Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τζ. Πολίτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τζ. Πολίτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 12 Μαρτίου 2011

«Γουρουνίσια μάζα» κατά «πλήθους χρυσών ναρκίσσων»

Διαδήλωση στις 17 Οκτώβρη 1905, Ilya Yefimovich Repin [Public domain], via Wikimedia Commons

της Τζίνας Πολίτη 

από τις Θέσεις, Τεύχος 107, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 2009

Ήρωας είναι πάντοτε οι μάζες, τα πλήθη των ανθρώπων.
Γιώργος Χειμωνάς
Ι
Η ιδρυτική στιγμή που διασπά τη συνεκτική αναπαράσταση του κοινωνικού με την εισαγωγή εντός της δραματικής δομής των αντιθέσεων δημόσιο/ ιδιωτικό, άτομο/ μάζα εγκαινιάζεται από την τραγωδία του Ευριπίδη Ορέστης. Εκεί, οι κλειστές πύλες του παλατιού μπροστά από τις οποίες διαδραματίζονταν τα επεισόδια, ανοίγουν για πρώτη φορά στην ιστορία της αρχαίας τραγωδίας και επιτρέπουν την είσοδο του θεατή «εν δόμοις», δηλαδή, εντός του αθέατου ως τότε ιδιωτικού χώρου. Εισερχόμενος, ο θεατής αντικρίζει τον Ορέστη κουλουριασμένο κάτω από τα σκεπάσματα μιας κλίνης να δοκιμάζεται από παρανοϊκές κρίσεις, ενώ η Ηλέκτρα, καθισμένη κοντά του, προσπαθεί να τον βοηθήσει. Η εικόνα μιας στέρεα συνδεδεμένης κοινότητας, όπου οι πρωταγωνιστές και ο Χορός μοιράζονταν από κοινού τη διαδοχή των τραγικών συμβάντων στο δημόσιο χώρο μπροστά από τις κλειστές πύλες του παλατιού, φαίνεται να ανήκει πια στο παρελθόν.2

Έτσι, η καθολικότητα του μυθικού αφηγήματος υποβιβάζεται εδώ σε ιδιωτική υπόθεση. Πέρα από το Χορό, εκτός σκηνής, ένα άλλο συλλογικό σώμα έχει εμφανιστεί, μια μεγάλη, θορυβώδης μάζα που παροτρύνεται από τους ρήτορες του Συμβουλίου του Άργους να αποφασίσει με ποιο τρόπο πρέπει να τιμωρηθούν οι μητροκτόνοι. Ο Ευριπίδης, όπως παρατηρεί ο Willink, είναι ο πρώτος που εισάγει στο Δράμα το θέμα του «κακού δημαγωγού» ο οποίος προσπαθεί με παραπειστικά λόγια να σαγηνέψει το παράλογο πλήθος.3

Η μάζα, που πρέπει να αποφασίσει αν ο Ορέστης «με θάνατο πρέπει να τιμωρηθεί –ή να ζήσει», δεν πείθεται από τα λόγια ενός τίμιου χωρικού που δικαιώνει τον Ορέστη γιατί «σκότωσε γυναίκα κακιά και άθεη∙ ανάξια του άνδρα της»∙ διχάζεται από τα «συνετά λόγια του άρχοντα Διομήδη» που προτείνει για τα αδέλφια την ποινή της εξορίας∙ οργίζεται από την απολογία του Ορέστη που «αμύνθηκε για τα δίκαια» τα οποία θεμελίωσε η πράξη του στο Άργος∙ θολώνει με τον «αμφίθυμο και δίγλωσσο» λόγο του Ταλθύβου «που πάει πάντα με τους δυνατούς όσο είναι δυνατοί» και αντιστρέφει τα λόγια του έτσι που «από καλά» ξαφνικά άλλαζαν σε «κακά». Εντέλει, το οργισμένο πλήθος πείθεται από τον «αθυρόστομο» ξένο που ουρλιάζει ότι οι μητροκτόνοι πρέπει να θανατωθούν με λιθοβολισμό, «με το θράσος που έχει ο θόρυβος, η απάτη και η Αμάθεια: – τα τρία αυτά χαρίσματα που κάνουν στην Ελλάδα λαοφίλητο τον Αδειανό ρήτορα», τον «ύπουλο» εκείνο «που ήξερε με λόγια πανούργα να κολακεύει τον λαό».4

