσχετιστεί με το «όραμα» που συνεπαίρνει τον Κραπ στο θεατρικό έργο του Beckett Η Τελευταία Μαγνητοταινία του Κραπ και έχει εντοπιστεί είτε στο λιμάνι του Δουβλίνου είτε στην Ανατολική Αποβάθρα στο Dún Laoghaire. Ο Κραπ καταγράφει στο μαγνητόφωνο την αποκάλυψή του με τον ακόλουθο αποσπασματικό τρόπο:

Τετάρτη 24 Μαρτίου 2010

Per Dio, siamo immersi nella merda fino al collo, ma è per questo che camminiamo a testa alta! *

Dario Fo
24 Μαρτίου 1926

Ο Ντάριο Φο γεννήθηκε στο Λεγκιούνο-Σαν Τζιάνο στις 24 Μαρτίου του 1926, ο πατέρας-του Φελίτσε ήταν διευθυντής των ιταλικών σιδηροδρόμων και η οικογένεια άλλαζε συχνά κατοικία λόγω των μεταθέσεων του. Ο Φελίτσε ήταν επίσης ερασιτέχνης ηθοποιός και σοσιαλιστής. Ο Ντάριο έμαθε την τέχνη της διήγησης απ' την γιαγιά του και από Λομβαρδούς ψαράδες και φυσητές γυαλιού.
Το 1940, μετακόμισε στο Μιλάνο για να σπουδάσει αρχιτεκτονική στη Brera Art Academy, αλλά ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος τού χάλασε τα σχέδια. Η οικογένειά του πήρε μέρος στην αντιφασιστική αντίσταση και λέγεται πως βοηθούσε τον πατέρα του να φυγαδεύει πρόσφυγες και στρατιώτες των Συμμάχων στην Ελβετία. Κοντά στο τέλος του πολέμου, ο Φο στρατολογήθηκε στο στρατό της Δημοκρατίας του Σαλό, αλλά δραπέτευσε και κατάφερε να κρυφτεί για το υπόλοιπο του πολέμου.
Μετά τον πόλεμο, συνέχισε τις σπουδές αρχιτεκτονικής στο Μιλάνο. Εκεί αναμείχθηκε με τα λεγόμενα μικρά θέατρα, στα οποία άρχισε να παρουσιάζει τους αυτοσχέδιους μονολόγους του.
Το 1951 ο Φο συναντάει τη Φράνκα Ράμε, γόνο θεατρικής οικογένειας, όταν δούλευαν μαζί στην παραγωγή της επιθεώρησης Εφτά ημέρες στο Μιλάνο. Μετά από λίγο καιρό, αρραβωνιάστηκαν.
Το 1959 γυρίζουν στο Μιλάνο και ιδρύουν τη θεατρική ομάδα Ντάριο Φο—Φράνκα Ράμε. Ο Φο έγραφε σενάρια, έπαιζε, σκηνοθετούσε, και σχεδίαζε τα κουστούμια και τα σκηνικά. Η Ράμε ανάλαβε τις διοικητικές δουλειές. Η ομάδα έκανε πρεμιέρα στο Μικρό Θέατρο και μετά άρχισε, για πρώτη φορά, τις ετήσιες τουρνέ της σ' ολόκληρη την Ιταλία.
Το 1960 κερδίζουν την εθνική αναγνώριση με το Οι Αρχάγγελοι δεν Παίζουν Φλίπερ. Το 1962 γράφει και σκηνοθετεί την εκπομπή Καντσονίσιμα στη RAI. Ο Φο χρησιμοποιεί το σόου για να περιγράψει τη ζωή των απλών ανθρώπων και γρήγορα γίνεται επιτυχία. Ένα επεισόδιο για ένα δημοσιογράφο που σκοτώθηκε απ' τη Μαφία ενόχλησε τους πολιτικούς που είχε ως συνέπεια ο Φο και η Ράμε να λάβουν απειλές κατά της ζωής τους και να μπουν κάτω από αστυνομική προστασία. Φεύγουν απ' την εκπομπή όταν η RAI αρχίζει να λογοκρίνει το πρόγραμμα. Η ιταλική ένωση ηθοποιών καλεί τα μέλη της να αρνηθούν να τους αντικαταστήσουν. Απαγορεύεται η εμφάνισή τους στη RAI για τα επόμενα 15 χρόνια. Συνεχίζουν να παίζουν στο Οντεόν.
Το 1962 το έργο τους για τον Χριστόφορο Κολόμβο ενοχλεί ακροδεξιές ομάδες και προκαλεί βίαιες επιθέσεις. Το ιταλικό κομμουνιστικό κόμμα τούς προμηθεύει σωματοφύλακες.
Το La Signora e da buttare (1967) είχε σχόλια για τον πόλεμο του Βιετνάμ, τον Λι Χάρβι Όσβαλντ και τη δολοφονία του Κένεντι. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ το θεώρησε ασέβεια προς τον πρόεδρο Τζόνσον, και ο Φο δεν μπορούσε να βγάλει αμερικανική βίζα για πολλά χρόνια μετά.
Ο Φο έγινε διεθνώς διάσημος όταν το έργο του Οι Αρχάγγελοι δεν Παίζουν Φλίπερ παίχτηκε στο Ζάγκρεμπ (τότε στη Γιουγκοσλαβία).
