Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εργατική Αριστερά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εργατική Αριστερά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 25 Απριλίου 2012

Αυτοί γιατί έτσι ή εμείς για όλους τους λόγους;

του Antista/Chef
  του Τασου Κορωνάκη*

Ίσως το πιο βασικό πρόβλημα των δυνάμεων του δικομματισμού είναι να δώσουν μια συνεκτική ερμηνεία για την κρίση. Να πουν τι φταίει, τι πρέπει να αλλάξει, ποιος πρέπει να πληρώσει τα σπασμένα και να δείξουν ένα δρόμο για την έξοδο. Δεν μπορούν να υποσχεθούν τίποτα, δεν μπορούν να πείσουν κανέναν και ίσως η μεγαλύτερη έγνοια τους είναι να φύγουν τα παραπάνω ερωτήματα από το μυαλό του κόσμου. Τι σημαίνει άραγε «η Ελλάδα θα τα καταφέρει» που είναι το σύνθημα της ΝΔ ή το αντίστοιχο περί «Αυτοδύναμης Ελλάδας» του ΠΑΣΟΚ; Τι πρέπει να κάνει ο κόσμος για να τα καταφέρει η Ελλάδα και τι φταίει που δεν είναι αυτοδύναμη η Ελλάδα; Καμία απάντηση. Το μόνο που προτείνουν είναι απλά ο κόσμος να πάει να τους ψηφίσει. Γιατί; Γιατί έτσι.
Ακριβώς λοιπόν επειδή δεν μπορεί να σταθεί κανένα σοβαρό επιχείρημα για ποιο λόγο ο κάθε εργαζόμενος ή άνεργος, νέος ή συνταξιούχος πρέπει σ’ αυτές τις εκλογές να τους ψηφίσει, απαντάνε γιατί δεν πρέπει να ψηφίσει τους άλλους και ειδικά την Αριστερά. Κι αυτές τους οι απαντήσεις όμως κάπως λειψές μοιάζουν.

Διλήμματα

Λένε λοιπόν να τους ψηφίσουμε, γιατί, αν δεν τους ψηφίσουμε, θα υπάρχει ακυβερνησία και η χώρα δεν αντέχει. Δηλαδή λένε πως, αν δεν κυβερνάνε οι ίδιοι, δεν θα κυβερνάει κανείς. Εδώ κρύβεται ο πρώτος μεγάλος τους φόβος. Το πρόβλημα είναι να μην κατοχυρώσει κανένας άλλος το δικαίωμα της κυβερνησιμότητας, επί της ουσίας δηλαδή να μην υπάρξει καν η υποψία ότι μπορεί αυτό το σύστημα της δικομματικής εναλλαγής να αλλάξει. Αμφισβητούν έτσι έμπρακτα την ουσία της δημοκρατίας, υποστηρίζοντας πως σε αυτή τη χώρα δεν μπορεί να υπάρξει διαφορετικός συσχετισμός δυνάμεων, δεν μπορεί με λίγα λόγια να εκπροσωπηθούν διαφορετικά συμφέροντα στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο.

Λένε να τους ψηφίσουμε, για να μην έρθουν οι δυνάμεις του χάους και της καταστροφής. Αλλά δεν λένε ποιος έφερε την Τρόικα, τα μνημόνια και τις δανειακές συμβάσεις και γιατί δεσμεύτηκαν για τις επόμενες δεκαετίες χωρίς να ρωτήσουν κανένα; Κατηγορούν την Αριστερά για ανευθυνότητα και καταστροφολογούν, μα αυτοακυρώνονται την ώρα που το λένε, μιας και αυτοί είναι που μας έχουν οδηγήσει στο χάος και στην καταστροφή και μάλιστα είναι περήφανοι για αυτό και δεσμεύονται να συνεχίσουν αυτό τον υπεύθυνο δρόμο. Το δρόμο που ανατίναξε ολόκληρη την κοινωνία. Το δρόμο που προσπάθησε να μας ενοχοποιήσει για τα χρέη που οι ίδιοι δημιούργησαν. Το δρόμο που επιχείρησε να ποινικοποιήσει τις ανάγκες και τα δικαιώματα των εργαζομένων. Το δρόμο που αναγορεύει σε βασικό εχθρό μας το διπλανό μας και τα δικαιώματά του, με στόχο να κρυφτούν οι δικές τους ευθύνες για τη σημερινή κατάσταση.

Είναι ο ίδιος δρόμος που νομιμοποίησε για μικροκομματικά συμφέροντα, τον ακροδεξιό λόγο, που επιχείρησε να ταυτίσει την Αριστερά με την άκρα δεξιά και σήμερα οδηγεί στον εκφασισμό ολόκληρης της κοινωνίας. Αφού δεν μπορούν να δώσουν ελπίδα, δηλητηριάζουν την κοινωνία με μίσος, ενισχύουν όλες τις εσωτερικές πολώσεις της κοινωνίας, με μοναδικό στόχο να αποκρύψουν τις δικές τους ευθύνες, αλλά και τις ευθύνες αυτών που εκπροσωπούν: των τραπεζών, των πλούσιων, των βιομηχάνων.

Να τολμήσουμε

Το ερώτημα λοιπόν είναι απλό και έχει απολύτως υλική υπόσταση. Να πιστέψουμε τα κανάλια και τις δημοσκοπήσεις και να πάμε να ψηφίσουμε αυτούς που μας έφεραν ως εδώ γιατί έτσι ή να τολμήσουμε να εμπιστευτούμε τη δημοκρατία και τις ανάγκες μας και να αλλάξουμε ριζικά τη σημερινή κατάσταση; Να αφήσουμε το αύριο το δικό μας και των παιδιών μας στα χέρια των εκπροσώπων όσων για χρόνια μας εκμεταλλεύονται ή να τολμήσουμε να σπάσουμε αυτή τη σχέση εκμετάλλευσης, αυτό τον κόσμο αδικίας; Να αφήσουμε το μίσος να κυριαρχήσει ή να ανοίξουμε νέους δρόμους συλλογικότητας και αλληλεγγύης;

Ο δικός μας δρόμος θα είναι σίγουρα και μακρύς και δύσκολος, μα σήμερα είναι η ώρα για να κάνουμε το πρώτο καθοριστικό βήμα. Σήμερα είναι η ώρα να κάνουμε παρελθόν όσους αποφάσισαν χωρίς εμάς και να διεκδικήσουμε το μέλλον, προχωρώντας χωρίς αυτούς.

