Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τεχνοκράτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τεχνοκράτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

Ελπίδα της Ευρώπης οι αντιεξουσίες

The Burning of the Houses of Parliament,1835, Joseph Mallord William Turner [Public domain], via Wikimedia Commons
 
ΜΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΦΙΛΟΣΟΦΟ ΕΤΙΕΝ ΜΠΑΛΙΜΠΑΡ

από την ΕΠΟΧΗ, 27.11.11

Δημοσιεύτηκε στο «Μανιφέστο» (19-11-2011)
Μετάφραση: Τόνια Τσίτσοβιτς

«Αυτό που συμβαίνει στην Ευρώπη, μπορεί να θεωρηθεί ως η μορφοποίηση ενός νέου μοντέλου πολιτικής διακυβέρνησης. Δηλαδή παρακολουθούμε την εκ νέου προώθηση της διαδικασίας πολιτικής ενοποίησης, έπειτα από τη διακοπή που ακολούθησε το γαλλικό, ολλανδικό και ιρλανδικό δημοψήφισμα, που έκαναν φανερή τη διάχυτη αποδοκιμασία της διαδικασίας που προωθούσαν οι τεχνοκράτες των Βρυξελών. Η νέα προώθηση της πολιτικής ενοποίησης πραγματοποιείται, όμως, υπό τη σημαία ενός νεοφιλελευθερισμού ο οποίος, παρά την κρίση του, είναι ακόμη ικανός να ασκεί ηγεμονία στη γηραιά ήπειρο». Είναι λόγια του Ετιέν Μπαλιμπάρ που είναι πεπεισμένος ευρωπαϊστής. Παρόλα αυτά δε σταμάτησε ποτέ να κριτικάρει την Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με τα όσα έκανε κατά την παγίωση της ίδρυσής της. Μια κριτική συνήθεια που δεν εκλείπει ούτε αυτόν τον καιρό, με τη δημιουργία των κυβερνήσεων τεχνοκρατών στην Ελλάδα και στην Ιταλία.

Ο γάλλος φιλόσοφος μας προσκαλεί να δούμε με προσοχή τις μεταλλάξεις που πραγματοποιούνται στα εθνικά και, κυρίως, υπερεθνικά πολιτικά συστήματα. «Στη Γαλλία, αλλά και στην Ιταλία, στη Γερμανία, στην Αγγλία, υπάρχει μια σημαντική πολιτική και διανοητική συνιστώσα, που θέλει να κλείσει την ευρωπαϊκή συζήτηση για να επιστρέψει στην εθνική κυριαρχία, που τη θεωρεί ως το απαραίτητο ανάχωμα για την αντιμετώπιση της χρηματοοικονομικής εξουσίας. Πρόκειται για μια θέση που δεν αντιλαμβάνεται ένα δεδομένο που για μένα είναι θεμελιώδες: την αλληλεξάρτηση μεταξύ των κρατών και το σχηματισμό μιας παγκόσμιας αγοράς που δε ανέχεται σύνορα. Και κυρίως μια αλλαγή της υλικής σύστασης της κοινωνίας».

Η κυριαρχία της τεχνοκρατικής δομής

Η ανάγνωση του Μπαλιμπάρ ασφαλώς δεν έχει το ελάττωμα της αφέλειας. Έβλεπε πάντοτε ευνοϊκά το σχηματισμό του νέου υπερεθνικού πολιτικού υποκειμένου που λέγεται Ευρώπη. Μια θέση που ερχόταν σε αντίθεση με όσα υποστήριζε η γαλλική «αριστερά της αριστεράς», και όχι μόνο αυτή. Μια ευρωπαϊκή στράτευση που δεν απέκρυψε όμως το γεγονός ότι αυτό που διαδραματιζόταν ήταν μια διαδικασία συνταγματοποίησης που δεν είχε καμία λαϊκή νομιμοποίηση. (...) Η διατύπωση που χρησιμοποιεί – αυτό που οι Βρυξέλες επιβάλλουν είναι μια δικτατορία των κοινοτικής τεχνοκρατικής δομής- πρέπει να αρθρωθεί σε σχέση με το καθεστώς καπιταλιστικής συσσώρευσης. Η μοναδική νύξη που κάνει γι’ αυτό το θέμα είναι μια παραπομπή στις θεωρίες του μαρξιστή γεωγράφου Ντέιβιντ Χάρβεϊ, που ισχυρίζεται ότι τα δημόσια οικονομικά είναι το μέσο το οποίο ρυθμίζει και εγγυάται τη συσσώρευση κεφαλαίου μέσα από την απαλλοτρίωση του κοινωνικού πλούτου.

