Μάθηση χωρίς σκέψη είναι χαμένος κόπος. Σκέψη χωρίς μάθηση είναι κίνδυνος. Κομφούκιος*
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
- Αρχική σελίδα
- Ταινίες
- Ντοκιμαντέρ
- Καλλιτεχνικά / Εκπαιδευτικά
- Οικολογία
- Φωτογραφία
- Δικαιώματα των Ζώων
- Περιβαλλοντική Εκπαίδευση
- Η ελληνική ως ξένη γλώσσα
- Δραματοθεραπεία
- Online Περιοδικά
- Διαδικτυακές διαλέξεις
- Εκπαιδευτικά Project
- Ψηφιακές Βιβλιοθήκες
- Μουσεία / Γκαλερί
- Street Art
- Εκθέσεις-Εκδηλώσεις
- Visual Research
- Απόψεις
- Κριτικοί Εκπαιδευτικοί Αναστοχασμοί
- BLOG 2
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκπαιδευτική Θεωρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκπαιδευτική Θεωρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
22 Φεβρουαρίου 2013
30 Ιανουαρίου 2012
26 Ιανουαρίου 2012
Χρήστος Κάτσικας Γιώργος Καββαδίας Κώστας Θεριανός. ΤΟ «ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ» ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ (εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα Αθήνα 2007)
Της Ελένης Νικολαΐδου*
Δε μπορεί κανείς παρά να εκτιμήσει θετικά οποιαδήποτε προσπάθεια «αποφυσικοποίησης» ή απομυθοποίησης κατεστημένων, επιβεβλημένων ή προβεβλημένων απόψεων και αναπαραστάσεων, αφού τέτοιες προσπάθειες συντελούν στο να αναδεικνύουν αυτή την, πολλές φορές «κρυμμένη», διασύνδεση ανάμεσα στην πραγματικότητα και τις αναπαραστάσεις της, βοηθώντας έτσι μέσα από την αλλαγή των αναπαραστάσεων στην με καλύτερους όρους αλλαγή της ίδιας της πραγματικότητας.
Σαν μια σημαντική προσφορά σε αυτή την προσπάθεια «αποφυσικοποίησης» μπορεί να δει κανείς και ΤΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ, ένα αποκαλυπτικό βιβλίο για το σχολείο, τους μαθητές και κυρίως τους εκπαιδευτικούς.
Γνωστοί και από προηγούμενες έρευνες και μελέτες, που και αυτές εντάσσονταν κατά κύριο λόγο στο χώρο της Κοινωνιολογίας της εκπαίδευσης, σε αυτή την έκδοση ο Χρήστος Κάτσικας και ο Γιώργος Καββαδίας επιχειρούν την αποκρυπτογράφηση και απομυθοποίηση μιας σειράς εκδοχών της κυρίαρχης εκπαιδευτικής ιδεολογίας για το σχολείο, τον εκπαιδευτικό και το μαθητή.
Το βιβλίο αρχίζει με παρατηρήσεις για τη στάση του εκπαιδευτικού μέσα στην τάξη.
Αν «κρυφάκουγε» κανείς τις συζητήσεις που «ανοίγουν» οι μαθητές μεταξύ τους, με τους φίλους τους ή με τους γονείς τους, θα παρατηρούσε ότι οι «μαθητικές κουβέντες» εστιάζονται, κατά κύριο λόγο, στις εμπειρίες και τα βιώματά τους από το σχολικό χώρο.
Και αυτό, βέβαια, είναι φυσικό αφού για τα παιδιά και τους έφηβους 6-18 ετών το σχολείο αποτελεί ένα άμεσο χώρο εμπειριών με πολυποίκιλες επιδράσεις, ένα χώρο στον οποίο διέρχονται ένα σημαντικό τμήμα της ζωής τους.
Η «απομαγνητοφώνηση» των μαθητικών συνομιλιών θα έφερνε στο προσκήνιο τη «γραμματική και το συντακτικό» ενός αισθήματος δυσαρέσκειας και έλλειψης ικανοποίησης από τη συμμετοχή τους στη σχολική ζωή και τη μαθησιακή διαδικασία, σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα - κέντρο πιέσεων και αρένα ανελέητου ανταγωνισμού, στο οποίο τα περιθώρια για αυθορμητισμό, ανάληψη πρωτοβουλιών, άσκηση κριτικής, προώθηση διαλόγου -λειτουργίες που «δένονται» με ένα νήμα με τις ανάγκες και τις προδιαθέσεις της νέας γενιάς- «αραχνιάζουν» στα «πρακτικά» των διακηρύξεων της επίσημης εκπαιδευτικής πολιτικής.
Μέσα στο κύμα των μαθητικών επικρίσεων και της αμφισβήτησης της λογικής του υπαρκτού σχολείου ξεχωρίζει ένα πρόσωπο, ο εκπαιδευτικός. Είναι ο «σημαντικός άλλος», η μόνη εμφανής φιγούρα της «ανώνυμης» σχολικής μηχανής, που στα «επεισόδια» των μαθητικών συζητήσεων παρουσιάζεται, υπαινικτικά, με μια θαυματουργική δύναμη, άλλοτε θεία και άλλοτε διαβολική, άλλοτε σα φορέας σωτηρίας και άλλοτε σα φορέας απώλειας.
Ο δάσκαλος που αγαπήθηκε και ο δάσκαλος που μισήθηκε, είναι προφανώς δύο διαφορετικά πρόσωπα, χαραγμένα βαθιά, στις εμπειρίες και στις αναπαραστάσεις όλων, μαθητών και αποφοίτων, μικρών και μεγάλων, γεγονός που υποδηλώνει τον κεντρικό ρόλο που πιστεύεται ότι διαδραματίζει ο εκπαιδευτικός στη σχολική «σταδιοδρομία» του μαθητή.