*Τάσος Κορωνάκης, υποψήφιος βουλευτής Α΄Αθήνας / 25.04.2012/Εργατική Αριστερά

Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2011

Με δογματική λιτότητα, εσωτερικές έριδες, αλλά χωρίς διέξοδο ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός

Flower Carrier, 1935, Diego Rivera

του Πέτρου Τσάγκαρη

από την εφ. Εργατική Αριστερά

Η ευρωζώνη μοιάζει να μπαίνει σε ένα στάδιο διαλυτικής κρίσης. Όλες οι συμφωνίες του παρελθόντος, ακόμη και οι πιο πρόσφατες είτε τινάζονται στον αέρα είτε χάνουν την επικαιρότητά τους, καθώς τα οικονομικά και πολιτικά δεδομένα αλλάζουν ραγδαία. Τα πετυχημένα παραδείγματα του παρελθόντος επίσης τινάζονται στον αέρα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Ιρλανδίας –την οποία μας παρουσίαζαν ως επιτυχημένο υπόδειγμα των νεοφιλελεύθερων μέτρων αντιμετώπισης του δημόσιου χρέους. Τώρα αποδεικνύεται ότι οι θυσίες πήγαν –και εκεί– χαμένες, καθώς ο ιρλανδικός λαός πληροφορείται ότι η δεξιά κυβέρνησή του συμφώνησε να προχωρήσει σε μείωση των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα κατά 12%, δηλ. σε 40.000 «αποχωρήσεις» μέχρι το 2015, σε αύξηση του ΦΠΑ κατά 2 μονάδες (στο 23%) και στην επιβολή άλλων 200 μέτρων λιτότητας προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι του εκεί μνημονίου.

Αλλά τα προβλήματα του ευρωπαϊκού καπιταλισμού δεν περιορίζονται πια μόνον στην λεγόμενη περιφέρεια. Τώρα στο μάτι του κυκλώνα μπαίνει η καρδιά της ηπείρου. Πρώτα η Ιταλία, η οποία γνωρίζει και αυτή τοκογλυφικά επιτόκια στις διεθνείς αγορές και οδηγείται σταδιακά σε λύσεις τύπου τρόικας. Μετά και η Γαλλία, η πιστοληπτική ικανότητα της οποίας απειλείται από τους διεθνείς «οίκους αξιολόγησης». Η εξέλιξη αυτή υπονομεύει ραγδαία τη μοναδική στενή συμμαχία που υπήρχε εντός Ε.Ε., τον πολιτικο-οικονομικό άξονα που προσπάθησε να οικοδομήσει ο Σαρκοζί με το Βερολίνο, καθώς πλέον τα συμφέροντα γίνονται όλο και περισσότερο αντιτιθέμενα.

Στο μόνο που συμφωνούν οι εκπρόσωποι των Ευρωπαίων καπιταλιστών είναι ότι για την κρίση πρέπει να πληρώσουν οι εργαζόμενοι και τα άλλα φτωχά στρώματα. Για να περισωθούν τα κέρδη των λίγων πρέπει να καταβάλλει φόρο αίματος η τεράστια πλειονότητα του ευρωπαϊκού πληθυσμού.

Σε αυτή τη βάση δεν απεμπολούνται μόνον οι οικονομικές κατακτήσεις του ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος, αλλά και οι στοιχειώδεις δημοκρατικές κατακτήσεις (στο όνομα των οποίων ένα μέρος της Αριστεράς επέμενε στη συμμετοχή στην Ε.Ε.). Η Κομισιόν βάζει ως απαρέγκλιτη προϋπόθεση για την έκδοση ευρωομολόγων (τα οποία πολλοί αγάπησαν και στην Ελλάδα) το καθεστώς «επιτροπείας» των δημοσιονομικά «άτακτων» χωρών. Παράλληλα τα συνταγματικά πραξικοπήματα των τραπεζιτών σε Ελλάδα και Ιταλία, έχουν τη στήριξη όλου του φάσματος των αστικών κομμάτων σε κάθε χώρα και  είναι ίσως μόνον η αρχή, μιας αντιδημοκρατικής στροφής στην ήπειρο όπου γεννήθηκε η δημοκρατία.

 Σε διαρκή και διαλυτική κρίση η ευρωζώνη

Ο γνωστός Αμερικανός σχολιαστής Πολ Κρούγκμαν έγραφε στα τέλη Οκτώβρη: «Αν δεν ήταν τόσο τραγική, η τρέχουσα ευρωπαϊκή κρίση θα ήταν αστεία, με μια αίσθηση μαύρου χιούμορ. Καθώς το ένα σχέδιο διάσωσης καταρρέει μετά το άλλο, οι πολύ σοβαροί άνθρωποι της Ευρώπης –που είναι, αν αυτό είναι δυνατό, πιο πομπώδεις και αυτάρεσκοι και από τους Αμερικανούς ομολόγους τους– συνεχίζουν να εμφανίζονται ολοένα και πιο γελοίοι».
 
