Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 20 Αυγούστου 2011

La rossa primavera. (Σημειώσεις για τον ιταλικό Μάη)


Το καυτό φθινόπωρο, απεργία στη FIAT το 1969 (από http://www.indybay.org/newsitems/2008/09/19/18539949.php)
 του Παναγιώτη Σωτήρη
από τις Θέσεις
Εισαγωγή
Για να μπορέσουμε να καταλάβουμε τι σήμαινε ο κύκλος των κινημάτων του 1968 για την Ιταλία, θα πρέπει, πρώτα από όλα, να δούμε μια ολόκληρη ιστορία αγώνων που ξεκινάνε αρκετά πιο πριν και συνεχίζονται και για αρκετό καιρό μετά, ουσιαστικά για μια ολόκληρη 20ετία, από τις μεγάλες αντιφασιστικές συγκρούσεις στη Γένοβα το 1960 μέχρι την ήττα της μεγάλης απεργίας στη FIAT το 1980.
1. Ιστορική αναδρομή
1.1. Η εξέλιξη του ιταλικού κοινωνικού σχηματισμού
Ωστόσο καλό είναι να πάρουμε την ιστορία από την αρχή, ξεκινώντας από μια μικρή αναδρομή στην ιστορία του ιταλικού κοινωνικού σχηματισμού και της ιταλικής Αριστεράς. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι η ενοποίηση της Ιταλίας είναι ένα σχετικά πρόσφατο ιστορικό γεγονός (θα πρέπει να περιμένουμε το 1866 για να μιλήσουμε για ενιαίο κράτος με την πλήρη έννοια του όρου). Η πόλωση ανάμεσα στον πολύ περισσότερο βιομηχανικό βορρά και το αγροτικό νότο με την εξαθλίωση, τους ακτήμονες, τις σχεδόν φεουδαρχικές σχέσεις εξουσίας στη Νότια Ιταλία, τη Σικελία και τη Σαρδηνία θα σφραγίσει την ιταλική ιστορία. Παράλληλα, οι όροι με τους οποίους διαμορφώθηκε το ιταλικό κράτος, ένας συνδυασμός συγκρούσεων εθνικών και δημοκρατικών μαζί με συμβιβασμούς θα διαμορφώσει και την ιδιότυπη εικόνα της «παθητικής επανάστασης», την απουσία ουσιαστικά μιας «αστικής επανάστασης» και την τάση των αστικών κομμάτων να μετατοπίζονται ως προς τις απόψεις (τον περίφημο «μεταμορφισμό» τους κατά τον Γκράμσι). Παράλληλα, κορμός του συστήματος της εξουσίας υπήρξε και η καθολική εκκλησία, που λειτούργησε όχι απλώς ως ο εγγυητής του κοινωνικού συντηρητισμού, αλλά και ως ενεργό στήριγμα των πιο αυταρχικών απόψεων.
Παρότι το ιταλικό σοσιαλιστικό κίνημα ήταν ενεργό από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, συχνά με ιδιαίτερη επίδραση και αναρχικών απόψεων, η μεγάλη ανάπτυξή του θα έρθει στις αρχές του 20ουαιώνα και αμέσως μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μέσα στην οικονομική και πολιτική κρίση που ακολουθεί το τέλος του πολέμου και μέσα στον απόηχο της Οκτωβριανής Επανάστασης, το 1919 καταγράφεται μια έκρηξη εργατικών κινητοποιήσεων στον Ιταλικό Βορά και ιδίως το Τορίνο με αποκορύφωμα μαχητικές κινητοποιήσεις, απεργίες και τη συγκρότηση εργατικών συμβουλίων, ένα κίνημα στην πολιτική καθοδήγηση του οποίου θα πρωταγωνιστήσει ο Αντόνιο Γκράμσι.1 Αυτή η ριζοσπαστικοποίηση των κοινωνικών αγώνων θα οδηγήσει και στη διάσπαση του Ιταλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος και την ίδρυση το 1921 του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος (ΙΚΚ)2. Ωστόσο η πορεία ανάπτυξης του κόμματος θα ανακοπεί βίαια από την άνοδο του φασισμού, την απαγόρευσή του το 1926, παρότι, κάτω και από την καθοδήγηση του Γκράμσι, θα ξεχωρίζει ανάμεσα στα κομμουνιστικά κόμματα της Δύσης, κυρίως σε σχέση με το επίπεδο της ανάλυσης και την προσπάθεια συγκεκριμένης ανάγνωσης της Ιταλικής κοινωνίας και των αντιθέσεών της.3
1.2 Η ματαιωμένη επανάσταση
Η άνοδος του φασισμού ήταν η αποφασιστική τομή, ιδίως ως προς την ανάδειξη της κομμουνιστικής Αριστεράς σε ηγεμονική δύναμη μέσα στις λαϊκές τάξεις. Ξεκίνησε από το σύμφωνο κοινής αντιφασιστικής δράσης με τους Σοσιαλιστές το 1934 και θα εκφραστεί κυρίως με την ανάπτυξη της ένοπλης αντιφασιστικής δράση από το 1942 και μετά, τις μεγάλες απεργίες την άνοιξη του 1943 στη Γένοβα και το Μιλάνο, καθώς και την επέκταση ένοπλων ομάδων παρτιζάνων όλο το καλοκαίρι του 1943. Η πτώση του Μουσολίνι θα σημάνει μια έκρηξη του λαϊκού κινήματος, με την ενεργοποίηση των συνδικάτων και την εκλογή εργατικών επιτροπών στα εργοστάσια. Η απάντηση της Γερμανίας, με το στρατιωτικό έλεγχο της Βόρειας και Κεντρικής Ιταλίας, θα οδηγήσει στην κλιμάκωση της αντιφασιστικής δράσης με το συνδυασμό ανάμεσα στην παρτιζάνικη δράση και την γενική απεργία σε όλη την κατεχόμενη Ιταλία το Μάρτη του 1944 και την επέκταση της ένοπλης δράσης όλο το καλοκαίρι του 1944 και μέχρι το 1945. Παρά το γεγονός ότι ουσιαστικά θα έχουν διαμορφωθεί μορφές λαϊκής εξουσίας, ιδίως στο Βορρά και παρά την τεράστια αίγλη που έχει το ΙΚΚ, η ηγεσία του κόμματος επιλέγει το Μάρτιο του 1944 να μην θέσει το θέμα της εξουσίας, να μην θέσει πολιτειακό ζήτημα και να συμμετάσχει στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό τον Μπαντόλιο. Βασικός εισηγητής αυτής της γραμμής, που θα γίνει γνωστή ως «Στροφή του Σαλέρνο» (Svolta di Salerno) ήταν ο Παλμίρο Τολιάτι, βασική ηγετική φυσιογνωμία του κόμματος μετά τη σύλληψη του Γκράμσι, στέλεχος της Κομμουνιστικής Διεθνούς, ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση θα μεταφέρει – τουλάχιστον από ό,τι φαίνεται – και την επιθυμία του Στάλιν να μην διαρραγούν οι σχέσεις με τους Αγγλοαμερικάνους.4 Η στροφή του Σαλέρνο θα σηματοδοτήσει την έκτοτε πάγια θέση του ΙΚΚ να μην αμφισβητήσει τα όρια του κοινοβουλευτισμού. Ταυτόχρονα, την ίδια στιγμή η απήχηση του κόμματος μεγαλώνει, φτάνει τα 1.700.000 μέλη το 1945, ενώ στις εκλογές για τη συντακτική εθνοσυνέλευση το ΙΚΚ και το ΙΣΚ (που δεν ήταν κόμμα της Β΄ Διεθνούς και είχε μεγάλη συμμετοχή στην αντιφασιστική πάλη) θα πάρουν κοντά στο 40% των ψήφων. Παρά τη συνέπεια που επέδειξε το ΙΚΚ ως προς την κυβέρνηση εθνικής ενότητας, τη συμβολή του στη διαμόρφωση του Ιταλικού Συντάγματος, την αποφυγή να θέσει ζήτημα «δομικών μεταρρυθμίσεων» και φυσικά την ετοιμότητα της ηγεσίας να συμφωνήσει στον αφοπλισμό των παρτιζάνων, η Χριστιανοδημοκρατία, πιεζόμενη και από τις ΗΠΑ, αποπέμπει τους κομμουνιστές βουλευτές από την κυβέρνηση εθνικής ενότητας το 1948. Ωστόσο, ακόμη και τότε η ηγεσία του ΙΚΚ θα αρνηθεί να οξύνει τα πράγματα, π.χ. κάνοντας ό,τι μπορεί για να ηρεμήσουν τα πνεύματα μετά την σχεδόν ένοπλη εξέγερση που ακολούθησε την απόπειρα δολοφονίας του Τολιάτι τον Ιούλιο του 1948.5 Συνολικά, αυτή η «ματαιωμένη επανάσταση», για να χρησιμοποιήσουμε τη φράση του Φερνάντο Κλαουντίν, όρισε έκτοτε τη δομική αντίφαση του ιταλικού κομμουνισμού: την τεράστια λαϊκή απήχηση και την ουσιαστική γείωση στην ιταλική κοινωνία και ταυτόχρονα την παραδοχή συγκεκριμένων ορίων ως προς την πολιτική δράση. Τα όπλα (που δεν παραδόθηκαν ποτέ όλα…) των παρτιζάνων θα στοιχειώσουν έκτοτε τη συλλογική προσδοκία όλων των επόμενων γενεών της Αριστεράς. 
 
1.3. Κοινωνικοί μετασχηματισμοί στη δεκαετία του 1950-60  
 
Η περίοδος μετά τις εκλογές του 1948 και τις κυβερνήσεις της Κεντροδεξιάς θα συμπέσει τη φάση της μεγάλης αναπτυξιακής έκρηξης του ιταλικού καπιταλισμού.6 Πατώντας πάνω στη βάση της παλινόρθωσης της καπιταλιστικής εξουσίας στα εργοστάσια, τη συνεχή και αυταρχική πίεση πάνω στην Αριστερά7 και τα καθοδηγούμενα από τους κομμουνιστές συνδικάτα (συμβολική στιγμή η ήττα της ομοσπονδίας μετάλλου FIOM στην FIAT το 19538), τον αποκλεισμό της Αριστεράς από την κυβερνητική διαχείριση και τη μερική προσπάθεια επίλυσης του προβλήματος του Νότου μέσα από την κρατική χρηματοδότηση και την αγροτική μεταρρύθμιση, ο ιταλικός καπιταλισμός θα γνωρίσει εντυπωσιακούς ρυθμούς ανάπτυξης: 5,8% κατά μέσο όρο στην περίοδο 1951-1963, με το μέσο όρο να αυξάνεται στην πενταετία 1958-63 σε 6,6%. Η εκβιομηχάνιση θα επιταχυνθεί και το 1963 το 40,1% της απασχόλησης ήταν στο δευτερογενή τομέα. Πλάι στους παραδοσιακούς κλάδους της μεταποίησης (τρόφιμα, υφαντουργία, ενδύματα) αναπτύχθηκαν οι σύγχρονοι κλάδοι: μέσα μεταφοράς, χημικά, μεταλλουργία, μηχανές και ελαστικά. Πλάι στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις αναπτύχθηκαν ολοένα και περισσότεροι οι μεγάλοι μονοπωλιακοί όμιλοι: FIAT (αυτοκίνητα), Montecatini (χημικά), ΕΝΙ (κρατική – φυσικό αέριο - υδρογονάνθρακες) κ.ά.. Ο ρόλος του κράτους στην οικονομία θα ενισχυθεί και μέσα από τη διαμόρφωση του IRI, του εθνικού οργανισμού βιομηχανικής ανασυγκρότησης που συντονίζει τις εταιρίες με συμμετοχή του δημοσίου. Παράλληλα, όμως, και τα μεγάλα ιδιωτικά μονοπώλια θα προσπαθήσουν μέσα από την Confidustria, την εργοδοτική ένωση, να επιβάλλουν μια επιθετική κατεύθυνση. Σε ό,τι αφορά την κατάσταση των εργαζομένων σε όλη αυτή την περίοδο θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι για σημαντικό χρονικό διάστημα, τουλάχιστον μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1950, θα έχουμε υψηλά επίπεδα ανεργίας, είτε ως εμφανή ανεργία, είτε ως άτυπη εργασία και υποαπασχόληση. Επιπλέον, υπήρξε συγκράτηση των αυξήσεων των μισθών καθώς και απόσταση ανάμεσα σε αυτούς που εργάζονταν σε μεγάλες και σε μικρές επιχειρήσεις στο Βορρά και στο Νότο.9Ταυτόχρονα, στο Νότο, παρότι απέφυγαν μέσα από την αγροτική μεταρρύθμιση και τις δημόσιες επενδύσεις τις κοινωνικές εκρήξεις, εντούτοις θα υπάρξει ένα πλεονάζον εργατικό δυναμικό το οποίο θα στραφεί προς τη μετανάστευση, είτε προς το Βορρά, είτε προς το εξωτερικό.10
1.4. Η Αριστερά ως εθνική δημοκρατική δύναμη
Σε όλη αυτή την περίοδο η κυρίαρχη γραμμή της

