Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κ.Βεργόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κ.Βεργόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 24 Ιουλίου 2011

Στον βωμό του αφηρημένου χρήματος

via http://www.artknowledgenews.com/Lucian_Freud_The_Painters_Etchings_At_MoMA.html

του Κώστα Βεργόπουλου

ΑΥΓΗ, 24.7.11
 
Ζούμε σήμερα οδυνηρές ιστορικές στιγμές, που θυμίζουν έντονα εκείνες που η ανθρωπότητα εβίωσε κατά τη δεκαετία του 1920-1930 και είχαν οδηγήσει στη μεγάλη κρίση του 1929, με τις συνέπειες που όλοι γνωρίζουμε. Οι κυβερνήσεις, με τον αυτό πάντα δογματισμό και κυνισμό, μεθοδεύουν την εμβάθυνση της κρίσης προς αποκλειστικό όφελος του χρηματιστικού κεφαλαίου, δηλαδή των τραπεζών, των χρηματιστών, των κερδοσκόπων.

Όπως σημειώνει η βρετανική Γκάρντιαν, το «τραγούδι της κρίσης» είναι γνωστό και σήμερα το άδουν όλοι, χωρίς εξαίρεση, οι Ευρωπαίοι πολιτικοί ιθύνοντες, υπό τον συντονισμό των αρχόντων του μεγάλου χρήματος και με κόστος την αποδιάρθρωση των κοινωνιών και το σάρωμα ακόμη και των πιο αναγκαίων προϋποθέσεων της ανθρώπινης ζωής. Η επίθεση του χρήματος δεν είναι μόνον οικονομική, πολιτική, αλλά επίσης πολιτισμική και ακόμη περισσότερο βιο-πολιτική, δηλαδή κλονίζει ακόμη και τα θεμέλια της ανθρώπινης ύπαρξης. Στον βωμό του αφηρημένου χρήματος θυσιάζονται σήμερα όλα, χωρίς κανέναν περιορισμό και καμιά επιφύλαξη, ούτε την ελάχιστη κόκκινη γραμμή. Η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει τίποτε στο οποίο να θεωρεί ότι υστερεί έναντι των Ευρωπαίων ομολόγων της, σε ό,τι αφορά στην ολική επίθεση εναντίον του κόσμου της εργασίας και εναντίον ακόμη και των πιο στοιχειωδών προϋποθέσεων της ανθρώπινης ύπαρξης.

Στη συνάντηση των Ευρωπαίων ηγετών της Πέμπτης 21 Ιουλίου, η Ευρώπη έδειξε όχι μόνον την ανυπαρξία της στη σημερινή κρίσιμη στιγμή, αλλ’ επιπλέον έδειξε την θετική συμβολή της στη δραματική επιδείνωση του διεθνούς οικονομικού και κοινωνικού πεδίου. Η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη παραμένει κάτι το αδιανόητο για τον γερμανικό νεο-εθνικισμό και αντίθετα διατηρείται η χωροφυλακίστικη νοοτροπία της επιτήρησης των αδύναμων εταίρων από τους ισχυρούς. Ωστόσο, είναι γνωστό ότι, σε στιγμές κρίσης, η ανάγκη αλληλεγγύης θα έπρεπε να υπερισχύει της αρχής των κυρώσεων εις βάρος των αδύναμων. Όταν το κόστος της κρίσης επιρρίπτεται στους οφειλέτες και στους αδύναμους, τότε η κρίση μοιραία βαθαίνει και η έξοδος από αυτήν περιπλέκεται ακόμη περισσότερο. Ακόμη και τα προβλήματα εξυγίανσης και ανταγωνιστικότητας τίθενται με απείρως περιπλοκότερους όρους και στην πράξη αποβαίνουν ανεπίλυτα, ενόσω το κόστος επίλυσής τους επιρρίπτεται αποκλειστικά και μόνον στους οφειλέτες. Από την άλλη πλευρά, οι πλεονασματικοί εταίροι, ενώ δυστροπούν στο να φέρουν το κόστος που τους αναλογεί για την έξοδο από την κρίση, δεν διστάζουν παράλληλα να επιβάλλουν εξοντωτική λιτότητα εισοδημάτων και περικοπές δημόσιων δαπανών, εν ονόματι της εδώ και τώρα ανάγκης εξισορρόπησης των δημοσιονομικών ισοζυγίων.

Όλοι γνωρίζουμε ότι οι περικοπές δαπανών και εισοδημάτων σε περίοδο ύφεσης δεν αποφέρουν μείωση των δημόσιων ελλειμμάτων, αλλά περαιτέρω εκτίναξή του. Εάν το ελληνικό χρέος αποβαίνει μη-διαχειρίσιμο, αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο στο Μνημόνιο, που αφ’ ενός σωρεύει αφάνταστα πρόσθετα χρέη και αφ’ ετέρου συρρικνώνει το εθνικό εισόδημα, το οποίο θα έπρεπε να εξυπηρετεί το χρέος. Παράλληλα, το Μνημόνιο διαιωνίζει και επιδεινώνει το δημόσιο έλλειμμα, το οποίο, υποτίθεται, σκοπεύει κατά προτεραιότητα να περιορίσει. Κατά συνέπεια, η ευρωπαϊκή πολιτική παραμένει όχι μόνον αρνητική όσον αφορά τη θετική διαχείριση της κρίσης που έχει σήμερα ενσκήψει, αλλά και ανεπανόρθωτα θετική όσον αφορά τις αρνητικές επιλογές που βαθαίνουν την κρίση, την περιπλέκουν και την καθιστούν κυριολεκτικά ανεπίλυτη.

Για την υπέρβαση και την απεμπλοκή από τη σημερινή κρίση θα έπρεπε να πάψουν να θεωρούνται ταμπού τα προνόμια και δικαιώματα του χρήματος και να δοθεί προτεραιότητα στην επανεκκίνηση της πραγματικής οικονομίας. Απαράκαμπτη προϋπόθεση γι' αυτό θα ήταν μια μεγάλης εκτάσεως αναδιανομή των εισοδημάτων με ενίσχυση των αδύναμων και των αποκλεισμένων από κάθε κατανάλωση, όπως επίσης η καταπολέμηση της ανεργίας και η στήριξη της απασχόλησης, δεδομένου ότι μόνον αυτές οι δαπάνες έχουν το υψηλότερο πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα στην ανάκαμψη της οικονομίας. Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις οπωσδήποτε είναι αναγκαίες, αλλά δυσκολότερα πραγματοποιούνται σε μια οικονομία που καταβυθίζεται στην ύφεση από ό,τι σε μια αναπτυσσόμενη οικονομία, που εξ αυτού ακριβώς του λόγου αποβαίνει ασύγκριτα πιο εύπλαστη και αποδοτική. Κάθε επιλογή που οπισθοδρομεί την οικονομία τροφοδοτεί μοιραία την ισχύ και την αρπακτικότητα του χρήματος, ιδίως με όρους αρπαγής περιουσιακών στοιχείων, ενώ η αντίθετη επιλογή, αυτή που τονώνει την οικονομία, ενισχύει τη θέση του κόσμου της εργασίας έναντι των εισοδηματιών, των κερδοσκόπων και των κοινωνικών κηφήνων του αφηρημένου χρήματος.

kvergo@gmail.com

Κυριακή 1 Αυγούστου 2010

1930 το 2010

Πρωτομαγιά 1930, διαδήλωση στο Βερολίνο (Deutsches Bundesarchiv, Creative Commons Attribution-Share Alike 3.0 Germany license.)

του
Κώστα Βεργόπουλου (Ελευθεροτυπία, 30.07.10)

Ογδόντα χρόνια μετά τη σπαρακτική κρίση του 1930, η ιστορία επαναλαμβάνεται: όμως όχι σαν φάρσα, αλλά σαν μια δεύτερη τραγωδία, ωσάν η πρώτη να μην υπήρξε ποτέ, αφού τα συμπεράσματά της αγνοούνται ακόμη και στα εγχειρίδια.

Παρά την τρέχουσα παγκόσμια κρίση, οι κυβερνήσεις, με ποδηγέτηση των τραπεζών, εξωθούν τις οικονομίες σε βαθύτερο αδιέξοδο, με πρόσθετη λιτότητα, περικοπές δαπανών, μισθών, συντάξεων. Ενώ η κρίση εμφανίστηκε παντού ως υστέρηση ζήτησης έναντι της παραγωγής, εν τούτοις γενικεύονται σήμερα πολιτικές επιλογές που συρρικνώνουν ακόμη περισσότερο τη ζήτηση, με πρόσχημα την καταπολέμηση ελλειμμάτων και την υποθετική αποκατάσταση εμπιστοσύνης των αγορών χρήματος. Για τις δυτικο-ευρωπαϊκές κοινωνίες, το εγχείρημα αποβαίνει αδιέξοδο και αυτοκαταστροφικό: καταλύονται σήμερα κοινωνικές και θεσμικές προϋποθέσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος, το κοινωνικό κλίμα δηλητηριάζεται, με συνέπεια ουδείς δείκτης εμπιστοσύνης να βελτιώνεται. Η μεταπολεμική εμπειρία ταχύρρυθμης ανάπτυξης διδάσκει ότι το κλίμα εμπιστοσύνης ισχύει ταυτόχρονα για όλες τις τάξεις: δεν είναι δυνατόν η εμπιστοσύνη της μιας να βασίζεται στον φόβο και πανικό των υπολοίπων. Εάν ο καπιταλισμός απέκτησε ιστορικά λαϊκά ερείσματα, αυτό το οφείλει στην εξασφάλιση απασχόλησης, σχετικής ευημερίας και δημοκρατίας για το σύνολο των πολιτών. Εάν σήμερα αυτή η ικανότητά του αναστέλλεται, εάν η απασχόληση και η ευημερία παραχωρούν τη θέση τους σε μαζική ανεργία και δυσπραγία μεγάλης κλίμακας, η δημοκρατία αναιρείται, ο καπιταλισμός χάνει νομιμοποίηση και λαϊκά ερείσματα.

΄Οσο οι προβλέψεις για την οικονομία χαμηλώνουν τόσο οι κοινωνικές διαμάχες οξύνονται και ο πυρετός ανέρχεται. Στην Ευρώπη επικρατεί «μετεωρολογική αντίληψη» της οικονομίας: ατελείωτες θυσίες, υπό την ατεκμηρίωτη υπόθεση ότι, με την αναίρεση του κοινωνικού κράτους, βελτιώνεται η εμπιστοσύνη των κεφαλαιούχων. Ο βρετανικός «Σάντεϊ Τέλεγκραφ» σημειώνει επιγραμματικά: «Δεν λέμε ότι πρέπει το κοινωνικό κράτος να μετατραπεί άμεσα σε αστυνομικό, όμως είναι γεγονός ότι η ιδέα του κοινωνικού κράτους ηχεί πλέον στην εποχή μας ως ιστορικά ξεπερασμένη. Για μέγιστο τμήμα του λαού, το κοινωνικό κράτος είναι πλέον συνώνυμο ανεπάρκειας, καταστολής, αυταρχισμού». Η «συντηρητική επανάσταση», που ευθύνεται για τη σημερινή κρίση και το διαγραφόμενο αδιέξοδο, σηκώνει σήμερα κεφάλι, λόγω του ιδεολογικού κενού της άλλης πλευράς, και προωθεί ακόμη περισσότερο διαβρωτικές επιλογές, ως δήθεν «θεραπευτική αγωγή» απεμπλοκής από το αδιέξοδο, στο οποίο η ίδια έχει καθηλώσει το παγκόσμιο σύστημα. Με την εμμονή στην επιλογή της παγκοσμιοποίησης, διαβάλλει την έννοια του κράτους-έθνους, αλλά και εκείνες της κοινωνίας και του κοινωνικού κράτους, όπως επίσης της συλλογικής δράσης, των εργατικών ενώσεων, των εθνικών διαπραγματεύσεων και εν τέλει των δημοκρατικών θεσμών, ακόμη και της απονομής δικαιοσύνης. «Ο λαός παραμένει αμαθής, μόνον οι ειδικοί γνωρίζουν, οι εξουσίες οφείλουν να επιλέγουν το σωστό, ανεξάρτητα από πολιτικό κόστος, δηλαδή ανεξάρτητα από τη λαϊκή αποδοκιμασία των επιλογών τους». Πώς αλλιώς δυσφημείται το πολιτικό σύστημα στη λαϊκή συνείδηση;

Το 1930 εξετιμάτο ότι 99% των κεφαλαίων στην ηπειρωτική Ευρώπη, με επίκεντρο τη Γερμανία, είχαν μετεγκατασταθεί στη χρηματοπιστωτική σφαίρα και μόνον 1% παρέμεναν στην παραγωγική. Η μαζική ανεργία έπληττε κατ' εξοχήν κλάδους αιχμής, που είχαν, όπως και σήμερα, περισσότερο «παγκοσμιοποιηθεί». Με δόγμα την άμεση καταπολέμηση των ελλειμμάτων, με την επιλογή του αποπληθωρισμού (deflation) προς ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της πραγματικής αξίας του νομίσματος, η οικονομική πολιτική των κυβερνήσεων διεσφάλιζε υψηλές χρηματικές αποδόσεις, αλλά με απαράκαμπτο τίμημα την καταστροφή της παραγωγικής οικονομίας. Παράλληλα, πυροδοτούσε την αποδόμηση των κοινωνιών, την εξαθλίωση εκατομμυρίων εργατικών οικογενειών, εκτρέφοντας κοινωνική αντίδραση που θα επέστρεφε με τη μορφή του ναζισμού. Το κοινωνικό χάος, η δυσφήμηση της αριστεροδεξιάς πολιτικής συναίνεσης οδήγησαν σε κοινωνική απόγνωση και μαζική αντιδημοκρατική ριζοσπαστικοποίηση, με ορόσημο την παράδοση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης στον Χίτλερ τον Φεβρουάριο του 1933.

Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα κυβερνούσε τη Γερμανία κατά το 1930-1932, όμως έθετε απόλυτη προτεραιότητα την προληπτική καταπολέμηση του πληθωρισμού, τις περικοπές δαπανών και μισθών, ανάγοντας τη μαζική ανεργία σε θετική προϋπόθεση εξισορρόπησης των ελλειμμάτων. Το Κ.Κ. Γερμανίας επαναλάμβανε με τη σειρά του αναλύσεις του μαρξιστή Ροδόλφου Χίλφερντιγκ, που στο παρελθόν θαύμαζε ο Λένιν: «Οποιος αναζητεί θεραπεία στην ασθένεια του καπιταλισμού δεν είναι μαρξιστής» και «η εργατική τάξη δεν είναι γιατρός του ετοιμοθάνατου καπιταλισμού». Μόνο μια μικρή ομάδα μελετητών των γερμανικών συνδικάτων, γύρω από τον ρωσικής καταγωγής Βλαδίμηρο Βοϊτίνσκι (1885-1960), διεκήρυσσε ότι η καταπολέμηση της κρίσης αρχίζει με την εξασφάλιση απασχόλησης στους ανέργους. Πριν από τους Ρούζβελτ και Κέινς, διεκδίκησαν πολιτική παγκόσμιας ανάκαμψης με διεθνή συντονισμό και, εν αδυναμία διεθνούς συνεννόησης, μεγάλα δημόσια έργα στη Γερμανία, χρηματοδοτούμενα με χρήμα πέραν των αντικρισμάτων χρυσού της χώρας. Οι Σοσιαλδημοκράτες απέρριψαν τις προτάσεις, διαβλέποντας σε αυτές κίνδυνο πληθωρισμού και εν δυνάμει πορεία ρήξης της Γερμανίας με τη διεθνή κοινότητα. Το Κ.Κ. τις απέρριψε επίσης ως «μεταρρυθμιστικές» και «μικροαστικές». «Τα τρόφιμα σαπίζουν στις αποθήκες, ενώ Γερμανοί πεθαίνουν από πείνα», απορούσε ο Φριτς Μπάαντε, μέλος των «Μεταρρυθμιστών», στιγματιζόμενος ως «ηλίθιος» από το Κ.Κ. Αλλος επίσης «ηλίθιος» ήταν ο Φριτς Τάρνοβ, ο οποίος υποστήριξε ότι «οι χαμηλοί μισθοί καταδικάζουν την οικονομία σε υπολειτουργία και μόνον οι υψηλοί μισθοί τής εξασφαλίζουν υψηλό δυναμισμό». Εν τούτοις, στις ΗΠΑ, τρίτος «ηλίθιος», ονομαζόμενος Χένρι Φορντ, επρόκειτο να σφραγίσει με «ηλιθιότητα» και φυσικά με το αζημίωτο την υψηλότερη ανάπτυξη στην ιστορία του καπιταλισμού. Η επαχθής «καυτή πατάτα» της απασχόλησης εκχωρήθηκε τελικά στους ναζί και αυτοί επελήφθησαν του προβλήματος μέσω κρατικών δαπανών προς πολεμικές βιομηχανίες. Ποιος από τους Γερμανούς και Ευρωπαίους πρωταγωνιστές και κομπάρσους της εποχής εκείνης μπορεί να ισχυριστεί ότι παρέμεινε αθώος και αμέτοχος της τραγωδίας που ακολούθησε;

kvergo@gmail.com

Τρίτη 23 Μαρτίου 2010

Η αφωνία της Αριστεράς

 του Κώστα Βεργόπουλου
από το ΜΠΛΟΚΟ τεύχος Ο, Μάρτιος 2010

         Είναι πλέον κοινός τόπος να επισημαίνεται η αφωνία της Αριστεράς στις σημερινές συνθήκες οξύτατης κρίσης του καπιταλισμού, τόσο διεθνώς όσο και στη χώρα μας. Ορισμένοι διατείνονται ότι η Αριστερά δεν έχασε τη φωνή της και ότι καταθέτει συνεχώς προτάσεις για την αντιμετώπιση της κρίσης. Όμως, ακόμη και αν αυτό είναι ακριβές, είναι γενική η αίσθηση ότι οι αριστερές προτάσεις δεν είναι ευδιάκριτες μέσα στον ορυμαγδό των γεγονότων που μας συγκλονίζουν και ότι, συνεπώς, οι προτάσεις αυτές δεν βρίσκονται στο ύψος των προσδοκιών του κόσμου της εργασίας.
         Δεν είναι η πρώτη φορά που σημειώνεται παρόμοια αφωνία από την πλευρά της Αριστεράς, εφόσον και κατά τη μεγάλη κρίση του 1930 είχε επισημανθεί ακριβώς ανάλογο φαινόμενο από την πλευρά των αριστερών κομμάτων της εποχής. Τόσο τα κομμουνιστικά κόμματα της Διεθνούς όσο και τα σοσιαλιστικά είχαν συναγωνιστεί τα φιλελεύθερα στις μονεταριστικές επιλογές και προτεραιότητες.    Είχαν υιοθετήσει τη μονεταριστική αρχή σύμφωνα με την οποία πρώτος κίνδυνος είναι ο πληθωρισμός, στο μέτρο που διαβρώνει την αγοραστική δύναμη του εργατικού εισοδήματος, και βρέθηκαν έτσι να συμπλέουν με την οικονομική «ορθοδοξία», δηλαδή το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, εναντίον όσων απέδιδαν προτεραιότητα στην καταπολέμηση της ανεργίας, έστω και με τίμημα την ενδεχόμενη επιτάχυνση του πληθωρισμού. Η διεθνής Αριστερά του 1930 είχε έτσι αποδοκιμάσει τον Κέινς, όπως και τον Ρούζβελτ, με το φιλελεύθερο επιχείρημα ότι δημιουργούσαν τεχνητή και απατηλή απασχόληση, με εφήμερη διάρκεια και με πληθωριστικές συνέπειες που κατέτρωγαν το εργατικό εισόδημα. Παρόμοια ήταν η πολιτική του Λαϊκού Μετώπου στη Γαλλία του 1936, που έφθασε στην εξουσία με σημαία τον αντιπληθωρισμό. Χρειάστηκε να πραγματοποιηθεί η πρωτοφανής εργατική εξέγερση, με καταλήψεις όλων των εργοστασίων της χώρας κατά το τρίμηνο του καλοκαιριού του 1936, για να δεχθεί η κυβέρνηση του Λεόν Μπλουμ, σε συνεργασία με το Κομμουνιστικό Κόμμα να εγκαταλείψει την πολιτική του σκληρού νομίσματος και να αποδεχθεί ως προτεραιότητα την αποκατάσταση της απασχόλησης.
          Στην εποχή μας, η Συνθήκη του Μάαστριχτ και το Σύμφωνο Σταθερότητας είναι προϊόντα της συνεργασίας των γάλλων Σοσιαλιστών, σε συγκυβέρνηση με τις άλλες αριστερές δυνάμεις, και του γερμανικού χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Με τους όρους αυτών των συνθηκών, η Ευρώπη υπερηφανεύεται σήμερα όσο το ευρώ υπερτιμάται έναντι των άλλων νομισμάτων, έστω και αν αυτό μεταφράζεται σε πρωτοφανή διόγκωση της ευρωπαϊκής ανεργίας, που υπερβαίνει τα αντίστοιχα επίπεδα όλων των άλλων οικονομικών περιοχών του πλανήτη. Η Ευρωζώνη πραγματοποιεί έτσι σοβαρά πλεονάσματα, με τίμημα την υψηλή ανεργία. Όμως, εάν ανακύκλωνε τα πλεονάσματά της στο εσωτερικό της ζώνης, τότε το ευρώ θα κατερχόταν σε χαμηλότερη διεθνή θέση, η οικονομία θα γινόταν ανταγωνιστικότερη και η ανεργία θα μειωνόταν δραστικά.
         Στο χώρο της Αριστεράς κυκλοφορούν σήμερα απόψεις που την απομονώνουν από τις συζητήσεις για έξοδο από την κρίση, αλλά και κατ' επέκταση από τις κοινωνικές συγκρούσεις και ανταγωνισμούς που αναπτύσσονται σχετικά με τον προσδιορισμό μιας κοινωνική πορείας για την έξοδο από την κρίση. Ορισμένοι διακηρύσσουν την πεποίθηση ότι ο καπιταλισμός δεν δέχεται να τεθεί υπό κανένα έλεγχο και ότι κάθε προσπάθεια ελέγχου και ρύθμισης είναι εκ των προτέρων μάταιη και καταδικασμένη. Ο καπιταλισμός είναι από τη φύση του ασύδοτος και ασύδοτος θα παραμείνει. Κάποιοι άλλοι δεν διστάζουν να διακηρύσσουν ότι δεν είναι υπόθεση της εργατικής τάξης να προσφέρει λύσεις στα προβλήματα του καπιταλισμού και συνεπώς για αυτά μόνος αρμόδιος είναι ο ίδιος ο καπιταλισμός. Όμως, εδώ λησμονείται η εκτίμηση του ίδιου του Κάρολου Μαρξ το 1848 ότι, από τη φύση της, η αστική τάξη δεν μπορεί να προσφέρει παρά μόνον ιδιοτελή διαχείριση των οικονομικών και κοινωνικών πραγμάτων, ενώ από την άλλη πλευρά, το προλεταριάτο, επίσης από τη φύση του, λόγω του ότι στερείται των πάντων, δεν έχει ιδιοτελές συμφέρον και το πραγματικό συμφέρον του ταυτίζεται με εκείνο ολόκληρης της κοινωνίας. Κατά συνέπεια, εάν υπάρχει μια κοινωνική τάξη με συνολική θέαση της κοινωνίας, αυτή είναι κατεξοχήν η εργατική, περισσότερο από κάθε άλλη τάξη, και μάλιστα πολύ περισσότερο από την αστική, η οποία εξ ορισμού διέπεται από τον ιδιοτελή νόμο της μεγιστοποίησης του ιδιωτικού κέρδους.
          Όταν ο Αμερικανός πρόεδρος Ομπάμα έδωσε το σύνθημα για πρωτοβουλίες διάσωσης μεγάλης έκτασης του χρηματοπιστωτικού συστήματος, αρκετοί από το χώρο της Αριστεράς βρέθηκαν να τον κατηγορήσουν ότι με αυτό τον τρόπο διόγκωνε τα δημόσια ελλείμματα και συνεπώς ευνοούσε την επιβολή πρόσθετων φόρων εις βάρος των φορολογούμενων. Ενώ η αιχμή του δόρατος έπρεπε να είναι τελείως διαφορετική: το έλλειμμα θα έπρεπε να χρηματοδοτεί την απασχόληση και τους αδύναμους δανειολήπτες, και όχι τον χρηματοπιστωτικό τομέα. Στη χώρα μας, το 50% του τρέχοντος δημόσιου ελλείμματος οφείλεται στις επιδοτήσεις που δόθηκαν κατά το προηγούμενο έτος από το κράτος με χρήματα των φορολογουμένων προς το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Το τελευταίο παρέλαβε τις επιδοτήσεις, προκειμένου να διατηρήσει τις πιστώσεις του προς την οικονομία, αλλά στη συνέχεια τις περιέκοψε κατά 60%.
          Η ελληνική Αριστερά τονίζει βέβαια ότι η επιχειρούμενη πολιτική λιτότητας που επιβάλλεται από τις Βρυξέλλες είναι μονόπλευρα ταξική και κοινωνικά άδικη, εις βάρος της εργασίας, ότι είναι αναποτελεσματική, αλλά δεν θέτει με πολιτική σαφήνεια το έτερο σκέλος, δηλαδή την αναπόδραστη ανάγκη πρόσθετης χρηματοδότησης της οικονομίας, προκειμένου να αποφευχθεί η κατάρρευση και να διασφαλισθεί η ανάκαμψη. Το ότι η ελληνική οικονομία χρειάζεται οπωσδήποτε ριζική αναδιάρθρωση δεν πρέπει να μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είναι προτιμότερη η κατάρρευση προκειμένου να κτισθεί από την αρχή ένα νέο υγιές σύστημα. Όταν ο κινητήρας σπάσει, τότε η οικονομία δεν κατευθύνεται πουθενά, αλλά κείται στο έδαφος. Μόνον όταν ο κινητήρας παραμένει σε κίνηση τότε και η οικονομία μπορεί να οδηγηθεί, με κατάλληλες παρεμβάσεις, προς υγιέστερα, παραγωγικότερα και κοινωνικά δικαιότερα, πρότυπα.