Χρέος

Ο Κρούγκμαν εξηγούσε στη συνέχεια πώς οι διάφοροι μηχανισμοί στήριξης (ο EFSF και οι πιθανοί διάδοχοί του) είναι καταδικασμένοι να αποτύχουν εξαιτίας του γεγονότος ότι σε αυτούς συμμετέχουν ως δανειστές οι χώρες (όπως η Ιταλία και η Γαλλία πλέον) που πιθανόν θα χρειαστεί να προσφύγουν οι ίδιες σε δανεισμό για να «σωθούν». Εξ ου και το «γελοίοι». Ο Αμερικανός σχολιαστής επέμεινε, όπως κάνουν πολλοί άλλοι αναλυτές, ότι το πρόβλημα στην ευρωζώνη είναι η έλλειψη κεντρικής διακυβέρνησης και συνεπώς η αδυναμία (ή η ιδεολογική αγκύλωση) να παρέμβει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) δανείζοντας τις χώρες, ουσιαστικά δηλ. τυπώνοντας νέο νόμισμα. Ο Κρούγκμαν αντιπαραβάλλει τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία, οι οποίες, παρά το τεράστιο δημόσιο χρέος τους, μπορούν να δανείζονται σε χαμηλά επιτόκια. Ωστόσο δεν απαντά σε τρία πράγματα: Πρώτον, γιατί αυτοί οι δύο οικονομικοί γίγαντες δεν κατόρθωσαν να σταματήσουν την παγκόσμια κρίση και γιατί, ειδικά η Ιαπωνία παραμένει εδώ και δεκαετίες σε ύφεση. Δεύτερον, γιατί πλέον οι «οίκοι αξιολόγησης» άρχισαν να βάζουν στο στόχαστρό τους την πιστοληπτική ικανότητα των ΗΠΑ. Τρίτον, γιατί ενώ πολύ σωστά λοιδορεί τις διαρκείς διχογνωμίες των Ευρωπαίων εκπροσώπων των καπιταλιστών (δηλ. των κυβερνήσεων), μοιάζει να αγνοεί τις διαρκείς εσωτερικές διενέξεις των εκπροσώπων των Αμερικανών καπιταλιστών, κυρίως όπως αυτές εκφράζονται μέσα από τη σύγκρουση Δημοκρατικών-Ρεπουμπλικάνων για το χρέος.

Στην πραγματικότητα η κρίση δημόσιου χρέους στην Ελλάδα και την Ευρώπη αποτελεί μόνον σύμπτωμα της βαθιάς συστημικής κρίσης που πλήττει από το 2008 όλες τις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού (δηλ. της κρίσης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου). Την εξήγηση του γιατί η κρίση γνωρίζει τέτοια όξυνση στη «Γηραιά Ήπειρο» δίνει πολύ περιεκτικά ο καθηγητής Γ. Μηλιός λέγοντας: «Η κρίση έπληξε εκείνες τις περιοχές και εκείνες τις χώρες στις οποίες η προσήλωση στον “ρυθμιστικό ρόλο” των χρηματαγορών και στη σκανδαλώδη φοροασυλία του κεφαλαίου και του πλούτου ήταν εντονότερη και δογματικότερη».

Οι άρχουσες τάξεις συμφωνούν στο ότι όλο το κόστος της κρίσης πρέπει να φορτωθεί στις κυριαρχούμενες τάξεις. Και σε αυτή την πολιτική η Ευρώπη έχει γίνει εδώ και χρόνια πρωτοπόρα. Όμως οι εκπρόσωποι των αφεντικών δεν φαίνεται έχουν καμία συναινετική λύση και στα τέσσερα σημεία αντιπαράθεσης: Χρειάζεται ενιαία Ευρώπη ή Ευρώπη δύο ταχυτήτων; Χρειάζεται ή όχι ενιαία διακυβέρνηση; Πρέπει ή όχι να προχωρήσει η έκδοση ευρωομολόγων; Αρκούν ή όχι οι πολιτικές δημοσιονομικής πειθαρχίας, δηλ. οι περικοπές και οι σφιχτοί προϋπολογισμοί;
 
Διαφωνίες

Η μέχρι σήμερα ακολουθούμενη πολιτική έχει οδηγήσει σε αποτυχία. Και αυτό το παραδέχεται ο κατ’ εξοχήν αρμόδιος, ο πρόεδρος της Κομισιόν, Μ. Μπαρόζο, ο οποίος δήλωσε στο Ευρωκοινοβούλιο: «Δυστυχώς δεν υπάρχει η οικονομική ανάπτυξη που επιδιώξαμε, η ύφεση επιδεινώνεται, η κατανάλωση μειώνεται, οι δείκτες της ανεργίας σ’ όλη την Ευρώπη θα επιδεινωθούν». Ταυτόχρονα ο Μπαρόζο επιτέθηκε στα κράτη που υιοθετούν «ακραίες οικονομικές συμπεριφορές», φωτογραφίζοντας τη Γερμανία και δηλώνοντας: «Δεν είναι δυνατόν να επιμένεις μόνο στη δημοσιονομική πειθαρχία και να παραβλέπεις την αλληλεγγύη». Ο Μπαρόζο πρότεινε, ως εναλλακτική πρόταση εξόδου από την κρίση χρέους, την επιβολή δικαιότερης φορολογίας στους Ευρωπαίους πολίτες, τη φορολόγηση των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών και την έκδοση ευρωομολόγων –ειδικά το τελευταία σε άμεση σύγκρουση με το Βερολίνο.

