Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 22 Απριλίου 2010

«Εύρον πράσινην πέτραν ωραιοτάτην· ελθέ αμέσως, Ζορμπάς.»


XXVI
[...] Ο Ζορμπάς έπινε, κρατούσε τη χοντρή κεφάλα του όρθια, ακίνητη. Θαρρούσες κι αφουγκραζόταν μέσα στη νύχτα κάποιο περπάτημα που ζύγωνε ή κάποιο περπάτημα που αλάργαινε και που δεν ακούγονταν παρά μονάχα μέσα στο σπλάχνο...
-Τί συλλογιέσαι, Ζορμπά;
-Τί να συλλογιέμαι, αφεντικό; Τίποτα. Τίποτα, σου λέω! Δε συλλογιέμαι τίποτα.
Κι ύστερα σε λίγο, ξαναγεμίζοντας το ποτήρι:
-Στην υγειά σου, αφεντικό!
Σκουντρήξαμε. Καταλαβαίναμε κι οι δύο μας πως δεν μπορούσε να βαστάξει πια πολλήν ώρα τόση στενοχώρια. Έπρεπε να βάλουμε τα κλάματα ή να πιάσουμε το χορό και να γίνουμε στουπί στο μεθύσι.
-Παίξε, Ζορμπά! πρότεινα.
-Το σαντούρι, δεν τα' παμε αφεντικό; το σαντούρι θέλει καλή καρδιά. Θα παίξω ύστερα από δυο μήνες, από δυο χρόνια, ξέρω κι εγώ; Και θα τραγουδήσω τότε πώς χωρίζουνται δυο άνθρωποι για πάντα.
-Για πάντα! ξεφώνισα τρομαγμένος.
Έλεγα από μέσα μου το φοβερό αυτόν αγιάτρευτο λόγο μα δεν είχα κουράγιο να τον ακούσω φωναχτά· τρόμαξα.
-Για πάντα! ξανάπε ο Ζορμπάς, καταπίνοντας με δυσκολία το σάλιο του. Για πάντα. Αυτά που μου λες, θα σμίξουμε πάλι, θα φτιάσουμε μοναστήρι, παρηγοριές στον άρρωστο όσο να βγει η ψυχή του... Δεν τα δέχομαι! Δεν τα θέλω! Τί; γυναικούλες είμαστε, να θέμε παρηγοριές; Δε θέμε παρηγοριές. Ναι, για πάντα!
-Μπορεί και να μείνω... είπα, τρομαγμένος από την άγρια τρυφεράδα τού Ζορμπά. Μπορεί και να 'ρθω μαζί σου· είμαι λεύτερος!
Ο Ζορμπάς κούνησε το κεφάλι:
-Όχι δεν είσαι λεύτερος, είπε· το σκοινί, όπου είσαι δεμένος, είναι λίγο πιο μακρύ από τους άλλους ανθρώπους· αυτό είναι όλο. Του λόγου σου, αφεντικό, έχεις μακρύ σπάγγο, πας κι έρχεσαι, θαρρείς πως είσαι λεύτερος· μα το σπάγγο δεν τον κόβεις. Κι άμα δεν κόψεις το σπάγγο...
-Θα τον κόψω μια μέρα! είπα με πείσμα, γιατί τα λόγια τού Ζορμπά άγγιξαν μέσα μου μιαν ανοιχτή πληγή και πόνεσα.
-Δύσκολο, αφεντικό, δύσκολο πολύ. Εδώ χρειάζεται τρέλα· τρέλα, το ακούς; Όλα για όλα! Μα εσύ έχεις μυαλό, κι αυτό θα σε φάει. Ο νους είναι μπακάλης, κρατάει κατάστιχα, γράφει τόσα έδωκα, τόσα πήρα, αυτά 'ναι τα κέρδη, αυτές οι ζημιές. Είναι μαθές καλός νοικοκυράκος, δεν τα βάζει όλα κάτω, κρατάει πάντα του πισινή. Δε σπάει το σπάγγο, όχι! τον κρατά ο μπαγάσας γερά στα χέρια του· σαν του φύγει, χάθηκε, χάθηκε ο κακομοίρης! Μα άμα δε σπάσεις το σπάγγο, δε μου λες, τί ουσία έχει η ζωή; Χαμομήλι, χαμομηλάκι· δεν είναι ρούμι να αναποδογυρίζει τον κόσμο!
Σώπασε· έβαλε να πιει, μα το μετάνιωσε.
-Να με συμπαθάς, αφεντικό, είμαι χωριάτης· τα λόγια καθίζουν στα δόντια μου όπως καθίζουν οι λάσπες στα πόδια· δεν μπορώ να κλώθω τα λόγια και να κάνω ευγένειες· δεν μπορώ· μα εσύ καταλαβαίνεις.
Άδειασε το ποτήρι, με κοίταξε.
-Καταλαβαίνεις! φώναξε, σα να τον έπιασε ξαφνικά θυμός· καταλαβαίνεις, κι αυτό θα σε φάει! Αν δεν καταλάβαινες, θα 'σουν ευχαριστημένος. Τί σου λείπει; Νέος είσαι, παράδες έχεις, μυαλό έχεις, γερός είσαι, καλός άνθρωπος είσαι, τίποτα δε σου λείπει. Τίποτα δε σου λείπει, να πάρει ο διάολος! Μονάχα ένα· είπαμε, η τρέλα. Κι άμα σου λείπει αυτό, αφεντικό...
Κούνησε την κεφάλα, σώπασε πάλι.
Παρά τρίχα να μ' έπαιρναν τα κλάματα· ό,τι έλεγε ο Ζορμπάς ήτανε σωστό... Όταν ήμουν παιδί, ορμές, ορμές μεγάλες, λαχτάρες προανθρώπινες, κάθουμουν μόνος κι αναστέναζα γιατί δε με χωρούσε ο κόσμος.
Κι ύστερα, αγάλια αγάλια, με τον καιρό, όλο και φρονίμευα· έβαζα σύνορα, χώριζα το δυνατό από το αδύνατο, το ανθρώπινο από το θεϊκό, κρατούσα σφιχτά το χαρταϊτό μου να μη φύγει. [...]
-Αφεντικό, είπε, ώρα να κοιμηθείς. Αύριο θα ξυπνήσεις χαράματα για το Κάστρο, να πάρεις το βαπόρι. Καληνύχτα.
-Δε νυστάζω, αποκρίθηκα· θα μείνω. Είναι η τελευταία βραδιά που περνούμε μαζί.
-Μα ίσια ίσια γι' αυτό πρέπει να τελειώνουμε σύντομα, φώναξε ο Ζορμπάς κι αναποδογύρισε το αδειασμένο του ποτήρι, σημάδι πως δεν ήθελε άλλο να πιει. Να, έτσι όπως οι καλοί άντρες κόβουν το τσιγάρο, το κρασί, το ζάρι· παλικαρίσια. [...]
Σηκώθηκε, δρασκέλισε γρήγορα τα χοχλάδια, μήτε στράφηκε πίσω, έφτασε στην παραφρή τής θάλασσας, και πια, μέσα στο σκοτάδι, τον έχασα. [...]
Πέρασαν πέντε χρόνια, μεγάλα χρόνια, φοβερά, που ο καιρός πήρε φόρα, τα γεωγραφικά σύνορα έπιασαν το χορό, άνοιγαν, μαζεύουνταν σα φυσαρμόνικες τα κράτη. Μια στιγμή ο Ζορμπάς κι εγώ χαθήκαμε μέσα στη μπόρα, ανάμεσά μας στάθηκαν πείνες και τρομάρες.
[...] Και μια μέρα στο Βερολίνο, έλαβα το τηλεγράφημα που είπαμε στην αρχή: «Εύρον πράσινην πέτραν ωραιοτάτην· ελθέ αμέσως, Ζορμπάς.»
Δεν είχα, είπαμε, το κουράγιο να τα παρατήσω όλα και να κάμω κι εγώ μια φορά στη ζωή μου μια γενναία παράλογη πράξη· κι έλαβα το γραμματάκι που αντέγραψα στην αρχή, όπου με θεωρεί πια, και με το δίκιο του, ο Ζορμπάς, άνθρωπο χαμένο, καλαμαρά.
Από τότε δε μου ξανάγραψε· [...]
Ν. Καζαντζάκης, Βίος και Πολιτεία τού Αλέξη Ζορμπά, εκδ. Ελένης Καζαντζάκη.