Το 1968 ο Φο και η Ράμε ιδρύουν την θεατρική κολλεκτίβα Νέα Σκηνή (Associazione Nuova Scena) με κινούμενες σκηνές θεάτρου. Στο Μιλάνο μετέτρεψαν ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο σε θέατρο.
Ο Ντάριο Φο αφαίρεσε τα δικαιώματα που απαιτούνταν για να παιχτούν τα έργα του στην Τσεχοσλοβακία μετά την συντριβή της Άνοιξης της Πράγας από δυνάμεις της συνθήκης της Βαρσοβίας σαν διαμαρτυρία, και αρνήθηκε να δεχτεί τη λογοκρισία που απαιτούσαν οι Σοβιετικοί λογοκριτές. Οι παραγωγές έργων του στο Ανατολικό μπλοκ σταμάτησαν.
Το 1970 ο Φο και η Ράμε άφησαν τη Νέα Σκηνή λόγω πολιτικών διαφορών. Ξεκίνησαν την τρίτη τους θεατρική ομάδα, Collettivo Teatrale La Comune.
Παρήγαγαν έργα (βασισμένα στον αυτοσχεδιασμό) για τα σύγχρονα προβλήματα με πολλές αναθεωρήσεις. Ο Τυχαίος Θάνατος ενός Αναρχικού (1970) ασκούσε κριτική στην κατάχρηση εξουσίας του συστήματος δικαιοσύνης. Ο Φο το έγραψε μετά από μια τρομοκρατική επίθεση από ακροδεξιούς στην Εθνική Αγροτική Τράπεζα (Banca Nazionale dell'Agricoltura) στο Μιλάνο. Το Φενταγίν (1971)  ήταν ένα θεατρικό έργο για την ασταθή κατάσταση στα παλαιστινιακά εδάφη και οι ηθοποιοί αποτελούνταν από πραγματικά στελέχη της PLO. Από το 1971 ως το 1985, η θεατρική ομάδα δώρισε μέρος των εισπράξεών της για την υποστήριξη απεργιών του ιταλικών συνδικαλιστικών οργανώσεων.
Το 1973 η ομάδα μετακομίζει στο Σινεμά Ροσίνι στο Μιλάνο. Όταν ο Φο άσκησε κριτική στην αστυνομία σε ένα από τα έργα του, ακολούθησαν αστυνομικές επιδρομές και η λογοκρισία αυξήθηκε. Στις 8 Μαρτίου, μια νεοφασιστική ομάδα απήγαγε τη Φράνκα Ράμε, βασανίζοντάς την και βιάζοντας την. Η Ράμε επέστρεψε στη σκηνή μετά από δύο μήνες με νέους αντιφασιστικούς μονολόγους.
Αργότερα τον ίδιο χρόνο, η ομάδα κατέλαβε ένα εγκαταλελειμμένο εμπορικό κτίριο στο κέντρο του Μιλάνο και το ονόμασε Παλατάκι Liberty (Ελευθερία) (Palazzina Liberty). Άνοιξαν το Σεπτέμβρη με το Λαϊκός Πόλεμος στη Χιλή (Guerra di popolo in Cile), ένα έργο για μια εξέγερση ενάντια στην χιλιανή στρατοκρατική κυβέρνηση. Γράφτηκε μετά το θάνατο του Σαλβαντόρ Αλιέντε. Ο Φο συνελήφθη όταν προσπάθησε να αποτρέψει την αστυνομία να σταματήσει την παράσταση. Το έργο του Δεν πληρώνω! Δεν πληρώνω! (1974) ήταν μια φάρσα για το κίνημα αυτοδιαχείρισης όπου γυναίκες (και άντρες) έπαιρναν ότι ήθελαν από την αγορά, πληρώνοντας μόνο ότι μπορούσαν. Το 1975 έγραψε το Φανφάνι ράπιτο (Fanfani rapito) προς υποστήριξη ενός δημοψηφίσματος υπέρ της νομιμοποίησης της έκτρωσης. Τον ίδιο χρόνο αυτός και η Ράμε επισκέφτηκαν την Κίνα.
Το 1981 το America Repertory Theater του Κέιμπριτζ προσκάλεσε τον Φο να πάρει μέρος στο Φεστιβάλ Ιταλικού Θεάτρου στη Νέα Υόρκη. Το υπουργείο εξωτερικών των ΗΠΑ αρχικά αρνήθηκε να του παραχωρήσει βίζα αλλά αργότερα, το 1984, συμφώνησε να του δώσει μία για 6 μέρες μετά από διαμαρτυρίες Αμερικανών συγγραφέων. Το 1985 τους παραχωρήθηκε ακόμη μία και έπαιξαν στο πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, στο θέατρο του πανεπιστημίου του Νιού Χέιβεν, στο Κέντρο του Κένεντι στην Ουάσινγκτον, στο Θέατρο των Εθνών στη Βαλτιμόρη και στο θέατρο Τζόυς της Νέας Υόρκης.
Στις 9 Οκτωβρίου του 1997 τού απενεμήθη το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας.
Το 2006, ο Φο έκανε μια αποτυχημένη προσπάθεια να εκλεγεί δήμαρχος του Μιλάνο, την πιο σημαντική, οικονομικά πόλη της Ιταλίας. Ο Φο, που πήρε πάνω απ' το 20% των ψήφων, υποστηριζόταν από την Κομμουνιστική Επανίδρυση.
(από την Βικιπαίδεια)