Η Μέρκελ επιμένει στην αναγκαιότητα αλλαγής των συνθηκών, ώστε να προβλέπονται αυστηρές ποινές στις δημοσιονομικά «ασύνετες» χώρες, που να φτάνουν έως και την παραπομπή τους στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, εφόσον δεν καταφέρνουν να περιορίσουν τα ελλείμματα και το χρέος τους. Η Μέρκελ υποστηρίζει την προοπτική μιας οικονομικής διακυβέρνησης στην ευρωζώνη η οποία θα έχει λόγο στη διαμόρφωση των εθνικών προϋπολογισμών προκειμένου να «φρενάρει» τις δημόσιες δαπάνες, αλλά και να υλοποιεί «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις», π.χ., αρπαγή δημόσιου πλούτου μέσω ιδιωτικοποιήσεων. «Η Γερμανία θα ήταν έτοιμη να εκχωρήσει μέρος της κυριαρχίας της προκειμένου να ενισχυθεί το ευρώ και η αξιοπιστία του σε διεθνές επίπεδο», είπε σε συνέντευξη Τύπου στο Βερολίνο. Μπορεί να πρόκειται για δημαγωγική δήλωση, αφού δεν έχει σε ποιον να παραχωρήσει κυριαρχία το Βερολίνο, ωστόσο δείχνει τη δογματική νεοφιλελεύθερη εμμονή στη δημοσιονομική και νομισματική σταθερότητα με κάθε κόστος. Ωστόσο, ακριβώς επειδή, όπως λέει και ο Μπαρόζο, οι μέχρι σήμερα πολιτικές έχουν αποτύχει, οι εκπρόσωποι του γερμανικού κεφαλαίου δεν συμφωνούν ούτε μεταξύ τους. Δεν είναι μόνον οι διαφωνίες των σοσιαλδημοκρατών. Τώρα στους αμφισβητίες της πολιτικής Μέρκελ έχει προστεθεί και η Deutsche Bank, η οποία, συμφωνώντας με τον Ομπάμα, ζητά να υλοποιηθούν δύο πράγματα: η έκδοση ευρωομολόγου και η μαζική επαναγορά κρατικών χρεών από την ΕΚΤ.

Φυσικά τώρα, με την προοπτική υποβάθμισης της φερεγγυότητας της Γαλλίας ρηγματώνεται επικίνδυνα και ο άξονας Βερολίνου-Παρισιού. Η Γερμανία επιμένει ότι δεν θα επιτρέψει να γίνει η ΕΚΤ μια τεράστια «κακή τράπεζα», ωστόσο  η Γαλλία έχει άλλα σχέδια. «Εμπιστευόμαστε την ΕΚΤ ότι θα πάρει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλίσει τη σταθερότητα στην ευρωζώνη», είπε η εκπρόσωπος της γαλλικής κυβέρνησης και προσέθεσε εμφατικά: «Εκτιμούμε ότι η διαφορά απόδοσης μεταξύ γαλλικών και γερμανικών ομολόγων δεν δικαιολογείται». Με άλλα λόγια, το Παρίσι ζητεί εμμέσως από την ΕΚΤ να αγοράσει και γαλλικά ομόλογα για να μειωθούν τα spread.
 
Αδιέξοδο

Ο ιταλικός και ιδιαίτερα ο γαλλικός κρίκος της κρίσης χρέους στην ευρωζώνη αποδεικνύει για άλλη μια φορά ότι η αιτία του προβλήματος δεν ήταν οι «τεμπέληδες» Έλληνες ούτε τα διαρθρωτικά προβλήματα και η κακοδιαχείριση στο νότο. Η απειλή υποβάθμισης της πιστοληπτικής ικανότητας του Παρισιού από τη Moody’s υποδεικνύει ότι το πρόβλημα είναι τουλάχιστον πανευρωπαϊκό και αφορά την ίδια τη λειτουργία του καπιταλισμού. Ταυτόχρονα θέτει βραδυφλεγή βόμβα στα θεμέλια όλων των μελλοντικών πολιτικών διάσωσης των χρηματοπιστωτικών θεσμών της ευρωζώνης. Ο λόγος είναι ότι αν η Γαλλία χάσει τον υψηλό βαθμό πιστοληπτικής ικανότητας, τότε το ίδιο θα συμβεί αυτόματα και στον ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης (EFSF), δηλ. δεν θα μπορεί να δανείζεται φτηνά ούτε ο υποτιθέμενος «διασώστης». Θα επαληθευτεί δηλ. η πρόβλεψη του Κρούγκμαν.

Το αδιέξοδο βρίσκεται στο γεγονός ότι, ακόμη κι αν βρεθούν τα ποσά που όλοι απαιτούν από τη Γερμανία, προκειμένου να στηριχτούν οι πληττόμενες από τους κερδοσκόπους χώρες, τα επιτόκια που χρεώνουν αυτοί οι κερδοσκόποι δεν πρόκειται να μειωθούν. Γιατί τα χρήματα που θα διατεθούν μπορεί να διασώσουν προς στιγμήν τη ρευστότητα των χωρών (βλ. έκτη δόση στην Ελλάδα), αλλά δεν θα μπορέσουν ποτέ να αποκαταστήσουν τη φερεγγυότητα, καθώς –ακριβώς εξαιτίας των πολιτικών λιτότητας που επιβάλλονται– η ύφεση θα βαθαίνει, τα ΑΕΠ των χωρών θα συρρικνώνονται και το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ θα παραμένει πάντα υψηλό (π.χ. στο πρόγραμμα για την Ελλάδα προβλέπεται ότι, αν όλα πάνε τέλεια, τότε το 2020 το χρέος θα είναι στο 120% του ΑΕΠ, έναντι 115% όταν ανέλαβε το ΠΑΣΟΚ στο τέλος του 2009!).