Βέβαια, η σχέση εκπαιδευτικού - μαθητή είναι, στα βασικά και αποφασιστικά της σημεία, μια σχέση θεσμική, όσο κι αν πολλές φορές στα μάτια των μαθητών φαντάζει ως προσωπική. Αυτό σημαίνει ότι σε γενικές γραμμές προσδιορίζεται με νόμους και διατάξεις, ανεξάρτητα από τις προσωπικές διαθέσεις καθώς κάθε εκπαιδευτικός είναι «θεσμικά» υποχρεωμένος να χρησιμοποιήσει προς τους μαθητές του ένα minimum από την εξουσία που του παρέχει η θέση του στο σχολείο (διδασκαλία ορισμένης ύλης, εξέταση, βαθμολογία, απουσίες, ποινές, κ.λπ) πρακτική που δημιουργεί «αυτεπαγγέλτως» αντιθέσεις, σε κάποιες περιπτώσεις εκρηκτικές.
Όμως, αν είναι δύσκολη με τη συγκεκριμένη δομή και λειτουργία του υπαρκτού εκπαιδευτικού συστήματος, η λύση βασικών αντιθέσεων μεταξύ εκπαιδευτικών και εκπαιδευομένων σε διαπροσωπική βάση, είναι σίγουρο ότι η ανίχνευση του «μαύρου κουτιού» της αίθουσας διδασκαλίας και των μαθητικών βιωμάτων, οριοθετούν τα χαρακτηριστικά του «δασκάλου που αγαπήσαμε».
* Η Ελένη Νικολαϊδου είναι συγγραφέας.
18 Δεκεμβρίου 2011
Ηλίας Ματσαγγούρας, Θεωρία και Πράξη της Διδασκαλίας
1η έκδοση, Νοέμβριος 2011
σελ. 1135.
Μέρος Α' (Θεωρία της διδασκαλίας):
Σχολές και τάσεις στην εκπαίδευση των εκπαιδευτικών: Το στοχαστικό-κριτικό μοντέλο || Η επιστήμη της διδακτικής: Σταθμοί, πρόσωπα και κατευθύνσεις || Βασικές έννοιες της διδακτικής || Η προσωπική θεωρία της διδασκαλίας: Πλαίσιο στοχαστικοκριτικής ανάλυσης της διδασκαλίας || Πρώτο επίπεδο στοχαστικο-κριτικής ανάλυσης: τεχνοκρατική ανάλυση των δραστηριοτήτων της διδασκαλίας || Δεύτερο επίπεδο στοχαστικο-κριτικής ανάλυσης: ερμηνευτική ανάλυση των παραδοχών της διδασκαλίας || Τρίτο επίπεδο στοχαστικο - κριτικής ανάλυσης: Αξιολογική ανάλυση των συνεπαγωγών της διδασκαλίας || Κριτική αυτοδιερεύνηση: Σχήμα επίλυσης προβληματικών καταστάσεων και επαγγελματικής ανάπτυξης || Το επάγγελμα του εκπαιδευτικού: Ταυτότητα, ρόλος και αυτονομία || Συγγραφή ερευνητικής εργασίας
Μέρος Β' (Στρατηγικές διδασκαλίας):
Το παιδαγωγικό-διδακτικό κίνημα της κριτικής σκέψης || Κριτική σκέψη στη διδακτική πράξη || Εννοιολογική ανάλυση της ωριαίας διδασκαλίας || Προγραμματισμός της κριτικής διδασκαλίας || Διεξαγωγή της || Αξιολόγηση και βαθμολόγηση || Στρατηγική επαγωγικο-υποθετικής διδασκαλίας || Στρατηγική απαγωγικής διδασκαλίας || Στρατηγική επαγικο-απαγωγικής διδασκαλίας || Στρατηγική προοργανωτικής διδασκαλίας || Στρατηγική μονολογικο-διαλεκτικής διδασκαλίας || Στρατηγική νοηματικής προσέγγισης γραπτού λόγου || Στρατηγική αποτελεσματικής διδασκαλίας || Στρατηγική κατευθυνόμενης διερεύνησης || Στρατηγική ομαδοσυνεργατικής διδασκαλίας || Γνωστικές δεξιότητες || Βιβλιογραφία || Ευρετήριο όρων και ονομάτων
13 Νοεμβρίου 2011
ΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟΣ- ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ- Αφορμή για κριτικό εκπαιδευτικό αναστοχασμό
Με βάση τις έννοιες Γραμματισμός- Κριτική Εκπαίδευση δημιουργούνται τα εξής ερωτήματα για αναστοχασμό:
Τι είναι κριτική σκέψη; Σε τι διαφέρει από τον κριτικό γραμματισμό;
Κριτική σκέψη σημαίνει αποστασιοποίηση (detachment) από τα γεγονότα και επανανοηματοδότηση της αλήθειας, η αξιολόγηση των δεδομένων, η έλλειψη παθητικότητας, η ανάγκη ύπαρξης διαφορετικών οπτικών ως προϋπόθεση της αμφιβολία και της αμφισβήτησης. Η αμφιβολία σ’ όλα τα πράγματα κάνει τον άνθρωπο να προσπαθεί να τα προσεγγίζει με αντικειμενικότητα. Ένας σοφός σκεπτικισμός είναι η πρώτη συμβολή στην αναζήτηση της αλήθειας. Στην προσπάθεια, λοιπόν, της έρευνας για την αλήθεια είναι ανάγκη ν’ αμφιβάλουμε για το καθετί, όσο μπορούμε περισσότερο.