Κράτος έκτακτης ανάγκης

«Πρόσφατα, στη «Figaro», εφημερίδα της γαλλικής αστικής τάξης, δημοσιεύτηκε ένα ενδιαφέρον σχόλιο που φωτογραφίζει με ακρίβεια αυτό που συμβαίνει στην Ευρώπη. Η απόφαση του Νικολά Σαρκοζί και της Άνγκελα Μέρκελ να επιβάλουν στην Ελλάδα και στην Ιταλία πολιτικές λιτότητας, ευνόησε τη λύση της κυβέρνησης τεχνοκρατών. Στην Αθήνα και στη Ρώμη εγκαταστάθηκαν δύο γνωστοί οικονομολόγοι όπως ο Μάριο Μόντι και ο Λουκάς Δημήτριος Παπαδήμος, άνθρωποι ανέκαθεν ενταγμένοι εντός του δικτύου εξουσίας που έχει ως κομβικό σημείο την Goldman Sachs. Απ’ αυτή την άποψη, η κατάσταση που δημιουργήθηκε ήταν μια πραγματική επανάσταση από τα πάνω. Για χρόνια πίστευα ότι ο πρώτος που την χρησιμοποίησε ήταν ο Φρίντριχ Ένγκελς στην εισαγωγή της έκδοσης του 1895 του βιβλίου του Μαρξ Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία. (...) Έπειτα ανακάλυψα ότι ο Ένγκελς την είχε «αντιγράψει» από τον Μπίσμαρκ. Μ’ όλα αυτά θέλω να πω ότι οι επαναστάσεις από τα πάνω υπήρχαν πάντα και χρησίμευαν στο να δίνουν μορφή σε μοντέλα και μηχανισμούς διακυβέρνησης που δεν προβλέπονταν από την παράδοση. (...) Η επανάσταση από τα πάνω εγκαθιδρύει πάντοτε ένα κράτος έκτακτης ανάγκης, που είναι ακριβώς αναγκαίο για να δοθεί μορφή σε ένα νέο μοντέλο διακυβέρνησης των κοινωνικών σχέσεων. Αυτό που συμβαίνει στην Ευρώπη, με τη ρητορική των κυβερνήσεων τεχνοκρατών, είναι ακριβώς αυτό: μια αναστολή των ισχυόντων κανόνων του παιχνιδιού, για να επιβληθούν λύσεις για την κρίση.
Ο Καρλ Σμιτ μίλησε, σε περασμένες εποχές, για δικτατορία κατ’ ανάθεση, που δεν είναι όμως απολυταρχικού χαρακτήρα, αλλά μάλλον θυμίζει τις μορφές κυριαρχίας που υπήρχαν στην αρχαία Ρώμη. Οι κυβερνήσεις τεχνοκρατών είναι η σύγχρονη μορφή μιας δικτατορίας κατ’ ανάθεση για να επιβληθεί μια νεοφιλελεύθερη απάντηση στην κρίση του καπιταλισμού».

Επανάσταση από τα πάνω

Η «επανάσταση από τα πάνω» συνδέεται επομένως με την εγκαθίδρυση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης σε εθνικό επίπεδο και είναι μια περιγραφή που πιάνει το νόημα ισχυρών τάσεων που χαρακτήρισαν την κρίση του νεοφιλελευθερισμού και του δίδυμου αδελφού του, του λεγόμενου μεταμοντέρνου λαϊκισμού. Πολλοί, μολαταύτα, υπέδειξαν συχνά την τεχνοκρατική δομή ως μια από τις ισχυρές εξουσίες που δρουν στην Ευρώπη εδώ και πολλά χρόνια. Μια τεχνοκρατική δομή που συμμετέχει, όμως, σε ένα ευρύτερο δίκτυο, όπου δρουν χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις, διεθνικές επιχειρήσεις. Εν ολίγοις πρόκειται για μια μορφή διακυβέρνησης που διαχειρίζεται το σύγχρονο καθεστώς καπιταλιστικής συσσώρευσης. Απ’ αυτή την άποψη, η τεχνοκρατική δομή εγγυάται, στην Ευρώπη, τόσο την πολιτική λειτουργία όσο την εκ νέου ανάληψη του ελέγχου ενός «ξετρελαμένου» οικονομικού κύκλου. Με άλλα λόγια, ο νεοφιλελευθερισμός επιβάλλει την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, για να δώσει ώθηση στο ηπειρωτικό πολιτικό του σχέδιο. Με κάποιες αντιφάσεις, εννοείται, όπως για παράδειγμα η νομιμοποίηση των κυβερνήσεων τεχνοκρατών από τα κοινοβούλια που έχουν εκλεγεί από το λαό.

Η προαναγγελθείσα καταστροφή

Η Ευρώπη κατορθώνει βέβαια να προτείνει μια μορφή διακυβέρνησης της ηπείρου, διατρέχει όμως τον κίνδυνο να δημιουργήσει τις συνθήκες ενός νέου διαζυγίου μεταξύ δημοκρατίας και καπιταλισμού. Ο Ετιέν Μπαλιμπάρ υποδεικνύει τον κίνδυνο και προειδοποιεί ότι κάθε κατάσταση έκτακτης ανάγκης έχει πάντοτε αβέβαια αποτελέσματα. «Αυτή η διαδικασία είναι συγκρουσιακή. Δεν είναι δεδομένο ότι η δικτατορία κατ’ ανάθεση θα κατορθώσει να λειτουργήσει σ’ αυτή την κατάσταση. Οι τεχνοκράτες, οι ελίτ έχουν μια ισχυρή εξουσία πειθούς με το μέρος τους, γιατί ξεκινούν από έναν εκβιασμό: ή θα γίνει έτσι ή θα έρθει το χάος. Ο φόβος μιας καταστροφής κατορθώνει έτσι να υπερνικήσει τις αντιστάσεις και τις αμφιβολίες. Κι όμως, εδώ και μερικούς μήνες στις εφημερίδες της αστικής τάξης, αλλά και στις προοδευτικές, είναι πολλοί αυτοί που ζητούν να εκφραστεί η λαϊκή κυριαρχία ακριβώς για το ζήτημα των πολιτικών μορφών και για ένα ενδεχόμενο ευρωσύνταγμα. Ο Γιούργκεν Χάμπερμας γράφει εδώ και πολύ καιρό για την αναγκαιότητα μιας λαϊκής νομιμοποίησης των όσων συμβαίνουν στην Ευρώπη. Ο στόχος του είναι ο εκδημοκρατισμός των ευρωπαϊκών θεσμών, κλείνοντας έτσι τη φάση που είδε τις αγορές να υφαρπάζουν ουσιαστικά την καθολική ψήφο. Συμφωνώ βέβαια με τον Χάμπερμας, αλλά νομίζω παρόλα αυτά ότι πρέπει να δημιουργηθούν πραγματικές εξεγερσιακές αντιεξουσίες, που να έρθουν σε αντίθεση μ’ αυτή τη μορφή διακυβέρνησης που εγκαθιδρύεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Δεν εννοώ την λαϊκή εξέγερση, μα τη δημιουργία θεσμών εκ μέρους των κοινωνικών κινημάτων για να αντισταθούν στην τεχνοκρατική δομή».

