Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αριστερό Βήμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αριστερό Βήμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 11 Αυγούστου 2011

Οργή σαρώνει την Αγγλία



της Αριάδνης Αλαβάνου

από το Αριστερό Βήμα

Όπως στα παρισινά προάστια το 2005 και στην Αθήνα τον Δεκέμβριο του 2008, αλλά ταυτόχρονα και διαφορετικά, η έκρηξη της νεανικής οργής σαρώνει πολλές πόλεις της Αγγλίας ύστερα από την εν ψυχρώ δολοφονία του 29 χρονου Λονδρέζου Μαρκ Ντάγκαν από την αστυνομία, τα ψεύδη που διέσπειραν στα ΜΜΕ ότι πυροβόλησε πρώτος και την επίθεση στους συγγενείς και συμπολίτες του που είχαν μαζευτεί ειρηνικά έξω από το αστυνομικό τμήμα ζητώντας εξηγήσεις για το θάνατό του. Από το περασμένο Σάββατο, η αναταραχή έχει εξαπλωθεί στο Λονδίνο, Μπρίστολ, Λιντς, Λίβερπουλ, Νότιγχαμ, Μπίρμινχαμ, ,Μάντσεστερ, Σάλφορντ Γουέστ Μπρόμγουιτς και Γούλβερχαμπτον στα Μίντλαντς, όπου γίνονται εκτεταμένες ταραχές και συγκρούσεις κυρίως πολύ νέων ανθρώπων με την αστυνομία, με καταστροφές καταστημάτων, αυτοκινήτων και οικημάτων.

Η αντίδραση του κατεστημένου του ΜΜΕ και της πολιτικής είναι να σπρώξει κάτω από το χαλί τις βαθύτερες κοινωνικές και πολιτικές αιτίες και να αποδώσει τα γεγονότα σε εγκληματίες και βίαια άτομα. Κλασική αντίδραση, αλλιώς θα έπρεπε να ομολογήσει τα ανομολόγητα. Την αστυνομική καταπίεση, την εκτεταμένη φτώχεια, την επιδείνωση της ζωής που έχει προκαλέσει η πολιτική των τελευταίων δεκαετιών. Η έκταση της αναταραχής ανάγκασε τον Βρετανό πρωθυπουργό να επιστρέψει άρον άρον από τις διακοπές και να συγκαλέσει τη Βουλή σε ειδική συνεδρίαση, όπου το αποτέλεσμα είναι προβλεπόμενο: ένταση της καταστολής. 

Την ίδια στάση υπέρ της καταστολής κράτησε και ο Εντ Μίλιμπαντ, αρχηγός του Εργατικού Κόμματος που ζήτησε ακόμη μεγαλύτερη αστυνόμευση. Ο Εργατικός βουλευτής Τομ Γουάτσον κάλεσε να χρησιμοποιηθεί ο στρατός για την καταστολή των ταραχών, ενώ ο Συντηρητικός Π. Μέρσερ ζήτησε να εφαρμοστούν στο Λονδίνο τα κατασταλτικά μέτρα που είχαν χρησιμοποιηθεί στη Β. Ιρλανδία. Ο φόβος που διαπερνά τις ελίτ προέρχεται από την επίγνωση ότι η πολιτική που εφαρμόζουν εξοντώνει μια ολόκληρη γενιά νέων των φτωχών και εργαζόμενων στρωμάτων που εκφράζουν δυσαρέσκεια και μίσος για το πολιτικό και κοινωνικό κατεστημένο.

Ήδη έχουν γίνει συλλήψεις 1.000 ατόμων , ακόμη και 12 χρονων παιδιών, και σε 100 έχουν απευθύνει κατηγορίες. Σ΄ αυτούς περιλαμβάνονται έφηβοι, νεαροί εργάτες και άνεργοι απόφοιτοι πανεπιστημίων, διαψεύδοντας τους ισχυρισμούς των ΜΜΕ ότι πρόκειται για άτομα του περιθωρίου με εγκληματικές τάσεις .

Είναι λάθος να ειπωθεί ότι οι ταραχές είναι απολίτικες, λέει ο Ντάνιελ Χιντ (Al Jazeera 9/8). Άλλος ένας μαύρος Λονδρέζος δολοφονήθηκε από την αστυνομία η οποία, υποτίθεται, είναι αρμόδια για την προστασία των ανθρώπων. Και αυτό είναι ένα βαθιά πολιτικό θέμα. Ακόμη, επισημαίνει πως όταν πολλοί νέοι άνθρωποι αποφασίζουν να συγκρουστούν με τις δυνάμεις του “νόμου και της τάξης” και να επιδοθούν σε καταστροφές, αν και τα κίνητρα είναι διαφορετικά, οι πράξεις τους μπορούν να κατανοηθούν μόνο με πολιτικούς όρους -- “διότι δεν υπάρχουν πολλοί απ΄ όσους λένε τις συνήθεις κοινοτοπίες που να γνωρίζουν από πρώτο χέρι τι σημαίνει να είσαι νέος, φτωχός και να ζεις στο κέντρο των βρετανικών πόλεων. ...Ίσως θα έπρεπε να ρωτήσουμε αυτούς τους νέους πριν ξεστομίσουμε τη φράση “ανεγκέφαλη βία””.