μικρό απόσπασμα από την ομιλία του Ντάριο Φο κατά την απονομή του Νόμπελ
«Κυρίες και κύριοι, ο τίτλος του λογυδρίου μου είναι «Contra jogulatores obloquentes» και θα έχετε καταλάβει όλοι ότι πρόκειται για λατινικά, μεσαιωνικά λατινικά. Αυτή είναι η

Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2009

Χρύσανθος - Μέντης Βοσταντζόγλου - Μποσταντζόγλου ή Μποστ (1918-1995 σαν σήμερα). "Στο ρολόι ήμουν 1 παρά τέταρτο, ντυμένος πολύ σπορ. Επήρα και ολίγους σπορ, πτύων τας φλουδ, και χαζεύων τα βαπόρ." *




Μήδεια του Μποστ

Β' Πράξη (απόσπασμα)

ΙΑΣΟΝΑΣ: Τι βάρβαρα και βάναυσα της Μήδειας τα ήθη
αλλ' έτσι είναι άγριοι όλοι σχεδόν οι Σκύθοι.
Έσφαξε δυό μικρά παιδιά που επιμελή δεν ήσαν
και επειδή σαν έφηβοι μιά μοναχή πηδήσαν.

ΤΡΟΦΟΣ: Εμείς δεν σφάζουμε παιδιά, πάντα τα αγαπάμε
κι΄ από τους βάρβαρους Λαούς, όλους υπερτεράμε.
Αδιάφοροι στον διπλανό είναι οι πλείστοι Σκύθοι,
εκεί δεν έχουν ανθρωπιά, ἐχουν σκληρά τα ήθη.