Τρίτη 19 Ιουλίου 2011

1893: Μια πτώχευση από το παρελθόν

 
του Θανάση Καλαφάτη, ΕΠΟΧΗ, 17.7.11
 
ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ, ΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ ΚΑΙ Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ


Η εξωτερική πτώχευση κηρύχθηκε από τον Χ. Τρικούπη με τρεις νόμους στις 9 και 10 Δεκεμβρίου 1893. Με βάση τους νόμους αυτούς κηρύσσεται άκυρο το από 30 Μαΐου 1893 Β. Διάταγμα για την έκδοση δανείου 100 εκ. και επιτρέπεται στην κυβέρνηση να έλθει σε διαπραγματεύσεις με τους ομολογιούχους των εθνικών δανείων σε χρυσό των ετών 1881, 1884, 1887, 1889 και 1890 με σκοπό να μεταρρυθμιστεί η υπηρεσία των δανείων αυτών αναφορικά με τον τόκο, τα χρεολύσια και τις εγγυήσεις. Μέχρι τον οριστικό διακανονισμό ορίζεται ότι τα τοκομερίδια των δανείων αυτών περιορίζονται στο 30%, αναστέλλεται η υπηρεσία της χρεολυσίας και οι υπέγγυοι πρόσοδοι υπάγονται στο δημόσιο ταμείο. Ταυτόχρονα αφήνονται άθικτα τα σε δραχμές εσωτερικά δάνεια και γίνονται ορισμένες ρυθμίσεις για τα υπόλοιπα σε χρυσό δάνεια. Με τους νόμους αυτούς θα ανοίξει μια περίοδος ρευστότητας στις οικονομικές εξελίξεις και θα υπάρξουν σοβαρά άμεσα και έμμεσα αποτελέσματα στην εγχώρια οικονομία, ανάμεσα στα οποία και ο ισχυρός κλονισμός του τραπεζικού συστήματος.

Το παρόν άρθρο δεν φιλοδοξεί να διερευνήσει συστηματικά κεφαλαιώδη θέματα της οικονομικής πολιτικής που συνδέονται με την καταστροφική πορεία της ελληνικής οικονομίας το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, αλλά να περιγράψει σε ένα πρώτο επίπεδο το πολιτικό χρονικό μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται η όλη πορεία της οικονομίας από το 1881 προς τη χρεοκοπία, να υπαινιχθεί παρουσιάζοντας τη μορφή και τα αίτια της χρεοκοπίας, μια διαφορετική αφετηρία για την κατανόηση της όλης οικονομικής εξέλιξης, και να επιχειρήσει μια αξιολόγηση του χαρακτήρα του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου. Στη βάση αυτών των στοχεύσεων διαρθρώνονται και οι τρεις υποδιαιρέσεις το άρθρου.

Το πολιτικό παρασκήνιο

Η πτώχευση του 1893 αποτελεί τη νομοτελειακή κατάληξη μιας γενικότερης εθνικής και οικονομικής πολιτικής, που έχει την αφετηρία της στη μεταπολίτευση του 1862 και που συνδέεται με την προσπάθεια του νέου κράτους-έθνους να επιλύσει ταυτόχρονα το πρόβλημα της εθνικής ολοκλήρωσης και της οικονομικής ανάπλασής του μέσα σε δυσμενές διεθνές κλίμα και ενάντια στην πληθώρα των εσωτερικών δομικών δυσχερειών. Τα πάσης φύσεως ελλείμματα, με προεξάρχον το δημόσιο χρέος, εμφανίζονται κατά αισθητό τρόπο και την περίοδο 1861-1879, μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία του εσωτερικού δανεισμού. Αλλά την περίοδο 1879-1893 η κατάσταση θα επιδεινωθεί κατά δραματικό τρόπο καθώς θα είναι τώρα τα εξωτερικά δάνεια και σε μικρότερο βαθμό η αναγκαστική κυκλοφορία τα κύρια μέσα με τα οποία το κράτος θα καλύπτει τα ολοένα αυξανόμενα ελλείμματα του δημόσιου προϋπολογισμού.

Στις 20 Δεκεμβρίου 1881 ο Χ. Τρικούπης ανέρχεται για τέταρτη φορά στην πρωθυπουργία και μέσα σε εντεινόμενες συνθήκες οικονομικής κρίσης επιβάλλει στη συνέχεια μια πολιτική αύξησης των φόρων, περιστολής των δαπανών και ανατροπής της αναγκαστικής κυκλοφορίας, όταν για πολλούς πολιτικούς ή οικονομολόγους από το 1882 η πτώχευση ήταν μοιραία, και εφικτή η ανακοπή της πορείας προς το γκρεμό μόνο με την λήψη δραστικών μέτρων.

Το 1885 η κυβέρνηση Χ. Τρικούπη κάτω από το βάρος των πολιτικών και οικονομικών αποτυχιών της θα ανατραπεί και από τις εκλογές της 7ης Απριλίου 1885 θα αναδειχθεί νικητής ο Θ. Δηλιγιάννης, ο οποίος, μη μπορώντας να προωθήσει μια ουσιαστική δημοσιονομική εξυγίανση και αποτυγχάνοντας στα εθνικά ζητήματα, θα παραιτηθεί στις 26 Απριλίου 1886, ενώ η οικονομική κατάσταση θα επιδεινωθεί παραπέρα. Ύστερα από μια μικρή παραμονή της κυβέρνησης Δ. Βάλβη στην εξουσία ο Χ. Τρικούπης θα επανακάμψει στην κυβέρνηση στις 9 Μαΐου 1886 και προκηρύσσοντας εκλογές στις 4 Γενάρη 1887, τις οποίες θα κερδίσει, θα παραμείνει στην εξουσία μέχρι τις 14 Οκτωβρίου 1890, όταν οι κάλπες θα αναδείξουν νικητή τον Θ. Δηλιγιάννη.

Δυο διαφορετικές πολιτικές για το χρέος

Αν το 1882 οι απόψεις ήταν διχασμένες για το μοιραίο της χρεοκοπίας, το 1886 το αδιέξοδο φαινόταν πιο καθαρά. Από την εποχή αυτή αρχίζουν να ξεχωρίζουν με σαφήνεια οι προτεινόμενες για το αδιέξοδο λύσεις. Η δηλιγιαννική αντιπολίτευση προκρίνει την πολιτική: νέοι φόροι – νέες οικονομίες – συμβιβασμός, χωρίς, όπως σημειώνει ο Α. Ανδρεάδης, εγγυήσεις και κάνοντας διάκριση μεταξύ εσωτερικών και εξωτερικών δανείων. Ενώ η πολιτική που υιοθετεί ο Χ. Τρικούπης συνίσταται στην εξοικονόμηση μέσω νέων μικρών δανείων και εν συνεχεία στην ενοποίηση των δανείων μέσω παγιοποίησης και μετατροπών.

Με την επιθετική αυτή πολιτική επιδιωκόταν η κάλυψη των αυξημένων στρατιωτικών δαπανών και η ικανοποίηση ορισμένων αναπτυξιακών αναγκών σε μια από κοινού εθνική και κοινωνική προσπάθεια που δεν καρποφόρησε, ενώ τα ελλείμματα αυξάνονταν παραπέρα καθώς η αύξηση των δαπανών ήταν ταχύτερη των φόρων.

Η πτώση της κυβέρνησης Χ. Τρικούπη, που συνδέεται με τις αντιδράσεις που ξεσήκωσε η προσπάθεια για την επιβολή πρόσθετων φόρων και η στάση της στο «Κρητικό», έφεραν στην εξουσία πάλι τον Θ. Δηλιγιάννη για την περίοδο από 14 Οκτωβρίου 1890 έως 18 Φεβρουαρίου 1892. Η κυβέρνηση Θ. Δηλιγιάννη θα εγκαταλείψει την προηγούμενη θέση της για συμβιβασμό με τους ξένους δανειστές, θα υποστηρίξει «την εις το ακέραιον εκτέλεσιν των υποχρεώσεων του Έθνους» και θα ακολουθήσει ακόμη και πανομοιότυπες με του Χ. Τρικούπη «δημοσιονομικές πρακτικές» χρησιμοποιώντας τα δάνεια για αλλότριους σκοπούς σε σχέση με τη σύναψή τους. Η οικονομική όμως κατάσταση θα επιδεινωθεί γρήγορα καθώς η τιμή του συναλλάγματος θα αρχίσει να ανέρχεται επικίνδυνα. Η κυβέρνηση τελικά θα ωθηθεί σε παραίτηση από το βασιλιά Γεώργιο, καθώς θα έχει εξασθενήσει από τη σύγκρουσή της με την Ε.Τ.Ε. και θα δέχεται τα πλήγματα της ομάδας Συγγρού – Βλαστού και Γάλλων κεφαλαιούχων, που θέλουν να εξασφαλίσουν την οικονομική λύση με τη δημιουργία της «Τράπεζας του Κράτους» και την πολιτική με την ανάδειξη και την κυριαρχία μιας τρίτης πολιτικής δύναμης.

Η διορισμένη από τον βασιλιά Γεώργιο κυβέρνηση του Γ. Κωνσταντόπουλου δεν μπορεί να παίξει το ρόλο της τρίτης δύναμης, η Βουλή διαλύεται.