Είναι η ανταγωνιστικότητα το πρόβλημα;

Η Ιταλία έχει ανάγκη να δανειστεί 200 δισ. ευρώ έως τα τέλη Μάρτη. Από τις αρχές Νοέμβρη αντιμετώπισε δυσκολία να δανειστεί φτηνά καθώς οι «αγορές» τής ζητούσαν επιτόκια πάνω από 7% για τα δεκαετή ομόλογά της. Αμέσως άρχισαν να ενεργοποιούνται παρόμοιοι οικονομικοί μηχανισμοί με αυτούς που ίσχυσαν και στην περίπτωση άλλων «άτακτων» χωρών της ευρωζώνης. Σε πολιτικό επίπεδο κινητοποιήθηκαν άμεσα οι πραξικοπηματικές διαδικασίες που λειτούργησαν και στην Ελλάδα με το τραπεζικό κεφάλαιο να επιβάλει τον άνθρωπό του, στη θέση του πρωθυπουργού, χωρίς βέβαια να ερωτηθεί ο λαός. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην 11μελή κυβέρνηση του Μόντι δεν συμμετέχουν καν πολιτικοί. Θα πει κανείς ότι για την απομάκρυνση Μπερλουσκόνι δεν λυπήθηκε κανείς. Όμως στις περισσότερες περιπτώσεις πραξικοπημάτων, φασισμών και δικτατοριών στην Ευρώπη, το μέχρι τότε ενεργό πολιτικό προσωπικό είχε ήδη απαξιωθεί στα μάτια των μαζών, ώστε οι ακόμη πιο αντιδραστικές δυνάμεις να εγκαθιδρυθούν «φυσιολογικά». Και επίσης αξίζει να σημειωθεί ότι ο Μόντι εξήγγειλε ότι θα επαναφέρει χαράτσια που είχε καταργήσει ακόμη και ο Μπερλουσκόνι!

Η ιταλική περίπτωση αποδεικνύει και πάλι ότι το πρόβλημα δεν το δημιουργεί το σπάταλο κράτος ή οι υψηλοί μισθοί. Ναι, το χρέος έχει αυξηθεί και έχει φτάσει τα τελευταία χρόνια στο 120% του ΑΕΠ. Όμως το πρόβλημα για τις αγορές (η λεγόμενη φερεγγυότητα του κράτους) είναι ο παρονομαστής του κλάσματος, δηλ. το ΑΕΠ, το οποίο από τα μέσα της δεκαετίας του ’90, αναπτύσσεται με ρυθμούς κοντά στο 1% ετησίως. Τώρα πια στην Ιταλία δεν υπάρχουν επενδύσεις και η κατανάλωση έχει κυριολεκτικά καταρρεύσει. Μία από τις βασικές αιτίες δεν είναι οι υψηλοί μισθοί, αλλά ακριβώς το ανάποδο: οι αυξήσεις στο πραγματικό λαϊκό εισόδημα είναι από τις χαμηλότερες στην Ευρώπη, χαμηλότερες και από αυτές της Γερμανίας. Για να διατηρήσουν το βιοτικό τους επίπεδο τα ιταλικά νοικοκυριά έχουν αυξήσει το δανεισμό τους φτάνοντάς τον στο 45% του ΑΕΠ. Κι όμως, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η ιταλική άρχουσα τάξη απαντά στο πρόβλημα με μεγαλύτερες δόσεις του… προβλήματος, δηλ. με επιβολή προγράμματος επιπλέον λιτότητας. Όμως στην οικονομία και την πολιτική δεν λειτουργεί η ομοιοπαθητική. Όπως γνωρίζουμε καλά και από την περίπτωση της Ελλάδας, η λιτότητα θα σπρώξει την Ιταλία σε ύφεση και αυξήσει το ποσοστό του χρέους επί του ΑΕΠ.
 
«Ψωροκώσταινα»;

Η Ιταλία έχει πολύ μεγάλη και πολύ βαριά βιομηχανία όλων των ειδών. Η οικονομική και πολιτική ισχύς του ιταλικού καπιταλισμού αντανακλάται στη συμμετοχή στην ομάδα των 8 ισχυρότερων του πλανήτη, στη διαβόητη G8. Το πρόβλημα δεν είναι συνεπώς η έλλειψη παραγωγικής βάσης τα οποία ακούγονται και για την Ελλάδα (θεωρίες τύπου «δεν παράγουμε τίποτε»), αλλά είναι πολύ πιο βαθύ. Πρόκειται, όπως είπαμε και παραπάνω, για συστημική κρίση που χτυπάει τις χώρες όχι επειδή έχουν, δήθεν, στρεβλή ανάπτυξη και διαρθρωτικά προβλήματα, αλλά επειδή είναι καπιταλιστικές.

Παρεμπιπτόντως η θεωρία του «δεν παράγουμε τίποτε», «είμαστε ψωροκώσταινα», δεν ισχύουν ούτε για την Ελλάδα. Η Ελλάδα παράγει ετησίως προϊόντα και υπηρεσίες αξίας 28.500 δολ. κατά κεφαλή (στοιχεία του ΔΝΤ ακόμη και το 2010), δηλ. 305 δισ. το χρόνο κατέχοντας τη 32η θέση στη λίστα των πλουσιότερων κρατών του κόσμου. Ο καταμερισμός εργασίας στον οποίο συναίνεσαν οι Έλληνες καπιταλιστές οδήγησε βέβαια σε επικέντρωση σε τομείς που η Ελλάδα είχε «συγκριτικό πλεονέκτημα», όπως λένε οι αστοί οικονομολόγοι (εννοώντας τομείς όπου οι καπιταλιστές μπορούν να αποκομίσουν περισσότερα κέρδη). Τα 3/4 του προϊόντος που παράγεται στην Ελλάδα είναι αλήθεια ότι προέρχεται από τον τριτογενή τομέα, τις υπηρεσίες. Η βιομηχανική παραγωγή αποτελεί μόνο το 21% του ΑΕΠ. Είναι λίγο αυτό; Κάθε άλλο: στη Γερμανία την «καρδιά» της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, η βιομηχανική παραγωγή αποτελεί μόλις το 27% του ΑΕΠ. Στη Βρετανία το 24%. Βέβαια υπάρχει μία χώρα της ευρωζώνης που παράγει πολλά στα εργοστάσιά της, καθώς η βιομηχανική παραγωγή αποτελεί το 46% (!) του ΑΕΠ. Ποια είναι αυτή; Η Ιρλανδία. Αλλά αυτό, όπως ξέρουμε, δεν έσωσε ούτε  την ίδια από την κρίση, αλλά ούτε και τους εργαζόμενους από τις βάρβαρες πολιτικές περικοπών.