Τι είναι αντικειμενική αλήθεια; Η επιστημονική αλήθεια είναι αντικειμενική; Με ποιες μεθόδους έρευνας βρισκόμαστε πιο κοντά στην αλήθεια; Στην καθημερινή ανίχνευση της πραγματικότητας υπάρχει αντικειμενικότητα; Πώς συνδέονται η κριτική σκέψη με την αναζήτηση της αντικειμενικής αλήθειας;
Η κλασική πορεία μέχρι τώρα στην αναζήτηση της αλήθειας ήταν λίγο ως πολύ προκαθορισμένη. Η αρχή στην αναζήτηση της αλήθειας ήταν η παρατήρηση και έπειτα μέσω της μίμησης η αποδοχή των παραδεδεγμένων προτύπων (πρωτογενής σκέψη). Πιο οργανωμένες έννοιες, εμπειρία και αμφισβήτηση αυθεντιών είναι το επόμενο στάδιο στην ανέρευση της αλήθειας (δευτερογενής σκέψη).
Το σχολείο επίσημα βασίζεται σε αντικειμενικά αποδεκτές αλήθειες, που τις προάγει μέσω της αυθεντίας του δασκάλου. Οι ενδοιασμοί είναι στο αν το σχολείο με αυτόν τον τρόπο καταντάει ένα ίδρυμα, που έχει το σύνδρομο του σωστού- λάθους, με αποτέλεσμα να λειτουργεί μηχανιστικά και να καταντάει ρουτίνα. Χρειάζεται μια εκπαίδευση που θα αμφισβητεί, θα ασχολείται με τις υποκειμενικές αλήθειες (universal truths). Η ευθύνη, λοιπόν, επιστρέφει στα πανεπιστήμια, εκεί όπου οι πανεπιστημιακοί τομείς λειτουργούν συντεχνιακά, χωρίς μεταξύ τους συνεργασία.
Χρήσιμη είναι η έννοια του Hubbermass universal truths, δηλαδή οι υποκειμενικές αλήθειες (Ηθική της επικοινωνίας) για την ανάλυση λόγου μέσα από διδασκαλίες, για να ξεφύγουμε από τις δασκαλοκεντρικές διδασκαλίες. Η πρώτη φάση είναι να δίνονται σταδιακά μορφές ελευθερίας στο μαθητή, ώστε να μάθουν να σκέφτονται και να αυτονομούνται. Περισσότερο κοντά βρίσκεται η επιστήμη σήμερα να δεχτεί την ύπαρξη πολλών αληθειών. Η αποφυγή της μίμησης είναι μια άσκηση πολύ δύσκολη. Κατ’ επέκταση τα εκπαιδευτικά curricula οδηγούν συστηματικά στην αποδοχή παραδεδεγμένων αξιών και αληθειών. Χρειάζεται γι' αυτό το λόγο μια ενεργή συμμετοχή μέσω της βοήθειας της κριτικής σκέψης.
Η κριτική σκέψη είναι η συνέχεια της δημοκρατικής εκπαίδευσης. Σύμφωνα, άλλωστε, με τον Dewey η δημοκρατική- κριτική εκπαίδευση, δεν έχει δεδομένο αποτέλεσμα και όσο πιο απρογραμμάτιστη τόσο περισσότερο ελεύθερη και δημοκρατική γίνεται. Η εμπιστοσύνη σε ποιοτικά χαρακτηριστικά, όπως η κριτική, η συνείδηση, είναι προτιμότερα από την εμπιστοσύνη σε ένα πρόγραμμα περιχαράκωσης. Ο κριτικός γραμματισμός είναι απαραίτητος ως αντίσταση στα υπάρχοντα αναλυτικά εκπαιδευτικά προγράμματα. Ο κριτικός γραμματισμός δίνει έμφαση στην κοινωνική συνειδητότητα για την ορθή χρήση της εξουσίας. Οι κοινωνικοί μετασχηματισμοί, οι οποίοι συντελούνται μέσω δράσεων, χρειάζονται αμφισβητήσεις των κοινωνικών θεσμών. Στη διαδικασία αυτή σπουδαία είναι η συνειδητοποίηση. Συνειδητοποίηση δηλαδή του εαυτού μου, των επιλογών μου, κτλ. Ο λόγος είναι εξουσία. Για να ελεγχθεί η κατάχρηση της εξουσίας χρειάζεται πάλι ο λόγος και η δράση με την έννοια της ενεργούς συμμετοχής ως μέσα για διαπραγματεύσεις, διεκδικήσεις και αλλαγές υπέρ των ελευθεριών. Η κριτική σκέψη καταλήγει να θέτει ένα θέμα δράσης. Η δράση μπορεί να ανατρέψει τα εμπόδια ελευθερίας στο σχολείο. Οι εκπαιδευτικοί χρειάζεται πρωτίστως, για να απελευθερώσουν τους μαθητές, να κάνουν θεμιτή χρήση της εκπαιδευτικής εξουσίας.
Τι είναι σχολικός γραμματισμός:
Η κατανόηση των νοημάτων ενός κειμένου, η κοινωνική πρακτική που εκπορέει από τα κείμενα μπορεί να λειτουργήσει ως ελευθερωτής της σκέψης και οι εκπαιδευτικοί ως μεταδότες στη διαδικασία αυτή. Αυτή είναι η έννοια του σχολικού γραμματισμού. Critical review: τρόπος ερμηνείας κειμένου, στο οποίο πρώτα αξιολογούνται τα θέματα μέσω ριζοσπαστικών ερωτήσεων, παραμερίζεται η εμμονή στην περιγραφή και προσεγγίζεται η ανάλυση των εννοιών. Ωστόσο, οι παιδαγωγοί χρειάζεται να προσπαθούν να μετασχηματίζουν πρώτα απ’ όλα τον εαυτό τους και τη σκέψη τους και έπειτα να προωθούν την κοινωνία μέσω της εκπαίδευσης.
