Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κόκκινο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κόκκινο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 2 Μαΐου 2012

Από το νεοφιλελευθερισμό στο φασισμό

Magritte,Antifascism poster, via http://www.c-21.co.uk/blog/2011/09/ceci-nest-pas-un-blog-this-is-not-a-blog/

του Ηλία Ιωακείμογλου

(περιοδικό Κόκκινο, τεύχος 52)

Η απόφαση των καθεστωτικών πολιτικών δυνάμεων να ιδρύσουν στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών στην Ελλάδα σηματοδότησε την είσοδο της χώρας σε μια νέα πολιτική περίοδο. Αποτελεί πλέον κοινό τόπο στους χώρους της κριτικής αντιπολίτευσης ότι βρισκόμαστε ήδη σε διαδικασία επέκτασης της φαιάς πανούκλας. Ο όρος του «εκφασισμού» και οι αναφορές στη δημοκρατία της Βαϊμάρης έχουν εγκατασταθεί πλέον στο λεξιλόγιο και τις αναλύσεις της Αριστεράς.

Ωστόσο, ο εκφασισμός εμφανίζεται, στις αναφορές της Αριστεράς, ως μια ιστορία παράλληλη προς την ιστορία της οικονομικής κρίσης, χωρίς οργανική σχέση με αυτήν. Παραδείγματος χάρη, η ανάδειξη του ζητήματος των στρατοπέδων συγκέντρωσης εμφανίστηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ ως προεκλογικός ελιγμός των κομμάτων εξουσίας, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για την ιδρυτική πράξη προσχώρησης όλων των καθεστωτικών δυνάμεων σε μια νέα δυναμική πρόταση πολιτικής ηγεμονίας, την πρόταση του φασισμού. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή, δηλαδή από τα χρόνια της «ισχυρής Ελλάδας» του Κώστα Σημίτη.

Η μοριακή αντεπανάσταση των ηττημένων της Αγοράς

Στη διάρκεια των ετών 1995-2008 -τα οποία, σε αντίθεση με όσα λέγονται, ήταν περίοδος οικονομικής ανόδου του ελληνικού καπιταλισμού (βλ. στις ετήσιες εκθέσεις του ΙΝΕ ΓΣΕΕ)- πραγματοποιήθηκε μια «μοριακή» αντεπανάσταση του ελληνικού συντηρητισμού. «Μοριακή», επειδή συντελέστηκε στην κλίμακα των ατόμων και των οικογενειών, σιωπηλά και υπόγεια, πριν τα αποτελέσματά της να εμφανιστούν στην πολιτική σκηνή.

Η ανάπτυξη της μοριακής αντεπανάστασης σχετίζεται με την πορεία του νεοφιλελευθερισμού στην Ελλάδα: Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, ο νεοφιλελευθερισμός κυριάρχησε και εγκατέστησε το γυμνό συμφέρον του χρήματος, τον ανταγωνισμό και το ατομικό συμφέρον ως προϋπόθεση της συλλογικής ευημερίας, στη θέση της ιδεολογίας της κοινωνικής αλληλεγγύης και του κοινωνικού κράτους. Ως αποτέλεσμα, στην εποχή της ακμής του νεοφιλελευθερισμού, η κοινωνικοποίηση των ατόμων πραγματοποιόταν μέσα από την Αγορά: Κάθε άτομο, με τα εφόδια που απέκτησε ριχνόταν στην αρένα των αγορών για να αξιοποιήσει το προσωπικό του «κεφάλαιο» (την ατομική του περιουσία και το «ανθρώπινο κεφάλαιό» του, τις προσωπικές του ικανότητες και φιλοδοξίες). Τα άτομα εντάσσονταν στην κοινωνία με βασική αναφορά στην ιδιότητα του κατόχου κεφαλαίου, σε έναν κόσμο όπου όλοι εμφανίζονται ως επενδυτές που πρέπει να αξιοποιήσουν το κεφάλαιό τους: άλλοι πρέπει να αξιοποιήσουν το υλικό κεφάλαιό τους, άλλοι το «ανθρώπινο κεφάλαιό» τους που συνίσταται στις ικανότητές τους προς εργασία, τις γνώσεις και τις δεξιότητες στις οποίες «επένδυσαν».

Μάλιστα, ο νεοφιλελευθερισμός ισχυρίστηκε ότι από την επιδίωξη του μερικού, ατομικού, ιδιαίτερου συμφέροντος θα προκύψει η γενική ευημερία. Με άλλα λόγια, ήταν μια ηγεμονική πολιτική πρόταση αφού κατόρθωνε να πείθει ότι το ιδιοτελές συμφέρον της επιχειρηματικής τάξης μετουσιώνεται τελικά σε γενικό συμφέρον.

Αυτό ήταν το ισχυρό σημείο του στα πρώτα έτη της κυριαρχίας του, αλλά και το αδύναμο σημείο του όταν οι οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες που αναπτύχθηκαν εξαιτίας του, κατέστησαν φανερό ότι δεν ήταν μια πολιτική γενικής ευημερίας αλλά μια πολιτική ευημερίας για την άρχουσα τάξη, τους συμμάχους της στη μικροαστική τάξη και κάποια στηρίγματά της στις εργαζόμενες τάξεις.

Η συντηρητική μοριακή αντεπανάσταση στα χρόνια της «ισχυρής Ελλάδας» είχε ως σταθερή υλική βάση τη μόνιμη διάψευση της υπόσχεσης του νεοφιλελευθερισμού ότι θα οδηγούσε σε γενική άνοδο της ευημερίας: Είναι δυσβάσταχτο να σε συνδέει με τους άλλους μόνο η αγορά, δηλαδή το γυμνό ατομικό συμφέρον, όταν είσαι ένας από αυτούς που έχασαν στο παιχνίδι της. Η κυριαρχία του απόλυτου ατομικισμού έγινε αφόρητη για τους «ηττημένους της αγοράς». Από αυτή την τραυματική κοινωνικοποίηση απορρέει η επιστροφή «σε παλιούς χάρτες που καθοδηγούσαν τα άτομα στην ατομική και συλλογική τους ζωή» (κατά την έκφραση του Hobsbawm). Αφού οι ιδεολογίες αλληλεγγύης της Αριστεράς είχαν απαξιωθεί, δεν απέμεναν πολλές επιλογές πέρα από τα γνώριμα και ασφαλή τοπία της θρησκείας που προσφέρει παρηγοριά, του Εέθνους και του αθλητισμού που προσφέρουν ταυτότητα, της οικογένειας, του στρατού και της αστυνομίας που προσφέρουν ασφάλεια. Μοιραία αναβίωσαν τότε οι πιο αντιδραστικές συλλογικές ιδεολογίες.

Η Νέα Δημοκρατία εκπροσώπησε προνομιακά αυτό τον κόσμο, τους «ηττημένους της αγοράς» - και μεμιάς απέκτησε λαϊκή συντηρητική βάση που την οδήγησε στην κυβέρνηση το 2004. Αν όμως η ΝΔ ήταν ο κυριότερος εκπρόσωπος του νέου ελληνικού συντηρητισμού, ο αυθεντικός εκφραστής του ήταν το ΛΑΟΣ.

Ο φιλελευθερισμός των νικητών της αγοράς

Ο όρος του φιλελευθερισμού, στη θεωρία τουλάχιστον, δεν περιορίζεται στο πεδίο της οικονομίας, αλλά προσδιορίζει και μια πολιτική κατεύθυνση που ευνοεί την αλλαγή και τη μεταρρύθμιση, την προστασία των πολιτικών ελευθεριών, την ισότητα και την ανοχή των αντίθετων απόψεων, την αποδέσμευση από τον ακραίο εθνικισμό και το ρατσισμό.

Από τη στιγμή που η οικονομική πολιτική του νεοφιλελευθερισμού μπήκε σε ηγεμονική κρίση, ο πολιτικός φιλελευθερισμός επιχείρησε να αποτελέσει την εναλλακτική λύση στον ανερχόμενο νέο ελληνικό συντηρητισμό αντιπαραθέτοντας τις δικές του αξίες (αγορά, ατομικά δικαιώματα, ισότητα ευκαιριών, ενεργοποίηση της κοινωνίας των πολιτών).

Η υλική βάση για τον πολιτικό φιλελευθερισμό στην Ελλάδα ήταν οι ίδιες οι επιδόσεις του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού: Διότι, εκτός από αυτούς που αναγνώριζαν εαυτούς ως «ηττημένους της αγοράς», υπάρχουν και αυτοί που αναγνώριζαν τον εαυτό τους ως «νικητές της αγοράς». Ήταν αυτοί που ρίχτηκαν στο παιχνίδι του ανταγωνισμού και κέρδισαν μια άνετη, εύπορη ή έστω ανεκτή, από υλική άποψη, ζωή, στην οποία η διακινδύνευση και η ανασφάλεια επιβραβεύονται με την επαγγελματική επιτυχία και την κοινωνική άνοδο. Μοιραία, ευρέα μικροαστικά στρώματα έτειναν αυθόρμητα στην υιοθέτηση της ιδεολογίας και των αξιών του νεοφιλελευθερισμού, διότι αυτές αντιστοιχούσαν πλέον στην υλική υπόσταση της ύπαρξής τους. Αναπαραγόταν έτσι η υλική βάση της κοινωνικής συμμαχίας μεταξύ των σύγχρονων επιχειρηματικών μερίδων με μεσαία και ανώτερα μικροαστικά στρώματα που αναγνώριζαν τον εαυτό τους ως «νικητές της αγοράς».

Η διάδοση της φαιάς πανούκλας

Μετά τη διάψευση των υποσχέσεων της εσωτερικής υποτίμησης, που βρίσκεται σε απόλυτη αποτυχία, αυξανόμενα τμήματα των μικροαστικών μερίδων που προηγουμένως αναγνώριζαν τον εαυτό τους ως νικητές της αγοράς, διαπιστώνουν ότι «στο τέλος της ημέρας» βρίσκονται στην πλευρά των χαμένων.

Για το λόγο αυτό, η πολιτική των Mνημονίων και της εσωτερικής υποτίμησης οδηγεί σε διάρρηξη των κοινωνικών συμμαχιών της προηγούμενης περιόδου και απαξιώνει την ηγεμονική, μέχρι πρότινος, πρόταση του νεοφιλελευθερισμού. Οι μόνοι νικητές της αγοράς που απομένουν πια είναι το σύμπλεγμα του μεγάλου κεφαλαίου με τις τράπεζες.

Προκύπτει από αυτά μια κρίση πολιτικής ηγεμονίας της άρχουσας τάξης, η οποία δεν κατορθώνει πια να διασώσει την συμμαχία της με μεγάλες μερίδες της μικροαστικής τάξης στη βάση του νεοφιλελεύθερου σχεδίου. Η αστική τάξη δεν φαίνεται ικανή να επιβάλει την ηγεμονία της και να συνενώσει υπό την αιγίδα της ούτε τις συμμαχικές προς αυτήν μερίδες της μικροαστικής τάξης ούτε τις μερίδες των εργαζόμενων τάξεων που τη στήριζαν, κάνοντας χρήση της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, της νεοφιλελεύθερης υπόσχεσης περί γενικής ευημερίας υπό την προϋπόθεση της απελευθέρωσης της αγοράς εργασίας, της ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας κ.λπ. Πρόκειται για μια κρίση της άρχουσας ιδεολογίας, η οποία έχει εκπέσει στη συνείδηση των υποτελών κοινωνικών τάξεων. Η λειτουργία, όμως, αυτής της ιδεολογίας είναι να αναπαράγει την υποτέλεια των υποτελών τάξεων. Στο σημείο αυτό ανοίγεται μια διπλή δυνατότητα: της διεκδίκησης της εξουσίας από τις υποτελείς τάξεις ή της υπαγωγής τους σε έναν νέο ηγεμονικό σχέδιο της άρχουσας τάξης.

Η ηγεμονική αδυναμία παίρνει, επιπλέον, τη μορφή της ρήξης του δεσμού εκπροσωπούντες-εκπροσωπούμενοι, δηλαδή τη μορφή μιας κρίσης κομματικής εκπροσώπησης.

Τι απομένει, λοιπόν, στο άρχον συγκρότημα; Ποιο ηγεμονικό σχέδιο; Αυτή τη στιγμή ο ανερχόμενος φασισμός είναι η μοναδική ηγεμονική πρόταση στον ορίζοντα της εξουσίας. Είναι ήδη φανερό ότι η φασιστική πρόταση μπορεί να συνενώσει σε μια νέα ταξική συμμαχία που θα στηρίζεται στο μίσος για το μετανάστη, στον εθνικισμό και την επιστροφή στις παραδοσιακές αξίες της αστυνομίας, του στρατού, της πατρίδας, της θρησκείας και της οικογένειας, της μηδενικής ανοχής και της καταδίωξης των αδυνάμων, μια σειρά κοινωνικών τάξεων, μερίδων τάξεων και κοινωνικών ομάδων: από το τραπεζικό κεφάλαιο, τους μεγάλους και μικρούς κεφαλαιοκράτες, τους επαγγελματίες της ιδεολογίας, τους οικονομολόγους, δημοσιογράφους, έως τους άνεργους και τους εξαθλιωμένους συνταξιούχους, τα φασίζοντα στελέχη των μεγάλων ιδιωτικών επιχειρήσεων, τους θρησκόληπτους και τους μπράβους, και τόσους άλλους.

Η πορεία του άρχοντος συγκροτήματος προς το φασισμό έχει ήδη αρχίσει: Η απόφαση των καθεστωτικών πολιτικών δυνάμεων να ιδρύσουν στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών είναι η ιδρυτική πράξη προσχώρησης όλων των καθεστωτικών πολιτικών δυνάμεων σε μια διαδικασία γενικευμένου εκφασισμού. Είναι η προσχώρηση σε ένα ηγεμονικό πολιτικό σχέδιο που φαίνεται, σήμερα, ως το μόνο αποτελεσματικό για την άρχουσα τάξη και τους συμμάχους της. Η προσχώρηση αυτή συνοδεύεται με την εγκατάλειψη του πολιτικού φιλελευθερισμού. Οι πρώην φιλελεύθεροι «διανοούμενοι» και δημοσιογράφοι, το ιδεολογικό προσωπικό της ισχυρής Ελλάδας του νεοφιλελευθερισμού, συντάσσονται στις γραμμές του φασισμού και ως νέοι Γκέμπελς ασκούν την τέχνη της αντιστροφής: Για να αποκρύψουν τον φασισμό που οι ίδιοι έχουν αφομοιώσει, οι νεοφιλελεύθεροι που έγιναν φασίστες, καταγγέλλουν την Αριστερά σαν αντιδημοκρατική δύναμη.

Εάν ισχύουν αυτά, μοιραία, το μοναδικό εμπόδιο που μπορεί να συναντήσει στο δρόμο της η διαδικασία του εκφασισμού θα είναι στο εξής η Αριστερά και οι άλλες αντικαθεστωτικές δυνάμεις. Με ποιο ηγεμονικό σχέδιο, άραγε, θα μπορέσουμε να τους σταματήσουμε; Με ποιες συμμαχίες; Με τι μέσα; Αυτό δεν μπορούμε να το δούμε με ευκρίνεια προς το παρόν. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ο δρόμος του φασισμού προς την εξουσία δεν θα είναι βασιλικός.

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2011

Μια κριτική προσέγγιση στο βιβλίο για τον Πιέτρο Ινγκράο «Η Αγανάκτηση δεν αρκεί»


Του Ηλία Μυλωνά*

Ακούγοντας διάφορα θετικά σχόλια για τον Ινγκράο, ο οποίος ομολογουμένως  μου ήταν παντελώς άγνωστος μιας και δεν έτυχε  να "συναντηθούμε" ποτέ πολιτικά και ούτε να διαβάσω  κάποια εργασία του, άνοιξα το συγκεκριμένο βιβλίο, ο εκδότης του οποίου Πέτρος Κακολύρης τυγχάνει να είναι και προσωπικός φίλος μου, με ιδιαίτερα καλή πρόθεση. Το σίγουρο που βγήκε από αυτή την ανάγνωση είναι ότι ο Ινγκράο στα 96 του χαρακτηρίζεται από μια εκπληκτική πνευματική διαύγεια και στη συζήτηση που γίνεται με τους δύο πανεπιστημιακούς Μαρία Λουίζα Μπότσια και Αλμπέρτο Ολιβέτι, καταθέτει με σαφήνεια θεωρώ, παρά την ηλικία του και τις δύσκολες φιλολογικές εκφράσεις που χρησιμοποιεί, όλο το απαύγασμα της πολιτικής «σοφίας» που αναδείχτηκε από τη μακρά  του πορεία, σε άμεση σχέση με την πολιτική και φιλοσοφική του άποψη.

Γεννημένος το 1915 και οργανωμένος στον αντιφασιστικό αγώνα από το 1936, παίρνει ενεργό μέρος στην αντίσταση κατά των ναζί και γίνεται μέλος του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος αναλαμβάνοντας υψηλόβαθμα πόστα (διευθυντής της εφημερίδας του κόμματος Ουνιτά από το 1947 έως το 1957, βουλευτής από το 1948 έως το 1992, πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΙΚΚ το 1968, πρόεδρος της ιταλικής Βουλής από το 1976 έως το 1979, διευθυντής του Κέντρου Μελετών και Πρωτοβουλιών για τη Μεταρρύθμιση του Κράτους από το 1975 έως το 1992). Σε κάποια φάση του βίου του ασχολείται με την ποίηση και εκδίδει πολλές συλλογές.

Από μια τέτοια πολυσχιδή προσωπικότητα λοιπόν και με τόσο πλούσιο ιστορικό δράσης σε υψηλά κομματικά και κοινοβουλευτικά πόστα, θα περίμενε κανείς μια βαθύτερη ανάλυση των αιτιών που οδήγησαν τα πολιτικά πράγματα στη σημερινή μορφή τους  και όχι απλώς ένα γενικόλογο γνωμικό και μια προτροπή του στυλ  "οργανωθείτε,η αγανάκτηση δεν αρκεί".

Ο Ιγκράο σε αυτές τις συζητήσεις εκφράζεται περισσότερο σαν ποιητής παρά σαν πολιτικός. Δεν είναι κακό να είναι κάποιος ποιητής, το αντίθετο. Η Τέχνη είναι το αλάτι της ζωής. Το κακό είναι να θεωρείς ότι μπορείς να αλλάξεις την κοινωνία μόνο με ποιητικές εκφράσεις και φιλοσοφικά αποφθέγματα. Στην πολιτική αλλά και στη ζωντανή πραγματικότητα τα πράγματα είναι πολύ πιο πεζά και πολύ πιο περίπλοκα.

Φαίνεται  να μιλάει  εντελώς αποστασιοποιημένα και εκ του μακρόθεν για τη σημερινή αντιδραστική πολιτική πραγματικότητα, χωρίς ίχνος αυτοκριτικής, (σαν να μην έχει μερίδιο ευθύνης κι αυτός μέσα από τις ηγετικές κομματικές θέσεις που κατείχε), μια πραγματικότητα που  χαρακτηρίζεται από την μαζική αμφισβήτηση των εργατικών  κομμάτων και οργανώσεων.

Μιλάει  με τη σιωπή του και χωρίς να κάνει θόρυβο, λέει αναφερόμενος στην ποίηση του, κι έτσι εκφράζεται για την ήττα της Αριστεράς. Όμως οι μεγάλες κοινωνικές αλλαγές ποτέ δεν συντελέστηκαν με «διαστήματα σιωπής», ούτε από  ποιητές και  διανοούμενους που δεν ήταν παράλληλα και πρωτίστως επαναστάτες και μάλιστα πολύ «θορυβώδεις». Σε ευθεία αντιπαράθεση με αυτόν ο Μαγιακόφσκι, ο κατ’ εξοχήν ποιητής αλλά και ο πιο ένθερμος προπαγανδιστής της Οκτωβριανής Επανάστασης, ποτέ δεν απαίτησε κομματικό πόστο από τους Μπολσεβίκους, κατανοώντας απόλυτα το ρόλο του διανοούμενου-συνοδοιπόρου της επανάστασης. Οι πραγματικοί επαναστάτες σε όλες τις ιστορικές περιόδους ανήκαν σε μια ειδική κατηγορία ανθρώπων που διακρίνονταν από το ιδιαίτερο πάθος τους στην πάλη  για την κοινωνική αλλαγή και την ικανότητα μεταφοράς των ιδεών τους στα πλατιά στρώματα της κοινωνίας. Όπως δεν μπορούν να χαρακτηριστούν όλοι οι νομικοί Ροβεσπιέροι και όλοι οι γιατροί Τσε Γκεβάρα, με τον ίδιο τρόπο δεν μπορούν να χαρακτηριστούν και όλοι οι ποιητές επαναστάτες.

Από ένα ποιητή δεν μπορείς να ζητήσεις ευθύνες, από ένα κομμουνιστή πολιτικό όμως μπορείς. Στην περίπτωση του Ινγκράο τα πράγματα μπερδεύονται λιγάκι. Στις απαντήσεις που δίνει στη συνέντευξη αναδύεται η ποιητική του πλευρά παρ’ ότι αναφέρεται, με ένα γενικό τρόπο είναι αλήθεια, στην αναγκαιότητα του "υποκειμενικού παράγοντα" και στη μετουσίωση της αγανάκτησης σε δράση, εκφράζοντας με αυτόν τον τρόπο μια καθαρά πολιτική άποψη.

Ο Μαρξ έλεγε ότι: "Οι φιλόσοφοι μέχρι τώρα προσπάθησαν να ερμηνεύσουν τον κόσμο. Εμείς θέλουμε να τον αλλάξουμε".

Ο Ινγκράο παρουσιάζεται περισσότερο σαν φιλόσοφος παρά σαν πολιτικός. Ρίχνει μια ελιτίστικη ματιά στα πράγματα και προτρέπει την κοινωνία που αγανακτεί, με ένα θολό και νεφελώδη τρόπο, να οργανωθεί πολιτικά. Το πως και το που όμως το αφήνει στην ατομική κρίση του καθενός ή αναθέτει τη «δουλειά» αυτή σε κάποιους άλλους πολιτικούς αγγιτάτορες. Έχει όμως κανένας άλλος, σύμφωνα με τα εύσημα που κουβαλάει, τη δική του πολιτική και κομματική  εμπειρία;

Μήπως, λέμε εμείς απ’ την πλευρά μας,  τέτοιου είδους συμπεριφορές κρύβουν από πίσω τις πραγματικές αιτίες και τη ρίζα της κακοδαιμονίας που μαστίζει την σημερινή Αριστερά; Ο Ινγκράο δεν θέλει να μιλήσει με λεπτομέρειες για την ήττα. «Αρνήθηκε ρητά», ομολογεί, "να ταυτιστεί με μια επαναστατική διαδικασία υπό την έννοια ενός αγώνα που κορυφώνεται σε μια άμεση σύγκρουση και στην κατάληψη της εξουσίας, της επίθεσης ενάντια στα Χειμερινά Ανάκτορα". "Αυτό αποτέλεσε και το πρώτο σημείο καμπής γι αυτόν", αναφέρει.

Σε ένα άλλο σημείο μιλάει για ήττα του Λενινισμού, τον οποίο, όπως φαίνεται και από τα παραπάνω λεγόμενα του, στην πραγματικότητα ποτέ δεν αποδέχτηκε και ούτε επιδίωξε να τον εφαρμόσει. Συνειδητή ειρωνεία ή ασυνείδητη πολιτική σύγχιση; Δεν μπορώ να το πω. Ο Ινγκράο είτε δεν αντιλήφθηκε πραγματικά είτε δεν ήθελε να το κάνει γιατί αυτό θα αποτελούσε μια επώδυνη πραγματικά ομολογία, ότι η ήττα επήλθε πολλά χρόνια πριν, όταν ήταν περίπου 12 χρονών, και ότι σε όλη τη διάρκεια του πολιτικού του βίου απλώς διαχειριζόταν τη συγκεκριμένη  ήττα συμμετέχοντας στη διαστρέβλωση, μέσα από τις ευρωκομμουνιστικές επινοήσεις της ιταλικής Αριστεράς, της ίδιας της ουσίας της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας.

Ο Ινγκράο βρέθηκε να εκφράζει την Αριστερή Τάση του ΙΚΚ στην περίοδο μιας μακράς και ιδιότυπης δυαρχίας που λάμβανε χώρα στην Ιταλία. Η δύναμη του κινήματος και η αδιαμφισβήτητη ισχύς του κόμματος, του μεγαλύτερου κομμουνιστικού κόμματος στην Ευρώπη εκείνη την περίοδο, είχαν επιβάλλει προχωρημένες δημοκρατικές διαδικασίες και είχαν επιτρέψει να δημιουργηθούν πραγματικές σοσιαλιστικές νησίδες στην καρδιά ενός αναπτυγμένου αστικου κράτους. Όποιος έχει μελετήσει στοιχειωδώς τον Μαρξ όμως γνωρίζει ότι τέτοιες καταστάσεις δεν μπορούν να διαρκούν αιώνια, έχουν ημερομηνία λήξης με την επικράτηση της μιας ή της άλλης πλευράς.

Οι ιταλοί κομμουνιστές επέλεξαν το δρόμο του ιστορικού συμβιβασμού, όπως τον ονόμασαν, και όχι το δρόμο της κατάληψης της εξουσίας, θεωρώντας ότι η αστική τάξη θα αποδέχονταν για πάντα τη συγκεκριμένη δυαρχική τάξη κι αυτό με τη σειρά του οδήγησε, μετά την υποχώρηση και του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος, στη σημερινή κατά κράτος επικράτηση του μπερλοσκουνισμού και στη μετάλλαξη του ΙΚΚ σε μια σοσιαλδημοκρατική καρικατούρα.

Δεν είναι ξεκάθαρο  πως ακριβώς αντιμετώπισε τα πράγματα από τη θέση που κατείχε ο Ινγκράο. "Στάθηκε", όπως αναφέρει ο Μιχάλης Ψημίτης στον πρόλογο του βιβλιου, "σημείο αναφοράς ενός εσωκομματικού ρεύματος που απέδιδε εξαιρετική σημασία στη δημιουργική προσέγγιση του μαρξισμού και στα κοινωνικά κινήματα. Στάθηκε όμως ταυτόχρονα και ένα στέλεχος των κομματικών μηχανισμών, υπό την έννοια ότι λειτούργησε σε μια συντεταγμένη πορεία, ακόμα κι όταν χρειάστηκε να απομονωθούν από το κόμμα ορισμένες «αριστερές αποκλίσεις»". Θύματα μεταξύ άλλων αυτής της πολιτικής  στάσης η οποία οδήγησε στη θετική ψήφο του για διαγραφή από τις τάξεις του ΙΚΚ, ήταν ο πρόσφατα αδικοχαμένος Λούτσιο Μάγκρι, εξέχουσα προσωπικότητα της ιταλικής Αριστεράς, και η ομάδα «Μανιφέστο».

Αυτή τη στιγμή κάποιοι από την ηγεσία του πάλαι ποτέ ισχυρότερου κομμουνιστικού κόμματος στην Ευρώπη ακολουθούν το ρεύμα, μετατρεπόμενοι στους πιο φανατικούς στυλοβάτες του αστικού συστήματος και κάποιοι άλλοι σαν τον Ινγκράο «μιλούν με τη σιωπή τους».

Η επιστήμη της Διαλεκτικής διδάσκει ότι τίποτε δεν είναι τυχαίο στη ζωή. Η Αριστερά έχει συγκεκριμένες ευθύνες. Αν θέλουμε να ξαναπιάσουμε το νήμα που κόπηκε και να το ξαναενώσουμε, αλλάζοντας τη σημερινή αντιδραστική πραγματικότητα και δημιουργώντας ένα νέο υποκειμενικό παράγοντα απαλλαγμένο από στρεβλώσεις και παραμορφωτικές  επιδράσεις, καλό θα ήταν να κάτσουμε πρώτα να δούμε τι πήγε στραβά, να ανατρέξουμε στα λάθη μας, να τα αποδεχτούμε (πράγμα το οποίο είναι και το πιο δύσκολο) και να διδαχτούμε από αυτά. Μόνο έτσι θα θέσουμε στέρεες βάσεις για το επόμενο εγχείρημα και τη δημιουργία ενός  νέου,  θωρακισμένου στο μέτρο του δυνατού πολιτικά και ηθικά, υποκειμενικού παράγοντα. Γιατί πραγματικά «η αγανάκτηση δεν αρκεί». Ούτε όμως και οι γενικόλογες, χωρίς πολιτικό περιεχόμενο, προτροπές και διαπιστώσεις.

* Ο Ηλίας Μυλωνάς είναι μέλος του Κόκκινου, συνιστώσας του ΣΥΡΙΖΑ, και μέλος της Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ 3ης δημοτικής κοινότητας

Κυριακή 12 Ιουνίου 2011

Υπάρχει πραγματική δημοκρατία και πώς μπορούμε να την πετύχουμε;

Τρόικα και λύκοι. Μικρογραφία σε ταμπακιέρα, 1924,  από http://palekh.narod.ru/g/golikov/golii_04.jpg, via Wikimedia Commons
 
Προκήρυξη του Κόκκινου για το κίνημα των αγανακτισμένων, την πραγματική δημοκρατία και το "ακομμάτιστο"
από το Κόκκινο
 
Εχθρός μας είναι γενικώς τα κόμματα ή τα κόμματα του κεφαλαίου;
 
Κωνσταντίνος Γλύξμπουργκ (πρώην βασιλεύς των Ελλήνων):
“Χαιρετίζει τον ακομμάτιστο και ειρηνικό χαρακτήρα του κινήματος των αγανακτισμένων”

Zαν Πολ Μαρά (ηγετική μορφή της Γαλλικής επανάστασης):
"Όταν σας χτυπάνε φιλικά την πλάτη και λένε πως δεν υπάρχουν πια διαφορές ανάμεσά σας πως δεν αξίζει να μιλάμε πια γι’ αυτές και να φιλονικούμε, (το κάνουν) γιατί ίσα-ίσα τότε βρίσκονται στο αποκορύφωμα της δύναμής τους μες στους καινούριους πύργους τους όλο μάρμαρο κι ατσάλι απ’ όπου ληστεύουνε τον κόσμο ολόκληρο με το πρόσχημα πως «διαδίδουν τον πολιτισμό»
Φυλαχτείτε."

«Αυτό που μας ενώνει είναι ότι είμαστε όλοι Έλληνες και υπεράνω κομμάτων», «να αφήσουμε έξω από το κίνημα τις κομματικές ταυτότητες, εδώ ερχόμαστε σαν άτομα».
Οι φράσεις αυτές είναι πολύ δημοφιλείς μέσα στο «κίνημα των αγανακτισμένων».
Μ’ αυτή τη λογική η συνέλευση του Συντάγματος «ψήφισε» ότι στην πλατεία δεν μπορούν να μοιράζονται προκηρύξεις οργανώσεων και συλλογικοτήτων, ενώ ακροδεξιοί και άλλοι «αγανακτισμένοι» τραμπουκίζουν συλλογικότητες της Αριστεράς που τολμούν να κουβαλούν την «ταυτότητά» τους στο Σύνταγμα.

Κάποιοι άλλοι, που έχουν αναλάβει εργολαβικά την προσπάθεια κηδεμόνευσης αυτού του κινήματος (από τον ΣΚΑΪ μέχρι το ΑΛΤΕΡ και το συγκρότημα Λαμπράκη, αλλά και στελέχη των τριών κομμάτων του μνημονίου -ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΛΑΟΣ- τραπεζίτες και «στελέχη της αγοράς» γενικά), κρυμμένοι καλά πίσω από το «είμαστε όλοι Έλληνες και υπεράνω κομμάτων», μας παρουσιάζουν ένα σχέδιο ανατροπής της μεταπολιτευτικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Σύμφωνα μ’ αυτό, χρειαζόμαστε μια πολιτειακή μεταβολή με τα εξής χαρακτηριστικά: Μετάβαση στην προεδρική δημοκρατία (θα μας σώσει ο θεσμός ενός Προέδρου της Δημοκρατίας με αυξημένες εξουσίες, που θα παίρνει αποφάσεις χωρίς τα «βαρίδια» των κομμάτων, της Βουλής κ.λπ., που ως ηγέτης θα επικοινωνεί «αδιαμεσολάβητα» με το λαό), εκλογές με ενιαία λίστα (χωρίς κομματικές λίστες και προγράμματα – οι υποψήφιοι όλων των σημερινών κομμάτων, δεξιοί, κεντρώοι και αριστεροί, φασίστες, σοσιαλδημοκράτες και κομμουνιστές σε ένα ψηφοδέλτιο!),  μείωση-κατάργηση της χρηματοδότησης των κομμάτων από τον κρατικό προϋπολογισμό (δήθεν για να ανεξαρτητοποιηθούν από το κράτος, στην πραγματικότητα για να εξαρτηθούν πλήρως από επιχειρηματίες) μείωση του αριθμού και των προνομίων των βουλευτών (όταν το προτείνουν αυτό πάμπλουτοι άνθρωποι και πανίσχυρα μέσα εξουσίας, κάτι τρέχει…), κυβέρνηση με τεχνοκράτες υπουργούς (φανταστείτε υπουργό Οικονομικών έναν τραπεζίτη, που φυσικά δεν θα κουβαλάει τα «βαρίδια» κάποιου κόμματος ή του κοινοβουλευτισμού), μείωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων (αλλά όχι των αστυνομικών, απ’ αυτούς πρέπει να προσλάβουμε κι άλλους γιατί «χρειαζόμαστε ασφάλεια», ούτε των λιμενικών γιατί χρειαζόμαστε κάποιον να ναυμαχεί με τις βαρκούλες των απελπισμένων μεταναστών στα ελληνικά πελάγη), περιορισμό ή και απαγόρευση των διαδηλώσεων (γιατί ενοχλούν τους αυτοκινητιστές και τους εμπόρους), προστασία από την «κατάχρηση» του δικαιώματος στην απεργία (προστασία ποιου;) κ.λπ. Από κοντά οι ακροδεξιοί του ΛΑΟΣ και οι ναζί της «Χρυσής Αυγής» (που μια χαρά βολεύονται να κάνουν τη δουλειά τους ενάντια στην Αριστερά ειδικά κι όχι στα κόμματα γενικά, κρατώντας στο ένα χέρι την ελληνική σημαία και στο άλλο το «διαβατήριο» «είμαστε όλοι Έλληνες και υπεράνω κομμάτων»…) το πάνε «λίγο» παραπέρα:

Ποιοι μας έφεραν στη χρεοκοπία; Οι κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης, τα πουλημένα και διεφθαρμένα κόμματά της, οι πουλημένοι και διεφθαρμένοι συνδικαλιστές και τα συνδικάτα της. Κοντολογίς, «αυτοί που ανέτρεψαν τη χούντα». Η δημοκρατία απέτυχε, κι αφού χρειαζόμαστε Ηγέτες (γιατί όχι και φύρερ;..) απαλλαγμένους από τα «βαρίδια» των κομμάτων και του κοινοβουλευτισμού, μήπως μας χρειάζονται ξανά τα τανκς και κάνας λοχίας, μήπως πρέπει να δικαιώσουμε αναδρομικά τη χούντα των συνταγματαρχών;

Κι έχουν μάθει το μάθημα πολύ καλά: Έχουν λεπτομερή κατάλογο και θυμούνται όλα τα ανομήματα της «διεφθαρμένης μεταπολίτευσης», από την πτώση της χούντας και μετά, αλλά για την περίοδο λίγο πριν «δε θυμούνται» τίποτα! Και βέβαια, διαστρέφουν την πραγματικότητα: Στη μεταπολίτευση δεν είχαν την εξουσία ούτε κυβέρνησαν αυτοί που μάτωσαν για να πέσει η χούντα, αλλά αυτοί που παραμέρισαν τους πραγματικούς αγωνιστές του αντιδικτατορικού αγώνα για να διαδεχτούν τη χούντα και να διατηρήσουν την εξουσία του κεφαλαίου. Κι επίσης η μεταπολίτευση δεν ήταν μόνο η διαφθορά των κομμάτων εξουσίας και η διαπλοκή στελεχών των κομμάτων εξουσίας με τα επιχειρηματικά συμφέροντα, αλλά επίσης δικαιώματα, κατακτήσεις κοινωνικές και πολιτικές.


Τι ζητάνε λοιπόν όλοι αυτοί, οι επιτήδειοι των καναλιών και της «αγοράς», οι ακροδεξιοί και οι φασίστες; Μια αντιδραστική πολιτειακή μεταρρύθμιση, ένα νέο βοναπαρτιστικό καθεστώς που θα νομιμοποιήσει τις εξουσίες του «κράτους έκτακτης ανάγκης» και την ανοιχτή συνεργασία του με τους φασίστες, που θα νομιμοποιήσει τα πογκρόμ της αστυνομίας ενάντια στους διαδηλωτές και τη φασιστική τρομοκρατία. Μια αλλαγή του «πραγματικού συντάγματος» σε αντιδραστική κατεύθυνση. Την αντικατάσταση της παραπαίουσας από τη χρεοκοπία μεταπολιτευτικής ελληνικής «δημοκρατίας της Βαϊμάρης» με το βοναπαρτισμό και μια νέα απολυταρχία. Την ανατροπή όχι των δομών εξουσίας της μεταπολίτευσης (που την κατείχαν η «επιχειρηματική τάξη της χώρας, τα κόμματά της και το πολιτικό της προσωπικό, οι άρχοντες των μίντια, οι αστυνομικοί και οι στρατιωτικοί κ.λπ.), αλλά των κοινωνικών και πολιτικών κατακτήσεων της μεταπολίτευσης. Τις κοινωνικές κατακτήσεις έβαλαν μπρος να ξεθεμελιώσουν η κυβέρνηση και η τρόικα, προς μεγάλη αγαλλίαση της «επιχειρηματικής τάξης της χώρας». Τώρα η «επιχειρηματική τάξη της χώρας» και η τρόικα απαιτούν να θυσιαστούν και οι πολιτικές κατακτήσεις. Εξάλλου, το ελληνικό μνημόνιο και η διαχείριση της κρίσης στην Ευρωζώνη γίνονται με όρους μυστικής διπλωματίας τύπου Μέτερνιχ και διεθνούς μαφίας – εννοείται που είναι και θέλει να είναι ακόμη περισσότερο απαλλαγμένη από τα «βαρίδια» των κομμάτων, των Κοινοβουλίων, των εθνικών συνταγμάτων κ.λπ.


Μια τέτοια βοναπαρτιστική - απολυταρχική πολιτική μεταβολή είναι ανάγκη της «επιχειρηματικής τάξης της χώρας» και του «βαθέος κράτους» στις συνθήκες της κρίσης, και θα τη χαιρέτιζαν με χαρμόσυνους «κανονιοβολισμούς» η τρόικα, τα χρηματιστήρια και οι περιβόητες «αγορές». Είναι η πολιτική αντεπανάσταση που αντιστοιχεί στην κοινωνική αντεπανάσταση που βρίσκεται σε εξέλιξη με την εφαρμογή του μνημονίου.
Η απαίτηση του κινήματος για πραγματική δημοκρατία δεν έχει και δεν πρέπει να έχει καμία σχέση μ’ αυτό! Πρέπει λοιπόν να τελειώνουμε μια και καλή μ’ αυτή την «ατμόσφαιρα» που λειτουργεί σαν τη ζεστή φωλιά για να επωάζεται το «αυγό του φιδιού», να κάνουν μαζική δουλειά οι ακροδεξιοί και οι ναζί και να προετοιμάζεται η αντιδραστική πολιτική - πολιτειακή μεταβολή!
Το «συμβόλαιο» της «πραγματικής δημοκρατίας» πρέπει να έχει άλλα θεμελιώδη «άρθρα», δηλαδή άλλες θεμελιώδεις παραδοχές:

Μας ενώνει ότι είμαστε όλοι Έλληνες; Είμαστε ένα κίνημα πολύχρωμο και θέλουμε μια κοινωνία πολύχρωμη, με την έννοια ότι όχι μόνο γίνονται αποδεκτές αλλά θεωρούμε πλούτο τη συνύπαρξη όλων των ιδεολογικών, πολιτικών, εθνικών και θρησκευτικών ταυτοτήτων. Όχι μόνο γενικά, αλλά ειδικά στις πλατείες και το κίνημα. Γιατί απλούστατα δεν μας ενώνει το ότι είμαστε όλοι Έλληνες. Έλληνες είναι και η «επιχειρηματική τάξη της χώρας» που έβγαλε στην Ελβετία 600 δισ. αμύθητων κερδών, Έλληνες είναι ο Λάτσης, ο Κόκκαλης, ο Βαρδινογιάννης, οι τραπεζίτες, οι μεγαλοβιομήχανοι, οι πολιτικοί των κομμάτων εξουσίας που λεηλατούν το δημόσιο χρήμα, οι μπάτσοι που ανοίγουν κεφάλια διαδηλωτών, οι ναζί της «Χρυσής Αυγής» που νοσταλγούν τον Χίτλερ! Έλληνες είναι κι αυτοί που κολυμπούν στα πλούτη εκμεταλλευόμενοι και καταπιέζοντας την κοινωνική πλειοψηφία, Έλληνες και η εργατική τάξη και ο «κοσμάκης» που προσπαθούν να επιβιώσουν από τη μανία των  πρώτων για κέρδη και εξουσία! Ενότητα μπορεί να υπάρχει μόνο ανάμεσα στην πλειονότητα των εκμεταλλευόμενων και καταπιεσμένων.

Μας ενώνει μήπως η ελληνική σημαία; Ποια ελληνική σημαία; Αυτή που κυμάτιζε στους ιστούς της χούντας ή αυτή πάνω στην πύλη του Πολυτεχνείου που έριξαν τα τανκς; Αυτή που κρατούσε το ΕΑΜ ή αυτή που κρατούν οι ναζί της «Χρυσής Αυγής»; Η εθνική σημαία εντελώς διαφορετικά πράγματα συμβολίζει ανάλογα με τους κοινωνικούς και πολιτικούς σκοπούς αυτών που την κουβαλάνε! Το θέμα λοιπόν είναι ποιοι είναι οι κοινωνικοί και πολιτικοί σκοποί αυτού του κινήματος, τι θέλει να «γράψει» στις σημαίες του.

Θέλουμε να πληρώσουν οι εργαζόμενοι, οι συνταξιούχοι και οι μικροεπαγγελματίες τα κέρδη των βιομηχάνων και τραπεζιτών που μετατράπηκαν σε «δημόσιο» χρέος, δηλαδή χρέος όσων παλεύουν να επιβιώσουν; Ή να κάνουμε στάση πληρωμών σε αυτό το χρέος και να ζητήσουμε τη διαγραφή του; Θέλουμε να διευρύνουμε τα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα και ελευθερίες ή να γίνουμε το άλλοθι ενός νέου βοναπαρτισμού, ο «λαός» κάποιου μεσσία-Ηγέτη ή αυτοί που θα ανοίξουμε το δρόμο για κάποιον φύρερ ή λοχία; Θέλουμε να περιοριστεί το δικαίωμα στην απεργία ή να θωρακιστεί με την κατάργηση της πολιτικής επιστράτευσης και της κήρυξης απεργιών σαν παράνομων και καταχρηστικών; Εν τέλει θέλουμε να είμαστε ο «εθνικός χυλός» στο μίξερ κάθε Πρετεντέρη, Αλαφούζου και πονηρού πολιτευτή που κάνει καριέρα με το «πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια» της χούντας ή το πανηγύρι των καταπιεσμένων και εκμεταλλευόμενων, το κίνημα των «από κάτω» που θα ανατρέψει τους «από πάνω»; Θέλουμε μια βοναπαρτιστική «νέα μεταπολίτευση» ή μια «νέα μεταπολίτευση» που αυτή τη φορά θα φέρει πραγματικά «το λαό στην εξουσία»; Οι απαντήσεις μας φαίνονται αυτονόητες. Όποιος λοιπόν θέλει να βλέπει όλα αυτά τα «θέλω» του κινήματος να συμβολίζονται στην ελληνική σημαία, ας την κρατάει – κανένα πρόβλημα. Αλλά είναι εξίσου ή και περισσότερο δικός μας αυτός που θεωρεί ότι όλα αυτά συμβολίζονται από κοινωνικές και πολιτικές σημαίες: από τη σημαία ενός συνδικάτου, από τη σημαία με τον Τσε Γκεβάρα, από τη σημαία της Παλαιστίνης, από την κόκκινη σημαία της εξέγερσης και της επανάστασης.

Πολλοί ισχυρίζονται ότι «πολιτική» και η «αντιπροσώπευση» -ακόμη και με τη καλύτερη τους έννοια- είναι κακό πράγμα. Επί της αρχής συμφωνούμε μαζί τους! Όμως, για να καταργηθεί η «πολιτική» και η «διαμεσολάβηση», θα πρέπει να υπάρχουν ίσοι ως προς τη κοινωνική δύναμη άνθρωποι και χωρίς ανταγωνιστικά συμφέροντα. Αυτό όμως μπορεί να συμβεί μόνο σε μια κοινωνία χωρίς τάξεις εκμεταλλευτών και εκμεταλλευομένων. Χωρίς κοινωνική και οικονομική ισότητα, το «αδιαμεσολάβητο» και το «αντιπολιτικό» ευνοούν αυτούς που ήδη κατέχουν την οικονομική και πολιτική εξουσία. Στην Ελλάδα για παράδειγμα -σε πολύ χοντρές γραμμές- ζουν 4,5 εκατομμύρια εργατοϋπάλληλοι, 500.000 μικροαστοί κάθε είδους που από αυτούς εξαρτώνται 3 εκατομμύρια άτομα, 10.000 μεγάλες οικογένειες καπιταλιστών. Οι εργοδότες θέλουν οι εργατοϋπάλληλοι να δουλεύουν περισσότερο και να πληρώνονται λιγότερο και οι εργατοϋπάλληλοι θέλουν το αντίθετο. Μπορεί το απογυμνωμένο «άτομο» χωρίς μηχανισμούς κοινωνικής δύναμης ν’ αλλάξει τίποτε σ’ αυτό; Ή μήπως «ελέγχοντας» κάποιες πλατείες (μέχρι η αστυνομία να αποφασίσει να κάνει ντου, οπότε θα διαπιστώσουμε ότι ακόμη κι αυτός ο «έλεγχος» δεν είναι δεδομένος) έχουμε την αυταπάτη ότι πήραμε κιόλας την εξουσία από τα χέρια των τραπεζιτών, των βιομηχάνων και των αρχόντων των μίντια ή αναστείλαμε επ’ αόριστον την κατασταλτική λειτουργία των μηχανισμών του κράτους (που απολύει παντού και προσλαμβάνει μόνο μπάτσους);

Τα κόμματα είναι ιστορικές κατασκευές για την οργάνωση των μεγάλων ομάδων ανθρώπων που έχουν διαφορετικά κοινωνικά - ταξικά συμφέροντα. Είναι τρόπος διαχείρισης των αντιφάσεων μέσα στις ίδιες τις τάξεις, τρόπος ιεράρχησης και συγκέντρωσης δυνάμεων για την εξυπηρέτηση των διαφορετικών ταξικών συμφερόντων. Γι’ αυτό και όλα τα κόμματα δεν είναι ίδια. Εκπροσωπούν -όχι με άμεσο και ευθύ τρόπο, αλλά σε κάθε περίπτωση- ταξικά συμφέροντα.

Αν κόμματα που παλιότερα αντιπροσώπευαν διαφορετικά ταξικά συμφέροντα σήμερα έχουν γίνει «μία από τα ίδια», είναι άλλο θέμα. Όμως το φάρμακο γι’ αυτό δεν είναι η κατάργηση των κομμάτων, των οργανώσεων, της συλλογικότητας, γιατί αυτό το φάρμακο είναι χειρότερο από την αρρώστια. Είναι για το λαό μία επικίνδυνη και ύπουλη ψευτο-λύση.

Τι θα γίνει αν καταργηθούν τα κόμματα; Θα πάψει η εξουσία να υπάρχει; Δε θα έχουν οι κεφαλαιοκράτες την οικονομική εξουσία; Δε θα έχουν τη στρατιωτική εξουσία οι στρατιωτικοί; Δε θα έχουν τα μεγάλα ΜΜΕ οι μεγαλοεπιχειρηματίες; Στην πράξη τι θα γίνει; Αυτοί που έχουν την εξουσία θα συνεχίσουν να την έχουν ακόμη και χωρίς κόμματα. Μπορούν πάντα να υπάρχουν «μυστικές εταιρίες». Αυτοί όμως που δεν την έχουν, θα χάσουν κάθε δύναμη να αντιστέκονται στην εξουσία και να επηρεάζουν τα πράγματα. Αυτό είναι το όνειρο κάθε αφεντικού και κάθε εξουσιαστή. Nα έχει απέναντί του ανοργάνωτους και ατομικοποιημένους υποτελείς.

Όχι μόνο η εξουσία θα μείνει άθικτη αλλά και η πολιτική ιεραρχία. Αν συνολικά το σύστημα δεν έχει αλλάξει, τότε «πολιτική» θα συνεχίσει να γίνεται και απλά δε θα τη λειτουργούν «πολιτικοί» αλλά επιχειρηματίες, στρατιωτικοί κ.λπ. Δεν έχει γίνει αυτό και λίγες φορές στην Ιστορία.

Όσοι λοιπόν θέλουν να καταργήσουν την «πολιτική», πρέπει να παλέψουν για μια κοινωνία χωρίς τάξεις, χωρίς εκμετάλλευση και καταπίεση. Για να το κάνουν αυτό, χρειάζεται οργάνωση. Αλλιώς, θα αντικατασταθούν τα «κομματόσκυλα» με «ταξικά κωθώνια» σαν αυτά που νομίζουν ότι η ατομική διαπραγμάτευση με τον εργοδότη τους κάνει πιο ελεύθερους από τη συλλογική διαπραγμάτευση που γίνεται από το συνδικάτο. Και θα βάζουμε στο μαγικό καπέλο «άμεση δημοκρατία» και θα βγάζουμε ολοκληρωτικά καθεστώτα πονηρών επιχειρηματιών.

Είναι λοιπόν ντροπή για το κίνημά μας να απαγορεύουμε τις πολιτικές ταυτότητες και τα συνδικάτα! Αντί να διευρύνουμε τα δικαιώματα, να δίνουμε πόντους σε αυτούς που θέλουν να τα καταργήσουν και να πηγαίνουμε πίσω από τις κατακτήσεις και της Γαλλικής Επανάστασης! Να δουλεύουμε γι’ αυτούς που μέσα από την «υπέρβαση όλων των κομμάτων» στην ουσία θέλουν να ξεφορτωθούν αυτά τα κόμματα που είναι εμπόδιο στα συμφέροντά τους, δηλαδή την Αριστερά. Και να μας μετατρέψουν σε «ανθρώπινη σκόνη» χωρίς δύναμη αντίστασης στα συμφέροντα των εκμεταλλευτών και εξουσιαστών.
Άλλο πράγμα είναι αυτό που πρέπει και θέλουμε να πούμε: Ότι πρέπει όλοι όσοι συμμετέχουν σ’ αυτό το κίνημα να σέβονται και να στηρίζουν τις διαδικασίες του και τις αποφάσεις του. Αλλά αυτό έχει σαν προϋπόθεση ότι καθένας μπορεί να συμμετέχει ανεμπόδιστα με τις ιδέες του και την ταυτότητά του.


Οι στόχοι που προτείνουμε είναι:

  • Να φύγουν η κυβέρνηση, το μνημόνιο και η τρόικα – να μην περάσει το Μεσοπρόθεσμο και το νέο μνημόνιο!
  • Να σταματήσουμε την πληρωμή τόκων και χρεολυσίων στους τοκογλύφους – να εθνικοποιηθούν χωρίς αποζημίωση των μεγαλομετόχων και με κοινωνικό και εργατικό έλεγχο οι τράπεζες!
  • Να καταργηθούν όλες οι ρυθμίσεις του μνημονίου!
  • Εκλογές για Συντακτική Συνέλευση για την ψήφιση συντάγματος που θα αποκαθιστά, θα διευρύνει και θα κατοχυρώνει όλη την γκάμα των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων!
  • Να επιβληθεί η δημόσια ιδιοκτησία και έλεγχος στους φυσικούς πόρους και τα θεμελιώδη αγαθά, στις υγεία, την παιδεία και τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας - να πάρουμε στα χέρια μας τον πλούτο και τα μέσα παραγωγής και διανομής, το εξωτερικό εμπόριο, να οικοδομήσουμε μια κοινωνία ισότητας και ελευθερίας!
Χωρίς όλα αυτά, δεν θα υπάρξει πραγματική δημοκρατία!

12 Ιουνίου 2011