Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αριστερά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αριστερά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2011

Η ΗΓΕΣΙΑ ΤΟΥ ΚΚΕ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΑΡΠΟΥΣ ΤΗΣ ΧΩΡΙΣΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Pavel Filonov, universal flowering, 1915, The State Russian Museum, via Wikimedia commons

του Χ. Γεωργούλα


από την ΕΠΟΧΗ, 11.12.11

Συμμαχίες χωρίς συμμάχους

«Τα σενάρια αποπομπής της Ελλάδας από την ευρωζώνη ενισχύονται (…) Το θέμα δεν είναι να υπάρχουν χώρες που εκδιώκονται από την ΕΕ, το θέμα είναι να αποφασίσουν να φύγουν οι λαοί με τη θέλησή τους (…) Για τους λαούς της Ευρώπης, όσο περισσότεροι το αποφασίσουν, θα είναι μια μεγάλη πρώτη νίκη κι ένα στέρεο βήμα για να πάμε προς τα μπρος».

Το κείμενο προέρχεται από πρωτοσέλιδο άρθρο του «Ριζοσπάστη» (7-12-2011) και καταγράφει τις πρόσφατες, πιο επεξεργασμένες θέσεις της ηγεσίας του ΚΚΕ για την ευρωζώνη και την ΕΕ, που ως τώρα εκφραζόταν με το λακωνικό «αποδέσμευση από την ΕΕ».

Έξοδος με πρόσημο

Η ανάγκη να μιλήσει η ηγεσία του ΚΚΕ με περισσότερα λόγια γι’ αυτά τα ζητήματα, έγινε πιο έντονη και πιεστική, καθώς αυτή η «αποδέσμευση» άρχισε να έρχεται ως ορατό ενδεχόμενο από την εντελώς αντίθετη ιδεολογικοπολιτική κατεύθυνση. Ενδεχόμενο που υποχρεώνει την ηγεσία του ΚΚΕ να τονίσει ότι δεν είναι αντίθετη με τη «συνεργασία των λαών» της Ευρώπης ή και των «ευρωπαϊκών χωρών», αλλά ότι, επειδή είναι η ΕΕ «συνεργασία καπιταλιστικών χωρών», δεν «ανοικοδομείται», χρειάζεται να ανατραπεί (δηλαδή μια θέση πολύ κοντά στην «επανίδρυση» του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς).

Η εξέλιξη αυτή έκανε φανερές δύο αδυναμίες της λακωνικής θέσης: πρώτον, δεν είχε αδιαμφισβήτητο ιδεολογικό πρόσημο και δεύτερον, δεν κάλυπτε τον υποστηρικτή της από το ενδεχόμενο να γίνει πράξη ηέξοδος με πρωτοβουλία των αστικών δυνάμεων, τώρα και όχι σε κάποιο μακρινό, ή απωθημένο, μέλλον.

Με πιο απλά λόγια, τώρα γίνεται ορατός ο κίνδυνος να υπάρξουν εξελίξεις, οι οποίες θα εντυπώνουν στη συνείδηση των λαϊκών τάξεων ότι, όπως η ΕΕ δεν ήταν ποτέ παράδεισος (αλλά ένα νέο πεδίο ταξικών αγώνων, για να θυμηθούμε το ΚΚΕ Εσωτερικού), έτσι και η έξοδος από αυτήν μπορεί να θυμίζει κόλαση.

Τόσο πιο κοντά, τόσο πιο μακριά…

 Το πρόβλημα, όμως, γι’ αυτήν είναι ότι, λειαίνοντας την τοποθέτησή της, αφενός την κάνει να προσεγγίζει «επικίνδυνα» τους προβληματισμούς ορισμένων δυνάμεων της αριστεράς, αφετέρου αναγκάζεται να παραπέμψει την έξοδο από την ΕΕ στον ορίζοντα της οικοδόμησης της «λαϊκής εξουσίας–λαϊκής οικονομίας». Με αποτέλεσμα να διαφαίνονται μεγαλύτερα περιθώρια πίεσης για συνεργασία με άλλες αριστερές δυνάμεις με βάση τα πιο άμεσα πολιτικά επίδικα.

Γι’ αυτό, άλλωστε, τελευταία κάνει ό,τι μπορεί για να ανεβάσει τους τόνους της ενδοαριστερής αντιπαράθεσης στα ύψη, ώστε να μην υπάρξει οποιαδήποτε υπόνοια ότι διαμορφώνεται έδαφος προς αναζήτηση κοινής δράσης. Είναι ενδεικτικό ότι στις πρόσφατες μεγάλης διάρκειας ομιλίας της η Αλ. Παπαρήγα αφιερώνει πολύ χρόνο για να αποδείξει πόσο… αδύνατο είναι να υπάρξει τέτοιου είδους προσέγγιση και συνεργασία, οξύνοντας τις επιθέσεις της κυρίως προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Και οι επιθέσεις αυτές πολλαπλασιάζονται, καθώς όλο και πιο συχνά συναντιούνται οι άνθρωποι του ΣΥΡΙΖΑ με τους ανθρώπους του ΚΚΕ στο πλάι των πληττόμενων τάξεων (πιο πρόσφατο παράδειγμα οι λαϊκές πρωτοβουλίες για το χαράτσι και τα κινήματα συμπαράστασης απεργών).

Η «αδύνατη συμμαχία»

Αν ήταν μόνο αυτό, θα λέγαμε ότι πρόκειται για συνηθισμένα πράγματα –για την ηγεσία του ΚΚΕ. Το κακό είναι πως, στην προσπάθειά της αυτή, αρχίζει να αναπτύσσει μια επικίνδυνη για την πορεία των λαϊκών αγώνων απολογητική όσον αφορά την πολιτική συμμαχιών.

Ας εξηγηθούμε με τρία παραδείγματα:

Πρώτο: «Μας λένε ορισμένοι “καλές είναι οι θέσεις σας, αλλά βρείτε ορισμένα σημεία να συμφωνήσετε με όσο περισσότερες γίνεται πολιτικές δυνάμεις, μήπως γίνει κάτι”… Δυστυχώς δεν μπορούμε να απαντήσουμε τόσο απλά σ’ αυτά τα ζητήματα (…) Στη δεκαετία του ’70-’80 μπορούσες με όρους κινήματος να επιλέξεις τέσσερα – πέντε προβλήματα να τα προτάξεις (…) Τώρα είναι τεράστια τα προβλήματα και είναι και οξυμένα και πρωτόγνωρα. Ποια να προτάξεις; Είναι τόσα και τέτοια που δεν μπορείς να τα ξεχωρίσεις. Σήμερα μπαίνουν βασικές επιλογές. Εδώ πια συγκρούονται δύο δρόμοι ανάπτυξης. Εδώ πρέπει να απαντήσεις «με τα μονοπώλια» ή με το λαό», μέσα ή έξω από την ΕΕ (από την ομιλία Παπαρήγα στη Λιβαδιά, 5-12-2011).

Δεν θα μπορούσε να βρεθεί πιο αμήχανο κείμενο, που προσπαθεί να καλύψει την απουσία πολιτικής συμμαχιών, με την απόφανση ότι, για να αποκρούσεις την επίθεση του κεφαλαίου, μπορείς να συμμαχήσεις μόνο με τον εαυτό σου. Μόνο με τον εαυτό σου; Όχι ακριβώς, μπορείς να συμμαχήσεις με... το λαό, όπως διαπιστώνουμε στο δεύτερο παράδειγμα:
«Η μόνη διαφορά που μπορεί να γίνει σήμερα, είναι η αποφασιστική ενίσχυση του ΚΚΕ (…) η ενίσχυση θα φέρει την ανατροπή μέσα στο κίνημα (...) Εμείς λέμε ότι αυτό που προέχει είναι η κοινωνική συμμαχία (…) κανένα άλλο κόμμα μην περιμένετε να προβάλει την αναγκαιότητα αυτής της συμμαχίας (…) Εμείς επιμένουμε: εργατική τάξη, μικροί επιχειρηματίες, αυτοαπασχολούμενοι, φτωχή αγροτιά (…) λέμε ελάτε όλοι, κάτω στη βάση πρέπει να είναι όλοι, γιατί τα προβλήματα είναι κοινά» (Παπαρήγα στη Λιβαδιά, 5-12-2011).

Σύμμαχοι δεν υπάρχουν πια…

Τόσο φτωχή αντίληψη για τις συμμαχίες δεν είχε ποτέ το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα. Τέτοια απλουστευτική άποψη, όπου οι κοινωνικές δυνάμεις δεν εκφράζονται παρά αυτοπροσώπως στο πολιτικό πεδίο και συναντούν η μία την άλλη χωρίς διαμεσολαβητές και με μόνο σημείο αναφοράς το ΚΚΕ και μόνο πολιτικό στόχο την «αποφασιστική ενίσχυσή του», δεν διατυπώθηκε ποτέ στην ελληνική αριστερά! Και για να μην υπάρχει καμία αμφιβολία, το σχετικό κεφάλαιο κλείνει με την αποστομωτική παραδοχή: «Στο πολιτικό επίπεδο αυτή τη στιγμή η συμπόρευση με το ΚΚΕ είναι η απάντηση. Δυστυχώς δεν υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις με τις οποίες μπορούμε να συμφωνήσουμε»…

Τρίτο παράδειγμα: Με μια τέτοια πολιτική συμμαχιών –ανύπαρκτη– καταλαβαίνει και η ίδια η Αλ. Παπαρήγα ότι δεν μπορεί να πάει μακρυά. Γι’ αυτό και μινιμάρει όσο μπορεί τους στόχους της: «Αυτή η συμμαχία μπορεί να καθορίσει και τη διέξοδο. Μπορούμε να παρεμποδίσουμε κάποια μέτρα; Μπορούμε να κερδίσουμε χρόνο; Ναι, μπορούμε».

Από το μάξιμουμ στο μίνιμουμ

 Ενώ, λοιπόν, η ηγεσία του ΚΚΕ εμφανίζεται να μην μπορεί να συμμαχήσει με άλλες αριστερές πολιτικές δυνάμεις, επειδή έχει τάχα πολύ προχωρημένους στόχους, στην πραγματικότητα, με την ασφυκτική αντίληψή της για τις συμμαχίες, οδηγείται στην ελαχιστοποίηση των στόχων του κινήματος, εν ονόματι του ότι δεν έχει ενισχυθεί επαρκώς το ΚΚΕ και δεν έχουν, συνεπώς, ωριμάσει οι συνθήκες: «Εμείς θεωρούμε ότι ο λαός πρέπει να ετοιμαστεί και για μια σχετικά μακρόχρονη πάλη χωρίς άμεσα αποτελέσματα και να μην κουραστεί. Να έχει αντοχή και για απότομες εξελίξεις» (ομιλία Αλ. Παπαρήγα στη Βουλή για τον Προϋπολογισμό, 6-12-2011).

Γιατί είναι επικίνδυνη για την πορεία των λαϊκών αγώνων αυτή η αντίληψη της ηγεσίας του ΚΚΕ; Διότι αποκλείει εκ των προτέρων κάθε προσέγγιση των δυνάμεων της αριστεράς σε μια στιγμή κρίσιμη για την προώθηση ενός σχεδίου οικοδόμησης του αντίπαλου προς τις αστικές συσπειρώσεις συνασπισμού κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων. Σε μια στιγμή που οι συνειδήσεις ωριμάζουν για κάτι τέτοιο. Σε μια στιγμή που η έναρξη και μόνο μιας τέτοιας διαδικασίας θα δημιουργούσε νέα ποιοτικά στοιχεία στο πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι.

Τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής της είναι ήδη ορατά και στους λιγότερο “εκπαιδευμένους” πολιτικά. Αυτό το «κάντε κάτι» που μεταφέρει η Αλ. Παπαρήγα ως αγωνία των «συμπαθούντων» ή και των μελών του ΚΚΕ (επιχειρώντας ταυτόχρονα να το αντικρούσει), πηγάζει από τις κοινωνικές ανάγκες, γι’ αυτό επανέρχεται όσο κι αν ξορκίζεται.

Χ.Γ.


Και το ΚΚ Ισπανίας στο στόχαστρο του ΚΚΕ

Δημοσιεύοντας τα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών στην Ισπανία, ο «Ριζοσπάστης» είναι αλήθεια ότι δεν έδειξε να ικανοποιείται από την επιτυχία της Ενωμένης Αριστεράς, στην οποία συμμετέχει το ΚΚ Ισπανίας. Ερμηνεύοντας, μάλιστα, το θετικό για την ΕΑ αποτέλεσμα σημείωνε ότι οι ψήφοι δόθηκαν στο κόμμα αυτό με την ελπίδα καλύτερης διαχείρισης του καπιταλιστικού συστήματος...

Μόλις πληροφορήθηκαν στη Μαδρίτη για το σχετικό δημοσίευμα, έστειλαν επιστολή στο ΚΚΕ, στην οποία ανέφεραν μεταξύ άλλων:

«Διαβάσαμε με ανησυχία το άρθρο στην εφημερίδα σας «Ριζοσπάστης» με ημερομηνία 22 Νοεμβρίου την ανάλυση για τα αποτελέσματα των εκλογών στην Ισπανία, όπου υποστηρίζεται ότι πήραμε τις ψήφους με την ελπίδα της καλύτερης διαχείρισης του καπιταλιστικού συστήματος.
Κατά τη γνώμη μας η άποψη αυτή είναι λανθασμένη και δεν ανταποκρίνεται καθόλου με τις θέσεις και το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα που υπερασπίστηκαν οι υποψήφιοι και οι υποψήφιες και μαζί τους τα μέλη της Ενωμένης Αριστεράς. (...)

Σε κάθε περίπτωση, για την ΕΑ και το ΚΚ της Ισπανίας, στο πλαίσιο της τρέχουσας κρίσης που προκλήθηκε από τον αρπακτικό καπιταλισμό που επιτίθεται στα κεκτημένα δικαιώματα των εργαζομένων όλου του κόσμου, είναι καιρός για την ενότητα της συνεπούς αριστεράς για να κατακτήσει μια σύγκλιση για μια εναλλακτική λύση για το Σοσιαλισμό του 21ου αιώνα.
Για αυτό, παρά τη δυσφήμηση της ΕΑ που εμφανίστηκε στην εφημερίδα σας, συνεχίζουμε να διατηρούμε με το κόμμα σας αδελφικές διμερείς σχέσεις θεωρώντας ότι αποτελείτε αδιαμφισβήτητο τμήμα της αντικαπιταλιστικής αριστεράς.

Παρά το κριτικό μεν αλλά φιλικό τόνο της επιστολής του ΚΚ Ισπανίας, η απάντηση του ΚΚΕ ήταν σκληρή και επέμενε στην άποψη περί «καλύτερης διαχείρισης του καπιταλιστικού συστήματος», με επιχειρήματα όπως: «Το γεγονός ότι η συμμετοχή του ΚΚ Ισπανίας στο προεδρείο του λεγόμενου Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, που έχει αποδεχτεί στα ιδρυτικά ντοκουμέντα του τη διαφύλαξη των αρχών της ΕΕ και στηρίζεται σε θέσεις που υπερασπίζονται τη διαχείριση του καπιταλισμού, δίνει μόνο του την απάντηση».

Κατόπιν καταπιάνεται λεπτομερώς με το πρόγραμμα της Ενωμένης Αριστεράς και με τη μέθοδο της απόσπασης απομονωμένων φράσεων δικαιολογεί την αρχική εκτίμηση του «Ρ». Για παράδειγμα: «Στη σελίδα 6 [του προγράμματος] μπαίνει ο στόχος της “υπέρβασης του σημερινού κοινωνικού, πολιτικού και πολιτιστικού μοντέλου, που κυριαρχείται από το νεοφιλελευθερισμό”, που παραπέμπει στη σοσιαλδημοκρατική διαχείριση». Ή στη σελίδα 8 «μπαίνει στόχος η “δημιουργία απασχόλησης από το δημόσιο, γιατί σήμερα οι επιχειρήσεις έχουν πολλές δυσκολίες να το κάνουν χωρίς βοήθεια”, που εκφράζει την αγωνία για τους καπιταλιστές και τις απαιτήσεις τους για ζεστό κρατικό χρήμα», τη στιγμή που απαιτεί το ακριβώς αντίθετο.

Απαντώντας αρνητικά και στην πρόσκληση για συνεργασία, η ηγεσία του ΚΚΕ παρατηρεί: «Η διαχειριστική, σοσιαλδημοκρατική γραμμή ενός εξανθρωπισμένου καπιταλισμού, η άρνηση του σοσιαλισμού που οικοδομήθηκε τον 20ό αιώνα είναι η ιδεολογικοπολιτική βάση της λεγόμενης ενότητας της αριστεράς».

Η ηγεσία του ΚΚΕ, συνεπής στη γραμμή του αποκλεισμού οποιασδήποτε συνεργασίας με δυνάμεις της αριστεράς, φαίνεται ότι προωθεί την εξαγωγή αυτής της πολιτικής σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Μετά την κριτική που είχε απευθύνει προς το ΚΚ Πορτογαλίας για τη συνεργασία του με το Μπλόκο, τώρα ήρθε η σειρά του ΚΚ Ισπανίας.

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2011

Έχουμε κρίση. Και η Αριστερά;

Serio-comic war map for the year 1877
    
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΕΥΤΥΧΗ ΜΠΙΤΣΑΚΗ


από την ΕΠΟΧΗ, 20.11.11

Μια νέα κατάσταση διαμορφώνεται μετά τις τελευταίες πολιτικές εξελίξεις, που κάνει ακόμα μεγαλύτερες τις απαιτήσεις της κοινωνίας από την Αριστερά. Την πολυδιασπασμένη κι όμως ανερχόμενη στις συνειδήσεις των λαϊκών στρωμάτων Αριστερά. Θα μπορέσει να ανταποκριθεί στο κάλεσμα της στιγμής; Και με ποιους όρους; Η συζήτηση με το ιστορικό στέλεχος της Αριστεράς, φιλόσοφο και επίμονο αγωνιστή της κοινωνικής απελευθέρωσης, Ευτύχη Μπιτσάκη, ανιχνεύει απαντήσεις σε αυτά τα κρίσιμα ερωτήματα.

Τα κόμματα της αστικής τάξης ενώνονται για να σώσουν το καθεστώς. Και η Αριστερά;

 Η χρεοκοπία του σημερινού καθεστώτος υποτέλειας είναι δεδομένη. Δεδομένη είναι και η χρεοκοπία των δυο αστικών κομμάτων, όπως και η ογκούμενη αγανάκτηση, η περιφρόνηση και η αντίσταση των τάξεων και των στρωμάτων του πληθυσμού που πλήττονται από την κρίση. Ο δικομματισμός έφτασε σε αδιέξοδο. Για να σωθεί το καθεστώς και η πολιτική του εκπροσώπηση, εγχώρια και ξένα επιτελεία έπαιξαν το τελευταίο τους χαρτί: έφτασαν να συγκυβερνήσουν με την άκρα δεξιά. Αλλά η επιδιωκόμενη δήθεν εθνική συναίνεση είναι πλαστή, και δημιούργησε ήδη νέες ρωγμές στο αστικό μπλοκ εξουσίας και νέο κύμα περιφρόνησης από το πολιτικά ώριμο τμήμα του Ελληνικού Λαού. Κάθε φορά που το αστικό καθεστώς και η πολιτική του εκπροσώπηση έφθαναν σε αδιέξοδο, φρόντιζαν να ανακαλύψουν κάποιο σωτήρα του έθνους: Παπάγος, Πλαστήρας, Γέρος της Δημοκρατίας, χούντα, εθνάρχης Καραμανλής. Και τώρα: Λουκάς Παπαδήμος.
 