Οι δραστηριότητες του σχολείου πρέπει να έχουν ενδιαφέρον και νόημα για τους μαθητές, να δημιουργούν αφορμές για κριτική προσέγγιση, ώστε να μην είναι παθητικοί στη διαδικασία της γνώσης. Απώτερος στόχος είναι η βελτιστοποίηση και η αλλαγή των αναλυτικών προγραμμάτων, που περιχαρακώνουν τις πηγές γνώσης και το περιεχόμενό τους. Ένας εποικοδομητικός τρόπος κριτικής διδασκαλίας είναι ο παραμερισμός του αναλυτικού προγράμματος και ο ορισμός του περιεχομένου της γνώσης από ένα σύλλογο διδασκόντων, ο οποίος θα το παρακολουθεί, θα το εκτιμά και θα το αναθεωρεί.
Ένα σχολείο χωρίς αναλυτικό πρόγραμμα είναι περισσότερο αποτελεσματικό;
Αυτό το μοντέλο εφαρμόζεται στα ΣΔΕ (Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας) και ονοματίζει τη παρεχόμενη γνώση ανάλογα το είδος της γενικά (γλωσσικός/ περιβαλλοντικός/ οπτικός γραμματισμός, κτλ.).
Άλλες επιλογές βελτίωσης προς ένα κριτικό σχολείο είναι το να μαθαίνει περισσότερο από την κοινωνία και να εμμένει λιγότερο στα κείμενα. Η σύνδεσή του με την πραγματικότητα μπορεί να ξεκινήσει από την ορθολογικότερη επιλογή συγγραμμάτων. Ένα βήμα παραπέρα προς την καλλιέργεια κριτικής σκέψης είναι η παρώθηση των μαθητών για δημιουργία προσωπικών κειμένων από άλλα κείμενα. Έτσι επιτυγχάνεται η βιωματικότητα της εκπαίδευσης. Έτσι, η κοινωνία έρχεται πιο κοντά στο σχολείο και αφουγκράζεται τα προβλήματά της.
ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ- Αφορμή για κριτικό εκπαιδευτικό αναστοχασμό
Ποιες έννοιες μας έρχονται στο μυαλό με το θέμα ανθρώπινα δικαιώματα;
H μη παραβίαση των αρχών του ανθρώπου, όπως η δικαιοσύνη, η αυτονομία, η ελευθερία σκέψης, η ελευθερία δράσης στο χώρο και σύναψης ανθρώπινων σχέσεων, η σωματική και ψυχική ακεραιότητα, η ισοτιμία και η ισονομία, η προστασία των προσωπικών δεδομένων, η ελεύθερη έκφραση των ενδιαφερόντων και των αναγκών των άλλων, η αποδοχή της θρησκευτικής διαφοράς και προέλευσης των άλλων.
Σε τι αδικώ εγώ τον μαθητή; Είμαι δίκαιος; Τι με προβληματίζει σχετικά με το αν είμαι δίκαιος εκπαιδευτικός ή όχι; Τι κάνω για να ικανοποιώ την ανάγκη των μαθητών για δικαιοσύνη; Πως διαχειρίζομαι την εξουσία του ρόλου μου;
Το δημοκρατικό σχολείο που οραματίστηκε ο Dewey στηρίζεται στην έννοια της πρωτοβουλίας. Η κύρια αδικία του σχολείου έγκειται στο ότι οι μαθητές δεν οδηγούνται να παίρνουν πρωτοβουλίες, με αποτέλεσμα να μην εκφράζονται ελεύθερα. Το κύριο ερώτημα ποιος θα προσφέρει την εκπαίδευση στους μαθητές είναι αυτό που χρειάζεται επαναδιαπραγμάτευση. Αυτό δεν οφείλει να είναι, όπως και τα άλλα θέματα της εκπαίδευσης δικαίωμα επιλογής; Ένα παιδί δε γνωρίζει καν άλλωστε πώς αξιολογείται και για ποιο λόγο. Γιατί η διαδικασία της αξιολόγησης προϋποθέτει ότι γνωρίζω καλά τον αξιολογούμενο για να είμαι όσο τον δυνατόν πιο δίκαιος. Η διαδικασία αυτή υποβαθμίζεται κυρίως στην β΄/θμια εκπαίδευση, όπου οι εκπαιδευτικοί και οι μαθητές είναι περισσότεροι ανά τμήμα, και άρα ο χρόνος για ουσιαστικές διαπροσωπικές σχέσεις μικρότερος. Άρα χρειάζεται μία αναδιοργάνωση του σχολείου για να γίνει πιο δίκαιο.
Τα σχολικά κτίρια εξάλλου δεν αποπνέουν καθόλου ασφάλεια για τη σωματική ακεραιότητα των μαθητών. Η ψυχική τους υγεία δεν προστατεύεται επίσης καθώς κινδυνεύει από το άγχος της διάκρισης, των εξετάσεων, τον ανταγωνισμό, τη συνεχή κριτική. Η αυτοαντίληψη και η αυτό-εικόνα του μαθητή περνάει από δύσκολες φάσεις αμφισβήτησης. Ο διαχωρισμός ανά καλούς-κακούς μαθητές, ανά χώρα προέλευσης, ανά κοινωνική τάξη, εμφάνιση, εξωσχολικών δράσεων, φύλο είναι διακρίσεις που δεν προάγουν τη δημοκρατική βάση του σχολικού χώρου. Το μετατρέπουν σε ίδρυμα διάκρισης μειονοτήτων περισσότερο ή λιγότερο ευδιάκριτες. Σε αυτή την τελευταία κατηγορία ανήκουν μαθητές ομοφυλόφιλοι, ειδικών αναγκών, ειδικών μαθησιακών δυσκολιών, μαθήτριες εγκυμονούσες, μαθητές εργαζόμενοι, κακοποιημένα παιδιά από την οικογένεια ή τον εκπαιδευτικό. Συχνά τα παιδιά κινδυνεύουν από τα ίδια τα παιδιά (bulling). Η ειρωνεία και ο χλευασμός συχνά περιορίζουν τα δικαιώματα ελευθερίας των άλλων.