Η οργή που εκδηλώθηκε ήταν κατ΄ αρχάς μια μαζική αντίδραση στην αστυνομική βία. “Πρόκειται για ένα μαζικό ξεσηκωμό”, λέει ο Άγγλος δημοσιογράφος Ντάρκους Χάουι στο αμερικανικό δίκτυο Democracy Now!, που έρχεται από τα βάθη της κοινωνίας, από τη συλλογική συνειδητοποίηση λευκών και κυρίως μαύρων νέων της αναίτιας και συστηματικής αστυνομικής παρενόχλησης. Από τη δυσανεξία που προκαλεί το να σε σταματούν και να σου κάνουν σωματική έρευνα στο δρόμο, πολλές φορές την ημέρα. Παλιότερα, για να σταματήσουν κάποιον στο δρόμο και να του κάνουν έρευνα έπρεπε να έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη. Επί Μπλερ, οι σχετικοί νόμοι αντικαταστάθηκαν με την αντιτρομοκρατική νομοθεσία που σημαίνει ότι η αστυνομία μπορεί να σταματά και να κάνει σωματική έρευνα στον οποιονδήποτε, οπουδήποτε και οποιαδήποτε στιγμή χωρίς λόγο. Οι σχολιαστές μιλούν για θεσμοποιημένο ρατσισμό ενάντια στις μειονότητες και στους πιο φτωχούς. Αναφέρεται ότι από το 1998 333 άτομα έχουν πεθάνει στα χέρια της αστυνομίας και ουδείς αστυνομικός έχει τιμωρηθεί γι΄ αυτούς τους θανάτους. Οι δολοφονίες μελών των φτωχών στρωμάτων από την αστυνομία είναι κοινωνικά αποδεκτές, αλλά οποιαδήποτε αντίδραση σ΄ αυτές αντιμετωπίζεται με τη βία του κράτους. Η “εγκληματικότητα” ορίζεται, ως συνήθως, με δύο μέτρα και δύο σταθμά στις δυτικές δημοκρατίες. Για αυτά τα γεγονότα υπήρξαν πολλές ειρηνικές διαμαρτυρίες οι οποίες αγνοήθηκαν πλήρως τόσο από τον Τύπο όσο και από τις Αρχές. Μια τέτοια διαμαρτυρία που όχι μόνο αγνοήθηκε, αλλά και χτυπήθηκε από την αστυνομία αποτέλεσε την αφορμή και των πρόσφατων ταραχών.

Το γεγονός ότι “δεν ακούγονται” ρίχνει φως στο ξέσπασμα της νεανικής οργής και στις μορφές που αυτή παίρνει, υποστηρίζει ο μπλόγκερ Ρίτσαρντ Σίμουρ, επικαλούμενος τη δήλωση ενός νέου σε δημοσιογράφο. “Νομίζεις ότι αυτές οι οχλοκρατικές διαμαρτυρίες είναι ο σωστός τρόπος για να κερδίσεις αυτό που θέλεις;”, ρωτά ο δημοσιογράφος. Και ο νέος απαντά: “Ναι, επειδή αν δεν κάναμε αυτές τις φασαρίες δεν θα μας μιλούσες καν” (συνέντευξη στο Democracy Now! 9/8).
 
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανάλυση του Άλεξ Καλίνικος από το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα ( New Left Project) που επιχειρεί να κάνει μια σύγκριση των σημερινών γεγονότων με τις ταραχές που είχε ξεσπάσει στο Μπρίξτον το 1981. Οι σημερινές ταραχές, υποστηρίζει, είναι μια στοιχειακή έκρηξη των στερημένων δικαιωμάτων νέων της εργατικής τάξης που κατοικούν στα κέντρα των πόλεων. Αυτό που τους ώθησε ήταν το μίσος για την αστυνομία που λειτούργησε σαν αλεξικέραυνο για όλες τις άλλες αιτίες της δυσαρέσκειας. Τα βασικά χαρακτηριστικά τους ήταν ίδια μ΄ αυτά των ταραχών του 1981 και αυτών που έγιναν στα αμερικανικά γκέτο τη δεκαετία του 1960 και στο Λος Άντζελες το 1992. Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένες διαφορές: Η πολιτική αποξένωση είναι ακόμη μεγαλύτερη σήμερα, εν μέρει χάρη στους Νέους Εργατικούς , αλλά και εξαιτίας της μείωσης του μαύρου εθνικισμού και της σκληρής αριστεράς των Εργατικών που ήταν φαινόμενα έντονα και συνυφασμένα τη δεκαετία του 1980. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα ξεσπάσματα αυτά είναι αποπολιτικοποιημένες “εγκληματικές πράξεις” . Πολλοί απ΄ αυτούς τους νέους συμμετείχαν στις μαθητικές και φοιτητικές διαμαρτυρίες του περασμένου χειμώνα και αυτό μαρτυρείται από τη συχνότητα με την οποία αναφέρονται στην κατάργηση του εκπαιδευτικού επιδόματος. 

Η λεηλασία, ως μορφή ενός καταναλωτισμού του τύπου “κάν΄ το μόνος σου, είναι πιο έντονο στοιχείο από ό,τι τριάντα χρόνια πριν και αντανακλά την έντονη εμπορευματοποίηση των επιθυμιών στη νεοφιλελεύθερη εποχή: Αυτό δεν σημαίνει ότι όσοι λεηλατούν είναι αυτόματα που οδηγούνται από το φετιχισμό του εμπορεύματος, αλλά ότι η εξέγερσή τους διαμορφώνεται από τις αξίες που κυριαρχούν στην κοινωνία. Πιο ενδιαφέρων είναι ο αντίκτυπος της μεταβαλλόμενης οικονομικής γεωγραφίας του Λονδίνου : ένα από τα δύο παγκόσμια χρηματοπιστωτικά κέντρα, χαρακτηρίζεται από μια εξόφθαλμη πόλωση μεταξύ πλούσιων και φτωχών. Όμως, υπάρχουν γειτονιές όπου ζουν δίπλα-δίπλα πλούσιοι και φτωχοί. Αυτή η συνύπαρξη επίσης δεν υπήρχε τη δεκαετία του 1980.

Οι ταραχές αυτές δεν είναι συνειδητά πολιτικά κινήματα. Όμως, μπορούν να κατανοηθούν μέσω μιας πολιτικής ανάλυσης που εκκινεί από την ταξική αντιπαλότητα που διαμορφώνει όλο και πιο βαθιά τη ζωή . Η επαναστατική αριστερά, επισημαίνει, πρέπει να αντισταθεί σταθερά στον ηθικό πανικό που εκφράζεται από τα ΜΜΕ και τους πολιτικούς και να αρνηθεί να καταδικάσει τους ταραξίες – όχι επειδή αποτελούν μια νέα πρωτοπορία, αλλά επειδή η ευθύνη για ό,τι συμβαίνει βρίσκεται σε αυτούς που έχουν επιτρέψει να καλλιεργηθεί και να αυξηθεί η ανισότητα, η φτώχεια, ο ρατσισμός και η αστυνομική βία.

