Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εξεγέρσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εξεγέρσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2011

Λεηλασίες στο φως της ημέρας και λεηλασίες της νύχτας

Looting Soldiers by Banksy
 
της Ναόμι Κλάιν

ΕΠΟΧΗ, 29.8.11

Ακούω ακόμα να γίνονται παραλληλισμοί ανάμεσα στις ταραχές του Λονδίνου και άλλων ευρωπαϊκών πόλεων – τις σπασμένες βιτρίνες στην Αθήνα ή τα καμένα αυτοκίνητα στο Παρίσι. Υπάρχουν ομοιότητες, αυτό είναι σίγουρο: μια σπίθα που την ανάβει η αστυνομική βία, μια γενιά που νιώθει παραμελημένη.

Ναι, αλλά αυτά τα γεγονότα σημαδεύτηκαν από τις μαζικές καταστροφές. Οι λεηλασίες ήταν ήσσονος σημασίας. Υπήρξαν άλλωστε τα τελευταία χρόνια κι άλλες μαζικές λεηλασίες, και μάλλον πρέπει να μιλήσουμε και γι’ αυτές. Υπήρξε η Βαγδάτη αμέσως μετά την εισβολή των ΗΠΑ – ένα παραλήρημα εμπρησμών και λεηλασίας που ερήμωσε βιβλιοθήκες και μουσεία. Τότε χτυπήθηκαν επίσης τα εργοστάσια. Το 2004 επισκέφθηκα ένα εργοστάσιο που κάποτε έφτιαχνε ψυγεία. Οι εργάτες του, αφού είχαν αφαιρέσει καθετί που είχε αξία, μετά το έκαψαν ολοσχερώς, σε σημείο που η αποθήκη του εργοστασίου να μοιάζει με γλυπτό από λιωμένο μέταλλο.

Ποιος λεηλατεί ποιον;

Τότε όμως το γεγονός καλύφθηκε στην τρέχουσα ειδησεογραφία ως μια άκρως πολιτική πράξη. Είπαν ότι αυτά γίνονται όταν ένα καθεστώς δεν έχει καμιά νομιμοποίηση στα μάτια του κόσμου. Από τη στιγμή παρακολουθούσαν για τόσο καιρό το Σαντάμ και τους γιους του να κάνουν ό,τι θέλουν με όποιον θέλουν, πολλοί καθημερινοί Ιρακινοί ένιωσαν ότι είχαν το δικαίωμα να πάρουν και μερικά πράγματα για τους εαυτούς τους. Αλλά το Λονδίνο δεν είναι Βαγδάτη και ο βρετανός πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον δεν είναι Σαντάμ, οπότε σίγουρα δεν υπάρχει τίποτε να μάθουμε απ’ αυτή την υπόθεση.

Τι λέτε να εξετάσουμε ένα παράδειγμα από μια δημοκρατία; Από την Αργεντινή, ας πούμε, του 2001. Η οικονομία σε ελεύθερη πτώση και χιλιάδες άνθρωποι να ζουν σε σκληρές γειτονιές, που ήταν βιομηχανικές ζώνες με ευημερία πριν τη νεοφιλελεύθερη περίοδο και την εισβολή των πολυεθνικών σούπερ – καταστημάτων. Ο κόσμος βγήκε τότε έξω και γέμιζε καροτσάκια με αγαθά που δε μπορούσε πλέον το πορτοφόλι του να τα σηκώσει – ρούχα, ηλεκτρονικά είδη, κρέας. Η κυβέρνηση κήρυξε τη χώρα σε «κατάσταση πολιορκίας» για να αποκαταστήσει την τάξη. Αυτό δεν άρεσε στον κόσμο, ο οποίος και ανέτρεψε την κυβέρνηση.

Οι μαζικές λεηλασίες της Αργεντινής ονομάστηκαν El Saqueo – η λεηλασία. Αυτό είχε ιδιαίτερη πολιτική σημασία, γιατί με αυτόν ακριβώς τον όρο περιγράφονταν ως τότε οι ενέργειες των ελίτ που πούλησαν τα εθνικά περιουσιακά στοιχεία της χώρας, με ολοφάνερα διεφθαρμένες συμφωνίες ιδιωτικοποίησης, κρύβοντας λεφτά σε οφσόρ εταιρίες και μετά καλώντας τον κόσμο να πληρώσει το λογαριασμό με ακραία πακέτα λιτότητας. Οι Αργεντινοί κατάλαβαν ότι οι λεηλασίες των εμπορικών κέντρων δεν θα είχαν συμβεί, αν δεν είχε προηγηθεί η μεγαλύτερη λεηλασία της οικονομίας και ότι οι πραγματικοί γκάγκστερ ήταν και οι υπεύθυνοι για την κατάσταση.