Ποιες μπορεί να είναι οι προοπτικές της τρικέφαλης κυβέρνησης;

Ο κ. Παπαδήμος είναι σοβαρός (δεν μας κάνει να ντρεπόμαστε), είναι ήπιος, γνωρίζει ελληνικά, υπήρξε διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και, όπως αποκαλύπτει η «Λε Μοντ», ως συνεργάτης της Goldman Sachs «μετείχε στο μαγείρεμα των λογαριασμών» που έκανε η αγαθή τράπεζα. Ο πρωθυπουργός μας, όπως και ο Μάριο Ντράγκι και ο Μόντι ανήκουν «στη λεγόμενη ευρωπαϊκή κυβέρνηση Sachs» («Λε Μοντ», «Ελευθεροτυπία», 15/11). Συνεπώς: ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση!

Τι υπόσχεται λοιπόν ο κ. Παπαδήμος; Τήρηση όλων των δεσμεύσεων της χώρας. Να «μην τεθεί σε κίνδυνο η παραμονή στη ζώνη του ευρώ». Συνεπώς: εκποίηση της κρατικής περιουσίας, νέα μέτρα που θα οδηγούν σε περαιτέρω εξαθλίωση και πείνα, καταστροφή του κράτους πρόνοιας, κ.τ.λ. Όπως λέει ο ίδιος, νέες θυσίες (από ποιους;) που δεν πρέπει να πάνε χαμένες!

Λοιπόν, σε δέκα χρόνια θα φθάσουμε, «ανακάμπτοντας», εκεί που ήμασταν το 2009: στο 120%. Μέγα ψέμα. Επειδή, για να «επανακάμψουμε», πρέπει να εκποιηθεί ο κρατικός τομέας της οικονομίας, συν όλα τα μέτρα κατοχικής πείνας (και χειρότερης, επειδή τώρα θα πεινάσουν και οι αγρότες!) Αλλά, σύμφωνα με μελέτη δημοσιευμένη στην «Ελευθεροτυπία», αν σε δέκα χρόνια ξεπουληθούν τα πάντα, θα χρωστάμε πάλι περίπου 350 δισ. Αν δεν τα καταφέρουν στο ξεπούλημα, το χρέος θα φθάσει στο μισό τρισεκατομμύριο ευρώ! Ελπίδα για σωτηρία του ελληνικού λαού: η αγωνιστική πολιτική πάλη, με ηγετική δύναμη την Αριστερά.
 
Με τη σημερινή πολιτική τους, η αστική τάξη και το πολιτικό προσωπικό της δεν φοβούνται μήπως η αγανάκτηση του κόσμου κατευθυνθεί πια αποκλειστικά στην Αριστερά;

Φοβούνται! Και δεν φοβούνται μόνον οι Έλληνες αστοί και το πολιτικό προσωπικό τους. Φοβάται η αστική τάξη της Ευρώπης, «κοιτίδας της Δημοκρατίας», που βιώνει και αυτή τη δική της κρίση: ανεργία, φτώχεια μέσα στον κοινωνικό πλούτο, καταστροφή των κοινωνικών σχέσεων στις μεγάλες πόλεις της ανθρώπινης ερημιάς, του αναδυόμενου ρατσισμού και νεοφασισμού. Τέλος, φοβούνται οι ιμπεριαλιστές του πλανήτη, που βιώνει την πιο τρομακτική δομική κρίση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και κοινωνικής συμβίωσης. Οι αστοί φοβούνται το ξύπνημα του μισοκοιμισμένου γίγαντα: του παγκόσμιου προλεταριάτου. Σήμερα, λοιπόν, τίθεται ένα ιστορικό καθήκον στην ελληνική Αριστερά.

Υπόσχονται ανάπτυξη. Αλλά η ύφεση θα βαθύνει. Πού θα βρεθεί το πλεόνασμα για να μειωθεί το χρέος; Οι μεσίτες που ξεπούλησαν τη χώρα, πρέπει να διωχτούν. Για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας και την πολιτισμική της αναγέννηση είναι αναγκαία μια σύγχρονη Αριστερά, η οποία, μέσα από τη συγκρότηση διευρυνόμενων συμμαχιών και σε δημιουργική αλληλεπίδραση με τα αυθόρμητα κινήματα, θα κατακτήσει την πολιτική, την ιδεολογική και την πολιτισμική- ηθική ηγεμονία.
 
Υπάρχουν, κατά τη γνώμη σου, συγκλίσεις στο χώρο της Αριστεράς, που να δημιουργούν έδαφος για ευρύτερες μονιμότερες συνεργασίες;
 
Η Ελλάδα είναι μια χώρα σε παρακμή. Η σημερινή κρίση είναι ο παροξυσμός της πάγιας και πολύμορφης κρίσης της κοινωνίας μας. Κρίση του παραγωγικού τομέα, υποβάθμιση της ποιότητας ζωής στις σημερινές τερατουπόλεις, καταστροφή του περιβάλλοντος, συνοπτικά καταστροφή του ομαλού μεταβολισμού ανθρώπου – φύσης. Και ενώ η χώρα έχει ανάγκη από μια συνολική αξιοβίωτη ανασυγκρότηση, εγχώριοι και ξένοι επιβάλλουν μια συνολική καταστροφή.

Και η Αριστερά; Η Αριστερά δεν φαίνεται ότι προσπαθεί να ξεπεράσει τη δική της κρίση, που οι ρίζες τους βρίσκονται στον Λίβανο και στη Βάρκιζα, η οποία συνεχίστηκε στην περίοδο της παρανομίας του ΚΚΕ, ξέσπασε με τη 12η Ολομέλεια το 1968, και συνεχίζεται με τη σημερινή πολυδιάσπαση. Και σήμερα, ενώ η χώρα οδηγείται στην καταστροφή, «ο κόσμος καίγεται και η γρηά χτενίζεται».

Ας μην είμαστε άδικοι. Υπάρχει το ΚΚΕ, η μεγαλύτερη και πιο οργανωμένη δύναμη της Αριστεράς. Το ΚΚΕ αυτοχαρακτηρίζεται μαρξιστικό και λενινιστικό. Φαίνεται όμως ότι «δεν διάβασε» Μαρξ, Λένιν και Γκράμσι για τις σχέσεις στρατηγικής και τακτικής και για το ζήτημα των συμμαχιών. Άσπιλο και αμόλυντο, λοιπόν, πορεύεται τη μοναχική αγωνιστική πορεία του. Υπάρχει ο ΣΥΡΙΖΑ. Οι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ ξεπέρασαν ήδη τις αυταπάτες του ευρωκομμουνισμού. Θα συνειδητοποιήσουν ότι η ΕΕ δεν μεταρρυθμίζεται, ότι πρέπει να ανατραπεί; Θα υπερβεί τις εσωτερικές του διαμάχες; Να ελπίσουμε ότι θα καταστεί σημαντική δύναμη για την ανατροπή του σημερινού καθεστώτος υποτέλειας; Και οι δυνάμεις της «εξωκοινοβουλευτικής» Αριστεράς, κουκουδογενείς, τροτσκιστικής και μαοϊκής προέλευσης, παρούσες πάντα στους καθημερινούς αγώνες; Είκοσι χρόνια μετά την κατάρρευση του σοσιαλιστικού στρατοπέδου, θα τολμήσουν να «υπερβούν» (με τη διαλεκτική έννοια του όρου) το παρελθόν τους; Η συγκρότηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι ένα πρώτο θετικό βήμα.

Λοιπόν, η Αριστερά επωμίζεται, ιδιαίτερα σήμερα, ένα ιστορικό καθήκον: να γίνει η πρωτοπορία για την ανατροπή του νέου καθεστώτος της υποτέλειας και για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, με στρατηγικό στόχο το σοσιαλισμό. Σαράντα χρόνια μετά το 1968 είναι καταδικαστέος όποιος αρνείται την κοινή δράση, το δημόσιο διάλογο, την κατάκτηση ευρύτερων μορφών συνεργασίας, με τελικό στόχο μια Αριστερά ενιαία, δημοκρατική και επαναστατική.
 
Το μέγεθος των ζητημάτων που κρίνονται σήμερα θα έπρεπε να καθιστά πιο επιτακτική την ανάγκη για συνεργασία των δυνάμεων της αριστεράς. Υπάρχει, άραγε, κάποιο υπαρκτό εμπόδιο, αντίστοιχου μεγέθους, που να κάνει  ανέφικτο ένα τέτοιο στόχο;

Η κοινή δράση και, στην πορεία των κοινωνικών αγώνων, η ενοποίηση της Αριστεράς αποτελεί σήμερα όχι απλώς καθήκον, αλλά όρο για την επιβίωση του ελληνικού λαού. Η Ελλάδα δεν είναι σήμερα μια ανεξάρτητη χώρα. Η σημερινή κυβέρνηση δεν είναι ελληνική: είναι μια κυβέρνηση από Έλληνες, εντολοδόχος του ευρωπαϊκού και αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Μια κυβέρνηση υπό εποπτεία. Τα εμπόδια για μια ευρύτερη και προοπτικά στρατηγικού χαρακτήρα ενότητα της ελληνικής Αριστεράς είναι γνωστά: κρίση που έχει ως αφετηρία την προδοσία της εαμικής επανάστασης, την ήττα του εμφύλιου, τη «δυαδική εξουσία» στην περίοδο της ΕΔΑ, τη διάσπαση του ’68 και τη συνεχιζόμενη εχθρότητα των θραυσμάτων – προϊόντων της κρίσης. Υπόβαθρο: η θεωρητική ανεπάρκεια, η αδυναμία μιας διαλεκτικής ενότητας στρατηγικής και τακτικής, η διαιώνιση του πλέγματος σεχταρισμού- οπορτουνισμού (ΚΚΕ) και οι αντιφάσεις της «ανανεωτικής» Αριστεράς. Όμως το παρελθόν που «βαραίνει ακόμα σαν βραχνάς στα μυαλά των ζωντανών» (Μαρξ) δεν είναι αναγκαστικά αξεπέραστο εμπόδιο. Όλοι και καθένας έχουμε ευθύνη για τη συγκρότηση μιας πολύμορφης έστω, αλλά ενιαίας αριστεράς. Λέγεται από πολλούς ότι η χώρα είναι υπό κατοχή και ότι σήμερα είναι αναγκαίο ένα νέο ΕΑΜ. Όμως σήμερα στην Ελλάδα δεν υπάρχει ξένος κατακτητής. Σήμερα η ιστορικά ξεπερασμένη ελληνική αστική τάξη, από «κοινού συμφέροντος» με την ΕΕ, έχει συγκροτήσει ένα ιστορικά ανέκδοτο καθεστώς υποτέλειας. Σήμερα, λοιπόν, ο αγώνας είναι βασικά ταξικός. Κύρια πλευρά της αντίθεσης είναι η ταξική. Το στοιχείο του πατριωτισμού είναι παράγωγο και δευτερεύον. Υποτάσσεται και υπηρετεί το ταξικό.
 
Οι συνθήκες που διαμορφώνονται σήμερα, μοιάζουν ευνοϊκές για την αριστερά. Υπάρχουν ελπίδες, να ανακάμψει, συμβαδίζοντας με την ανάπτυξη των λαϊκών κινημάτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο;

Η κρίση είναι σήμερα παγκόσμια. Συγκεκριμένη περίπτωση, η κρίση της ΕΕ. Συνεπώς η αντίσταση της εργατικής τάξης της Ελλάδας, πρέπει να συντονιστεί με την αντίσταση του προλεταριάτου της ΕΕ. Στην επίθεση του ευρωπαϊκού κεφαλαίου πρέπει να αντιταχθεί η αντεπίθεση της εργατικής τάξης της Ευρώπης. Διεθνοποίηση του κεφαλαίου – διεθνοποίηση του επαναστατικού κινήματος. Ακούμε συχνά: Έξω από την ΕΕ. Ανατροπή, κ.λπ. Ερώτημα: Αν μια χώρα της ΕΕ αποκτήσει πρώτη αριστερή κυβέρνηση, πρέπει να φύγει από την ΕΕ, ή να παραμείνει ώστε να αποτελέσει καταλύτη για την αποσάθρωση του οικοδομήματος του ευρωπαϊκού κεφαλαίου; Στόχος πρέπει να είναι η επιστροφή στο Έθνος – Κράτος, ή η ανάπτυξη ενός επαναστατικού κινήματος με στόχο τις Ενωμένες Σοσιαλιστικές Δημοκρατίες της Ευρώπης; Για τη χώρα μας: Ένας νέος, διεθνιστικός πατριωτισμός, που θα απορρίπτει και τον αντιδραστικό εθνικισμό και την κοσμοπολίτικη άρνηση ενός αυθεντικού πατριωτισμού, ανάγκη της ιστορικής στιγμής.

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2011

Η ΗΓΕΣΙΑ ΤΟΥ ΚΚΕ ΕΜΜΕΝΕΙ ΣΤΟΥΣ ΧΩΡΙΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ

 
 
ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΔΙΝΕΙ ΤΗ ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ
 
του Χ. Γεωργούλα
ΕΠΟΧΗ, 2.10.11

Τιμούμε την επέτειο του ΕΑΜ αγνοώντας τα διδάγματά του...

Αν αληθεύει ότι το πολιτικό σύστημα του δικομματισμού περνάει βαθιά κρίση, τότε γιατί δεν παρατηρούμε ουσιαστική ενίσχυση των πολιτικών δυνάμεων (της αριστεράς κατά κύριο λόγο), που άσκησαν έμπρακτη κριτική στο σύστημα αυτό, το κατήγγειλαν ως καταστροφικό και έθεσαν ως στόχο ακριβώς την αποδυνάμωσή του;

Μια πρώτη απόπειρα ερμηνείας του φαινομένου έχει επιχειρηθεί με την εκτίμηση ότι για μεγάλα τμήματα των λαϊκών στρωμάτων και οι εκτός δικομματισμού πολιτικές δυνάμεις (και της αριστεράς) βρίσκονται ουσιαστικά μέσα στο ίδιο κάδρο.

Αν είναι έτσι, όμως, τότε γιατί μέχρι σήμερα το σημαντικότερο τμήμα των αναποφάσιστων καταλήγουν την τελευταία στιγμή να επιλέξουν ένα από τα δύο κόμματα ή κάποιο από τα συμπληρωματικά τους; Είναι λιγότερο μέσα στο κάδρο αυτά απ’ ό,τι τα άλλα κόμματα;

Το πιο πιθανό είναι ότι η αιτία βρίσκεται αλλού. Στην αδυναμία των επί μέρους δυνάμεων και της αριστεράς στο σύνολό της να διατυπώσει μια πειστική πολιτική πρόταση και κυρίως να τη συνοδεύσει με τη συγκρότηση μιας φερέγγυας πολιτικής δύναμης, ικανής να διεκδικήσει την εφαρμογή αυτής της εναλλακτικής και ανατρεπτικής του υπάρχοντος συσχετισμού πολιτικής.
Έτσι μπορούν να προσεγγισθούν τα λαϊκά στρώματα που αντιλαμβάνονται τα αδιέξοδα του δικομματισμού και αναζητούν μια νέα πολιτική έκφραση παραμένοντας για την ώρα στην αναμονή του «δεν ξέρω – δεν απαντώ».

Πόσο φερέγγυα είναι η αριστερά;

Γι’ αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία η προβολή του αιτήματος και η αναζήτηση ενός συνασπισμού πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων, ικανού να πείσει για τη δυνατότητά του να σχεδιάσει και να αγωνιστεί για την εφαρμογή μιας πολιτικής που αποκρούει την ανελέητη επίθεση του κεφαλαίου και αντιπαλεύει τις συνέπειες της κρίσης, που φορτώνονται σήμερα μεθοδικά στην πλάτη των λαϊκών στρωμάτων. Αν δεν εμφανιστεί στον ορίζοντα η πολιτική έκφραση αυτού του νέου συνασπισμού, που δεν μπορεί παρά να έχει πυρήνα τις δυνάμεις της αριστεράς, δεν υπάρχει ελπίδα ανατροπής της υπάρχουσας κατάστασης, ούτε καν των πολιτικών συσχετισμών.

Ο στόχος, πάντως, δεν είναι ουτοπικός, είναι εύλογος, ρεαλιστικός. Αν δεν επιτευχθεί αυτό δεν θα οφείλεται στο ότι δεν έχουν ωριμάσει οι «αντικειμενικές συνθήκες», αλλά στο ότι είναι αναντίστοιχοι με τις απαιτήσεις των καιρών οι πολιτικοί φορείς της αριστεράς.

Σήμερα που η εφαρμοζόμενη πολιτική αποδεικνύεται, ακόμη και στα μάτια των πιο εύπιστων, καταστροφική για την κοινωνική θέση και το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων, μισθωτών και αυτοαπασχολούμενων, και οδηγεί κατευθείαν στην προδιαγεγραμμένη χρεοκοπία, το αναπάντητο ερώτημα δεν είναι τόσο η ύπαρξη μιας εναλλακτικής πολιτικής, όσο η συγκρότηση της πολιτικής δύναμης που θα επιδιώξει, θα αγωνιστεί για να την εφαρμόσει.

Καλό είναι, λοιπόν, που έρχεται και επανέρχεται αυτή η θέση, αυτή η πρόταση εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ προς τις άλλες δυνάμεις της ευρύτερης αριστεράς και της πολιτικής οικολογίας, έστω κι αν μερικές φορές η διατύπωσή της αφήνει περιθώρια για παρανοήσεις τόσο για τον επικείμενο χαρακτήρα της σύγκλισης όσο και για την ευκολία με την οποία μπορεί να προχωρήσει. Το κύριο αυτή τη στιγμή είναι να καλλιεργείται στη συνείδηση των λαϊκών στρωμάτων η αναγκαιότητά της και να αναπτύσσονται επιχειρήματα για τις δυνατότητές της.

Από την κοινή δράση στη συνεργασία

Μόνο που αυτή η πρόταση δεν αρκεί να εκφωνηθεί ή να ελαχιστοποιηθεί σε μια εκλογική τακτική. Χρειάζεται να υπηρετηθεί με συνέπεια και επιμονή, χωρίς αυταπάτες για την άμεση απόδοσή της, και, κυρίως, να συνοδευτεί από πρωτοβουλίες και υποδομές, άμεσα πολιτικές και κινηματικές, που θα αποδεικνύουν έμπρακτα πως η αριστερά –πολύ περισσότερο η από κοινού δρώσα αριστερά– μπορεί να είναι εκείνη η φερέγγυα δύναμη, που στηρίζει τα λαϊκά στρώματα στους δίκαιους αγώνες και συμβάλλει αποφασιστικά στην οργάνωση της αντίστασής τους και της αντεπίθεσής τους.