Η χρεοκοπία στον ορίζοντα

Στις 12 Μαρτίου 1892 και με τις εκλογές της 3ης Μαΐου 1892 επανέρχεται στην εξουσία ο Χ. Τρικούπης. Η νέα κυβέρνηση θα παραμείνει στην εξουσία μέχρι τις 3 Μαΐου1893, όταν θα διοριστεί από τον βασιλιά Γεώργιο η κυβέρνηση Σ. Σωτηρόπουλου. Η νέα κυβέρνηση του Χ. Τρικούπη θα έχει να αντιμετωπίσει τη χειρότερη από τις οικονομικές θύελλες, καθώς η κατάσταση θα χειροτερεύει λόγω της συνεχιζόμενης ύψωσης της τιμής του συναλλάγματος και των παραπέρα επιπλοκών που θα δημιουργούνται από την ογκούμενη δυσπιστία και τη μεγάλη σταφιδική κρίση. Ο Χ. Τρικούπης ακολουθώντας το ίδιο πρόγραμμα, όπως και στην προηγούμενη διακυβέρνησή του, δηλαδή μικροδάνεια – φόροι – μεγάλο δάνειο που παγιοποιεί τα μικρά, επιχειρεί τη σύναψη ενός μεγάλου δανείου από την Αγγλία, που θα επέτρεπε, σύμφωνα με τους στόχους του, την άρση της αναγκαστικής κυκλοφορίας και, μέσα από αυτήν, την επάνοδο στο άρτιο και κατ’ επέκταση τη μείωση του δημόσιου χρέους. Στην ουσία επρόκειτο για το τελευταίο χαρτί του, το οποίο δεν απέδωσε καθώς ο βασιλιάς Γεώργιος με ενέργειές του προκάλεσε την πτώση της αξίας των ελληνικών χρεογράφων στο εξωτερικό και αρνήθηκε την υπογραφή του στη σύμβαση του δανείου, με αποτέλεσμα την παραίτηση της κυβέρνησης Χ. Τρικούπη.

Η νέα κυβέρνηση του Σ. Σωτηρόπουλου υποστήριξε τη θέση ότι η κρίση μπορεί να ξεπεραστεί χωρίς την πτώχευση και τους ελέγχους και πρότεινε τη λύση της κεφαλαιοποίησης. Δηλαδή οι ξένοι δανειστές αντί τόκων θα ελάμβαναν ομολογίες νέου δανείου αξίας 100 εκ. που θα συναπτόταν με τον οίκο Χάμπρο. Στην ουσία επρόκειτο για μια λύση που ισοδυναμούσε με «δολία χρεοκοπία». Κάτω από αυτήν τη διαπίστωση στις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες η αξία των ελληνικών χρεογράφων άρχισε να κατρακυλά εκ νέου, η τιμή του συναλλάγματος έπαιρνε τα ύψη και η χώρα βούλιαζε μέσα σε πρωτοφανή κρίση. Μέσα σε αυτό το κλίμα, στις 28 Οκτωβρίου 1893 ο υποψήφιος του Σ. Σωτηρόπουλου για την προεδρία της Βουλής καταψηφίστηκε και άνοιξε έτσι ο δρόμος για τη νέα και τελευταία κυβέρνηση του Χ. Τρικούπη.

Ο Χ. Τρικούπης στις 8 Νοεμβρίου 1893 με νομοσχέδιο στη Βουλή θα ακυρώσει τη σύμβαση για το δάνειο της «κεφαλαιοποίησης», ενώ με άλλο νομοσχέδιο την 1η Δεκεμβρίου 1893 θα προσπαθήσει να δημιουργήσει ευνοϊκό κλίμα για την εξασφάλιση νέου δανείου. Οι προσπάθειες αυτές δεν θα καρποφορήσουν και στις 10 Δεκεμβρίου με νόμο στη Βουλή θα αναγγείλει την εξωτερική πτώχευση του κράτους.

Το οικονομικό προσκήνιο

Η πορεία της ελληνικής οικονομίας προς την πτώχευση του 1893 απεικονίζεται κατά παραδειγματικό τρόπο με τη βοήθεια της καμπύλης του δημόσιου χρέους την περίοδο 1881-1893. Στο διάγραμμα 1 παρατηρούμε τη συνεχή ανοδική τάση του δημόσιου χρέους από το 1883 και μετά με προεξέχοντα τα έτη 1886, 1888 και 1891. Η εκτίναξη που σημειώνεται μετά το 1889 δεν είναι άσχετη με την επιδείνωση της εξωτερικής αξίας του νομίσματος. Η κρισιμότητα της συγκεκριμένης εξέλιξης της καμπύλης του δημόσιου χρέους για την ελληνική οικονομία εμφανίζεται πιο καθαρά εάν για την ίδια περίοδο υπολογίσουμε το δείκτη δημόσια χρέη προς τα έσοδα (τακτικά έσοδα).

Από τη μελέτη της σχετικής καμπύλης Δημόσιο χρέος / Έσοδα (τακτικά) που εμφανίζεται επίσης στο διάγραμμα 1 εντοπίζονται εύκολα τα δύο κρίσιμα έτη 1881 και 1886, όπου τα μισά κρατικά έσοδα δεν επαρκούν για την κάλυψη του δημόσιου χρέους. Επίσης, εύκολα από το ίδιο διάγραμμα διαπιστώνουμε ότι, παρ’ όλες τις προσπάθειες των κυβερνήσεων και τη «δημοσιονομική εξυγίανση», το ποσοστό του δημόσιου χρέους προς τα έσοδα (τακτικά), για όλη την περίοδο, δεν μπόρεσε να πέσει κάτω από το 35%. Την τελευταία διετία 1891-1893 το ποσοστό φαίνεται να σταθεροποιείται προς τα κάτω εξαιτίας της μεγαλύτερης αύξησης των φορολογικών εσόδων έναντι των δαπανών. Η πτώχευση όμως, η οποία θα επέλθει, συνδέεται με το γεγονός ότι η «δημοσιονομική εξυγίανση» εξαντλεί τα όριά της και ότι το κράτος δεν μπορεί να εξεύρει νέα δάνεια για να πληρώσει τους τόκους και τα χρεολύσια στους δανειστές του από τα παλιότερα δάνεια.

Το ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών

Έξω από το ρόλο που έπαιξαν για τη διόγκωση των δημόσιων δαπανών οι στρατιωτικές δαπάνες, οι δαπάνες οδοποιίας και οι δαπάνες για την κατασκευή σιδηροδρομικών δικτύων σ’ όλη την εξεταζόμενη περίοδο, η πορεία του δημόσιου χρέους, όπως αναφέρεται συχνά στην οικονομική βιβλιογραφία, επηρεάστηκε σοβαρά από τις εμπορικές κρίσεις και την εισαγωγή του συστήματος της αναγκαστικής κυκλοφορίας. Παρά το γεγονός ότι για το βάρος των στρατιωτικών δαπανών και των δαπανών για τα σιδηροδρομικά δίκτυα υπάρχουν παλαιότερες και νεότερες ενστάσεις, αξίζει τον κόπο να σταθούμε ιδιαίτερα στις εμπορικές κρίσεις και την αναγκαστική κυκλοφορία.

Στην εξεταζόμενη περίοδο έχουμε δύο σημαντικές εμπορικές κρίσεις που σημειώνονται τις περιόδους 1884-1885 και 1892-1893 αντίστοιχα. Οι κρίσεις αυτές συνδέονται κυρίως με την κρίση στην εμπορία της σταφίδας, που αντανακλάται στον υποβιβασμό της εξωτερικής αξίας του νομίσματος και επιχειρείται να λυθούν εκτός των άλλων με την αλλαγή του νομισματικού συστήματος (χρυσούς κανόνας ή αναγκαστική κυκλοφορία).

Στο βαθμό που οι κρίσεις αυτές οδηγούν στη μείωση των δημόσιων εσόδων και των συναλλαγματικών εισροών, τα αποτελέσματά τους πάνω στη διαμόρφωση του δημόσιου χρέους είναι αρνητικά. Οι κρίσεις αυτές όμως δεν αντανακλούν απλώς και μόνο τις μεταβολές στην εξωτερική ζήτηση των εξαγώγιμων αγροτικών προϊόντων, αλλά και τις δομικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας. Σε όλο το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και ιδιαίτερα στην εξεταζόμενη περίοδο το εμπορικό ισοζύγιο είναι μονίμως ελλειμματικό αντανακλώντας το συγκεκριμένο πρότυπο παραγωγής και κατανάλωσης. Η σχέση εξαγωγών – εισαγωγών για την περίοδο 1881-1893 διαμορφώνεται όπως στο διάγραμμα 2. Οι επιπτώσεις των δυσμενών εξελίξεων του ισοζυγίου τρεχουσών πληρωμών πάνω στην πορεία της ελληνικής οικονομίας καθώς και η εμβάθυνση στα αίτια που βρίσκονται πίσω απ’ αυτές τις εξελίξεις στην εξεταζόμενη περίοδο φαίνεται να μην τυχαίνουν της δέουσας προσοχής από τους μελετητές που καταπιάνονται με τη διαχρονική εξέταση των προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας.

Κρατικοδίαιτο το ιδιωτικό κεφάλαιο

Η ίδια η υπέρμετρη ανάπτυξη του κρατικού τομέα στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα είναι στενά συνδεδεμένη με τις χρόνιες διαθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας και τη δομική της συγκρότηση. Το κράτος παρεμβαίνει όλο και περισσότερο στην οικονομία, εκτός των άλλων διότι το ιδιωτικό κεφάλαιο δεν μπορεί να παίξει το δικό του ρόλο, παραχωρεί χώρο στο δημόσιο τομέα και ταυτόχρονα έρχεται να στηριχθεί στον ίδιο τομέα απομυζώντας τον. Ο δυισμός που χαρακτηρίζει την ελληνική οικονομία προφανώς γίνεται μεγάλο εμπόδιο στην ανάπτυξη των δημοσίων εσόδων και από την άποψη αυτή η πτώχευση αργά ή γρήγορα λαμβάνει έναν νομοτελειακό χαρακτήρα. Η ίδια η εισαγωγή της αναγκαστικής κυκλοφορίας είναι στενά δεμένη με το μόνιμο διαθρωτικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας, δηλαδή του ελλειμματικού ισοζυγίου πληρωμών.

Η αναγκαστική κυκλοφορία έχει επιχειρηθεί να συνδεθεί με τις αλόγιστες κρατικές δαπάνες και την υπερτίμηση του ξένου συναλλάγματος που με τη σειρά της οδηγεί στη διόγκωση του δημόσιου χρέους. Η αναγκαστική κυκλοφορία όμως δεν εισάγεται αυθαίρετα, τουλάχιστον από το 1877 και μετά, στην Ελλάδα. Το συγκεκριμένο στάδιο ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας φαίνεται να μην επιτρέπει εύκολα την εισαγωγή του χρυσού κανόνα αυτήν την περίοδο. Ενώ από την άλλη πλευρά πρέπει να συντρέξουν ιδιαίτεροι λόγοι, ώστε η αναγκαστική κυκλοφορία να συνδεθεί με το δραματικό εξευτελισμό της εξωτερικής αξίας του νομίσματος, που σημειώνεται από τα τέλη της δεκαετίας του 1880 και μετά. Έτσι η ραγδαία υπερτίμηση του συναλλάγματος από το 1891 και μετά δεν συνδέεται απλώς και μόνο με το βάρος του δανεισμού προς το κράτος (από το τραπεζικό σύστημα) πάνω στο συνολικό ποσό κυκλοφορίας των τραπεζικών γραμματίων. Δηλαδή η θετική συσχέτιση των δύο παραμέτρων (αναγκαστική κυκλοφορία και εξωτερικό συνάλλαγμα) για μια ορισμένη περίοδο δεν αποτελεί και επιβεβαίωση για τη συμβολή της αναγκαστικής κυκλοφορίας στην επέκταση του δημόσιου χρέους.

Οι στρατιωτικές δαπάνες, τα έξοδα οδοποιίας και κατασκευής σιδηροδρομικών δικτύων, οι εμπορικές κρίσεις, οι αντιπαραγωγικές δαπάνες, τα ξένα δάνεια, η κακή χρήση του εσωτερικού και εξωτερικού δανεισμού, η κακή διαχείριση του δημοσιονομικού τομέα, τα λάθη των οικονομικών υπουργών και των υπεύθυνων πρωθυπουργών και η απληστία των ξένων δανειστών έχουν κατά καιρούς αναφερθεί ως βασικές αιτίες που οδήγησαν την ελληνική οικονομία στη χρεοκοπία.