Αλλά η Αγγλία δεν είναι Λατινική Αμερική, και οι ταραχές της δεν είναι πολιτικές, ή έτσι μας λένε ακόμα. Έχουν να κάνουν, λέει, με την ανομία και με τους νεαρούς που εκμεταλλεύονται μια κατάσταση, για να αρπάξουν οτιδήποτε δεν είναι δικό τους. Και η βρετανική κοινωνία, μας λέει ο Κάμερον, απεχθάνεται αυτού του είδους τη συμπεριφορά.

Οι ληστές της ημέρας επιβραβεύονται

Αυτά λέγονται, λοιπόν, με κάθε σοβαρότητα. Λες και η μαζική πρακτική της διάσωσης των τραπεζών δεν είχε λάβει ποτέ χώρα, ακολουθούμενη μάλιστα από προκλητικά υψηλότατα μπόνους. Κι έπειτα ήρθαν οι έκτακτες συναντήσεις των G-8 και G-20, όπου οι ηγέτες αποφάσισαν συλλογικά να μην κάνουν τίποτε για να τιμωρήσουν τους τραπεζίτες για αυτή την κατάσταση ή έστω να πάρουν κάποια σοβαρή πρωτοβουλία για να αποτρέψουν πιθανή επανάληψη αντίστοιχης κρίσης στο μέλλον.

Αντίθετα, επέστρεψαν όλοι στα σπίτια τους κι ο καθένας στη χώρα του επέβαλε θυσίες σ’ αυτούς που ήταν πιο ευάλωτοι. Το έκαναν απολύοντας δημοσίους υπαλλήλους, χρησιμοποιώντας τους εκπαιδευτικούς σαν αποδιοπομπαίους τράγους, κλείνοντας βιβλιοθήκες, ανεβάζοντας τα δίδακτρα, προωθώντας γρήγορες ιδιωτικοποιήσεις της δημόσιας περιουσίας, μειώνοντας τις συντάξεις κ.ο.κ – φτιάξτε το κοκτέιλ ανάλογα με τη χώρα στην οποία βρίσκεστε. Και ποιοι βγήκαν στην τηλεόραση κάνοντας μαθήματα για την ανάγκη να τελειώνουμε επιτέλους με αυτά τα «προνόμια»; Μα φυσικά, οι τραπεζίτες και οι μάνατζερ των κερδοσκοπικών αμοιβαίων κεφαλαίων (hedge funds).

Αυτή είναι η παγκόσμια λεηλασία, η στιγμή της μεγάλης αρπαγής. Υποκινούμενη από μια παθολογική αίσθηση του δικαιώματος στη λεηλασία, όλα έγιναν με τα φώτα αναμμένα, λες και δεν υπήρχε τίποτε να κρύψουν. Υπάρχουν βέβαια κάποιοι ενοχλητικοί φόβοι. Στις αρχές Ιουλίου η «Γουόλ Στριτ Τζέρναλ» αναφέρθηκε σε μια σχετική δημοσκόπηση, σύμφωνα με την οποία το 94% των εκατομμυριούχων φοβούνται τη «βία των δρόμων». Εκ των πραγμάτων προκύπτει ότι ήταν ένας λογικός φόβος.

Βέβαια, οι ταραχές στο Λονδίνο δεν ήταν πολιτική διαμαρτυρία. Αλλά οι άνθρωποι που λεηλατούσαν τη νύχτα, είναι απολύτως βέβαιο ότι γνώριζαν πολύ καλά ότι οι ελίτ διέπρατταν τη δικιά τους ληστεία κατά τη διάρκεια της μέρας. Η λεηλασία είναι μεταδοτική.