Σε αντίθεση με το Χορό, τα κύρια ψυχολογικά χαρακτηριστικά της μάζας είναι: έλλειψη κρίσης, υποταγή στον επιδέξιο χειρισμό του ρητορικού λόγου από το δημαγωγό και ταύτιση με το πρόσωπό του, αντιφατικές αποφάσεις, αχαλίνωτο πάθος και μια εσφαλμένη αίσθηση δύναμης. Αυτή η αρχέτυπη αναπαράσταση της μάζας μοιάζει να σημάδεψε ανεξίτηλα το κοινωνικό φαντασιακό αφού εξακολούθησε να αναπαράγεται μέσα στους αιώνες ως τις μέρες μας. Γιατί, με το να αγνοούνται οι ιστορικοί, κοινωνικοί μετασχηματισμοί, η αναπαράσταση αυτή προϋπέθετε ότι «οι στοιχειώδεις ψυχικές δυνάμεις ήταν προορισμένες να παραμένουν ουσιαστικά αμετάβλητες σε όλες τις εποχές [...] εκτός ιστορίας, όμοια με τις άλλες φυσικές δυνάμεις». Το γεγονός ότι «τα ψυχικά και φυσικά στοιχεία που καθορίζουν τη σύσταση της ανθρώπινης φύσης αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ιστορικής πραγματικότητας» αγνοήθηκε πλήρως.5

Συνακόλουθα, το ερώτημα εάν αυτές οι αναπαραστάσεις των μαζών αντανακλούσαν την ηγεμονεύουσα ιδεολογία∙ εάν ο ίδιος ο δραματουργός χρησιμοποιούσε τη ρητορική του δημαγωγού προκειμένου, από τη θέση ισχύος που κατείχε, να χειριστεί επιδέξια τα συναισθήματα των θεατών∙ εάν αυτές οι ίδιες οι αναπαραστάσεις βασίζονταν στο υποκειμενικό συναίσθημα και όχι στην αντικειμενική θεώρηση, τέτοιας μορφής ερωτήματα σπάνια εγείρονταν, ακόμα και όταν η «μάζα» αποτέλεσε θεωρητικό αντικείμενο κοινωνικής και ψυχολογικής έρευνας στα τέλη του 19ου αιώνα.

Ωστόσο, σε αντίθεση με την ανιστορική αυτή θέση που αναπαρήγαγε η κοινωνική και ψυχολογική θεωρία, η λογοτεχνία έγκαιρα διαμόρφωσε τις αναπαραστάσεις της με βάση το σκεπτικό ότι το φαινόμενο «μάζα» ήταν επακόλουθο ιδιαίτερων ιστορικών συνθηκών και κοινωνικών μετασχηματισμών. Έτσι, στη ρωμαϊκή τραγωδία Coriolanus, ο Shakespeare επαναπροσδιόρισε τη «μάζα» ως συλλογική, πολιτική οντότητα με κοινά συμφέροντα που έρχονταν σε αντίθεση με εκείνα των κρατούντων. Η συγγραφή του έργου αυτού τοποθετείται γύρω στα 1608-9. Όπως σημειώνει o Philip Brockbank:

Πολλές διασυνδέσεις έχουν εντοπιστεί ανάμεσα στον πολιτικό προβληματισμό του έργου με γεγονότα και συμπεριφορές της πρώτης δεκαετίας του αιώνα [...] Αν και ο Σαίξπηρ είχε βασιστεί στον Πλούταρχο για τις ρωμαϊκές εξεγέρσεις που αφορούσαν στα σιτηρά, η έλλειψη τροφίμων στις πόλεις και η δυσαρέσκεια των αγροτών στην ύπαιθρο ήταν συνηθισμένα φαινόμενα τόσο κατά τη βασιλεία της Ελισάβετ όσο και του Ιάκωβου, λόγω της αντικατάστασης του οργώματος από τη βοσκή και την εκτεταμένη περίφραξη των βοσκοτόπων. Ανάμεσα σε πολλές εξεγέρσεις, ιδιαίτερη σημασία έχει δοθεί στις αναταραχές που σημειώθηκαν το 1607/8 στις Μεσαίες κομητείες.6

Εδώ, έχει ενδιαφέρον να συγκρίνουμε το βαθμό «εγκυρότητας» του λογοτεχνικού έργου με την ιστορική μελέτη: αναφερόμενος στην ίδια εξέγερση ο ιστορικός J. P. Kenyon απλώς παρατηρεί: «Όταν οι χαμηλότερες τάξεις πέφτανε θύματα των παραμικρών κλιματικών αλλαγών [...] δεν θα πρέπει να κατηγορηθούν αν απορροφούσαν τις χιλιαστικές ιδέες που κυκλοφορούσαν τότε από τα χείλη μη εξουσιοδοτημένων, ανεξάρτητων κληρικών».7 Είναι πρόδηλο νομίζω ότι πίσω από αυτή την «ιστορική» παρατήρηση ελλοχεύει η αναπαράσταση της αφελούς «μάζας» που παρασύρεται από ανεύθυνους δημαγωγούς!