Αξιοπρόσεκτες θεωρήσεις που επιχειρούν μια συνολικότερη ερμηνεία είναι εκείνη των δομικών αδυναμιών της ελληνικής οικονομίας, που παραπέμπει σε μια συνολική αναπτυξιακή πρόταση, και εκείνη της δημοσιονομικής «εξυγίανσης», που στα σημερινά δεδομένα βλέπει τη λύση στην ίδια κατεύθυνση που είναι υπεύθυνη για την ίδια κρίση. Αξιοπρόσεκτες ως προς τα αίτια της πτώχευσης ή της δυνατότητας μιας άλλης λύσης είναι οι απόψεις που διατυπώθηκαν στις αρχές του 20ου αιώνα από δύο εμπειρικούς νομισματολόγους, τον Γ. Κατσελίδη και τον Ι. Βαλαωρίτη. Στο βιβλίο του “Το νόμισμα” ο Γ. Κατσελίδης σημειώνει: «Ή ούτως ή άλλως, το γεγονός της εξωτερικής πτωχεύσεως είναι τρανή απόδειξις της θεωρίας καθ’ ήν: δυνατόν χώρα τις να διατελή επί μακρόν χρόνον εν παθητικότητι προς το εξωτερικόν, και ότι αν μη δια της ενισχύσεως της παραγωγής γίνη ικανή ν’ ανακτήση το διεθνές ισοζύγιον αυτής, μοιραίως θέλει χρωκοπήσει, όταν σημάνει η ώρα καθ’ ήν στειρεύει η πηγή της πίστεως…». Ενώ ο Ι. Βαλαωρίτης σημείωνε: «Θα ήταν αδιαμφισβήτητα προτιμότερο να βαδίζαμε προς την πρόοδο με έναν πιο αργό ρυθμό αποφεύγοντας έτσι την κρίση, την καταισχύνη της αποτυχίας του κράτους και το βάρος της υπηρεσίας των δανείων αυτών, που εμπόδισε την ανάπτυξη και βάρυνε την αγορά…».

Ο χαρακτήρας του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου

Αμέσως μετά την πτώχευση η ελληνική κυβέρνηση άρχισε τις διαπραγματεύσεις με τους ξένους ομολογιούχους. Από το 1893 μέχρι το 1896 υπήρξαν τρεις αποτυχημένες συμφωνίες διευθέτησης του προβλήματος του εξωτερικού χρέους. Σύμφωνα με την πρώτη ο τόκος ορίζεται σε 32% του αρχικού. Η απόσβεση έχει διάρκεια 50 χρόνια και εισάγεται είδος οικονομικού ελέγχου στον οποίο θα υπάγονται ως υπέγγυοι οι εισπράξεις καθώς και η διαχείριση των προσόδων των μονοπωλίων του καπνού και του χαρτοσήμου. Τελικά η συνέλευση των ομολογιούχων απορρίπτει την συμφωνία και στην συνέχεια ο Χ. Τρικούπης χάνει τις εκλογές του 1895.

Στη δεύτερη συμφωνία, με κυβέρνηση του Θ. Δηλιγιάννη, οι όροι του διακανονισμού ήταν βαρύτεροι. Οι ξένοι ομολογιούχοι απαιτούσαν και την επιβολή σκληρού οικονομικού ελέγχου και την υπερικανοποίηση των αξιώσεών τους. Ο τόκος ορίζονταν στο 43% του αρχικού και ως υπέγγυοι πρόσοδοι θα χρησίμευαν εκτός από τις προηγούμενες και οι εισπράξεις από το χαρτόσημο. Θα υπήρχαν εισπράξεις από τα πλεονάσματα για τους ομολογιούχους, στους οποίους επίσης θα περιέρχονταν όλο το κέρδος από την βελτίωση της επικαταλαγής, δηλ. την συναλλαγματική ισοτιμία δραχμής – χρυσού. Ακόμη οι υπέγγυοι πρόσοδοι θα αποτελούσαν αντικείμενο διαχείρισης επιτροπής του μονοπωλίου, η οποία θα απαρτιζόταν από τέσσερις εκπροσώπους των δανειστών, τρεις των ξένων τραπεζών και έναν Έλληνα. Η κυβέρνηση Θ. Δηλιγιάννη απέρριψε την συμφωνία.

Το 1896 με παρέμβαση του Σ. Στρέιτ διαμορφώνεται μια καινούργια συμφωνία. Ο τόκος ορίζεται στα 40% και εξαλείφονταν οι πρόσοδοι από το χαρτόσημο. Τα πλεονάσματα και η βελτίωση της επικαταλαγής μοιράζονται μισό με μισό, ενώ η διαχείριση είναι έργο της Εταιρείας του Ελληνικού Μονοπωλίου. Το ξέσπασμα του ελληνοτουρκικού πολέμου το 1897 και η ατυχής έκβασή του συντελούν στη μη πραγματοποίηση της τρίτης συμφωνίας.

Η μεσολάβηση των μεγάλων δυνάμεων

Η Ελλάδα ζητεί τη μεσολάβηση των εξ Μεγάλων Δυνάμεων, Γερμανία, Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία, Ιταλία και Αυστρία, για να εξασφαλίσει την Ειρήνη. Ανοίγει έτσι ο δρόμος της εισαγωγής του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου του 1898 (Νόμος ΒΦΙΔ της 26 Φεβρουαρίου 1898) μέσω της προσθήκης του άρθρου 2 της προκαταρκτικής πράξεως περί ειρήνης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Στο άρθρο 2 της Διεθνούς Συνθήκης Ειρήνης προβλέπεται πληρωμή πολεμικής αποζημίωσης στην Τουρκία και ίδρυση Διεθνούς Επιτροπής, που απαρτίζεται από τους αντιπροσώπους των έξι Μεγάλων Δυνάμεων. Η Επιτροπή θα έχει τον απόλυτο έλεγχο της είσπραξης και διαχείρισης επαρκών προσόδων της Ελλάδος για την εξυπηρέτηση του νέου δανείου, το οποίο ήταν απαραίτητο για την πληρωμή αποζημίωσης στην Τουρκία καθώς και των έξι παλαιών δανείων. Η μείωση του τόκου τελικά οριζόταν μεταξύ 32% και 43% του αρχικού.

Μια προσεκτική μελέτη του Νόμου ΒΦΙΔ (1898), όροι σύστασης και λειτουργίας του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου και δανειακής σύμβασης, έρχεται να επιβεβαιώσει την εκτίμηση παλαιότερων μελετητών24 ότι ο έλεγχος αυτός ήταν επαχθέστερος παρόμοιων ελέγχων που επιβλήθηκαν διεθνώς την ίδια περίοδο, Τουρκία, Σερβία, Βουλγαρία που είχαν ιδιωτικό χαρακτήρα. Ακόμη ο έλεγχος αυτός ήταν βαρύτερος από συμφωνίες που είχαν γίνει και δεν τελεσφόρησαν μεταξύ ελληνικής κυβέρνησης και ξένων ομολογιούχων την προηγούμενη περίοδο. Ο περιορισμός της νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής ήταν επίσης αρκετά βαρύς.

Αν μπορούμε να έχουμε μια σαφή συγκριτική εικόνα για το χαρακτήρα του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου του 1898 σε σχέση με παρόμοιες συμφωνίες ή ελέγχους στα τέλη του 19ου αιώνα, σίγουρα δεν είναι εύκολες οι συσχετίσεις με το καθεστώς οικονομικής επιτήρησης, που έχει επιβληθεί σήμερα στη χώρα μας από μεγάλα διεθνή οικονομικά διευθυντήρια και οικονομικές ενώσεις. Υπάρχουν τεράστιες διαφορές στο οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό διεθνές πλαίσιο και στην ίδια την ανάπτυξη της χώρας μας.

Οι προτεινόμενες λύσεις για την αποσόβηση της επερχόμενης χρεοκοπίας του 1893 και οι ανεπιτυχείς διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν, χρωματίζονταν από μια σοβούσα κρίση ανάμεσα στις δυο βασικές πτέρυγες της αστικής τάξης, τη φιλελεύθερη και τη συντηρητική. Η επερχόμενη, όμως, ευνοϊκή εξωτερική οικονομική συγκυρία για την Ελλάδα βοήθησε στη γρήγορη ανάκαμψη της οικονομίας της και στο ξεπέρασμα των αρνητικών συνεπειών του Οικονομικού Ελέγχου. Σήμερα οι αρνητικές επιπτώσεις της επιτήρησης και του ελέγχου της ελληνικής οικονομίας από τα ξένα οικονομικά κέντρα και το μεγάλο βάρος των εγγυήσεων διαγράφουν ένα πολύ σκοτεινό μέλλον, δεδομένου και του διεθνούς χαρακτήρα της κρίσης. Η ανάγκη νέων κοινωνικών και πολιτικών παικτών, δηλαδή η παρέμβαση της ίδιας της κοινωνίας είναι πρόδηλη.


διάγραμμα 1


διάγραμμα 2

Παρασκευή 19 Νοεμβρίου 2010

Είναι πολύ εύκολο να σπάσουν τα «κρύσταλλα»

Ποτέ ξανά Νύχτα των Κρυστάλλων, γραμματόσημο της πρώην Λαϊκής Δημ. της Γερμανίας (έκδοση 9.11.1963) via Wikipedia

του Χρίστου Χαραλαμπόπουλου

από τη Sportday, 19.11.10

Πριν από 12 χρόνια το ευρώ διαφημιζόταν από τη συντριπτική πλειονότητα των ευρωπαϊκών media ως το κορυφαίο σύμβολο της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Οι όποιοι αντιρρησίες αντιμετωπίζονταν σαν λεπροί πολιτικά και οι φωνές τους πνίγονταν συστηματικά. Τώρα αυτό που είχε διαφημιστεί ως σύμβολο γίνεται η αιτία της διάλυσης μιας Ενωσης που ποτέ δεν ήταν δημοκρατική. Η πορεία του ενιαίου νομίσματος -που ήταν ένα μασκαρεμένο μάρκο-, που «γεννήθηκε» την ημέρα γενεθλίων του Μακιαβέλι, δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετική. Και δεν θα μπορούσε, κυρίως, διότι η ίδια λειτουργία της Ε.Ε. είναι αντιδημοκρατική, παρά το γεγονός ότι διαφημίζεται ως «δημοκρατία».
Πόσο «δημοκρατία» είναι αυτή που έχουμε, όταν τα οικονομικά μέτρα που επιβάλλονται στην κυβέρνηση (η οποία δημιούργησε τις προϋποθέσεις με την αντισυνταγματική αποδοχή του μνημονίου) τα αποφασίζουν κάποιοι γραφειοκράτες που δεν έχουν καμία εξουσία γι' αυτό; Η σταδιακή μεταβίβαση εξουσιών των εθνικών κρατών στο γραφειοκρατικό κέντρο των Βρυξελλών γιγάντωσε ένα δημοκρατικό έλλειμμα για το οποίο τα media ποτέ δεν μίλησαν. Ετσι, σιγά σιγά μία ομάδα γραφειοκρατών-τεχνοκρατών άρχισε να νομοθετεί προς όφελος εκείνων που τους συντηρούσαν και δεν ήταν οι Ευρωπαίοι πολίτες. Ποιος τους ψήφισε και ποιος τους έδωσε την εξουσία να επιβάλλουν μία οικονομική δικτατορία; Οι εκλογές με τα καλπονοθευτικά εκλογικά συστήματα μπορούν μια χαρά να κατασκευάσουν δικτάτορες. Οπως εκείνος ο δεκανέας από την Αυστρία, που πήρε την εξουσία με εκλογές και ξεκίνησε τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Και η πορεία προς τη βαρβαρότητα ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 1938.