Όσοι δεν το αντιλαμβάνονται αυτό, τη στιγμή μάλιστα που τα λαϊκά στρώματα και οι δυνάμεις της εργασίας δέχονται την πιο σκληρή επίθεση με αφορμή την οικονομική κρίση, πρέπει με κάθε τρόπο να νιώσουν το βάρος της ιστορικής ευθύνης τους. Ορθά τόνισε αυτή την πλευρά ο Αλ. Τσίπρας μιλώντας την περασμένη Κυριακή στη Θεσσαλονίκη απευθυνόμενος στην ηγεσία του ΚΚΕ (αν και ο ιστορικός παραλληλισμός με το ΕΑΜ που χρησιμοποίησε δεν ήταν ιδιαίτερα εύστοχος, γιατί εκτός του ότι η σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ δεν έχει σχέση με την τότε ηγεσία, η σημερινή άρνηση του Περισσού στις εκκλήσεις για κοινή δράση δεν είναι αποτέλεσμα λαθεμένη εκτίμησης, είναι συνέπεια μιας δομημένης αντίληψης, που χρειάζεται χρόνο και προσπάθεια για να αποδομηθεί).

Συνεργασία υπό τον όρο της ταύτισης;

Η απάντηση της Αλ. Παπαρήγα (την επόμενη μέρα στη ΝΕΤ) ήταν απογοητευτική. «Πώς θα πάμε με ένα κόμμα [τον ΣΥΡΙΖΑ], το οποίο λέει “εγώ είμαι καλύτερος διαπραγματευτής εντός της ΕΕ” (…) Δηλαδή, μόλις δει η Μέρκελ και ο Σαρκοζί τον Τσίπρα, θα πέσουν ξεροί κάτω;»
Ευτελίζοντας με την τακτική της διαστρέβλωσης την πρόταση, δείχνει τη φτώχεια της επιχειρηματολογίας της και την αυτάρεσκη αυτοϊκανοποίησή της: «Εμείς δεν αισθανόμαστε καθόλου μόνοι»… Οι εργαζόμενοι και οι συνταξιούχοι πως νιώθουν, άραγε;

Ο Αλ. Τσίπρας, ωστόσο, είχε φροντίσει να τονίσει ότι ένα μέτωπο κατά της πολιτικής των μνημονίων δεν μπορεί να προχωρήσει παρά «στηριγμένο σε μια πλατιά κοινωνική συμμαχία και στη δυναμική των κινημάτων». Αν μπορεί κάποιος να κάνει τη Μέρκελ και του Σαρκοζί να πέσουν ξεροί, είναι ο κινητοποιημένος, ο αγωνιζόμενος λαός, που προσβλέπει στην εφαρμογή ενός πολιτικού σχεδίου προς το δικό του συμφέρον. Άλλωστε και οι όποιες δυσκολίες στην εφαρμογή των αντιλαϊκών σχεδίων τους στην Ελλάδα, σ’ αυτήν τη λαϊκή αντίσταση οφείλονται σε μεγάλο βαθμό.

Θα μπορούσαμε, επίσης, να προσθέσουμε πως, αν ο Τσίπρας δεν είναι τόσο φοβερός και τρομερός στην όψη, μια συμπαράταξη της ελληνικής αριστεράς που θα είχε προοπτική, ίσως προκαλούσε, αν όχι αποπληξία, τουλάχιστον ανησυχία στο Βερολίνο, το Παρίσι και τις Βρυξέλλες. Δεν το βλέπει, άραγε, αυτό η Αλ. Παπαρήγα;

Όσο για το πρώτο σκέλος της ένστασής της, το ζήτημα της πολιτικής διάστασης δηλαδή, της διαφορετικής προοπτικής, χάνει σε μεγάλο βαθμό το νόημά του, όταν η ίδια η Αλ. Παπαρήγα βάζει σαν άμεσο στόχο του κινήματος «ο λαός να παρεμποδίσει την εφαρμογή των μέτρων». Γιατί, αφού ελαχιστοποιεί, και σωστά, τον πολιτικό στόχο του κινήματος, δεν γίνεται κατανοητό γιατί δεν επιλέγει, δεν θεωρεί ορθή και εφικτή την κοινή δράση των δυνάμεων που συμφωνούν σε αυτόν τον άμεσο στόχο, πράγμα που θα μας επέτρεπε να δώσουμε τη μάχη της επιβίωσης των λαϊκών τάξεων με τη μεγαλύτερη δυνατή επιτυχία.

Αλλά φαίνεται πως η σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ, παρά το γεγονός ότι βγάζει κάθε χρόνο τέτοια εποχή ανακοινώσεις για να τιμήσει την ίδρυση του ΕΑΜ, δεν θεωρεί αντίφαση το ότι δεν διδάσκεται από την ΕΑΜική ιστορία. Αν η τότε ηγεσία του ΚΚΕ είχε τα μυαλά τής σημερινής, δεν θα μπορούσε να προσεγγίσει κανένα από τα αριστερά και δημοκρατικά κόμματα και να συνυπάρξει σε δύσκολες, πολεμικές συνθήκες μαζί τους, με σχέση ισοτιμίας μέσα στο μέτωπο. Θα έψαχνε πρώτα τους ιδεολογικούς φακέλους τους, την ώρα που ο κατακτητής θα δρούσε ανενόχλητος. Όπως κάνει σήμερα, τηρουμένων των αναλογιών, ο εσωτερικός δυνάστης του λαού. Και με δική μας ευθύνη -της αριστεράς.

Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2011

"Εμείς", "Αυτοί" και οι δανειστές "τους"

φωτογραφία από το χειρόγραφο του George Orwell για το 1984


του Γιάννη Μηλιού


ΑΥΓΗ, 2.10.11


Η επιλογή των λέξεων δεν είναι ποτέ αθώα, ιδιαίτερα στον δημόσιο λόγο. Οι λέξεις είναι φορείς ιδεολογικών παραστάσεων και των πρακτικών που διαπλέκονται με αυτές. Ακόμα περισσότερο, επειδή ακριβώς «οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης είναι σε κάθε εποχή οι κυρίαρχες ιδέες» (Μαρξ - Ένγκελς, Η Γερμανική Ιδεολογία, MEW τ. 3, σ. 46), οι λέξεις συχνά μάς επιβάλλονται ως «προφάνειες», πάνω στις οποίες καλούμαστε κατόπιν να οικοδομήσουμε τα δικά μας επιχειρήματα. Τότε όμως τα επιχειρήματα θα είναι ήδη υπονομευμένα από την κυρίαρχη ιδεολογία, που σημαίνει ότι και τα πολιτικά μας συμπεράσματα θα εγκλωβίζονται στα διλήμματα που θέτουν οι αστικές στρατηγικές επιλογές.

Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της περιόδου είναι η φιλολογία γύρω από το χρέος του ελληνικού Δημοσίου, όταν παρουσιάζεται με φράσεις όπως «πόσα χρωστάμε στους δανειστές μας»: Ο λόγος αυτός αναπλάθει ένα εθνικό «εμείς», που «χρωστάμε» σε «δανειστές» «έξω από μας», άρα «ξένους», και το πολιτικό επίδικο μοιάζει να αφορά ένα ζήτημα «εθνικής σύγκρουσης» με τους «ξένους»: «Εμείς απέναντι στους ξένους δανειστές μας».

Αν δούμε όμως το ζήτημα από τη σκοπιά των διαθέσιμων στατιστικών στοιχείων, η εικόνα αλλάζει ριζικά: Σύμφωνα με προβολές για το τέλος του έτους, που βασίζονται στα στοιχεία του 1ου τριμήνου 2011, το συνολικό χρέος του ελληνικού Δημοσίου είναι 345 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 58 δισ. κρατούν οι ελληνικές τράπεζες, 15,2 δισ. η Τράπεζα της Ελλάδας (ΤτΕ), 11 δισ. τα ελληνικά ασφαλιστικά ταμεία, 78 δισ. ο Μηχανισμός Ε.Ε. - ΔΝΤ, 42 δισ. η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), 45,5 δισ. οι ξένες τράπεζες και 95 δισ. «άλλοι αλλοδαποί επενδυτές» (αμοιβαία κεφάλαια, ασφαλιστικά ταμεία, ασφαλιστικές εταιρίες).

Το τμήμα του χρέους του ελληνικού Δημοσίου που κρατάει η ΕΚΤ (όπως και η ΤτΕ) αποτελεί αποτέλεσμα χρηματοδότησης-στήριξης των ελληνικών τραπεζών, ενώ η χρηματοδότηση από τον Μηχανισμό Ε.Ε. - ΔΝΤ αποτελεί διακρατική συμφωνία που συνήψε το ελληνικό κράτος, σε αντιστοιχία με τα κοινωνικά-ταξικά συμφέροντα που παγίως συμπυκνώνει.

Τα «ξένα» χρηματοπιστωτικά ιδρύματα δεν είναι ένα ομογενές σύνολο, αλλά ένα ετερόκλητο άθροισμα ιδρυμάτων σε διαφορετικές χώρες, με διαφοροποιημένα ως εκ τούτου συμφέροντα: Γαλλικές τράπεζες (σύμφωνα με το πρόσφατο stress test κρατούν 10 δισ. ευρώ ελληνικού χρέους), γερμανικές τράπεζες (7,93 δισ.), κυπριακές τράπεζες (5,81 δισ.), βελγικές τράπεζες (3,91 δισ.), κ.λπ., γερμανικά ασφαλιστικά ταμεία, γαλλικά ασφαλιστικά ταμεία κ.λπ., γαλλικά αμοιβαία κεφάλαια, αμερικανικά αμοιβαία κεφάλαια κ.ο.κ.

Με βάση την εικόνα που μόλις παραθέσαμε, το «εμείς απέναντι στους ξένους δανειστές μας» της κυρίαρχης αφήγησης καταρρέει. Το σημαντικότερο, είναι επιστημονικά θεμιτό να ταυτίζονται οι εργαζόμενες-λαϊκές τάξεις (η εργατική τάξη, η νέα [μισθωτή] μικροαστική τάξη, η παραδοσιακή [αυτοαπασχολούμενη] μικροαστική τάξη, ακόμα και οι μεσοαστοί μικροεπιχειρηματίες), με το ελληνικό καπιταλιστικό κράτος και να μιλάμε αδιαφοροποίητα για «τη χώρα» και «εμάς»; Είναι πολιτικά και ιδεολογικά θεμιτό, ως αριστεροί, να μη διαφοροποιούμε το τμήμα του χρέους που κρατούν από τη μια οι τράπεζες (ελληνικές, γαλλικές, γερμανικές, κυπριακές...), ο Μηχανισμός ΔΝΤ - Ε.Ε., η ΕΚΤ, η ΤτΕ και από την άλλη τα ασφαλιστικά ταμεία και λαϊκοί αποταμιευτές;

Το καπιταλιστικό κράτος αποτελεί το κέντρο άσκησης της πολιτικής εξουσίας του κεφαλαίου. Κυβερνάει φυσικά, συνήθως, κυρίως με βάση τη συναίνεση. Γι’ αυτό εμφανίζεται ως εκφραστής του γενικού συμφέροντος της καπιταλιστικής κοινωνίας. Το ελληνικό καπιταλιστικό κράτος οικοδόμησε συναινέσεις «ανεχόμενο» τη φοροδιαφυγή μεγάλου τμήματος των μεσαίων τάξεων, ευνοώντας την «από τα κάτω» ιδιωτικοποίηση των κοινωνικών υπηρεσιών, προάγοντας τις πελατειακές σχέσεις. Διόγκωσε το δημόσιο χρέος αναδιανέμοντας τον πλούτο υπέρ του κεφαλαίου, στο οποίο εξασφάλισε μια όλο και διευρυνόμενη νόμιμη φοροαπαλλαγή, οικοδόμησε έναν τερατώδη κατασταλτικό μηχανισμό και ένα αναιμικό «κοινωνικό κράτος». Τώρα εκμεταλλεύεται την κρίση χρέους για να επιβάλει την πιο άγρια, μετά τον Πόλεμο, αναδιανομή εισοδήματος υπέρ του κεφαλαίου, για να καταργήσει εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα δεκαετιών υπέρ του εργοδοτικού δεσποτισμού.

Ως αριστερά πρέπει να παλέψουμε για να ανατραπεί αυτό το σκηνικό: «Την κρίση να πληρώσουν αυτοί που τη δημιούργησαν» - το κεφάλαιο και ο συσσωρευμένος πλούτος. Να προστατευθούν οι εργαζόμενοι και οι λαϊκές τάξεις, να επανεκκινήσει η ανάπτυξη σε νέες βάσεις, με γνώμονα τις κοινωνικές ανάγκες και όχι τη μεγιστοποίηση των κερδών.

Χαμένοι πρέπει να είναι οι τράπεζες (που οι εγχώριες είναι ανάγκη να κοινωνικοποιηθούν με στόχο μια ριζικά διαφορετική στρατηγική χρηματοδότησης της κοινωνίας) και το κεφάλαιο, κερδισμένοι οι εργαζόμενοι και τα ασφαλιστικά τους ταμεία. Και μια τελευταία παρατήρηση για όσους αναζητούν τη λύση στην αύξηση των ελληνικών εξαγωγών και παρασύρονται έτσι στον «νομισματικό φετιχισμό»: Οι εργαζόμενοι δεν κάνουν εξαγωγές, εξαγωγές κάνουν οι καπιταλιστές. Αν οι Έλληνες χαλυβουργοί, ιδιοκτήτες ξενοδοχείων, διυλιστηρίων κ.ο.κ. αυξήσουν τα κέρδη τους από τη διεθνή αγορά, η ελληνική αστική τάξη δεν θα μας δώσει πίσω ούτε τους κομμένους μισθούς μας ούτε τα δικαιώματά μας, ούτε θα καλύψει την απώλεια της αγοραστικής μας δύναμης από την υποτίμηση. Την καλύτερη ζωή θα την κερδίσουμε μέσα από τους μαζικούς κοινωνικούς αγώνες για την αλλαγή του πολιτικού και κοινωνικού συσχετισμού δύναμης, που οδηγεί στην αμφισβήτηση του ίδιου του καπιταλισμού.

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2011

Αριστερή ενότητα: Αναγκαία και εφικτή; Οι δύο αναγκαίες παράμετροι του Αριστερού Μετώπου

 Κλειώ Μακρή μικρογλυπτική (από Astra Galerie)

του Ανέστη Ταρπάγκου *

ΑΥΓΗ, 1.10.11

Κεντρική θέση στην πολιτική τακτική του ΣΥΡΙΖΑ στη σημερινή συγκυρία της ολικής οικονομικής καταστροφής και κοινωνικής αποδιάρθρωσης κατέχει η αναφορά στο πολιτικό και κοινωνικό μέτωπο του συνόλου των αριστερών δυνάμεων, από τα αριστερά της αριστεράς μέχρι τις αντιμνημονιακές διαφοροποιήσεις της παραφθαρμένης ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας. Μάλιστα, μια τέτοια συμπαράταξη δυνάμεων στην τρέχουσα περίοδο έχει τη δυνατότητα να υπερσκελίσει εκλογικά το ΠΑΣΟΚ κατακτώντας αθροιστικά ένα 25% της λαϊκής ετυμηγορίας, τη στιγμή που το τελευταίο αδυνατεί πλέον να υπερβεί το όριο του 20%, ενώ η Ν.Δ. βρίσκεται μακράν της απόκτησης της κοινοβουλευτικής κυβερνητικής αυτοδυναμίας, εφόσον καταγράφεται σε ποσοστά κάτω του 30%. Παράλληλα μια τέτοια μετωπική αριστερή συμμαχία, με όλη την αναγκαία πολυμορφία της (η συμπαράταξη μαρξιστών σοσιαλιστών, κομμουνιστών και επαναστατικής αριστεράς στη χιλιανή Λαϊκή Ενότητα του 1970 δεν εμπόδισε το ριζοσπαστικό πρόγραμμα εθνικοποιήσεων της κυβέρνησης Σ. Αλιέντε, ούτε και βέβαια ήταν η αιτία της βίαιης αιματηρής πραξικοπηματικής καταστολής του 1973), είναι απαραίτητη για τη μετέπειτα πλατιά λαϊκή συσπείρωση σχετικά πλειοψηφικού χαρακτήρα, εφόσον απέναντι στο Αριστερό Μέτωπο θα ορθώνεται μια αντιδραστική κυβέρνηση «εθνικής συμμαχίας» (Ν.Δ. - ΠΑΣΟΚ με τη στήριξη του ΛΑΟΣ) ή μια αμιγώς δεξιά κυβέρνηση αναιμικής κοινοβουλευτικής ισχύος.

Παρ' όλα αυτά, στις σημερινές συνθήκες που επιτάσσουν μορφές αριστερής ενότητας, διαπιστώνεται η λειτουργία χασμάτων ανάμεσα στις ριζοσπαστικές αντιμνημονιακές δυνάμεις, όχι μόνον μεταξύ των ΚΚΕ - ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αλλά και μεταξύ αυτών και των δυνάμεων της οικολογίας , της εκσυγχρονιστικής αριστεράς και της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας, παρ' όλο που η μνημονιακή πολιτική και η συνεπαγόμενη λαϊκή χρεωκοπία αντιπροσωπεύει τον κύριο αντίπαλο όλων αυτών των δυνάμεων. Ως προφανής λόγος αυτών των διαχωρισμών προβάλλεται η εκφορά ριζικά διαφοροποιημένων πολιτικών λόγων: Άμεση έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ευρώ ή ολομέτωπη διαπάλη προς τον ακραίο νεοφιλελευθερισμό των οργάνων και μηχανισμών της; Εγκαθίδρυση της λαϊκής εξουσίας - οικονομίας, αντικαπιταλιστική κομμουνιστική επανάσταση ή μεταβατικό ριζοσπαστικό πρόγραμμα ρήξεων και ανατροπών στην κατεύθυνση της σοσιαλιστικής μεταλλαγής κ.λπ.; Η συνέχιση της κίνησης των πραγμάτων σ’ αυτό το επίπεδο των αφοριστικών πολιτικών προσανατολισμών στα σίγουρα δεν μπορεί να καταλήξει στην ανάδειξη των όρων ενός Αριστερού Μετώπου, εξ αντικειμένου πολύμορφου, με δημοκρατική λειτουργία, ενιαία δράση του αριστερού και προοδευτικού κόσμου, με κοινούς άξονες παρέμβασης.