Δεν υπάρχει μονοδιάστατο νόημα σ΄ αυτό που συμβαίνει στο Λονδίνο και αλλού, λέει ο Ντάνιελ Χιντ (ό.π.). Υπάρχουν όμως συνδέσεις που μπορούν και πρέπει να γίνουν. “Η παγκόσμια οικονομική κρίση είναι εξίσου πολιτική όσο και οι ταραχές των τελευταίων ημερών. Δεν χρειάζεται να τραβήξουμε μια ευθεία γραμμή ανάμεσα στις διασώσεις των τραπεζών και σ΄ αυτό που συμβαίνει τώρα στο Λονδίνο. Αλλά δεν πρέπει να χάνουμε από τα μάτια μας ότι και τα δύο γεγονότα μιλούν για την τρέχουσα κατάστασή μας. ... Μια κοινωνική και πολιτική τάξη πραγμάτων που επιβραβεύει το βανδαλισμό και τη λεηλασία της δημόσιας περιουσίας όταν οι αυτουργοί είναι αρκετά πλούσιοι και ισχυροί”.
 
(Πηγές: The Guardian, Democracy Now!, Al Jazeera, WSWS, New Left Project)

Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2011

Τα γεγονότα της Νομικής και η χαμένη τιμή της Αριστεράς


Του Παντελή Αυθίνου ΑΡΙΣΤΕΡΟ  ΒΗΜΑ
Τα γεγονότα που εξελίχθηκαν το τριήμερο 25-27 Ιανουαρίου στην Νομική αποτελούν χωρίς αμφιβολία μια από τις πιο σημαντικές στιγμές του αντιρατσιστικού και μεταναστευτικού κινήματος στην Ελλάδα. Ήταν η αποφασιστική μαχητική εμφάνιση των ίδιων των μεταναστών μέσα στην συγκυρία. Ήταν η διεκδίκηση τους να αποτελέσουν και αυτοί οργανικό κομμάτι των αγώνων που εξελίσσονται, ενάντια στις κεντρικές επιλογές της ελληνικής άρχουσας τάξης, ενάντια στο μνημόνιο, την κυβέρνηση, την Ε.Ε., το ΔΝΤ.

Ήταν όμως ακόμα κάτι εξίσου σημαντικό. Ήταν μια ευκαιρία να αναζωογονηθεί το ίδιο το πανεπιστημιακό άσυλο. Να σπάσει η πραγματικότητα που προσπαθούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα να επιβάλλει η κυβέρνηση. Δηλαδή, να ανατραπεί η εικόνα ενός πανεπιστημιακού ασύλου που υπάρχει αρκεί να μην χρησιμοποιείται.

Η απεργία πείνας των μεταναστών μέσα στην Νομική, ήταν η πρώτη πραγματική χρήση του πανεπιστημιακού ασύλου με την ευρύτητα της εννοίας του, που έγινε μετά από πάρα πολλά χρόνια και έδινε στο άσυλο την πραγματική του σημασία. Άσυλο των αγωνιζόμενων, άσυλο των προλεταριακών αγώνων, των αγώνων των εργαζομένων και της νεολαίας. Την έννοια που είχε αποκτήσει μέσα από τους μαζικούς λαϊκούς αγώνες.

Γι’ αυτό και ο αγώνας αυτός έπρεπε να υποστηριχτεί, χωρίς ταλαντεύσεις, από την αρχή και από όλη την αριστερά.

Συνέβη όμως το αντίθετο. Το ΚΚΕ -αφού πρώτα για λόγους πολιτικού καθωσπρεπισμού, δήλωσε την υποστήριξη του στα δίκαια αιτήματα των μεταναστών- προχώρησε στην γνωστή αρχέτυπη καταγγελία κάθε ριζοσπαστικής μορφής διεκδίκησης και δράσης. Διακήρυξε δηλαδή ότι ο αγώνας αυτός δεν προάγει τις διεκδικήσεις των μεταναστών. Ότι γίνεται αντικειμενικά εργαλείο στα χέρια της κυβέρνησης και των καπιταλιστών. Από την αρχή δηλαδή το μεγαλύτερο κόμμα της Αριστεράς, άφησε τους μετανάστες ακάλυπτους στις πιέσεις της Διαμαντοπούλου του Παπουτσή και του Πρετεντέρη.

Αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έδειξε καλύτερα αντανακλαστικά απέναντι στην όντως σοβαρή μάχη που ξεκινούσε. Κρατώντας αποστάσεις από την παρουσία των μεταναστών στην Νομική, εξέφρασε την αλληλεγγύη του στα αιτήματα τους. Όταν όμως ήλθε η ώρα της άρσης του ασύλου από τον Πρύτανη του Πανεπιστημίου, επέπληξε τους μετανάστες που δεν δέχτηκαν να μετακινηθούν αμέσως στο απαράδεκτο κτήριο της οδού Πατησίων όπου βρίσκονται αυτήν την στιγμή. Και οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, αντί να βρεθούν στην πρώτη γραμμή της αντίστασης και της υπεράσπισης του δικαιώματος των μεταναστών στην χρήση του ασύλου, βρέθηκαν επικεφαλής στην διοργάνωση της έξωσης τους από την Νομική.

Ευτυχώς η ΑΝΤΑΡΣΥΑ κινήθηκε από την αρχή με γνώμονα την στήριξη του αγώνα των μεταναστών, την στήριξη της παρουσία τους στην Νομική και όχι μόνο την στήριξη των αιτημάτων τους. Οι αγωνιστές και αγωνίστριες της, βρέθηκαν στον χώρο υλοποιώντας με συνέπεια αυτήν την γραμμή μέχρι τέλους.