 ...Οι ξένοι μάλιστα μελετητές είδαν στο πρόσωπο του Αλέξη Ζορμπά τον Έλληνα, που ανάγει το λαϊκό διονυσιακό στοιχείο σε πρωτεύουσα φιλοσοφία της ζωής, μια διαπίστωση που γίνεται και πριν από την ταινία του Κακογιάννη...
Ο κατά Καζαντζάκη και ο κατά Κακογιάννη Ζορμπάς
ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ - 08/02/2008

[...]i. Ο άνθρωπος του α ι σ θ η τ ι κ ο ύ  ε π ι π έ δ ο υ είναι εκείνος που αρέσκεται στη διονυσιακή κατάφαση της ζωής, και ρίχνεται με όλες τις δυνάμεις της ψυχής και του κορμιού του στο να την αδράξει και να την βιώσει όσο πιο έντονα μπορεί. Εντάσσεται, για την ακρίβεια:«ενσωματώνεται» στον φυσικό κόσμο ως σαρξ εκ της σαρκός του, επιζητώντας να τον απολαύσει ώς το μεδούλι του· έμβλημα βιοθεωρίας του είναι το carpe diem, το «κατ' αίσθησιν ζην».
[...]
(1ον) οι αρχέγονοι ή διονυσιακοί ήρωες: αντιπροσωπευτικό παράδειγμα ο Ζορμπάς, ο διονυσιακότερος από όλους τους καζαντζακικούς χαρακτήρες·
[...]
Ο Ζορμπάς ζει ε ν σ τ ι κ τ ω δ ώ ς. Διακατέχεται από έναν έξαλλο πόθο για ζωή, έναν πόθο αδρότατα γήινο και αχόρταγα αισθησιακό, και αντιμάχεται ό,τι μπαίνει εμπόδιο στην ελεύθερη έκφραση αυτού του πόθου (τον ορθολογισμό δηλαδή και τις ηθικές επιφάσεις του). Είναι, εν ολίγοις, η ζώσα μαρτυρία του απόλυτα αισθησιακού και αντονοησιαρχικού ανθρώπου· η ενσάρκωση της ζωικής ορμής. Η κοσμοθεωρία του εκκινεί από την παραδοχή ότι ο άνθρωπος είναι κομμάτι του φυσικού κόσμου και, κατά συνέπεια, η δικαίωση του ανθρώπου (η λύτρωση) έρχεται μέσω της άφεσής του στον ρυθμό της φυσικής/κοσμικής αρμονίας.[...]
Αφροδίτη Αθανασοπούλου
Come i' uom s' eterna.[πώς ο άνθρωπος αθανατίζεται] Για μια τυπολογία των ηρώων της καζαντζακικής μυθολογίας
περιοδ. Φιλόλογος. τχ. 131 Ιαν-Μαρτ. 2008 σσ. 55-71

Η πράσινη πέτρα, αυτό και τα προηγούμενα, έφεραν τα εξής κοινότοπα και σκόρπια· πως παλιά, πολύ παλιά, -στον 20ο αι.- μιλώντας για τον Ζορμπά-βιβλίο, είχαμε, ως παιδιά, οικτίρει σχεδόν ομόφωνα τον συγγραφέα που δεν έκανε τη γενναία παράλογη πράξη, να τ'αφήσει όλα και να πάει να δει την όμορφη πράσινη πέτρα, αλλά αντίθετα ακολούθησε τη μετρημένη, κρύα, ανθρώπινη φωνή του λογικού. Και σχεδιάζαμε τη δική μας ηλιόλουστη και ελεύθερη ζωή.
Κάποτε ο Ζορμπάς, συμβόλιζε και για τους άλλους, τους ξένους, τον
θρίαμβο του αδάμαστου ελεύθερου πνεύματος και του πόθου για ζωή επί του ορθολογισμού και του καταναγκασμού του χρήματος και της μισθωτής δουλειάς. Αυτόν που αντιμετωπίζει τη χρεωκοπία του αφεντικού του ως μια προσωρινή μόνο αναποδιά πείθοντας και τον αυστηρό, μετρημένο, επιφυλακτικό Άγγλο ότι δεν αξίζει να στενοχωριέται, ότι ένα συρτάκι και λίγο κρασί θα βάλουν τα πράγματα στη θέση τους.
(Κάποτε ακόμα και οι Γερμανοί έψαχναν τον Ζορμπά στην Ελλάδα, αναζητούσαν την τρέλα, τη λεβεντιά, την ελευθερία, την πονηριά, την ανεμελιά, την απερισκεψία, την αμεριμνησία· ήθελαν να τα γευτούν, ίσως για λίγο. Τώρα ό,τι μοιάζει να ενσαρκώνει ο Ζορμπάς είναι αποκρουστικό, απεχθές, προσβλητικό.
Το βιβλίο όμως φαίνεται ότι ακόμα πουλά στη Γερμανία, από το 2004 έχει 60 διαφορετικές εκδόσεις και περίπου 702.000 αντίτυπα έχουν πουληθεί από τον εκδοτικό οίκο Rowohlt-Verlag μόνο.)
  
Άνευ συμπεράσματος.
το εξώφυλλο του βιβλίου από  buecher.de

Σάββατο 17 Απριλίου 2010

"Σκεφτήκαμε να ξαναφτιάξουμε το Θίασο. Να πάρουμε πάλι τους δρόμους. Θα θέλαμε να 'σαι μαζί μας, όπως τότε"

ΘΟΔΩΡΟΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ, 17 (ή 27) Απρίλη 1935 

Φιλμογραφία
  • Forminx Story (1965)
  • Η Εκπομπή (1968), μικρού μήκους
  • Αναπαράσταση (1970)
  • Μέρες του ’36 (1972)
  • Ο θίασος (1975)
  • Οι Κυνηγοί (1977)
  • Ο Μεγαλέξανδρος (1980)
  • Αθήνα, επιστροφή στην Ακρόπολη (1983)
  • Ταξίδι στα Κύθηρα (1984)
  • Ο Μελισσοκόμος (1986)
  • Τοπίο στην Ομίχλη (1988)
  • Το Μετέωρο Βήμα του Πελαργού (1991)
  • Το Βλέμμα του Οδυσσέα (1995)
  • Μια αιωνιότητα και μια μέρα (1998)
  • Το λιβάδι που δακρύζει 2003)
  • H σκόνη του χρόνου (2008)