Οι συνθήκες για να ξαναζήσουμε μία νύχτα ανάλογη με εκείνη που συνέβη στη Γερμανία τη νύχτα της 9ης προς τη 10η Νοεμβρίου και έμεινε στην ιστορία ως «η νύχτα των κρυστάλλων» δημιουργούνται σταδιακά. Εκείνη η νύχτα ήταν ένας ακόμα σταθμός προς την κορύφωση της βαρβαρότητας, που θα σημειωθεί με τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Στη Γερμανία της δεκαετίας του '30, ο Αδόλφος Χίτλερ έχει αρχίσει να δημιουργεί τη δικτατορία της φρίκης. Τον Φεβρουάριο του 1933 οι ναζί υποκινούν τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ, που καταλογίζεται στους κομμουνιστές, γεγονός που επιτρέπει στον Χίτλερ να τους εξοντώσει συλλαμβάνοντας περίπου 4 χιλιάδες. Στη συνέχεια θα κερδίσει τις εκλογές που θα ακολουθήσουν με 44% αλλά δεν θα συγκεντρώσει την απόλυτη πλειοψηφία. Η νέα βουλή, υπό την απειλή των Ες Ες, θα κηρύξει έκπτωτους τους 81 κομμουνιστές βουλευτές. Το καθολικό κέντρο «πείθεται» να παραχωρήσει στον Χίτλερ απόλυτες εξουσίες για 4 χρόνια. Η αντίστροφη μέτρηση έχει ήδη αρχίσει. Μετά τους κομμουνιστές σειρά έχουν οι Εβραίοι. Η ρατσιστική πολιτική που αποτελεί τον πυρήνα του ναζιστικού συστήματος εκδηλώνεται προς δύο κατευθύνσεις.

Από τη μια με μέτρα «υπεράσπισης της φυλής των Αρίων» και από την άλλη με μία νομοθεσία εναντίον των Εβραίων, που γίνονται στόχος πολλαπλών επιθέσεων. Οι νόμοι της Νυρεμβέργης που θεσπίστηκαν το 1935 στερούν από τους Εβραίους το δικαίωμα της ψήφου, τους αποκλείουν από πλήθος επαγγέλματα και τους επιβάλλουν επιπλέον εξευτελιστικές διακρίσεις, όπως το να φορούν το κίτρινο άστρο, να μην έχουν δικαίωμα να παρευρίσκονται σε δημόσιους χώρους κ.ά. Στη Γερμανία, στα μέσα της δεκαετίας του '30, ζούσαν πολλοί Εβραίοι πολωνικής καταγωγής. Στις 28 Οκτωβρίου 1938, χωρίς καμία προειδοποίηση, οι ναζί συγκεντρώνουν μέσα σε μία νύχτα 17 χιλιάδες από αυτούς και τους απελαύνουν στην Πολωνία. Η Πολωνία αρνήθηκε να τους δεχτεί και για ένα 24ωρο σχεδόν όλοι αυτοί οι άνθρωποι πεζοπορούσαν στη συνοριακή γραμμή μέχρι η Πολωνία να τους επιτρέψει την είσοδο.

Η αφορμή για τη βαρβαρότητα

Ο Χέρσελ Γκρίνσπαν, ένας Γερμανοεβραίος που είχε διαφύγει στο Παρίσι, ζήτησε κατ’ επανάληψη από τον Γερμανό πρέσβη Ερνστ φον Ρατ να βοηθήσει την οικογένειά του που είχε βασανιστεί απίστευτα, όπως όλοι οι απελαθέντες στην Πολωνία. Ο Φομ Ρατ αδιαφόρησε και ο Γκρίνσπαν στις 7 Νοεμβρίου θα τον πυροβολήσει. Ο Φον Ρατ θα πληγωθεί σοβαρά και δύο μέρες αργότερα θα πεθάνει. Η δολοφονία του Φον Ρατ θα αποτελέσει το άλλοθι για την έναρξη ενός ανηλεούς διωγμού κατά των Εβραίων σε ολόκληρη τη Γερμανία.

Ο Χίτλερ ήθελε αυτός ο διωγμός να φανεί «αυθόρμητος» αλλά στην πραγματικότητα είχε ενορχηστρωθεί από το χιτλερικό καθεστώς, που εκτός από τα κρατικά όργανα (αστυνομία και στρατός) αξιοποίησε και την οργάνωση των ναζί. Οι επιθέσεις που ακολούθησαν κατά των Εβραίων είχαν αποτέλεσμα να καταστραφούν σχεδόν όλες οι συναγωγές στη Γερμανία (πάνω από 1.500), εβραϊκά νεκροταφεία και πάνω από 7.000 καταστήματα που ανήκαν στους Εβραίους.

Η νύχτα της 9ης προς τη 10η Νοεμβρίου ονομάστηκε «νύχτα των κρυστάλλων» επειδή οι οργισμένοι και «αυθόρμητα» ενεργώντας Γερμανοί έσπαγαν τις βιτρίνες των εβραϊκών καταστημάτων. Ο τραγικός απολογισμός του διωγμού εκείνης της νύχτας ήταν 91 νεκροί Εβραίοι (αν και πολλοί υποστηρίζουν ότι ο αριθμός των νεκρών ήταν μεγαλύτερος) και η σύλληψη περίπου 30 χιλιάδων, που στάλθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Στο Νταχάου, το Μπούχενβαλντ και το Σαξενχάουζεν κυρίως. Η μεταχείριση αυτών των ανθρώπων ήταν κτηνώδης. Περίπου 2.500 από αυτούς θα χάσουν εκεί τη ζωή τους. Ενα πρελούδιο του τρόμου θα ακολουθήσει. Οι περισσότεροι θα αφεθούν ελεύθεροι μέσα στους επόμενους τρεις μήνες με τον όρο ότι θα εγκατέλειπαν τη Γερμανία. Η εβραϊκή κοινότητα Γερμανίας τιμωρήθηκε να πληρώσει ένα δισεκατομμύριο μάρκα ως αποζημίωση για τη δολοφονία του Φον Ρατ και τα έξι εκατομμύρια μάρκα που θα έπαιρνε η εβραϊκή κοινότητα από τις ασφαλιστικές αποζημιώσεις εξαιτίας των καταστροφών στις περιουσίες των μελών της καταβλήθηκαν στο γερμανικό δημόσιο.

Η ιστορία κάνει κύκλους

Πριν από το 1938 πολλοί λαοί είχαν ζήσει τη δική τους «νύχτα των κρυστάλλων», όπως οι Πόντιοι και οι Αρμένιοι. Τον Σεπτέμβριο του 1955 ήρθε η σειρά του Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης. Οι Παλαιστίνιοι έχουν ζήσει πολλές φορές τις δικές τους «νύχτες των κρυστάλλων» χάρη στα πρώην θύματα που μεταμορφώθηκαν σε θύτες. Η βαρβαρότητα επιστρέφει στο προσκήνιο -θριαμβευτικά. Στις ΗΠΑ η κυβέρνηση Μπους πριν από τρία χρόνια, με το πρόσχημα της τρομοκρατίας, πέρασε ένα νομοσχέδιο με το οποίο προτείνεται η κατάργηση του habeas corpus. Του δικαιώματος, δηλαδή, του υπόπτου να προστατεύεται νομικά από την αυθαίρετη σύλληψη και κράτησή του. Ενα δικαίωμα που από την εποχή του Ιωάννη του Ακτήμονα, το 1371, θεωρείται το θεμέλιο των συνταγμάτων των σύγχρονων δημοκρατιών. Τώρα, το μνημόνιο προβλέπει την κατάργηση συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων και το πετσόκομμα του κράτους προς όφελος των ιδιωτών με πρόσχημα το έλλειμμα. Αναρωτιέμαι αν η ιστορία επαναλαμβάνεται, όχι σαν φάρσα, αλλά πάντα σαν τραγωδία.

Κυριακή 20 Ιουνίου 2010

«...δεν σας έδωκε πληρεξουσιότητα να καταργήσετε την εθνικήν και πολιτικήν ανεξαρτησίαν του...»

Η δικαία απόφασις του Θεού δια την απελευθέρωσιν της Ελλάδος Πίνακας του Παναγιώτη Ζωγράφου με την καθοδήγηση του Μακρυγιάννη (από την Βικιπάιδεια). 
 
ΑΙΤΗΣΙΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΒΡΕΤΤΑΝΙΚΟΝ
(Φάκελλος ίδιος εν τω τμήματι των χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης)

Ο Κλήρος, οι Παραστάται, οι Αρχηγοί, Πολιτικοί και Στρατιωτικοί ξηράς και θαλάσσης, του Ελληνικού Έθνους.

Αον Παρατηρούντες ότι δια τα ανεξάλειπτα δικαιώματα της ιδιοκτησίας και κυριότητος, δια τας επικρατούσας αρχάς της Θρησκείας και Ελευθερίας και δια το εκ φύσεως έμφυτον, του να διατηρή και ασφαλίζη έκαστος την ιδίαν ύπαρξιν, οι έλληνες ενωπλίσθησαν με τα όπλα της Δικαιοσύνης και εις διάστημα πλέον τεσσάρων ετών υπέστησαν αποφασιστικώς και σταθερώς κατά των Δυνάμεων της Ασίας, της Αφρικής και της Αιγύπτου, πεζών τε και ναυτικών, και εις όλους τούτους τους κινδύνους τώρα ηφάνισαν και τώρα άμπωσαν τας κολοσιαίας δυνάμεις των εχθρών, και, τελευταίον, στερημένοι παντός μέσου ανήκοντος εις τοιούτον υψηλόν εγχείρημα, καθιέρωσαν ούτοι δια του αίματος των τα πολύτιμα αυτών δικαιώματα και έδωκαν εις τον εκπεπληγμένον κόσμον όχι τόσον κοινάς αποδείξεις, δι'  όσον είναι ικανός ένας λαός, εκ φύσεως γεννημένος δια να ζη ελεύθερος και όστις ήδη εδυνήθη να διασπάση τους βρόχους μιας ικανώς πολυχρονίου καταθλιπτικής δουλείας.

Βον Παρατηρούντες, ότι εκ των αποτελεσμάτων μιας πάλης ούτως ανομοίου, απέκτησαν οι Έλληνες την απαράμιλλον απόφασιν της πολιτικής αυτών κατααστάσεως.

Γον Σκεπτόμενοι, ότι πράκτορές τινων ηπειρωτικών Δυνάμεων, αν και χριστιανών, δεν διεφύλαξαν οδηγίαν, συνεχομένην με τας αρχάς, τας οποίας αυτοί εστερέωσαν, αλλά από μέρους των αυτών δεν έλειψαν να εκβώσιν συνεχώς αντιρρήσεις πολιτικαί πολυμόρφου ουσίας και χαρακτήρος.

Δον Παρατηρούντες, ότι τινές τούτων των πρακτόρων παίζουν δια των απεσταλμένων των εντός της Ελλάδος, ώστε να εισχωρήση εις τινάς Έλληνας η κλίσις, δια να συστήσουν νέους σχηματισμούς πολιτικούς, αρμοδίους προς το πνεύμα και τα τέλη των τοιούτων παρακινητών.