Διαλεκτική κοινωνική ενότητα των λαϊκών εκπροσωπήσεων

Είναι φανερό ότι το επιτακτικά αναγκαίο πλαίσιο της αριστερής λαϊκής ενότητας χρειάζεται να τεθεί με δύο εντελώς διαφορετικούς όρους και σε δύο επίπεδα: Αυτό της διαλεκτικής σύνθεσης των εκπροσωπουμένων από τους σχηματισμούς της αριστεράς δυνάμεων και εκείνο της τροφοδότησης της παρέμβασης του λαϊκού κινήματος (δείγματα του οποίου υπήρξαν στις δύο - τρεις μεγάλες πανεργατικές απεργίες και στο κίνημα των Αγανακτισμένων στην Πλατεία Συντάγματος, που και τα δύο αντιμετώπισαν την ωμή αυταρχική κρατική καταστολή).

Η πολιτική διαφορετικότητα των αριστερών πολιτικών σχηματισμών (πέραν των πραγματικά διαφορετικών στρατηγικών απαντήσεων στις οποίες επιχειρούν να αντιστοιχηθούν) έλκει την καταγωγή της και από τις διαφορετικές κοινωνικές εκπροσωπήσεις τις οποίες πολιτικά συμπυκνώνουν. Όλοι οι αριστεροί φορείς εκφράζουν δυνάμεις του κυριαρχούμενου λαϊκού συνασπισμού, μακράν και σε αντιπαλότητα με τις ταξικές δυνάμεις του κυρίαρχου μπλοκ εξουσίας, ωστόσο πρόκειται σε κάθε περίπτωση για διαφορετικά στρώματα και κατηγορίες των λαϊκών τάξεων. Η επιρροή του ΚΚΕ επικεντρώνεται κατ’ εξοχήν σε τμήματα της παραδοσιακής εργατικής τάξης και των παραδοσιακών μικροαστικών στρωμάτων (αγρότες, επαγγελματίες, βιοτέχνες κ.λπ.) - Η εμβέλεια του ΣΥΡΙΖΑ αναφέρεται στην εκπροσώπηση κυρίαρχα δυνάμεων της μισθωτής και ελευθεροεπαγγελματικής διανοητικής εργασίας (τμήματα εκπαιδευτικών, γιατρών, μηχανικών, δικηγόρων κ.ά.). - Η επίδραση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει να κάνει με ριζοσπαστικές μερίδες της πανεπιστημιακής νεολαίας και στρώματα της νέας μισθωτής διανοητικής εργασίας που έχουν προλεταριοποιηθεί, αντιμετωπίζοντας παραφθαρμένες συνθήκες κοινωνικής ένταξης κ.ά.

Αυτό το αδιαμφισβήτητο κοινωνικό γεγονός βρίσκεται σε σημαντικό βαθμό στην αφετηρία των διαφοροποιημένων πολιτικών τους οπτικών και προσεγγίσεων. Το ζήτημα είναι ότι αυτά τα εκπροσωπούμενα στρώματα ανήκουν μεν όλα στους «από κάτω», αλλά ταυτόχρονα εμφανίζουν σαφώς διαφορετικές μεταξύ τους ταξικές πρακτικές, προσανατολισμούς και επιδιώξεις, έτσι ώστε δεν συγκροτούν αφετηριακά ένα συμμαχικό λαϊκό κοινωνικό μέτωπο, εκτός κι αν υιοθετεί κανείς την ιδεοληψία της γενικής αντιμονοπωλιακής συμμαχίας ενάντια στη «χούφτα των μονοπωλίων». Η πολιτική ικανότητα των ριζοσπαστικών δυνάμεων που μάχονται πραγματικά για την αναγκαία αριστερή λαϊκή ενότητα, είναι να διαμορφώσουν τους όρους της κοινωνικής συμμαχίας αυτών των διαφοροποιημένων δυνάμεων των λαϊκών τάξεων, προκειμένου αυτός ο συμμαχικός ταξικός συνασπισμός να καταστεί ηγεμονικός στο σύνολο του κυριαρχούμενου εργατικού, μικροαστικού και νεολαιίστικου μπλοκ. Η δρομολόγηση τέτοιων πρακτικών και διαλεκτικών συνθέσεων, στη βάση των άμεσων και τακτικών υλικών συμφερόντων αυτών των λαϊκών στρωμάτων που πλήττονται άγρια από τη νεοφιλελεύθερη επέλαση, είναι σε θέση να ανοίξει δρόμους και πολιτικών συγκλίσεων των δυνάμεων του αριστερού κινήματος.

Λαϊκή ενωτική αναβάπτιση του αριστερού κινήματος

Από την άλλη πλευρά, και με βάση τις υπαρκτές κινηματικές εμπειρίες του εργατικού συνδικαλισμού και του κινήματος στις πλατείες, προβάλλει ως αναγκαία διάσταση η ανάπτυξη κοινών λαϊκών πρακτικών τόσο στο παραγωγικό επίπεδο όσο και σ’ εκείνο της κατοικίας. Η διαμόρφωση αγωνιστικών απεργιακών μετώπων σε επιμέρους κλάδους (λ.χ. ιδιωτικοποιούμενοι δημόσιοι οργανισμοί και μαζικές απολύσεις σε δημόσιες υπηρεσίες, συνολικό μέτωπο δασκάλων - καθηγητών - πανεπιστημιακών - φοιτητών - μαθητών των καταλήψεων, ανάδειξη οργανωτικών μορφών των ανέργων που οδεύουν πλέον προς το ένα εκατομμύριο κ.λπ.) είναι σε θέση, εφόσον έχει χαρακτηριστικά αποτελεσματικότητας, να ωθεί τα αριστερά πολιτικά υποκείμενα που στηρίζουν αυτές τις εργατικές κινητοποιήσεις σε μιαν ορισμένη συνδικαλιστική αγωνιστική σύμπλευση.

Και εξίσου οι διαδικασίες λαϊκών συνελεύσεων στους δήμους και στις συνοικίες, με αφορμή την ανάπτυξη μαζικού κινήματος για την αδυναμία - άρνηση καταβολής του κεφαλικού φόρου εισοδήματος και του φορολογικού τέλους στις κατοικίες διαμορφώνουν αντικειμενικά ένα ευρύ πεδίο κοινής αριστερής κινητοποίησης, τέτοιο που στο βαθμό που αποκτήσει αυτοπεποίθηση της δύναμής του, είναι σε θέση να συνεργήσει στη διαμόρφωση όρων ευρύτερης αριστερής μετωπικής συμπαράταξης. Οι λαϊκές συνελεύσεις και επιτροπές που παίρνουν σάρκα και οστά αυτή την περίοδο επιδιώκεται να έχουν τα ευρύτερα δυνατά χαρακτηριστικά, χωρίς αφετηριακούς και αφοριστικούς προσδιορισμούς (ριζοσπαστικούς, αντικαπιταλιστικούς, αντιμονοπωλιακούς κ.λπ.), με τη συμμετοχή όσο το δυνατόν ευρύτερων αριστερών δυνάμεων, ενοποιημένων σε μια καίρια αγωνιστική βάση (άρνηση πληρωμής της παράνομης και υπέρμετρης φορολόγησης), και αποτελούν κολυμβήθρες αναβάπτισης και ενότητας του αριστερού κινήματος, μαζί και μέσα στον εργαζόμενο λαό.


 * Ένα σημείωμα του Χρήστου Λάσκου για τον συντάκτη του άρθρου γραμμένο πριν αρκετά χρόνια

Ο σπουδαίος άνθρωπος

Χρήστος Λάσκος
Ο Ανέστης Ταρπάγκος είναι «ιδιόρρυθμος», «δύσκολος» άνθρωπος. Τον πρωτοέμαθα στα πρώτα φοιτητικά μου χρόνια, μετά το ’80, από τα άρθρα που δημοσίευε στην Αυγή. Σε περίοδο έντονου ριζοσπαστισμού, μετά τις καταλήψεις του 815, η ανανεωτική αριστερά φαινόταν πολύ «ρεφορμιστική» για τα γούστα πολλών από μας. Άλλωστε, η διάσπαση της ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος ήταν πολύ πρόσφατη με όλα τα –και συναισθηματικά- συμπαρομαρτούντα. Τα κείμενά του, λοιπόν, στην Αυγή μου φαινόταν διαφορετικά. Ο λόγος του αψύς, μακροπερίοδος, πολύ αναλυτικός, αλλά τότε και πάντοτε ενωτικός. Ενωτικός, όχι «ενωτικός».
Τον γνώρισα από πολύ κοντά λίγα χρόνια αργότερα πάλι σε μια ενωτική προσπάθεια στο χώρο της Αριστεράς, που συμπεριλάμβανε τη ΣΣΕΚ και την ΟΒΕΣ μετά τα πρώτα Πασοκικά «σταθεροποιητικά» του ’85. Έκτοτε τον θυμάμαι να πρωταγωνιστεί συνεχώς σε τέτοια εγχειρήματα, ριζοσπαστικά και ενωτικά μαζί. Και σήμερα το ίδιο κάνει στον εργατικό συνδικαλιστικό χώρο, αλλά και στη νομαρχιακή προσπάθεια στην Θεσσαλονίκη.
Η «ιδιορρυθμία» ήταν και είναι η συνέπειά του. Την οποία πληρώνει πολλά χρόνια τώρα και, μάλιστα, τοις μετρητοίς. Ένας από τους καλύτερους τοπογράφους που διαρκώς … απολύεται. Γιατί επιδεικνύει μονίμως, κατά την εργοδοτική αργκό, αντισυμβατική συμπεριφορά. Γιατί δεν δέχεται την εξόντωση του συνδικαλισμού, γιατί θεωρεί πως οι υπερωρίες δεν μπορεί ούτε να είναι υποχρεωτικές ούτε απλήρωτες, γιατί επιμένει να συζητάει με τους συναδέλφους του, ακόμη και να τους δίνει προκηρύξεις που τους καλούν στις απεργίες της ΓΣΕΕ.
Ο Ανέστης Ταρπάγκος θα έπρεπε να είναι σύμβολο για τα συνδικάτα και την Αριστερά, όλη την Αριστερά. Τιμά τις καλύτερες παραδόσεις τους. Όταν κάποτε –μετά από την υπ. αριθμόν δεν ξέρω πια απόλυσή του- του είχα πει γιατί δεν σκέφτεται ν’ αλλάξει εργασιακή δραστηριότητα, ν’ αξιοποιήσει τις γνώσεις και την πείρα του πχ διδάσκοντας, μου απάντησε πως, εκτός των άλλων, δεν θα το έκανε γιατί δεν θέλει να απαξιώσει τις εργασιακές του ικανότητες. Είναι άνθρωπος της «παλιάς εποχής» όταν οι εργαζόμενοι ήταν περήφανοι για τη δουλειά τους.
Ο Ανέστης δεν χρειάζεται την υπεράσπισή μας απλώς. Θα πρέπει να γίνει σημαία δράσης και αντίστασης απέναντι στην εργοδοτική τρομοκρατία και τη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα. Δεν φτάνει να κερδίζει καιρό μετά όλες τις δίκες και να καταδικάζονται τα αφεντικά για καταχρηστική συμπεριφορά. Η περίπτωσή του πρέπει να γίνει δημόσιο γεγονός. Οι βουλευτές μας, οι ευρωβουλευτές μας, οι συνδικαλιστικοί μας εκπρόσωποι να το πάρουν πάνω τους ως προσωπικό τους πρόβλημα. Δεν είναι προς όφελος δικό του, αλλά προς μεγάλο όφελος του εργατικού κινήματος. Οι ταξικοί κανίβαλοι είναι έτοιμοι να κατασπαράξουν τους πάντες και τα πάντα. Ας στέρξουμε, λοιπόν, όλοι. Είναι ήδη αργά.

Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2011

Τιτλοποίηση του οράματος- Η θεοποίηση του σχεδίου στην παράδοση της Αριστεράς

Gustav Klimt
Fir Forest I, 1951

Θέσεις, Editorial, Τεύχος 116, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2011

1. Το χρέος ως μηχανισμός εκκαθάρισης

Ακόμη και για τους πιο ανυποψίαστους έχει γίνει φανερό ότι το δημόσιο χρέος λειτούργησε και λειτουργεί ως μοχλός για την πλέον απροκάλυπτη μεταπολεμικά αναδιανομή εισοδήματος και εξουσίας προς όφελος του κεφαλαίου. Επιπροσθέτως, η εξέλιξη των δημοσιονομικών μεγεθών αποκαλύπτει ότι αυτή η αντιδραστική αναδιανομή που συνοδεύεται από μια γενικευμένη παλινόρθωση επιδεινώνει το πρόβλημα το οποίο υποτίθεται ότι έρχεται να θεραπεύσει. Η συγκυρία θέτει λοιπόν αφ’ εαυτής ζητήματα στην ημερήσια διάταξη που ξεκινούν από τα άμεσα και πρακτικά και οδηγούν σε κομβικά επίδικα αντικείμενα πολιτικής και ταξικών συσχετισμών.

Άμεσο και πρακτικό είναι λοιπόν το ερώτημα αν το ελληνικό δημόσιο χρέος είναι βιώσιμο, αν δηλαδή μπορεί να εξυπηρετηθεί στο επόμενο διάστημα, εν γένει, και με τις συγκεκριμένες πολιτικές «προσαρμογής» που ακολουθούνται με βάση το Μνημόνιο και το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα ειδικότερα, καθώς και τα αποτελέσματα που επιφέρουν. Συνδεδεμένο με αυτό είναι το ερώτημα για το ενδεχόμενο να μην μπορεί να εξυπηρετηθεί, αν φτάσει δηλαδή κάποια στιγμή που δεν θα μπορούν να καταβληθούν τόκοι για κάποιο τμήμα του χρέους, ή να αποπληρωθούν ομόλογα που λήγουν. 

Ειδικότερα, κάτω από το πρίσμα ότι ο συνήθης δανεισμός δεν είναι διακρατικός οπότε θα μπορούσε ενδεχομένως να αποτελέσει αντικείμενο διακρατικής διαπραγμάτευσης και συμφωνίας, αλλά «ελεύθερος», από τις αγορές χρήματος και κεφαλαίων, κρίσιμο είναι το γεγονός ότι αυτός υπόκειται στην κρίση των αγορών και στους μηχανισμούς χρηματιστηριακής παραγωγής χρήματος από χρήμα. Με σημαντικότερο συνεπαγόμενο ότι αν και όποτε οι δανειστές εκτιμήσουν ότι δεν είναι βιώσιμη η εξυπηρέτηση του χρέους, αυξάνουν τα επιτόκια δανεισμού καθώς η εκτίμηση για το μέλλον διαμορφώνει συμπεριφορές στο σήμερα. 

Με δεδομένο ότι οι σχετικά άμεσες ανάγκες χρηματοδότησης του Ελληνικού Δημοσίου είναι υψηλότατες, μιας και στα επόμενα χρόνια θα ανακυκλωθεί σχεδόν όλο το δημόσιο χρέος σε συνθήκες αυξημένων επιτοκίων και αυξημένων ασφαλίστρων κινδύνου για τα (ελληνικά) ομόλογα, τούτο συνεπάγεται μια εγγενή τάση για αύξηση του χρέους σε αντίθεση με τις επίσημες διακηρύξεις περί «ριζικής» αντιμετώπισης του ζητήματος. Εκτός εάν αυτό συνδυαστεί με υψηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα που δεν είναι τίποτε άλλο από το αποτέλεσμα συνδυασμένης περικοπής δαπανών και αύξησης δημοσίων εσόδων, τα οποία όπως έδειξε και το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα προέρχονται από τις συνήθεις πηγές: τους μη έχοντες.

Από εδώ προκύπτει αβίαστα το ζήτημα της πολιτικής και των ταξικών συσχετισμών. Επειδή με τις πολιτικές «προσαρμογής» που υιοθετούνται μόνο ένταση της κρίσης του δημοσίου χρέους μπορεί να προκύψει, γίνεται φανερό ότι το δημόσιο χρέος και οι επιλογές αντιμετώπισής του δεν είναι παρά το πρόσωπο των πολιτικών εκκαθάρισης που έχουν ακόμη «μεγάλο δρόμο να διαβούν». Η ανεργία πρέπει να αναρριχηθεί σε ακόμη υψηλότερα ποσοστά, η καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων να γίνει ακόμη περισσότερο έκδηλη, η εργασία απόλυτα πρόθυμη να αποδεχτεί τον νέο «οδικό χάρτη».
Δεν έχουμε δει ακόμη τίποτε. Η εκκαθάριση βρίσκεται ακόμη στην αρχή…

2. Η «πολιτική» των μηχανισμών

Απέναντι σε αυτή την ολοένα σαφέστερη διαμόρφωση της πολιτικής των κυρίαρχων τάξεων με άξονα το δημόσιο χρέος και την κρίση των δημόσιων οικονομικών εκτυλίσσονται διάφορες εναλλακτικές ή συμπλέουσες πρωτοβουλίες με συγκλίνοντα η φαινομενικώς αποκλίνοντα προτάγματα.

Κατά πρώτον προβάλλει και πάλι όλος ο εσμός των κρατικών διανοουμένων: Στον ορίζοντα του ρόλου που έχουν οι ίδιοι αξιολογήσει ως αρμόζοντα στο δικό τους «μεγαλείο», εξαντλούν την ανώφελη και εν μέρει αποκρουστική δημόσια παρουσία τους σε μεγαλόστομες διακηρύξεις, στην πραγματικότητα νουθεσίες προς την εξουσία – και την κοινωνία φυσικά – για τα «ιστορικά» ζητήματα που ο κοινός νους αδυνατεί να συλλάβει. 

Εδώ εντάσσεται η πρωτοβουλία «Διακεκριμένων καθηγητών υπέρ Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος» (Βήμα 14/6/2011), στην οποία στιγματίζεται ο στρουθοκαμηλισμός των Ελλήνων με ρητορικά ερωτήματα του τύπου: «Εμείς ως λαός δεν έχουμε καμία ευθύνη για την παρούσα δραματική κατάσταση; Δεν καθυστερήσαμε με μαζικές κινητοποιήσεις τον εξορθολογισμό του ασφαλιστικού μας συστήματος; Οι πολιτικές μας επιλογές, η επίμονη απαίτηση ευχάριστων προεκλογικών υποσχέσεων που οδηγούσε τα κόμματα σε πλειοδοσία “δεσμεύσεων” και εξοστράκιζε τις φωνές της πρόνοιας και της λογικής, ο ατομικός υπερδανεισμός και ο ακραίος υπερκαταναλωτισμός την περίοδο της φαινομενικής ευμάρειας δεν συνέβαλαν στη σημερινή κατάσταση; Και υπήρξαν ποτέ λαοί που δεν κατέβαλαν τίμημα για τα λάθη τους;» Οι οποίοι βεβαίως «υπενθυμίζουν» στους Έλληνες ότι οι «Ευρωπαίοι φορολογούμενοι» δεν μπορούν να πληρώνουν την ελληνική ασυνέπεια.

Εδώ συμπυκνώνονται ανάγλυφα όλες οι δοξασίες των κρατικών μηχανισμών περί του αιτίου τη «ελληνικής κακοδαιμονίας», αν και πρόσφατα μάθαμε από τον Υπουργό Πολιτισμού ότι «τα λεφτά τα έφαγε το κύκλωμα των στημένων αγώνων». Μόνο που δυστυχώς για τους «διακεκριμένους» οι δοξασίες τους διαψεύδονται από πηγές πολύ πιο έγκυρες από τις δημοσιογραφικού τύπου αναφορές τους. 