Προς το παρόν, όμως, τα κοινωνικά κινήματα δρουν συχνά με εθνική προοπτική. Οι μόνοι που έθεσαν το πρόβλημα της δημιουργίας ενός ευρωπαϊκού δημόσιου χώρου, ήταν οι ισπανοί αγανακτισμένοι, που ζητούν τόσο να δοθεί ένα τέλος στη «δικτατορία των αγορών» όσο και έναν εκδημοκρατισμό του δημόσιου βίου.

Εξεγέρσεις και κοινωνικά κινήματα

Εκτός των άλλων, η εθνική επιλογή μοιάζει περισσότερο με υποχώρηση, με ένα σημάδι αδυναμίας και όχι σημάδι ισχύος. «Μου φαίνεται χρήσιμο να αναφέρω τον διαχωρισμό που έκανε ο αμερικανός φιλόσοφος Ρίτσαρντ Ρότρι μεταξύ campaign και mouvement. Οι ισπανοί αγανακτισμένοι είναι σίγουρα ένα κοινωνικό κίνημα. Ρίζωσαν στη χώρα, ανέπτυξαν δικούς τους θεσμούς, όρισαν κανόνες για να παίρνονται οι αποφάσεις, έθεσαν, τέλος, δυναμικά το κομβικό ζήτημα των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής. Μπορεί να το έκαναν με ένα λεξιλόγιο που ένας μαρξιστής ίσως το βρίσκει περίεργο, όμως το σημείο της δύναμής τους είναι η κριτική στο καθεστώς συσσώρευσης που επικεντρώνεται στην απαλλοτρίωση. Το Occupy Wall Street έχει, αντίθετα, όλα τα χαρακτηριστικά μιας εκστρατείας ευαισθητοποίησης γύρω από κάποια θέματα – τη φτώχια, την αντίθεση μεταξύ του 99% του πληθυσμού και του 1% των πλουσίων – όμως μέχρι σήμερα δεν έκαναν το μεγάλο άλμα στην πολιτική δράση.  Όταν σκέφτομαι τις εξεγερσιακές αντιεξουσίες, επομένως, έχω στο νου μου τα κοινωνικά κινήματα και την ικανότητά τους να αναπτύσσουν δικούς τους θεσμούς. Μόνο αν υπάρχουν αυτές οι αντιεξουσίες μπορούμε να θέσουμε όρους και να προκαλέσουμε την κρίση της δικτατορίας κατ’ ανάθεση, που είναι εύθραυστη αφού η οικονομική κρίση φτώχυνε την κοινωνία. Το παιχνίδι επομένως είναι ανοιχτό. Και το τελικό αποτέλεσμα δεν είναι προδιαγεγραμμένο».

 
ΚΑΙ

Τα διλήμματα της γηραιάς ηπείρου
 
του Ετιέν Μπαλιμπάρ



Δημοσιεύτηκε στη «Λιμπερασιόν»  (21-11-2011).
Μετάφραση: Χ. Γ.

Τι συνέβη, λοιπόν, στην Ευρώπη στο μεσοδιάστημα ανάμεσα στην πτώση των κυβερνήσεων στην Ελλάδα και την Ιταλία και τη μεγάλη ήττα της ισπανικής αριστεράς στις εκλογές της περασμένης Κυριακής; Ήταν μια περιπέτεια στη μικρή ιστορία των πολιτικών χειρισμών, που εξαντλούνται στο να τρέχουν πίσω από τη χρηματοπιστωτική κρίση; Ή μήπως διαβήκαμε ένα κατώφλι στην ανάπτυξη αυτής της κρίσης, γεγονός που παράγει ανεπίστρεπτα αποτελέσματα στο επίπεδο των θεσμών και του τρόπου νομιμοποίησής τους; Αν και οι γνώσεις μας σχετικά με όλα αυτά δεν είναι πλήρεις, οφείλουμε να αναλάβουμε τον κίνδυνο μιας εκτίμησης.

Για τις εκλογικές περιπέτειες (όπως αυτή που θα έχουμε στη Γαλλία σε έξι μήνες) δεν έχουμε να κάνουμε πολλά σχόλια. Έγινε κατανοητό ότι οι εκλογείς θεωρούν τις κυβερνήσεις υπεύθυνες για την αυξανόμενη ανασφάλεια μέσα στην οποία ζει σήμερα η πλειονότητα των πολιτών στις χώρες της Ευρώπης και δεν τρέφουν πολλές αυταπάτες γι’ αυτούς που τις διαδέχονται (μετά τον Μπερλουσκόνι, μπορεί κάποιος να καταλάβει γατί ο Μόντι σπάει όλα τα ρεκόρ λαϊκισμού). Το πιο σοβαρό ζήτημα που τίθεται αφορά τη θεσμική στροφή. Η συγκυρία της παραίτησης κυβερνήσεων υπό την πίεση των αγορών που ανεβάζουν και κατεβάζουν τα επιτόκια δανεισμού, της αποδοχής ενός γαλλο-γερμανικού «διευθυντηρίου» στους κόλπους της ΕΕ, και της ενθρόνισης των «τεχνικών» που συνδέονται με το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, οι οποίοι επιτηρούνται ή δέχονται συμβουλές από το ΔΝΤ, είναι αδύνατο να μην προκαλεί συζητήσεις και ανησυχία.