[...]

ΙΑΣΟΝΑΣ: Οι Σκύθες που εργάζονται εις την Αστυνομία
και ηρωίνη διακινούν εις την παρανομία
και μάλιστα πολλές φορές και λέσχες προστατεύουν
κι΄άλλοι από πόρνες αποζούν που τις εκμεταλλεύουν.

ΤΡΟΦΟΣ: Οι αστυφύλακες σε μας μάς οφελούν τας νύκτας
διώκων με την σφυρίκτρα των τους κλέπτας και
διαρρήκτας.
Φοιτούν απταίστως εις Σχολήν, λαμβάνουν και πτυχίον
πανέτοιμοι δια πάταξιν κακοποιών στοιχείων.
Κι΄αυτούς που πάνε με σκοπόν Τράπεζες να ληστέψουν
τους συλλαμβάνουν αφθορεί προτού λεφτά να κλέψουν
κι΄έτσι με χέρια ελεύθερα και με μεγάλον ζήλον
κτυπούν μετά, το κύκλωμα των αρχαιοκαπήλων.

ΤΡΟΦΟΣ: Εις την Κολχίδα μούπανε κι΄άλλα πολλά συμβαίνουν
κυριαρχούν οι μύωπες στον δρόμο όταν βγαίνουν
γι'αυτό δεν βλέπουν τίποτα και δύσκολα να δούνε
ποιοι σπαν βιτρίνες μαγαζιών και ποιοι πετροβολούνε.

ΙΑΣΟΝΑΣ: Σε μας δεν γίνονται αυτά. Εδώ αν σπάει τζάμι
λεωφορείου, Τράπεζας, κάποιος θα σε συνδράμη
κι΄ευθύς θα τρέξουν και πολλοί άλλοι να βοηθήσουν
τον δράστη να συλλάβουνε και να τον συνετίσουν.
Εις τις πορείες απεργών κανείς δεν διανοείται
να σπάση τζάμι αμαξιού που μας μετακινείται
διότι γνωρίζει ο απεργός ότι αν σπάσει τζάμι
κάθε πολίτης την ζωή δύσκολη θα του κάμη.

ΤΡΟΦΟΣ: Για όλ΄αυτά κι΄άλλα πολλά κραυγή μεγάλη βγάζω
εγώ γεννήθην Έλληνας περήφανα φωνάζω.
Ψευτιά και κακοήθεια κι΄απάτη δεν γνωρίζω
κι΄από τους άλλους τους Λαούς πάντοτε ξεχωρίζω.
Χασίς δεν ξέρω τί θα πη, ούτε τοκογλυφία
και ούτε φοροδιαφυγή που κάνουν στη Σκυθία...

[...]


ΣΟΝΕΤΟ

Οι πιο κακοί οι μαθηταί ήταν αυτοί στην τάξη
γι'αυτό κ΄ η μάνα τους καλά έκανε να τα σφάξη.
Δεν έπαιρναν τα γράμματα πηγαίνοντας σχολείο
και το μυαλό τους είχανε στης μοναχής το αιδοίο.
Γι΄αυτό φροντίστε ΄σεις παιδιά νάστε καλοί στην τάξη
μην έρθη η μητέρα σας μια μέρα και σας σφάξη.
Στον έλεγχο η διαγωγή νάναι κοσμιωτάτη
και να μην έχετε το νου μονάχα στο κρεβάτι.
Οι μαθηταί εις το σχολειό οφείλουν να πηγαίνουν
κι΄ όσοι πηδούν και τους πηδούν, είδατε τι παθαίνουν.
Φροντίστε όσο είν΄ καιρός τώρα να μελετάτε
κι΄ έχετε όλο τον καιρό ύστερα να πηδάτε.
[...]

ΑΡΤΙΣΤ.ΜΠΟΣΤΑΝ

το κείμενο, οι εικόνες και το σκίτσο από το πρόγραμμα της Μήδειας του θεάτρου Στοά (το λατρεύουμε, το αγαπάμε) .
*"Αιγαίον: Αφτό το άγνοστον" Πεζά Κείμενα 1960-1965.