Μια κοινωνία σε αποκλεισμό

Οι Συντηρητικοί έχουν δίκιο όταν λένε ότι οι ταραχές δε σχετίζονται με τις περικοπές. Σχετίζονται όμως και με το παραπάνω με αυτό που οι περικοπές εκπροσωπούν: τη λογική του αποκλεισμού. Αποκλεισμένος σε μια διευρυνόμενη κατώτερη τάξη με τους πολύ λίγους δρόμους διαφυγής που υπήρχαν μια προηγούμενη περίοδο – μια δουλειά και μια καλή προσιτή εκπαίδευση – να φράζονται κι αυτοί πολύ γρήγορα. Οι περικοπές δίνουν το μήνυμα. Λένε σε ολόκληρα τμήματα της κοινωνίας: είσαι καταδικασμένος να βρίσκεσαι εκεί που είσαι τώρα, όλο και περισσότερο σαν τους μετανάστες και τους πρόσφυγες που απωθούμε στα όλο και πιο οχυρωμένα σύνορα μας.

Η απάντηση του Ντέιβιντ Κάμερον στις ταραχές ήταν να καταστήσει κυριολεκτικό τον αποκλεισμό: εξώσεις από τις κοινωνικές κατοικίες, απειλές ότι θα κόψει τα μέσα επικοινωνίας και εξωφρενικές ποινές φυλάκισης (5 μήνες σε μια γυναίκα για ένα κλεμένο σορτσάκι). Το μήνυμα που θέλουν να στείλουν και πάλι το ίδιο: εξαφανιστείτε, και κάντε το χωρίς θόρυβο.

Άχρηστο το ακριβό οπλοστάσιο

Στη «σύνοδο κορυφής της λιτότητας» των G-20 πέρσι στο Τορόντο, οι διαδηλώσεις οδηγήθηκαν σε ταραχές και πολλά αυτοκίνητα της αστυνομίας πυρπολήθηκαν. Δεν ήταν τίποτε βέβαια σε σχέση με τα δεδομένα του Λονδίνου του 2011, αλλά παρόλα αυτά ήταν κάτι που σόκαρε εμάς τους Καναδούς. Η μεγάλη αντιπαράθεση που έγινε τότε, ήταν για το γεγονός ότι η κυβέρνηση ξόδεψε 675 εκατομμύρια δολάρια στην «ασφάλεια» της συνόδου κορυφής (χωρίς βέβαια να τα καταφέρουν να σβήσουν τις φωτιές). Την ίδια στιγμή πολλοί από μας είχαμε επισημάνει ότι το νέο ακριβό οπλοστάσιο που είχε αποκτήσει η αστυνομία – αντλίες νερού, ηχητικά κανόνια, δακρυγόνα και πλαστικές σφαίρες – δεν ήταν μόνον για τους διαδηλωτές στους δρόμους. Μακροπρόθεσμα, η χρήση τους θα αποσκοπεί στην πειθάρχηση των φτωχών, που στη νέα εποχή της λιτότητας θα έχουν επικίνδυνα λίγα να χάσουν.

Αυτό είναι που δεν κατάλαβε ο Ντέιβιντ Κάμερον: δεν μπορείς να κόβεις από τον προϋπολογισμό τα κονδύλια για την αστυνομία την ίδια στιγμή που περικόπτεις τα πάντα. Γιατί όταν κλέβεις τα πολύ λίγα που έχουν απομείνει στους ανθρώπους, προκειμένου να προστατεύσεις αυτούς που έχουν πολύ περισσότερα απ’ όσα αξίζουν, θα πρέπει να περιμένεις την αντίσταση – είτε της οργανωμένης διαμαρτυρίας είτε της αυθόρμητης λεηλασίας.
Και αυτό δεν είναι πολιτική. Είναι φυσική.

Μετάφραση: Κώστας Γούσης

Πηγή: Alterthess


Αρχική πηγή The Nation:

Daylight Robbery, Meet Nighttime Robbery

Πέμπτη 11 Αυγούστου 2011

Οργή σαρώνει την Αγγλία



της Αριάδνης Αλαβάνου

από το Αριστερό Βήμα

Όπως στα παρισινά προάστια το 2005 και στην Αθήνα τον Δεκέμβριο του 2008, αλλά ταυτόχρονα και διαφορετικά, η έκρηξη της νεανικής οργής σαρώνει πολλές πόλεις της Αγγλίας ύστερα από την εν ψυχρώ δολοφονία του 29 χρονου Λονδρέζου Μαρκ Ντάγκαν από την αστυνομία, τα ψεύδη που διέσπειραν στα ΜΜΕ ότι πυροβόλησε πρώτος και την επίθεση στους συγγενείς και συμπολίτες του που είχαν μαζευτεί ειρηνικά έξω από το αστυνομικό τμήμα ζητώντας εξηγήσεις για το θάνατό του. Από το περασμένο Σάββατο, η αναταραχή έχει εξαπλωθεί στο Λονδίνο, Μπρίστολ, Λιντς, Λίβερπουλ, Νότιγχαμ, Μπίρμινχαμ, ,Μάντσεστερ, Σάλφορντ Γουέστ Μπρόμγουιτς και Γούλβερχαμπτον στα Μίντλαντς, όπου γίνονται εκτεταμένες ταραχές και συγκρούσεις κυρίως πολύ νέων ανθρώπων με την αστυνομία, με καταστροφές καταστημάτων, αυτοκινήτων και οικημάτων.

Η αντίδραση του κατεστημένου του ΜΜΕ και της πολιτικής είναι να σπρώξει κάτω από το χαλί τις βαθύτερες κοινωνικές και πολιτικές αιτίες και να αποδώσει τα γεγονότα σε εγκληματίες και βίαια άτομα. Κλασική αντίδραση, αλλιώς θα έπρεπε να ομολογήσει τα ανομολόγητα. Την αστυνομική καταπίεση, την εκτεταμένη φτώχεια, την επιδείνωση της ζωής που έχει προκαλέσει η πολιτική των τελευταίων δεκαετιών. Η έκταση της αναταραχής ανάγκασε τον Βρετανό πρωθυπουργό να επιστρέψει άρον άρον από τις διακοπές και να συγκαλέσει τη Βουλή σε ειδική συνεδρίαση, όπου το αποτέλεσμα είναι προβλεπόμενο: ένταση της καταστολής. 

Την ίδια στάση υπέρ της καταστολής κράτησε και ο Εντ Μίλιμπαντ, αρχηγός του Εργατικού Κόμματος που ζήτησε ακόμη μεγαλύτερη αστυνόμευση. Ο Εργατικός βουλευτής Τομ Γουάτσον κάλεσε να χρησιμοποιηθεί ο στρατός για την καταστολή των ταραχών, ενώ ο Συντηρητικός Π. Μέρσερ ζήτησε να εφαρμοστούν στο Λονδίνο τα κατασταλτικά μέτρα που είχαν χρησιμοποιηθεί στη Β. Ιρλανδία. Ο φόβος που διαπερνά τις ελίτ προέρχεται από την επίγνωση ότι η πολιτική που εφαρμόζουν εξοντώνει μια ολόκληρη γενιά νέων των φτωχών και εργαζόμενων στρωμάτων που εκφράζουν δυσαρέσκεια και μίσος για το πολιτικό και κοινωνικό κατεστημένο.

Ήδη έχουν γίνει συλλήψεις 1.000 ατόμων , ακόμη και 12 χρονων παιδιών, και σε 100 έχουν απευθύνει κατηγορίες. Σ΄ αυτούς περιλαμβάνονται έφηβοι, νεαροί εργάτες και άνεργοι απόφοιτοι πανεπιστημίων, διαψεύδοντας τους ισχυρισμούς των ΜΜΕ ότι πρόκειται για άτομα του περιθωρίου με εγκληματικές τάσεις .

Είναι λάθος να ειπωθεί ότι οι ταραχές είναι απολίτικες, λέει ο Ντάνιελ Χιντ (Al Jazeera 9/8). Άλλος ένας μαύρος Λονδρέζος δολοφονήθηκε από την αστυνομία η οποία, υποτίθεται, είναι αρμόδια για την προστασία των ανθρώπων. Και αυτό είναι ένα βαθιά πολιτικό θέμα. Ακόμη, επισημαίνει πως όταν πολλοί νέοι άνθρωποι αποφασίζουν να συγκρουστούν με τις δυνάμεις του “νόμου και της τάξης” και να επιδοθούν σε καταστροφές, αν και τα κίνητρα είναι διαφορετικά, οι πράξεις τους μπορούν να κατανοηθούν μόνο με πολιτικούς όρους -- “διότι δεν υπάρχουν πολλοί απ΄ όσους λένε τις συνήθεις κοινοτοπίες που να γνωρίζουν από πρώτο χέρι τι σημαίνει να είσαι νέος, φτωχός και να ζεις στο κέντρο των βρετανικών πόλεων. ...Ίσως θα έπρεπε να ρωτήσουμε αυτούς τους νέους πριν ξεστομίσουμε τη φράση “ανεγκέφαλη βία””.