Η δημοκρατία σε αναστολή

Ένα από τα θέματα που συναντούμε πιο συχνά, είναι το ζήτημα της «δικτατορίας των επιτρόπων», που αναστέλλει τη δημοκρατία, για να αναδημιουργήσει τη δυνατότητα –έννοια που ορίζει ο Μποντέν στις απαρχές του σύγχρονου κράτους και αργότερα θεωρητικοποιεί ο Καρλ Σμιτ. Οι «επίτροποι» δεν μπορεί να είναι στρατιωτικοί ή δικαστές, χρειάζονται οικονομολόγοι. Αυτό ακριβώς επισημαίνει ο αρθρογράφος της «Φιγκαρό» στις 15 Νοεμβρίου: «Η περίμετρος και η διάρκεια της εντολής [των κυρίων Μόντι και Παπαδήμου] χρειάζεται να είναι αρκετά εκτεταμένες, ώστε να είναι αποτελεσματικοί. Όμως οφείλουν, και ο ένας και ο άλλος, να έχουν συγκεκριμένα όρια, ώστε να εξασφαλιστεί, με τους καλύτερους όρους, η επιστροφή στη δημοκρατική νομιμότητα. Δεν πρέπει να επιτραπεί σε κανέναν να πει ότι η Ευρώπη οικοδομείται στην πλάτη των λαών».

Από αυτή την εκδοχή προτιμότερη μου φαίνεται μια άλλη: η εκδοχή της «επανάστασης από τα πάνω», που, υπό την πίεση της ανάγκης (αναγγελία της κατάρρευσης του ενιαίου νομίσματος), επιχειρούν οι ηγέτες των κρατών με κυρίαρχη θέση στην Ευρώπη και η «τεχνοδομή» των Βρυξελλών και της Φραγκφούρτης. Ξέρουμε ότι αυτή η έννοια, που επινοήθηκε από τον Μπίσμαρκ, ορίζει μια δομική αλλαγή του «υλικού συντάγματος», δηλαδή των ισορροπιών ισχύος ανάμεσα στην κοινωνία και το κράτος, την οικονομία και την πολιτική, που προκύπτουν από μια «προληπτική στρατηγική» από την πλευρά των ηγέτιδων τάξεων. Αυτό ακριβώς δεν γίνεται τώρα με την εξουδετέρωση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, τη θεσμοποίησης του ελέγχου των προϋπολογισμών και των δημοσιονομικών των κρατών-μελών από την ΕΕ, τη θεοποίηση των τραπεζικών συμφερόντων στο όνομα της νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας; Χωρίς αμφιβολία αυτοί οι μετασχηματισμοί υπάρχουν εν σπέρματι εδώ και πολύ καιρό, αλλά ποτέ δεν διεκδικήθηκαν εν ονόματι μιας νέας μορφοποίησης της πολιτικής εξουσίας. Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε δεν έκανε λάθος, όταν παρουσίαζε σαν «πραγματική επανάσταση» την εκλογή του προέδρου της Κομισιόν με καθολική ψηφοφορία, που θα προσέδιδε στο νέο οικοδόμημα ένα δημοκρατικό φωτοστέφανο. Η ανατροπή είναι εν εξελίξει ή, τουλάχιστον, σκιαγραφείται.

Επανάσταση ή το τέλος της Ευρώπης;

Ωστόσο, ας μην το κρύβουμε, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι αυτή η απόπειρα θα είναι επιτυχής. Στο δρόμο της ορθώνονται τρία εμπόδια και ο συνδυασμός τους μπορεί να οδηγήσει σε μια επιδείνωση της κρίσης και στο «τέλος» της Ευρώπης ως συλλογικού σχεδίου.

Το πρώτο εμπόδιο σχετίζεται με το γεγονός ότι κανένα θεσμικό μόρφωμα δεν μπορεί, εξ ορισμού, να καθησυχάσει τις αγορές –ώστε να σταματήσουν την κερδοσκοπία– γιατί αυτή τροφοδοτείται από τον κίνδυνο χρεοκοπίας και από την προσδοκία βραχυπρόθεσμων κερδών. Είναι η αρχή πάνω στην οποία βασίζεται η δημιουργία παραγώγων «προϊόντων» και η διαμόρφωση των σπρεντ πάνω στα επιτόκια δανεισμού. Οι επενδυτικοί οίκοι που τροφοδοτούν το shadowbanking, τις μισονόμιμες συναλλαγές, έχουν ανάγκη να οδηγήσουν τους εθνικούς προϋπολογισμούς στο χείλος του γκρεμού, ενώ οι τράπεζες έχουν ανάγκη να στηρίζονται στα κράτη (και τους φορολογούμενους) όταν υπάρχει κρίση ρευστότητας. Όμως και οι μεν και οι δε συνιστούν ένα ενιαίο οικονομικό κύκλωμα. Όσο δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση η «οικονομία του χρέους», που κυριαρχεί από πάνω ως κάτω στις κοινωνίες μας, καμία «λύση» δεν θα είναι βιώσιμη. Η σημερινή «διακυβέρνηση» το αποκλείει αυτό εκ των προτέρων, και για να το κατορθώσει θυσιάζει οποιαδήποτε ανάπτυξη επ’ αόριστον.

Διαλυτικές αντιθέσεις

Το δεύτερο εμπόδιο είναι η ένταση των ενδο-ευρωπαϊκών αντιθέσεων. Όχι μόνο υπάρχει εκ των πραγμάτων η «Ευρώπη των δύο ταχυτήτων», αλλά θα μετασχηματιστεί σε Ευρώπη των τριών ή τεσσάρων ταχυτήτων, και θα απειλείται διαρκώς από τη διάλυση. Από τις χώρες που δεν είναι μέλη της ευρωζώνης, άλλες μεν (οι παραγγελιοδόχοι της γερμανικής βιομηχανίας στην Ανατολική Ευρώπη) θα αναζητήσουν μεγαλύτερο βαθμό ολοκλήρωσης, κι άλλες (πρώτα απ’ όλα το Ενωμένο Βασίλειο), παρά την εξάρτησή τους από την ενιαία αγορά, θα οδηγηθούν στη ρήξη ή στην αναστολή της σχέσης που τις συνδέει μ’ αυτήν.