Συμπεραίνεται ότι το σχολείο είναι ένας χώρος συγκρουσιακός, στον οποίο τα ανθρώπινα δικαιώματα κάθε άλλο παρά προστατεύονται. Οι εκπαιδευτικοί κάθε άλλο παρά δίκαιοι είναι, καθώς καταλήγουν μέσα σε μια τέτοια σχολική λειτουργία να γίνονται ανεπαρκείς. Αρχικό στάδιο προς τη δημοκρατικότερη βάση του σχολείου είναι η ανοχή προς την ιδιαιτερότητα του άλλου.
Πώς μπορώ να διδάξω την ανοχή στους μαθητές; Πώς μπορεί να προσφέρει στήριξη στους μαθητές το σχολείο; Η εκπαιδευτική πολιτική πώς πρέπει να διαμορφώνεται γι’ αυτά τα παιδιά; Δύο επιλογές τίθενται για το θέμα αυτό: να υπάρχει να ένας ειδικός ως ψυχολόγος (πβ. θεσμός counselor Aμερικής, περιπατητικών εκπαιδευτικών Αγγλίας) που να επιβλέπει κάποια σχολεία και η δεύτερη επιλογή είναι να αποφασίζεται αν θα μεταφέρονται ή να αφήνονται τα παιδιά αυτά στα κοινά σχολεία έχοντας τους εκπαιδευτικούς τους ίδιους ως counselors. Αυτό σημαίνει ότι η εκπαίδευση του εκπαιδευτικού πρέπει να συμπεριλαμβάνει school counseling και κάθε σχολείο πρέπει να περιλαμβάνει ένα σύστημα pastoral system care: δηλαδή ένα σύστημα ποιμενικής φροντίδας. Αυτό εφαρμόζεται μέσα στο σχολείο με την αφιέρωση μιας διδακτικής ώρας σε συναντήσεις μεταξύ όλων των εκπαιδευτικών με μαθητές σε μια αναλογία 1 εκπαιδευτικός προς 10 μαθητές ποικίλων ηλικιών. Μέσα σε αυτές τις συναντήσεις συγκροτείται η σφυρηλάτηση των σχέσεων μεταξύ των εμπλεκόμενων στην εκπαίδευση με απώτερο σκοπό την ελευθερία έκφρασης από τους μαθητές και τον περιορισμό της εξουσίας του εκπαιδευτικού.
Στην Ελλάδα οι ελλείψεις σε λειτουργίες επιμόρφωσης κάνουν το ελληνικό σχολείο να μοιάζει τόπος επικράτησης της αδικίας. Η εκπαίδευση των δασκάλων, λοιπόν, πρέπει να γίνεται πάνω στη Διδακτική επάρκεια και στη Συμβουλευτική. Χρειάζεται να έχει προηγηθεί η συμβουλευτική στους ίδιους τους εκπαιδευτικούς ώστε να είναι ικανοί και οι ίδιοι να κάνουν συμβουλευτική στα παιδιά. Παράλληλα, χρειάζεται μια διαφορετική κουλτούρα αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου: η προοπτική πρέπει να είναι όχι στην αυτοαξιολόγηση της σχολικής μονάδας, αλλά στην αξιολόγηση από άλλα σχολεία μέσω του θεσμού των επισκέψεων σε άλλα σχολεία και μετέπειτα συζήτησης μεταξύ των φορέων για περισσότερο αληθή αποτελέσματα και σωστότερη διαχείριση των προβλημάτων.
Από τα ερωτήματα που προκύπτουν από την παρουσίαση της μελέτης για την διερεύνηση του ερωτήματος κατά πόσο προστατεύονται τα ανθρώπινα δικαιώματα στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, εκείνο που δημιουργεί περισσότερο αμφιβολίες και ανησυχίες είναι το κατά πόσο είμαστε δημοκρατική χώρα. Γιατί αυτό το ερώτημα περιλαμβάνει όλα τα υπόλοιπα. Η μη τήρηση των ψηφισμάτων των διεθνών συμβάσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι το ένα μέρος του προβλήματος, καθώς, γενικότερα, η Ελλάδα δε βλέπει θετικά την προσέλευση των μεταναστών, έτσι ώστε το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα να μη δείχνει πραγματικό ενδιαφέρον στους μετανάστες αλλά και στους παλιννοστούντες μαθητές. Το πρόβλημα, λοιπόν, του ρατσισμού είναι αυτό που εκτιμάται ως ένας από τους πιο εμφανείς τομείς, όπου αναφαίνεται η καταπάτηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων. https://docs.google.com/document/d/1VGTvy7y3iDwLyS3L9aJ_puk2XUuE9UIxqHGYy66twbk/edit
«Ηθικά χαρακτηριστικά του αναστοχασμού»- Αφορμή για κριτικό εκπαιδευτικό αναστοχασμό
Ερευνητικά ερωτήματα που προκύπτουν από τη θεματική «Ηθικά χαρακτηριστικά του στοχασμού»:
Μπορούμε μέσα από την εκπαιδευτική διαδικασία να δημιουργήσουμε ηθικούς χαρακτήρες; Τι είδους χαρακτήρες επιδιώκουμε να γίνουν οι μαθητές;
Με βάση το κείμενο το βασικό στοιχείο της εκπαίδευσης σχετικό με τη λειτουργία του σχολείου που είναι κυρίως αρνητικό είναι η προγραμματισμένη εκπαίδευση. Η εκπαίδευση δηλαδή που είναι ανελαστική, αποφασισμένη από άλλους. Αντιδιαστολή σε αυτό το σχολικό μοντέλο υπήρξε το ελεύθερο σχολείο, όπου η επιλογή των μαθημάτων από τους μαθητές γίνεται ελεύθερα και όπου η κύρια δραστηριότητα δεν είναι η διδασκαλία αλλά οι μαθητικές κοινότητες.