Ο Θίασος
15. 1950
[...] Γειτονιά σε συνοικισμό. Ένα παλιό, νεοκλασικό διώροφο κτήριο, μεγάλο σαν πολυκατοικία. Κόκκινα παράθυρα, ξεπλυμένα παντζούρια, σπασμένα να κρέμονται, γλάστρες, επιγραφές Συμβολαιογραφείον με μπογιά και τόξο στον τοίχο. Η Ηλέκτρα κι ο Πυλάδης. Ψάχνουν τα νούμερα στις πόρτες. Ρωτάνε ένα γέρο. Μπαίνουν στο σπίτι με τα κόκκινα παράθυρα από το πλάι. ανεβαίνουν μια ξύλινη βρόμικη σκάλα που βγάζει πάνω. Οι τοίχοι λεκαισμένοι, ετοιμόρροποι. Από κάποιο ακάλυπτο άνοιγμα μπαίνει το φως της μέρας λιγοστό, για να φωτίσει τον σκοτεινό διάδρομο με τις ομοιόμορφες πόρτες. Στο κεφαλόσκαλο διστάζουν. Έπειτα προχωρούν, στέκουν στο διάδρομο. χτυπάνε.
     «Φίλοι», λέει δυνατά ο Πυλάδης πριν ανοίξει την πόρτα.
     Μπάινουν σ' ένα δωμάτιο μεγάλο, άδειο. Ένα σιδερένιο κρεβάτι στο βάθος, ένα σκίτσο του Μαρξ με μολύβι, καρφιτσωμένο στον τοίχο. Ένα τραπεζάκι με δυο κατσαρόλες. Τίποτ' άλλο. Στο κρεβάτι, τυλιγμένος με μια χακί στρατιωτική κουβέρτα, ο Ποιητής. τα μαλλιά του και τα γένια γκρίζα, σαν να 'χουν περάσει τριάντα χρόνια από πάνω του. Τους κοιτάζει μαζεμένος στην άκρη του κρεβατιού, ακίνητος, σιωπηλός. Ο Πυλάδης προσπαθεί να χαμογελάσει:
     «Una noce rio passo», δοκιμάζει να ξαναβρεί την παλιά οικειότητα.
     Στο κάγκελο του κρεβατιού, στο κάτω μέρος, το μακρύ κόκκινο κασκόλ του Ποιητή.
     «Τελευταία φορά που σ' άκουσα να το λες», συνεχίζει ο Πυλάδης πλησιάζοντας αργά, «ήτανε καλοκαίρι του '47 στο βουνό. Τρία χρόνια γεμάτα».
     Η Ηλέκτρα πλησιάζει και κάθεται σ' ένα σκαμνί.
     «Τι κάνεις;» λέει ο Πυλάδης σιγά και τον κοιτάει.
     Αυτός δεν απαντάει. Η Ηλέκτρα μιλάει γρήγορα, προσπαθώντας να γεμίσει το κενό:
     «Μάθαμε ότι σε βγάλανε. Τον Ορέστη τον έχουν σ' απομόνωση. Δεν μπόρεσα να τον δω... Είσαι καλύτερα τώρα;»
     Παίρνει μια ανάσα. Γέρνει το κορμί της μπροστά:
     «Σκεφτήκαμε να ξαναφτιάξουμε το Θίασο. Να πάρουμε πάλι τους δρόμους. Θα θέλαμε να 'σαι μαζί μας, όπως τότε».
     Ο Ποιητής σωπαίνει. Όμως το πρόσωπό του μοιάζει να το διαπερνά μια δυνατή συγκίνηση. Τα χείλη του τρέμουν. Τα νεκρά μάτια του ζωντανεύουν.
      «Σας αραδιάζω τα εμπόδια», λέει τέλος.
     Σιγά, τόσο σιγά, που μόλις ακούγεται:
      «Η επέμβασις των γεγονότων των ήχων των παρατάξεων
      η επέμβασις των πλοίων από το άγριο πέλαγος
      οι λαϊκοί ρήτορες το στήθος μου οι φωνές
      οι φάμπρικες
      ο Οχτώβρης του '17
      το 1936
      ο Δεκέμβρης του '44...
      Για τούτο θα παραμείνω με τα κουρέλια μου
      όπως με γέννησε η Γαλλική Επανάσταση
      όπως με γέννησε η μάνα μου η Ισπανία
      ένας σκοτεινός συνωμότης...»
     Στα χλομά του μάγουλα κυλάνε δάκρυα. Σηκώνεται όρθιος, γυμνός κάτω απ' την κουβέρτα. Πάει ξυπόλυτος στο παράθυρο. Κοιτάει έξω. Η φωνή του τώρα βγαίνει καθαρή, βαθιά:
      «Όταν ακούω κάποτε στα βέβαια αυτιά μου
      ήχους παράξενους ψίθυρους μακρινούς
      όταν ακούω σάλπιγγες και θούρια
      λόγους ατέλειωτους ύμνους και κρότους
      όταν ακούω να μιλούν για την ελευθερία
      για νόμους Ευαγγέλια για μια ζωή με τάξη
      εγώ πάντα σωπαίνω
      Μα κάποτε... κάποτε
      θ' ανοίξω το στόμα μου
      θα γεμίσουν οι κήποι με καταρράχτες
      στις ίδιες βρόμικες αυλές τα οπλοστάσια
      οι νέοι έξαλλοι θ' ακολουθούν με στίχους χωρίς ύμνους
      ούτε υποταγή στην τρομερή εξουσία...»
     Η Ηλέκτρα σηκώνεται αργά. Ο Πυλάδης κάνει αμήχανα δυο βήματα. Τότε ο Ποιητής γυρίζει απότομα προς το μέρος τους. Το πρόσωπό του είναι παραμορφωμένο. Μια κραυγή σαν λυγμός τού ξεφεύγει:
      «Ελευθερία ανάπηρη πάλι σας τάζουν!»
από το βιβλίο: Θόδωρος Αγγελόπουλος, Ο Θίασος,  εκδ. Καστανιώτη.


ΠΩΣ ΝΑ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΩ
Πώς να καταχωρίσω τόσα γεγονότα -
   τόσες απόπειρες.

Πώς να μιλήσω;
ενώ οι φωνές επιμένουν - οι ίδιες φωνές -
ενώ αποκρούομαι  - πῶς θες να μείνω
   μία αστραπή ένα κυκλάμινο μία ρομφαία -
πώς θες να μείνω επιτύμβια στήλη
   σε πεδίο μαχών
σε ποιο σταθερό δάπεδο να οχυρώσω
   τις λεγεώνες μου;

Ο επίμονος θόρυβος σε οχήματα πόλεις αίθουσες
οι αδέξιες φωνές σε χώρους αναλλασσόμενους
το πλήθος έντρομο ενώ προχωρεί γυρίζει απότομα
κοιτάζει σε ορισμένο σημείο και κουρασμένο
    κλαίει -
δεν ξέρει
δεν υπάρχει
δεν εξουσιάζεται.

Για τούτο υψώνω το λάβαρο τη νύχτα λευκό
μετά το σπάω και γίνομαι σίδερο
φωνασκώ υποκρίνομαι παραδίδω τις εντολές
παραδίδω κλειδιά πολιτείες μπετόν και σημαίες.
Μπορούσα να χαμογελώ καθ' όλην τη διάρκεια.
Μπορούσα ν' αγαπώ καθ' όλην τη διάρκεια.
Μπορούσα να κλαίω μιλώντας για την Ειρήνη.

Σας αραδιάζω τα εμπόδια:

Η επέμβασις των γεγονότων των ήχων των παρατάξεων
η επέμβασις των πλοίων από το άγριο πέλαγος
οι λαϊκοί ρήτορες το στήθος μου οι φωνές
οι φάμπρικες
το 1917
το 1936
το 1944

ανάβουν τις πυρκαγιές τα φλογερά λόγια
ανάβουν το δάσος μου που μου παρέδωσαν και
    ανεμίζει.

Πώς θέλετε να οχυρώσω τις λεγεώνες μου
σε πονηρά κατάστιχα και σε ντουλαπάκια
πώς θέλετε να μπω μες στα τετράγωνα;

Παραμένω εν πλήρει συγχύσει αθώος.

ΔΩΡΙΕΙΣ
Μπορούσα βέβαια να βρίσκομαι πρώτος
ανάμεσα στους οπλισμένους Δωριείς
ντυμένος την περιλάλητη αμφίεσή τους
όπως εκείνος που ποζάριζε σ' ένα μουσείο
ακίνητος -θυμίζοντας ένδοξους καταρράκτες-
μπορούσα βέβαια
κι όχι τυχαία.

Όμως σε τι θα ωφελούσε την υπόθεσή μας
όλη μου η μεγαλοπρέπεια
όλες μου οι φωνές μέσα στα τείχη.