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2009

Πολύχρονος κ. Ιάκωβε!





Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Μαρία Φαραντούρη
Άλλες ερμηνείες: Γιώργος Ζωγράφος

Εκεί στη σκάλα την πλατιά
στη σκάλα των δακρύων
στο Βίνερ Γκράμπεν το βαθύ
το λατομείο των θρήνων

Εβραίοι κι αντάρτες περπατούν
Εβραίοι κι αντάρτες πέφτουν,
βράχο στη ράχη κουβαλούν
βράχο σταυρό θανάτου.

Εκεί ο Αντώνης τη φωνή
φωνή, φωνή ακούει
ω καμαράντ, ω καμαράντ
βόηθα ν' ανέβω τη σκάλα.

Μα κει στη σκάλα την πλατιά
και των δακρύων τη σκάλα
τέτοια βοήθεια είναι βρισιά
τέτοια σπλαχνιά είν’ κατάρα.

Ο Εβραίος πέφτει στο σκαλί
και κοκκινίζει η σκάλα
κι εσύ λεβέντη μου έλα εδω
βράχο διπλό κουβάλα.

Παίρνω διπλό, παίρνω τριπλό
μένα με λένε Αντώνη
κι αν είσαι άντρας, έλα εδώ
στο μαρμαρένιο αλώνι.

Από το www.stixoi.info

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2009

Be always drunken.


Ο Ευγένιος Γκλάντστοουν Ο' Νηλ πέθανε στο δωμάτιο 401 του ξενοδοχείου Sheraton στην Bay State Road της Βοστόνης, στις 27 Νοεμβρίου 1953, σε ηλικία 65 ετών. Καθώς πέθαινε με έναν ανεπαίσθητο ψίθυρο, είπε τα τελευταία του λόγια: " Το ήξερα. Το ήξερα. Γεννήθηκα σ' ένα δωμάτιο ξενοδοχείου και γαμώτο, πέθανα σ' ένα δωμάτιο ξενοδοχείου." Το κτίριο του ξενοδοχείου θα γινόταν αργότερα κοιτώνας του Πανεπιστημίου της Βοστώνης. Υπάρχει ένας αστικός μύθος που διαιωνίζεται από τους φοιτητές σύμφωνα με τον οποίο το πνεύμα του Ο' Νηλ στοιχειώνει το δωμάτιο και τον κοιτώνα.
Γεννήθηκε σ' ένα δωμάτιο του ξενοδοχείου Broadway το 1888, στη Νέα Υόρκη. Στη θέση του ξενοδοχείου βρίσκεται σήμερα ένα καφέ Starbucks και μόνο μια αναμνηστική πλακέτα θυμίζει ότι εκεί γεννήθηκε ο σπουδαιότερος Αμερικανός θεατρικός συγγραφέας.
Κέρδισε τέσσερα βραβεία Πούλιτζερ και το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1936.
Υπήρξε μέλος της κίνησης για την αναβίωση της κλασσικής ηρωικής μάσκας από το αρχαίο ελληνικό θέατρο και το θέατρο Νο της Ιαπωνίας.
Ήταν τακτικός θαμώνας της λογοτεχνικής σκηνής του Greenwich Village, όπου έκανε παρέα κυρίως με τον ιδρυτή του Κ.Κ.ΗΠΑ, Τζον Ρηντ.
Το αυτοβιογραφικό αριστούργημά του "Ταξίδι μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα" το συνέγραψε λίγο πριν χάσει εντελώς την ικανότητά του να γράφει από μια ασθένεια που τότε είχε διαγνωστεί ως Πάρκινσον. Παρά την επιθυμία του να δημοσιευθεί 25 χρόνια μετά το θάνατό του, η γυναίκα του Καρλόττα κανόνισε να εκδοθεί και να ανέβει στη σκηνή- με τεράστια επιτυχία- το 1957.
Άλλα έργα του: Πόθοι κάτω από τις λεύκες, Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα, Ένα φεγγάρι για τους καταραμένους, Ο παγοπώλης έρχεται, Χιούι κ.ά.