Όσο για το μηχανισμό «κυρώσεων» για τους κακούς μαθητές, που αναγγέλθηκε για την επιβολή της δημοσιονομικής αυστηρότητας, θα ήταν απίθανο να περιοριστεί μόνο σε κάποια κράτη της «περιφέρειας». Και αρκεί να δει κάποιος πού οδήγησε αυτή η λογική την αναιμική Ελλάδα, στα πρόθυρα της εξέγερσης, για να φανταστεί ποια θα είναι τα αποτελέσματα μιας γενίκευσης των ίδιων «συνταγών» σ’ ολόκληρη της Ευρώπη. Και τελευταίο αλλά όχι ασήμαντο: το γαλλογερμανικό «διευθυντήριο», που ήδη σείεται εξαιτίας της διαφωνίας για το ρόλο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, έχει πολύ λίγες πιθανότητες να ενισχυθεί μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, παρά το κοινό, εκλογικό, συμφέρον που έχουν και τα δύο μέρη, και κυρίως η γαλλική πλευρά εν όψει των προεδρικών εκλογών.

Η Ευρώπη χωρίς τους λαούς

Αλλά το εμπόδιο που είναι πιο δύσκολο να υπερπηδηθεί είναι η κοινή γνώμη των χωρών. Χωρίς αμφιβολία ο εκβιασμός με την απειλή του χάους, η διαρκής απειλή υποβάθμισης της πιστοληπτικής ικανότητας, είναι δυνατόν να παγώσουν τα δημοκρατικά αντανακλαστικά. Δεν γίνεται, όμως, οι πολιτικές ηγεσίες να αδιαφορούν επ’ άπειρον για την ανάγκη να υπάρξει λαϊκή επικύρωση των αλλαγών που θα γίνουν με την αναθεώρηση των συνθηκών, όσο «περιορισμένη» κι αν είναι αυτή. Και κάθε προσφυγή στο εκλογικό σώμα περικλείει την πιθανότητα να στραφεί αυτό εναντίον τού υπό επικύρωση σχεδίου, όπως συνέβη ήδη το 2004. Τότε, στην κρίση στρατηγικής θα προστεθεί και η κρίση αντιπροσώπευσης, που κι αυτή ήδη έχει προχωρήσει.

Σ’ αυτές τις συνθήκες, δεν θα έπρεπε να προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ακούγονται επικριτικές φωνές. Και μάλιστα από αντιτιθέμενες πλευρές. Οι μεν (όπως ο Γιούργκεν Χάμπερμας) υποστηρίζουν μια «ενίσχυση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης», αλλά προσθέτουν ότι θα είναι βιώσιμη μόνο με τον όρο ότι θα εμπεριέχει ένα τριπλό «επανεκδημοκρατισμό»: ανάκτηση της ισχύος της πολιτικής έναντι της οικονομίας, έλεγχος των κεντρικών αποφάσεων με την ενίσχυση της κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης, επιστροφή στον αντικειμενικό στόχο της αλληλεγγύης και της άμβλυνσης των ανισοτήτων μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών. Οι δε (όπως οι γάλλοι θεωρητικοί της αποπαγκοσμιοποίησης) βλέπουν στη νέα αυτή διακυβέρνηση την κατάληξη μιας διαδικασίας υποταγής των «κυρίαρχων» λαών στην οικοδόμηση ενός υπερεθνικού οργανισμού, ο οποίος δεν μπορεί παρά να υπηρετεί το νεοφιλελευθερισμό και τη στρατηγική της «συσσώρευσης μέσω της στέρησης». Οι μεν είναι σαφώς ανεπαρκείς, οι δε επικίνδυνα εκτεθειμένοι στη σύγκλιση με δυνάμει ξενοφοβικούς εθνικισμούς.

Πέρα απ’ τη δικτατορία των αγορών

Το κύριο ζήτημα είναι να δούμε πώς θα προσανατολιστεί η «εξέγερση των πολιτών», για την οποία ο Ζαν Πιερ Ζουαγιέ, πριν από μερικές μέρες, δεν δίστασε να πει ότι ορθώνεται απέναντι στη «δικτατορία των αγορών» που όργανά της έχει τις κυβερνήσεις .Θα στραφεί, άραγε, «εναντίον της εργαλειοποίησης του χρέους» που υπερβαίνει τα σύνορα, ή θα αποτελέσει «μέσα στην ίδια την ευρωπαϊκή οικοδόμηση» ένα φάρμακο χειρότερο από την ασθένεια; Θα τείνει, παντού όπου η διαχείριση της κρίσης συγκεντρώνει ντε γιούρε ή ντε φάκτο τις εξουσίες, να οικοδομήσει εξουσίες –αντίβαρα όχι μόνο στο συνταγματικό πεδίο, αλλά αυτόνομες και, αν χρειαστεί, επαναστατικές; Θα αρκεστεί να επικαλείται την ανοικοδόμηση του παλιού εθνικού και κοινωνικού κράτους, που σήμερα υπονομεύει η οικονομία του χρέους, ή θα αναζητήσει σοσιαλιστικές και διεθνιστικές εναλλακτικές λύσεις, θεμέλια μιας οικονομίας των αναγκών και της δράσης, στην κλίμακα της παγκοσμιοποίησης, στο πλαίσιο της οποίας η Ευρώπη δεν αποτελεί παρά μια επαρχία; Ο καθοριστικός παράγοντας για την άρση αυτών των αβεβαιοτήτων είναι η επέκταση και διάχυση των ανισοτήτων και των αποτελεσμάτων της ύφεσης (ιδιαίτερα της ανεργίας) σ’ όλη την έκταση της Ευρώπης. Όμως αυτό που θα παράσχει ή δεν θα παράσχει τα συμβολικά μέσα, είναι η ικανότητα ανάλυσης και αγανάκτησης των «διανοουμένων» και των «αγωνιστών».