Με βάση τα δεδομένα που δημοσιεύονται στην Zeit (22/6/2011), η Γερμανία έδωσε στην Ελλάδα πιστώσεις ύψους 8,4 δις € για τις οποίες η Ελλάδα έχει καταβάλει μέχρι στιγμής 183 εκ. € εκ των οποίων η γερμανική προμήθεια ανέρχεται σε 42 εκ. €. Επίσης η μεγέθυνση στη Γερμανία επλήγη κυρίως από την πολιτική του σκληρού Ευρώ, παρά από την βοήθεια προς τις «αδύναμες χώρες»: κάθε μονάδα υποτίμησης του Ευρώ φέρνει περίπου μία μονάδα αύξησης των γερμανικών εξαγωγών. Ενώ η «παραγωγικότητα» του κεφαλαίου είναι αρκετά διαφορετική σε κάθε χώρα: στη Γερμανία με ωριαίο εργασιακό κόστος 33,10 € παράγεται αξία 37 €, ενώ στην Ελλάδα με εργασιακό κόστος 16,60 παράγεται αξία 24 €. Και κάτι ακόμη για τους θιασώτες της «παραγωγικής» ανασυγκρότησης της Ελλάδας «που δεν παράγει τίποτε»: κύριο εξαγωγικό προϊόν της Ελλάδας προς τη Γερμανία δεν είναι το ελαιόλαδο ή τα αγροτικά προϊόντα αλλά φαρμακευτικά σκευάσματα γενικής χρήσης.

Στην ίδια λογική είναι και η έκκληση των 32 «ανθρώπων του πνεύματος» μεταξύ των οποίων και του γνωστού τροβαδούρου που αναζητεί νησιωτική χλωρίδα για να φιλοξενήσει παραγωγικά την «πανίδα» των μεταναστών, προς όλο το πολιτικό φάσμα να παραμερίσει την «ιδιοτέλεια» και να συνεργαστεί για να παραμείνει η Ελλάδα «ισότιμο» μέλος στην ευρωπαϊκή «κοινωνία». Αλλά το ίδιο πρότυπο αναπαράγει και η επιστολή «διακεκριμένων καθηγητών» προς τον Κάρολο Παπούλια με «ριζοσπαστικό» πρόσημο, όπου «με αίσθημα εθνικής ευθύνης», διατυπώνουν «συγκεκριμένες προτάσεις» που μπορούν να οδηγήσουν στην έξοδο από την κρίση, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η καταγγελία του Μνημονίου, η κήρυξη στάσης πληρωμών, η διεκδίκηση του κατοχικού δανείου αλλά και η «λειτουργία του κράτους υπό καθεστώς μηδενικού ελλείμματος»…

Όλες αυτές οι πολιτικές με το τεχνοκρατικό ή «πολιτικό» περίβλημα τελικά δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να σταθεροποιούν τον κυρίαρχο λόγο, είτε ως κύρια είτε ως συμπληρωματική όψη του. Διότι στην κάθε μορφή τους αναπαράγουν σε απλή ή διευρυμένη μορφή κάποιο σύνδρομο ιδιοκτησίας που βρίσκεται στη βάση της άρχουσας ιδεολογίας. Της «χώρας», του «κοινού σκάφους» στο οποίο είμαστε στοιβαγμένοι όλοι, του «μέλλοντος των παιδιών μας», και άλλα ηχηρά.

3. Η ανυπακοή των μαζών

Όμως, τόσο η προφανής ανεπάρκεια της πολιτικής των μηχανισμών, όσο και η πρόσφατη κυβερνητική οπερέτα των εκβιασμών και ανασχηματισμών μπροστά στην αδυναμία επιβολής του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος, δεν πρέπει να επηρεάσει τη διαύγεια της εικόνας που έχουμε μπροστά μας. Η Ελλάδα συγκλονίζεται για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες από ένα κίνημα που δεν ξεκίνησε από την Αριστερά και διατηρεί μια αξιοσημείωτη δυναμική πέρα από τα όρια και τις δυνατότητές της: το κίνημα της πλατείας. 

Μια δράση που συμπυκνώνει την οπτική του μέσου εργαζόμενου, του άνεργου και του αποκλεισμένου, της νεολαίας και των φοιτητών, μιας πρωτοβουλίας στην οποία για πρώτη φορά εμφανίζονται να συνυπάρχουν χωρίς τις συνήθεις εντάσεις τόσο ετερόκλητα στοιχεία, από το οργανωμένο της Αριστεράς, έως το ελευθεριακό και το αυθόρμητο του αντιεξουσιαστικού χώρου, και από τις αυθόρμητες λαϊκές ιδεολογίες με όλες τις αντιφάσεις τους έως ακροδεξιές και εθνικιστικές αποχρώσεις που προσπαθούν να αναβαπτιστούν στη λαϊκή κολυμβήθρα. Με στόχο να μην περάσει το «Μεσοπρόθεσμο» και με όπλο τη δημιουργία νέων συλλογικοτήτων ως αντίβαρο στη διαρκή, προϊούσα και μέχρι πρότινος αδυσώπητη κοινωνική απομόνωση.

Το «κίνημα της πλατείας» αντιδρά με τον τρόπο του, με την άμεση δημοκρατία, με τη δοκιμή νέων μορφών συνεννόησης και οργάνωσης από τα κάτω, στον ντε φάκτο αποκλεισμό του από τη λήψη των αποφάσεων και τη μετατροπή του σε εκλογικό μηχανισμό. Και με τον τρόπο και τις πρακτικές του αντιδρά και στους θεσμούς εκείνους που μιλάνε στο όνομά του, τα συνδικαλιστικά στελέχη του Δημοσίου που με την προστασία της κομματικής κάλυψης και των σχετικών προνομίων, φροντίζουν κυρίως με την επαναστατική ρητορεία να καλύψουν τη δική τους ιδιοτέλεια παρά να προάγουν το συμφέρον της εργασίας. 

Αυτή η νέα άμεση συλλογικότητα αντιστρατεύεται από τα πράγματα την παραδοσιακή κρατικού τύπου οργάνωση της Αριστεράς, που χρησιμοποιεί τα κινήματα ως εκλογικούς μηχανισμούς στα σωματεία, στους συλλόγους, στους δήμους, στη βουλή, στην ευρωβουλή, για να λειτουργήσει στη συνέχεια ως – έστω αντιπολιτευτικός – μηχανισμός του κράτους που η ίδια υποτίθεται ότι επιδιώκει να καταργήσει.

Το πλήθος στις πλατείες λειτουργεί από ένστικτο υπέρ μιας πολιτικής της αλληλεγγύης με όπλο την άμεση δημοκρατία, χωρίς να έχει – και πώς θα μπορούσε άλλωστε; – και να προτείνει τη διέξοδο και τη λύση. Λειτουργεί ως κήρυκας των αναγκών και των επιθυμιών μιας μάζας που είχε καταστεί άφωνη από τη ροή των πραγμάτων, αλλά που τελικά αποδεικνύεται έτοιμη να διεκδικήσει το άμεσο, το καθημερινό αλλά και το πολιτικό, το μεγάλο. 

Η λυτρωτική παρουσία του ανεξέλεγκτου κινήματος της πλατείας, με την ειρηνική καθημερινή άσκηση στη δημοκρατία καταρρίπτει τα ιδεολογήματα των τεχνικών της εξουσίας που από φόβο μπροστά στο κοινωνικά αστάθμητο και την ανεξέλεγκτη δυναμική των μαζών, προτείνουν και ευαγγελίζονται τον κοινωνικό ορθολογισμό που δεν είναι τίποτε άλλο από την «ασφάλεια» του κοινωνικού status quo, ένας ακόμη δρόμος προς το αδιέξοδο.

4. Η κρυφή γοητεία του ιδιωτικού

Αν οι κοινωνικές ανάγκες βρέθηκαν επιτέλους μέσω της «πλατείας» στο επίκεντρο της πολιτικής, τότε προέχει ο ορισμός τους και η διάκρισή τους από οτιδήποτε άλλο μπορεί να επιχειρείται στο όνομά τους. Η πρωταρχικότητα των κοινωνικών αναγκών έναντι του κέρδους έχει ως αναγκαία συνέπεια και τον τρόπο παραγωγής αγαθών που προορίζονται για την ικανοποίησή τους, με κεντρικό πυρήνα τη διασφάλιση του δημόσιου ελέγχου σε όλους τους τομείς που συμβάλουν στην παραγωγή τους. Αυτό στη συγκεκριμένη σημερινή συγκυρία ενδεχομένως σημαίνει ότι για το κοινωνικά συγκεκριμένο ελάχιστο επίπεδο κοινωνικών αναγκών – Υγεία-Περίθαλψη, Παιδεία αλλά και Πολιτισμό – θα πρέπει να διασφαλιστεί μέσω του κοινωνικού ελέγχου η παραγωγή για τις ανάγκες και όχι για το κέρδος. Και εδώ δυστυχώς η μη ιδιωτικοποίηση ή η τυπικά δημόσια οργάνωση της λειτουργίας συγκεκριμένων κλάδων παραγωγής δεν αρκεί για τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος και την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών. 

Το δίδαγμα από την έως σήμερα λειτουργία τυπικά δημόσιων υπηρεσιών δείχνει ότι το κλειδί για την ανάδειξη της οικονομίας των αναγκών είναι η εξάλειψη και της αφανούς εσωτερικής ιδιωτικοποίησης «από τα κάτω» που παραδοσιακά κυριαρχεί στον κοινωφελή δημόσιο τομέα. Η εσωτερική ιδιωτικοποίηση «από τα κάτω» είναι σύμπτωμα της ηγεμονίας του καπιταλισμού (και του νεοφιλελευθερισμού) και αποτελεί πολύ μεγαλύτερο εμπόδιο για την εγκαθίδρυση της οικονομίας των αναγκών από τις τυπικές σχέσεις ιδιοκτησίας επί των μέσων παραγωγής. Μιλάμε για τον θρίαμβο της ιδεολογίας του «ιδιωτικού», με τη μικρής κλίμακας ευρύτατα διαδεδομένη διαφθορά στους δημόσιους χώρους να απαιτεί ακόμη και για την παροχή της πλέον αμελητέας υπηρεσίας την ιδιωτική συναλλαγή υπό το οποιοδήποτε πρόσχημα και την καταβολή του σχετικού τιμήματος. 

Υπάρχει εμφανέστερη ομολογία απόλυτης ηγεμονίας του κεφαλαίου από την υιοθέτηση της στρατηγικής του κέρδους ως κίνητρου για την κινητοποίηση της «δημόσιας» παραγωγικής μηχανής;
Και πάλι, αυτή η βιωμένη πρακτική στην ηγεμονία της κυρίαρχης ιδεολογίας δεν είναι άραγε ένα απόλυτο εμπόδιο σε κάθε προσπάθεια για την παραγωγή πραγματικά δημόσιων αγαθών σύμφωνα με τις ανάγκες, δηλαδή εμπόδιο σε κάθε προσπάθεια να γίνει ηγεμονικό το στρατηγικό πρόταγμα μιας Κοινωνίας της Αλληλεγγύης;

Αλλά πέρα και πάνω από τη δωροληψία, τη συναλλαγή και την κυριαρχία του κέρδους στις δοσοληψίες που σχετίζονται με δημόσια αγαθά, παρόμοιας υφής είναι και η κυριαρχία του ιδιωτικού που αναπτύσσεται σε δημόσιες υπηρεσίες, ακόμα και κοινωφελείς, με την παραμέληση του καθήκοντος, την υιοθέτηση γραφειοκρατικών αντιλήψεων στην εξυπηρέτηση των πολιτών, τη «λούφα» και την απουσία ελέγχου επί του αποτελέσματος. Και μάλιστα σε έναν τομέα που ως δημόσιος θα όφειλε να λειτουργεί υποδειγματικά για την παραγωγή των κοινωνικών αγαθών. Το «ίδιον συμφέρον» όσο ασήμαντο και αν φαίνεται αποτελεί τη μαγιά για την απαξίωση της οικονομίας των αναγκών και της κοινωνίας της αλληλεγγύης: Αυτό το ιδεολογικό κλίμα, που σε ορισμένες περιπτώσεις εκτρέφει και διαχέει τη διαφθορά, την παράνομη συναλλαγή και «εξυπηρέτηση» ιδιωτικών συμφερόντων, βρίσκεται στον αντίποδα του εγχειρήματος της κοινωνικής ανατροπής και αποτελεί άλλη μια έκφανση της ηγεμονίας του κέρδους πάνω στις ανάγκες.

5. Το Σχέδιο και το Όραμα

Όλα τα παραπάνω μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι συνιστούν «πολυτέλεια» στη σημερινή συγκυρία, στην οποία η εργασία δέχεται ολομέτωπη επίθεση από το κεφάλαιο με όπλο τη δημοσιονομική κρίση και με μέσο την κάθε είδους κρατική τρομοκρατία. Μάλιστα εύλογη φαίνεται και η κριτική ότι η θέση αυτή συγκαλύπτει τις διαχωριστικές γραμμές, βρίσκοντας εχθρούς στο «εσωτερικό» των δυνάμεων της εργασίας, τη στιγμή που προέχει πάνω απ’ όλα η αρραγής ενότητα του μετώπου απέναντι στο κεφάλαιο και το κράτος. 

Η γοητεία και ηγεμονία του ιδιωτικού είναι όμως μια πραγματικότητα που διαπερνά το σύνολο των μηχανισμών, ακόμη και εκείνων που μιλούν στο όνομα της Αριστεράς ή της αντίστασης στα μέτρα του Μνημονίου. 

Η συναλλαγή και η θεραπεία του «ιδιωτικού» κυριαρχούν σε συνδικαλιστικές πρακτικές του Δημοσίου, ιδίως εκεί όπου ο κυβερνητικός συνδικαλισμός κάθε χροιάς έχει εξαλείψει κάθε κοινωνική γείωση και έχει εκθρέψει τη συνδιοίκηση στις μεγάλες κρατικές επιχειρήσεις. Γεγονός που δεν συγκαλύπτεται από τις «μαχητικές» κινητοποιήσεις όσων δεν κινδυνεύουν στην εργασιακή τους ασφάλεια, οι οποίες άλλωστε έχουν ημερομηνία λήξης κατά την ψήφιση του κάθε νόμου. Ούτε από τις κραυγές για «ασυμβίβαστο αγώνα» ενάντια στην ιδιωτικοποίηση όταν εκείνο που μάλλον διακυβεύεται είναι η θέση της συνδικαλιστικής αριστοκρατίας στην εσωτερική εταιρική ιεραρχία και εξουσία. Ιδίως όταν η «μετοχοποίηση» έχει γίνει σιωπηρά ή ηχηρά δεκτή ως μέσο για την «ενίσχυση της αναπτυξιακής πορείας» των επιχειρήσεων, «παραβλέποντας» ότι η χρηματιστηριακή λογική εδράζεται στη μεγιστοποίηση της αξίας για τους μετόχους και όχι σε κάποιο νεφελώδες κριτήριο κοινωνικής ωφέλειας. 

Και δεν είναι σπάνιο οι πρακτικές αυτές στη συγκυρία να αποσπούν την ενεργή υποστήριξη της Αριστεράς, στο πλαίσιο μιας τακτικής ή και στρατηγικής σύμπλευσης. Γιατί η Αριστερά είναι προσηλωμένη στους άμεσους, μεσοπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους στόχους και έχει συνηθίσει να τους εντάσσει σε ένα πανταχού παρόν «Σχέδιο», το οποίο στόχο έχει να υπηρετήσει την πάλη για «τότε» που «η Αριστερά θα γίνει κυβέρνηση». Ένα Σχέδιο που κάτω από την πίεση της καθημερινής πολιτικής πρακτικής τείνει να ισχυρίζεται ότι διαθέτει «λύσεις» επεξεργασμένες για τώρα, για το μέλλον. Κάτι που, ακόμη και αν υφίσταται στα χαρτιά, είναι διαβατήριο για τον κόσμο των σκιών μιας και η δημιουργία του αριστερού «Σχεδίου» δεν είναι τίποτε άλλο από ένα εναλλακτικό πρόταγμα ηγεμονίας, το οποίο τίθεται «εδώ και τώρα», και του οποίου «υποκείμενο» μέσα στην πάλη των τάξεων δεν μπορεί να είναι παρά τα κινήματα, ο κόσμος της εργασίας και η νεολαία. 

Μια κατασκευή δηλαδή στην οποία το Όραμα έχει πάντα τον πρώτο και καθοριστικό ρόλο.

6. I had a dream

Το Σχέδιο λοιπόν έπεται, «δεν υπάρχει», παρά μόνο ως διαδικασία δημιουργίας του, δηλαδή διαμορφώνεται από το «υποκείμενο» (τα κινήματα, τον κόσμο της εργασίας, τη νεολαία) μέσα στην ταξική πάλη, καθώς θα αλλάζει ο ταξικός συσχετισμός δύναμης, θα κερδίζονται μάχες, θα διαμορφώνονται νέα πρακτικά δεδομένα πάνω στα οποία θα μπορέσει να στηριχθεί ο επόμενος κύκλος ανέλιξης του Σχεδίου. Αυτό δεν σημαίνει βεβαίως ότι δεν υπάρχουν κατευθυντήριοι άξονες, αρχές και στόχοι, που τίθενται από την Αριστερά και τα κινήματα, αλλά αυτά επ’ ουδενί συνιστούν αυτό που τυπικά χαρακτηρίζεται Σχέδιο. Το Σχέδιο προκύπτει μόνο μέσα στη διαδικασία των κοινωνικών μετασχηματισμών και μόνο εφόσον διαμορφώνονται οι κατάλληλοι συσχετισμοί δύναμης.

Υπάρχει και μια ιστορική εικονογράφηση των παραπάνω που μπορεί να μας βοηθήσει να αντιληφθούμε τη σημασία και την απόλυτη χρησιμότητα του οράματος. Στη δεκαετία του ’60, ο ηγέτης του κινήματος για την εξάλειψη των φυλετικών διακρίσεων στις ΗΠΑ Martin Luther King ξεκίνησε τη μεγάλη εκστρατεία του και την πορεία προς την πρωτεύουσα των ΗΠΑ – που δυστυχώς διακόπηκε άδοξα με τη δολοφονία του – με μια μαγική φράση που έδρασε καταλυτικά και ηγετικά στη δεδομένη εκρηκτική συγκυρία της φυλετικής καταστολής των έγχρωμων πολιτών, με το ιστορικό: I have a Dream. Για να γίνει χιονοστιβάδα στη συνέχεια.

Αντιθέτως, αν διακήρυσσε ένα τεχνοκρατικό I have a Plan, δηλαδή ότι στις δεδομένες συνθήκες είχε Σχέδιο και «προτάσεις διεξόδου», μάλλον θα έμενε στην ιστορική αφάνεια. Αντίθετα, το περίφημο I have a dream, κινητοποίησε γιατί παρέπεμπε στο Όραμα και στην αναγκαιότητα να αλλάξουν οι δεδομένες κατά την έναρξη της διαδικασίας συνθήκες.