Έτσι, αν και το έργο τοποθετείται στους Ρωμαϊκούς χρόνους, μοιάζει να αντιστοιχεί με γεγονότα και πολιτικά πρόσωπα της εποχής του Σαίξπηρ.8 Χαρακτηριστικά, ο δημεγερτικός λόγος τον οποίο απευθύνει στους Ρωμαίους πολίτες ένας πληβείος, θυμίζει παρόμοιες αγορεύσεις που εκφέρονταν στα χρόνια του Σαίξπηρ: «Δεν νοιάστηκαν ούτε νοιάζονται για μας. Μας αφήνουν να λιμοκτονούμε, ενώ οι αποθήκες τους είναι γεμάτες σιτηρά. Βγάζουν διατάγματα για την τοκογλυφία που όμως υποστηρίζουν τους τοκογλύφους. Καταργούν καθημερινά την όποια νομοθετική πράξη στρέφεται κατά των πλουσίων και καθημερινά θεσπίζουν πιο σκληρούς νόμους για να αλυσοδέσουν και να υποτάξουν τους φτωχούς».9 Ο Thomas Lodge, προκειμένου να αντικρούσει αυτές τις ανατρεπτικές αγορεύσεις, περιγράφει τον ταραχοποιό της υπαίθρου ως εξής: «Μαίνεται και επιτίθεται κατά των περιφράξεων, λέγοντας στους γεωργούς ότι οι απολαύσεις των Λόρδων τρώνε το λίπος από τα δικά τους δάχτυλα, και ότι αυτά τα υπέρογκα νοίκια [...] είναι η καταστροφή της αγγλικής αγροτιάς: το αποτέλεσμα της ομιλίας του είναι η εξέγερση και η οχλαγωγία».10

Σε αντίθεση με τον Ορέστη, εδώ η δραματική σύγκρουση προέρχεται άμεσα από την αντιπαράθεση της μάζας με το Εγώ ενός υποκειμένου της κυρίαρχης τάξης. Ο Κοριολάνος, ωστόσο, ως το «άλλο» της μάζας, δεν αρμόζει με την ορθολογική εικόνα του «ατόμου» που θα κατασκευαζόταν στα χρόνια που έρχονταν, δεδομένου ότι οι πράξεις και οι ψυχολογικές αντιδράσεις του προέρχονται από τα στοιχειώδη εκείνα πάθη της ψυχής που χαρακτηρίζουν όχι μόνο τις μάζες και τους ήρωες, αλλά και το ίδιο το είδος της τραγωδίας.11 Συνακόλουθα, η δραματική αντιπαράθεση των αντίπαλων δυνάμεων δεν είναι αγωνιστική αλλά έντονα ανταγωνιστική. Δεν είναι τυχαίο ότι όλες οι αρνητικές αναπαραστάσεις της «πολυκέφαλης μάζας»12 απορρέουν στο έργο από το βλέμμα και το λόγο του Κοριολάνου.

Ίσως θα ήταν παρακινδυνευμένο να υποθέσει κανείς ότι οι Ρωμαϊκές τραγωδίες του Σαίξπηρ προαναγγέλλουν τον εμφύλιο πόλεμο που θα ξεσπούσε ύστερα από σαράντα χρόνια. Ένα πράγμα ωστόσο είναι βέβαιο: ότι το εμείς και το εκείνοι ως αναδυόμενες πολιτικές οντότητες σε σύγκρουση, θα σημάδευαν έκτοτε τη λογοτεχνία και την ιστορία.
 