Οι ποταμοί θα γύριζαν κύκλο στα περιθώριά μου
οι ελπίδες μου φτηνές παλιές πραμάτειες -
να υποκρίνομαι τον άθεο και τον καταλυτή
εγώ ο πιο ειλικρινής νέος με τα όνειρα
ο θερμός ανταλουσιάνος
μέσα σ' αυτά τα απαίσια σίδερα της πανοπλίας.

Για τούτο παρέμεινα με τα κουρέλια μου
όπως με γέννησε η Γαλλική επανάσταση
όπως με γέννησε η απελευθέρωση των νέγρων
όπως με γέννησες μάνα μου Ισπανία
    ένας σκοτεινός συνωμότης.


Εκείνοι το κατάλαβαν πρώτοι -
τα σιδερένια χέρια τους λέγανε προσευχές
κατέλαβαν τη μια πόλη μετά την άλλη
άφηναν φρουρούς παντού
κλείναν τις πύλες
οι πέτρινες εντολές περιφέρονταν σε λιτανεία -
ώσπου τέλος με ξέχασαν.

Και τώρα -απέξω απ' τα στρατεύματα
κοιτάζω την ένδοξη πόλη
όπου ξαπλώνει ράθυμα πόρνη και δυναμίτης-
κοιτάζω τούτη την ποή που την περικυκλώσαν
   τα φρούρια
αυτή που με γέννησε και δεν έχει πια όνομα
δεν έχει αναμμένη φωτιά-
κοιτάζω κι υψώνω θεριό τη φωνή μου
μήπως μ' ακούσουν.

Η κίνηση μέσα στα τείχη μας είναι σημαντική.

ΟΤΑΝ...
Όταν ακούω να μιλάν για τον καιρό
όταν ακούω να μιλάνε για τον πόλεμο
όταν ακούω σήμερα το Αιγαίο να γίνεται ποίηση
    να πλημμυρίζει τα σαλόνια
όταν ακούω να υποψιάζονται τις ιδέες μου
 να τις ταχτοποιούν σε μια θυρίδα
όταν ακούω εσένα να μιλάς
   εγώ πάντα σωπαίνω.

Όταν ακούω κάποτε στα βέβαια αυτιά μου
ήχους παράξενους ψίθυρους μακρινούς
όταν ακούω σάλπιγγες και θούρια
λόγους ατέλειωτους ύμνους και κρότους
όταν ακούω να μιλούν για την ελευθερία
για νόμους ευαγγέλια για μια ζωή με τάξη
όταν ακούω να γελούν
όταν ακούω πάλι να μιλούν
    εγώ πάντα σωπαίνω.


Μα κάποτε που η κρύα σιωπή θα περιβρέχει τη γη
κάποτε που θα στερέψουν οι άσημες φλυαρίες
κι όλοι τους θα προσμένουνε σίγουρα τη φωνή
θ' ανοίξω το στόμα μου
θα γεμίσουν οι κήποι με καταρράκτες
στις ίδιες βρώμικες αυλές τα οπλοστάσια
οι νέοι έξαλλοι θ' ακολουθούν με στίχους χωρίς ύμνους
ούτε υποταγή στην τρομερή εξουσία.

Πάλι σας δίνω όραμα.

Υστερόγραφο
Η διαθήκη μου πριν διαβαστεί
-καθώς διαβάστηκε-
ήταν ένα ζεστό άλογο ακέραιο.
Πριν διαβαστεί
όχι οι κληρονόμοι που περίμεναν
αλλά σφετεριστές καταπατήσαν τα χωράφια.

Η διαθήκη μου για σένα και για σε
χρόνια καταχωνιάστηκε στα χρονοντούλαπα
από γραφιάδες πονηρούς συμβολαιογράφους.
Αλλλάξανε φράσεις σημαντικές
ώρες σκυμμένοι πάνω της με τρόμο
εξαφανίσανε τα μέρη με τους ποταμούς
τη νέα βουή στα δάση
τον άνεμο τον σκότωσαν-
τώρα καταλαβαίνω πια τι έχασα
    ποιος είναι αυτός που πνίγει.

Και συ λοιπόν
στέκεσαι έτσι βουβός με τόσες παραιτήσεις
από φωνή
από τροφή
από άλογο
από σπίτι
στέκεις απαίσια βουβός σαν πεθαμένος:

Ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν.
από το Κατά Σαδδουκαίων του Μιχάλη Κατσαρού, εκδ. Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος


El Ejército del Ebro

El Ejército del Ebro,
rumba la rumba la rumba la.
El Ejército del Ebro,
rumba la rumba la rumba la
una noche el río pasó,

    ¡Ay Carmela! ¡Ay Carmela!
    una noche el río pasó,
    ¡Ay Carmela! ¡Ay Carmela!

[Y a las tropas invasoras,
rumba la rumba la rumba la.
Y a las tropas invasoras,
rumba la rumba la rumba la
buena paliza les dio,

    ¡Ay Carmela! ¡Ay Carmela!
    buena paliza les dio,
    ¡Ay Carmela! ¡Ay Carmela!

El furor de los traidores,
rumba la rumba la rumba la.
El furor de los traidores,
rumba la rumba la rumba la
lo descarga su aviación,

    ¡Ay Carmela! ¡Ay Carmela!
    lo descarga su aviación,
    ¡Ay Carmela! ¡Ay Carmela!]

Pero nada pueden bombas,
rumba la rumba la rumba la.
Pero nada pueden bombas,
rumba la rumba la rumba la
donde sobra corazón,

    ¡Ay Carmela! ¡Ay Carmela!
    donde sobra corazón,
    ¡Ay Carmela! ¡Ay Carmela!

Contraataques muy rabiosos,
rumba la rumba la rumba la.
Contraataques muy rabiosos,
rumba la rumba la rumba la
deberemos resistir,

    ¡Ay Carmela! ¡Ay Carmela!
    deberemos resistir,
    ¡Ay Carmela! ¡Ay Carmela!

Pero igual que combatimos,
rumba la rumba la rumba la.
Pero igual que combatimos,
rumba la rumba la rumba la
prometemos (combatir) resistir,

    ¡Ay Carmela! ¡Ay Carmela!
    prometemos (combatir) resistir,
    ¡Ay Carmela! ¡Ay Carmela!

η φωτό από την Αυγή, οι στίχοι από την Wikipedia.

Παρασκευή 2 Απριλίου 2010

J'accuse και Το αστείο και η Ευρώπη μετά τη βροχή και οι Bonnie and Clyde και η Δίκη μπροστά στον Πιλάτο· όταν όλα μοιάζουν να μπερδεύονται...