Εον Παρατηρούντες, ότι ουχ ολίγους κατατρεγμούς και παρεκβάσεις υποφέρει η νόμιμος και τακτική κίνησις του ελληνικού Ναυτικού από τους Αρχηγούς των Θαλασσίων Δυνάμεων τινών Βασιλείων, οίτινες κατά πάντα τρόπον πειράζουν τα καθήκοντα της διακηρυχθείσηςουδετερότητος από τας Αυλάς των εις τας Συνελεύσεις του Λεϊβάχ και Βερώνης.

ςον Παρατηρούντες με μεγάλην θλίψιν αυτούς τους Χριστιανούς οπλιζομένους εναντίον των οπαδών Ευαγγελίου και εις βοήθειαν εκείνων του Αλκορανίου, εις τρόπον, ώστε, στρατιώται ευρωπαίοι, εναντίον πάσης αρχής αληθούς πολιτικής και ηθικής σπεύδουν να διδάξουν, διορίσουν και οδηγήσουν τα στίφη των βαρβάρων, διευθυνόμενα να λεηλατήσουν την ιερά εκείνην γην, ήτις σκεπάζει ανάμικτα και συγκεχυμένα τα αθάνατα κόκκαλα των Κιμώνων, των Τσαμαδών, των Λεωνιδών, των Βοτσαρών, των Φιλοποιμένων, των Νικηταραίων και Κολιαίων, όπερ εμποδίζει τας προόδους της ιεράς υποθέσεως της Ελλάδος.

Ζον Παρατηρούντες, ότι η Διοίκησις της Μεγάλης Βρεττανίας, ευτυχής εις το να διευθύνη λαόν ελεύθερον, είναι η μόνη, ήτις διετήρησε μέχρι λεπτού καθαράν την ουδετερότητα, περιφρονούσα να μιμηθή τας αναφανδόν βίας ή τας νεφώδεις διαχειρίσεις, αι οποίαι απ'  άλλους αδιακόπως επράχθησαν και πράττονται εις την Ελλάδα, Κωνσταντινούπολιν και Αίγυπτον.

Ηον Σκεπτόμενοι, ότι η Βρεττανική αδιαφορία δεν αρκεί να αντιρροπήση την ήδη επηυξημένον εξωτερικόν κατατρεγμόν προς βλάβην της Ελλάδος.

Θον Παρατηρούντες, ότι η Ελλάς, όχι από χαύνωσιν δυνάμεων, ούτε από αδυνατισμένην απόφασιν, δεν ηδυνήθη μέχρι τούδε να προσεπιχειρή, αλλά δια τα προρρηθέντα αίτια και μάλιστα την πηγάζουσαν από του να μην έλαβε ποτέ Διοίκησιν υπερτέραν των παθών και των σχέσεων.

Ιον Παρατηρούντες, ότι οι Έλληνες, εις τοιαύτηνν γενναίαν μάχην, ή πρέπει να εκβώσιν από ταύτην νικηταί, ή θέλουν είσθαι τελείως αφανισμένοι, επειδή ουδέν μέσον είναι, το οποίον να δύναται να τους αποσπάση από ταύτην την απόφασιν, ήτις κατήντησεν από τας φοράς του πολέμου και του χρόνου άφευκτος.

ΙΑον
Παρατηρούντες, τελευταίον, ότι αν από υπερτάτην χάριν της Προνοίας ευρίσκωνται στερεωμέναι πλησίον μας αι βρεττανικαί δυνάμεις, χρεωστεί η Ελλάς εις την παρούσαν αυτής κατα΄στασιν να ωφεληθή από τούτο εγκαίρως, ως και να ελπίση εις την ευθύτητα και φιλανθρωπίαν της ισχυρής αυτής Διοικήσεως.

Όθεν, προς ασφάλειαν των ιερών δικαιωμάτων της του Κράτους ελευθερίας και ικανώς στερεάς πολιτικής υπάρξεως, η Ελλάς, δια της παρούσης δημοσίας πράξεως, προσδιορίζει, θεσπίζει, αποφασίζει και βούλεται τον επόμενον

Νόμον

Α'.) Το Ελληνικόν Έθνος, δυνάμει της παρόυσης πράξεως, θέτει εκουσίως την ιεράν παρακαταθήκην της αυτού Ελευθερίας, Εθνικής Ανεξαρτησίας και της πολιτικής αυτού υπάρξεως υπό την μοναδικήν υπεράσπισιν της Μεγάλης Βρεττανίας.

Β'.) Η παρούσα αυτή οργανική Πράξις του ελληνικού έθνους συνοδεύεται με επί τούτω διπλούν υπόμνημα προς την Σεβασμίαν Διοίκησιν της Αυτού Βρεττανικής Μεγαλειότητος κατ' ευθείαν εις Λονδίνον και συγχρόνως αποστέλλεται εμμέσως δια της Αυτού Εξοχότητος του Λόρδου Μεγάλου Αρμοστού της Αυτού Μεγαλειότητος εις τας Ενωμένας επαρχίας των Ιονίων Νήσων.

Γ'.) Οι Πρόεδροι των ευτάκτων Βουλευτηρίων του Κράτους, ξηράς και θαλάσσης θέλουν ετοίμως εκπληρώση τον παρόντα ΝΟΜΟΝ.

(Υπό το πρώτον τούτο πρωτόγραφον, ως και υπό το τελευταίον, φέρεται χρονολογία:)

Εν Πελοποννήσω τη ... Ιουνίου 1825.

(Και μία υπογραφή:)

Ο Πρόεδρος των κατά ξηράν ευτάκτων Βουλευτηρίων 
του Ελληνικού Κράτους και Γενικός Αρχηγός 
των κατά γην Δυνάμεων
Θ. Κολοκοτρώνης

(Τα λοιπά τέσσαρα φέρουσιν εν τέλει το εξής:)

Ο Πρόεδρος των ευτάκτων συσσωματώσεων των Νήσων του Αιγαίου Πελάγους και λοιπών μερών του Ελληνικού Κράτους και αρχιναύαρχος των κατά θάλασσαν Δυνάμεων.

(Έχουσι δε ταύτα χρονολογίας: Το μεν 26 Ιουλίου 1825, τα έτερα τρία απλώς: Ιουλίου 1825 και το τελευταίον 14 Ιουλίου 1825)

(Υπό το πρώτον υπάρχει η υπογραφή:
Ανδρέας Μιαούλης
και μετ'  αυτήν αι λοιπαί υπογραφαί, ως εξής:)
Ανατολική και Δυτική Χέρσος Ελλάς

Ο Κλήρος
Ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Άρτης Πορφύριος, 
Νικοπόλεως και πάσης Αιτωλίας, 
ο Επίσκοπος Ρογών.

(Αρχείο Ρώμα, τόμ. Α'. σ. 592-595)

Το 1825 το φιλοαγγλικό κόμμα, είχε συντάξει μια έκκληση στην Αγγλία να δεχτεί να αναλάβει την προστασία της Ελλάδας και έστειλε το κείμενο της ελληνικής εκκλήσεως για την εγκαθίδρυση αγγλικού προτεκτοράτου σε εκείνους τους πολιτικούς και στρατιωτικούς αρχηγούς, που η έγκρισή τους ήταν απαραίτητη προκειμένου η όλη ενέργεια να κερδίσει και την επίσημη κύρωση της κυβέρνησης.
Στις 6 και 7 Ιουλίου υπόγραψαν (για χάρη της Πατρίδας που κινδύνευε) ο Κολοκοτρώνης, ο Ζαΐμης, ο Δεληγιάννης και αρκετοί άλλοι Πελοποννήσιοι, στις 22 Ιουλίου οι Στερεοελλαδίτες οπλαρχηγοί στην Αθήνα. Το έγγραφο (με ημερομηνία 24 Ιουλίου 1825) εγκρίθηκε από το Βουλευτικό και το Νομοτελεστικό την 1η Αυγούστου (από όλες τις προσωπικότητες μόνον ο Κουντουριώτης, ο Κωλέττης, ο Υψηλάντης, ο Γκούρας, ο Νικηταράς και λίγοι άλλοι δεν την ενέκριναν) και στάλθηκε στο Λονδίνο με τον Δ. Μιαούλη, το γιο του ναυάρχου, και έμεινε γνωστό ως «Πράξις Υποταγής», «Πράξη Υποτέλειας» (Act Of Submission).

Η Γ' Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου συνδέεται άμεσα με την εξωτερική πολιτική. Είναι η πρώτη Εθνοσυνέλευση που αποφάσεις της αφορούσαν τις εξωτερικές σχέσεις του επαναστατημένου έθνους. Φυσικά η Γ' Εθνοσυνέλευση είναι δεμένη με την εξωτερική πολιτική της Αγγλίας και μάλιστα ως συνέπειά της.
Ο Στράτφορντ Κάνιγκ, ξάδελφος του Γεώργιου Κάνιγκ Υπουργού Εξωτερικών της Αγγλίας, πηγαίνοντας στην Πόλη ως πρεσβευτής της πατρίδας του και περνώντας από την Ύδρα, ήλθε σε επαφή εθιμοτυπικά με τον Μιαούλη και τον Τομπάζη, ουσιαστικά όμως με τον Μαυροκορδάτο και τον Ζωγράφο. Το πρώτο που τους ρώτησε ήταν αν οι Έλληνες σύμφωνα με την «πράξη υποτέλειας», που είχαν στείλει στην Αγγλική Κυβέρνηση, επιθυμούσαν τη μεσολάβηση. Εκείνοι απάντησαν θετικά, τότε αυτός ζήτησε για να μπορέσει να διαπραγματευθεί με την Πύλη, εξουσιοδότηση από την Ελληνική Κυβέρνηση, που θα δεχόταν τον όρο της επικυριαρχίας της Τουρκίας πάνω στην Ελλάδα. Αποτέλεσμα της συνάντησης ήταν η Γ' Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου.
Η Συνέλευση άρχισε τις εργασίες της στις 6 Απριλίου 1826 με πρόεδρο τον Πανούτσο Νοταρά. Σύντομα όμως έφθασε η είδηση της πτώσης του Μεσολογγίου. Τρομοκρατημένοι οι αντιπρόσωποι βλέπουν ότι η σωτηρία της πατρίδας προϋπέθετε συγκέντρωση της εξουσίας σε λίγα εκλεκτά πρόσωπα, ιδέα που είχε καλλιεργηθεί και νωρίτερα. Μολαταύτα η φιλαρχία και οι προσωπικές φιλοδοξίες συνετέλεσαν, ώστε η νέα κυβέρνηση, η «Διοικητική Επιτροπή της Ελλάδος» όπως ονομάσθηκε, να σχηματιστεί όχι από τρία μέλη, αλλά από έντεκα. Πρόεδρος έγινε ο Ανδρέας Ζαΐμης και μέλη ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ο Αναγνώστης Δεληγιάννης, ο Γεώργιος Σισίνης, ο Δημήτριος Τσαμαδός, ο Ανδρέας Χατζηαναργύρου, ο Αναγνώστης Μοναρχίδης, ο Ανδρέας Ίσκος, ο Σπυρίδων Τρικούπης, ο Ιωάννης Βλάχος και ο Παναγιώτης Δημητρακόπουλος. Δεν συμπεριλήφθηκαν στη νέα κυβέρνηση ο Κωλέττης -και επομένως διαλύθηκε η πρόσκαιρη συμμαχία του με τους Πελοποννήσιους- και ο Μαυροκορδάτος, γιατί δεν του είχαν εμπιστοσύνη οι κρατούντες. Συστήθηκε και η δεκατριμελής « Επιτροπή της Συνελεύσεως» που θα διαχειριζόταν την εξωτερική πολιτική του Αγώνα. Έργο της ήταν να «διαπραγματευθεί δια του εν Κων/πόλει Άγγλου Πρέσβεως κυρίου Κάνιγκ τον μεταξύ του Έθνους και της Οθωμανικής Πόρτας συμβιβασμόν με τον πλέον επωφελή τρόπον δια το ελληνικόν Έθνος και ανταξίως των μεγάλων του θυσιών». Έτσι ορίστηκε για πρώτη φορά επιτροπή για τις εξωτερικές υποθέσεις και ψηφίστηκαν οδηγίες και υποδείξεις στην Επιτροπή. Μέσα στο ψήφισμα αυτό υπήρχαν οι όροι του συμβιβασμού:
 