Θα μπορούσαν οι μαθητές να θέσουν ένα λόγο ηθικού κώδικα; Κατά πόσο θα ήταν δικές τους οι ιδέες, όπως για παράδειγμα ο σεβασμός στον εαυτό, στον άλλο, κτλ;
Σε ένα προγραμματισμένο σχολείο είναι αδύνατον να δημιουργηθούν ηθικοί χαρακτήρες καθώς βασικό στοιχείο της συναισθηματικής ωρίμανσης είναι η αυτοπεποίθηση που γεννάται από ένα περιβάλλον αγάπης που του δημιουργεί ασφάλεια και μια μέριμνα για τους άλλους και όχι εγωισμό, κακό ανταγωνισμό και αδιαφορία.
Ο ηθικός χαρακτήρας δε δημιουργείται. Αν κάποιος δε θέλει να μάθει, δεν είναι κανείς αρμόδιος να του επιβάλλει να μάθει. Σημαντικό σε αυτήν την ιδέα είναι ο στοχασμός. Προκύπτει από την ελευθερία στο διάλογο στον οποίο δίνεται χώρος και χρόνος να στοχάζεσαι. Μέσα σε μια τέτοια διαδικασία προκύπτει ο ηθικός χαρακτήρας. Διακρίνεται στον αλληλέγγυο στοχασμό, τον κριτικό στοχασμό και το δημιουργικό στοχασμό. Αλληλέγγυος στοχασμός: δραστηριότητες στην έκφραση συναισθημάτων, σκέψεων, κτλ. Ο αλληλέγγυος στοχασμός είναι αυτός που είναι παραμελημένος κυρίως στο σχολείο είναι όμως σημαντικός για την μέριμνα για τους άλλους, το σεβασμό, την αποδοχή των διαφορετικών απόψεων, τον αλληλέγγυο τρόπο σκέψης. Αλληλεγγύη είναι η δυνατότητα στα μέλη μιας ερευνητικής κοινότητας να επιλέξουν τα θέματα μιας συζήτησης. Αντίστοιχη δυνατότητα δίνεται στους μαθητές των ελεύθερων σχολείων να καθορίσουν οι ίδιοι τις ανάγκες τους και να ορίσουν τα αντικείμενα της μάθησης τους. Κάτι τέτοιο θα ήταν πιο αποδοτικό και κυρίως τα αποτελέσματα της μάθησης με βάση τα προσωπικά ενδιαφέροντα θα ήταν πιο μακροχρόνια και εμφανή στη διαμόρφωση του ηθικού χαρακτήρα των μαθητών.
Η έννοια της ερευνητικής κοινότητας είναι ευρύτερη της μαθητικής κοινότητας. Μπορεί να λάβει χώρο και εκτός σχολείου. Οι διαδικασίες της όμως μπορούν να ακολουθηθούν και στο σχολείο για την ανάπτυξη του φιλοσοφικού στοχασμού των παιδιών. Αυτός θα βοηθήσει μαθητές και εκπαιδευτικούς από την ανάγκη να είναι βέβαιοι για τα πάντα.
Μπορεί ο εκπαιδευτικός να είναι δίκαιος;
Υφίσταται ένα σύνδρομο του σωστού. Η ανάγκη του δηλαδή να έχει βέβαια αποτελέσματα. Η παιδαγωγική δεν οφείλει να έχει βέβαια αποτελέσματα. Ωστόσο, η οργάνωση της εκπαιδευτικής λειτουργίας δεν του επιτρέπει να είναι δίκαιος, όπως για παράδειγμα το να είναι δίκαιος με τους μαθητές, καθώς τους αξιολογεί χωρίς να τους γνωρίζει.
Η αναζήτηση της αλήθειας δεν είναι μια διαδικασία με βέβαια αποτελέσματα, καθώς δεν υπάρχει μια και μοναδική αλήθεια, αλλά αλλάζει ανάλογα τις περιστάσεις, τα φαινόμενα που κρίνουμε και τα δικά μας δεδομένα με τα οποία κρίνουμε. Για την αναζήτηση της αλήθειας ο στοχασμός ως βασικό δείγμα δικαιοσύνης κρίνεται απολύτως αναγκαίος στη σχολική πραγματικότητα των προσχεδιασμένων και έτοιμων απαντήσεων. Κάθε άποψη κρύβει ένα ψήγμα αλήθειας άξιο να διερευνηθεί.
Πώς μπορεί ένας εκπαιδευτικός να γνωρίσει πραγματικά τους μαθητές, τις κρίσεις τους, τα μειονεκτήματά του, τι σκέφτονται για την εκπαιδευτική θεωρία;
Αυτά μπορούν να γίνουν με τον εκπαιδευτικό διάλογο. Αυθεντικός διάλογος: Ο στόχος του διαλόγου είναι όχι να πείσω για την ορθότητα των απόψεων, αλλά να ακούσω ενδιάθετα τι έχει να πει ο άλλος.
Διαστάσεις του στοχασμού είναι το αίσθημα και το συναίσθημα. Βασική λειτουργία λοιπόν της ερευνητικής κοινότητας είναι η διαρκής θέση ερωτημάτων με σκοπό τη συζήτηση, που θα σχετίζονται με τον τρόπο συμπεριφοράς μας ως ανθρώπινα όντα αλλά και την άσκηση στο αίσθημα και το συναίσθημα.