Όραμα: η επίκληση του ανέφικτου ως δικαίωμα για τη σταδιακή και υπό συνθήκες στοιχειοθέτηση του Σχεδίου ανατροπής. Οι εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι που βρίσκονται στις πλατείες της χώρας ξέρουν καλά τι δεν θέλουν (τη φτώχεια, την ανεργία, τον αυταρχισμό, την έλλειψη δημοκρατίας) και επομένως έχουν σαφές το περίγραμμα του Οράματος. 

We have a Dream…

Κυριακή 10 Ιουλίου 2011

Η αριστερή στρατηγική απέναντι στην κρίση

Constant Nieuwenhuys, New Babylon Vinkenoog, Simon.Amsterdam. Galerie d'Eendt. 1963. Square folio. (από http://books.simsreed.com/catalogues.php?catalog=modill10&stk=34948&catNo=35)


του Χρήστου Λάσκου


από την ΑΥΓΗ, 10.07.11


Οι κομμουνιστές ξεχωρίζουν από τα άλλα προλεταριακά κόμματα [...] επειδή στους διάφορους εθνικούς αγώνες των προλετάριων προβάλλουν και προωθούν τα κοινά και ανεξάρτητα από εθνικότητα συμφέροντα του προλεταριάτου ως σύνολο...
Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος

Είναι γνωστό πως, εδώ και ενάμιση χρόνο τουλάχιστον, στο πλαίσιο της ελληνικής Αριστεράς συγκρούονται δύο κύριες οπτικές, σε ό,τι αφορά την κρίση και την απάντηση σε αυτήν.
Στην πραγματικότητα, βέβαια, η διαμάχη ως προς τα βασικά της συστατικά έρχεται από πολύ παλιά, αναπαράγοντας στο όριο τις αντιπαραθέσεις της δεκαετίας του ’30 --της περιόδου της Μεγάλης Ύφεσης-- περί καπιταλιστικής ή αστικοτσιφλικάδικης Ελλάδας ή, διαφορετικά, τις διαφωνίες σχετικά με τον χαρακτήρα της επανάστασης, σοσιαλιστικό ή αστικοδημοκρατικό. Αυτή η διαμάχη συνεχίστηκε για τα επόμενα ενενήντα σχεδόν, χρόνια αντιπαραθέτοντας «αντιιμπεριαλιστές» με «αντικαπιταλιστές», «καθαρούς» ή σε μίγματα διάφορων αναλογιών. Δεν σκοπεύω να αναπτύξω εδώ αυτήν τη θεματική, βέβαια. Η ιστορία μπορεί να περιμένει όταν οι συνθήκες είναι τόσο πιεστικές όσο οι τωρινές. Για όποιον όμως ενδιαφέρεται παραπέμπω στο βιβλίο του Παντελή Πουλιόπουλου, από το μακρινό 1934, με τίτλο Δημοκρατική ή σοσιαλιστική επανάσταση στην Ελλάδα; και ιδίως το κεφάλαιο με τίτλο «Το ιλαροτραγικό πρόγραμμα της ελληνικής «δημοκρατικής διχτατορίας»».

***

Οι δύο βασικές γραμμές λοιπόν, που διατρέχουν τη σημερινή συζήτηση, νομίζω πως σχηματικά πολώνονται γύρω από το ζήτημα της Ευρώπης. Προσοχή! Επειδή πολλές φορές υπάρχει η αίσθηση πως κεντρικό είναι το ζήτημα της «στάσης πληρωμών» ή όχι, έχει σημασία να διευκρινιστεί εξαρχής πως αυτό είναι ένα θέμα απολύτως ήσσονος σημασίας. Κατά κύριο λόγο, μάλιστα, αφορά την τακτική της διαπραγμάτευσης, τη στιγμή που το ουσιώδες είναι το ποιος είναι αυτός που θα διαπραγματευθεί. Το θέτω συνεπώς εντός παρενθέσεως, θεωρώντας πως ήδη έχει υπάρξει μια μεγάλη σειρά επιχειρημάτων --περισσότερων από όσα του άξιζαν-- που αναδεικνύουν τα σχετικά προβλήματα.

Ας επιχειρήσουμε λοιπόν να ορίσουμε του δύο πόλους της σημερινής διαμάχης. Κατά την άποψη του Κώστα Λαπαβίτσα,1 ο ένας πόλος είναι αυτός των ευρωπαϊστών (ένθερμων ή απρόθυμων) και ο άλλος ο δικός του, ο οποίος δεν προσδιορίζεται όμως με κάποιο ιδιαίτερο όνομα. Αυτή η έλλειψη μπορεί να εξηγηθεί είτε γιατί είναι προφανές περί τίνος πρόκειται είτε γιατί υπάρχει το πρόβλημα του τι είναι το αντίθετο του «ευρωπαϊσμού», και ιδίως του «επαναστατικού ευρωπαϊσμού», όπως ονομάζει ο ίδιος τον ένα από τους δύο «ευρωπαϊσμούς», τον απρόθυμο. Νομίζω πως έχουμε, χωρίς αμφιβολία, να κάνουμε με το δεύτερο: τη δυσκολία δηλαδή του αυτοπροσδιορισμού όσων δεν είναι «ευρωπαϊστές», πολύ περισσότερο όταν το σύνολο σχεδόν της ευρωπαϊκής αντικαπιταλιστικής Αριστεράς --χωρίς να αναφερθούμε καν στο ΚΕΑ-- αποτελείται από «επαναστάτες ευρωπαϊστές».

Βέβαια, οι τελευταίοι επ’ ουδενί αισθάνονται «ευρωπαϊστές», όπως φαντάζομαι και ο Λαπαβίτσας, κατ’ αντίστιξη, δεν νιώθει «εθνικιστής» -- να, ωστόσο, το όνομα που λείπει, αν αποδεχτούμε τη συγκεκριμένη λογική της δικής του ονοματοθεσίας.

Όπως σημειώνει η Özlem Onaran,2μεταξύ των αντικαπιταλιστικών δυνάμεων στην Ευρώπη έχει εγκαθιδρυθεί μια συμφωνία σχετικά με τη στρατηγική απέναντι στην κρίση γύρω από τέσσερις άξονες: α) αντίσταση απέναντι στις πολιτικές λιτότητας και τις περικοπές, β)ένα ριζικά προοδευτικό-αναδιανεμητικό φορολογικό σύστημα και ελέγχους στην κίνηση του κεφαλαίου, γ) κοινωνικοποίηση και δημοκρατικό έλεγχο των τραπεζών και δ) δημοκρατικό έλεγχο του χρέους με στόχο τη διαγραφή του σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Η λογική αυτής της ευρείας συμφωνίας στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής Αριστεράς συνίσταται στην προφανή διαπίστωση πως ο διεθνής χαρακτήρας της επίθεσης του κεφαλαίου επιτάσσει πως η αντίσταση θα πρέπει εξίσου να οργανωθεί σε διεθνές επίπεδο. Απέναντι στην πολυεθνική άρχουσα τάξη της Ευρώπης, μια διεθνιστική απάντηση μπορεί να διαμορφώσει μια πολύ ισχυρότερη εναλλακτική συγκριτικά με αντίστοιχες εθνικές στρατηγικές.

Διαπιστώνετε κάτι ιδιαίτερα «ευρωπαϊστικό» σε αυτή την τοποθέτηση; Εγώ, πάλι, όχι. Αντίθετα, ακριβώς, διακρίνω μια σοβαρή έγνοια να διασφαλιστούν δύο ουσιώδεις προϋποθέσεις για μια αποτελεσματική αριστερή απάντηση: η ενότητα του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού δυνάμεων στη σύγκρουση με το κεφάλαιο και η αποφυγή επιλογών, που είναι απολύτως αποδεδειγμένο ιστορικά πως αντιστοιχούν πολύ περισσότερο σε εθνικιστικά και δεξιόστροφα κινήματα -- ειδικά, μάλιστα, σήμερα που ο εθνικισμός αναπτύσσεται ραγδαία στο κέντρο της Ευρώπης και η άκρα Δεξιά ξαναγίνεται ισχυρός κίνδυνος. Ακριβώς γι’ αυτό, η πρόταξη της αντίστασης και των ταξικών πλευρών, που τίθενται πρώτες από την ίδια την ιεράρχηση των αξόνων, διασφαλίζει μια αριστερή πρόσληψη του προγράμματος.

***

Έναντι αυτών τι προτείνει η άλλη πλευρά; Νομίζω, εν πολλοίς, προτείνει την έξοδο από το ευρώ (με αιχμή του δόρατος τη στάση πληρωμών, αλλά, όπως ήδη τόνισα, αυτό δεν έχει στρατηγικό χαρακτήρα). Όλα τα υπόλοιπα (κρατικοποιήσεις, έλεγχοι κεφαλαίων, βιομηχανική πολιτική κλπ) στην πραγματικότητα έχουν ως απόλυτη προϋπόθεση το πρώτο. Η ιδέα, συνεπώς, εύκολα συγκεντρώνεται στο δίπολο «δραχμή + αριστερή κυβέρνηση» στο πλαίσιο του εθνικού κράτους.

Η έξοδος από το ευρώ, όπως πολλές φορές έχει υποστηριχθεί, θα έχει ως πρώτη συνέπεια τη δυνατότητα άσκησης νομισματικής πολιτικής με στόχο την αύξηση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Επειδή, προφανώς, η μείζων αυτή επιλογή δεν έχει καμιά σχέση με ο,τιδήποτε θα θύμιζε Αριστερά έρχεται ο δεύτερος προσθετέος της φόρμουλας, η «αριστερή κυβέρνηση» δηλαδή, με το πρόγραμμά της. Μόνο που κι εκεί είναι πολλά τα προβλήματα. Γιατί ο προτεινόμενος κρατικός καπιταλισμός, παρόλο που πολλές φορές έχει διακηρυχθεί πως αποτελεί πρόκριμα για το σοσιαλισμό, ποτέ δεν εξηγήθηκε, ούτε ακροθιγώς, το πώς και το γιατί. Παρομοίως, το γιατί μια πρόταση κρατικού καπιταλισμού σε εθνικό επίπεδο συνιστά αντικαπιταλιστική κίνηση είναι εξίσου μυστηριώδες. Ο στόχος της «εθνικής ανεξαρτησίας» --ό,τι κι αν σημαίνει αυτό-- είναι απολύτως σαφής. Ο στόχος της ενίσχυσης της θέσης του ελληνικού καπιταλισμού στο πλαίσιο του διεθνούς καταμερισμού εργασίας, επίσης.

Το ταξικό περιεχόμενο αυτής της πολιτικής, αντίθετα, δεν είναι καθόλου σαφές. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν όλη αυτή την ανάλυση τη διατρέχει η αντίληψη πως ο έσχατος αντίπαλος είναι οι «πιστωτές» και όχι η καπιταλιστική τάξη. Είναι πολύ ενδεικτικό, από αυτή την άποψη, πως καθόλου δεν προβάλλεται το γεγονός πως ενώ οι γαλλικές και γερμανικές τράπεζες --οι χειρότεροι των «πιστωτών»-- έχουν απαιτήσεις κάποιων δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ, οι έλληνες καπιταλιστές --και όχι μόνον οι μεγάλοι-- διαθέτουν σε καταθέσεις στο εξωτερικό, παράκτιες εταιρίες και ρευστότητα του εφοπλιστικού κεφαλαίου χρηματικά ποσά που μετρούνται σε τρις (χωρίς να συνυπολογίσουμε την υπόλοιπη περιουσία τους) και τα οποία θα απέδιδαν σε φόρους ποσά πολλαπλάσια του συνολικού ελληνικού χρέους. Όπως, επίσης, είναι ενδεικτικό πως η πρόταξη, από τη δική μας πλευρά, των ζητημάτων της αναδιανομής και της άγριας φορολόγησης του κεφαλαίου και του πλούτου θεωρείται «συνδικαλιστική», ενώ είναι προφανές πως αυτό που παίζεται κατεξοχήν είναι το να αποφύγουν ακριβώς «αυτοί» να πληρώσουν τόσο το χρέος όσο και την κρίση. Γιατί, ακόμη και στην περίπτωση της ολικής διαγραφής του χρέους, «αυτοί» είναι που κυρίως θα ευνοηθούν, εκτός και αν στοχοποιηθούν με συστηματικό τρόπο, κάτι με το οποίο οι υποστηρικτές της «εξόδου» ελάχιστα ασχολούνται.

Πράγμα απολύτως λογικό, βέβαια, αν σκεφτούμε πως, για τον Λαπαβίτσα, «[η] κρίση οφείλεται στις αδυναμίες της ελληνικής αστικής τάξης... Η απώλεια ανταγωνιστικότητας, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, η ροπή προς την ιδιωτική κατανάλωση, ο υπερδανεισμός των νοικοκυριών, η γιγάντωση των τραπεζών (! Χ.Λ.) μέσα στο σύστημα του ευρώ συνιστούν την ουσία του ελληνικού προβλήματος... Από θέσεως αδυναμίας, η ελληνική άρχουσα τάξη αποδέχτηκε το Μνημόνιο» (Η Αυγή, 10.10.2010). Η ελληνική άρχουσα τάξη απολαμβάνοντας τη μεγαλύτερη κερδοφορία στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έχοντας τη χρηματική «επιφάνεια», στην οποία αναφερθήκαμε ήδη, διεισδύοντας ισοπεδωτικά στις οικονομίες των γειτονικών χωρών σε ποσοστά ασύλληπτα, παρ’ όλα αυτά θεωρείται «αδύναμη», και μάλιστα η «αδυναμία» της γίνεται αίτιο της ελληνικής κρίσης, φέρνοντάς τη στη δυσάρεστη θέση να αποδεχτεί το Μνημόνιο! Το γεγονός πως το τελευταίο δουλεύει ως η τέλεια μηχανή για τα δικά της συμφέροντα, σε βαθμό που ούτε στα πιο τρελά της όνειρα δεν θα μπορούσε να φανταστεί, προφανώς είναι, επίσης, ένδειξη «αδυναμίας».

Εδώ βρίσκεται το κύριο σημείο διαχωρισμού των δύο αναλύσεων. Γιατί η ανάλυση της «εξόδου» αυτό που προσάπτει στον ελληνικό καπιταλισμό είναι πως «απέτυχε», ενώ είναι προφανές πως, σε ό,τι αφορά αυτό που κάνει το κεφάλαιο να είναι κεφάλαιο, η δυνατότητά του δηλαδή να εκμεταλλεύεται την εργασία, η επιτυχία του είναι περιφανής. Και, από αυτή την άποψη, η ανάλυση αυτή προσομοιάζει ιδιαίτερα με αυτήν της κυβέρνησης. Τι λέει η κυβέρνηση; Το πρόβλημα είναι η «ανταγωνιστικότητα» και το δημόσιο χρέος («χρεοκοπία του μοντέλου ανάπτυξης»). Τι λέμε εμείς; Το πρόβλημα είναι η ακραία εκμετάλλευση και η ανισότατη διανομή. Να πληρώσουν αυτοί!

Γι’ αυτό και από την πρώτη στιγμή επιχειρήσαμε να μετατοπίσουμε την ατζέντα της συζήτησης μακριά από αυτά που έθετε η κυβέρνηση, χωρίς να βοηθηθούμε καθόλου, προφανώς, από όσους μας κατήγγελαν πως «δεν καταλαβαίναμε την ιδιοτυπία της ελληνικής κρίσης, γενικολογώντας». Γι’ αυτό, από την πρώτη στιγμή, επιμείναμε στον διεθνή προσανατολισμό, κατανοώντας την κοινότητα της ταξικής διάστασης της ευρωπαϊκής κρίσης. Γι’ αυτό εμμένουμε να μιλάμε με παραδοσιακούς μαρξιστικούς όρους για παγκόσμια καπιταλιστική κρίση υπερσυσσώρευσης, υπογραμμίζοντας πως μια εκτεταμένη διαδικασία καταστροφής κεφαλαίου θα τεθεί αναγκαστικά σε κίνηση προκειμένου να περάσει το σύστημα σε νέα φάση συσσώρευσης.

***

Δεδομένων των προηγουμένων είναι, νομίζω, σαφές, γιατί η ευρωπαική ριζοσπαστική Αριστερά δεν μπορεί να προσχωρήσει σε ιδέες που αναπτύσσονται με κέντρο μια στρατηγική «εξόδου». Γιατί απορρίπτει, δηλαδή, αυτό τον ιδιότυπο «μονεταρισμό», που δαιμονοποιώντας ένα νόμισμα επιτρέπει την απόκρυψη των καπιταλιστικών σχέσεων, οι οποίες είναι η αιτία των προβλημάτων -- και, μάλιστα, στην περίπτωσή μας, η άμεση αιτία.

Φυσικά, ενός κακού μύρια έπονται. Έτσι, και εδώ, η όλη στρατηγική πρόταση που ακολουθεί τη βασική ιδέα της «εξόδου» εμφορείται από στοιχεία στα οποία η ριζοσπαστική Αριστερά έχει επί πολύ ασκήσει δριμεία και αποδομητική κριτική. Κατά μία έννοια, ό,τι καταδικάζονταν στη θεωρία του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού και του λαϊκομετωπισμού επανέρχεται ως σύγχρονη αριστερή πρόταση.

Ας θυμηθούμε λοιπόν πως η κριτική που ασκήθηκε κατά τη διάρκεια της κρίσης της δεκαετίας του ’70 στις κυρίαρχες τότε δυνάμεις της Αριστεράς απέδιδε στη στρατηγική των τελευταίων ένα τρίπτυχο ιδεών, που βρίσκονταν στη βάση της παταγώδους αποτυχίας τους να υπερασπιστούν τότε τα συμφέροντα της εργατικής τάξης: οικονομισμός-κρατισμός-κυβερνητισμός.

Τι γίνεται σήμερα;

α) Η συζήτηση κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε ένα ψευτοδίλημμα περί του κατάλληλου λαϊκού (!) νομίσματος. Λες και η υποτιμημένη δραχμή δεν θα «συμπεριφέρεται», για κάποιο μυστηριώδη λόγο, με βάση τους κοινωνικοταξικούς συσχετισμούς, που δομούν τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό. Η αντιμετώπισή της ως σχεδόν «υπερόπλου» εναντίον του γερμανικού πυρήνα (!) ή τουλάχιστον ως της απόλυτης προϋπόθεσης γαι τη σωτηρία «μας» συνιστά κλασικό οικονομισμό και, μάλιστα, εξαιρετικά ρηχό.