Κύριε Πρόεδρε,
         [...] Η κυβέρνηση, αν και είχε συναίσθηση της ευθύνης της, μπορούσε ν' αρπάξει το σκουπόξυλο και να σαρώσει το λημέρι αυτό του ιησουιτισμού, όπως τους αποκάλεσε ο ίδιος ο Μπιγιό. Πού είναι το αληθινά πατριωτικό υπουργείο, που θα 'χει την τόλμη να τα γκρεμίσει όλα και να τα ξαναφτιάξει όλα εκεί μέσα; Πόσους ανθρώπους ξέρω που, μπροστά στην πιθανότητα ενός πολέμου, τρέμουν από αγωνία, βλέποντας σε τι χέρια βρίσκεται η εθνική μας άμυνα! Και τι σφηκοφωλιά από χυδαίες πρόστυχες δολοπλοκίες, κουτσομπολιά και οργιαστικές σπατάλες έχει γίνει το ιερό αυτό άσυλο όπου κρίνεται η τύχη της Πατρίδας! Τρομάζει κανείς μπροστά στο τρομερό φως που έριξε εκεί μέσα η υπόθεση Ντρέιφους, η ανθρώπινη αυτή θυσία ενός δυστυχισμένου, ενός «βρομερού Εβραίου».
          Α! τι φοβερό ανακάτεμα από ηλιθιότητα και παραφροσύνη, πολλές φαντασιοπληξίες, αγροίκες αστυνομικές μεθόδους, ήθη τυραννικά και απάνθρωπα τα τρισχειρότερα, αυτή η χυδαία τέρψη μερικών γαλονάδων που βάζουν τις μπότες τους πάνω στο Έθνος, του ξαναχώνουν μέσα στο λαρύγγι την κραυγή του για την αλήθεια και τη δικαιοσύνη, με την ψεύτικη και ιερόσυλη πρόφαση της σωτηρίας του Κράτους!
          Και διαπράξανε άλλο ένα έγκλημα, αφού θελήσανε να στηριχθούν στον ακάθαρτο δημοσιογραφικό τύπο. Δεν ντραπήκανε να ζητήσουν ή να δεχθούνε την προστασία όλης της σαβούρας του Παρισιού - κι έτσι τώρα ο συρφετός αυτός θριαμβολογεί αναίσχυντα για την ήττα του δικαίου και της απλής ηθικής. Έγκλημα επίσης είναι ότι κατηγόρησαν για ταραχοποιούς της Γαλλίας εκείνους που τη θέλουν γενναιόφρονη, επικεφαλής των ελεύθερων και δικαίων εθνών, κι αυτό τη στιγμή που σκευωρούσαν οι ίδιοι μια επονείδιστη συνομωσία για να επιβάλλουν την πλάνη, μπροστά στον κόσμο ολόκκληρο. Έγκλημα είναι ότι παραπλάνησαν την κοινή γνώμη, ότι χρησιμοποίησαν για μια πλεκτάνη θανάτου, τη γνώμη αυτή που διέστρεψαν, μέχρι του σημείου να την κάμουν να παραληρεί. Έγκλημα είναι ότι δηλητηρίασαν τους μικρούς και τους ταπεινούς, ότι διέγειραν τα πάθη της αντίδρασης και της αδιαλλαξίας, καμουφλάροντάς την πίσω από το μισητό αντισημιτισμό, πάθη από τα οποία η μεγάλη φιλελεύθερη Γαλλία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου θα πεθάνει, αν δε θεραπευθεί εγκαίρως απ' αυτά. Έγκλημα είναι ότι εκμεταλλευθήκανε τον πατριωτισμό για έργα μίσους, έγκλημα, τέλος, είναι ότι έκαναν στάχτη ένα μοντέρνο θεό, όταν όλη η ανθρώπινη επιστήμη μοχθεί για την προσεχή καρποφορία της αλήθειας και της δικαιοσύνης.
           Η αλήθεια αυτή, αυτή η ίδια η δικαιοσύνη, που με τόσο πάθος τις θελήσαμε, τι απελπισία να τις βλέπουμε έτσι καταρρακωμένες, περισσότερο παραμορφωμένες, περισσότερο μουντές από κάθε άλλη φορά! Υποπτεύομαι τον συγκλονιστικό σεισμό που θα έγινε μέσα στην ψυχή του κ. Σέρερ-Κέστνερ, και πιστεύω απόλυτα ότι κάποια μέρα θα νιώσει τύψεις που δεν ανέτρεψε τα πάντα, την ημέρα της επερώτησης στη Γερουσία, εξαπολύοντας ολόκληρο το φάκελο, ώστε να τα ρίξει όλα κάτω. Ήταν ο μεγάλος έντιμος άνθρωπος, ο άνθρωπος της ηθικής ζωής του, πίστεψε ότι η αλήθεια ήτανε αυτάρκης, προπάντων όταν του φαινόταν φεγγοβολούσα σαν το άπλετο φως. Προς τι λοιπόν να αναστατώσει τα πάντα, αφού σε λίγο θα λαμποκοπούσε ο ήλιος; Και για την εύπιστη αυτή ψυχική γαλήνη του τιμωρήθηκε τόσο σκληρά. Το ίδιο ισχύει και για τον αντισυνταγματάρχη Πικάρ, που από ένα υψηλό συναίσθημα αξιοπρέπειας, δε θέλησε να δημοσιεύσει τα γράμματα του στρατηγού Γκονζ. Οι ενδοιασμοί του αυτοί τον τιμούν περισσότερο όσο, οι προϊστάμενοί του τον σπρώχνανε μέσα στο βούρκο, επεμβαίνανε στο ανακριτικό του έργο και αλλοιώνανε τη δικογραφία κατά τον πλέον απροσδόκητο και προσβλητικό τρόπο ενώ αυτός ενεργούσε με αυστηρό σεβασμό προς την πειθαρχία. Υπάρχουν δυο θύματα, δυο γενναίες ψυχές, δυο απλές καρδιές, που αφήσανε το θεό να ενεργήσει, ενώ ενεργούσε ο διάβολος.
          Είδαμε μάλιστα, σχετικά με τον αντισυνταγματάρχη Πικάρ, κι αυτή την ακατονόμαστη προστυχιά: ένα γαλλικό δικαστήριο, αφού άφησε τον εισηγητή να καταγγείλει δημόσια ένα μάρτυρα, να τον κατηγορήσει για όλα τα σφάλματα, έκλεισε τις σύρτες όταν ήρθε ο μάρτυρας αυτός για να εξηγηθεί και να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Λέω ότι αυτό είναι ένα επιπλέον έγκλημα και ότι το έγκλημα αυτό θα εξεγείρει την παγκόσμια συνείδηση. Αναντίρρητα, τα στρατιωτικά δικαστήρια έχουν μιαν ιδιόρρυθμη ιδέα για τη δικαιοσύνη.
         Αυτή λοιπόν είναι η απλή αλήθεια, κύριε Πρόεδρε, και είναι φρικιαστική· θα στιγματίσει την προεδρεία σας. Ξέρω βέβαια ότι δεν είχατε καμιάν αρμοδιότητα στην υπόθεση αυτή, ότι είσαστε αιχμάλωτος του Συντάγματος και του περιβάλλοντός σας. Αλλά έχετε ένα ιερό καθήκον σαν άνθρωπος, και το καθήκον αυτό οφείλετε να το θυμηθείτε και να το εκπληρώσετε. Μη νομίσετε πως έχω απελπιστεί, πως έχω και την παραμικρή έστω αμφιβολία για το θρίαμβο. Το επαναλαμβάνω με τη σφοδρότερη βεβαιότητα: η αλήθεια προχωρεί και τίποτε δε θα τη σταματήσει. Σήμερα μόλις αρχίζει η υπόθεση Ντρέιφους, γιατί μονάχα σήμερα αρχίζει να ξεκαθαρίζει η κατάσταση. Από τη μια μεριά, οι ένοχοι που δε θέλουν να απονεμηθεί η δικαιοσύνη. Από την άλλη μεριά, οι οπαδοί της δικαιοσύνης που θα δώσουν και τη ζωή τους για να την επιβάλλουν.
        Αν θάψετε την αλήθεια κάτω από τη γη, μεγαλώνει εκεί μέσα και μαζεύει τέτοια εκρηκτική δύναμη, ώστε την ημέρα που ξεσπά, παρασύρει τα πάντα μπροστά της.
        Θα δούνε λοιπόν, θα το δουν αναπόφευκτα ότι προπαρασκευάσανε την εκρηκτικότερη απ΄ όλες τις καταστροφές.
        Αλλά η επιστολή αυτή παρατράβηξε, κύριε Πρόεδρε, και είναι καιρός να την τερματίσω.
        Κατηγορώ...
        Κατηγορώ...
     ...Διατυπώνοντας τις κατηγορίες αυτές, δεν αγνοώ ότι υπόκειμαι στις διατάξεις των άρθρων 30 και 31 του Νόμου περί Τύπου της 29 Ιουλίου 1881, που κολάζουν τα αδικήματα της δυσφήμισης. Εκθέτω οικειοθελώς τον εαυτό μου σ' αυτόν τον κίνδυνο. Όσο για τους ανθρώπους που κατηγορώ, δεν τους ξέρω, δεν τους είδα ποτέ, δεν έχω εναντίον τους ούτε μνησικακία ούτε μίσος.
        Δεν είναι για μένα παρά αφηρημένες έννοιες, κακοποιά πνεύματα της κοινωνίας. Και η πράξη που εκτελώ εδώ δεν είναι παρά ένα επαναστατικό μέσον για να επισπεύσω την έκρηξη της αλήθειας και της δικαιοσύνης.
        Δεν έχω παρά ένα πάθος, το πάθος του φωτός, εν ονόματι της ανθρωπότητας που τόσο υπέφερε και που έχει δικαίωμα στην ευτυχία. Η πυρακτωμένη διαμαρτυρία δεν είναι παρά η κραυγή της ψυχής μου. Ας τολμήσουν λοιπόν να με παραπέμψιυν στο κακουργιοδικείο και η διαδικασία να γίνει στα φανερά.
       Περιμένω.
       Ευαρεστηθείτε, κύριε Πρόεδρε, να δεχθείτε τη διαβεβαίωση του βαθύτατου θαυμασμού μου.
ΕΜΙΛ ΖΟΛΑ
από το Κατηγορώ,(13.01.1898), του Εμίλ Ζολά, εκδ. Γκοβόστη, μτφ. Γιάννης Κωνσταντίνου