«Από τον πολυμορφικό στο συλλογικό δάσκαλο του κυβερνοχώρου»- Αφορμή για κριτικό εκπαιδευτικό αναστοχασμό
Στο άρθρο της Ανθογαλίδου μελετάται το θέμα του εγκυκλοπαιδισμού (ή διεπιστημονικότητας ή πολυσυλλεκτικότητας) και εν συνεχεία το θέμα των νέων μορφών επικοινωνίας, το ανοιχτό σχολείο μάθησης, η απασχολειοποίηση, η πληροφορική στους Η/Υ. Τίθεται το ερώτημα το αν είναι προτιμότερο να γίνονται εγκυκλοπαιδικές σπουδές, δηλαδή να διδάσκονται οι φοιτητές πολλά διαφορετικά μαθήματα ή να εστιάζονται οι σπουδές τους στην κατοχή μιας μόνο γνωστικής ενότητας. Τα ερωτήματα που προκύπτουν από τον εγκυκλοπαιδισμό είναι αν κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε ανεπάρκεια του εκπαιδευτικού προς τη διδακτική πολλών μαθημάτων των σπουδών του.
Είναι, έτσι, επαρκής με βάση αυτά που σπούδασε; Ποιος φταίει για την ανεπάρκειά του; Μπορεί να είναι αιτία το ΑΠ, το ότι καλείται να διδάξει πολλά γνωστικά αντικείμενα ενώ δεν τα κατέχει;
Το άρθρο προτείνει εξειδίκευση των δασκάλων σε ένα με δύο αντικείμενα και όχι τον πολυμερισμό. Εδώ μπαίνουν οι έννοιες πολυσυλλεκτικότητα, πολυεπιστημονικότητα, αυτό που ο Bernstein αποκάλεσε collections. Μπορεί να τα αφομοιώσει όλα και να προτείνει μία κοινή επιστημονική άποψη; Η πολυσυλλεκτικότητα μπορεί να οδηγήσει σε έλλειψη κριτικής σκέψης και έλλειμμα μεθοδολογικών εργαλείων. Είναι αφενός δύσκολο να αφομοιωθούν επαρκώς επιστημονικά αντικείμενα διασπασμένα από την ενότητά τους, στα οποία μόνο με προσωπική μελέτη μπορεί κανείς να περάσει σε εμβάθυνση. Η ταυτότητα αφενός ενός επιστήμονα που ασχολείται με πολλά αντικείμενα είναι δύσκολο να οριστεί. Ταυτότητα με την έννοια ότι συνθέτει κριτικά απόψεις για να παράγει νέες που προωθούν την επιστημονική γνώση. Στο μέλλον, εξάλλου, αυτοί οι τομείς γνώσεις ιδωμένοι επιφανειακά σαν σε μορφή συμπιλημάτων δε μπορούν να έχουν μονιμότητα στο μυαλό ενός επιστήμονα. Η εξειδίκευση λοιπόν από αυτήν την άποψη είναι αναγκαία. Μπορεί, εξάλλου, ο κάθε επιστήμων να διευρύνει τους ορίζοντες των γνώσεων του με προσωπική μελέτη σε άλλες επιστημονικές περιοχές. Εδώ, όμως, υποθάλπει ένας σοβαρός κίνδυνος. Είναι δυνατόν ένας επιστήμονας περιορισμένος και μάλιστα προσκολλημένος στη δική του μοναδική ερευνητική περιοχή να οδηγηθεί σε μονοχνωτισμό και μονομέρεια.
Το θέμα λοιπόν της διάχυσης μέσα στις επιστήμες (integration) είναι προτιμητέα οδός σε σχέση με τον κίνδυνο της μονομέρειας της εξειδίκευσης. Είναι ωφελιμότερη η «διδασκαλία ενοτήτων», με την οποία θα συμβεί διάχυση δηλαδή από τη μία επιστήμη στην άλλη των επιστημονικών ευρημάτων σε αντίθεση με τη στεγανοποίηση της διδασκαλίας μίας ενότητας. Ο επαγγελματισμός σαν έννοια έχει θετική όσο και αρνητική αποτίμηση. Ο κίνδυνος και εδώ που εγκυμονεί είναι η ημιμόρφωση. Όταν δεν εξειδικεύεσαι σε κάποιο αντικείμενο, μόνο μερικώς και αποσπασματικώς μπορείς να συλλάβεις τις επιστημονικές περιοχές. Υπάρχει κίνδυνος έλλειψης συγκρότησης με την έννοια της αγνόησης της μεθοδολογίας, των ερωτημάτων, των ερευνών που έχουν γίνει και έχουν συνεισφέρει στο επιστημονικό αντικείμενο. Η συγκρότηση είναι ακριβώς (μέσω της μεταγνώσης[1]) αυτό που συνάγεται από ένα ετερόκλητο πλήθος γνώσεων για να μας δώσει την επάρκεια του πώς να μαθαίνουμε στα παιδιά να μαθαίνουν. Η επάρκεια εδώ του επιστήμονα είναι το βασικό διακύβευμα. Ακόμα, η ημιμόρφωση μπορεί συχνά να οδηγεί σε φαινόμενα δογματισμού λόγω άγνοιας.