«Οδηγίαι προς την Επιτροπήν της Συνελεύσεως»
[...]
Θ'. Να ζητήση επιμόνως ώστε η Μεγάλη Βρεττανία να γίνη εγγυήτρια δια την συντήρησιν των συνθηκών εκ μέρους και των δύο διαμαχομένων εθνών.
[...]
Τη 12η Απριλίου 1826 εν Επιδαύρω
Ο Πρόεδρος της Εθνικής Γ' Συνελεύσεως
Πανούτσος Νοταράς

Μόνον ο Δημ. Υψηλάντης διαμαρτυρήθηκε για την πράξη αυτή του συμβιβασμού. Είχε μελετήσει φαίνεται την «πράξη υποτέλειας» που είχαν στείλει στον Γ. Κάνιγκ οι εκπρόσωποι του αγγλικού κόμματος και είχε νιώσει φοβερή απογοήτευση. Δεν αντέδρασε τότε γιατί ο Κάνιγκ δε φάνηκε να ενθουσιάζεται, τώρα όμως έβλεπε καλά τί χρήση έκανε η αγγλική διπλωματία, γι' αυτό έγραψε την περίφημη διαμαρτυρία του:

Προς την Γ' Εθνικήν Συνέλευσιν των Ελλήνων

[...] Ο λαός, κύριοι, του οποίου παρρησιάζετε το πρόσωπον, δεν σας έδωκε πληρεξουσιότητα να καταργήσετε την εθνικήν και πολιτικήν ανεξαρτησίαν του, αλλά να την στερεώσετε, να την διαιωνίσετε. Η ιστορία θέλει κρίνει μίαν ημέραν αδεκάστως την πράξιν σας. Η Ευρώπη, κύριοι, ησθάνθη παρά ποτέ πλέον ότι η υπόθεσις των Ελλήνων είναι αρκετά προχωρημένη, δια να μην υποπέση εφεξής εις τας εναντιότητας της τύχης. Και πώς γίνεται οι πληρεξούσιοι του ιδίου αυτού έθνους δια μιας πράξεως, ανηκούστου εις τα χρονικά των λαών, ν' αποδεικνύωσιν εις τον κόσμον ότι μόνοι αυτοί δεν γνωρίζουν αυτήν την αλήθειαν!
[...] ως και ήδη διαμαρτύρομαι επισήμως κατ' αυτής ενώπιον του Ελληνικού λαού και όλων των λοιπών της χριστιανικής Ευρώπης, ως κατά μίας πράξεως παρανόμου, ανθελληνικής και διόλου αναξίας ενός έθνους, το οποίον υπεδουλώθη μεν πολλάκις, πλην ποτέ δεν εσυμβιβάσθη με τους τυράννους του.[...]

 
Μένω με το ανήκον σέβας
Εν Πιάδα τη 12 Απριλίου 1826
Ο πατριώτης
Δημήτριος Υψηλάντης

Με ψήφισμά της η Συνέλευση τον στέρησε από κάθε πολιτικό δικαίωμα και τον απέκλεισε από κάθε στρατιωτική υπηρεσία.

τα αποσπάσματα από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΒ, Εκδοτική Αθηνών και από το σχολικό εγχειρίδιο Θέματα Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας από τις Πηγές. ΟΕΔΒ 1979

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2010

Τα δάνεια της ανεξαρτησίας...



A.Φοβερή αδράνεια επικρατούσε στην κυβέρνηση περί την εκτέλεση του εθνικού καθήκοντος. Οι προπαρασκευές κατά των Τούρκων και Αιγυπτίων γίνονταν νωχελικά σα να ήταν ο πόλεμος ψεύτικος.
Και όμως στη διάθεσή της είχε ασφαλείς και τακτικούς πόρους που οι προκάτοχές της κυβερνήσεις στερούνταν. Το αποφασισμένο από τη δεύτερη εθνική συνέλευση δάνειο είχε επιτευχθεί στο Λονδίνο στις αρχές του 1824. Περισσότερο το όνομα του Μπάϋρον, παρά κάθε άλλη εγγύηση, όπως ο λόγος της κυβερνήσεως και η υποθήκευση των εθνικών κτημάτων, των τελωνείων, αλυκών και ιχθυοτροφείων, είχε κάνει τους Άγγλους ν' ανοίξουν τα πουγγιά τους.
       Τους Έλληνες απεσταλμένους στο Λονδίνο για το δάνειο Ορλάνδο και Λουριώτη βοήθησε την άνοιξη του 1824 η ευνοϊκή σύμπτωση, ότι κατά την εποχή εκείνη συγκινούσε τον εμπορικό κόσμο της Αγγλίας ο πόθος υπερπόντιων επιχειρήσεων. Το δάνειο υπογράφηκε στην κατοικία του λόρδου δημάρχου με τον εμπορικό οίκο Ρίκορντ, ύστερα από ένα πλούσιο τραπέζι, στο οποίο παρευρίσκονταν ο δούκας του Σώσεξ και η αντιπολίτευση, είχε δε ονομαστική αξία 800.000 λιρών στερλινών.
Ένα δεύτερο δάνειο που εγκρίθηκε στις αρχές του 1825 έδωσε στην κυβέρνηση Κουντουριώτη 2.000.000 λίρες. Από τα χρήματα αυτά, εννοείται, λίγα έφτασαν στην Ελλάδα. Οι δυο έλληνες αντιπρόσωποι έπεσαν στα νύχια των εγγλέζων σαράφηδων, που κατάφεραν να τους ξεγελάσουν. Τα δάνεια συμφωνήθηκαν προς 59% και 55 1/2 % και στα χέρια των Ελλήνων έφτασαν από μεν το πρώτο κάπου 300.000 λίρες και από το δεύτερο κάπου 600.000. Τα υπόλοιπα κρατήθηκαν σαν μεσιτικά, προμήθεια, τόκοι, χρεωλύσια, και όπως αλλιώς ονομάζονται συνήθως τα άτιμα μέσα με τα οποία οι τραπεζίτες καλύπτουνν τα κέρδη τους και εκμεταλλεύονται την αμάθεια του πλήθους.
       Ανάγκη υπήρξε ακόμα να μοιραστούν δώρα σε «φίλους της Ελλάδος που πρόσφεραν σπουδαίες υπηρεσίες» να κρατηθούν οδοιπορικά, ναύλοι και να πληρωθούν εφημερίδες. Ο λόρδος Κόχραν προσλήφθηκε ναύαρχος των Ελλήνων με μισθό. Και μόνη η πρόσληψή του, επειδή είχε πολεμικές περγαμηνές στη Βραζιλία, έφτασε για να υψωθούν οι τιμές των ελληνικών χρεωγράφων και να κερδοσκοπήσουν οι Ρίκορντ. Υπετίθετο ότι ο Κόχραν με ένα μικρό ατμοκίνητο θα συνέτριβε τον τουρκικό στόλο, θα βομβάρδιζε την Κωνσταντινούπολη και θα έκανε περιττή κάθε πολεμική ενέργεια των Ελλήνων!
      Ο μεγάλος εκείνος θαλασσόλυκος τσέπωσε 37.000 λίρες και κλείστηκαν γι' αυτόν σ' ένα ναυπηγείο αντί υπέρογκων τιμών έξι συφοριασμένα και βραδυκίνητα ατμόπλοια, που τάχε παραγγείλει η Αιγυπτιακή κυβέρνηση και αρνήθηκε να τα παραλάβει εξ αιτίας της κακής κατασκευής τους. Με τα έξι αυτά σαπιοκάραβα επρόκειτο να βυθιστεί ο τουρκικός στόλος.
Οι τιμές που συμφωνήθηκαν είταν 130.000 λίρες, με τον όρο να βρίσκονται στην Ελλάδα στα τέλη του 1825. Όμως ένα μόνο κατάφερε να καταπλεύσει, η «Καρτερία», το φθινόπωρο του 1826· άλλα δυο έφτασαν στα 1827 και τα τρία τα υπόλοιπα, διαλύθηκαν για παλιοσίδερα στα ναυπηγεία του Λονδίνου. Ο μέγας στόλαρχος Κόχραν μόλις την άνοιξη του 1827 κατάφερε να φτάσει στην Ελλάδα!
      Εκτός τούτου στάλθηκε στην Αμερική ένας Γάλλος στρατηγός του ιππικού ονομαζόμενος Παλεμάν, ο οποίος αν και είχε μεσάνυχτα από ναυτική τέχνη, έλαβε εντολή, αφού πληρώθηκε αδρότατα, να παραγγείλει εκεί δυο φρεγάτες για λογαριασμό της Ελληνικής κυβερνήσεως. Αν και η τιμή τους ορίστηκε σε 160.000 λίρες, οι ληστρικοί οίκοι που ανέλαβαν την κατασκευή τους απαίτησαν τα διπλά κι έτσι οι βραδύτατα άρχιζαν να ετοιμάζουν τα πλοία. Επειδή μάλιστα ο ένας οίκος κινδύνευα να χρεωκοπήσει οι αντιπρόσωποι Παλεμάν και Κοντόσταυλος ευχαριστήθηκαν παραλαβαίνοντας μόνο τη μία, που ονομάστηκε «Ελλάς» και κατέπλευσε στην Ελλάδα τέλη του 1826.
     Αλλά ούτε και το κουτσουρεμένο υπόλοιπο των δανείων παραδόθηκε έγκαιρα και πρόθυμα στην Ελλάδα. Η πρώτη δόση του δανείου από 80.000 λίρες έμεινε στη Ζάκυνθο και δεν παραδινόταν στην Κυβέρνηση, γιατί ο Μπάϋρον, που απαιτούνταν η εντολή του, είχε πια πεθάνει, η δε ιονική κυβέρνηση παρενέβαλε προσκόμματα για την εξαγωγή του. Μόλις στα τέλη του 1824 στάλθηκε από το Λονδίνο η εντολή να παραδοθεί.
      Υπήρχε όμως ελπίδα ό,τι περισώθηκε από τα νύχια των τοκογλύφων να φτάσει στα χέρια του ελληνικού λαού; Ο ίδιος ο Μπάϋρον στο κρεββάτι του ψυχομαχητού του ανησυχούσε αν τα δάνεια θάπεφταν σε καλά χέρια και φοβόταν ότι η ιδιοτέλεια ορισμένων φατριαστών παρά το έθνος θα καρπωνόταν τα χρήματα των δανείων.
απόσπασμα από την Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Μέντελσον-Μπαρτόλδυ, επιτομή από άγνωστον, Αθήνα 1955,σελ. 139-141