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011

Ο δημοσιογράφος Καρλ Μαρξ και οι τεχνοκράτες

A strada entra nella casa, (The street enters the house), 1911, Umberto Boccioni
 
του Μαρτσέλο Μούστο
Μετάφραση: Τόνια Τσίτσοβιτς

από το Red NoteBook

Ο Μαρξ, ο οποίος ξανάρχισε να διαβάζεται εδώ και μερικά χρόνια και να συζητείται στο διεθνή τύπο, λόγω της ανάλυσης και της πρόβλεψης του κυκλικού και δομικού χαρακτήρα των καπιταλιστικών κρίσεων, θα έπρεπε να ξαναδιαβαστεί σήμερα στην Ελλάδα και στην Ιταλία για έναν ακόμα λόγο: λόγω της επανεμφάνισης της «κυβέρνησης τεχνοκρατών».

Με την ιδιότητα του δημοσιογράφου της New York Tribune, μιας από τις πιο διαδεδομένες εφημερίδες του καιρού του, ο Μαρξ παρατήρησε τα πολιτικά γεγονότα που οδήγησαν, στην Αγγλία του 1852, στη γέννηση της πρώτης «κυβέρνησης τεχνοκρατών» στην ιστορία, της κυβέρνησης Άμπερντιν (Δεκέμβριος 1852 – Ιανουάριος 1855).

Η ανάλυση του Μαρξ ξεχωρίζει για την οξυδέρκεια και το σαρκασμό της. Ενώ οι Times υμνούν την εξέλιξη σαν ένα σημάδι εισόδου «στην πολιτική χιλιετία, σε μια εποχή όπου το κομματικό πνεύμα μοιραία θα χαθεί και μόνο η ιδιοφυία, η εμπειρία, η φιλοπονία και ο πατριωτισμός θα δίνουν δικαίωμα σε δημόσια αξιώματα», ενώ επικαλούνται γι’ αυτή την κυβέρνηση τη στήριξη των «ανθρώπων κάθε τάσης», εφόσον «οι αρχές τους απαιτούσαν τη γενική συναίνεση και στήριξη», ο Μαρξ περιγελά την κατάσταση στο άρθρο του Μια θνησιγενής κυβέρνηση. Προοπτικές της κυβέρνησης συνασπισμού (Ιανουάριος 1853). Αυτό που οι Times θεωρούσαν τόσο μοντέρνο και συναρπαστικό αποτελούσε για κείνον μια φάρσα. Όταν ο τύπος του Λονδίνου ανακοίνωσε ένα «υπουργείο αποτελούμενο από καινούριους ανθρώπους», ο Μαρξ δήλωσε ότι «ο κόσμος θα εκπλαγεί σίγουρα ελάχιστα όταν μάθει ότι η νέα εποχή της ιστορίας πρόκειται να εγκαινιαστεί από φθαρμένους και υπέργηρους ογδοντάρηδες (…) από γραφειοκράτες που συμμετείχαν σχεδόν σε κάθε κυβέρνηση από τα τέλη του περασμένου αιώνα ως μέλη του υπουργικού συμβουλίου, άτομα διπλά νεκρά, λόγω ηλικίας και φθοράς, που ανακλήθηκαν στη ζωή μόνο τεχνητά».

Μαζί με την κριτική των ατόμων, υπάρχει –φυσικά– η πολύ πιο σημαντική κριτική της πολιτικής. Ο Μαρξ αναρωτιέται λοιπόν: «Μας υπόσχονται την ολοκληρωτική εξαφάνιση της πάλης μεταξύ των κομμάτων ή μάλλον την εξαφάνιση των ίδιων των κομμάτων. Τι θέλουν να πουν οι Times;». Το ερώτημα είναι, δυστυχώς, εξαιρετικά επίκαιρο, σ’ έναν κόσμο όπου η κυριαρχία του κεφαλαίου ξανάγινε άγρια, όπως ακριβώς ήταν στα μέσα του Χίλια Οκτακόσια.

Ο διαχωρισμός μεταξύ «οικονομικού» και «πολιτικού», που διαφοροποιεί τον καπιταλισμό από τους προηγούμενους τρόπους παραγωγής, έφθασε σήμερα στο αποκορύφωμα. Η οικονομία όχι μόνο κυριαρχεί επί της πολιτικής, υπαγορεύοντας πρόγραμμα και αποφάσεις, αλλά είναι τώρα πια τοποθετημένη εκτός των αρμοδιοτήτων της και εκτός του δημοκρατικού ελέγχου, σε τέτοιο βαθμό ώστε η αλλαγή κυβερνήσεων να μην τροποποιεί πια τις κατευθύνσεις της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής.

Στα τελευταία τριάντα χρόνια μεταβιβάσαμε την εξουσία από την πολιτική σφαίρα στην οικονομική, πετύχαμε να μετατρέψουμε πιθανές πολιτικές αποφάσεις σε αδιαφιλονίκητες οικονομικές επιταγές, που κάτω από την ιδεολογική μάσκα του απολίτικου έκρυβαν ένα οικοδόμημα κατ’ εξοχήν πολιτικό, και μάλιστα με εντελώς αντιδραστικό περιεχόμενο. Η μετακίνηση ενός τμήματος της πολιτικής σφαίρας στην οικονομία, ως χωριστό και απαράλλαχτο πλαίσιο, η μεταβίβαση εξουσίας από τα κοινοβούλια στην αγορά, τους θεσμούς της και τις ολιγαρχίες της, συνιστά το πιο σοβαρό κώλυμα για τη δημοκρατία στην εποχή μας. Οι αξιολογήσεις της Standard & Poor’s, οι δείκτες της Wall Street – αυτά τα τεράστια φετίχ της σύγχρονης εποχής – έχουν ισχύ μεγαλύτερη από τη λαϊκή βούληση. Στην καλύτερη περίπτωση, η πολιτική εξουσία μπορεί να επέμβει στην οικονομία (οι κυρίαρχες τάξεις έχουν συχνά ανάγκη να μετριάσουν τις καταστροφές που προκαλούνται από την αναρχία του καπιταλισμού και από τις βίαιες κρίσεις του), χωρίς όμως ποτέ να μπορούν να ξαναθέσουν υπό συζήτηση τους κανόνες και τις βασικές επιλογές.