ΙΙ
 Ο Adam Smith, στην πραγματεία του Θεωρία των Ηθικών Συναισθημάτων, έγραφε: «Η ευπροσήγορη αρετή του ανθρωπισμού απαιτεί, σίγουρα, μιαν ευαισθησία πολύ πιο ανεπτυγμένη από αυτήν που κατέχουν τα άξεστα, λαϊκά στρώματα της ανθρωπότητας [...] και έναν τέτοιο βαθμό αυτοελέγχου, που να μας εκπλήσσει με τη θαυμαστή ανωτερότητά του έναντι των ανυπότακτων παθών της ανθρώπινης φύσης».13 Έτσι, η έλευση του καπιταλισμού συνοδεύτηκε από τη γέννηση του συνετού, μετριοπαθούς ατόμου. Όμως, όπως επεσήμανε ο William Godwin to 1793, «οι φιλόσοφοι μέχρι στιγμής λογομαχούν για το αν τα ανθρώπινα όντα στην άσκηση των πλέον ηθικών τους προσπαθειών ενεργούν υπό το κράτος της ανιδιοτελούς καλοκαγαθίας, ή απλώς του πεφωτισμένου προσωπικού τους συμφέροντος».14 Ο Albert Hirschman, στη μελέτη του Τα Πάθη και τα Συμφέροντα, έδειξε το δρόμο που οδηγεί στο τέλος αυτής της λογομαχίας. Χαρακτηριστικά, το πρώτο μέρος της μελέτης του τιτλοφορείται: «Πώς τα συμφέροντα κλήθηκαν να εξουδετερώσουν τα πάθη».15 Εφεξής, η κοινωνικοπολιτική αντίθεση έλλογο άτομο/ παράλογη μάζα θα κυριαρχούσε στη δυτική σκέψη και θα καθόριζε τις αναπαραστάσεις του συλλογικού, αστικού φαντασιακού.

Στο μεταξύ, το απωθημένο πάθος του επαναστατικού ενθουσιασμού καραδοκούσε. Ο ηγεμονικός, αμυντικός μηχανισμός έμελλε να καταρρεύσει και τα παλίνδρομα συμπτώματα να εκραγούν και πάλι γύρω στα τέλη του 18ου αιώνα: η καταιγίδα της Γαλλικής επανάστασης ανήγγειλε την επιστροφή του. 

Ο Edmund Burke, στο περίφημο Στοχασμοί γύρω από τη Γαλλική Επανάσταση, έσπευσε να δηλώσει: «μια απόλυτη δημοκρατία [...] είναι το πλέον αναίσχυντο πράγμα στον κόσμο. Καθώς είναι το πλέον αναίσχυντο, είναι και το πλέον άφοβο». Γιατί η μάζα απαιτεί τώρα από τους κρατικούς λειτουργούς «τη χαμερπή υποταγή τους στην περιστασιακή της βούληση», ενώ η ίδια προσφέρεται ως λεία «στην απεχθή φιλοδοξία που χαρακτηρίζει τους λαοφιλείς κόλακες».16

Σύμφωνα με τον Μπερκ, η «μάζα» παραβιάζει τη φυσική και ηθική διάταξη των πραγμάτων προς τα οποία ο άνθρωπος οφείλει να είναι υπάκουος, είτε με τη συγκατάθεσή του είτε με τη βία. Η μάζα, με το να μετατρέπει την αναγκαιότητα σε αντικείμενο επιλογής, καταπατά το νόμο, απειθεί προς τη φύση και «εξορίζεται από τον κόσμο του Λόγου και της τάξεως και της θέσεως και της ηθικής, και της γόνιμης μετάνοιας, στον ανταγωνιστικό κόσμο της τρέλας, της διχόνοιας, της ακολασίας, της αταξίας και της ανωφελούς δυστυχίας».17 Φευ! Η επιστροφή του απωθημένου με τη μορφή του Ιακωβινισμού, οδηγούσε τώρα την Αγγλία στην απώλεια των παλαιών, θεμελιωδών αρχών και «η γνώση, μαζί με τους φυσικούς της προστάτες και φύλακες» την αριστοκρατία και τον κλήρο, «ριχνόταν στο βόρβορο για να την ποδοπατήσουν οι οπλές μιας γουρουνίσιας μάζας».18

Η «γουρουνίσια μάζα» αντέδρασε άμεσα. Ο Ιακωβίνος Thomas Spence έσπευσε να τιτλοφορήσει τις εβδομαδιαίες του φυλλάδες: Γουρουνίσιο κρέας, ή Μαθήματα για τη Γουρουνίσια Μάζα, ενώ ο Daniel Isaac Eaton δημοσίευσε το δημοφιλέστατο: Πολιτική για το Λαό, ή Υγρά Χοιροτροφή. Το συναίσθημα της αηδίας που εξέφραζε ο Μπερκ για τη «γουρουνίσια μάζα» και το ειρωνικό συναίσθημα της περιφρόνησης που του ανταπέδωσε η μάζα, αποτελούν σημαντικές συγκινησιακές αντιδράσεις καθώς σηματοδοτούν την αρχή μιας ριζικής αναδιάταξης των ταξικών σχέσεων την εποχή εκείνη στην Αγγλία.19