Οι ΕΑΑΚ από την πλευρά τους στήριξαν την παρουσία των μεταναστών στον χώρο της Νομικής, απέτρεψαν σε συνεργασία με την ΑΡ.ΕΝ. τις προσπάθειες της ΔΑΠ και της ΠΑΣΠ να δημιουργήσουν κλίμα κρίσης. Και το κάλεσμα των ΕΑΑΚ για συγκέντρωση στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου το βράδυ της Πέμπτης 27 Ιανουαρίου, έδωσε την δυνατότητα να συγκροτηθεί η πορεία συμπαράστασης, που πολιόρκησε εξωτερικά της αστυνομικές δυνάμεις, που είχαν αποκλείσει την Νομική.

Πολλοί υποστηρίζουν ότι η παρουσία των μεταναστών στην Νομική ήταν λάθος, υπονόμευσε το άσυλο, αποπροσανατόλισε από τα πραγματικά μέτωπα. Πρόκειται για την λογική του ρεφορμιστή και του γραφειοκράτη, ο οποίος –όπως έλεγε και η Λούξεμπουργκου- αναζητά τις προϋποθέσεις της ωριμότητας των αγώνων στα συρτάρια του γραφείου του. Είναι προφανές ότι δεν μπορεί να στεφθεί με επιτυχία ένας αγώνας που κανείς δεν θέλει να στηρίξει και όλοι τον οδηγούν σε απομόνωση. Μέσα σε τέτοιες συνθήκες η θεωρία του «λάθους» αποτελεί αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Μια προφητεία που φροντίζουν για την εκπλήρωση της οι ίδιοι που την παράγουν. Φυσικά αν η Αριστερά σύσσωμη υπεράσπιζε ενεργητικά το δικαίωμα των μεταναστών να βρίσκονται στην Νομική, πολύ αμφιβάλλω αν η κυβέρνηση Παπανδρέου θα τολμούσε να παραβιάσει το άσυλο.

Εννοείται βέβαια ότι χρειάζεται να υπάρχει μια Αριστερά, που τολμά να δώσει την μάχη με τον ρατσισμό, και να την κερδίσει απέναντι στα ΜΜΕ τον ΛΑΟΣ και το σύνολο των ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους.

Και τέτοια Αριστερά δεν υπάρχει στην Ελλάδα. Αντίθετα υπάρχει μια Αριστερά (η αριστερά του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ) που τρέμει στην ιδέα ότι θα χρειαστεί να δώσει μάχες που βγαίνουν έξω από τα πλαίσια που θέτει κάθε φορά η ίδια η άρχουσα τάξη. Μια Αριστερά που εξ’ αιτίας αυτής της προγραμματικής – στρατηγικής και τακτικής αδυναμίας της, απέτυχε να οργανώσει τον αγώνα για την ανατροπή του μνημονίου παρά τις μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις της 5ης του Μάη και της 15 του Δεκέμβρη του 2010.

Ακόμα χειρότερα στο θέμα των μεταναστών, η Αριστερά στην Ελλάδα αρνείται συστηματικά να εκπονήσει μια στρατηγική, που θα εντάσσει τον αγώνα τους για νομιμοποίηση – πολιτικό άσυλο – ίσα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα, στην συνολική πάλη του εργατικού κινήματος.

Στην περίπτωση της Νομικής οι αδυναμίες της Αριστεράς φάνηκαν σε όλο τους το μεγαλείο. Το πρώτο στοιχείο που χαρακτήρισε την στάση της, ήταν η άποψη ότι το γήπεδο του μεταναστευτικού είναι γήπεδο της κυβέρνησης και όχι «δικό μας». Λες και η επιλογή «γηπέδου» είναι στην ευχέρεια των κινημάτων και της Αριστεράς. Λες και έχουμε την πολυτέλεια να πούμε, ότι αυτόν τον αγώνα δεν θα τον δώσουμε, άσχετα αν η κυβέρνηση ετοιμάζει στρατόπεδα συγκέντρωσης και φράχτες στον Έβρο.

Το δεύτερο στοιχείο που καθόρισε την στάση της Αριστεράς είναι η επιμονή ότι το μεταναστευτικό δεν βρίσκεται στην ατζέντα του αντιμνημονιακού αγώνα. Λες και η χρήση του ρατσισμού, η διαίρεση των εργαζομένων στην Ελλάδα με φυλετικές και εθνικές προκαταλήψεις, δεν είναι τμήμα της συνολικής προσπάθειας τροποποίησης του πολιτικού σκηνικού προς τα δεξιά. Λες και δεν αποτελεί το ζήτημα του ρατσισμού μοχλό για την θωράκιση του αυταρχισμού και αυτής της ιδιότυπης «κοινοβουλευτικής δικτατορίας» που βιώνουν οι προλεταριακές τάξεις της χώρας. Και όμως, σε όλα τα άρθρα που διάβασα σχετικά με το θέμα της Νομικής, αν και υπάρχει όντως το σύνολο των κρίσιμων μετώπων, απουσιάζει από παντού το μέτωπο της πάλης των μεταναστών. Αν όμως στην μάχη που δίνουμε, αφήσουμε απ’ έξω αυτόν το μέτωπο, τότε δεν θα έχουμε κλείσει την κερκόπορτα, μέσα από την οποία θα περάσει ο εφιάλτης της υπονόμευσης της συνολικής σύγκρουσης με το μνημόνιο.

Το τρίτο στοιχείο είναι η υποτίμηση των ίδιων των μεταναστών. Για το ΚΚΕ και τον ΣΥΡΙΖΑ οι μετανάστες δεν αποτελούν αυτόνομο τμήμα του προλεταριάτου ικανό να οργανώσει δικούς του αγώνες. Οι μετανάστες παρουσιάζονται σαν κατώτερης πολιτικοποίησης προσωπικότητες που «πατρονάρονται». Θα αποφύγω να χαρακτηρίσω αυτήν την στάση με τον χαρακτηρισμό που της αξίζει. Θα υπογραμμίσω όμως ότι η άποψη αυτή παραγράφει τους αγώνες που έδωσαν οι ίδιοι οι μετανάστες τα τελευταία χρόνια. Τους αγώνες των αγρεργατών, τους αγώνες της Μανολάδας, της Μηχανιώνας, της Σκάλας Λακωνίας, των Ιωαννίνων πρόσφατα. Παραγράφει την μαζική συμμετοχή της μεταναστευτικής νεολαίας στην εξέγερση του Δεκέμβρη. Παραγράφει τους αγώνες για πολιτιστική και θρησκευτική ελευθερία, όπως η διαδήλωση για το κοράνι.
Οι μετανάστες δεν πατρονάρονται. Είναι ένα τμήμα του προλεταριάτου που αναπτύσσει τους δικούς του αγώνες. Και η θεωρία του «πατροναρίσματος» στοχεύει στο να απαξιώσει την αναγκαία δουλειά της συμπαράστασης που χρειάζεται να αναπτύξει από την πλευρά της Αριστερά.

Επιστέφω εκεί που ξεκίνησα. Η απεργία πείνας των μεταναστών στην Νομική ήταν η δική τους αποφασιστική είσοδος στο σκηνικό των αγώνων της περιόδου που διανύουμε. Μετά από την Νομική καμία αγωνιστική πρόταση, καμία προγραμματική διακήρυξη, δεν θα είναι επίκαιρη και επαρκής, αν δεν συγκρουστεί με τις ρατσιστικές και αντιμεταναστευτικές πολιτικές της κυβέρνησης και της Ε.Ε.

Τελειώνω με ένα εξίσου κρίσιμο στοιχείο. Η υπόθεση της Νομικής ανέδειξε και μια βασική αδυναμία του αντιρατσιστικού και μεταναστευτικού κινήματος. Την έλλειψη ενότητας. Πρώτο δείγμα της, η άρνηση των οργανώσεων και κινήσεων που οργάνωσαν την συμπαράσταση στους μετανάστες της Νομικής, να συντονιστούν με τις απεργίες πείνας των αφγανών των ιρανών και των παλαιστίνιων πολιτικών προσφύγων. Δεύτερο δείγμα της, η άρνηση αυτών των ίδιων πολιτικών κινήσεων και ομάδων, να δεχτούν την συμμετοχή της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην οργάνωση της συμπαράστασης. Και όμως, αν είχε επιτευχθεί η ενότητα, θα υπήρχε και το απαραίτητο αντίβαρο στην απομόνωση, στην οποία οδηγούσε η άρνηση του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ να στηρίξουν αυτόν τον αγώνα.

Η απεργία πείνας των μεταναστών συνεχίζεται. Υπάρχει ακόμα η δυνατότητα να γίνουν όλα όσα πρέπει, προκειμένου να οδηγηθεί σε νικηφόρο αποτέλεσμα.

Τρίτη 28 Δεκεμβρίου 2010

Βία και Αριστερά

 
The 1831 Queen Square riot in Bristol. By The book's text by JF Nicholls (d. 1883) and John Taylor (d. 1893). Death dates citation: doi:10.1093/library/s1-V.1.86. Images by unknown engravers, and thus are PD due to age, per the relevant British legislation [Public domain], via Wikimedia Commons

του Άρη Θαλασσινού

Η διαφαινόμενη όξυνση της ταξικής πάλης, που φέρνουν το μνημόνιο, η εξαθλίωση και η προοπτική της χρεωκοπίας, ωθεί στην πρώτη γραμμή της αντιπαράθεσης το ζήτημα της βίας και στις τρεις διαστάσεις του: Ως πολιτικό- πρακτικό πρόβλημα του λαϊκού κινήματος, που χρειάζεται αποτελεσματικές απαντήσεις στη βία του ολιγαρχικού- απολυταρχικού κράτους. Ως ιδεολογικό πρόβλημα, αντιμετώπισης του διαρκούς ψυχολογικού πολέμου που διεξάγουν τα αστικά μέσα ενημέρωσης για την τρομοκράτηση του λαού και την παράλυση των αγωνιστικών αντανακλαστικών. Και ως θεωρητικό- πολιτιστικό πρόβλημα στο εσωτερικό της Αριστεράς, απέναντι στη συνωμοσιολογία των γραφειοκρατών που αναγορεύουν σε προβοκάτσια κάθε αυθόρμητη έκρηξη των μαζών και στην αναρχίζουσα αποθέωση της βίας, που προβιβάζει τον χουλιγκανισμό σε επανάσταση.

1. Η αντιμετώπιση του αστυνομικού κράτους εκτάκτου ανάγκης

Ο κοινωνικός Αρμαγεδδώνας που έχουν εξαπολύσει κυβέρνηση και τρόικα σέρνει μαζί του μια απολυταρχική εκτροπή με κοινοβουλευτικό μανδύα. Ουσιαστικά, η χώρα έχει κηρυχθεί σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, η οποία τείνει να μετατραπεί σε μόνιμο καθεστώς. Τα δικαστήρια λειτουργούν ως έκτακτα, διαρκή απεργοδικεία, κατ’ αναλογία με τα έκτακτα, διαρκή στρατοδικεία του εμφυλίου πολέμου. Κάθε απεργία που θα ξεπεράσει τα όρια μιας λιτανείας της ΓΣΕΕ είναι βέβαιο ότι θα κηρυχθεί παράνομη και καταχρηστική, ενώ κάθε εργοδοτική παρανομία, όπως οι ατομικές συμβάσεις με το πιστόλι της απόλυσης στον κρόταφο του εργαζόμενου, σύννομη και λογική.
Εν όψει συλλαλητηρίων, επιβάλλεται προληπτικά απαγόρευση της κυκλοφορίας οχημάτων στο κέντρο της πόλης επί 24ωρο, ενώ οι πορείες διαλύονται πριν φτάσουν στη Βουλή με γκλομπς και καρκινογόνα χημικά αέρια. Η προκλητική παρουσία εκατοντάδων χαφιέδων, που δεν ξεχωρίζουν εμφανισιακά από τους διαδηλωτές, έχει στόχο να σπείρει τη δυσπιστία στους πολίτες, που θα αναρωτιούνται αύριο, στην επόμενη πορεία, αν ο διπλανός τους είναι αγανακτισμένος διαδηλωτής ή επαγγελματίας προβοκάτορας που θα κάψει την επόμενη Μαρφίν.

Στο έργο της τρομοκράτησης συνεργάζονται, φτάνοντας τα όρια της συγχώνευσης, οι παραδοσιακοί κατασταλτικοί μηχανισμοί με τους κατ’ εξοχήν ιδεολογικούς μηχανισμούς του σύγχρονου καπιταλισμού, τα ΜΜΕ και ιδιαίτερα την τηλεόραση. Τι θα ήταν ο ΜΑΤατζής που ανοίγει κεφάλια φοιτητών και ψεκάζει με χημικά τον Μανώλη Γλέζο χωρίς τον μεγαλοδημοσιογράφο που δεν βλέπει τίποτα από αυτά και αναγουλιάζει μόνο μπροστά στην ανοιγμένη μύτη του Χατζηδάκη;

Απέναντι σ’ αυτή την ψαρωτική επίδειξη δύναμης, το μαζικό λαϊκό κίνημα δεν μπορεί να αντιτάξει μόνο ρητορικές επιδείξεις ανήμπορης οργής. Είναι καιρός να περάσει από το όπλο της κριτικής στην κριτική των όπλων- των δικών του όπλων, της μαζικής, λαϊκής ανυπακοής και της επιβολής των δημοκρατικών δικαιωμάτων των πολλών πάνω στον επωαζόμενο ολοκληρωτισμό των λίγων. Αυτό σημαίνει:

-Τη ματαίωση της ποινικής απαγόρευσης απεργιών και της πολιτικής επιστράτευσης με πολιτική ανυπακοή, που θα στηριχτεί από το σύνολο των αριστερών κομμάτων και οργανώσεων με γενική, συντονισμένη κινητοποίηση αλληλεγγύης (ανθρώπινες ασπίδες έξω από χώρους εργασίας), όπως επίσης από τους δικηγορικούς συλλόγους, συνταγματολόγους κλπ.

-Την ανακατάληψη των δρόμων και της πλατείας Συντάγματος, ως δημόσιων χώρων ελεύθερης έκφρασης, από τις δυνάμεις καταστολής και την επιβολή στην πράξη του δικαιώματος της πορείας, με συντονισμένη, πειθαρχημένη και αποφασιστική κινητοποίηση όλης της πολιτικής και κοινωνικής Αριστεράς (και με εξέχουσες προσωπικότητές της στην πρώτη γραμμή των συλλαλητηρίων).

-Τη συγκρότηση ενός αριστερού δικτύου παρακολούθησης και καταγραφής της δράσης των κατασταλτικών και παρακρατικών μηχανισμών, άμεσης ενημέρωσης στη διάρκεια των συλλαλητηρίων, με χρήση των νέων, διαδικτυακών μέσων (blogs, twitter κ.α.). Ιδιαίτερο ρόλο μπορούν να παίξουν αριστεροί δημοσιογράφοι στην καταχώρηση ντοκουμέντων (φωτογραφίες, βίντεο) από τη δράση του παρακράτους και το ηλεκτρονικό «φακέλλωμα» των παρακρατικών, ώστε να τρομοκρατηθούν οι τρομοκράτες!

-Τη δημιουργία μηχανισμού υποστήριξης των θυμάτων κρατικής βίας και των διαδηλωτών που συλλαμβάνονται από τις δυνάμεις καταστολής, τόσο στη διάρκεια των ίδιων των συλλαλητηρίων όσο και μετά από αυτά, με τη συμμετοχή προοδευτικών νομικών και δημοσιογράφων.

-Τη μελέτη και αξιοποίηση της πείρας άλλων κινημάτων (ιδιαίτερα του κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης, βλ. Σιάτλ, Γκέτεμποργκ και ιδίως Γένοβα) αναφορικά με τη μαζική, λαϊκή αυτοάμυνα στην αστυνομική και παρακρατική βία.

-Τη «στοχοποίηση», με την πολιτική έννοια, από το μαζικό κίνημα, με μορφές συμβολικής περικύκλωσης, αποκλεισμού, δημιουργίας πανδαιμόνιου με μεγάφωνα, μποϊκοτάζ, αποκαλύψεων κ.ο.κ, των μεγάλων συγκροτημάτων της ενημέρωσης που παίζουν τον πιο βρώμικο ρόλο στον κοινωνικό πόλεμο και των μεγαλοστελεχών τους, που λειτουργούν σαν πληρωμένοι μπράβοι του κεφαλαίου.

2. Η ιδεολογική τρομοκρατία των Εξορκιστών της βίας
Οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του συστήματος αξιοποιούν στο έπακρο περιστατικά τυφλής βίας (αν δεν τα οργανώνουν ή συνδαυλίζουν οι ίδιες οι υπηρεσίες τους), από το απολίτικο μπάχαλο προς το οποίο τείνουν περιθωριοποιημένα ή απειλούμενα με περιθωριοποίηση κομμάτια του πληθυσμού, μέχρι εγκληματικές ενέργειες τύπου Μαρφίν. Καλλιεργώντας την ιδέα ότι η Αριστερά, ακόμη κι αν δεν έχει άμεση σχέση με παρόμοιες πρακτικές, ευθύνεται για την ηθική τους νομιμοποίηση- λόγω της ανατρεπτικής της ιδεολογίας, που δεν αναγνωρίζει τη «δημοκρατική νομιμότητα»- ασκούν έντονη ιδεολογική πίεση στις αριστερές ηγεσίες να δίνουν κάθε τόσο διαπιστευτήρια κοινοβουλευτικής υπεθυνότητας, με πορείες- κομματικές παρελάσεις και αποχή από οποιαδήποτε δυναμική μορφή αγώνα.

Αυτός ο ψυχολογικός πόλεμος της κυρίαρχης τάξης έχει αποτελέσματα γιατί η Αριστερά δεν έχει καταφέρει μέχρι τώρα να διαλύσει τον βασικό πυρήνα του: Την ψευδή αντίληψη ότι η βία, είτε προέρχεται από το στρατόπεδο της κοινωνικής διαμαρτυρίας, είτε έστω από τους Πραιτωριανούς του συστήματος, αποτελεί προσωρινή «εκτροπή» (δικαιολογημένη ή όχι) από μια ομαλή, ειρηνική κατάσταση πραγμάτων, που εκπροσωπεί, τάχα, τον κανόνα της καθημερινότητας σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία.