Η στροφή στις υπηρεσίες δεν ήταν ελληνική ιδιαιτερότητα. Την είχε εισάγει η Θάτσερ, η οποία περιορίζοντας τη βαριά βιομηχανία, μετέτρεψε το Λονδίνο στην καρδιά του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Στην Ελλάδα οι κυβερνήσεις Μητσοτάκη και Σημίτη κατάφεραν να μετατρέψουν την Αθήνα στον χρηματοπιστωτικό κόμβο των Βαλκανίων. Οι τράπεζες, η ενέργεια, οι τηλεπικοινωνίες, τα τυχερά παιχνίδια, τα σούπερ μάρκετ, οι ασφαλιστικές εταιρείες των Βαλκανίων πέρασαν σε πολύ μεγάλο βαθμό στα χέρια Ελλήνων καπιταλιστών. Και το ευρώ έπαιξε καθοριστικό ρόλο σε αυτή την επιτυχία.

Εξάλλου αν το ευρώ ήταν το κύριο μέρος του προβλήματος, τότε η κρίση θα περιοριζόταν στην ευρωζώνη. Η επαναλαμβανόμενη κρίση στην Ουγγαρία –που δεν συμμετέχει στο ευρώ– και η εκ νέου προσφυγή της δεξιάς κυβέρνησης της χώρας στο ΔΝΤ, δείχνουν ότι το πρόβλημα είναι πολύ πιο ευρύ και δεν περιορίζεται στο ενιαίο νόμισμα. Η ανθρώπινη τραγωδία που έχει εγκατασταθεί μόνιμα σε χώρες όπως η Ρουμανία, η Βουλγαρία κ.α. με τις τερατώδεις πολιτικές λιτότητας, περικοπών και απολύσεων, καταδεικνύει επίσης ότι και εκτός ευρώ ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός βρίσκεται σε βαθιά κρίση, ακριβώς γιατί είναι καπιταλισμός.

Όμως, τώρα που ο κυκλώνας έκανε απειλητική την εμφάνισή του στα γαλλικά παράλια, είναι σαφές ότι η κρίση πλέον θα αγκαλιάσει ολόκληρη τη «γηραιά ήπειρο» χτυπώντας και τον πυρήνα της. Είναι παράλογο, συνεπώς, όλα αυτά που συμβαίνουν να αποτελούν σχέδιο του Βερολίνου (όπως ισχυρίζονται πολλοί) προκειμένου να καταστραφεί η ανταγωνιστικότητα, και συνακόλουθα ολόκληρη η οικονομία, των υπόλοιπων Ευρωπαίων, δηλ. των άμεσων συμμάχων του, αλλά και των κύριων πελατών της βιομηχανίας του.

Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2011

Βρετανία: Ο υποδειγματικός αγώνας ενάντια στον poll tax - Πώς η άρνηση πληρωμής έριξε τη Θάτσερ

Η διαδήλωση της 31ης Μαρτίου 1991 στο Λονδίνο, από το BBC News
 
«Αν ο poll tax πέθανε, είναι γιατί τον σκότωσε η άρνηση πληρωμής, μια τακτική που και τα τρία μεγάλα κόμματα επέμεναν πως δεν είχε νόημα και ήταν λάθος. Η εξωκοινοβουλευτική δράση, ο εφιάλτης των πολιτικών του Γουέστμινστερ, δικαιώθηκε και καθώς ξεδιπλωνόταν εξέθεσε τους κούφιους μας ισχυρισμούς περί δημοκρατίας... αυτό το σαββατοκύριακο ο καθένας από αυτούς που δεν πλήρωσε θα πρέπει να νιώθει περήφανος για τον εαυτό του».
Observer, 1991


Του Πέτρου Τσάγκαρη

από την Εργατική Αριστερά, 27.9.11

Ο τριετής αγώνας του βρετανικού λαού ενάντια στον poll tax, τον κεφαλικό φόρο που επέβαλε η Θάτσερ το 1987, αποτέλεσε μία από κορυφαίες στιγμές του εργατικού κινήματος στη Γηραιά Αλβιόνα. Παραμένει μέχρι σήμερα υπόδειγμα αντίστασης σε ένα απολύτως καθολικό και προκλητικά άδικο ταξικό μέτρο, όπως τα χαράτσια που επιβάλλει η κυβέρνηση Παπανδρέου μέσω της ΔΕΗ και της εφορίας. Η αναδρομή στην οργάνωση της αντίστασης και στην τελική νίκη του κινήματος στη Βρετανία είναι, νομίζουμε, χρήσιμη στις προσπάθειες που κάνουμε στην Ελλάδα σήμερα.


Η δεξιά κυβέρνηση της Θάτσερ αποπειράθηκε να επιβάλει τον poll tax έχοντας πίσω της δύο σημαντικές νίκες: είχε επικρατήσει στον πόλεμο για τα Φόκλαντ με την Αργεντινή και είχε συντρίψει τον αγώνα των Βρετανών ανθρακωρύχων το 1984-85. Το νέο ταξικό χτύπημα φαινόταν ότι θα είναι περίπατος. Σύμφωνα με το σύστημα που επικρατούσε μέχρι το 1987, το κύριο φορολογικό βάρος για τις δημοτικές υπηρεσίες έπεφτε στις επιχειρήσεις και στο πλουσιότερο τμήμα του πληθυσμού. Αντίθετα, ο poll tax επέβαλλε στον καθένα να πληρώνει το ίδιο για τις δημοτικές υπηρεσίες, ανεξάρτητα δηλ., από εισόδημα, οικογενειακή κατάσταση κ.λπ. Άνεργοι, σπουδαστές, ανάπηροι, ακόμη και άστεγοι, θα έπρεπε να πληρώσουν το ίδιο με τους πολυεκατομμυριούχους και την αριστοκρατία. Το «σκεπτικό» ήταν απλό: οι φτωχοί επωφελούνται από τις δημοτικές υπηρεσίες περισσότερο από ό,τι οι πλούσιοι οι οποίοι έτσι κι αλλιώς καταφεύγουν σε ιδιωτικές υπηρεσίες.