Προφανής απόδειξη των όσων περιγράψαμε είναι τα γεγονότα που συνέβησαν αυτές τις μέρες στην Ελλάδα και την Ιταλία. Πίσω από την απάτη της «κυβέρνησης τεχνοκρατών» –ή, όπως συνηθιζόταν να λέγεται στην εποχή του Μαρξ, «της κυβέρνησης όλων των ταλέντων»– κρύβεται η αναστολή της πολιτικής (δεν επιτρέπεται να παραχωρηθούν ούτε δημοψηφίσματα, ούτε εκλογές) που πρέπει να εκχωρήσει όλο το έδαφος στην οικονομία. Στο άρθρο Κυβερνητικές Πράξεις (Απρίλιος 1853), ο Μαρξ υποστήριξε ότι «ίσως το καλύτερο πράγμα που μπορεί να πει κανείς για την κυβέρνηση συνασπισμού («τεχνοκρατών») είναι ότι αντιπροσωπεύει την αδυναμία της (πολιτικής) εξουσίας σε μια μεταβατική στιγμή». Οι κυβερνήσεις δεν συζητούν πλέον ποιες οικονομικές κατευθύνσεις πρέπει να υιοθετήσουν, αλλά οι οικονομικές κατευθύνσεις προκαλούν τη δημιουργία των κυβερνήσεων.

Στην Ιταλία τα προγραμματικά σημεία αυτής της κυβέρνησης απαριθμήθηκαν σε μια επιστολή (που θα έπρεπε μάλιστα να μείνει απόρρητη) που απηύθυνε, το περασμένο καλοκαίρι, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην κυβέρνηση Μπερλουσκόνι. Για να «επανέλθει η εμπιστοσύνη» των αγορών πρέπει να προχωρήσουμε ολοταχώς στο δρόμο των «δομικών αλλαγών» (έκφραση που έγινε συνώνυμη κοινωνικής σφαγής), δηλαδή: μείωση των μισθών, αναθεώρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων όσον αφορά τους νόμους που ρυθμίζουν την πρόσληψη και την απόλυση, αύξηση της συντάξιμης ηλικίας και ιδιωτικοποιήσεις σε ευρεία κλίμακα. Οι νέες «κυβερνήσεις τεχνοκρατών», με επικεφαλής ανθρώπους που μεγάλωσαν μέσα στους οικονομικούς θεσμούς που είναι περισσότερο υπεύθυνοι για την κρίση (βλέπε τον διορισμό Παπαδήμου στην Ελλάδα και Μόντι στην Ιταλία) θα ακολουθήσουν αυτό το δρόμο. Φυσικά για το «καλό της χώρας» και για το «μέλλον των επόμενων γενεών», στήνεται στον τοίχο κάθε φωνή εκτός χορωδίας.

Στο σκηνικό αυτό, αν η αριστερά δεν θέλει να εξαφανιστεί, πρέπει να ξαναρχίσει να είναι σε θέση να ερμηνεύει τις πραγματικές αιτίες της σημερινής κρίσης και να έχει το θάρρος να προτείνει και να δοκιμάσει τις αναγκαίες ριζοσπαστικές απαντήσεις εξόδου.

Πηγή: Il Manifesto

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2011

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΔΑΣΟΣ- ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΨΥΧΙΣΜΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

Kasimir Malevich, Black Circle (Plane in Rotation) 1915
 του Νικόλα Σεβαστάκη

από τα Ενθέματα

Τεχνοκρατία, κοινωνικός αυταρχισμός και «συναίνεση»

 Στη δεκαετία του ’30, το Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα, το τότε ονομαζόμενο Sfio (Γαλλικό Τμήμα της Εργατικής Διεθνούς) διασπάστηκε. Μια σειρά στελεχών του, οι αποκαλούμενοι néos (νεοσοσιαλιστές) υιοθέτησαν το σύνθημα της «εποικοδομητικής επανάστασης» θεωρώντας ότι η εποχή των σύνθετων οργανισμών, ο καιρός των « τεχνικών και των μηχανικών» καθιστά παρωχημένη την ταξική κοινωνικοπολιτική οπτική των πραγμάτων. Στον αέρα εκείνων των καιρών βρισκόταν η γοητεία του μεγάλου πλάνου, του Κράτους Σχεδιαστή, της επανάστασης των μάνατζερ για την οποία θα γράψει λίγο πριν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ο Αμερικανός Τζέημς Μπάρναμ. Πολύ γρήγορα, ωστόσο, αυτός ο προδρομικός διαχειριστικός τεχνοκρατισμός συνδέθηκε με την ιδέα του ισχυρού αυταρχικού κράτους. Πολλές από τις προσωπικότητες της γαλλικής και βελγικής σοσιαλτεχνοκρατίας (από τον Γάλλο Marcel Deat ως τον Bέλγο Henri de Man) δεν θα αντισταθούν στη γοητεία της φασιστικής «τάξης» και θα καταλήξουν συνεργάτες του καθεστώτος του στρατηγού Πεταίν στη φιλoγερμανική κυβέρνηση του Βισύ.