β) Η κεντρική θέση που καταλαμβάνει το κράτος στη στρατηγική της «εξόδου» δεν την διαφοροποιεί σε τίποτε, μα τίποτε, από την κρατιστική εμμονή π.χ. του Γαλλικού ΚΚ τη δεκαετία του ’70 πως η αλλαγή στον «κάτοχο» του κρατικού μηχανισμού είναι ικανότατος όρος για την εφαρμογή μιας άλλης πολιτικής. Νομίζω πως μια τέτοια θέση, εκτός του ό,τι σπέρνει ψευδαισθήσεις που γρήγορα καταρρέουν συμπαρασύροντας και τους υποστηρικτές τους, μας απομακρύνει τόσο πολύ από τον καταστατικό αντικρατισμό μας, από την αντιμετώπιση του κράτους, για να θυμηθούμε τον Μαρξ, ως «τρομερού τέρατος», που γίνεται επικίνδυνη. Είμαστε τόσο αντικρατιστές όσο ακριβώς και αντικαπιταλιστές ή δεν είμαστε τίποτε. Επιδιώκουμε από τώρα να δομήσουμε μορφές κοινωνικής παρέμβασης και οικονομικής αυτοοργάνωσης εκτός και σε αντιπαλότητα με το κράτος ή συνεργούμε στην εγκαθίδρυση ενός εθνικο-κρατικού καπιταλισμού. Γι’ αυτό κι εμείς στο ΣΥΝ έχουμε τόσο μεγάλη εμμονή στην πρόταξη των ιδεών της οικονομίας των αναγκών και της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας. Γι’ αυτό δεν παθιαζόμαστε από παραγωγικές ανασυγκροτήσεις και βιομηχανικές πολιτικές -- εκτός εάν, ενάντια σε όλη την παραγωγιστική και παρωχημένη αριστερή παράδοση του παρελθόντος, εννοούμε ανασυγκροτήσεις και πολιτικές που αφορούν τη δόμηση των παραγωγικών σχέσεων και όχι την «ανταγωνιστικότητα» της χώρας. Τίποτε στην πρόταση της «εξόδου» δεν πείθει για το τελευταίο.

γ) Είναι διάχυτη η άποψη πως η αλλαγή στο κυβερνητικό επίπεδο, η εκλογή μιας αριστερής κυβέρνησης, είναι καθοριστικό βήμα για όσα προτείνονται. Έτσι επιλύεται ένα πρόβλημα χωρίς καν να τεθεί. Ακόμη χειρότερα, αντικειμενικά ενισχύεται ο εγγενής κυβερνητισμός της όλης Αριστεράς. Κι όταν λέω όλης δεν εξαιρώ προφανώς ούτε τη δική μας. Κάθε άλλο, μάλιστα. Ο κυβερνητισμός, όμως, είναι μείζων κίνδυνος. Γιατί αποτρέπει από την επιδίωξη του ουσιώδους, που δεν είναι άλλο από την πραγματική είσοδο των μαζών στην πολιτική, από την αναζήτηση εκείνων των μορφών που προσιδιάζουν στις απαιτήσεις εκτεταμένης και ουσιαστικής συμμετοχής, οι οποίες βρίσκονται στη βάση οποιουδήποτε χειραφετητικού εγχειρήματος. Τη στιγμή που ο κόσμος κινητοποιείται με πρωτοφανή τρόπο στις πλατείες, ανοίγοντας αφάνταστες μέχρι λίγες μέρες πριν δυνατότητες, κάποιοι μεταξύ μας θεωρούν πρώτο το ζήτημα της αριστερής κυβέρνησης. Αλήθεια, τι είναι μια «αριστερή κυβέρνηση»;

δ) Στη βάση της όλης στρατηγικής σύλληψης της «εξόδου» βρίσκεται ένας κλασικού τύπου λαϊκομετωπισμός. Πολλές φορές μάλιστα είναι και ομολογημένος. Ο ελληνικός «λαός», έτσι αδιαφοροποίητα, πλην μιας δράκας μεγαλοκαρχαριών, έχει συμφέρον να αντιταχθεί στην κυρίαρχη πολιτική. Έτσι, για μια ακόμη φορά, ο ταξικός χαρακτήρας των γεγονότων εξατμίζεται αφήνοντας να κυριαρχεί η εικόνα μιας «χώρας» που δέχεται επίθεση πανταχόθεν -- γι’ αυτό, άλλωστε, τόσο συχνά τονίζεται η ανάγκη συνειδητής συμπερίληψης της «εθνικής» διάστασης των πραγμάτων. Μόνο που, αντί να συμπεριλαμβάνεται, η «εθνική» διάσταση κατακυριαρχεί καθορίζοντας τα πάντα. Η «Σπίθα» είναι ο λογικός πολιτικός αποδέκτης, ανεξαρτήτως προθέσεων. Αν και για ένα σημαντικό τμήμα οπαδών της «εξόδου» αυτό, μάλλον, δεν συνιστά πρόβλημα.

ε) Έτσι, όμως, αγνοείται η ανάγκη να δούμε ποιός πραγματικά κοινωνικά είναι με ποιόν και ποιός, παρά τα επιφαινόμενα, δεν είναι. Αντιγράφοντας τον Π. Λ. Ρυλμόν, νομίζω μαζί του πως, «τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα και το μεγαλύτερο μέρος των μεσαίων στρωμάτων αποδέχονται την επιδείνωση της ανισότητας ως προς το εισόδημα και τις κοινωνικές υπηρεσίες, όπως αποδέχονται την αύξηση της ανεργίας και την επέκταση της φτώχειας. Παρόλο που οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης και των πολιτικών που τη διαχειρίζονται έχουν για όλο σχεδόν τον πληθυσμό κάποιες αρνητικές επιπτώσεις, η επιδείνωση των ανισοτήτων που επιβάλλουν αυτές οι πολιτικές, υποστηρίζεται και γίνεται δεκτή με ενθουσιασμό από τη συντριπτική πλειοψηφία των προνομιούχων [...]. Στις επιχειρήσεις [μεγάλες και μικρές] βρίσκεται σε εξέλιξη ένα σαρωτικό σχέδιο απολύσεων όσων υπερασπίζονται τα νόμιμα δικαιώματα των εργαζομένων [...]. Οι εκκλήσεις επομένως για παλλαϊκή ενότητα σε αυτές τις συνθήκες αποτελούν υπεκφυγές, από όπου κι αν προέρχονται» (Η Εποχή, 1.5.2011).

***

Ας το ξαναπούμε, λοιπόν. Η όλη ανάλυση, που τονίζει τα νομίσματα, τα ισοζύγια πληρωμών και τις διεθνείς μακροοικονομικές ανισορροπίες δεν μπορεί παρά να τοποθετεί στο κέντρο τη δι-εθνική «κλοπή αξίας» στη θέση της υπεραξίας και της εκμετάλλευσης, να προτάσσει δηλαδή την ανισότητα μεταξύ «κέντρου» και «περιφέρειας» σε μια νέα, όχι και πολύ ιδιότυπη, εκδοχή της ανδρεοπαπανδρεϊκής «ανάλυσης» της δεκαετίας του ’70 που, ως γνωστόν, έφερε «το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση, το λαό στην εξουσία» εγκαθιδρύοντας τον «σοσιαλισμό στις 18». Κι ας έφαγαν οι μαρξιστές την ψυχή τους για να δείξουν περί ποίων ασυναρτησιών επρόκειτο. Κι ας είναι απολύτως φανερό πως οι «μακροοικονομικές ανισορροπίες και τα ελλειμματικά ισοζύγια» είναι συνέπειες και όχι αίτια. Συνέπειες, μάλιστα, ενός κατεξοχήν ταξικού, με την πιο «καθαρή» έννοια του όρου, συμβάντος: της τεράστιας, ιστορικής σημασίας ίσως, νίκης που πέτυχε το κεφάλαιο απέναντι στην εργασία, όχι στην «περιφέρεια», αλλά στο γεμανικό «κέντρο».

Δεν υπάρχει, νομίζω, αμφιβολία πως ο Θ. Παρασκευόπουλος έχει δίκιο συνοψίζοντας: «Να πληρώσουν οι πλούσιοι. Αυτό θα ήταν η σωστή πανευρωπαϊκή απαίτηση της αριστεράς για την αντιμετώπιση του χρέους και για την εύρεση πόρων για την ανάπτυξη και την απασχόληση. Στο πρώτο του προγραμματικό κείμενο ο ΣΥΡΙΖΑ έλεγε ότι αντιλαμβάνεται την Ευρωπαϊκή Ένωση ως ταξική εξουσία. Και ακριβώς αυτή η ταξική εξουσία χρειάζεται ανατροπή, που μπορουν να την κάνουν μόνο οι εργαζόμενες τάξεις της Ευρώπης μαζί. Γιατί αυτό είναι το μεγάλο απόκτημα της ένωσης της Ευρώπης: η ένωση των εργατικών της τάξεων. Βέβαια υπό το κεφάλαιο, βλέπεις οι καπιταλιστές το κάνανε. Αλλά δεν είναι ανοησία να υποστηρίζεις την αποχώρηση από αυτή την ένωση, για να τα βάλεις μόνος σου με τους τραπεζίτες και τα χετζ φαντς;» (Η Εποχή, 15.5.2011). Αυτό είναι που λέμε. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο.


Ο Χρήστος Λάσκος είναι οικονομολόγος

1A left strategy for Europe”, International Viewpoint, Απρίλιος 2011
2 "An internationalist transitional program towards an anti-capitalist Europe”, International Viewpoint, Απρίλιος 2011

Δευτέρα 27 Ιουνίου 2011

Το χρέος μοχλός επιβολής ενός τριτοκοσμικού θατσερισμού

Leon Kuhn’s cartoon , από Socialist Worker online
 
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΔΡΑΓΑΣΑΚΗ
από την ΕΠΟΧΗ, 27.06.11

τη συνέντευξη πήρε ο Παύλος Κλαυδιανός

Παρακολουθούμε τις συζητήσεις στο Eurogroup, τις διαφωνίες, τα πίσω - μπρος στους προτεινόμενους χειρισμούς, τις προτάσεις. Τι αντανακλούν;

Καταρχάς, βλέπουμε ότι η μέθοδος με την οποία υλοποιείται η πολιτική τους στηρίζεται σε διαρκείς εκβιασμούς. Κι αυτό δυσκολεύει να ξεχωρίσεις την πραγματικότητα από το επικοινωνιακό παιχνίδι. Ωστόσο, μπορούμε να διακρίνουμε τρεις τάσεις στην Ευρώπη αυτή τη στιγμή. Η μια, η σκληρή, λέει «υλοποίησε το πρόγραμμα και μετά βλέπουμε». Η δεύτερη, καταλαβαίνει ότι λόγω των κοινωνικών αντιδράσεων η κυβέρνηση και το δικομματικό πολιτικό σύστημα απειλείται από μια τεράστια κοινωνική απομόνωση, άρα αναζητά τρόπους κάποιας ευρύτερης συναίνεσης, στη βάση όμως της ίδιας επί της ουσίας πολιτικής. Η τρίτη, θεωρεί ότι το ελληνικό είναι μέρος ενός ευρύτερου ευρωπαϊκού προβλήματος, το οποίο απαιτεί συνολική και μακρόπνοη αντιμετώπιση.

Πρόκειται για ασθενή, ακόμη, τάση.

Ναι, αλλά κερδίζει έδαφος διότι δικαιώνεται από τις εξελίξεις. Διακινούνται μάλιστα και κάποιες πρωτοβουλίες συγκεκριμένες, όπως αυτές που μιλούν για την ανάγκη «κοινοτικοποίησης» μέρους του ευρωπαϊκού χρέους και γενικά αναγνωρίζεται ότι, αν δεν υπάρξει μια συνολική λύση στο πρόβλημα του ευρωπαϊκού χρέους, θα υπάρξουν έντονες καταστάσεις αστάθειας και κοινωνικών εκρήξεων, οι οποίες κρίνονται απειλητικές όχι μόνο για την Ευρώπη αλλά και τον καπιταλιστικό κόσμο. Γι’ αυτό βλέπουμε τόσο έντονο το ενδιαφέρον της Αμερικής, της Κίνας, ακόμη και της Ρωσίας.

Ειδικά στη διαφωνία Γερμανίας - Γαλλίας ποιο είναι το υπόβαθρο;

Υπάρχουν διαφορές συμφερόντων και προτεραιοτήτων. Όμως υπάρχει και κοινή κατεύθυνση. Κι αυτή είναι να κερδηθεί χρόνος, να κυλήσει το θέμα ως το 2013, ει δυνατόν και πιο πέρα, ως το 2014 – 2015, οπότε το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού χρέους θα έχει περάσει από τις τράπεζες στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και την ΕΚΤ. Ως τότε βέβαια θα εφαρμόζεται πολιτική λιτότητας και γενικού ξεπουλήματος.
Αν όμως η κρίση, με τη μια ή άλλη μορφή, επεκταθεί και σε Ισπανία ή Ιταλία, ή αν υπάρξει κάποια νέα διεθνής αναταραχή, τότε οι υφιστάμενες διευθετήσεις δεν θα μπορούν να απαντήσουν. Δεν αποκλείεται καθόλου τα πράγματα να φθάσουν σε ένα σημείο όπου το δίλημμα πραγματικά θα είναι: ή η ΕΕ θα κάνει ένα μεγάλο άλμα προς τα μπρος, προς την κατεύθυνση της επανίδρυσής της, ή θα απειληθεί η ύπαρξή της.

Λέμε ότι το μεσοπρόθεσμο είναι συνέχεια του μνημονίου αλλά αν και σωστό ίσως δεν τονίζει ότι έχει απείρως μεγαλύτερο βάθος, εύρος, χρονική διάρκεια.

«Μεσοπρόθεσμο» είναι η «επίσημη» ονομασία του. Ο όρος είναι αποπροσανατολιστικός. Είναι μια πολιτική λιτότητας και εκποιήσεων διαρκείας, χωρίς όριο και τέλος. Και τούτο γιατί, ακόμη και αν το πρόγραμμα αυτό υλοποιηθεί με πλήρη «επιτυχία», το 2015 προβλέπεται ότι το χρέος θα είναι 140% - 160% επί του ΑΕΠ και οι τόκοι 21 έως 23,4 δισ. ευρώ, υπό τις ευνοϊκότερες, επαναλαμβάνω, συνθήκες.
Αυτό σημαίνει ότι, και μετά το 2015, τόσο η λιτότητα όσο και οι εκποιήσεις θα εξακολουθούν να είναι αναγκαίες για να μπορούν να καταβάλλονται οι τόκοι και να μειωθεί το χρέος σε βιώσιμα επίπεδα.
Ο όρος «μεσοπρόθεσμο» λοιπόν είναι παραπλανητικός. Πρόκειται για μια πολιτική διαρκείας αν δεν διαμορφωθούν κοινωνικοί και πολιτικοί συσχετισμοί, που να επιτρέπουν την ανατροπή αυτής της πολιτικής και τη ριζική αλλαγή κατεύθυνσης.
Ως προς το περιεχόμενό του τώρα, αποτελεί βέβαια συνέχεια του Μνημονίου, αλλά τώρα προστίθεται η διάσταση των ιδιωτικοποιήσεων και των γενικευμένων εκποιήσεων. Οι συνέπειες γενικότερα δύσκολα μπορούν να προβλεφθούν. Εκείνο που είναι βέβαιο είναι οι πρωτοφανείς διαστάσεις που θα λάβει η ανεργία, ιδίως των νέων, η κατάρρευση συνακόλουθα των μισθών, και η τεράστια όξυνση συνολικότερα του κοινωνικού προβλήματος.
Επίσης δημιουργούνται κίνδυνοι για τη βιωσιμότητα των τραπεζών και για ένα χρηματοπιστωτικό black out. Πέρυσι, η διαρροή καταθέσεων ήταν 40 δισ. όταν από το δάνειο της τρόικας πήραμε 38 δισ. Εφέτος ο ρυθμός επίσης είναι μεγάλος. Από την ελληνική οικονομία, λοιπόν, φεύγει ζεστό χρήμα και αυξάνεται η δανειακή επιβάρυνση. Η όλη κατάσταση είναι πολύ ευάλωτη σε κρίσεις πανικού. Μια δήλωση, π.χ., της κ. Δαμανάκη πριν καιρό οδήγησε κόσμο στις ουρές. Κάπως έτσι έγινε και στην Αργεντινή. Αν μια τέτοια κρίση πανικού συμβεί, τότε θα πρέπει να κλείσουν προσωρινά τράπεζες και να μπει προσωρινά πλαφόν στην ανάληψη καταθέσεων, πράξη που μπορεί να οδηγήσει σε μια γενικευμένη στάση πληρωμών.

Επιμείναμε, από την αρχή ως Αριστερά, το ελληνικό ζήτημα να αντιμετωπισθεί μέσα στο συνολικό ευρωπαϊκό. Σήμερα έχουν ενισχυθεί τα επιχειρήματα;

Νομίζω ότι τώρα πια αυτό είναι κοινός τόπος. Πέρυσι, τέτοιο καιρό, μόνο η Ελλάδα ήταν στο μηχανισμό. Τώρα είναι τρεις χώρες. Πέρυσι πολλοί μιλούσαν για μια ελληνική κρίση λόγω εθνικών ιδιαιτεροτήτων. Τώρα πολλοί μιλούν για μια κρίση της ΟΝΕ. Έχει γίνει λοιπόν ακόμη πιο σαφές ότι το ελληνικό πρόβλημα είναι σε μεγάλη αλληλεξάρτηση με το ευρωπαϊκό. Και από την άποψη των αιτιών και από την άποψη των συνεπειών. Πέρα από επιμέρους ειδικές αιτίες ή εθνικές ιδιαιτερότητες, το πρόβλημα του χρέους, στις μέρες μας, είναι συστημικό. Είναι συστατικό μιας ανάπτυξης βασισμένης στο δημόσιο και τον ιδιωτικό δανεισμό και έκφραση τελικά της χρηματιστικοποίησης των καπιταλιστικών οικονομιών. Αλλά και από την άποψη των συνεπειών βλέπουμε ότι το ενδεχόμενο μιας αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους προκαλεί παγκόσμιους κλυδωνισμούς. Η θέση λοιπόν για την ανάγκη μιας κοινής προοδευτικής ευρωπαϊκής λύσης, ως πρώτη επιλογή, πράγματι δικαιώνεται, και η άρνηση αυτής της λύσης θα λειτουργεί ως πηγή αστάθειας και κρίσης για την ευρωζώνη.

Μίλησες προηγούμενα για διαρροή καταθέσεων. Δεδομένου ότι σε λίγους μήνες λήγει ο νόμος που εγγυάται τις καταθέσεις μέχρι 100.000 ευρώ, τι θα μπορούσε να γίνει ώστε να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα αυτό;

Δεν είναι μόνο οι καταθέσεις. Μεγάλο τμήμα της εγχώριας αποταμίευσης διαφεύγει στο εξωτερικό ή τοποθετείται σε τίτλους εξωτερικού, όπως γερμανικά ομόλογα, αμοιβαία κεφάλαια, μετοχές κ.λπ. Άρα το ζητούμενο είναι μια πολιτική κοινωνικού ελέγχου της εγχώριας αποταμίευσης και του τραπεζικού συστήματος. Στο πλαίσιο αυτό θα μπορούσε να υπάρξει ένα πανευρωπαϊκό σύστημα εγγύησης των καταθέσεων και ανακύκλωσης της ρευστότητας, έτσι ώστε να αντισταθμίζονται οι συνέπειες από την ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων. Διαφορετικά πρέπει να υπάρξουν στοχευμένοι έλεγχοι και επιλεκτικοί περιορισμοί στην ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων.