Η οργή που εκδηλώθηκε ήταν κατ΄ αρχάς μια μαζική αντίδραση στην αστυνομική βία. “Πρόκειται για ένα μαζικό ξεσηκωμό”, λέει ο Άγγλος δημοσιογράφος Ντάρκους Χάουι στο αμερικανικό δίκτυο Democracy Now!, που έρχεται από τα βάθη της κοινωνίας, από τη συλλογική συνειδητοποίηση λευκών και κυρίως μαύρων νέων της αναίτιας και συστηματικής αστυνομικής παρενόχλησης. Από τη δυσανεξία που προκαλεί το να σε σταματούν και να σου κάνουν σωματική έρευνα στο δρόμο, πολλές φορές την ημέρα. Παλιότερα, για να σταματήσουν κάποιον στο δρόμο και να του κάνουν έρευνα έπρεπε να έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη. Επί Μπλερ, οι σχετικοί νόμοι αντικαταστάθηκαν με την αντιτρομοκρατική νομοθεσία που σημαίνει ότι η αστυνομία μπορεί να σταματά και να κάνει σωματική έρευνα στον οποιονδήποτε, οπουδήποτε και οποιαδήποτε στιγμή χωρίς λόγο. Οι σχολιαστές μιλούν για θεσμοποιημένο ρατσισμό ενάντια στις μειονότητες και στους πιο φτωχούς. Αναφέρεται ότι από το 1998 333 άτομα έχουν πεθάνει στα χέρια της αστυνομίας και ουδείς αστυνομικός έχει τιμωρηθεί γι΄ αυτούς τους θανάτους. Οι δολοφονίες μελών των φτωχών στρωμάτων από την αστυνομία είναι κοινωνικά αποδεκτές, αλλά οποιαδήποτε αντίδραση σ΄ αυτές αντιμετωπίζεται με τη βία του κράτους. Η “εγκληματικότητα” ορίζεται, ως συνήθως, με δύο μέτρα και δύο σταθμά στις δυτικές δημοκρατίες. Για αυτά τα γεγονότα υπήρξαν πολλές ειρηνικές διαμαρτυρίες οι οποίες αγνοήθηκαν πλήρως τόσο από τον Τύπο όσο και από τις Αρχές. Μια τέτοια διαμαρτυρία που όχι μόνο αγνοήθηκε, αλλά και χτυπήθηκε από την αστυνομία αποτέλεσε την αφορμή και των πρόσφατων ταραχών.

Το γεγονός ότι “δεν ακούγονται” ρίχνει φως στο ξέσπασμα της νεανικής οργής και στις μορφές που αυτή παίρνει, υποστηρίζει ο μπλόγκερ Ρίτσαρντ Σίμουρ, επικαλούμενος τη δήλωση ενός νέου σε δημοσιογράφο. “Νομίζεις ότι αυτές οι οχλοκρατικές διαμαρτυρίες είναι ο σωστός τρόπος για να κερδίσεις αυτό που θέλεις;”, ρωτά ο δημοσιογράφος. Και ο νέος απαντά: “Ναι, επειδή αν δεν κάναμε αυτές τις φασαρίες δεν θα μας μιλούσες καν” (συνέντευξη στο Democracy Now! 9/8).
 