Σκοτία

Η απόπειρα να επιβληθεί ο φόρος ξεκίνησε από τη Σκοτία. Όμως η αντίσταση άρχισε αμέσως, με πρωτοβουλία αριστερών οργανώσεων. Οι άνθρωποι άρχισαν να δηλώνουν ότι «δεν έχουν και δεν θα πληρώσουν» το χαράτσι, ενώ ακόμη και οι δημοτικοί υπάλληλοι που θα εισέπρατταν το φόρο, προχώρησαν σε απεργίες αρνούμενοι να συνεργαστούν με την κυβέρνηση. Το 1988 οι εκδηλώσεις αντίστασης που ξεκίνησαν στο Εδιμβούργο είχαν απλωθεί σε όλη τη Σκοτία.


Ωστόσο, πολιτικοί από όλα τα κόμματα, δημοσιογράφοι και ακαδημαϊκοί, ακόμη και τμήματα της Αριστεράς διακήρυσσαν με βεβαιότητα ότι το «δεν πληρώνω» δεν μπορεί να αποτελέσει κίνημα. Σε κάθε περίπτωση ήταν  βέβαιοι ότι η «Σιδηρά Κυρία» που συνέτριψε τους Αργεντινούς και τους ανθρακωρύχους δεν υπήρχε περίπτωση να νικηθεί από την αντίσταση στον poll tax.

Στα λόγια οι βουλευτές και τα στελέχη του –αντιπολιτευόμενου στη Θάτσερ– Εργατικού Κόμματος ήταν εναντίον του φόρου. Ωστόσο στην πράξη δεν πήραν καμία πρωτοβουλία για να στηρίξουν τον αγώνα. Το χειρότερο: επιτίθονταν στα στελέχη της αριστερής πτέρυγας του κόμματος που τόλμησαν να μπουν μπροστά στο κίνημα. Ο Τόμι Σέρινταν, π.χ., επιφανές στέλεχος του κινήματος στη Σκοτία αλλά και σε ολόκληρη τη Βρετανία, διαγράφηκε από το κόμμα.


Γενίκευση

To 1988 ο κεφαλικός φόρος επιβλήθηκε στην Αγγλία και στην Ουαλία, ωστόσο το κίνημα αντίστασης άρχισε να επεκτείνεται και εκεί. Οι αριστερές οργανώσεις που πρωτοστάτησαν στη Σκοτία, έκαναν το ίδιο και στην υπόλοιπη χώρα: διοργάνωναν τοπικές συγκεντρώσεις από όπου προέκυπταν τοπικές Ενώσεις Ενάντια στον Poll Tax. Στο τέλος του 1989, δημιουργήθηκε η «Fed», η Πανβρετανική Ομοσπονδία Ενάντια στον Poll Tax. Στο ιδρυτικό της συνέδριο συμμετείχαν πάνω από 2.000 αντιπρόσωποι από όλη τη χώρα. Επικεφαλής ήταν ο σοσιαλιστής Σέρινταν και η «Fed» έμελλε να παίξει σημαντικό ρόλο στον αγώνα, καθώς στο ζενίθ της έφτασε να απαρτίζεται από 2.000 τοπικές Ενώσεις Ενάντια στον Poll Tax, από εργατικές ενώσεις και από δημοτικές παρατάξεις που μπήκαν κάτω από τη σημαία της. Τη βασική πρωτοβουλία για τη δημιουργία των επιτροπών είχε η αριστερή οργάνωση Militant, ενώ σταδιακά προσχώρησαν στο κίνημα κι άλλες αριστερές οργανώσεις.


Οι Ενώσεις Ενάντια στον Poll Tax ασχολήθηκαν και με το νομικό μέρος, καθώς στα δικαστήρια κλήτευσαν πάνω από 20 εκατομμύρια ανθρώπους. Οι αγωνιστές του κινήματος υπήρξαν απίστευτα εφευρετικοί στις νομικές τακτικές και μπόρεσαν να μπλοκάρουν πολλές φορές τα δικαστήρια.


Η δράση έφερε αποτελέσματα. Τα μεγάλα ΜΜΕ άρχισαν να «ανησυχούν» για το «1/10 του ενήλικου πληθυσμού της χώρας που αρνείται να πληρώσει το φόρο», ενώ στη Σκοτία η άρνηση αγκάλιαζε το 1/3 των φορολογούμενων. Τους πρώτους μήνες του 1990, το κίνημα είχε απλωθεί σχεδόν σε όλη τη Βρετανία και σε όλες τις μεγάλες πόλεις  γίνονταν τακτικά μαζικές διαδηλώσεις. Σε ολόκληρη τη χώρα ήταν πλέον συνηθισμένο φαινόμενο να βλέπεις αφισάκια κολλημένα από τη μέσα μεριά των παραθύρων των σπιτιών που έγραφαν: «No poll tax here». Ο φόβος των συνεπειών είχε σπάσει οριστικά.