Ο Émile Zola (Παρίσι, 2 Απριλίου 1840 - Παρίσι, 29 Σεπτεμβρίου 1902) ήταν Γάλλος συγγραφέας. Θεωρείται ο πατέρας αλλά και ο κυριότερος εκπρόσωπος του νατουραλισμού. Επιπλέον πήρε ενεργό μέρος στην πολιτική και τάχθηκε υπέρ της απελευθέρωσης της κοινωνίας.


Žert
ΙΙΙ  3. [...] Σου έγραψε πως αναγνωρίζει τη δύναμη του οπτιμισμού; ρώτησαν συνέχεια. Μάλιστα, είπα. Και τι γνώμη έχεις εσύ για τον οπτιμισμό; Τι γνώμη θάπρεπε να έχω; ρώτησα. Θεωρείς τον εαυτό σου οπτιμιστή; Τον θεωρώ, είπα άτολμα. Μ' αρέσουν τ' αστεία, είμαι σχεδόν χαρούμενος χαρακτήρας, προσπάθησα ν' αλαφρύνω τον τόνο της εξέτασης. Χαρούμενος μπορεί νάναι κι ο μηδενιστής, είπε ο ένας τους, μπορεί λογου χάρη να περιγελά τους ανθρώπους που βασανίζονται. Χαρούμενος μπορεί νάναι κι ο κυνικός, συνέχισε. Νομίζεις πως είναι δυνατόν να οικοδομηθεί σοσιαλισμός χωρίς την αισιοδοξία; ρώτησε ο άλλος. Όχι, είπα. Έτσι λοιπόν, εσύ δεν είσαι υπέρ της οικοδόμησης του σοσιαλισμού στον τόπο μας είπε ο τρίτος. Πώς έτσι; υπεράσπισα τον εαυτό μου. Επειδή η αισιοδοξία για σένα είναι το όπιο του ανθρώπινου είδους, μου επιτέθηκαν. Πώς έτσι όπιο του ανθρώπινου είδους; υπερασπιζόμουν συνέχεια. Μη μασάς τα λόγια σου, το έγραψες. Ο Μαρξ αποκάλεσε όπιο του ανθρώπινου γένους τη θρησκεία αλλά για σένα όπιο είναι η αισιοδοξία μας! Το έγραψες στη Μαρκέτα. Θα ήμουν περίεργος ν' ακούσω τι θάλεγαν οι εργάτες μας κι ανάμεσά τους οι πρωτοπόροι, που υπερκαλύπτουν τα πλάνα σαν μάθαιναν πως η αισιοδοξία τους είναι όπιο, συνέχισε αμέσως ο άλλος. Κι ο τρίτος συμπλήρωσε: Για τον τροτσκιστή η οικοδομητική αισιοδοξία είναι πάντα όπιο. Και συ είσαι τροτσκιστής. Προς θεού, πώς φανταστήκατε κάτι τέτοιο; αμύνθηκα. Το έγραψες, ή δεν το έγραψες; Ίσως κάτι τέτοιο στ' αστεία να έγραψα, πέρασαν δυο μήνες, δε θυμάμαι καλά. Μπορούμε να στο θυμίσουμε, είπαν και μου διάβασαν την κάρτα μου: Η αισιοδοξία είναι το όπιο του ανθρώπινου είδους. Το υγιές πνεύμα μυρίζει ανοησίες! Ζήτω ο Τρότσκυ! Λούτβιχ. Οι φράσεις στον μικρό χώρο του πολιτικού γραφείου αντήχησαν τόσο φοβερά που εκείνη τη στιγμή τις φοβήθηκα κι αιστάνθηκα πως έχουν τέτοια καταστρεπτική δύναμη που δεν θα μπορέσω να την αντέξω. Σύντροφοι, αυτό ήταν μονάχα στ' αστεία, είπα κι αιστανόμουν πως κανένας δεν με πίστευε. Μοιάζει αυτό γι' αστείο; ρώτησε ο ένας απ' τους συντρόφους τους άλλους δυο, και κείνοι κούνησαν αρνητικά το κεφάλι τους. Έπρεπε να γνωρίζατε τη Μαρκέτα! είπα. Εμείς την ξέρουμε, μ' απάντησαν. Λοιπόν το βλέπετε, συνέχισα, η Μαρκέτα τα παίρνει όλα στα σοβαρά γι' αυτό μαζί της αστειευόμασταν και προσπαθούσαμε να τη σοκάρουμε. Αυτό είναι ενδιαφέρον, είπε ο ένας από τους συντρόφους, δεν διαπιστώσαμε από τα επόμενά σου γράμματα πως η Μαρκέτα δεν το παίρνει το πράγμα στα σοβαρά. Μήπως διαβάσατε όλα τα γράμματά μου προς τη Μαρκέτα; Λοιπόν έτσι, επειδή η Μαρκέτα τα παίρνει όλα στα σοβαρά, πήρε το λόγο άλλος, εσύ μαζί της κάνεις αστεία. Αλλά πες μας, τι είναι αυτό που παίρνει στα σοβαρά; Είναι λογου χάρη κόμμα, αισιοδοξία, πειθαρχία, έτσι; Κι όλα αυτά, ό,τι εκείνη παίρνει στα σοβαρά είναι για σένα γελοία. Σύντροφοι, καταλάβετε, έλεγα, ακόμα ούτε θυμάμαι πως το έγραψα, το έγραψα στο γόνατο, δυο τρεις φράσεις μόνο και μόνο για ν' αστειευτώ, ούτε που σκεφτόμουν καλά καλά τι γράφω, αν σκεφτόμουν τίποτα κακό ασφαλώς δεν θα το έστελνα στην κομματική σχολή! Το ίδιο κάνει πώς το έγραψες. Το έγραψες βιαστικά ή με την ησυχία σου, στο γόνατο ή στο τραπέζι, μπόρεσες να γράψεις αυτό μόνο που έχεις μέσα σου. Τίποτα άλλο δεν μπορούσες να γράψεις. Ίσως αν το σκεφτόσουν περισσότερο να μην το έγραφες. Αλλά έτσι το έγραψες χωρίς προσποίηση. Ξέρουμε τουλάχιστο τώρα ποιος είσαι. Ξέρουμε ακόμα πως έχεις δυο πρόσωπα, ένα για το κόμμα και το δεύτερο για τους άλλους. Αισθανόμουν πως η υπεράσπισή μου γκρεμιζόταν με αποτελεσματικά επιχειρήματα. Επανέλαβα μερικές φορές ακόμα τα ίδια: πως ήταν ένα αστείο, πως ήταν μόνο λέξεις χωρίς σημασία, πως απλώς ήταν μια διάθεση και τα τοιαύτα. Τα απόρριψαν όλα. Είπαν πως έγραψα τις φράσεις μου σε ανοιχτή κάρτα, πως οποιοσδήποτε μπορούσε να τις διαβάσει, πως οι λέξεις αυτές είχαν αντικειμενική σημασία και πως εκεί δεν ήταν γραμμένη καμιά επεξήγηση για τη διάθεσή μου. Έπειτα με ρώτησαν τι και τι διάβασα από τον Τρότσκυ. Τους είπα, πως τίποτα. Με ρώτησαν ποιος με δάνεισε αυτά τα βιβλία. Τους είπα, πως κανένας. Με ρώτησαν με ποιους τροτσκιστές σύχναζα. Τους είπα, με κανέναν. Μου είπαν πως απ' αυτή τη στιγμή μου αφαιρούν την ισχύ της λειτουργίας μου στην Ένωση φοιτητών και με κάλεσαν να επιστρέψω το κλειδί του γραφείου. Το έιχα στην τσέπη μου και τους το έδωσα. Μετά μου είπαν πως την κομματική μου περίπτωση θα την λύσει η οργάνωσή μου στη φυσικομαθηματική σχολή. Σηκώθηκαν και κοιτούσαν αλλού. Είπα «τιμή στη δουλειά» κι έφυγα.[...]