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανάλυση του Άλεξ Καλίνικος από το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα ( New Left Project) που επιχειρεί να κάνει μια σύγκριση των σημερινών γεγονότων με τις ταραχές που είχε ξεσπάσει στο Μπρίξτον το 1981. Οι σημερινές ταραχές, υποστηρίζει, είναι μια στοιχειακή έκρηξη των στερημένων δικαιωμάτων νέων της εργατικής τάξης που κατοικούν στα κέντρα των πόλεων. Αυτό που τους ώθησε ήταν το μίσος για την αστυνομία που λειτούργησε σαν αλεξικέραυνο για όλες τις άλλες αιτίες της δυσαρέσκειας. Τα βασικά χαρακτηριστικά τους ήταν ίδια μ΄ αυτά των ταραχών του 1981 και αυτών που έγιναν στα αμερικανικά γκέτο τη δεκαετία του 1960 και στο Λος Άντζελες το 1992. Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένες διαφορές: Η πολιτική αποξένωση είναι ακόμη μεγαλύτερη σήμερα, εν μέρει χάρη στους Νέους Εργατικούς , αλλά και εξαιτίας της μείωσης του μαύρου εθνικισμού και της σκληρής αριστεράς των Εργατικών που ήταν φαινόμενα έντονα και συνυφασμένα τη δεκαετία του 1980. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα ξεσπάσματα αυτά είναι αποπολιτικοποιημένες “εγκληματικές πράξεις” . Πολλοί απ΄ αυτούς τους νέους συμμετείχαν στις μαθητικές και φοιτητικές διαμαρτυρίες του περασμένου χειμώνα και αυτό μαρτυρείται από τη συχνότητα με την οποία αναφέρονται στην κατάργηση του εκπαιδευτικού επιδόματος. 

Η λεηλασία, ως μορφή ενός καταναλωτισμού του τύπου “κάν΄ το μόνος σου, είναι πιο έντονο στοιχείο από ό,τι τριάντα χρόνια πριν και αντανακλά την έντονη εμπορευματοποίηση των επιθυμιών στη νεοφιλελεύθερη εποχή: Αυτό δεν σημαίνει ότι όσοι λεηλατούν είναι αυτόματα που οδηγούνται από το φετιχισμό του εμπορεύματος, αλλά ότι η εξέγερσή τους διαμορφώνεται από τις αξίες που κυριαρχούν στην κοινωνία. Πιο ενδιαφέρων είναι ο αντίκτυπος της μεταβαλλόμενης οικονομικής γεωγραφίας του Λονδίνου : ένα από τα δύο παγκόσμια χρηματοπιστωτικά κέντρα, χαρακτηρίζεται από μια εξόφθαλμη πόλωση μεταξύ πλούσιων και φτωχών. Όμως, υπάρχουν γειτονιές όπου ζουν δίπλα-δίπλα πλούσιοι και φτωχοί. Αυτή η συνύπαρξη επίσης δεν υπήρχε τη δεκαετία του 1980.

Οι ταραχές αυτές δεν είναι συνειδητά πολιτικά κινήματα. Όμως, μπορούν να κατανοηθούν μέσω μιας πολιτικής ανάλυσης που εκκινεί από την ταξική αντιπαλότητα που διαμορφώνει όλο και πιο βαθιά τη ζωή . Η επαναστατική αριστερά, επισημαίνει, πρέπει να αντισταθεί σταθερά στον ηθικό πανικό που εκφράζεται από τα ΜΜΕ και τους πολιτικούς και να αρνηθεί να καταδικάσει τους ταραξίες – όχι επειδή αποτελούν μια νέα πρωτοπορία, αλλά επειδή η ευθύνη για ό,τι συμβαίνει βρίσκεται σε αυτούς που έχουν επιτρέψει να καλλιεργηθεί και να αυξηθεί η ανισότητα, η φτώχεια, ο ρατσισμός και η αστυνομική βία.

Δεν υπάρχει μονοδιάστατο νόημα σ΄ αυτό που συμβαίνει στο Λονδίνο και αλλού, λέει ο Ντάνιελ Χιντ (ό.π.). Υπάρχουν όμως συνδέσεις που μπορούν και πρέπει να γίνουν. “Η παγκόσμια οικονομική κρίση είναι εξίσου πολιτική όσο και οι ταραχές των τελευταίων ημερών. Δεν χρειάζεται να τραβήξουμε μια ευθεία γραμμή ανάμεσα στις διασώσεις των τραπεζών και σ΄ αυτό που συμβαίνει τώρα στο Λονδίνο. Αλλά δεν πρέπει να χάνουμε από τα μάτια μας ότι και τα δύο γεγονότα μιλούν για την τρέχουσα κατάστασή μας. ... Μια κοινωνική και πολιτική τάξη πραγμάτων που επιβραβεύει το βανδαλισμό και τη λεηλασία της δημόσιας περιουσίας όταν οι αυτουργοί είναι αρκετά πλούσιοι και ισχυροί”.
 
(Πηγές: The Guardian, Democracy Now!, Al Jazeera, WSWS, New Left Project)