Στη σημαντική του μελέτη, Η Ανατομία της Αηδίας, ο William Ian Miller παρατηρεί ότι ενώ η «αηδία» είναι μια συγκινησιακή, ψυχολογική αντίδραση, μολαταύτα συνδέεται με την ιδεολογία αφού ελέγχεται ως «ένα από τα πιο επιθετικά, πολιτιστικά πάθη».20 Η «αηδία» και η «περιφρόνηση», ως αμυντικά, αντιδρώντα πάθη, «δραστηριοποιούν και υποστηρίζουν τη χαμηλή κατάταξη πραγμάτων, ανθρώπων και πράξεων που θεωρούνται αηδιαστικά και αξιοκαταφρόνητα».21 Ως εκ τούτου, αποτελούν συναισθήματα-κλειδιά για τη διατήρηση των κοινωνικών θέσεων και της ιεραρχίας. Έτσι, το επίθετο «γουρουνίσια», που αποδίδει ο Μπερκ στη μάζα, και η αίσθηση σιχασιάς που προκαλεί αυτή η μεταφορά, αντί να αναφέρεται σε μια αντικειμενική ιδιότητα, μάλλον αποκαλύπτει τα συναισθήματα ανησυχίας, μίσους και ανασφάλειας που οι ανώτερες τάξεις είχαν αρχίσει να αισθάνονται εκείνα τα χρόνια για τις μάζες. Γιατί, «με την εμφάνιση των σχηματισμών αυτοπειθαρχίας του νέου κινήματος της εργατικής τάξης»,22 το αίσθημα της περιφρόνησης που χαρακτήριζε την κοινωνική ανωτερότητα των ηγεμονικών τάξεων στην Αγγλία, έπαψε πια να αποτελεί αποκλειστικό τους προνόμιο και άρχισε να εκφράζεται άφοβα από την «πλέμπα» για τ’ αφεντικά της.

Ο William Godwin, στην πραγματεία του Έρευνα σχετικά με την Πολιτική Δικαιοσύνη (1798), αμφισβήτησε πολλές από τις αντιδραστικές θέσεις του Μπερκ. «Όλα τα επιχειρήματα που έχουν χρησιμοποιηθεί για να αποδείξουν τα μειονεκτήματα της δημοκρατίας», γράφει, «προέρχονται από αυτή τη μια και μοναδική ρίζα: την υποτιθέμενη αναγκαιότητα εξαπάτησης και προκατάληψης για την καταστολή της αναταραχής των ανθρώπινων παθών».23 «Η δημοκρατία είναι ένα σύστημα διακυβέρνησης σύμφωνα με το οποίο κάθε μέλος της κοινωνίας θεωρείται ως άνθρωπος και τίποτα περισσότερο. Σ’ ό,τι αφορά δε τη θετική διάταξη, κάθε άνθρωπος θεωρείται ως ίσος».24 Ωστόσο, όταν έρχεται στο θέμα των «πολιτικών σωματείων», μοιάζει να συμμερίζεται και αυτός τους φόβους της κοινωνικής του τάξης: «Ανάμεσα στα μειονεκτήματα του πολιτικού σωματείου είναι η τάση προς την αταξία και την αναταραχή [...] Δεν υπάρχει τίποτα πιο βάρβαρο, αιμοδιψές, και σκληρόκαρδο από τον θρίαμβο ενός όχλου», γράφει.