4. [...] Αλλά αισθανόμουν στην πραγματικότητα αθώος; Είναι αλήθεια, πως συνεχώς επιβεβαίωνα το γελοίο αυτού του σκανδάλου, αλλά συνάμα (κι αυτό σήμερα, ύστερα από τόσα χρόνια, μου φαίνεται περισσότερο οδυνηρό) άρχισα να βλέπω τις τρεις φράσεις της κάρτας μου με τα μάτια εκείνων που με ανέκριναν· να τις βλέπω με φρίκη και τρόμαζα πως κάτω από τα αριστοτεχνικά αστεία μου αποκαλύπτεται ίσως κάτι στ' αλήθεια σοβαρό: ότι ποτέ δεν ενώθηκα με το σώμα του κόμματος, ότι ποτέ δεν υπήρξα πραγματικός προλεταριακός επαναστάτης, αντίθετα πως είμαι ένας απλός οπαδός του «εμπρός με τους επαναστάτες» (νιώθαμε δηλαδή την προλεταριακή επαναστατικότητα, για να το πω έτσι, όχι σαν θέμα ε κ λ ο γ ή ς,  αλλά σαν θέμα ο υ σ ί α ς· επαναστάτης κανείς ή είναι και μετά ενώνεται με το κίνημα σ' ένα κολλεκτιβικό σώμα, σκέφτεται με το κεφάλι αυτού του σώματος κι αισθάνεται με την καρδιά του, ή δεν είναι και μετά δεν του μένει άλλο παρά μόνο ν α  θ έ λ ε ι  να γίνει. Αλλά έτσι είναι ένοχος για κάτι που δεν είναι: είναι ένοχος για την ανεξαρτησία του, για τη μη συγχώνευσή του).
       Όταν θυμάμαι σήμερα την τότε κατάστασή μου, έρχεται στο νου μου σε αναλογία, η αδιάκοπη δύναμη του χριστιανισμού, που υποβάλλει στον πιστό την βασική και αιώνιά του αμαρτία· και γω στάθηκα (όλοι έτσι σταθήκαμε) μπροστά στην επανάσταση και στο κόμμα της με το κεφάλι συνέχεια κατεβασμένο, έτσι που σιγά σιγά συμφιλιώθηκα με την ιδέα, πως οι φράσεις μου όσο και να είχαν γραφτεί με το πνεύμα ενός αστείου, δεν είναι λιγότερο ένοχες, κι άρχισε μέσα μου ένας αγώνας αυτοκριτικής: έλεγα, πως οι φράσεις δεν μου κατέβηκαν έτσι χωρίς αιτία, στην τύχη, πως από παλιά ακόμα οι σύντροφοι (και δικαίως) μου καταλόγιζαν «κατάλοιπα ατομικισμού» και «διανοουμενισμό», και πως ο πατέρας μου που ήταν εργάτης και πέθανε στον πόλεμο σ' ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, θα καταλάβαινε πολύ καλά τον κυνισμό μου· κατηγορούσα τον εαυτό μου για το κάθε τι και συμφιλιώθηκα ακόμα και με την ανάγκη κάποιας τιμωρίας· μια τιμωρία μόνο δεν μπορούσα ν' αντέξω: να διαγραφώ από το κόμμα και να χαρκτηριστώ σαν ε χ θ ρ ό ς  του· να ζω σαν σημαδεμένος εχθρός αυτού, που διάλεξα από νεαρό αγόρι ακόμα και του δόθηκα, μου φαινόταν απελπιστικό.
      Μια τέτοια αυτοκριτική που ήταν συνάμα και λυπηρή μου υπεράσπιση, την ανακοίνωσα εκατό φορές ίσως στον εαυτό μου, το λιγότερο δέκα φορές σε διάφορες επιτροπές και στο τέλος και στη συνέλευση της σχολής μας, όπου ο Ζέμανεκ, ειδικά για την περίπτωσή μου, διάβασε εισαγωγική έκθεση (επιβλητική, λαμπρή, αξέχαστη) και πρότεινε εν ονόματι της επιτροπής να διαγραφώ από το κόμμα. Η συζήτηση που επακολούθησε κατέληξε κι αυτή εις βάρος μου· κανείς δεν σηκώθηκε να με υπερασπιστεί και στο τέλος όλοι (ήταν εκεί περίπου εκατό κι ανάμεσά τους οι καθηγητές μου και οι πιο κοντινοί μου συνάδελφοι), μάλιστα όλοι ως τον τελευταίο, σήκωσαν το χέρι για να επικυρώσουν όχι μόνο τη διαγραφή μου απ' το κόμμα, αλλά (κι αυτό δεν το περίμενα καθόλου) και την αποβολή μου απ' το πανεπιστήμιο για πάντα.[...]  

από το βιβλίο του Μίλαν Κούντερα, Το Αστείο, (1967), εκδ. Κάλβος, μτφ. από τα τσέχικα Ανδρέα Τσάκαλη
Η επίσημη βιογραφία του Κούντερα (1.04.29) για τις γαλλικές εκδόσεις:
«Milan Kundera est né en Tchécoslovaquie. En 1975, il s'installe en France» 