Ένα άλλο κομμάτι του «νεοσοσιαλισμού» θα επιλέξει, φυσικά, τον Ντε Γκωλ και την «Ελεύθερη Γαλλία». Από αυτήν τη δεύτερη πτέρυγα θα αναδυθεί ένας τεχνοκρατικός μοντερνισμός του κέντρου ο οποίος μετά τη δεκαετία του ’50 θα επιδιώξει να εκφράσει τα «νέα μεσαία στρώματα» και τις προσδοκίες τους για κοινωνική άνοδο. Εδώ θα κυριαρχήσει ο θαυμασμός για τον αμερικανικό δυναμισμό και η ανακάλυψη της νέας ηπείρου του έξυπνου μάνατζμεντ για την «ανανέωση της πολιτικής».

Παρόμοια ταξίδια σε πτυχές της ευρωπαϊκής πολιτικής ιστορίας μπορεί να είναι χρήσιμα. Γιατί, πέραν των άλλων, μαρτυρούν ότι στις συνθήκες μιας μεγάλης κοινωνικής και πολιτικής κρίσης, η προσφυγή στο τεχνοκρατικό παράδειγμα συνδέεται με διάφορες τάσεις αυτονόμησης των ελίτ από κοινωνικές αναφορές και βασικές πολιτικές αξίες όπως η λαϊκή κυριαρχία. Το τεχνοκρατικό παράδειγμα μπορεί να αλλάζει μέσα στον χρόνο, ανάλογα με τη διεθνή συγκυρία και τις εθνικές περιστάσεις. Στους καιρούς του «σχεδιοποιημένου καπιταλισμού» ο τεχνοκρατισμός ήταν κατά βάση η αναζήτηση ενός μοντέλου αποτελεσματικής κοινωνικής διεύθυνσης με αιχμή τον κρατικό προγραμματισμό. Στις σημερινές συνθήκες της νεοφιλελεύθερης κυριαρχίας, το παράδειγμα δεν είναι φυσικά ο μηχανικός αλλά ο ειδικός της οικονομικής διακυβέρνησης, ο γνώστης του κόσμου των επιχειρήσεων και των χρηματοπιστωτικών δομών.

Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, είτε με τους παλιούς όρους «κρατικού διευθυντισμού», είτε στο πλαίσιο της διεθνικής δικτατορίας των αγορών, η εκσυγχρονιστική τεχνοκρατία έρχεται σε σύγκρουση τόσο με την πολιτική δημοκρατία όσο και με τα κοινωνικά δικαιώματα. Η περιφρόνηση για την πολιτική διαφωνία και η απέχθεια για τους αγώνες που αμφισβητούν τη μονοφωνική «ενότητα» των κορυφών, όλα αυτά αποτελούν βεβαίως στοιχεία μιας δεξιάς αφήγησης του κόσμου. Η πολιτική αντιπαλότητα θεωρείται περίπου ανυπόφορος αναχρονισμός αν όχι συνταγή αναποτελεσματικότητας. Και από αυτή την πρωταρχική απαξίωση μέχρι την αναγόρευση των απεργιών ή της όποιας εκδήλωσης κοινωνικής ανυπακοής ως επικίνδυνων εθνικών παρεκκλίσεων ο δρόμος είναι μικρός.

Το πρόβλημα που θα έχουμε να αντιμετωπίσουμε στο μέλλον –και από μια άποψη ήδη από τώρα– είναι λοιπόν το «ιδεολογικό μίγμα» που αποτελεί όπως φαίνεται κοινή συνισταμένη των ευρωπαϊκών ελίτ και των εγχώριων μνημονιακών θυλάκων. Η κυβέρνηση συμβιβασμών του κ. Παπαδήμου δεν αποκρυσταλλώνει στην καθαρή του μορφή αυτό το μίγμα. Είναι, όντως, μεταβατική, όχι όμως με την έννοια μιας παρένθεσης αλλά με την έννοια του προπλάσματος, της πρώτης, και πολύ ατελούς, «υποτύπωσης» ενός νέου προτύπου. Οι πρόθυμοι υποστηρικτές της στα μήντια και στο πολιτικό προσωπικό εκδηλώνουν ηχηρά τη δυσαρέσκειά τους για αυτή την απόσταση από το ιδεατό πρότυπο, από την καθαρότητα που θα ήθελαν.

Η επιθυμία τους είναι ένα ομογενοποιημένο «κόμμα του κράτους και των αγορών», ένα κόμμα της καθαρής μνημονιακής τάξης δίχως αναστολές και καθυστερήσεις, χωρίς την παρεμβολή παράσιτων στη μετάδοση της μοναδικής αλήθειας.

Η αντίσταση σε αυτή τη νέα «εθνική αφήγηση», για να χρησιμοποιήσω τον όρο του συρμού, δεν είναι εύκολη. Διότι αυτή η συγκεκριμένη αφήγηση επιχειρεί να αποκτήσει μια εσωτερική δυναμική στη βάση των «ευρωπαϊκών εκβιασμών» αναπαράγοντας καθημερινά τα τελεσίγραφα του Ρομπάι, του Μπαρόζο, της Μέρκελ ή του Σαρκοζύ. Αλλά αυτή η αναπαραγωγή έχει τα όριά της. Και το ίδιο επισφαλής και αβέβαιη είναι η κατασκευή χαρίσματος (έστω ενός ισχυρού τεχνοκρατικού προφίλ) όταν προσκρούει στις αθλιότητες της καθημερινής εμπειρίας των πολλών. Η προσπάθεια αγοράς πολιτικού χρόνου μέσα από ένα ελεγχόμενο άνοιγμα του συστήματος σε «προσωπικότητες της κοινωνίας των πολιτών» (κατά τη σχετική ρητορική) δύσκολα μπορεί να εξασφαλίσει την πολυπόθητη νομιμοποίηση. Και ας καταβάλλει τόσες φιλότιμες προσπάθειες ο Αλέξης Παπαχελάς και το Μέγκα για τον νέο αστέρα της «υπευθυνότητας» Γιώργο Καρατζαφέρη…
 
Ο Νικόλας Σεβαστάκης διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