"Be always drunken. Nothing else matters: that is the only question. If you would not feel the horrible burden of Time weighing on your shoulders and crushing you to the earth, be drunken continually.

Drunken with what? With wine, with poetry, or with virtue, as you will. But be drunken.

And if sometimes, on the stairs of a palace, or on the green side of a ditch, or in the dreary solitude of your own room, you should awaken and the drunkenness be half or wholly slipped away from you, ask of the wind, or of the wave, or of the star, or of the bird, or of the clock, or whatever flies, or sighs, or rocks, or sings, or speaks, ask what hour it is; and the wind, wave, star, bird, clock, will answer you: 'It is the hour to be drunken! Be drunken, if you would not be martyred slaves of Time; be drunken continually! With wine, with poetry, or with virtue, as you will.'"
Το Ταξίδι της μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα.
Τα στοιχεία και οι φωτογραφίες από:
http://en.wikipedia.org/wiki/Eugene_O'Neill
http://www.goodreads.com/author/quotes/7680.Eugene_O_Neill
http://content.barewalls.com/closeup/j8/j8cov1101240317c.jpg
http://www.nypl.org/research/lpa/mirrors/ref/onealelectra.html
http://www.amazon.com/Eugene-ONeills-Long-Journey-Night/dp/0671007521

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2009

Όταν γεννήθηκα, ήμουν σχεδόν δεκατεσσάρων ετών. Γι'αυτό ήμουν σε θέση να κατανοήσω πιο εύκολα από ό,τι οι περισσότεροι περί τίνος επρόκειτο.

Ευγένιος Ιονέσκο, Jack, ή Η Υποταγή

Σαν σήμερα ή κατά το ορθόδοξο ημερολόγιο στις 13 του μήνα, γεννήθηκε το 1909 ή, σε μια κρίση ματαιοδοξίας του ίδιου, το 1912 ο γαλλορουμάνος θεατρικός συγγραφέας Ευγένιος Ιονέσκο ή Ιονέσκου.

Τη Φαλακρή τραγουδίστρια, το πρώτο του θεατρικό έργο, και ακρογωνιαίο λίθο του θέατρου του παραλόγου, ο ίδιος είπε ότι το εμπνεύστηκε από μια διδασκαλία-άνευ διδασκάλου για τα Αγγλικά. Έγραψε στο αυτοβιογραφικό έργο του σχετικά με το θέατρο, Σημειώσεις και Αντι-Σημειώσεις:

Αγόρασα ένα αγγλο-γαλλικό εγχειρίδιο για αρχάριους. Ξεκίνησα να μελετώ. Ευσυνειδήτως αντέγραφα τις φράσεις από το εγχειρίδιό μου για να τις μάθω απ'έξω. Τότε κατάλαβα, διαβάζοντας με προσοχή, ότι δεν μάθαινα αγγλικά, αλλά ορισμένες πολύ εκπληκτικές αλήθειες: ότι υπάρχουν επτά ημέρες την εβδομάδα για παράδειγμα, κάτι το οποίο τύχαινε να γνωρίζω από πριν. Ή ότι το δάπεδο είναι κάτω από εμάς, το ταβάνι πάνω από εμάς, κάτι ακόμα που είναι πολύ πιθανό να το ήξερα από πριν, αλλά ποτέ δεν το είχα σκεφτεί σοβαρά ή το είχα ξεχάσει, και ξαφνικά μου φάνηκε τόσο καταπληκτικό όσο και αναμφίβολα αληθινό.

Υ.Γ. Υπάρχουν περισσότεροι νεκροί παρά ζωντανοί. Και οι αριθμοί τους αυξάνονται. Οι ζωντανοί άρχισαν να σπανίζουν. Ρινόκερος

τα στοιχεία από:http://www.ionesco.org/vie-en.html/, http://garydexter.blogspot.com/2009/05/90-bald-prima-donna-by-eugene-ionesco.html
και τη φωτογραφία από http://www.idiopathicridiculopathyconsortium.com/here.htm