 Η Ευρώπη μετά τη βροχή (1940-1942)
[...] Η θέση του Έρνστ ήταν δύσκολη. Persona non grata στη Γερμανία, είχε ζήσει για χρόνια στη Γαλλία, αλλά ποτέ δεν απέκτησε γαλλική υπηκοότητα, όπως τον είχαν συμβουλέψει· με την έναρξη του πολέμου θεωρήθηκε σύμμαχος του εχθρού και έτσι τέθηκε υπό περιορισμό σε στρατόπεδο.
Το 1938 είχε μετακομίσει, μαζί με τη Λεονόρα Κάρρινγκτον, από το Παρίσι στον γαλλικό Νότο και αγόρασε μια ετοιμόρροπη αγροικία στο Σαιν-Μαρτέ-ντ' Αρντές, ένα χωριό περίπου πενήντα χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Αβινιόν. Σχετικά φτωχοί -μοναδικοί του προστάτες ήταν ο Πωλ Ελυάρ και Ζοέ Μπουσκέ-, άρχισαν να ανακαινίζουν το μέρος και ο Μαξ το διακόσμησε με υπέροχα τσιμεντένια γλυπτά. [...].
Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, ο Μαξ αρχικά φυλακίστηκε στη Λαρζεντιέρ και κατόπιν μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο πολιτικών κρατουμένων της Λε Μιλ, κοντά στην Αιξ-αν-Προβάνς, όπου μοιραζόταν ένα δωμάτιο σαν κελί με τον συμπατριώτη του ζωγράφο Χανς Μπέλμερ. Το στρατόπεδο της Λε Μιλ ήταν προηγουμένως εργοστάσιο τούβλων και ο Μπέλμερ φιλοτέχνησε το πορτρέτο του Μαξ εκεί, ζωγραφίζοντας το πρόσωπο πάνω σε τούβλα. Οι δυο άντρες ζωγράφιζαν διαρκώς, ώστε να μη σκέφτονται την πείνα τους. Στη Λαρζεντιέρ ο Μαξ είχε φτιάξει έναν πίνακα του τοπίου κατόπιν αιτήματος του διοικητή, αλλά ο Γάλλος προσβλήθηκε επειδή το έργο δεν ήταν καθόλου κολακευτικό. Ευτυχώς ο Μαξ είχε πολλούς πιστούς Γάλλους φίλους με επιρροή, που με τη βοήθεια της Λεονόρας κατάφεραν να πετύχουν την απελευθέρωσή του έως τα Χριστούγεννα. Επέστρεψε στο Σαιν-Μαρτέν και μια ολοένα πιο έξαλλη Λεονόρα, μα η ελευθερία του υπήρξε βραχύβια. Την άνοιξη ασκήθηκε εναντίον του δίωξη και φυλακίστηκε ξανά -η αρχή μιας σειράς τρομακτικών επεισοδίων, από τα οποία ξεχωρίζει η απειλή να μεταφερθεί στη γαλλική Βόρεια Αφρική για να δουλέψει στη σιδηροδρομική γραμμή της Σαχάρας. Ο Μαξ απέδρασε, συνελήφθη ξανά και απέδρασε εκ νέου. Γύρισε στο Σαιν-Μαρτέν, για να διαπιστώσει με φρίκη ότι κατά την απουσία του η Λεονόρα είχε πάθει νευρικό κλονισμό, είχε πειστεί από έναν ντόπιο επιχειρηματία να του πουλήσει το σπίτι τους (οι χωρικοί αντιμετώπιζαν με καχυποψία και δυσπιστία το ζεύγος των ξένων καλλιτεχνών) για ένα μπουκάλι μπράντι και είχε εξαφανιστεί. Εκείνη τη θλιβερή περίοδο ξεκίνησε έναν από τους σπουδαιότερους πίνακές του, την Ευρώπη μετά τη βροχή 2. Μια μέρα πριν φύγει από το χωριό, έφτασε ο ταχυδρόμος της περιοχής με μια σειρά ημερολόγια για το νέο έτος. Ο Μαξ διάλεξε ένα τοπίο, ενώ ο ταχυδρόμος τον ικέτευε να αγοράσει ένα με την προσωπογραφία του μαρεσάλ Πεταίν - «κανείς δεν τον θέλει».[...]
από Peggy Guggenheim εθισμένη στην τέχνη του Anton Gill, εκδ. Νεφέλη, μτφ.Σπύρος Τσούγκος.

Ο Max Ernst, 2 Απριλίου 1891 - 1 Απριλίου 1976, ήταν Γερμανός ζωγράφος και γλύπτης και θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες του κινήματος του υπερρεαλισμού και του ντανταϊσμού.


Ο Serge Gainsbourg ή Lucien Ginsburg( 2.04.28-2.03.91), ήταν τραγουδιστής, συνθέτης, ηθοποιός, σκηνοθέτης.  Το Bonnie and Clyde από το άλμπουμ του Initials B.B. (1968), βασίζεται σ'ένα ποίημα της ίδιας της Bonnie Parker, που αφηγείται την ιστορία των δυο ληστών. Ο Gainsburg τραγουδά με την Brigitte Bardot.





"Trial Before Pilate (Including the Thirty-Nine Lashes)" από το Jesus Christ Superstar, ταινία του 1973, σκηνοθετημένη από τον Norman Jewison και βασισμένη στην ομώνυμη ροκ όπερα των Τim Rice και Andrew Lloyd Webber. O Tedd Neely στον ρόλο του Ιησού και ο Barry Dennen (του οποίου ιδέα υπήρξε η μεταφορά της όπερας στον κινηματογράφο) ως Ιούδας. 



στοιχεία και εικόνες από την Wikipedia και Βικιπαίδεια.

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2009

Sculpting In Time: sacrifice in the name of love *




Андрей Арсеньевич Тарковский
4.04.32-29.12.86
Eπτά ταινίες, επτά αριστουργήματα. Eπτά θαύματα δημιουργίας, τα έργα μιας μεγαλοφυίας. Tα παιδικά χρόνια του Iβάν, Aντρέι Pουμπλιόφ, Σολάρις, O καθρέφτης, Στάλκερ, Nοσταλγία, H θυσία. Έργα ενός ολοκληρωμένου δημιουργού: ποιητή, στοχαστή, μουσικού, ζωγράφου, γλύπτη, δραματουργού, αφηγητή και μύστη των εικόνων. Eνός δημιουργού με απόλυτα προσωπική άποψη για την ηθική και την αισθητική τάξη του κόσμου. Aλλά και για την ίδια την τέχνη του κινηματογράφου, που συνέλαβε την ουσία της ωσαν αυτή που, για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, αποτυπώνει τη ροή του χρόνου. Mια άποψη που διατύπωσε ως βασική αισθητική του αρχή στο όγδοο θαυμαστό του έργο, στο βιβλίο του με τον ελληνικό τίτλο "Σμιλεύοντας το χρόνο" (πρωτότυπος τίτλος "O αποτυπωμένος χρόνος"). Όσοι γνωρίζουν και θαυμάζουν το έργο του και έχουν εντρυφήσει σε αυτό, γνωρίζουν όχι μόνο τα βασικά στοιχεία της καλλιτεχνικής του προσωπικότητας (την αγάπη του για τη μουσική του Mπαχ, τα ποιήματα του πατέρα του Aρσένι, το θαυμασμό του για την κλασική γιαπωνέζικη τέχνη, την απέχθειά του για τους συμβολισμούς, την επιθυμία του να σκηνοθετήσει τον Άμλετ) αλλά και λεπτομέρειες από την προσωπική του ζωή (για τη σχέση με τη μητέρα του, την αδελφή του Mαρίνα, τον πατέρα που τους εγκατέλειψε, το μικρό σπίτι μέσα στο δάσος των παιδικών του χρόνων, τη Λαρίσα, τον αγαπημένο του γιο Aντριούσκα) καθώς κατάφερε να κάνει τον κινηματογράφο ζωή του και τη ζωή του κινηματογράφο, τροφοδοτώντας τον πάντα με τα πιο πολύτιμα βιώματα της ψυχής του. Σαν νάταν η μοίρα του αυτή: να ανα-πλάσει τον κόσμο (του) σε επτά πράξεις δημιουργίας!

* " In order to be free you simply have to be so without asking permission of anybody. You have to have your own hypothesis about what you are called to do, and follow it, not giving in to circumstances or complying with them. But that sort of freedom demands powerful inner resources, a high degree of self-awareness, a consiousness of your responsibihty to yourself and therefore to other people. Alas, the tragedy is that we do not know how to be free - we demand freedom for ourselves at the expense of others and don't want to waive anything of our own for the sake of someone else: that would be an encroachment upon our personal rights and liberties. All of us are infected today with an extraordinary egoism. And that is not freedom; freedom means learning to demand only of oneself, not of life or of others, and knowing how to give: sacrifice in the name of love." σελ. 180-1, Σμιλεύοντας το χρόνο, αγγλική έκδοση

η φωτό αποτην Wikipedia, η κριτική από http://www.filmfestival.gr/tributes/2002-2003/tarkovsky/index.html