Το μοντέλο του Γκόντουιν για τις πολιτικές ενώσεις μοιάζει να προδιαγράφει εκείνο του Χάμπερμας. Υποστηρίζει ότι ο μόνος τρόπος για να προαχθούν «τα καλλίτερα συμφέροντα της ανθρωπότητας, εξαρτάται κυρίως από την ελευθερία της κοινωνικής επικοινωνίας». Ο διάλογος, «μας εξοικειώνει με μια ποικιλία συναισθημάτων και απόψεων, μας αναγκάζει να εξασκούμε την υπομονή και την προσοχή μας, και δίνει στα θέματα που εξετάζουμε ελευθερία και ελαστικότητα».25 Η αλληλεπίδραση, χάρη στη μεσολάβηση της γλώσσας, θα τείνει προς την «αλληλοκατανόηση» αφού «ο καθένας θα είναι πρόθυμος να μιλήσει και να ακούσει από τους άλλους όλα όσα χρειάζεται να γνωρίζει για τα ενδιαφέροντα όλων». Τα πλεονεκτήματα της πολιτικής εξέτασης των προβλημάτων, που θα είναι «αδιάφθορη από πολιτικά μίση και βιαιότητα» και απαλλαγμένη «από την επιστημονική επιτήδευση», θα γίνουν «κοινό κτήμα και θα χρησιμοποιούνται σε καθημερινή βάση με αποτελέσματα ανεκτίμητης αξίας».26 Προς το σκοπό αυτό, ο διάλογος που διέπεται από κανόνες, είναι ένα πολύ ισχυρότερο όπλο από την αναρχία της εμπαθούς πράξης. Νομίζω ότι μια νέα ανάγνωση της πραγματείας του Γκόντουιν θα έδειχνε ορισμένους από τους σύγχρονους πολιτικούς στοχαστές που τάσσονται υπέρ της συναινετικής δημοκρατίας να είναι συνεχιστές του!

Αυτό, ωστόσο, που είναι σημαντικό για το θέμα μας είναι οι νέες μεταφορές και παρομοιώσεις που προσαρτώνται στις αναπαραστάσεις της μάζας, και τα αισθήματα φόβου και απέχθειας που προκαλούν στο αστικό φαντασιακό: η μάζα είναι «τερατώδης», «αιμοδιψής», «αχαλίνωτη», είναι μια ογκώδης, βαρβαρική δύναμη που απειλεί να καταστρέψει την δημόσια ασφάλεια, την τάξη και τον δυτικό πολιτισμό. Ως εικόνα, το τρομερό θέαμα της «πολυκέφαλης μάζας» ήρθε να αντικαταστήσει για το μοντέρνο θεατή το ανοίκειο αίσθημα του αισθητικού Ύψους που ως τότε του προκαλούσαν μόνο τα υπερμεγέθη, φυσικά φαινόμενα!
 
ΙΙΙ
Στα νεανικά του χρόνια, ο ποιητής William Wordsworth ήταν ένθερμος υποστηρικτής της «γουρουνίσιας μάζας». Όταν επισκέφτηκε τη Γαλλία στις αρχές της δεκαετίας του 1790, εμπνεύστηκε βαθύτατα από τα επαναστατικά ιδεώδη. Στο αυτοβιογραφικό του ποίημα The Prelude (Το Πρελούδιο), ομολογεί ότι ένοιωσε «στα ύψη των χρυσών ωρών να βρίσκεται η Γαλλία/ κι φύση η ανθρώπινη να μοιάζει πως ξαναγεννιέται».27 Σύντομα, ωστόσο, τα επαναστατικά, δημοκρατικά του ιδεώδη και αισθήματα άρχισαν να υποχωρούν και βρέθηκε «τώρα να πιστεύει / τώρα να αμφιβάλλει/ σε ατέρμονη σύγχυση».28 Όπως παρατηρεί ο Graham Hough, o ποιητής πέρασε μια βαθιά, ηθική κρίση: «Ο επαναστατικός ζήλος και τα δόγματα της εποχής των Φώτων είχαν παίξει το ρόλο τους στη διαμόρφωση της σκέψης του, αλλά δεν τον οδηγούσαν πιο πέρα». Ύστερα από ένα μακρύ, επώδυνο διάστημα, «συνειδητοποίησε ότι μια νέα ζωή και ελπίδα τον κατέκλυζαν από εντελώς διαφορετικές πηγές».29 Όπως καταθέτει ό ίδιος, το δίλημμα ξεδιάλυνε όταν το επαναστατικό, συλλογικό πάθος έδωσε τη θέση του στο γαλήνιο στοχασμό και «την σωτήρια επαφή / με τον αληθινό μου εαυτό».30

Το 1804, έγραψε το περίφημο ποίημα, «Mόνος περιπλανιόμουν όπως ένα σύννεφο», που μαρτυρά τη φυγή του από την τύρβη του επαναστατικού κόσμου προς τον εσωτερικό κόσμο του εαυτού και την πίστη στη θρησκεία της φύσης. Παραθέτω επιλεκτικά:

Μόνος περιπλανιόμουν όπως ένα σύννεφο στον ουρανό
Που πλέει πάνω από λαγκάδια και λοφίσκους,
Όταν μεμιάς, μπροστά στο βλέμμα, πλήθος χαρωπό,
Μια λαοθάλασσα από χρυσούς ναρκίσσους.
......
Δέκα χιλιάδες είδα ξαφνικά
να λικνίζονται σε χορό ζωηρά.
......
Ατένιζα – και ατένιζα – δεν πέρασε απ’ τη σκέψη
Τι πλούτο από το θέαμα αυτό είχα δρέψει.
Γιατί συχνά, όταν στην κλίνη μου γέρνω μελαγχολικός
Νοιώθοντας μέσα μου το άδειο της ανίας,
Σαν αστραπή το θέαμα περνά μπρος από το μάτι εκείνο, το εσωτερικό
που είναι της μοναξιάς πηγή ευδαιμονίας.
Και τότε η καρδιά μου γεμίζει από χαρά,
Με τους χρυσούς ναρκίσσους χορεύει ζωηρά.

Σίγουρα, το να χορεύει κανείς σε ένα κόσμο φυσικού κάλλους με «δέκα χιλιάδες χρυσούς ναρκίσσους» είναι μια δραστηριότης πολύ πιο ευφρόσυνη από το να συντονίζει το βήμα του με δέκα χιλιάδες «γουρουνίσιου» πλήθους! Η σταδιακή στροφή του ποιητή προς το συντηρητικό κόμμα είναι σε όλους γνωστή. Δέχτηκε την πατρωνία Λόρδων και τελικά μια βασιλική αργομισθία. Ο ποιητής Browning, έγραψε: «Για μια χούφτα αργύρια μας εγκατέλειψε / Για να κολλήσει ένα παράσημο στο πέτο του».31

Σ’ αντίθεση, ο Shelley, ο μόνος από τους ρομαντικούς ποιητές που έμεινε πιστός στα κοινωνικά, επαναστατικά ιδεώδη, όταν στις 16 Αυγούστου του 1819 μια ογκώδης, ειρηνική διαδήλωση εργατών με τις οικογένειές τους πνίγηκε στο αίμα, στο ποίημα: Η Μάσκα της Αναρχίας: Γραμμένο με Αφορμή τη Σφαγή στο Μάντσεστερ, έγραφε:

Σηκωθείτε σαν λιοντάρια
Που ξυπνούν με βρυχηθμό
Σε απρόσμενο αριθμό
Και τινάξτε τα δεσμά σας,
Ρίξτε τα πάνω στη γη
Ωσάν πάχνη που στον ύπνο
Σκέπασε την κεφαλή.
Είναι λίγοι - είστε πολλοί.32

Σύμφωνα με τον ποιητή, η Αγγλία είχε μετατραπεί σε ένα έθνος όπου «οι Κυβερνήτες [...] ούτε βλέπουν, ούτε αισθάνονται, ούτε ξέρουν / Μόνο σαν βδέλλες κολλούν πάνω στο ξέπνοο σώμα της χώρας». Ο Στρατός, το Κοινοβούλιο, η Εκκλησία, είχαν γίνει «τάφοι από τους οποίους / ένα ένδοξο φάντασμα ίσως εμφανιστεί, για να φωτίσει τις θυελλώδεις μέρες μας».33 Τριάντα χρόνια αργότερα, ο Μαρξ, στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, ανακοίνωνε την απειλητική εμφάνιση του φαντάσματος.

Ανάμεσα σε πολλές πρακτικές αγόρευσης, η μυθιστορία κλήθηκε να συνεισφέρει προκειμένου να εξορκιστεί το φάντασμα που στοίχειωνε την Ευρώπη. Το νέο είδος, γνωστό ως «βιομηχανικό μυθιστόρημα», οργάνωσε την αφηγηματική του δομή στη βάση των ανταγωνιστικών σχέσεων εργασίας - κεφαλαίου. Ο ιδεολογικός μηχανισμός για το σχηματισμό ηγεμονικών αναπαραστάσεων δραστηριοποιήθηκε και εδώ για να αναπαραγωγή του αποτρόπαιου, ρητορικού τόπου: ευσυνείδητα, εργαζόμενα άτομα, ενάντια στο συμφέρον τους, παρασύρονται και μεταμορφώνονται σε αχαλίνωτη, καταστροφική μάζα, υποταγμένη στη σαγήνη των διεγερτικών λόγων κακόβουλων δημαγωγών. Το πορτρέτο του συνδικαλιστή στα Δύσκολα Χρόνια του Dickens, είναι αποκαλυπτικό:

Κρίνοντας με βάση τα φυσικά στοιχεία, υψωνόταν πάνω από την εργατική μάζα τόσο όσο το ύψος που του πρόσφερε η σκηνή πάνω στην οποία στεκόταν. Από πολλές απόψεις, ήταν ουσιαστικά πιο κάτω από τους εργάτες. Δεν ήταν τόσο τίμιος, δεν ήταν τόσο αρρενωπός, δεν ήταν τόσο ειρηνικός. Αντικαθιστούσε την απλοϊκότητά τους με την πονηριά, και τη σίγουρη, αξιόπιστη λογική τους με το πάθος. Ήταν ένας κακοφτιαγμένος άνδρας, με σηκωτούς ώμους, με φρύδια συνοφρυωμένα, με τα χαρακτηριστικά του όλα μαζεμένα σε μια ξινή έκφραση, ο οποίος, αν λάβουμε υπόψη μας και το φανταχτερό του κοστούμι, διέφερε δυσμενώς από τη μάζα των ακροατών του που φορούσαν τα εργατικά τους ρούχα [...] Ήταν ιδιαίτερα παράξενο, και ήταν ακόμα πιο θλιβερό να βλέπει κανείς αυτό το πλήθος με τα ειλικρινή πρόσωπα, που την τιμιότητά τους κανένας άξιος, ουδέτερος παρατηρητής δεν θα μπορούσε να αμφισβητήσει, τόσο αναστατωμένο από έναν τέτοιο αρχηγό.34

Η μυθιστορία, σίγουρα κάνει τη δουλειά πολύ καλύτερα από τους πολιτικούς. Γιατί, στο παραπάνω παράθεμα, πώς αλλιώς μπορεί να χαρακτηριστεί ο λόγος του αφηγητή παρά ως μεταμφιεσμένη δημαγωγία; Από τη θέση εξουσίας που κατέχει, κολακεύει και ταυτόχρονα νουθετεί τους εργάτες να μην πέσουν θύμα της σαγήνης του αχρείου συνδικαλιστή, αλλά να προφυλάξουν τη φυσική τους αξιοπρέπεια. Αν και οι ίδιοι θύματα ενός απάνθρωπου, αντιχριστιανικού συστήματος, ωστόσο πρέπει να συνεχίσουν να εκτελούν ταπεινά την εργασία που προόρισε γι’ αυτούς η θεϊκή βούληση. Η πάλη των τάξεων, υποστήριζε το βιομηχανικό μυθιστόρημα, θα κόπαζε μόνο χάρη στη «θρησκεία της ανθρωπότητας», η πίστη στην οποία θα οδηγούσε την κοινωνία στην υπέρβαση των πικρών, ταξικών διενέξεων. Το αναμορφωτικό ευαγγέλιο της αγάπης, θα κατέλυε τον ανταγωνισμό καπιταλιστή και εργάτη, και όλοι μαζί θα ζούσαν ειρηνικά, ενώ το σύστημα θα έμενε ανέπαφο.

IV
Προς τα τέλη του 19ου αιώνα, το εργατικό κίνημα είχε εξελιχθεί σε ισχυρό, πολιτικό αντίπαλο στην αντιπαράθεσή του με το κεφάλαιο και το κράτος. Πολιτικοί και διανοούμενοι διαμόρφωναν την κοινή γνώμη με βάση το φόβο μιας επικείμενης κοινωνικής καταστροφής, υποστηρίζοντας ότι οι θεσμοί βρίσκονταν σε κατάσταση επιταχυνόμενης παρακμής και η κοινωνία αντιμέτωπη με τον κίνδυνο να περιπέσει σε αναρχία και χάος. Το 1895, ο Γάλλος κοινωνικός ψυχολόγος Gustave Le Bon δημοσίευσε τη μελέτη Η Ψυχολογία των Μαζών, που σημείωσε μεγάλη εκδοτική επιτυχία. Το βιβλίο χαιρετίστηκε ως το κατεξοχήν πόνημα που αντιμετώπιζε το ανησυχητικό κοινωνικό αυτό φαινόμενο ως επιστημονικό αντικείμενο έρευνας, αφού απεκάλυπτε την αμετάβλητη ψυχολογική δομή που καθόριζε διαχρονικά την συμπεριφορά των μαζών – είτε αυτές ήταν εθνικές, φυλετικές, πολιτικές, θρησκευτικές ή στρατιωτικές. Στην Εισαγωγή του βιβλίου, ο Le Bon έγραφε: