Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρξιστική Φωνή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρξιστική Φωνή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2011

Κυβέρνηση ΚΚΕ-ΣΥΡΙΖΑ - σωτηρίας από τον καπιταλισμό!

 Μαρξιστική Φωνή   
Την ώρα που η άρχουσα  τάξη  ψάχνει απεγνωσμένα λύση στο πολιτικό της αδιέξοδο υπό την απειλή της έξωσης της Ελλάδας από το ευρώ, οι ηγεσίες του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ κάνουν έκκληση για «εκλογές εδώ και τώρα», απορρίπτοντας σωστά κάθε δυνατότητα σχηματισμού μιας κυβέρνησης «εθνικής σωτηρίας», που θα επιχειρήσει να στεριώσει την απαίτηση της τρόικας και των δανειστών να συντριβεί το βιοτικό επίπεδο των εργαζόμενων.
Όμως οι εκλογές από μόνες τους δεν λύνουν κανένα πρόβλημα για τον εργαζόμενο λαό. Χρειάζεται μέσα από τις εκλογές να μπορεί να προκύψει λύση εξουσίας, ικανή να εκφράζει τα συμφέροντά του. Τι έχουν να πουν πάνω σε αυτό το ζήτημα οι ηγεσίες της Αριστεράς; Δυστυχώς τίποτα! Μοιάζουν απλά έτοιμες να δώσουν την εκλογική μάχη, στη βάση ξεχωριστών εκλογικών στόχων για αύξηση των εδρών τους στο κοινοβούλιο, αλλά πρακτικά αδιαφορούν για το κύριο και αποφασιστικό ζήτημα, που είναι να αποκτήσει το συντομότερο ο εργαζόμενος λαός μια λύση εξουσίας που θα υπηρετεί τα δικά του συμφέροντα.
Το αποτέλεσμα είναι ο εργαζόμενος λαός, που έχει δώσει και είναι αποφασισμένος να ξαναδώσει σκληρούς αγώνες για να υπερασπίσει της ζωή του από την επίθεση της τρόικας και της κυβέρνησης, να παρακολουθεί αμήχανα τους πολιτικούς της άρχουσας  τάξης να «μαγειρεύουν» όλων των ειδών τις κυβερνήσεις στην πλάτη του, την ώρα που τα αριστερά κόμματα δεν έχουν να προτείνουν τίποτα που να μπορεί να πραγματοποιηθεί στο άμεσο μέλλον.
Η ηγεσία του ΚΚΕ - ενώ είναι απόλυτα σωστή η θέση που υπερασπίζει για ένα πρόγραμμα ανατροπής του καπιταλισμού και κοινωνικοποίησης των βασικών μοχλών της οικονομίας - δεν προβάλει μια πρόταση εξουσίας για την άμεση εφαρμογή αυτού του προγράμματος στην εξουσία. Το σύνθημα για «Λαϊκή εξουσία» που προπαγανδίζει δημόσια, είναι μια μετέωρη και αφηρημένη έκκληση για το μέλλον, που πρακτικά ισοδυναμεί με πολιτική υπεκφυγή.  Αλλά και η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ μιλά σωστά για την ενότητα της Αριστεράς, δεν προτείνει ξεκάθαρα και άμεσα στην ηγεσία του ΚΚΕ ένα μέτωπο για την εξουσία και αρνείται να αποχωριστεί την αυταπάτη ότι υπάρχει διέξοδος από την κρίση χωρίς επαναστατικές, σοσιαλιστικές αλλαγές στην κοινωνία.
Αυτή η παθητική και καθόλου υπεύθυνη στάση των ηγεσιών της Αριστεράς, αποτελεί καθοριστικό στοιχείο για τις εξελίξεις, γιατί δίνει χώρο στην άρχουσα τάξη να «μανουβράρει» και να διαπραγματεύεται σήμερα μια δική της λύση εξουσίας, κυριολεκτικά ανενόχλητη.
Όλοι οι αγωνιστές της βάσης της Αριστεράς και του εργατικού κινήματος πρέπει να πιέσουμε ώστε αυτή η στάση των ηγεσιών να αλλάξει ΑΜΕΣΑ! Η πρόταση των συντρόφων του ΣΥΝ και της Νεολαίας ΣΥΝ που συσπειρωνόμαστε γύρω από το περιοδικό «Μαρξιστική Φωνή» (www.marxismos.com) και την εφημερίδα «Επανάσταση» για τα σημερινά καθήκοντα της Αριστεράς είναι η ακόλουθη:
  •     Να μπει τώρα τέλος στο ρόλο «κομπάρσου» της Αριστεράς στις πολιτικές εξελίξεις. Οι εργαζόμενοι έχουν το βλέμμα τους στραμμένο στην Αριστερά και πρέπει να πάρουν αποφασιστικές και πειστικές απαντήσεις, όχι μισόλογα, κενά συνθήματα και  αφηρημένους στόχους. Πρέπει να παλέψουμε ΤΩΡΑ για την εξουσία, για μια κυβέρνηση της Αριστεράς, αποφασισμένη να προχωρήσει στον επαναστατικό, σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, που αποτελεί το μοναδικό δρόμο σωτηρίας από την γενικευμένη χρεοκοπία του καπιταλισμού!
  •    Να γίνει άμεση συνάντηση των ηγεσιών του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ για την σύναψη συμφωνίας πάνω σε ένα σαφές πολιτικό πρόγραμμα με το οποίο η ενωμένη Αριστερά θα ζητήσει τη στήριξη του λαού για να το εφαρμόσει άμεσα στην εξουσία μετά τις εκλογές, που όπως όλα δείχνουν είναι πολύ κοντά.
  •    Αν η κυβέρνηση μείνει γαντζωμένη στην εξουσία ή οι αστικές ηγεσίες διαμορφώσουν μια «κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας», τότε οι ηγεσίες ΚΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να προωθήσουν από κοινού στο εργατικό αίτημα το σύνθημα για μια γενική πολιτική απεργία διαρκείας, που θα οδηγήσει στην άμεση πτώση της κυβέρνησης.
  •    Οι ηγεσίες ΚΚΕ – ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να διαμορφώσουν ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα εξουσίας που σχηματικά θα μπορούσε να πάρει τη μορφή ενός «προγράμματος των 100 πρώτων ημερών», έτσι ώστε να δοθεί στους εργαζόμενους το μήνυμα ότι μπορεί να εφαρμοστεί ένα άμεσο σχέδιο ανατροπής του σάπιου και χρεοκοπημένου ελληνικού καπιταλισμού, που θα προασπίζει το βιοτικό επιπέδο των εργαζόμενων, χωρίς καμία ανάγκη υποταγής στην τρόικα και τις «δόσεις» των δανείων της.
  •    Το πρόγραμμα αυτό πρέπει να περιλαμβάνει τη μονομερή διαγραφή του χρέους και την εγκαθίδρυση ενός ριζικά διαφορετικού οικονομικού  μοντέλου που δεν θα παράγει χρέη και θα εξυπηρετεί τα συμφέροντα του εργαζόμενου λαού. Για το σκοπό αυτό, είναι σωστή και πρέπει να υιοθετηθεί η θέση της ηγεσίας του ΚΚΕ για την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και γενικότερα των βασικών μοχλών της οικονομίας. Τραπεζικό σύστημα, μεγάλες βιομηχανικές επιχειρήσεις, μεταφορές, τηλεπικοινωνίες, ηλεκτρισμός, συγκοινωνίες, ορυκτός πλούτος, εξωτερικό εμπόριο, όλα πρέπει να τεθούν σε καθεστώς πλήρους κρατικής ιδιοκτησίας, εργατικού ελέγχου και δημοκρατικού κεντρικού σχεδιασμού.  Μόνο αυτός ο δρόμος μπορεί να εγγυηθεί την επιβίωση του εργαζόμενου λαού σήμερα.
  •    Για την εφαρμογή αυτών των μέτρων πρέπει να ζητηθεί η κινητοποίηση και αυτό-οργάνωση του εργαζόμενου λαού. Χρειάζονται μέτρα που θα οδηγούν στην άμεση αντικατάσταση των σημερινών διεφθαρμένων και αυταρχικών δομών του κρατικού μηχανισμού από τον εργαζόμενο λαό οργανωμένο στην εξουσία, με τα δικά του όργανα απευθείας άσκησης και ελέγχου της.
  •    Όλα αυτά συνιστούν σύγκρουση με τις δομές της καπιταλιστικής Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης, που πρέπει να διακηρυχτεί ότι πλέον δεν δεσμεύουν την χώρα. Όμως ταυτόχρονα, η επαναστατική αριστερή κυβέρνηση πρέπει να ζητήσει έμπρακτη ταξική αλληλεγγύη από τους εργαζόμενους της Ευρώπης για να παρεμποδιστούν οι απόπειρες να επιβληθούν οικονομικές και άλλες κυρώσεις στη χώρα από την καπιταλιστική ΕΕ και πάνω από όλα, να τους καλέσει σε κοινό αγώνα για να ενοποιηθεί η Ευρώπη σε μια μεγάλη αδελφωμένη σοσιαλιστική Ομοσπονδία, τις Σοσιαλιστικές Πολιτείες της Ευρώπης, για να σπάσει οριστικά ο «φαύλος κύκλος» της άγριας λιτότητας, της φτώχειας και της ανεργίας.
Μαρξιστική Φωνή

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2011

Η παγκόσμια κρίση του καπιταλισμού

Οι Στυλοβάτες της Κοινωνίας, George Grosz, The Pillars of Society, 1926, από Wikipaintings

του Ρομπ Σιούελ


(Μετάφραση : Σταμάτης Καραγιαννόπουλος από την ιστοσελίδα In Defence of Marxism )

από τη Μαρξιστική Φωνή


Τα γεγονότα κινούνται με αστραπιαία ταχύτητα. Οι χρηματιστηριακές αγορές είναι σε μια ελεύθερη πτώση παγκόσμια. Κάποιες μέρες σηματοδότησαν μια πρόσκαιρη αναζωογόνηση, μόνο όμως για να ακολουθηθούν από μεγαλύτερους σπασμούς. Η όλη κατάσταση μας θυμίζει το 2008 ή σωστότερα τη δεκαετία του 1930.

Ο επικεφαλής της Παγκόσμιας Τράπεζας Robert Zoellick προειδοποίησε για μια «νέα και πιο επικίνδυνη περίοδο για την παγκόσμια οικονομία», καθώς η Ευρώπη παλεύει να αντιμετωπίσει την κρίση χρέους της. Ο Zoellick είπε ότι  το πρόβλημα χρέους της Ευρωζώνης είναι πολύ μεγαλύτερο από τα «μεσο-μακροπρόθεσμα προβλήματα» των ΗΠΑ που σηματοδοτήθηκαν από την υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας από την «Standard and Poor's» και έσπειραν πανικό στις διεθνείς αγορές. «Είμαστε στις αρχικές στιγμές μιας νέας και διαφορετικής θύελλας,» είπε ο Zoellick. «Στις προηγούμενες δύο εβδομάδες όλος ο κόσμος κινήθηκε σε μια νέα και πιο επικίνδυνη φάση», δήλωσε σε μια συνέντευξη σε Αυστραλιανή εφημερίδα.

Οι αστοί οικονομολόγοι είχαν ανακηρύξει το τέλος της κρίσης το καλοκαίρι του 2009. Όπως πάντα κοίταξαν στην επιφάνεια και αγνόησαν τις υπόγειες αντιφάσεις. Τώρα όλες οι κουβέντες τους για τα πρώτα «άγουρα βλαστάρια» της ανάκαμψης εξαφανίστηκαν εντελώς. Για το μεγαλύτερο τμήμα της Ευρώπης, τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία, δεν υπάρχει ανάκαμψη. Οι χώρες αυτές βρίσκονται σε μια κατάσταση δίχως προηγούμενο. Κινούνται από τη μια κρίση στην άλλη.

«Η νέα φάση της κρίσης» δήλωσε ο Satyajit Das, συγγραφέας του «Ακραίου Χρήματος», «είναι διαφορετική από το 2008 και την κρίση της «Lehman».Τότε οι κυβερνήσεις είχαν την δυνατότητα να υποστηρίξουν τον ιδιωτικό τομέα και ιδιαίτερα τον χρηματοπιστωτικό τομέα. Τώρα η κρίση συμπεριλαμβάνει ολόκληρα έθνη» (“Financial Times” 11/8/11).

Με άλλα λόγια, η κρίση του καπιταλισμού δεν έχει επιλυθεί από την τρομερή κρατική επιχορήγηση τρισεκατομμυρίων δολαρίων που είχαμε την προηγούμενη περίοδο, αλλά αντίθετα έχει χειροτερέψει. Υπάρχει ένας γενικευμένος πανικός για τις εξελίξεις στην Ευρώπη και την Αμερική, όπου ο φόβος για την ύπαρξη μιας οικονομίας που συστέλλεται, μπορεί να σπρώξει τα πράγματα στα άκρα. Τους τελευταίους 6 μήνες, η αμερικάνικη οικονομία αναπτύχτηκε μόνο κατά 0.8% σε ετήσια βάση. Μια περικοπή των δημοσιονομικών δαπανών κατά 2% του ΑΕΠ τον επόμενο χρόνο όπως αυτή που σχεδιάζεται – η μεγαλύτερη από όλες τις μεγάλες οικονομίες – θα είναι αρκετή για να βάλει την οικονομία σε μια δεύτερη απανωτή ύφεση.

Εμπιστοσύνη

Οι αστοί οικονομολόγοι λένε ότι η πρόσφατη αναταραχή έχει να κάνει με μια «κρίση εμπιστοσύνης». Παρ’ όλα αυτά, η κρίση δεν είναι ένα υποκειμενικό φαινόμενο, αλλά έχει τις ρίζες της στην αντικειμενική κατάσταση. Οι κίνδυνοι στις ΗΠΑ προκαλούν πανικό. «Η Αμερική είναι 6 χρόνια σε μια χαμένη δεκαετία», ισχυρίζεται ο «Economist» (6/8/11). Είναι αυτή η κρίση που αναδύεται από τις αντιφάσεις του καπιταλισμού η αιτία που οδηγεί στην απώλεια της εμπιστοσύνης και όχι το αντίστροφο. Φυσικά, η απώλεια εμπιστοσύνης μπορεί να συνεισφέρει και αυτή από μόνη της όταν εμφανίζεται στο βάθεμα της κρίσης.

Η υποβάθμιση της οικονομίας των ΗΠΑ από τον οίκο «S&P» αντανακλά την εξαπλωνόμενη ασθένεια του καπιταλισμού. Η οικονομία των ΗΠΑ  μόλις που αναπτύσσεται και η ανεργία παραμένει στο 9%. Αυτό μετατρέπεται σε δηλητήριο για την παγκόσμια οικονομία, σε μια στιγμή που η Ευρώπη είναι σε μια κατάσταση όπου η κρίση βαθαίνει. Η άρχουσα τάξη βαδίζει διεθνώς προς την άβυσσο, παραλυμένη από την ανικανότητά της.

Ο φόβος ότι η κρίση θα αρχίσει να μεταδίδεται από την Ελλάδα στις υπόλοιπες Ευρωπαϊκές οικονομίες γίνεται πραγματικότητα. Η Ιταλία και τώρα η Γαλλία, αισθάνονται «τη φωτιά», με τις τραπεζικές μετοχές τους να δέχονται επίθεση. Υπάρχουν φήμες μιας πιθανής Γαλλικής υποβάθμισης. Μόνο η παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας με την αγορά Ιταλικών και Ισπανικών ομολόγων καθυστερεί την κατάρρευση, τουλάχιστον για την ώρα.

Το νέο σχέδιο για την Ελλάδα απλά εξοικονομεί λίγο χρόνο. Η Ελλάδα είναι ουσιαστικά χρεοκοπημένη και δεν μπορεί να αποπληρώσει το χρέος της. Αναπόφευκτα θα χρεοκοπήσει την ερχόμενη περίοδο, με τρομερές επιπτώσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ενώ η ΕΚΤ και το ΔΝΤ μπορούν να χρηματοδοτούν την Ελλάδα και την Πορτογαλία, δεν έχουν τις απαραίτητες πηγές που απαιτούνται για την χρηματοδότηση του χρέους της Ισπανίας και της Ιταλίας.

Ακόμα και ο Τζούλιο Τρεμόντι, ο Ιταλός υπουργός Οικονομικών, παραλλήλισε την κρίση της Ευρωζώνης με τον «Τιτανικό», όπου «ούτε και οι επιβάτες της πρώτης θέσης μπόρεσαν να σώσουν τους εαυτούς τους».

Η διάλυση της Ευρωζώνης θα μπορούσε να έχει παρόμοιες επιπτώσεις με αυτές που είχε η διάλυση της επικράτειας του ρουβλίου μετά το  1993,όπου οι χώρες της πρώην ΕΣΣΔ αναγκάστηκαν να χρηματοδοτήσουν τα ελλείμματα τους τυπώνοντας το δικό τους χρήμα. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τον υπερ-πληθωρισμό και την κατάρρευση του βιοτικού επιπέδου. Επίσης παραλληλισμοί μπορούν να γίνουν με την Γερμανία του 1923.

Η διάσωση της Ελλάδας, της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας είναι ένα πράγμα.  Η απόπειρα να διασωθεί η Ισπανία και η Ιταλία είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Υπολογίζεται ότι αυτό θα μπορούσε να κοστίσει τουλάχιστον 5 τρις ευρώ, με μόνη δυνατή εγγυήτρια την Γερμανία. Παρ’ όλα αυτά η Άνχελα Μέρκελ αντιμετωπίζει μια ισχυρή αντιπολίτευση, όχι μόνο από το δικό της κόμμα, αλλά και από τον μικρό της συνεταίρο στον κυβερνητικό συνασπισμό, του οποίου η απήχηση έχει καταρρεύσει στα γκάλοπ. Σε κάθε περίπτωση χωρίς υποστήριξη από τους Γερμανούς το όλο εγχείρημα της Ευρωζώνης θα αποσυντεθεί, ενώ ήδη η Γερμανική βιομηχανική παραγωγή επιβραδύνει.

Φάντασμα

Το φάντασμα ενός νομισματικού πολέμου επίσης αναβιώνει, καθώς οι καπιταλιστές προσπαθούν να βρουν καταφύγιο από την οικονομική θύελλα. Η πιθανότητα μιας νέας «ποσοτικής χαλάρωσης» στις ΗΠΑ (σ.τ.μ : δηλαδή η αγορά μακροπρόθεσμων κρατικών χρεογράφων από την  αμερικανική Κεντρική Τράπεζα με στόχο τη μείωση των μακροπρόθεσμων επιτοκίων και τη διοχέτευση ρευστότητας στην αγορά), έχει οδηγήσει το δολάριο σε χαμηλότερα επίπεδα και έχει ενθαρρύνει την εισβολή κερδοσκοπικών κεφαλαίων στις αναδυόμενες αγορές. Όχι μόνο η τιμή του χρυσού έχει εκτοξευτεί, αλλά επίσης και η τιμή του Ελβετικού φράγκου έχει αυξηθεί κατακόρυφα. Η Εθνική Τράπεζα της Ελβετίας είναι αδύναμη να εμποδίσει αυτό που συμβαίνει, ακόμα και με την παροχή μεγάλων ποσών μετρητών στο σύστημα και την μείωση των επιτοκίων σε μηδενικά επίπεδα.

Το καλύτερο που μπορούν να προσδοκούν οι καπιταλιστές είναι όχι μια οικονομική ανάκαμψη, αλλά μερικές δεκαετίες στασιμότητας. Η παγκόσμια οικονομία αντιμετωπίζει μια παρόμοια κατάσταση με την Ιαπωνική οικονομία μετά την κατάρρευση της φούσκας των ακινήτων το 1989, που έσπρωξε την χώρα σε μια ύφεση η οποία διαρκεί σχεδόν 2 δεκαετίες. Παρ’ όλα αυτά, όταν η Ευρωζώνη καταρρεύσει, οι συνέπειες θα είναι παγκόσμιες και θα κάνουν το 2008 να μοιάζει σαν ένα απλό «πάρτι τσαγιού».

Ελεύθερη Πτώση

Μετά την κρίση του 1929 δεν είχαμε ξαναδεί μια συνεχή πτώση του αμερικάνικου χρηματιστηρίου. Μετά το 1933, η αμερικάνικη οικονομία ανέκαμψε μερικώς, σταδιακά και αργά, παρότι η ανεργία παρέμεινε υψηλή, μέχρι τη νέα ύφεση του 1937. Αυτά ήταν τα χρόνια της «Μεγάλης Ύφεσης». Δεν υπήρξε αληθινή ανάκαμψη μέχρι το ξέσπασμα του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου, ο οποίος έδωσε μια ώθηση στην οικονομία, που βασίστηκε στους εξοπλισμούς και την πολεμική βιομηχανία.

Παρότι η κάθε μία περίοδος καπιταλιστικής ανάπτυξης είναι διαφορετική από την άλλη, θα μπορούσαμε να πούμε ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια παρόμοια κατάσταση σήμερα. Η δεκαετία του 1920 προετοίμασε τον δρόμο για την κατάρρευση του 1929 ακριβώς όπως η πιστωτική έκρηξη και η κερδοσκοπία οδήγησαν στην ύφεση του 2008-9. Όπως ακριβώς υπήρξε πολύ μικρή ανάκαμψη τη δεκαετία του 1930, έτσι είμαστε αντιμέτωποι σήμερα με την προοπτική χρόνων στασιμότητας και λιτότητας.

Η θεμελιώδης διαφορά είναι ότι σήμερα ένας παγκόσμιος πόλεμος αποκλείεται. Ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός δεν μπορεί να επιβληθεί ούτε στο Αφγανιστάν, δεν είναι δυνατόν να γίνει κάτι τέτοιο με την Κίνα και την Ευρώπη. Στον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, το καπιταλιστικό σύστημα ήταν ικανό να ξεπεράσει την κρίση υπερπαραγωγής.  Σήμερα αυτή η  δυνατότητα δεν υπάρχει. Συνεπώς, όλες οι αντιθέσεις θα λάβουν εσωτερική έκφραση και θα αντανακλαστούν σε μια τεράστια πάλη ανάμεσα στις τάξεις. Η περίοδος που ανοίγεται μπροστά μας θα είναι η πιο θυελλώδης περίοδος στην παγκόσμια ιστορία.

Όρια

Η πραγματικότητα είναι ότι το καπιταλιστικό σύστημα έχει αγγίξει τα όριά του. Στο παρελθόν ήταν ικανό να αναπτύξει τις παραγωγικές δυνάμεις σε μια κολοσσιαία κλίμακα. Η πρόσφατη περίοδος της παγκοσμιοποίησης και της εντατικοποίησης του παγκόσμιου εμπορίου, αντανακλά τις τελευταίες προσπάθειες του συστήματος να ξεπεράσει τις αντιφάσεις του. Η πίστη χρησιμοποιήθηκε για να επεκτείνει την αγορά πέρα από τα όριά του καπιταλισμού, αλλά και αυτό τώρα άγγιξε τα όριά του. Κάθε καπιταλιστικό κράτος έχει στην ατζέντα του τη λιτότητα και την μείωση του χρέους.  Το πρόβλημα με την πίστη είναι ότι πρέπει να πληρωθεί πίσω με τόκο. Συνεπώς, η καταναλωτική δαπάνη που συνιστά τα 2/3 της οικονομικής δραστηριότητας των ΗΠΑ συρρικνώνεται.

Ενώ οι εταιρείες διαθέτουν μετρητά δεν είναι έτοιμες να επενδύσουν με δεδομένη την έλλειψη αγορών. Αλλά χωρίς επενδύσεις δεν μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη. Αυτό με τη σειρά του συμπληρώνεται με μια κατάρρευση της ζήτησης. Αυτό είναι ένας «φαύλος κύκλος».

Οι αστοί σχολιαστές αναγνωρίζουν αυτά τα προβλήματα, αλλά δεν τα καταλαβαίνουν. «Μακράν το βασικό πρόβλημα είναι η τεράστια συσσώρευση χρέους που δημιουργεί αντιξοότητες στην γρηγορότερη εξομάλυνση της μεταπολεμικής ανάπτυξης – γι’ αυτό η μετά χρηματοπιστωτικής κρίσης ανάπτυξη, είναι τυπικά τόσο αργή», δήλωσε ο Kenneth Rogoff, καθηγητής οικονομικών στο Χάρβαρντ. «Είναι καλύτερο να σκεφτόμαστε την παγκόσμια οικονομία να διέρχεται μια “Δεύτερη Μεγάλη Συρρίκνωση" (με την Μεγάλη Ύφεση να είναι η πρώτη), η οποία αφορά όχι μόνο την παραγωγή και την ανεργία αλλά επίσης την πίστωση και την αγορά κατοικίας.» (FT, 9/8/11)

Κέρδη

Ο Μαρξ ανέλυσε τον καπιταλισμό πολύ καιρό πριν. Εξήγησε τις αντιφάσεις του συστήματος που βασίζονται στην επιδίωξη του κέρδους. Οι καπιταλιστές προσλαμβάνουν εργάτες με σκοπό να εξάγουν υπεραξία από την εργασία τους. Αυτή η υπεραξία επενδύεται από τους καπιταλιστές για να κάνουν περισσότερα χρήματα, που εξυπηρετούν την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Παρ’ όλα αυτά, το εμπόδιο για τον καπιταλισμό είναι το ίδιο το κεφάλαιο. Η εξαγωγή εμπορευμάτων που αναζητούν νέες αγορές αγγίζει τα υψηλότερα επίπεδα στο αποκορύφωμα της ανάκαμψης. Παρ’ όλα αυτά, έρχεται ένα σημείο όπου τα όρια της αγοράς φθάνουν σε σύγκρουση με την απεριόριστη παραγωγή εμπορευμάτων. Αυτό οδηγεί σε μια αναπόφευκτη κρίση υπερπαραγωγής, όπως αυτή που είδαμε το 2008-2009. Όλα φθάνουν σε μια ολοκληρωτική παράλυση. Το καπιταλιστικό σύστημα παραλύει, όχι επειδή οι άνθρωποι δεν χρειάζονται πράγματα, αλλά εξαιτίας της έλλειψης της αναγκαίας ζήτησης, δηλαδή χρημάτων για να αγοραστούν τα εμπορεύματα.

Όπως ο Μαρξ εξήγησε «Η τελική αιτία για όλες τις αληθινές κρίσεις πάντα παραμένει η φτώχεια και η περιορισμένη κατανάλωση των μαζών, με την μορφή της τάσης της καπιταλιστικής παραγωγής να αναπτύξει τις παραγωγικές δυνάμεις σαν να είναι μόνο η απόλυτη καταναλωτική ικανότητα της κοινωνίας που βάζει ένα όριο σε αυτές». («Κεφάλαιο», τόμος 3, σελίδα 615).

Η πίστη μπορεί να ξεπεράσει αυτή την αντίφαση για μια περίοδο, αλλά όχι οριστικά. Αργά ή γρήγορα, η αγορά αγγίζει τα όριά της και η κρίση προκαλείται. «Στην πρώτη της έκφραση, γι’ αυτό το λόγο, ολόκληρη η κρίση εμφανίζεται σαν απλά μια πιστωτική ή νομισματική κρίση» εξηγούσε ο Μαρξ («Κεφάλαιο» τόμος 3, σελίδα 621). Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα, έλεγε ο Μαρξ. Είναι η κρίση που δημιουργεί την έλλειψη πίστης και όχι η πίστη που δημιουργεί την κρίση.

Παρακμή

Κάποιοι στην Αριστερά έχουν αποπειραθεί να εξηγήσουν την κρίση αποκλειστικά αναφερόμενοι στην κερδοφορία, αλλά αυτή είναι μια πολύ μηχανιστική προσέγγιση. Υπάρχει μια απόπειρα να παρουσιάσουν τα επίπεδα των κερδών σαν ένδειξη για την υγεία του καπιταλισμού, αλλά για μια ακόμα φορά αυτό είναι πολύ απλουστευτικό. Η μάζα των κερδών έπεσε το 2009 μετά την μαζική κατάρρευση του παγκόσμιου εμπορίου. Τα κέρδη ανέκαμψαν από τότε. Ακόμα και αν κάποιος εξαιρέσει τις τράπεζες, τα κέρδη των 500 μεγαλύτερων εταιρειών αυξήθηκαν κατά 18.7% τον περασμένο χρόνο, σύμφωνα με την «Morgan Stanley». Τα κέρδη στις ΗΠΑ αυξήθηκαν κατά 528 δις δολάρια. Παρ’ όλα αυτά το να συμπεραίνεται ότι ο καπιταλισμός των ΗΠΑ είναι σχετικά υγιής είναι θεμελιωδώς λαθεμένο, όπως μπορεί να ειδωθεί από την ισχνή ανάκαμψη, την συνεχιζόμενα υψηλή ανεργία και την καταρρέουσα παραγωγικότητα.

Αυτή η ανάκαμψη είναι σε βάρος της εργατικής τάξης. Παρά την έκρηξη των κερδών, οι πραγματικοί μισθοί στις ΗΠΑ αυξήθηκαν μόνο κατά 68 δις δολάρια από την έναρξη της ανάκαμψης. Την ώρα που τα κέρδη στη Γερμανία αυξήθηκαν κατά 113 δις ευρώ, οι εργατικοί μισθοί αυξήθηκαν μόνο κατά 36 δις ευρώ.

Στη Βρετανία, η εικόνα είναι μακράν χειρότερη, όπου τα κέρδη αυξήθηκανκατά 14 δις λίρες, αλλά οι πραγματικοί μισθοί μειώθηκαν κατά 2 δις λίρες. Το εργατικό μερίδιο στο εθνικό εισόδημα έχει καταρεύσει από το 1980 στις χώρες του ΟΟΣΑ, κάτι που εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την άνοδο του ποσοστού κέρδους κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.

Πιο σημαντικό ακόμα είναι το ότι ο καπιταλισμός μπορεί να βρίσκεται στην αρχή ενός καθοδικού σπιράλ. «Μιλάμε για μια καθοριστική συστημική κρίση» εξήγησε ο Willem Buiter, σημαίνον στέλεχος της «Citigroup». Αντιμέτωπες με μια ακόμα ύφεση, οι διεθνείς κεντρικές τράπεζες και οι κυβερνήσεις δεν έχουν τα «πυρομαχικά» για να ασχοληθούν με αυτή.

Το καπιταλιστικό σύστημα υφίσταται μια ολόκληρη σειρά από σοκ. Οι αντιφάσεις της ατομικής ιδιοκτησίας και των εθνικών κρατών έχουν έλθει στην επιφάνεια. Δεν είναι αυτό ή το άλλο πρόβλημα που καθορίζει την κρίση, αλλά η γενική, οργανική ασθένεια του συστήματος. Στο παρελθόν, η παγκόσμια οικονομία θα είχε ανακάμψει. Για παράδειγμα, μετά την ύφεση του 1982, η οικονομία των ΗΠΑ αναπτύχθηκε κατά 5,6%, ενώ σήμερα αντίθετα μόλις  1.6% . Το καπιταλιστικό σύστημα βρίσκεται σε ένα ολοκληρωτικό αδιέξοδο. Κανένα ποσό επιχορήγησης δεν θα του κάνει καλό. Τα «ναρκωτικά» δεν ενεργούν πλέον.

Η εργατική τάξη είναι αντιμέτωπη με μια λιτότητα χωρίς προηγούμενο. Όλες οι κατακτήσεις του παρελθόντος δεν μπορούν να γίνουν ανεκτές από τον καπιταλισμό. Μόνο με την ανατροπή του συστήματος μπορεί ο εφιάλτης του καπιταλισμού να γίνει παρελθόν. Σε αυτή τη βάση, ένα σοσιαλιστικό σχέδιο της παραγωγής μπορεί να οργανωθεί, επιτρέποντας να χρησιμοποιηθούν πλήρως οι πλουτοπαραγωγικές πηγές της κοινωνίας σύμφωνα με τα συμφέροντα της πλειοψηφίας και με αυτό μια τεράστια επέκταση των παραγωγικών δυνάμεων μπορεί να επιτευχθεί.

Η φτώχεια, η ανεργία, η έλλειψη στέγης και όλα τα υπόλοιπα δεινά του καπιταλισμού, μπορεί να εξαλειφτούν μια για πάντα. Το δίλλημα «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα» που τέθηκε και εξηγήθηκε από την Ρόζα Λούξεμπουργκ είναι πιο επίκαιρο από ποτέ. Για μας η μόνη επιλογή είναι ο σοσιαλισμός.

Λονδίνο – 18 Αυγούστου 2011

Πέμπτη 7 Απριλίου 2011

Η στάση της ΚΝΕ απέναντι στο φοιτητικό κίνημα

Πριν περίπου τρεις εβδομάδες , δημοσιεύτηκε στον Κυριακάτικο «Ριζοσπάστη» μια ανακοίνωση της ΚΝΕ που αφόρα το φοιτητικό κίνημα. Βρισκόμαστε σε μια  περίοδο βαθιάς καπιταλιστικής κρίσης και όπως είναι φυσικό αυτή η κρίση δεν θα μπορούσε να αφήσει ανέπαφο το Δημόσιο Πανεπιστήμιο. Ενώ λοιπόν στην εν λόγω ανακοίνωση  τίθεται ο στόχος να μην περάσει ο νέος νομός πλαίσιο επιλέγεται ως μέσο πάλης η συγκρότηση μιας παράλληλης από όλο το υπόλοιπο φοιτητικό κίνημα οργανωτικής δομής η οποία θα είναι απόλυτα ελεγχόμενη από το κόμμα. Η συγκεκριμένη πολιτική που εξαγγέλλει η ανακοίνωση δεν είναι κάτι το καινούριο. Είχε αρχίσει να προετοιμάζεται ήδη από το περσινό συνέδριο της ΚΝΕ όπου άρχισε να φαίνεται το ενδεχόμενο της οργανωτικής διάσπασης ακόμη και αν δεν είχε ειπωθεί ξεκάθαρα.

Πιο συγκεκριμένα, η ηγεσία της ΚΝΕ, επειδή θεώρει πως οι Γενικές Συνελεύσεις των συλλόγων στην πλειοψηφία τους είναι εκφυλισμένες αντιπροτείνει το κάθε έτος, το κάθε εξάμηνο, αλλά και το κάθε εργαστήριο να γίνει «κάστρο αντίστασης» με γενικές συνελεύσεις απόλυτα διαχωρισμένες από τις γενικές συνελεύσεις των συλλόγων. Δηλαδή μια σεχταριστική πολιτική απομόνωσης που ακολουθεί εδώ και χρόνια η ηγεσία του ΚΚΕ. Παραβλέποντας την μαζικότητα των γενικών συνελεύσεων των συλλόγων , αγνοώντας τη δύναμή τους τα προηγούμενα χρόνια και μπερδεύοντας τους νέους αγωνιστές για το ποια είναι η σωστή δομή. Δηλαδή θέλει να δημιουργήσει ξεχωριστές συνελεύσεις, ξεχωριστού κινήματος, αντιμετωπίζοντας έτσι όλες τις άλλες δυνάμεις ως μη ταξικές, αν όχι ως ταξικούς εχθρούς. Επιπλέον οι ξεχωριστοί αυτοί σύλλογοι δημιουργούνται με την προϋπόθεση να αποσπάσουν τους φοιτητές από τον «εκφυλισμένο συνδικαλισμό». Το θέμα όμως είναι πώς ακριβώς θα το πετύχουν αυτό, αφού θα απομονώσουν την πρωτοπορία από ένα σημαντικό κομμάτι των υπόλοιπων φοιτητών. Όλα αυτά τη στιγμή που οι νέες επιθέσεις στην εκπαίδευση είναι προ των πυλών και θα έπρεπε  να καλλιεργηθεί η κοινή δράση των αριστερών προοδευτικών δυνάμεων, παρά τις υπαρκτές διαφορές. Πριν τέσσερα χρόνια βέβαια στις κινητοποιήσεις του 2006-2007 όταν οι πλατειές μάζες των φοιτητών μπήκαν στον αγώνα, και απαίτησαν τη μεγαλύτερη δυνατή ενότητα πάνω στα κοινά αιτήματα, φάνηκε  ξεκάθαρα η ήττα της σεχταριστικής τακτικής της ΚΝΕ μέσα στις σχολές. Έτσι η ηγεσία της ΚΝΕ αναγκάστηκε να αλλάξει εντελώς τακτική μπαίνοντας στα ενωτικά πλαίσια με τις άλλες αριστερές δυνάμεις, συμμετέχοντας στο συντονιστικό των κατειλημμένων σχολών και στα κοινά συλλαλητήρια. Δυστυχώς όμως η ηγεσία της ΚΝΕ δεν έβγαλε απ' ότι φαίνεται κανένα συμπέρασμα από αυτή τη- μοναδική εδώ και χρόνια- νικηφόρα μάχη του κινήματος, στη νίκη του οποίου συνέβαλε και η αλλαγή τακτικής της. Έτσι χωρίς να εξηγήσει τίποτα στα μέλη και τους υποστηρικτές της ΠΚΣ και τους άλλους αγωνιστές, σύντομα έσπασε ξανά τα κοινά πλαίσια, επιστρέφοντας στην παλιά τακτική της, και πλέον προχωρά σε μια ακόμα χειρότερη εκδοχή αυτής της καταστροφικής πολιτικής σπρώχνοντας τις δυνάμεις της, προς την οργανωτική διάσπαση των συλλόγων!

Αξιοσημείωτο είναι ότι αυτή η τακτική της απομόνωσης που έχει εφαρμοστεί στο εργατικό κίνημα μέσω της δράσης του ΠΑΜΕ δεν έχει προσφέρει  τίποτα  στο εργατικό κίνημα. Υπάρχουν παραδείγματα  που το αποδεικνύουν αυτό όπως είναι, αυτό του συνδικάτου Οικοδόμων το οποίο αποδυναμώνεται συνεχώς  σε μέλη καθώς και  το συνδικάτο μεταλλεργατών στη Ζώνη στο Πέραμα στο οποίο η παράταξη του ΠΑΜΕ έχασε σχεδόν το μισό της δύναμης της στις τελευταίες εκλογές..

Ένα άλλο σημείο της ανακοίνωσης της ΚΝΕ αφορά τις φοιτητικές εκλογές. Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι οι εκλογές κάθε συλλόγου είναι δικό του θέμα. Δηλαδή  κάθε σύλλογος θα αποφασίζει μόνος του για το αν ή το πότε θα γίνουν οι εκλογές. Μπορεί κανείς να φανταστεί τι θα γίνει στους συλλόγους που η ΚΝΕ είναι πρώτη δύναμη. Ακόμη με αυτό τον τρόπο το κίνημα πάει πίσω, διότι οι εκλογές αποτελούν και αυτές μια πολιτική μάχη καθώς αποτυπώνουν την ριζοσπαστικοποίηση των φοιτητών και αποτελούν μια φωτογραφική απεικόνιση της φάσης στην οποία βρίσκεται το φοιτητικό κίνημα. Επιπλέον η ανασυγκρότηση της Ε.Φ.Ε.Ε. που υποτίθεται πως θέλουν, έρχεται αντιπαραθετικά  στο γεγονός ότι ο κάθε σύλλογος θα αποφασίζει μόνος του, άρα με ποια έννοια θέλουν μια ενιαία φοιτητική ένωση; Οι εκλογές λοιπόν είναι μία σημαντική μάχη για το φοιτητικό κίνημα, αν και  από μόνες τους  δεν μπορούν να λύσουν τίποτα.  Η ενίσχυση των αριστερών παρατάξεων πρέπει να αποτελέσει το αποφασιστικό βήμα για την αγωνιστική επανίδρυση της Ε.Φ.Ε.Ε. που θα λειτουργεί δημοκρατικά, με αιρετούς και ανακλητούς αντιπροσώπους και έλεγχο από τις Γενικές Συνελεύσεις των συλλόγων και με κύριο καθήκον τον συντονισμό των αγώνων του φοιτητικού κινήματος σε πανελλαδικό επίπεδο.

Ανακεφαλαιώνοντας, η ανακοίνωση στοχεύει σε δυο σημεία. Το πρώτο είναι η δημιουργία μια νέας οργανωτικής δομής απόλυτα διαχωρισμένης από τις υπάρχουσες οργανωτικές δομές του φοιτητικού κινήματος . Το δεύτερο αφόρα τις φοιτητικές εκλογές, για τις οποίες κατά την ηγεσία της ΚΝΕ είναι θέμα του κάθε συλλόγου η διεξαγωγή τους, καθώς και η ημερομηνία πραγματοποίησής τους. Η ηγεσία του ΚΚΕ φέρει τεράστια ευθύνη γιατί στην ουσία θυσιάζει το φοιτητικό κίνημα για χάρη μιας αναμενόμενης ενδυνάμωσης της  απομαζικοποιμένης κομματικής νεολαίας και ακόμη χειρότερα ανοίγει το δρόμο στη κυβέρνηση να περάσει το νομοσχέδιο. Άρα αντικειμενικά πρόκειται για πισώπλατο χτύπημα ενάντια στο φοιτητικό κίνημα. Το σημαντικότερο όμως είναι, ότι πιθανότατα η πολιτική που εξαγγέλει αυτή  η ανακοίνωση, θα ξεπεράσει τον χώρο της εκπαίδευσης και θα μεταφερθεί και στον εργασιακό χώρο με δυσάρεστα αποτελέσματα για το ίδιο το εργατικό κίνημα. Για παράδειγμα έχουν αρχίσει ήδη να γίνονται προετοιμασίες για μια τέτοια στροφή και στο εργατικό κίνημα που εκφράζονται με τη δημιουργία χωριστών «κλαδικών σωματείων»  όπως στο χρηματοπιστωτικό, στην ενέργεια και στις τηλεπικοινωνίες. Ακόμα βέβαια δεν έχουν σπάσει ολικά από τις αντίστοιχες ομοσπονδίες, ωστόσο έχουν φτιάξει μια παράλληλη δομή μετρώντας τις δυνάμεις τους.

Και όλα αυτά τη στιγμή που η  παγκόσμια κρίση του καπιταλισμού απειλεί για άλλη μια φορά την εργατική τάξη. Για να προστατεύσει τα τεράστια  κέρδη του, το κεφάλαιο έχει εξαπολύσει ολομέτωπη επίθεση στις κατακτήσεις των εργαζομένων. Αντί λοιπόν η ενότητα της αριστεράς να είναι αυτονόητη, καθώς και ένα μαζικό  φοιτητικό κίνημα σε συμπόρευση με το εργατικό κίνημα, η ηγεσία του ΚΚΕ κάνει οτιδήποτε για να μην γίνει αυτό, ακολουθώντας  αυτή τη σεχταριστική τακτική, η οποία επιφυλάσσει ήττες για το ίδιο εργατικό κίνημα. Σε αντίθεση με αυτή την καταστροφική κατεύθυνση, αυτό που είναι πραγματικά αναγκαίο, είναι  η ταξική ενότητα της Αριστεράς, η οποία μέσα από  το Ενιαίο Μέτωπο, το οποίο συνιστά ενότητα στη δράση, πάνω σε όλα τα βασικά ζητήματα του αγώνα του εργατικού κινήματος, θα αποτελέσει το πρώτο βήμα στον αγώνα για την υπεράσπιση των εργατικών συμφερόντων.

Λίνα Μητσιογιάννη
 

Τρίτη 15 Μαρτίου 2011

Η νίκη των 300- νίκη για όλη την εργατική τάξη!

της Luba Lukova (USA), από την έκθεση αφισών "30 αφίσες για τη Μετανάστευση"

Γράφουν ο/η Παναγιώτης Κολοβός- Γερασιμίνα Τσιντή
14.03.11

Την Τετάρτη 9/3 έληξε η απεργία πείνας των 300 μεταναστών εργατών που κράτησε για 44 μέρες, με μια σημαντική νίκη για τους μετανάστες αλλά και για όλο το εργατικό κίνημα. Ο αγώνας των μεταναστών εργατών, είναι πλούσιος σε συμπεράσματα και διδάγματα για όλη την εργατική τάξη και τις ηγεσίες της.
 
Ο αγώνας αυτός ήταν ένας αγώνας ηρωικός. Ένας αγώνας που συγκρούστηκε από την αρχή με την κυβερνητική αδιαλλαξία και κατάφερε να την κάμψει, καταφέρνοντας να πετύχει την πρώτη νίκη ενάντια σε αυτή την κυβέρνηση, που διεξάγει μια άνευ προηγουμένου επίθεση στην ελληνική εργατική τάξη. Παράλληλα ήταν ο πρώτος νικηφόρος αγώνας, μετά την ματαίωση της συνταγματικής αναθεώρησης του Α16, το 2006.

Ο αγώνας αυτός ήταν ηρωικός, όχι μόνο γιατί από την αρχή αντιμετώπισε την αδιαλλαξία της κυβέρνησης που μέχρι την τελευταία στιγμή άφηνε ανοιχτό το ενδεχόμενο της καταστολής και της απέλασης των αγωνιστών, όχι μόνο αντιμετώπισε μια τεράστια εκστρατεία γκεμπελικής προπαγάνδας από τα αστικά κόμματα και τα ΜΜΕ, εναντίον των μεταναστών και όσων τους συμπαραστέκονταν, αλλά και γιατί άντεξε και κατάφερε να νικήσει, χωρίς ουσιαστική συμπαράσταση από τις ηγεσίες της εργατικής τάξης, που κρίθηκαν πολύ κατώτερες των περιστάσεων. (θα επανέλθουμε παρακάτω).

Το πρώτο μήνυμα που μας στέλνει αυτή η νίκη, είναι ότι κανένας αγώνας δεν είναι χαμένος, αφού αν μπόρεσε να πετύχει μια νίκη, ένα τόσο μικρό κομμάτι, του πιο καταπιεσμένου, τμήματος της τάξης, το οποίο είναι σχεδόν εντελώς ανοργάνωτο και περιφρονημένο από τις συνδικαλιστικές ηγεσίες, χωρίς εκπροσώπηση και χωρίς δικαιώματα, τότε τα πιο δυνατά, οργανωμένα και πλούσια σε παραδόσεις τμήματα της τάξης, μπορούν να πετύχουν πολλά περισσότερα. Ακόμα και μειοψηφικά τμήματα της τάξης μπορούν να πετύχουν νίκες που θα δείξουν το δρόμο, ακόμα και χωρίς την στήριξη της προδοτικής συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας. Ενώ η τάξη σαν σύνολο, αν κινηθεί στη βάση ενός οργανωμένου σχεδίου με αποφασιστικότητα και σχέδιο, μπορεί να τσακίσει αυτή την πολιτική και αυτή την κυβέρνηση!

Το δεύτερο συμπέρασμα που μπορούμε να αντλήσουμε, είναι ότι η ριζοσπαστικοποίηση της τάξης, αγγίζει και τα στρώματα που στο παρελθόν θεωρούνταν πιο καθυστερημένα ή αδύναμα να αγωνιστούν. Οι 300 μετανάστες, δεν είναι μια μεμονωμένη περίπτωση, είναι δείγμα μιας γενιάς νέων μεταναστών που έχει τη διάθεση και το κουράγιο να διεκδικήσει την αξιοπρέπεια της και μια ανθρώπινη ζωή, ένα τεράστιο αγωνιστικό δυναμικό που θα το δούμε να παίζει πιο ενεργό ρόλο στην ταξική πάλη και θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά το κλίμα μέσα στο εργατικό κίνημα, αν οργανωνόταν και συντονιζόταν μαζί με τους έλληνες εργαζόμενους.

Το τρίτο και σημαντικότερο συμπέρασμα είναι ότι η κυβέρνηση δεν είναι ανίκητη, αν λοιπόν ο αγώνας των μεταναστών αδερφών μας κατάφερε να τσαλακώσει το σκληρό της προφίλ, τότε για τις απεργίες που έχασαν δεν φταίει η ισχύς του αντιπάλου, και προφανώς ούτε η αδυναμία του εργατικού κινήματος, αλλά η προδοτική στάση της συνδικαλιστικής ηγεσίας και η πολιτική ανεπάρκεια των αριστερών κομμάτων και μόνο!

Η νίκη αυτή δεν αφορά μόνο τους 300 μετανάστες. Αφορά όλους τους μετανάστες στην Ελλάδα, αλλά και όλη την ελληνική εργατική τάξη!

Συγκεκριμένα αυτά που πέτυχαν είναι:

- νομιμοποίηση της παραμονής των μεταναστών, μετά από συμπλήρωση οκταετίας στη χώρα, αντί για τη δωδεκαετία που ίσχυε μέχρι σήμερα.

- καθεστώς εξάμηνης παραμονής υπό ανοχή, με συνεχείς, επαόριστον αναβολές έως ότου συμπληρωθούν τα χρόνια (και οι προϋποθέσεις) που απαιτούνται για τη νομοιμοποιήσή τους.

- χορήγηση όλων των απαραίτητων ταξιδιωτικών εγγράφων για επίσκεψη στις χώρες προέλευσής τους

- μείωση στα 100 -από 200 και 150 (βαρέα-ανθυγιεινά)- των ενσήμων για χορήγηση άδειας παραμονής

- μείωση στα 50 -από 100 και 80 (οικοδόμοι)- των ενσήμων για έκδοση βιβλιαρίου υγείας για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Ρύθμιση η οποία  συνιστά μια μείζονα κατάκτηση για το σύνολο της εργατικής τάξης της χώρας

Η καθολική διάσταση της νίκης όμως δεν περιορίζεται στο γεγονός, ότι κατάφεραν μια ρύθμιση που ωφελεί και τους ξένους και τους έλληνες εργαζόμενους για τα ένσημα, αλλά πρώτα και κύρια στο γεγονός ότι βγάζοντας το πιο καταπιεσμένο στρώμα της εργατικής τάξης από την διαβίωση σε συνθήκες τρομοκρατίας δημιουργούνται συνθήκες για την ομογενοποίηση της τάξης, την αποτελεσματικότερη οργάνωση της και την βελτίωση των συνθηκών ζωής της συνολικά.

Η ταξική διάσταση της μετανάστευσης

Η μετανάστευση είναι φαινόμενο που το έχει γεννήσει ο ίδιος ο καπιταλισμός. Η αστική τάξη έχοντας ως σκοπό την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της και  την μεγιστοποίηση των κερδών της, επιδίδεται εδώ και δεκαετίες σε ιμπεριαλιστικούς πολέμους για τον έλεγχο των αγορών, πρώτων υλών και σφαιρών επιρροής. Σε εθνικό επίπεδο καταβαραθρώνει το επίπεδο ζωής των εργαζομένων με αποτέλεσμα την μαζική ανεργία, τη φτώχια και τον υποσιτισμό που πλήττουν την κοινωνική πλειοψηφία. Έτσι δημιουργούνται τα φαινόμενα της μετανάστευσης και της προσφυγιάς, καθώς οι εργαζόμενοι αναζητούν καταφύγιο και ελπίδα σε άλλες χώρες, τα οποία φαινόμενα στις μέρες μας οξύνονται ακόμα περισσότερο με την παγκόσμια οικονομική κρίση.

Από  την πλευρά τους τα ισχυρά καπιταλιστικά κράτη αποκρίνονται στο ζήτημα της μετανάστευσης ανάλογα με το αν αυτή η διαδικασία είναι κερδοφόρα γι’ αυτά ή όχι. Από την μια πλευρά οι μετανάστες θεωρούνται χρήσιμοι για την αγορά εργασίας καθώς η έλευση μεγάλων μαζών, ανοργάνωτων  και χωρίς ταξική συνείδηση είναι πολλαπλά επικερδής για το κεφάλαιο. Το κεφάλαιο βρίσκει αφορμή για την περεταίρω συμπίεση των δικαιωμάτων της εργατικής τάξης, μειώνει τους μισθούς, αποδιοργανώνει το κοινωνικό κράτος. Από την άλλη πλευρά όταν τα περιθώρια κέρδους των καπιταλιστών μειώνονται και η έλευση των μεταναστών περισσότερο κινδυνεύει να προκαλέσει «κοινωνικές εκρήξεις» παρά να προσφέρει κέρδη στο κεφάλαιο τότε, οι μετανάστες αντιμετωπίζονται με ακόμα μεγαλύτερο κυνισμό: «Είναι πλέον πάρα πολλοί…»

Στις μέρες μας όπου οι αστοί προχωρούν πλέον σε μαζικές απολύσεις, η προσφορά άφθονων εργατικών χεριών από τις τάξεις των μεταναστών, δεν είναι μόνο «περιττή πολυτέλεια», αλλά και βάρος. Ακριβώς γι’αυτό το λόγο, βλέπουμε ότι με το βάθεμα της κρίσης εντείνονται και οι επιθέσεις ενάντια στους μετανάστες( βλ. επιχείρηση σκούπα που είχε ξεκινήσει η προηγούμενη κυβέρνηση της Ν.Δ., τείχος στον Έβρο, στρατόπεδα συγκέντρωσης) και μπορούμε να δούμε μέχρι και δολοφονικές επιθέσεις ξεκινώντας από τις επιθέσεις της Χρυσής Αυγής στην Ελλάδα και τις μαζικές δολοφονίες με τα βυθίσματα πλοίων στην Ιταλία, φτάνοντας στο σήμερα με την κυβέρνηση ΠΑ.ΣΟ.Κ να απειλεί με απέλαση μόλις μερικές μέρες πριν, τους 300 απεργούς πείνας πριν αναγκαστεί από την πίεση να υποκύψει στα αιτήματα τους.

Η εργατική τάξη λοιπόν οφείλει να παλέψει για τα δικαιώματα των μεταναστών, όχι μόνο γιατί αποτελούν κομμάτι της, αλλά και  γιατί η διαβίωση τους σε συνθήκες ημι-παρανομίας, εξυπηρετούν μόνο την εργοδοσία που βρίσκει φθηνή εργατική δύναμη σε συνθήκες εκβιασμού, και την χρησιμοποιεί για να ωθεί προς τα κάτω συνολικά τις απολαβές και τα δικαιώματα των εργαζομένων, υπό την πίεση των φθηνών εργατικών χεριών, και για να τσακίζει τη δύναμη των συνδικάτων. Παράλληλα, χρησιμοποιεί τους μετανάστες, ως άλλοθι για την ανεργία, για να σπρώχνει το ένα κομμάτι της τάξης ενάντια στο άλλο και να αποπροσανατολίζει την δυσαρέσκεια των εργαζομένων που δημιουργείται μακριά από την ίδια την αστική τάξη και το σύστημα της. Να γιατί οι εργάτες έχουν συμφέρον να παραμείνουν ενωμένοι ενάντια στην απειλή της ανεργίας και της εξαθλίωσης, κατακτώντας ίδια δικαιώματα για όλα τα τμήματα της τάξης. Να γιατί η ελληνική εργατική τάξη είχε συμφέρον να στηρίξει τον αγώνα των μεταναστών, να γιατί η νίκη τους είναι νίκη για ολόκληρη την τάξη!

Η στάση της Αριστεράς και των συνδικάτων

Από την πλευρά τους βέβαια, οι αστοί έδειξαν να έχουν αντιληφθεί, τα παραπάνω συμπεράσματα πολύ καλά, και έτσι μόνο εξηγείται η λύσσα που επέδειξαν τα αστικά ΜΜΕ τόσο κατά τη διάρκεια όσο και μετά τη νίκη της απεργίας, αλλά και τα παραδοσιακά αστικά κόμματα ΝΔ, ΛΑΟΣ και ΔΗΣΥ, όπως και η αστική ηγεσία του ΠΑΣΟΚ.

Δυστυχώς όμως, οι ηγεσίες της εργατικής τάξης δεν φάνηκαν ικανές να βγάλουν τα αντίστοιχα συμπεράσματα. Η μεν ηγεσία της ΓΣΕΕ, έδειξε πλήρη αδιαφορία για τον αγώνα των μεταναστών, τόσο κατά την περίοδο που βρίσκονταν στη Νομική, όσο και κατά την περίοδο που αγωνιούσαν στα 200 μέτρα από το μέγαρο της ΓΣΕΕ, το οποίο και θα έπρεπε να τους είχε προσφερθεί σαν ελάχιστο δείγμα συμπαράστασης για τον αγώνα τους! Η ηγεσία αυτή δεν έκανε το παραμικρό για να στηρίξει ηθικά και υλικά ως όφειλε αυτό τον αγώνα, πέρα από μια ανέξοδη υπογραφή στο ψήφισμα συμπαράστασης. Τα ψηφίσματα-σφραγίδες βέβαια δεν έχουν κοστίσει ποτέ τίποτα!

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι τη χειρότερη στάση από το χώρο της αριστεράς  απέναντι στο γεγονός αυτό βέβαια την κράτησε η ηγεσία του ΚΚΕ, η οποία αρκέστηκε μόνο σε εκ των υστέρων δηλώσεις υποστήριξης  και φυσικά όπως πάντα αυστηρά διαχωριζόμενη και αρνητική στην οποιαδήποτε κοινή δράση με τους υπόλοιπους αγωνιστές, επιμένοντας στη σεχταριστική της λογική, Από την άλλη , πραγματοποιούσε προσωπικές συναντήσεις με την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ ζητώντας την νομιμοποίηση των μεταναστών.

Δε θα μιλήσουμε καν για την ηγεσία της «Δημοκρατικής Αριστεράς» που από την αρχή βιάστηκε να διαλέξει ταξικό στρατόπεδο, από την πλευρά του αντιπάλου, επιβεβαιώνοντας την οργανική της ροπή προς την ταξική συνεργασία με το μανδύα της υπεύθυνης δύναμης, που μπορεί να την εμπιστεύεται η αστική τάξη.

Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ βέβαια από την πλευρά της, και πιο συγκεκριμένα η ηγεσία του ΣΥΝ, δεν φάνηκε να στέκεται στο ύψος των περιστάσεων, καθώς γρήγορα φάνηκε η σύγχυση που διακατέχει τις γραμμές της και η αναποφασιστικότητα. Βέβαια, οι δυνάμεις του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ ήταν σχεδόν οι μόνες που από την αρχή μέχρι το τέλος συμπαραστάθηκαν στους αγωνιζόμενους μετανάστες, όχι όμως χωρίς ταλαντεύσεις, ιδιαίτερα κατά το κρίσιμο βράδυ της άρσης του ασύλου στη Νομική, που παραλίγο να θέσει ταφόπλακα στον αγώνα. Τη στιγμή εκείνη, η ηγεσία του Συν απέδειξε ότι δεν μπορεί να αντισταθεί με αποφασιστικότητα και τόλμη στις πιέσεις του συστήματος και των αστικών ΜΜΕ, παρόλο που η πλειοψηφία των αγωνιστών της βάσης βρισκόταν εκείνη την ώρα έξω από τη Νομική δίνοντας αμέριστη υποστήριξη στους μετανάστες. Με εξαίρεση αυτό το θλιβερό συμβάν, βέβαια, η ηγεσία του ΣΥΝ συνέχισε να δείχνει έμπρακτη αλληλεγγύη στους 300 μετανάστες, όμως η υποστήριξη ενός κινήματος δεν αρκεί για μια ηγεσία της Αριστεράς. Μια ηγεσία, πρέπει να δίνει προοπτική στον αγώνα, να εξαντλεί τις δυνατότητες αποτελεσματικής σύνδεσης του με το υπόλοιπο εργατικό κίνημα, και να δείχνει συνέπεια στην εξυπηρέτηση των σκοπών του. Η ηγεσία λοιπόν του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ δεν αρκεί να κριθεί μόνο για τη στάση της στο συγκεκριμένο αγώνα, πρέπει να κριθεί συνολικά για το αν έχει καταβάλει προσπάθεια όλο το προηγούμενο διάστημα για μια αποτελεσματική σύνδεση των μεταναστών με το εργατικό κίνημα, πρωτοστατώντας στην προσπάθεια να τους οργανώσει στα συνδικάτα και να σπάσει τον αποκλεισμό τους. Σε αυτή την προσπάθεια δεν έχει δυστυχώς να επιδείξει και τα καλύτερα αποτελέσματα.

Το συμπέρασμα λοιπόν είναι, ότι παρά την ενεργητική συμπαράσταση που δέχτηκαν από εκατοντάδες απλούς αγωνιστές της αριστεράς, του εργατικού κινήματος και απλούς πολίτες, οι 300 μετανάστες έδωσαν τον αγώνα με πολύ ελλιπή  υποστήριξη από την πλευρά των ηγεσιών του οργανωμένου εργατικού κινήματος και της αριστεράς.

Ο αγώνας τελείωσε;

Η νίκη που πέτυχαν οι μετανάστες, τσαλάκωσε την εικόνα της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, δίνοντας ένα ανησυχητικό μήνυμα στα αφεντικά της, την ελληνική και ευρωπαϊκή αστική τάξη, για τη δυνατότητα της να περάσει τα σκληρά μέτρα που χρειάζεται το σύστημα με μηδενική ανοχή και πλήρη αδιαλλαξία. Αυτό εκφράστηκε μέσα από τη σκληρή γλώσσα που χρησιμοποίησε η δεξιά αστική αντιπολίτευση (που φαινομενικά έσπασε την εικόνα της συναίνεσης), και τις πολλαπλές πιέσεις που δέχτηκε ο υπουργός εσωτερικών Γ. Ραγκούσης. Αυτό εκφράστηκε στις δηλώσεις του αμέσως την επόμενη μέρα από τη νίκη της απεργίας, ότι οι μετανάστες δεν έχουν λόγο να πανηγυρίζουν, ότι δεν εξασφάλισαν σε καμία περίπτωση την άδεια παραμονής και δεν είναι καθόλου δεδομένη η συνέχιση της ανοχής κ.ο.κ.

Είναι δεδομένο ότι η ελληνική αστική τάξη δεν μπορεί να ανεχτεί μια πιο ανεχτική στάση απέναντι στους μετανάστες. Αν υποχώρησε προσωρινά φοβούμενη τις συνέπειες που θα μπορούσε να έχει μια θανατηφόρα κατάληξη της απεργίας, αυτό δεν σημαίνει ότι παρέδωσε τα όπλα. Σύντομα θα διεκδικήσει τη ρεβάνς, δείχνοντας μια ακόμη πιο αποκρουστική σκληρότητα απέναντι στους μετανάστες. Είναι δεδομένο, ότι η κυβέρνηση θα προσπαθήσει να τους κοροϊδέψει μέσα από γραφειοκρατικές διαδικασίες, μέσα από το σκληρό πρόσωπο της ελληνικής αστυνομίας που θα αναλάβει τις συναλλαγές για τις άδειες παραμονής ή ακόμη και ανακαλώντας τις ευνοϊκές ρυθμίσεις. Κερδήθηκε μια μάχη, αλλά ο πόλεμος είναι ακόμα στη μέση!

Τώρα λοιπόν είναι η ώρα για το οργανωμένο εργατικό κίνημα να πατήσει πάνω σε αυτή τη νίκη για να συνδεθεί αποφασιστικά με τους μετανάστες. Πρέπει να εκμεταλλευτεί αυτή τη χαραμάδα για να σπάσει το άτυπο απαρτχάιντ που τους έχει επιβληθεί, διεξάγοντας μια καμπάνια για την εγγραφή τους στα συνδικάτα και ενάντια στη μαύρη εργασία, παρέχοντας τους υλική και ηθική υποστήριξη (πχ, αναλαμβάνοντας τα έξοδα μέσα από τους νομικούς εκπροσώπους των συνδικάτων, για τις διαδικασίες νομιμοποίησης τους και υπεράσπισης τους από την κρατική αυθαιρεσία, αναλαμβάνοντας πρωτοβουλίες για την ανθρώπινη υποδοχή των προσφύγων κλπ). Τα κόμματα της Αριστεράς έχουν ταξικό καθήκον να πρωτοστατήσουν σε αυτό τον αγώνα που τώρα αρχίζει!

 Παναγιώτης Κολοβός- Γερασιμίνα Τσιντή

Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2011

Η επανάσταση στη Λιβύη

Νέα γυναίκα διαμαρτύρεται έξω από την πρεσβεία της Λιβύης στο Λονδίνο (via New Statesman)
του Alan Woods, από τη Μαρξιστική Φωνή, 22.02.11

Το επαναστατικό κύμα στον αραβικό κόσμο έφτασε στο πιο πρόσφατο και αιματηρό σημείο ανάπτυξής του στη Λιβύη, όπου η κατάσταση  είναι ιδιαίτερα έκρυθμη. Βρισκόμενη ανάμεσα στην Τυνησία και την Αίγυπτο, πολλοί σχολιαστές (και ο ίδιος ο Καντάφι!) φαντάζονταν ότι η Λιβύη θα μπορούσε να αποφύγει με κάποιο τρόπο τη γενική πυρκαγιά που έχει ξεσπάσει από τις αρχές του χρόνου στη Βόρεια Αφρική.

Το Λαϊκό Κέντρο Συνδιασκέψεων, όπου συνεδριάζει το Γενικό Λαϊκό Κογκρέσο (κοινοβούλιο), πυρπολήθηκε, ενώ αστυνομικά τμήματα και άλλα κυβερνητικά κτίρια δέχτηκαν επίσης επίθεση, λεηλατηθήκαν και πυρπολήθηκαν. Η κατάσταση στη Λιβύη αποτελεί πλέον μια πραγματική ένοπλη εξέγερση. Οι συγκρούσεις συνεχίζονται μεταξύ των διαδηλωτών και των δυνάμεων ασφαλείας στις ανατολικές πόλεις της χώρας και ιδιαίτερα στη Βεγγάζη, όπου η αντιπολίτευση κατά του Λίβυου ηγέτη Μοαμάρ Καντάφι είναι πιο ισχυρή. Αλλά η εξέγερση έχει εξαπλωθεί και στα νότια και τα δυτικά της χώρας και φτάνει ως και την ίδια την Τρίπολη.

Οι διαδηλώσεις στην Τρίπολη εντάθηκαν εκ νέου μετά από μια τηλεοπτική ομιλία του γιου του Καντάφι «Σεΐφ Αλ-Ισλάμ». Υποσχέθηκε πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις και είπε ότι η δολοφονία διαδηλωτών ήταν "λάθος", αλλά συγχρόνως, περιέγραψε τους διαδηλωτές ως μεθυσμένους και ναρκομανείς που ακολουθούν εντολές από ξένους πράκτορες. Υποσχέθηκε να ξεκινήσει μια διάσκεψη για τις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις εντός δύο ημερών, ενώ προειδοποίησε τους Λίβυους ότι θα πρέπει «να ξεχάσουν το πετρέλαιο και τη βενζίνη» και να προετοιμαστούν για μια κατοχή από τη "Δύση" και 40 χρόνια εμφυλίου πολέμου, εάν δεν συμβιβαστούν.

Ο υιός Καντάφι προσπάθησε να δείξει πως υπάρχει αντίθεση ανάμεσα στην κατάστασης στη Λιβύη σε σχέση με τις επαναστάσεις στην Αίγυπτο και την Τυνησία: «Η Λιβύη είναι διαφορετική, εάν υπάρξει ταραχή θα χωριστεί σε διάφορες πολιτείες», είπε. Αλλά τα ίδια πράγματα ειπώθηκαν προηγουμένως και για την Αίγυπτο, η οποία λεγόταν πως ήταν και αυτή διαφορετική από την Τυνησία και, επομένως είχε ανοσία στη μετάδοση της επανάστασης. Τα γεγονότα, όμως, έδειξαν σύντομα την κενότητα των ισχυρισμών αυτών. Δεν υπήρχαν πυραμίδες στην Τυνησία και δεν υπάρχουν ούτε και στη Λιβύη! Αλλά υπάρχει μαζική δυσαρέσκεια σε όλες αυτές τις χώρες, η οποία πρέπει να βρει μια διέξοδο. Και όσο περισσότερο καταπιέζεται αυτή η δυσαρέσκεια, τόσο πιο εκρηκτική είναι η έκφρασή της.

Στην ομιλία του, άφησε να εννοηθεί ότι ο στρατός και η εθνική φρουρά θα πατάξουν τα «ανατρεπτικά στοιχεία» που εξαπλώνουν την κοινωνική αναταραχή: «Μπορείτε να πείτε ότι θέλετε δημοκρατία και δικαιώματα, μπορούμε να συζητήσουμε για αυτό, θα έπρεπε να έχουμε μιλήσει για αυτό από πριν. ‘Η θα μιλήσουμε ή θα έχουμε πόλεμο. Και αντί να έχουμε πάνω από 200 νεκρούς, θα κλάψουμε πάνω από εκατοντάδες χιλιάδες θύματα.»

«Θα αγωνιστούμε ως το τελευταίο λεπτό, ως την τελευταία σφαίρα,» δήλωσε ο Καντάφι. Αλλά το ερώτημα είναι: εναντίον ποιων θα στραφεί αυτή η τελευταία σφαίρα;

Εμφύλιος Πόλεμος

Ο Σαΐφ Καντάφι παραδέχτηκε ότι ορισμένες στρατιωτικές βάσεις, τανκ και όπλα κατασχέθηκαν από τους διαδηλωτές και αναγνώρισε ότι ο στρατός, βρισκόμενος υπό πίεση, άνοιξε πυρ κατά των μαζών, επειδή δεν είχε εμπειρία στον έλεγχο διαδηλώσεων.

Μάρτυρες στη Λιβύη ανέφεραν ότι ορισμένες πόλεις, κυρίως στα ανατολικά, που θεωρούνται λιγότερο «πιστές» στο καθεστώς του Μοαμάρ Καντάφι, έχουν περάσει πλήρως στα χέρια των πολιτών και των διαδηλωτών. Μετά την ομιλία, οι διαδηλωτές βγήκαν στους δρόμους, φωνάζοντας συνθήματα κατά του Σεΐφ Αλ-Ισλάμ, καθώς και κατά του πατέρα του.

Υπήρξαν αναφορές για αποστασίες στο στρατό στη Βεγγάζη και την Al Bayda στην ανατολική Λιβύη από τις 20 Φεβρουάριου, ενώ τώρα οι ταραχές εξαπλώνονται και στην Τρίπολη. Όλα αυτά δείχνουν ότι το καθεστώς έχει χάσει τον έλεγχο της κατάστασης.

Ο Marwan Bishara, πολιτικός αναλυτής στο Αλ Τζαζίρα, δήλωσε ότι η ομιλία του Σαΐφ Καντάφι μαρτυρούσε «απελπισία».

«Ακούστηκε σαν μια απελπισμένη ομιλία ενός απελπισμένου γιου ενός δικτάτορα, ο οποίος προσπαθεί να εκβιάσει το Λιβυκό λαό, απειλώντας ότι θα μπορούσε να βυθίσει τη χώρα σε ένα λουτρό αίματος», δήλωσε ο Bishara.

«Αυτό είναι πολύ επικίνδυνο και προέρχεται από κάποιον που δε διαθέτει καν μια επίσημη θέση στη Λιβύη - έτσι, αυτό θα μπορούσε να είναι η αρχή ενός εφιαλτικού σεναρίου για τη Λιβύη, όπου ένας αυταρχικός ηγέτης βάζει τον γιο του να μιλήσει στον αέρα, προκειμένου να προειδοποιήσει το λαό για ένα λουτρό αίματος, εάν ο λαός αρνηθεί να υπακούσει στις εντολές και τις προσταγές του δικτάτορα».

Εάν το καθεστώς της Λιβύης προσπαθήσει να προσκολληθεί στην εξουσία με τη βία μπορεί να καταλήξει όπως το καθεστώς του Τσαουσέσκου στη Ρουμανία. Μια τέτοια προοπτική είναι ένα εφιαλτικό σενάριο για τους ιμπεριαλιστές και τα καθεστώτα-μαριονέτες τους παντού. Οι τελευταίες εκθέσεις δείχνουν ότι η λιβυκή πολεμική αεροπορία και το ναυτικό βομβάρδισαν στρατιωτικές εγκαταστάσεις που πέρασαν με το μέρος των επαναστατών, ενώ επιτέθηκαν ακόμη και κατά πολιτών. Η κατάσταση δείχνει ότι έχει ξεσπάσει ένας ανοιχτός εμφύλιος πόλεμος με τον Καντάφι να προσπαθεί να προσκολληθεί απεγνωσμένα στην εξουσία, αλλά αυτή τη στιγμή όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοικτά.

Μετάφραση: Θωμάς Γεωργίου

Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2011

ΣΥΡΙΖΑ: Πώς πρέπει να προχωρήσουμε;



Γράφει ο/η Παναγιώτης Κολοβός   



14.02.11

Την ίδια στιγμή που η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα δέχονται την πιο άγρια επίθεση των τελευταίων πενήντα χρόνων το άλλοτε δυναμικό και ελπιδοφόρο συμμαχικό σχήμα του ΣΥΡΙΖΑ παρουσιάζει μια εικόνα διάλυσης και ανικανότητας ακόμα και για την πιο στοιχειώδη πολιτική παρέμβαση στις εξελίξεις.

Η «ντε φάκτο» διάσπαση που προέκυψε στις πρόσφατες αυτοδιοικητικές εκλογές, έχει παραλύσει το σχήμα εδώ και πολλούς μήνες. Η αιτία βέβαια όλης αυτής της κρίσης που σέρνεται εδώ και δύο σχεδόν χρόνια, δεν είναι άλλη από την αναντιστοιχία των απαντήσεων της Αριστεράς γενικά και ειδικότερα του ΣΥΡΙΖΑ με τα καυτά ερωτήματα που βγάζει στην επιφάνεια η καπιταλιστική κρίση. Η κρισιμότητα της κατάστασης ασκεί τεράστια πίεση πάνω στην Αριστερά, από την οποία ο κόσμος πια απαιτεί κρυστάλλινες και σαφείς απαντήσεις. Οι ηγεσίες όμως του ΣΥΡΙΖΑ όλο το προηγούμενο διάστημα προτιμούσαν να καταλήγουν σε στρογγυλεμένες ασαφείς θέσεις, προκειμένου να «χωράνε όλοι» και να αποφεύγονται οι εσωτερικές τριβές. Απόρροια της ίδιας καταστροφικής αντίληψης, ήταν και η συντηρητική στάση που κράτησε για μεγάλο διάστημα η ηγεσία, απέναντι στο αίτημα της βάσης -που περιλάμβανε κάποια στιγμή χιλιάδες ανένταχτους αγωνιστές- για το αυτονόητο δικαίωμα τους στη συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων, μέσα από την απόκτηση αρμοδιοτήτων για τις συνελεύσεις βάσεις. Όλα αυτά, οδήγησαν το ΣΥΡΙΖΑ σε μια βαθειά κρίση που τον έφερε στο χείλος της πολιτικής περιθωριοποίησης και της οριστικής διάλυσης.

Είναι ξεκάθαρο, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αποτέλεσε ποτέ την αυθεντική μαζική ενότητα της Αριστεράς που είναι αναγκαία για το εργατικό κίνημα. Αποτέλεσε όμως, ένα θετικό βήμα που τράβηξε την προσοχή και κινητοποίησε πολλούς αγωνιστές. Με αυτή την έννοια πρέπει να το διαφυλάξουμε σαν ένα βήμα προς τον επιθυμητό στόχο. Για να γίνει αυτό εφικτό, πρέπει να ανοίξει η συζήτηση για την ουσία, το πρόγραμμα και την στρατηγική. Άποψη μας είναι ότι μόνη στέρεη βάση για να βγει η Αριστερά από την κρίση και να μπορέσει να δώσει διέξοδο και στην κοινωνία, είναι η επιστροφή στις θεμελιώδεις ιδέες του κινήματος μας, τις ιδέες του μαρξισμού μέσα από την υιοθέτηση ενός γνήσιου σοσιαλιστικού μεταβατικού προγράμματος.
Αυτό πρέπει να συνδυαστεί απαραίτητα με δομές που θα διευκολύνουν την επαναστατική πρωτοβουλία και αυτό-οργάνωση της βάσης, με δομές αυθεντικά δημοκρατικές με τη λήψη όλων των σημαντικών αποφάσεων που αφορούν τη δράση από τις ίδιες τις συνελεύσεις βάσης, αλλά και τη δυνατότητα τους να συνδιαμορφώσουν την πολιτική του σχήματος.

Το στέρεο έδαφος για να υλοποιηθούν όλα αυτά είναι η ίδια η ενεργή παρέμβαση στο κίνημα. Αυτό, μπορεί να εξασφαλίσει τους όρους και για τη διεύρυνση της συμμαχίας και την ενότητα της Αριστεράς στη δράση. Πρέπει λοιπόν όλες οι συνελεύσεις βάσης και πρώτα απ όλα η κεντρική γραμματεία με ευθύνη όλων των συνιστωσών, να συνεδριάσουν το επόμενο διάστημα για να οργανώσουν την παρέμβαση στο κίνημα (με στόχους την αποτελεσματική διοργάνωση αλληλεγγύης στους απεργούς, την ανάληψη πρωτοβουλιών για την ενότητα των αριστερών δυνάμεων στα συνδικάτα, το κίνημα της νεολαίας και τις γειτονιές). Αυτό είναι το βασικότερο καθήκον της περιόδου και μόνο μέσα από την εκπλήρωσή του μπορεί να χτιστεί η αναγκαία εμπιστοσύνη για την όποια «επανεκκίνηση» του σχήματος.

Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2010

Απολογισμός των εκλογικών αποτελεσμάτων

 
 
Ενότητα της Αριστεράς : το πιο ζωτικό πολιτικό καθήκον

Το σημαντικότερο πολιτικό συμπέρασμα που προκύπτει από τα αποτελέσματα των εκλογών της Κυριακής είναι οι τεράστιες πολιτικές δυνατότητες που αποδείχθηκε ότι υπάρχουν για μια Αριστερά ενωμένη. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΚΕ, άλλες ευρύτερες δυνάμεις της Αριστεράς και δυνάμεις από το ΠΑΣΟΚ που αντιπολιτεύονται από τ’ αριστερά την κυβέρνηση ένωναν τις δυνάμεις τους σε μια κοινή εκλογική κάθοδο, τότε τα εκλογικά αποτελέσματα θα ήταν εντελώς διαφορετικά. Το κίνητρο για συμμετοχή των εργαζόμενων και της νεολαίας στην ψηφοφορία θα ήταν πολύ ισχυρό, με αποτέλεσμα η αποχή να μην αποτελεί τον πρωταγωνιστή στον εκλογών και η κυβέρνηση να μην έχει κανένα άλλοθι για παραμονή στην εξουσία και συνέχιση της αντεργατικής της πολιτικής.

Η ενωμένη Αριστερά θα διεκδικούσε με αξιώσεις ένα πολύ μεγάλο τμήμα των Δήμων σε όλη την Ελλάδα, αλλά και αρκετές Περιφέρειες. Η ελπίδα σε καιρό βαθειάς καπιταλιστικής κρίσης θα έκανε ξανά την εμφάνισή της στην ψυχολογία της εργατικής τάξης και της νεολαίας. Θα δυνάμωνε η αυτοπεποίθηση των εργαζόμενων, καθώς θα αποκτούσαν για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια την αίσθηση ότι διαθέτουν μια ορατή πολιτική λύση.

Τα εκλογικά αποτελέσματα μιλούν από μόνα τους. Αν είχαμε μια πλατειά αριστερή συμπαράταξη στην Περιφέρεια της Αθήνας, η Αριστερά – χωρίς να υπολογίζουμε την ιδιαίτερη δυναμική που θα δημιουργούσε η ενωτική κάθοδος και την μείωση της αποχής που θα προκαλούσε - θα συγκέντρωνε σαν βάση ένα ποσοστό 25,19% (άθροισμα αποτελεσμάτων 2 συνδυασμών ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ) και θα περνούσε στον Β’ γύρο. Στο Δήμο της Αθήνας επίσης θα είχε σαν βάση ένα ποσοστό 22,3%, στο Δήμο Πειραιά 25,06%, στο Δήμο Θεσσαλονίκης 14,45% και στο Δήμο Πάτρας ένα επιβλητικό 42,3%.

Κάθε σκεπτόμενος αγωνιστής μπορεί να συνειδητοποιήσει το μέγεθος των ευκαιριών που χάθηκαν, καθώς και το βαθμό ισχυροποίησης του εργατικού κινήματος και της νεολαίας στους αγώνες τους ενάντια στην επίθεση του καπιταλισμού εάν η Αριστερά είχε κατορθώσει να πάρει στα χέρια της τη διοίκηση της μεγαλύτερης Περιφέρειας της Ελλάδας, των Δήμων του Πειραιά και της Πάτρας και να συγκεντρώσει σημαντικά διψήφια ποσοστά σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Όμως οι ηγεσίες της Αριστεράς αρνούνται να συνειδητοποιήσουν τα στοιχειώδη τους καθήκοντα. Με βασικό υπεύθυνο τη σεχταριστική ηγεσία του ΚΚΕ, έχουν γίνει οι ίδιες σήμερα το μεγαλύτερο εμπόδιο για την πραγματοποίηση του ζωτικού καθήκοντος της ενότητας.

Δεν υπάρχει άλλο σημαντικό εμπόδιο σήμερα για την ενότητα, από την ίδια τη στάση των ηγεσιών της Αριστεράς. Οι διαφορετικές πολιτικές και τα προγράμματα των συνιστωσών αυτού του αναγκαίου αριστερού ενωτικού μετώπου δεν αποτελούν εμπόδιο, καθώς θα αρκούσε η συμφωνία πάνω σε μια κοινά αποδεκτή δέσμη βασικών πολιτικών θέσεων – διεκδικήσεων που θα επιχειρούν να δώσουν λύση στα πιο ζωτικά προβλήματα της εργατικής τάξης όπως η φτώχεια, η ανεργία και η ακρίβεια σε βάρος των συμφερόντων του κεφαλαίου, με την κάθε πολιτική συνιστώσα να επιδιώκει μέσα από τον δημοκρατικό διάλογο να πλειοψηφήσει στις γραμμές της συμμαχίας η δική της ολοκληρωμένη προγραμματική πρόταση για την αλλαγή της κοινωνίας.

Πρέπει όμως να τονίσουμε ότι για να έχει ουσία και αποτέλεσμα η ενότητα της Αριστεράς δεν πρέπει να έχει ευκαιριακό, εκλογικό μόνο χαρακτήρα. Αντίθετα χρειάζεται να οικοδομείται καθημερινά μέσα στο κίνημα της εργατικής τάξης και της νεολαίας, στα συνδικάτα, τις σχολές και τις γειτονιές, έτσι ώστε η εκλογική σύμπραξη να είναι η αντανάκλαση και το επιστέγασμα της κοινής ταξικής δράσης πάνω στα πιο βασικά ζητήματα που απασχολούν τους εργαζόμενους.

Η αποτυχία και των δύο χωριστών παρατάξεων του ΣΥΡΙΖΑ στην περιφέρεια της Αθήνας, η «είσπραξη», με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, από το σύνολο της Αριστεράς των οδυνηρών συνεπειών μιας αποχής που ήρθε και σαν τίμημα της πολυδιάσπασης και η συνειδητοποίηση των τεράστιων δυνατοτήτων που ανοίγονται μέσα από την ενότητα της Αριστεράς στις μεγάλες πολιτικές μάχες, πρέπει να δημιουργήσει ένα ισχυρό ρεύμα στη βάση των κομμάτων της παραδοσιακής Αριστεράς που θα αναγκάσει τις ηγεσίες να βαδίσουν επιτέλους τον ενωτικό δρόμο.

Οι επιτυχίες των «ανεξάρτητων»

Τα υψηλά ποσοστά που σημείωσαν οι «ανεξάρτητες» υποψηφιότητες σε όλη την Ελλάδα ήταν  επίσης ένα από τα αξιοσημείωτα στοιχεία των εκλογικών αποτελεσμάτων. Είναι χαρακτηριστικό ότι 121 από τους 221 υποψηφίους που οδηγούνται σε β’ γύρο, δηλαδή το  58,3%,  είναι τυπικά χωρίς κάποιο κομματικό χρίσμα. Επίσης αξιοσημείωτα είναι τα ποσοστά των «ανεξάρτητων» Γ. Δημαρά στην Περιφέρεια Αττικής με 15.9%  και του Γ. Αμυρά στο Δήμο Αθηναίων με 7,37%.

Οι επιτυχίες των «ανεξάρτητων» εκφράζουν χαρακτηριστικά την συγχυσμένη πολιτικά τάση εκατοντάδων χιλιάδων ψηφοφόρων να σπάσουν τους δεσμούς τους με τα 2 κύρια κόμματα που διαχειριστήκαν την αστική εξουσία και ταυτόχρονα, την δυσπιστία τους έναντι της πολιτικής της παραδοσιακής Αριστεράς.

Στο Δήμο Αθηναίων, το αξιοσημείωτο ποσοστό του συνδυασμού του Γ. Αμυρά φαίνεται να επιτεύχθηκε από ένα τμήμα δυσαρεστημένων με την κυβέρνηση και τη ΝΔ ψηφοφόρων, κύρια από τα μικροαστικά στρώματα, που δεν έχουν πολιτικοποιηθεί μέσα από την εμπειρία της συμμετοχής σε μαζικές οργανώσεις και στη συλλογική ταξική δράση και που έχοντας σαν μόνο συνδετικό κρίκο με την πολιτική τα αστικά ΜΜΕ, είναι δεκτικοί στην απολίτικη και αταξική γλώσσα «οικείων» από τα τηλεοπτικά προγράμματα, ουδέτερων τάχα, «λαμπερών» προσώπων.

Η περίπτωση του Γ. Δημαρά στην περιφέρεια Αττικής είναι διαφορετική, καθώς, παρά την αναγνωρισιμότητά του από τα ΜΜΕ, έχει μια μακρά πολιτική διαδρομή μέσα από το ΔΗΚΚΙ και το ΠΑΣΟΚ. Το αρκετά υψηλό ποσοστό που έλαβε αυτή η «ανεξάρτητη» υποψηφιότητα που διατύπωσε αναιμικά και θολά στοιχεία αντιπολίτευσης στην κυβέρνηση, εκφράζει σε κάποιο βαθμό την αρχή της ανάπτυξης έντονων διεργασιών προς τ’ αριστερά μέσα στην βάση του ΠΑΣΟΚ.

Η άνοδος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Σε μια μικρογραφία, η συνολική τάση ανόδου της Αριστεράς φάνηκε και στα διακριτά ποσοστά που απέσπασε τη ΑΝΤΑΡΣΥΑ, το πολιτικό μέτωπο των μικρών οργανώσεων της λεγόμενης εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Στην Περιφέρεια Αττικής η ΑΝΤΑΡΣΥΑ απέσπασε 22.000 περισσότερες ψήφους σε σχέση με τις εθνικές εκλογές του 2009, ξεπερνώντας μάλιστα τον συνδυασμό του Αλέκου Αλαβάνου με ποσοστό 2,29%. Στο Δήμο Αθηναίων από το 0,55% πήγε στο 2,84%, στον Δήμο Πειραιά από το 0,45 στο 2,41% , στον Δήμο Θεσσαλονίκης από το 0,42% στο 1,71% και στον Δήμο Πάτρας από το 0,52% στο 4,48%.

Η αξιοσημείωτη αυτή άνοδος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι ένα σύμπτωμα της επαναστατικής διάθεσης που αναπτύσσεται κύρια μέσα στις τάξεις της νεολαίας. Δυστυχώς όμως, η σεχταριστική πολιτική και τακτική των οργανώσεων και «κομμάτων» που απαρτίζουν την ΑΝΤΑΡΣΥΑ κάνει την διάθεση αυτή να σπαταλιέται σε πειράματα οικοδόμησης «επαναστατικών κομμάτων» στο περιθώριο των μαζικών οργανώσεων της εργατικής τάξης και την οδηγεί στο πολιτικό αδιέξοδο.

Η επιτυχία της «Χρυσής Αυγής» στην Αθήνα

Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε το βράδυ των εκλογών το ποσοστό που απέσπασε η παρακρατική, νεοναζιστική οργάνωση «Χρυσή Αυγή» στο Δήμο Αθηναίων, που με ποσοστό 5,26% και περίπου 10.000 ψήφους εξέλεξε για πρώτη φορά έναν δημοτικό σύμβουλο. Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να τονιστεί ότι σε εθνικό επίπεδο, η επιρροή της οργάνωσης παραμένει περιθωριακή, αφού αποτόλμησε να κατέβει ανεξάρτητα μόνο σε δύο δήμους και σε δύο περιφέρειες σε όλη τη χώρα (Πελοπόννησος και Δυτική Ελλάδα). Στη Θεσσαλονίκη μάλιστα, προνομιακή πόλη για την άκρα δεξιά τα τελευταία χρόνια, έλαβε μόνο 1% και 1000 ψήφους. Στην Περιφέρεια Πελοποννήσου έλαβε 1,45% και στην Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας απέσπασε 1,88%.

Το υψηλό ποσοστό της «Χρυσής Αυγής» στην Αθήνα, είχε σαν επίκεντρο τις πιο υποβαθμισμένες γειτονιές του κέντρου με την Πλατεία Αττικής και τη Βικτώρια να της δίνουν ενδεικτικά 14,72% και την πλατεία Αττικής και τον Άγιο Παντελεήμονα 12,27%. Τα ποσοστά αυτά αντανακλούν τις ξενοφοβικές και ρατσιστικές διαθέσεις που αναπτύσσονται σαν αποτέλεσμα της κρίσης και με την απλόχερη ενίσχυση του κράτους,  κύρια στις τάξεις των μικροαστών, των μικρονοικοκυραίων και των γηγενών λουμπενοποιημένων στοιχείων των πόλεων έναντι των χιλιάδων μεταναστών και προσφύγων που ζουν σε άθλιες συνθήκες στις γειτονιές του Κέντρου.

Η αστική τάξη μέσα από τους μηχανισμούς του αστικού κράτους επιδιώκει να εκτρέψει το μίσος των εργαζόμενων και των κατεστραμμένων μικροαστών για την μαζική εξαθλίωση που τους επιφυλάσσει ο καπιταλισμός, από την ίδια και τους υπηρέτες της προς τους μετανάστες που βρέθηκαν στην Ελλάδα στην προσπάθειά πους να απαλλαγούν από την βαρβαρότητα που επικρατεί στις χώρες τους. Στο πλαίσιο αυτής της επιδίωξης, η παρακρατική «Χρυσή Αυγή» βρίσκεται σε συντονισμό δράσης με την Αστυνομία και χρησιμοποιείται σαν «πολιορκητικός κριός» για την καλλιέργεια κλίματος πογκρόμ ενάντια στους μετανάστες, με σκοπό να αφιονιστούν τα μικροαστικά στρώματα με εθνικιστικό και ρατσιστικό δηλητήριο και να μολυνθούν επίσης από αυτό και τα πιο καθυστερημένα τμήματα της  εργατικής τάξης.

Παρ’ ότι η άνοδος των νεοναζιστών στην Αθήνα δεν αποτελεί δείγμα ενός πανελλαδικού ρεύματος υπέρ των ιδεών τους και είναι προς το παρόν μια εξαίρεση, συνιστά αναμφίβολα μια προειδοποίηση για το εργατικό κίνημα και τη νεολαία και κύρια για την Αριστερά. Σε τελική ανάλυση, μόνο η αποφασιστική πάλη της Αριστεράς για την εξουσία στη βάση ενός προγράμματος για την ανατροπή του σάπιου καπιταλισμού και την εγκαθίδρυση μιας σοσιαλιστικής σχεδιασμένης οικονομίας που μπορεί να επιλύσει οριστικά τα προβλήματα των εργαζόμενων μαζών της πόλης, θα απομονώσει εντελώς τα ρατσιστικά κελεύσματα της ακροδεξιάς και των νεοναζί.

Η άνοδος της «Χρυσής Αυγής» σε συνδυασμό με την άνοδο των συνδυασμών του ΚΚΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ αποτελούν χαρακτηριστική έκφραση της ταξικής πόλωσης που αναπτύσσεται στο έδαφος της κρίσης. Μιας ταξικής πόλωσης που την επόμενη περίοδο θα οξύνεται, με τα βλέμμα της εργατικής τάξης, της νεολαίας και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων να στρέφεται εντονότερα για την αναζήτηση λύσης προς τις παραδοσιακές μαζικές εργατικές οργανώσεις, συνδικαλιστικές και πολιτικές και ειδικότερα, από τη στιγμή που η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ εφαρμόζει στην κυβέρνηση την πιο σκληρή αντεργατική πολιτική των τελευταίων δεκαετιών, προς την παραδοσιακή Αριστερά. Είναι χρέος του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ από κοινού με το ΚΚΕ να δείξουν σε όλους αυτούς τους απογοητευμένους και προδομένους από την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ εργαζόμενους, τον δρόμο του ταξικού, ενωτικού αγώνα για τη σοσιαλιστική διέξοδο από το σημερινό βαθύ καπιταλιστικό τέλμα.
 
Διαβάστε εδώ το Μέρος Α΄ και το Μέρος Β΄

Τρίτη 3 Αυγούστου 2010

ΗΠΑ: Ο «Σοσιαλισμός» δεν είναι πια μια βρώμικη λέξη

Καλλιέργειες ακριβείας στη Μινεσότα (από δορυφόρο, με πειραγμένο χρώμα, από Wikipedia)

Γράφει ο/η Socialist Appeal USΑ
από την Μαρξιστική Φωνή

12.07.10

Σε μια πρόσφατη δημοσκόπηση του ερευνητικού κέντρου Pew, αναμφίβολα μιας από τις πλέον έγκυρες εταιρίες δημοσκοπήσεων στις ΗΠΑ, ζητήθηκε από περισσότερους από 1500 τυχαία επιλεγμένους Αμερικάνους να περιγράψουν τις αντιδράσεις τους σε όρους όπως «καπιταλισμός» και «σοσιαλισμός». Η Pew συνόψισε τα αποτελέσματα της δημοσκόπησης με τον τίτλο: «Σοσιαλισμός όχι και τόσο αρνητικός. Καπιταλισμός όχι και τόσο θετικός.»

Μόνο μια μικρή πλειοψηφία της τάξης του 52% των Αμερικάνων αντιδρά θετικά στον «καπιταλισμό». 37% λένε πως τους προκαλεί αρνητική αντίδραση και οι υπόλοιποι δεν είναι σίγουροι.

Ανάμεσα στη «γενιά της χιλιετίας», αυτούς που σήμερα είναι μεταξύ 18 και 30 ετών, μόνο το 43% περιγράφει θετικά τον «καπιταλισμό», ενώ ένα άλλο 43% περιγράφει το «σοσιαλισμό» θετικά.

Μεταξύ των Δημοκρατών, το 47% βλέπει θετικά τον καπιταλισμό, ενώ το 44% βλέπει θετικά το σοσιαλισμό. Ενώ είναι αδύνατο να γνωρίζουμε τι καταλαβαίνουν οι άνθρωποι με αυτούς τους όρους, είναι ξεκάθαρο πως το ενδιαφέρον για το σοσιαλισμό μεγαλώνει.

Σύμφωνα με τον καθηγητή του Boston College Τσαρλς Ντέρμπερ: «Σε κάθε σχεδόν βασικό ζήτημα, από την υποστήριξη σε έναν ελάχιστο μισθό, τα συνδικάτα, την προτίμηση της διπλωματίας πάνω στη δύναμη, τη βαθιά ανησυχία για το περιβάλλον, την πίστη πως οι μεγάλες επιχειρήσεις διαφθείρουν τη δημοκρατία, και την υποστήριξη πολλών βασικών κοινωνικών προγραμμάτων συμπεριλαμβανομένης της Κοινωνικής Ασφάλισης και Περίθαλψης, η προοδευτική θέση είναι ισχυρή και σχετικά σταθερή. Εάν «σοσιαλισμός» σημαίνει υποστήριξη σε αυτά τα ζητήματα, η ερμηνεία της δημοσκόπησης της Pew φανερωνεί μια Κέντρο-Αριστερή χώρα. Εάν ο σοσιαλισμός σημαίνει μια αναζήτηση για μια γνήσια συστημική εναλλακτική, τότε η Αμερική, ιδιαίτερα η νεολαία της, αναδεικνύεται σε μια πλειοψηφική σοσιαλδημοκρατία, ή σε μια πλειοψηφική αναζήτηση για μια πιο συνεταιριστική, πράσινη και πιο ειρηνική και κοινωνικά δίκαιη τάξη πραγμάτων.

Αυτό έρχεται σε μια εποχή που τα ΜΜΕ μας λένε πως το «Κόμμα του Τσαγιού» αντιπροσωπεύει το πραγματικό πρόσωπο της διαμαρτυρίας και της απογοήτευσης στις ΗΠΑ. Το τελευταίο πράγμα που θέλουν είναι να δώσουν σε οποιονδήποτε την ιδέα πως αυτή η δυσαρέσκεια μπορεί να εκφραστεί προς μια αριστερή κατεύθυνση. Αλλά θα πρέπει να είμαστε σίγουροι πως σύντομα θα εκφραστεί και μάλιστα με έντονο τρόπο.



Μετάφραση: Άγγελος Ηρακλείδης

Παρασκευή 11 Ιουνίου 2010

Τι σηματοδοτεί η αποχώρηση της Ανανεωτικής Πτέρυγας

Φτερούγα κυανόγαστρης κουρούνας, Άλμπρεχτ Ντύρερ, 1512 (από την Wikipedia)

από τη διαδικτυακή εφημερίδα Μαρξιστική Φωνή

6ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΣΥΝ : ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ – Μέρος Α’

Το έκτακτο (6ο) συνέδριο του ΣΥΝ πέρασε στην ιστορία σαν ένα από τα πιο κρίσιμα για την πορεία του κόμματος. Ο ΣΥΝ σίγουρα δεν είναι ίδιος μετά από αυτό το συνέδριο. Οι πολιτικές εξελίξεις που σηματοδότησε το συνέδριο είναι ιστορικής σημασίας για το σύνολο της Αριστεράς και καθιστούν ακόμα πιο σημαντικά και επιτακτικά τα πολιτικά καθήκοντα της ηγεσίας του ΣΥΝ.

Τι σηματοδοτεί η αποχώρηση της Ανανεωτικής Πτέρυγας

Η αποχώρηση της Ανανεωτικής Πτέρυγας (ΑΠ) από το κόμμα είναι ένα πολιτικό γεγονός - σταθμός. Η ηγεσία της ΑΠ αδύναμη να ανακτήσει τα ηνία του κόμματος σε μια περίοδο που η ριζοσπαστικοποίηση της συνείδησης της εργατικής τάξης και της νεολαίας με την επίδρασή της πιέζει να κρατηθεί ζωντανή και να προχωρήσει η αριστερή στροφή του ΣΥΝ, δεν είχε άλλη επιλογή από το να αποχωρήσει από το κόμμα. Έχοντας κλείσει αισίως 6 χρόνια ανοιχτής υπονόμευσης της αριστερής στροφής του ΣΥΝ και των επιλογών που τη σηματοδότησαν όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, εξοργίζοντας χιλιάδες αριστερούς αγωνιστές και πλήττοντας το ηθικό τους σε κάθε κρίσιμη καμπή των εξελίξεων στο ταξικό και πολιτικό πεδίο, οι ηγέτες της ΑΠ έδωσαν το αναμενόμενο σύνθημα της αποχώρησης.

Η συγκεκριμένη συγκυρία της αποχώρησης της ΑΠ δεν είναι τυχαία. Η ΑΠ εδώ και καιρό είχε αρχίσει να συρρικνώνεται σοβαρά. Οι ιδέες και οι πρακτικές των ηγετών της αποδοκιμάζονται από όλο και μεγαλύτερο αριθμό αγωνιστών, με κυριότερο δείκτη την απόλυτη περιθωριοποίησή τους στις τάξεις της αριστερής νεολαίας. Μέσα σε ένα περιβάλλον γενικευμένης συντριβής των μικροαστικών αυταπατών για μια ομαλή, ειρηνική και δημοκρατική μεταρρύθμιση του καπιταλισμού εξαιτίας της βαθειάς κρίσης του και της αναζωπύρωσης της ταξικής πάλης, οι αστικές πολιτικές φιγούρες των ηγετών της ΑΠ παρά την υπερπροβολή τους από τα ΜΜΕ, με τον πολιτικό τους λόγο είναι πλέον δυνατό να συγκινήσουν μόνο καριερίστες, παράγοντες, πρόωρα γερασμένους νέους και μικρά τμήματα κυνικών, απελπισμένων και απογοητευμένων αριστερών.

Σαν αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης, ήδη η ΑΠ ταλαιπωρούταν από διασπάσεις. Η συγκρότηση της «Πλατφόρμας 2010» υπό τον Γ. Μπαλάφα που προκάλεσε βιτριολικά σχόλια στις τάξεις των στελεχών της ΑΠ, ήταν ένα ξεκάθαρο σημάδι ότι η συνοχή της θα ετίθετο σε σοβαρή αμφισβήτηση αν δεν δρομολογούταν μια ανεξάρτητη πορεία ανασυγκρότησής της έξω από τον ΣΥΝ και τον ΣΥΡΙΖΑ, που θα μπορούσε να δώσει ένα νέο «όραμα» στους μικροαστούς παράγοντες που ως επί το πλείστον συγκροτούν το στελεχιακό της δυναμικό. Στην αποχώρηση της ΑΠ όμως δεν μπορεί παρά να έχουν παίξει ρόλο και οι γενικότεροι σχεδιασμοί και επιδιώξεις της αστικής τάξης, καθώς οι «ανανεωτικοί» ηγέτες είναι δεμένοι με δεκάδες νήματα με την άρχουσα τάξη. Η επαπειλούμενη χρεοκοπία του ελληνικού καπιταλισμού και η άνοδος των μαζικών ταξικών αγώνων, σε συνδυασμό με την διογκούμενη απαξίωση του αστικού πολιτικού συστήματος από την κοινωνία, απειλούν την σταθερότητα της κυβέρνησης, θέτοντας στο προσκήνιο το σενάριο λαϊκής εκτόνωσης μέσω των εκλογών και μιας κυβέρνησης ευρύτερης συνεργασίας. Μια τέτοια προοπτική χρειάζεται αναμφίβολα ένα αριστερό στήριγμα, που οι πρώην σ. Κουβέλης, Χατζησωκράτης και σια έχουν αποδείξει ότι είναι αρκούντως «ανανεωτικοί» για να το προσφέρουν απλόχερα. Πάνω σε αυτή τη βάση και ο Δ. Παπαδημούλης, προσωρινά επιφορτισμένος με τον ρόλο του «ανανεωτικού αντάρτικου από τα μέσα», αργά ή γρήγορα, θα συγχρονιστεί με τα - όπως όλα δείχνουν - γοργά βήματα δημιουργίας ενός ανανεωτικού κόμματος «ροζ-πράσινης» δεξιορεφορμιστικής απόχρωσης.

Θα είναι πολιτικά υποκριτής κάποιος αν υποστηρίξει ότι οι χιλιάδες αριστεροί αγωνιστές που συγκροτούν τη μεγάλη πλειοψηφία του ΣΥΝ στεναχωρήθηκαν από την αποχώρηση ηγετών που επανειλημμένα έδειξαν ασέβεια στη συλλογικά εκφρασμένη τους θέληση. Όμως εξίσου υποκριτής θα είναι και αυτός που θα ισχυριστεί ότι τα προβλήματα του κόμματος θα αποτελέσουν μεμιάς παρελθόν μετά την αποχώρηση της ΑΠ. Γιατί χωρίς την κατάλληλη πολιτική και τακτική από την πλευρά της ηγεσίας της αριστερής πλειοψηφίας, η αποχώρηση της ΑΠ μπορεί να αποτελέσει έναν μόνο σταθμό σε μια πορεία παραπέρα ανάπτυξης της σημερινής κρίσης του ΣΥΝ, που θα μπορούσε ακόμα και να τον περιθωριοποιήσει.

Σταμάτης Καραγιαννόπουλος
 
οι παραπομπές και η εικόνα είναι προσθήκες του μπλογκ