Η διαδήλωση στο Λονδίνο

Στις 31 Μαρτίου του 1990 το κίνημα αντίστασης ενάντια στον poll tax έφτασε στην κορύφωσή του με τη διαδήλωση που κάλεσε η «Fed» στο Λονδίνο. Στη διαδήλωση αυτή βρήκε έκφραση όλο το συσσωρευμένο ταξικό μίσος ενάντια στη Θάτσερ και την πολιτική της. Συμμετείχαν μαζικά η άνεργη νεολαία, οι απολυμένοι, αλλά και όλοι εκείνοι οι εργαζόμενοι που είχαν νιώσει στο πετσί τους τις βάρβαρες κοινωνικές περικοπές του θατσερισμού. Η «Fed» οργάνωσε με μεγάλη επιμονή και επιμονή αυτή τη διαδήλωση. Δεν ήταν μόνον οι Λονδρέζοι: πάνω από 1.000 πούλμαν έφτασαν από όλη τη χώρα. Το απόγευμα στην πλατεία Τραφάλγκαρ, στο Γουάιτχολ και στο Γουέστιμνστερ επικρατούσε το αδιαχώρητο. Οι διαδηλωτές έφτασαν τις 250.000, το μεγαλύτερο νούμερο στην ιστορία των βρετανικών διαδηλώσεων μέχρι τότε. Στο βήμα των ομιλητών βρέθηκαν οι αριστεροί βουλευτές του Εργατικού Κόμματος, ο Τόνι Μπεν, ο Ντέιβ Νέλιστ και ο Τζορτζ Γκαλογουέι (που αρκετά χρόνια αργότερα εκλέχθηκε βουλευτής με την Αριστερά). Την ίδια ημέρα 50.000 διαδήλωναν στη Γλασκόβη και πολλές άλλες χιλιάδες σε διάφορες άλλες πόλεις.


Στο Λονδίνο, η αστυνομία ακολούθησε την παράδοση μιας δεκαετίας θατσερισμού: επιτέθηκε στη διαδήλωση απρόκλητα, με άλογα, με δακρυγόνα, με κλομπ. Τα ΜΜΕ αποπειράθηκαν τη γνωστή διαστρέβλωση της αλήθειας, κάνοντας λόγο για επιθέσεις των διαδηλωτών. Όμως η νόμιμη αυτοάμυνα των διαδηλωτών ήρθε μόνον μετά την επίθεση της αστυνομίας. Σε κάθε περίπτωση η συγκάλυψη ήταν δύσκολη καθώς δεκάδες χιλιάδες ήταν πλέον οι ίδιοι αυτόπτες μάρτυρες της αστυνομικής βαρβαρότητας, ενώ πολλά εκατομμύρια είδαν τις εικόνες από την τηλεόραση. Ένα χρόνο μετά η ίδια η μητροπολιτική αστυνομία έδωσε στη δημοσιότητα μια έρευνα, με την οποία παραδεχόταν δημόσια ότι οι δικές της τακτικές εκείνη την ημέρα ήταν αυτές που πυροδότησαν τις συγκρούσεις. Υπήρξαν αμέτρητοι τραυματίες, ενώ έγιναν 500 συλλήψεις κατά τη διάρκεια και μετά το τέλος της πορείας.


Νίκη

Ωστόσο μέσα σε μερικές εβδομάδες ήταν οι Ενώσεις Ενάντια στον Poll Tax αυτές που κυνηγούσαν τους δικαστικούς κλητήρες όταν αυτοί τολμούσαν να εμφανιστούν στις πόρτες των σπιτιών αρνητών πληρωμής. Κάθε απόπειρα φυλάκισης αρνητή πολεμήθηκε με νύχια και με δόντια από τη «Fed» η οποία διέσωσε έτσι χιλιάδες ανθρώπους. Πολλοί δημοτικοί άρχοντες μετάνιωσαν την ώρα και τη στιγμή που πήραν τα αξιώματά τους, ειδικά όταν οι ακτιβιστές του κινήματος εισέβαλλαν στα δημοτικά συμβούλια, στα γραφεία, τα ιατρεία τους, ακόμη και στις αυλές των σπιτιών τους.


Η «Guardian» έγραψε πως η άρνηση πληρωμής έφθασε στο «40-50% σε μεγάλες πόλεις της χώρας» και «ακόμη υψηλότερα στο Λονδίνο». Τελικά 18 εκατομμύρια φορολογούμενοι αρνήθηκαν να πληρώσουν το φόρο. Αυτή η πλατιά άρνηση σε συνδυασμό με τις απεργίες στη Γλασκόβη, την άρνηση των δημοτικών υπαλλήλων να εισπράξουν το φόρο, αλλά και την αποφασιστική διαδήλωση της 31ης Μάρτη, οδήγησε το κίνημα στη νίκη –παρά τις «προβλέψεις» των δημοσιολόγων.


Η οριστική νίκη ήρθε στις 22 Νοεμβρίου του 1990 όταν η Μάργκαρετ Θάτσερ εγκατέλειψε κλαίγοντας τον πρωθυπουργικό θώκο έπειτα από 11 φρικτά χρόνια για τους εργαζόμενους. Μόλις μερικούς μήνες αφότου ο poll tax έγινε νόμος στην Αγγλία και την Ουαλία, η μαζική εκστρατεία άρνησης πληρωμής που καθοδήγησε η «Fed» είχε ανατρέψει την πιο λαομίσητη πρωθυπουργό στην ιστορία της χώρας. Ο Τζον Μέιτζορ που διαδέχθηκε τη Θάτσερ αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι ο poll tax δεν μπορούσε να εφαρμοστεί, ανακοινώνοντας παράλληλα την αντικατάστασή του από δημοτικούς φόρους.


Ο poll tax αποδείχθηκε εγκληματικό λάθος για την ίδια τη Θάτσερ, επειδή ο φόρος αυτός κατάφερε να συσπειρώσει όλους τους εργαζόμενους, τους φτωχούς, τους καταπιεσμένους. Η παρέμβαση της Αριστεράς που μπόρεσε να εκφράσει πολιτικά αυτή τη συσπείρωση έπαιξε καταλυτικό ρόλο.