Στην πραγματικότητα συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο: Η αθόρυβη βία είναι διαρκώς παρούσα, σαν το αίμα που κυλάει στις αρτηρίες του συστήματος- από τη ρητή βία του επιστάτη μέχρι την άρρητη βία που ασκεί στον εργαζόμενο ο τρόμος της ανεργίας και της έκπτωσης στη φτώχεια. Το δημοκρατικό πρόσωπο του ειρηνικού, ομαλού καπιταλισμού απεικονίζεται πάνω στη μορφή της Κωνσταντίνας Κούνεβα. Έπειτα, το κλασικό μαρξιστικό σχήμα κατά το οποίο ο καπιταλισμός στηρίχθηκε στην ωμή, εξωοικονομική βία μόνο κατά τη βρεφική ηλικία της πρωταρχικής συσσώρευσης και ότι στη μετέπειτα, «κανονική» ανάπτυξή του αυτή η πολιτική, εξωοικονομική βία περιορίζεται στο ρόλο της εφεδρείας για τις δύσκολες στιγμές, είναι ελλιπές: Παραλείπει να σημειώσει (κάτι που έκανε η Λούξεμπουργκ) ότι ο καπιταλισμός είναι αναγκασμένος να επιστρέφει διαρκώς στο προπατορικό αμάρτημα της πρωταρχικής συσσώρευσης, της αναπαραγωγής με την ανοιχτή βία, πειρατεία και καταστροφή, για να ξεπερνά τις κρίσεις του και να εξασφαλίζει την αναπαραγωγή του. Τα φαινόμενα της αποικιοκρατίας, του ιμπεριαλισμού και του φασισμού αυτό υποδηλώνουν, σε γιγαντιαία κλίμακα.

Στην εποχή μας, η γυμνή, εξωοικονομική βία γίνεται οργανικό, εσωτερικό συστατικό των μηχανισμών αναπαραγωγής ενός ολιγαρχικού, «ολοκληρωτικού» καπιταλισμού σε τροχιά ιστορικής κρίσης. Ο καπιταλισμός της «γενικής διάνοιας», που στηρίζεται στη χωρίς προηγούμενο κοινωνικοποίηση της γνώσης- με το Ίντερνετ να αντιπροσωπεύει την πρώτη, πραγματικά παγκόσμια παραγωγική δύναμη του ανθρώπου- επιστρατεύει τις μεθόδους «περίφραξης γης» (enclosures), της πρωταρχικής συσσώρευσης, για να περιφρουρήσει τα «πνευματικά δικαιώματα», τις πατέντες, τα προϊόντα της πνευματικής εργασίας. Η παγκοσμιοποίηση που κηρύσσει την κατάργηση των οικονομικών συνόρων, γράφει τα γεωγραφικά σύνορα των νέων ζωνών επιρροής με πυρωμένο σίδερο πάνω στο σώμα των εθνών, όπως έγινε στο Ιράκ. Αυτοί που δοξάζουν τη μη βία και τα ανθρώπινα δικαιώματα, βομβάρδισαν ανηλεώς τη Σερβία για να φτιάξουν στο Κόσοβο ένα άθλιο προτεκτοράτο με πρωθυπουργό έναν αρχιμαφιόζο, επικεφαλής σπείρας που βιάζει και σκοτώνει μετανάστες για να πουλήσει τα νεφρά τους σε κλινικές μεταμοσχεύσεων της πολιτισμένης Ελβετίας.

Καθώς στις μέρες μας δεν είναι δυνατή η εκτόνωση της ιστορικής κρίσης που περνάει το σύστημα μέσω ενός νέου, μεγάλου πολέμου που θα καταστρέψει πλεονάζοντα κεφάλαια και παραγωγικές δυνάμεις, η εφιαλτική «εξυγίανση» γίνεται εσωτερικά, μέσω του παγκόσμιου, εμφυλίου πολέμου, που έχει κηρύξει μονομερώς το χρηματιστικό κεφάλαιο. Η αποπληρωμή του εξωτερικού χρέους αποτελεί βασικό μηχανισμό βίαιης λεηλασίας ολόκληρων λαών από το διεθνές τοκογλυφικό κεφάλαιο, απείρως μεγαλύτερης κλίμακας από τα ανδραγαθήματα γενιών ολόκληρων «κονκισταδόρες» στη Λατινική Αμερική. Χρειάζεται υποκρισία χιλίων καρδιναλίων για βγαίνουν ανερυθρίαστα στα γεγονότα των οκτώ και να καταδικάζουν τη «βία» οι εκπρόσωποι μιας κατοχικής δύναμης, που ξεκληρίζει από τη μια στιγμή στην άλλη χιλιάδες κι εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους, που κόβει τις εξετάσεις καρκινοπαθών και τα παπούτσια διαβητικών που απειλούνται με ακρωτηρισμό. Όταν οι ίδιοι άνθρωποι καταγγέλλουν την Αριστερά ως υπεύθυνη για κάθε σπασμένο τζάμι, αλλά δεν βρίσκουν ούτε μία λέξη για τη δήλωση του Άδωνι Γεωργιάδη ότι «όταν δρα η Αστυνομία, αναπόφευκτο είναι να σκοτωθούν και αθώοι», το συμπέρασμα είναι ότι ο εκφασισμός προχωρά ακάθεκτος από το πολιτικό περιθώριο στο πολιτικό «κέντρο».