Και από μια χώρα, όχι πανευρωπαϊκά;

Ο στόχος είναι να υπάρξει πανευρωπαϊκή ρύθμιση. Αλλά αν δεν γίνει δεκτό, για τον άλφα ή βήτα λόγο, δεν μπορεί να υπάρξει αδράνεια. Έτσι πάμε στον εξής παραλογισμό: η εγχώρια αποταμίευση φεύγει και την αντικαθιστούμε με υψηλότοκα δάνεια. Αλλά αυτό έχει ημερομηνία λήξης. Πριν την κρίση επισημαίναμε στη Βουλή το γεγονός ότι για κάθε ένα ευρώ που παράγουμε δανειζόμαστε 2,5 και ότι αυτό θα καταλήξει σε κρίση, και μας έλεγαν υπερβολικούς. Το ίδιο θα συμβεί και σήμερα. Βλέπουν τον κίνδυνο και συμπεριφέρονται σαν παρατηρητές. Το θέμα έχει τεθεί και στο Ευρωκοινοβούλιο και όχι μόνο από την Αριστερά. Έκθεση Επιτροπής του Ευρωκοινοβουλίου διαπιστώνει ότι η ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων έγινε χωρίς θεσμούς εποπτείας και αντιμετώπισης των συνεπειών. Διότι όταν έχεις ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων σε συνθήκες άνισων φορολογικών καθεστώτων, άνισων ρυθμιστικών καθεστώτων και άνισων συνθηκών από άποψη αβεβαιότητας, είναι προφανές ότι το κεφάλαιο θα πάει εκεί που το συμφέρει. Η χώρα που αντιμετωπίζει το πρόβλημα σήμερα με τρόπο θανάσιμο, όπως η Ελλάδα, έχει χρέος να πάρει πρωτοβουλίες. Επισημαίνω, ότι η Ισλανδία πήρε πρόσφατα τέτοια μέτρα. Βεβαίως δεν είναι εντός ΕΕ, όμως αντιμετωπίστηκαν με κατανόηση από τον ΟΟΣΑ.

Στο μεσοπρόθεσμο, κεντρική θέση έχουν και οι ιδιωτικοποιήσεις.

Η σύνδεση του χρέους με τις ιδιωτικοποιήσεις αποτελεί τη βασική ιδιαιτερότητα του «Μεσοπρόθεσμου». Όμως η ανάδειξη των ιδιωτικοποιήσεων ως μέσου για την αποπληρωμή του χρέους είναι καινούργιο στοιχείο. Δεν έγινε ούτε επί Τρικούπη το 1893 ούτε επί Βενιζέλου το 1932. Απ’ όσο γνωρίζω μόνο επί Όθωνα, το 1843, χρησιμοποιήθηκε δημόσια περιουσία ως υποθήκη για δημόσιο δανεισμό. Είναι εξαιρετικά επικίνδυνο στοιχείο, πρώτον διότι καλλιεργεί την αυταπάτη ότι το συσσωρευμένο χρέος αποπληρώνεται, ενώ δεν ισχύει αυτό, διότι είναι αναλωθέν κεφάλαιο. Μόνο ένα μέρος του μπορεί να αποπληρωθεί εάν η χώρα που χρωστάει βοηθηθεί να έχει ανάπτυξη. Αυτή είναι η οικονομική ιστορία του καπιταλισμού στην Ευρώπη, στον κόσμο. Πώς έλυσαν το πρόβλημα οι υπερχρεωμένες χώρες μετά τον πόλεμο; Η Αγγλία είχε χρέος 220%, οι ΗΠΑ 120%. Το χρέος αυτό δεν αποπληρώθηκε αλλά αποσβέστηκε μέσα από μία μακρά πορεία οικονομικής ανάπτυξης. Η ίδια η Γερμανία έλυσε το πρόβλημα με μια πολύ γενναιόδωρη ρύθμιση του συσσωρευμένου χρέους της -διαγραφή κατά 62,5%- και άλλες διευκολύνσεις το 1953. Άρα, το πρώτο επικίνδυνο σημείο είναι ότι καλλιεργείται η αντίληψη ότι το χρέος μπορεί να αποπληρωθεί, γι’ αυτό και το ΔΝΤ όσο και η ΕΚΤ λένε ότι η Ελλάδα μπορεί να ιδιωτικοποιήσει περιουσιακά στοιχεία 300 δισ. και όχι 50! Στο θέμα αυτό πρέπει να υπάρξει απόλυτη αντίθεση, είναι θέμα αρχής. Σε ό,τι αφορά το αποτέλεσμα, οι ιδιωτικοποιήσεις επιδεινώνουν το πρόβλημα του χρέους, της ανεργίας, της φτώχειας και των ανισοτήτων, είναι μορφή αναδιανομής. Ακόμη και αν μειωθεί το χρέος λογιστικά, η καθαρή οικονομική θέση του κράτους δεν βελτιώνεται. Το αποτέλεσμα θα είναι να έχεις απογυμνώσει το κράτος από περιουσιακά στοιχεία διατηρώντας πολύ υψηλό χρέος.

Έχουν συζητηθεί όλες, σχεδόν, οι πλευρές του χρέους, έχουν προχωρήσει οι εξελίξεις. Ποια είναι σήμερα η άποψή σου;

Η άποψη που έχω διατυπώσει από καιρό, δημόσια, είναι ότι η Αριστερά πρέπει να διαμορφώσει θέσεις στη βάση αρχών και όχι επιμέρους ρυθμίσεων. Εκείνο που έχει σημασία κατά τη γνώμη μου είναι να κατανοηθεί ότι το χρέος δεν είναι απλά ένα «ποσό», αλλά είναι μια σχέση κοινωνική με εσωτερικές και διεθνείς διαστάσεις. Σε μια κρίση υπερσυσσώρευσης, σαν αυτή που ζούμε, ή θα απαξιωθεί τμήμα του υπερσυσσωρευμένου κεφαλαίου, άρα και του χρέους, ή θα υποτιμηθεί η αξία της εργατικής δύναμης και του ανθρώπινου κεφαλαίου γενικότερα. Όσο δεν συμβαίνει το πρώτο, η απαίτηση για το δεύτερο θα μεγαλώνει. Και βέβαια το χρέος είναι μια μόνο μορφή του προβλήματος. Γι’ αυτό βασικό και κοινό αίτημα πρέπει να είναι η δίκαιη και βιώσιμη λύση στο πρόβλημα του χρέους, ενταγμένη σε ένα ευρύτερο σχέδιο αναδιανομής και μετασχηματισμού του κράτους, της οικονομίας και της κοινωνίας, σε Ελλάδα και Ευρώπη. Δίκαιη, διότι πρέπει να πληρώσουν αυτοί που το δημιούργησαν, αυτοί που κέρδισαν, και όχι εκείνα τα τμήματα της κοινωνίας που είναι θύματα της κρίσης και της πολιτικής που ασκήθηκε πριν την κρίση. Βιώσιμη, σημαίνει ρύθμιση που θα φέρει το χρέος σε τέτοια επίπεδα που η δαπάνη εξυπηρέτησής του δεν θα είναι εμπόδιο για την άσκηση αναπτυξιακής και κοινωνικής πολιτικής.
Οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις και «αναλογίες» θα αντανακλούν τους συσχετισμούς δύναμης σε εθνικά και ευρωπαϊκά πλαίσια, και θα είναι αποτέλεσμα πάλης και διαπραγμάτευσης.

Πώς μπορεί να γίνει αυτό;

Με πάρα πολλούς τρόπους. Γίνεται γόνιμη συζήτηση διεθνώς. Το πιθανότερο είναι ένας συνδυασμός που θα έχει και διαγραφή και επιμήκυνση και μείωση επιτοκίου, περίοδο χάριτος, ρήτρες εξυπηρέτησης κλπ. Δεύτερον, υπάρχει η δυνατότητα και της ευρωπαϊκής ευρύτερης ρύθμισης που λέγαμε πριν. Υπάρχει και η συζήτηση ότι ένα μέρος του χρέους θα μπορούσε να «κοινοτικοποιηθεί», να απορροφηθεί από την ΕΚΤ, να πάψει να είναι αντικείμενο συναλλαγής με τις αγορές. Να εξυπηρετείται με πολύ χαμηλό επιτόκιο. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να είναι μέρος μιας ευρύτερης λύσης. Δεν μας καλύπτει εμάς διότι εμείς θέλουμε μια συνολική και ριζική λύση αλλά θα στήριζε και τη δική μας πρόταση. Επομένως, υπάρχουν δυνατότητες όλη η αριστερά να ενοποιηθεί σε κάποιες γενικές, αλλά συγκεκριμένες ταυτόχρονα θέσεις. Ακόμη και το ΚΚΕ, που λέει ότι το πρόβλημα του χρέους θα το δει όταν πάρει την εξουσία, πιστεύω, κατανοεί ότι αυτή η θέση μπορεί να οδηγήσει σε αδιέξοδο. Διότι όταν κρίνονται θέματα επιβίωσης της κοινωνίας και των δικαιωμάτων, με μοχλό το χρέος, δεν μπορείς να λες ότι εγώ θα τα αντιμετωπίσω όταν πάρω την εξουσία, με βάση τη δική μου αποκλειστικά θέση. Βέβαια αυτά αποτελούν άμεσους στόχους. Διότι πιο μακροπρόθεσμα πιστεύω ότι πρέπει να μιλήσουμε για μια ανάπτυξη μέσω αναδιανομής και όχι εξαρτημένη από το δανεισμό, και επίσης πρέπει να μιλήσουμε για μια πολιτική στην οποία ο δημόσιος δανεισμός θα είναι δικαίωμα και όχι υποχρέωση.

Ήδη γίνεται, η οικονομική πολιτική ασκείται με βάση το χρέος.

Βεβαίως. Και αξιοποιώ την ευκαιρία για να τονίσω ότι επειδή το χρέος αξιοποιείται σαν μοχλός για την επιβολή ενός τριτοκοσμικού θατσερισμού, πολλές φορές δημιουργείται η αυταπάτη ότι το χρέος είναι το παν. Όμως ακόμη και αν αύριο το πρωί διαγραφεί, τότε θα βλέπαμε ότι το χρέος ήταν μόνο ένα σύμπτωμα βαθύτερων προβλημάτων που έχουν να κάνουν με τον τρόπο ανάπτυξης και διανομής, όπως ήδη σημείωσα.

Τα κόμματα της διακυβέρνησης βλέπουμε να είναι αμήχανα ως και ανίκανα.

Η συζήτηση στη Βουλή, νομίζω, έδειξε ότι η κυβέρνηση είναι πολιτικά γυμνή και κοινωνικά απομονωμένη. Δεν έχει λύση στο πρόβλημα του χρέους, το οποίο η ίδια προβάλλει ως το μέγιστο κίνδυνο. Το μοντέλο συνολικά που εφαρμόζει δεν έχει λύση, ή προβάλλει ως λύση τη μεταφορά των βαρών στις πλάτες των αδυνάτων και την αποδιάρθρωση της οικονομίας. Η ΝΔ πάλι και ο κ. Σαμαράς αυτά τα οποία λένε φτάνουν στα όρια της δεξιάς ελαφρότητας. Καταρχάς δεν αμφισβητούν τίποτε από όλα όσα έχουν γίνει ως τώρα απ’ την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ σε βάρος των εργαζομένων και της κοινωνίας. Δεύτερο, μιλούν για αναδιαπραγμάτευση του μνημονίου και όχι του χρέους. Όμως το μνημόνιο είναι άρρηκτα δεμένο με το χρέος. Τρίτον, η βασική τους πρόταση είναι μείωση των φόρων επί των κερδών. Όμως η ΝΔ πρέπει να απολογηθεί πού πήγαν τα χρήματα από τη μείωση των φόρων που έγιναν επί κυβερνήσεων της ΝΔ. Είχαμε 35% συντελεστή και μειώθηκε στο 25% για να γίνει τώρα 20%. Ενώ οι φόροι των μισθωτών, την ίδια περίοδο, διπλασιάστηκαν, οι φόροι των νομικών προσώπων μειώθηκαν χωρίς να υπάρξουν επενδύσεις ή απασχόληση.

Πάμε για εκλογές; Μπορεί να αντέξει μια κυβέρνηση σε τέτοια απομόνωση;   

Έχουμε μπει σε μια φάση μεγάλης πολιτικής ρευστότητας. Το ίδιο το ΔΝΤ στην τελευταία του έκθεση για την παγκόσμια οικονομία κάνει την εκτίμηση ότι η κρίση έχει μπει σ’ ένα νέο στάδιο, αυτό της πολιτικής κρίσης. Πράγματι η κρίση είναι πλέον και κοινωνική και πολιτική. Άρα η σύντομη απάντηση στο ερώτημά σας είναι ότι δεν αποκλείω τίποτε. Χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν θα υπάρχουν και προσπάθειες με κάθε τρόπο, ίσως και κάθε τέχνασμα, να παρατείνουν την παραμονή τους στην εξουσία όσο μπορούν. Όμως, νομίζω, το κυρίαρχο στοιχείο στην κρίση είναι η απονομιμοποίηση της πολιτικής που ασκείται και των δυνάμεων που την ασκούν. Δηλαδή έχει πια πειστεί ο κόσμος σε μαζική κλίμακα, ότι βρισκόμαστε μπροστά σε αδιέξοδο. Η λογική του μνημονίου ήταν η υπόσχεση ότι η Ελλάδα, μ’ αυτές τις θυσίες, θα βγει στις αγορές το 2012 και θα δανειστεί με λογικά επιτόκια. Η κοινωνία τώρα μαθαίνει. Υπάρχει δηλαδή μια συλλογική γνώση και συνειδητοποίηση η οποία λέει ότι μ’ αυτά τα μέτρα δεν υπάρχει προοπτική. Αυτή η αίσθηση αδιεξόδου άλλους τρομάζει και άλλους τους κινητοποιεί και τους ριζοσπαστικοποιεί. Κατά τη γνώμη μου, η μάχη δεν έχει κριθεί. Όμως συνειδητοποιείται, ολοένα και πιο έντονα, ότι ο φόβος δεν είναι λύση ούτε σε συλλογικό ούτε σε ατομικό επίπεδο. Κι αυτό συνιστά μια ουσιώδη και ελπιδοφόρα αλλαγή.

Εναρμόνιση της ηγεσίας
* Με το κοινό αίσθημα του κόσμου της Αριστεράς και τις προσδοκίες ενός διευρυνόμενου τμήματος της κοινωνίας

Όπως φαίνεται, δίνεται μια δεύτερη ευκαιρία, ιστορική θα έλεγα, στον ΣΥΡΙΖΑ. Μπορεί η ηγεσία του να την υποδεχθεί με τον πιο γόνιμο τρόπο;

Πράγματι, αυτό ισχύει. Η κοινωνία κοιτάει προς την Αριστερά, με προσδοκία, αλλά και με ερωτήματα. Δεν είναι, π.χ., κατανοητό στον κόσμο γιατί οι δυνάμεις της Αριστεράς, μέχρι τώρα, δεν έχουν μπορέσει να βρουν ένα κοινό πλαίσιο στόχων. Κατανοεί την ύπαρξη διαφορετικών απόψεων, αλλά προσπαθεί να καταλάβει την αδυναμία ενιαίας έκφρασης και δράσης. Πολλοί το αποδίδουν στην ανικανότητα της Αριστεράς ή σε εγωισμούς των στελεχών της. Δεν πρέπει να υποτιμούμε την επίπτωση που έχουν τέτοιες κρίσεις στην ηθική και την αξιοπιστία ολόκληρης της Αριστεράς. Πιστεύω λοιπόν πράγματι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ όντως έχει μια ευκαιρία και είναι στο χέρι της ηγεσίας του αλλά και όσων τον εκπροσωπούν, κεντρικά ή τοπικά, να αποδείξουν, χωρίς να κάνουν αβαρίες στις προσωπικές τους απόψεις, ότι θέλουν πάντως και μπορούν να εναρμονισθούν με το κοινό αίσθημα του κόσμου της Αριστεράς και με τις προσδοκίες ενός διευρυνόμενου τμήματος της κοινωνίας.

Από την Αριστερά διεθνώς δεν έχουμε και τόσο θετικά σημάδια. Είδαμε τα αποτελέσματα της Πορτογαλίας, της Ισπανίας, την πίεση της Die Linke, τις δυσκολίες στην Ιταλία κ.τ.λ.

Κατά την άποψή μου η κρίση αυτή θέτει στην Αριστερά ρόλους και καθήκοντα που ίσως η ίδια δεν τα έχει συνειδητοποιήσει ακόμη. Προφανώς θέτει το καθήκον της οργάνωσης των αμυντικών αγώνων, για τον επιμερισμό του βάρους της κρίσης. Πέρα απ’ αυτό, που είναι το άμεσο, η κρίση αυτή έχει ως δεύτερο επίδικό της τη μορφή της κοινωνίας μετά την κρίση, το μοντέλο ανάπτυξης πέρα από την κρίση, σε τι κόσμο θα ζήσουν οι νέες γενιές. Άρα, το δεύτερο καθήκον, θα έλεγα, είναι το στρατηγικό, αυτό στο οποίο τελικά δοκιμάζεται η ταυτότητα της Αριστεράς.
Πρέπει λοιπόν να δούμε πέρα από το χρέος, αυτό που επιβάλλεται με μοχλό το πρόβλημα του χρέους, το νέο, πιο βάρβαρο καπιταλισμό που διαμορφώνεται, τη νέα κατακερματισμένη κοινωνία, και να δώσουμε το δικό μας όραμα αλλά και τις άμεσες, συγκεκριμένες απαντήσεις για το πώς θέλουμε να λειτουργούν τα πράγματα, πώς θέλουμε να είναι η κοινωνία, ο κόσμος, πώς θέλουμε να λειτουργεί το κράτος, η οικονομία, η παιδεία, η υγεία, η διοίκηση, η δικαιοσύνη, ό,τι αφορά στη ζωή και στις ανάγκες των ανθρώπων. Εκεί βλέπω ένα έλλειμμα της Αριστεράς και της δικής μας και σε άλλες χώρες. Ένα δεύτερο πρόβλημα είναι ότι, ενώ το χρηματιστικό κεφάλαιο δρα και εκπροσωπείται θεσμικά και στο εθνικό και στο ευρωπαϊκό και στο παγκόσμιο επίπεδο, η δράση της Αριστεράς, παρά τα κάποια βήματα που γίνονται, ιδίως στην Ευρώπη, παραμένει πολύ πίσω από τις απαιτήσεις. Όμως αυτά ακριβώς ή άλλα ελλείμματα και προβλήματα κρύβουν μεγάλες δυνατότητες που μπορούν να απελευθερωθούν αν αποφασίσουμε να αναμετρηθούμε στα σοβαρά μαζί τους.