B.Η κυβέρνηση, απ' τα πρώτα χρόνια της Επανάστασης, σκέφτηκε να συνάψει εσωτερικά και εξωτερικά δάνεια.
     Το άρθρο 62 του Συντάγματος του 1822 της έδωσε τη σχετική εξουσιοδότηση, καθώς και το δικαίωμα να υποθηκεύσει γι' αυτό το σκοπό τα εθνικά κτήματα.
     Αποφασίστηκε να συναφτούν δυο εσωτερικά δάνεια, το ένα για 5.000.000 τουρκικά πιάστρα, και το δεύτερο για 2.000.000 πιάστρα. Επειδή όμως κανείς δεν έδειξε προθυμία ούτε για το έν αούτε για το άλλο, με διάταγμα της 4ης Μαρτίου 1822, το πρώτο, των πέντε εκατομμυρίων, κηρύχτηκε αναγκαστικό δάνειο και υποχρεώθηκαν να το καλύψουν ο κλήρος, οι έμποροι, όσοι είχαν ακίνητα και γενικά όλοι οι πλούσιοι.
     Αλλά όταν αποδείχτηκε ότι και το αναγκαστικό αυτό δάνειο δεν επαρκούσε για να καλυφτούν οι άμεσες ανάγκες, αποφασίστηκε στις 9 Μαρτίου 1822 να συναφτεί ένα εξωτερικό δάνειο από 1.000.000 ισπανικά τάληρα. Μόνον όμως ύστερα από δυο χρόνια, επί κυβερνήσεως Γεωργ. Κουντουριώτη και με τη μεσολάβηση του φίλου του Μαυροκορδάτου, οι διαπραγματεύσεις έφτασαν σ' ένα αποτέλεσμα. Πήγε στο Λονδίνο μια επιτροπή, από το γαμπρό του Κουντουριώτη, Ιωάννη Ορλάνδο, και δυο άλλους ανθρώπους του Μαυροκορδάτου, τον Ανδρέα Λουριώτη και τον Ιωάννη Ζαΐμη, και όταν τραβήχτηκε ο Ζαΐμης τον αντικατέστησε ο Σπανιολάκης. Μέσα σε πολύ μικρό διάστημα, η επιτροπή έκλεισε συμφωνία για δύο δάνεια, το ένα πίσω απ' τ' άλλο, το πρώτο με 59% και το δεύτερο με 55%. Αλλά δεν έφτανε που τα δάνεια αυτά συνομολογήθηκαν με τόσο δυσμενείς όρους, καταβλήθηκαν επιπλέον και πρωτάκουστα ποσά για προμήθειες. Από τα δάνεια αυτά, η Αμερική πήρε 700.000 ισπανικά πιάστρα για μια μοναδική φρεγάτα, για ένα ατμόπλοιο σε κακή κατάσταση, ξοδεύτηκαν 150.000 λίρες στερλίνες, 36.000 λίρες στερλίνες πήρε ο λόρδος Κόχραν κλπ. κλπ. Όλοι όσοι ανακατώθηκαν μ' αυτά τα δυο δάνεια έγιναν τελικά πλούσιοι, και μόνον ο άμεσα ενδιαφερόμενος -η φτωχή Ελλάδα- έμεινε με αδειανά χέρια. Δεν ξεκαθάρισε ούτε 250.000 λίρες στερλίνες, γιατί δεν μπήκε τελικά στο δημόσιο ταμείο ούτε κι' ολόκληρο αυτό το ποσό, ενώ το κράτος βρέθηκε χρεωμένο με 2.400.000 λίρες στερλίνες.

απόσπασμα από το βιβλίο Ο Ελληνικός Λαός, G. Maurer, Μτφ. Ο. Ρομπάκη, επιμέλεια Τ.Βουρνά, Αθήνα 1955, σελ. 353

Ο πίνακας: «Ο Λήσταρχος Χρήστος Νάτσιας Νταβέλης το 1855», του Θεόφιλου
λαδομπογιά πάνω σε χαρτόνι (23 x 31,5 εκ.), αχρονολόγητος κι ανυπόγραφος.
Δημοτική Πινακοθήκη Ρόδου. Από τη Βικιπαίδεια.


Τα αποσπάσματα από το σχολικό βιβλίο της Γ'Λυκείου Θέματα Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας από τις Πηγές. ΟΕΔΒ. ΄Εκδοση ΙΓ' 1994

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2010

Υπάρχουν συνέδρια...

Υπάρχουν συνέδρια που αποτελούν σταθμό στην ιστορία του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος, και υπάρχουν συνέδρια που αποτελούν επανάληψη καθιερωμένων χειρονομιών, θέσεων και απόψεων.

Συνέδρια, που λύνουν προβλήματα και συνέδρια που επικυρώνουν προαποφασισμένα ήδη πράγματα.

Συνέδρια, που τολμούν να θέσουν προβλήματα και συνέδρια που δισταχτικά περνούν από δίπλα.

Συνέδρια όπου ηγεσία και βάση συμμετέχουν ουσιαστικά σαν ισότιμοι ιστορικοί πρωταγωνιστές, κι άλλα όπου η βάση άλλη μια φορά ακόμη ποδηγετείται από τον ίδιο ηγετικό κύκλο, αυτοεκλεγόμενο αέναα.

Συνέδρια που εκλέγουν και συνέδρια- που διορίζουν.

Συνέδρια που αποτελούν την έκφραση της ιστορικής πρωτοπορίας και συνέδρια ναυαγοσωστικά μιας απομακρυσμένης από το παρόν βραδυπορίας.

(από άρθρο του Α. Εμμανουήλ, στο περιοδικό Αγώνας* της Κομματικής Οργάνωσης Παρισιού, του ΚΚΕ εσωτερικού, Φεβρ. 1971)

Αγώνας ήταν όργανο της Κομματικής Οργάνωσης Παρισιού του ΚΚΕ Εσωτερικού τα χρόνια της δικτατορίας.
Στο περιοδικό αυτό είχαν διατυπωθεί απόψεις που ασκούσαν έντονη κριτική στη στρατηγική του ΚΚΕ Εσωτ. Γι΄αυτό άλλωστε η τότε ηγεσία του κόμματος είχε απαγορεύσει την έκδοσή του επικαλούμενη διάσπαση των δυνάμεων και ότι, εξ αντικειμένου όπως έλεγε, θα αποτελούσε έναν άλλο πόλο, ανταγωνιστικό προς την επίσημη καθοδήγηση του κόμματος.

Σε συνέλευση όμως της οργάνωσης αποφασίστηκε ομόφωνα η συνέχιση της έκδοσης γιατί απ΄όλους θεωρήθηκε ότι αποτελεί κομματικό δικαίωμα σε μια οργάνωση βάσης η έκδοση δικών της εντύπων, κι ότι μόνο έτσι αναδεικνύεται ο προβληματισμός των μελών, εκφράζεται η εσωκομματική πολυφωνία, αναπτύσσεται ουσιαστικά ο διάλογος, και όχι μόνο δεν έρχεται, σε αντίθεση με το πνεύμα του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού αλλά αντίθετα κατοχυρώνεται η εσωκομματική δημοκρατία.

Απ΄όσο γνωρίζω για πρώτη φορά υπήρξε τέτοιο διάβημα στην ιστορία του ΚΚΕ. Τελικά η καθοδήγηση του ΚΚΕ εσωτ. ανέχθηκε την έκδοση του Αγώνα, αν και αποσιώπησε την ύπαρξή του.

Στη συντακτική επιτροπή του Αγώνα μετείχαν ο Ντίνος Γεωργιάδης, Κώστας Διαφωνίδης, Άγγελος Ελεφάντης, Μάκης Καβουριάρης, Παναγιώτης Σκούφης, Νίκος Πουλαντζάς, Άννα Φραγκουδάκη και Νίκος Χατζηνικολάου.

Κυκλοφόρησαν συνολικά 3 τεύχη.

Άγγελος Ελεφάντης
Ο ΑΝΕΥΡΕΤΟΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ
Επιλογή άρθρων από τον ΠΟΛΙΤΗ 1976 -1981
Το 1ο(9ο) συνέδριο του ΚΚΕ εσωτ. και η ελληνική αριστερά σελ. 13
ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ
ΑΘΗΝΑ 1981

Η φωτο είναι από το 1ο(9ο) συνέδριο του ΚΚΕ Εσωτερικού  15 έως 21 Ιουνίου 1976

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2009

"...συγγραφεύς έγωγε γυνή και της πορφύρας το τιμιώτατον και Αλεξίου το πρώτιστον βλάστημα."

Η Άννα γεννήθηκε κατά την έβδομη ινδικτίωνα ( 1083 ), το πρωί της 1ης Δεκεμβρίου, ημέρα Σάββατο. Ήταν μια ευτυχισμένη στιγμή για τον Αλέξιο και την Ειρήνη, κι ας είχαν κάπως απογοητευθεί που το πρώτο τους παιδί δεν ήταν γιός.
Μια από τις πρώτες γυναίκες ιστορικούς έγραψε την Αλεξιάδα εν είδει απολογισμού της βασιλείας του πατέρα της, "του Μεγάλου Αλεξίου, του φωτός του σύμπαντος, του ηλίου της Άννας". Ξεκίνησε τη συγγραφή μετά το θάνατο του δεύτερου συζύγου της- τον πρώτο της σύζυγο τον παντρεύτηκε στα 8 της χρόνια, τον δεύτερο στα 14- Νικηφόρου Βρυέννιου ο χαμός του οποίου...σκοτάδι γεμίζει την ψυχή της και ποταμοί δακρύων κυλάνε από τα μάτια της και ο πόνος της μοιάζει με τη λαύρα εκείνη του άρρητου καύματος...με την φωτιά που καψαλίζει γύρω γύρω την καρδιά και φαίνεται πως τάχα δεν καήκαμε κι εμείς μαζί της κι ας νιώσαμε την πυρά ως τα κόκκαλα κι ως το μεδούλι τους κι ως το τελευταίο μόριο της ψυχής μας.
Πότε πέθανε, δεν ξέρουμε, το 1148; το1153; Ίσως μόνη και απογοητευμένη στο μοναστήρι όπου την είχε εξορίσει ο αδελφός της Ιωάννης, αφού βέβαια η ίδια είχε πρωτύτερα εμπλακεί σε μια απόπειρα δολοφονίας εναντίον του. Για την Άννα την πριγκίπησσα, την πορφυρογέννητη έγραψε και ο ποιητής:

Άννα Κομνηνή

Στον πρόλογο της Aλεξιάδος της θρηνεί,
για την χηρεία της η Άννα Κομνηνή.

Εις ίλιγγον είν’ η ψυχή της. «Και
ρείθροις δακρύων», μας λέγει, «περιτέγγω
τους οφθαλμούς..... Φευ των κυμάτων» της ζωής της,
«φευ των επαναστάσεων». Την καίει η οδύνη
«μέχρις οστέων και μυελών και μερισμού ψυχής».

Όμως η αλήθεια μοιάζει που μια λύπη μόνην
καιρίαν εγνώρισεν η φίλαρχη γυναίκα·
έναν καϋμό βαθύ μονάχα είχε
(κι ας μην τ’ ομολογεί) η αγέρωχη αυτή Γραικιά,
που δεν κατάφερε, μ’ όλην την δεξιότητά της,
την Βασιλείαν ν’ αποκτήσει· μα την πήρε
σχεδόν μέσ’ απ’ τα χέρια της ο προπετής Ιωάννης.

Κ.Π. Καβάφης



Ταῦτα δὲ διεγνωκυῖα ἐγὼ Ἄννα, θυγάτηρ μὲν τῶν βασιλέων Ἀλεξίου καὶ Εἰρήνης, πορφύρας τιθήνημά τε καὶ γέννημα, οὐ γραμμάτων οὐκ ἄμοιρος...

τα στοιχεία από την "Αλεξιάδα", εκδόσεις ΑΓΡΑ σε μετάφραση και επιμέλεια της Αλόης Σιδέρη.