Ο Τζιόρτζιο Αγκάμπεν ανέδειξε μια αινιγματική φιγούρα του ρωμαϊκού Δικαίου, τον homo sacer, τον παρία που έχει εξοστρακιστεί εκτός νομιμότητας της πόλης και τον οποίο μπορεί να φονεύσει ατιμώρητα οποιοσδήποτε πολίτης, πράγμα που τον καταδικάζει να ζει σε μια γκρίζα ζώνη μεταξύ ύπαρξης και ανυπαρξίας, σαν ζωντανός- νεκρός, λυκάνθρωπος, φάντασμα. Χθες, στη θέση του homo sacer βρέθηκαν οι ξεριζωμένοι προλετάριοι της Νέας Ορλεάνης, σήμερα τα εκατομμύρια των παραγκουπόλεων στον παγκόσμιο Νότο και των νεόπτωχων στον παγκόσμιο Βορρά. Αύριο, στη θέση αυτή θα βρίσκεται ή θα απειλείται να εκπέσει ένα πολύ μεγάλο, ίσως και πλειοψηφικό τμήμα των λαϊκών τάξεων. Σ’ αυτό το σκηνικό του ανελέητου κοινωνικού πολέμου, κάθε «ειρήνη» που επιβάλλεται από τις κυρίαρχες τάξεις είναι βίαιη και κάθε «βία» που επιστρατεύεται από τους κυριαρχούμενους αμυντική- άλλο θέμα αν είναι πολιτικά χρήσιμη ή επιζήμια.

3.Να περιφρουρήσουμε το κίνημα από την προβοκάτσια ή το κόμμα από το κίνημα;

Ισχυρές ομάδες στα ηγετικά επιτελεία της Αριστεράς (όχι μόνο σε ένα κόμμα) βρίσκουν σε τυφλά ξεσπάσματα βίας των διαδηλωτών ένα βολικό άλλοθι για να δικαιολογήσουν μια πολιτική διαχωρισμού από κάθε εκδήλωση του κινήματος που απειλεί να ξεφύγει από το σαβουάρ βιβρ της αστικής νομιμότητας. Κάθε τι που φέρνει τον αέρα της εξέγερσης, τους μυρίζει προβοκάτσια. Λες και μπορεί ποτέ να υπάρξει πραγματική κοινωνική παλλίροια που να μην φέρει στην επιφάνεια και σαβούρα του βυθού, λες και μπορεί να υπάρξει «επανάσταση όπου δεν θα σπάσει ούτε τζάμι» (!), εξέγερση όπου δεν θα δρουν και πράκτορες των μυστικών υπηρεσιών προσπαθώντας να την υπονομεύσουν από τα μέσα, ή λες και η επανάσταση του 1905 δεν ήταν επανάσταση επειδή μπροστά πήγαινε, κάποια στιγμή, ο παπα- Γκαμπόν ή λες και οι μπολσεβίκοι δεν ήταν μπολσεβίκοι επειδή βρέθηκε κάποτε στις γραμμές τους ο χαφιές Μαλινόφσκι.

Ασφαλώς, οι ομάδες αυτές έχουν δίκιο όταν λένε ότι ο παρατεταμένος λαϊκός πόλεμος που έχουμε μπροστά μας απαιτεί υψηλό βαθμό οργάνωσης, πειθαρχίας και συνειδητότητας, μια συντεταγμένη μάχη που θα ξεπερνά τα τυφλά ξεσπάσματα και θα περιφρουρεί το κίνημα από τις παγίδες του αντίπαλου. Άλλο όμως περιφρούρηση του κινήματος από την πολιτική προβοκάτσια (που κι αυτό δεν μπορεί να είναι υπόθεση ενός κόμματος) κι άλλο περιφρούρηση του κόμματος από το κίνημα.

Όταν μια κομματική ηγεσία αρχίζει και βλέπει κάθε οιωνεί εξεγερτική εκδήλωση ως απειλή για την ηγεμονία της στο χώρο της Αριστεράς (και αυτό ακριβώς συμβαίνει με κάποιους σήμερα), όταν ανακαλύπτει «κέντρα» πίσω από κάθε άλλη αριστερή οργάνωση, τότε το ένστικτο της γραφειοκρατικής αυτοσυντήρησης έχει υπερνικήσει προ πολλού κάθε υπόλειμμα επαναστατικής τόλμης. Μια τέτοια ηγεσία μπορεί να αυταπατάται ότι θα επιβιώσει στο ασηπτικό περιβάλλον της κομματικής περιχαράκωσης, όπου δεν υπάρχουν επικίνδυνοι «ιοί», σύντομα όμως θα διαπιστώσει ότι όσο πασχίζει να κρατά μακριά τα καινά δαιμόνια, τόσο θα τα αναπαράγει σε διευρυμένη μορφή στο εσωτερικό της. Όσο κι αν κάνουν γαργάρα με τον «κομμουνισμό», δεν μπορούν να κρύψουν ότι οραματίζονται έναν κομμουνισμό χωρίς επανάσταση και μια ταξική πάλη διά πληρεξουσίων.

Εξίσου σαφής οφείλει να είναι, ωστόσο, η ρήξη της μαχόμενης Αριστεράς με τις αναρχικές λογικές της τυφλής βίας. Για τον Μαρξ και τον Ένγκελς η βία ήταν μαμή της ιστορίας, ποτέ μητέρα της. Η ουσία της κοινωνικής επανάστασης βρίσκεται όχι στο τι γκρεμίζει, αλλά στο τι χτίζει και δεν υπάρχει σοβαρή άρνηση χωρίς σταθερή θέση. Η καταστροφική, μηδενιστική εξέγερση είναι μια από τις δύο ψυχολογικές προδιαθέσεις του μικροαστού που απειλείται να καταστραφεί- η άλλη, η πιο συνήθης, που διαδέχεται την πρώτη, είναι η απάθεια και η δουλοπρέπεια. Η εργατική τάξη είναι η κατ’ εξοχήν δημιουργική τάξη της κοινωνίας και γνωρίζει από την πείρα της ότι η βία είναι το όπλο του αδύνατου, το όπλο αυτού που δεν μπορεί να ηγεμονεύσει και πρέπει να καταφύγει στο έσχατο μέσο εκτάκτου ανάγκης για να διασωθεί. Γι αυτό είναι ένα μαχαίρι δίκοπο, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο προσωρινά, προσεκτικά και με προϋποθέσεις. Πάνω απ’ όλα, οι επαναστάτες δεν επιτρέπεται να λησμονούν τη συμβουλή του Νίτσε ότι όποιος συναναστρέφεται με τα τέρατα κινδυνεύει να γίνει τέρας κι όποιος κοιτά πολύ την άβυσσο κινδυνεύει να κάνει άβυσσο την ψυχή του.