Στην Ελλάδα υπάρχει μια συζήτηση για την αξία των πτυχίων. Το πτυχίο είναι κάτι που πρέπει να μας οδηγεί σε άσκηση των επαγγελματικών δικαιωμάτων ή το πτυχίο πρέπει αντανακλά τη γνώση και μόνο αυτή;
Κατά την προσωπική μου άποψη το πτυχίο πρέπει να είναι ένα αρχικό εφόδιο για την επαγγελματική καριέρα. Η αυτομόρφωση πρέπει να διευρύνει το γνωστικό υπόβαθρο του επιστήμονα, ο οποίος πρέπει να μεριμνά προσωπικά για την εξειδίκευσή του, (αυτό που άλλοτε λεγόταν «κατ’ οίκον διδαχθείς» (homeschool educated) μπορεί να ισχύσει στην περίπτωση αυτή). Η απασχολειοποίηση έχει την έννοια να καταφεύγει κάποιος σε διαφορετικές μορφές εκπαίδευσης. Πρόταση Illich για την επίτευξη της απασχολειοποίησης: να υπάρχουν εγκαταστάσεις που θα έχουν πολλές αίθουσες που καθεμία θα δίνει κάτι διαφορετικό στην εκπαίδευση. Διευρύνεται, έτσι, ο προσωπικός χαρακτήρας του σχολείου και δίνονται κίνητρα για να την κοινωνικοποίηση των παιδιών μέσα από την καθοδήγηση των εκπαιδευτικών.
Στο άρθρο, ωστόσο, δε φαίνεται η προοπτική απασχολειοποίησης γιατί περιλαμβάνεται το εργαλείο της πληροφορικής και θεωρείται ότι μέσω αυτού θα υπάρξει πλήρης αναμόρφωση της κοινωνίας. Το μέσο αυτό ενέχει την απομάκρυνση της φυσικής παρουσίας του καθηγητή. Στην Ελλάδα βέβαια υπάρχει το αντιφατικό φαινόμενο της συνύπαρξης σε μία τάξη του καθηγητή με τριάντα μαθητές.
Στα μέτρα του ελληνικού σχολείου πώς μπορώ να καταργήσω τη φυσική παρουσία του καθηγητή με όλα τα παιδιά στην τάξη; Μια μεταρρυθμιστική αλλαγή που θα επιτρέπει τη απουσία ταυτόχρονης παρουσίας διδάσκοντος και διδασκομένου είναι ανέφικτη. Αυτό οφείλεται στα φαινόμενα ελληνικής παθολογίας. Χρειάζεται όμως να εισαχθούν νέα είδη επικοινωνίας.
Το μέσο του υπολογιστή μπορεί να οδηγήσει σε ηλεκτρονικό αναλφαβητισμό με αυτό που αποκαλείται συλλογή infoσκουπιδιών. Ο κατακλυσμός της πληροφόρησης είναι δεδομένος. Πώς θα έχουμε μία θετική προσφορά και πώς θα μπορέσουμε να διακρίνουμε τα θετικά από τα αρνητικά στοιχεία; Είναι προτιμότερη η χρήση της λογοτεχνίας ή η χρήση των υπολογιστών;
Ένα ποίημα για παράδειγμα θα μπορούσε να διδαχθεί με τους υπολογιστές πιο δημιουργικά σε σχέση με τον αποστειρωμένο δασκαλοκεντρικό τρόπο. Θα μπορούσαν οι μαθητές να κεντριστούν με την ακρόαση μιας μελοποίησης του ποιήματος, με την θέαση εικόνων σχετικών με το ποίημα, τον ποιητή, κτλ. Αυτά είναι θέματα καινοτόμων μορφών επικοινωνίας που μπορούν αν προάγουν το επικοινωνιακό κομμάτι της εκπαίδευσης. Οι Η/Υ επίσης θα προάγουν τον εκδημοκρατισμό της εκπαίδευσης, καθώς οι μαθητές δε θα φοβούνται την αυθεντία του δασκάλου, θα είναι σε θέση να κάνουν ερωτήσεις όποτε θέλουν, να εκφράζουν ελεύθερα τις απόψεις τους, κτλ. Ωστόσο, ο Η/Υ πρέπει να ελέγχεται γιατί δε παύει να είναι παρέχει μια εικονική πραγματικότητα.
Τέλος, παραθέτω τις απόψεις της ακαδημαϊκού Ελένης Άρβελερ που διατυπώθηκαν σε μια συνέντευξη στην κρατική τηλεόραση και τις οποίες προσπάθησα να καταγράψω και να ταυτιστώ. Η διακεκριμένη επιστήμονας θεωρεί ότι «η εξειδίκευση είναι η κατάρα της εποχής μας». Ένας επιστήμονας σήμερα οφείλει «να κατέχει τη διπλή πυραμίδα, δηλαδή τη δυνατότητα της πολυεπιστημονικότητας και τη δυνατότητα της αναπροσαρμογής, το να μπορείς δηλαδή να κάνεις μετάλλαξη». Στη συνέχεια υποστηρίζει τα παραπάνω με την εμπειρική αλήθεια ότι «κανένας νέος δε θα κάνει την ίδια δουλειά σε όλη του τη ζωή». Αυτό που θεωρεί ουσιώδες λοιπόν είναι «να ξέρω ποιες δυνατότητες έχω για να μπω στο νόημα πολλών πραγμάτων». Μετά περνά στην κατηγοριοποίηση των εφοδίων που πρέπει να έχει ένας επιστήμονας: «Πρώτη δυνατότητα: να ξέρεις καλά τη γλώσσα σου, δεύτερη δυνατότητα: να ξέρεις μια ξένη γλώσσα για να μη θεωρείς τον εαυτό σου ότι τα ανακάλυψε όλα αλλά ότι υπάρχει και ο διπλανός σου, τρίτη δυνατότητα: να ξέρεις τα μέτρα και τα σταθμά του επιστημονικού λόγου, τέταρτη δυνατότητα να έρχεσαι σε επαφή με την τέχνη, γιατί το να διεισδύεις με ενόραση μέσα στα πράγματα σε κάνει να’ χεις πρόσβαση σε καθετί που σε ξεπερνά, πέμπτη: να είσαι μέσα στο σπίτι σου, να έχεις σχέση με το σώμα σου ηθική διάσταση».
[1] Η μεταγνώση «αφορά την αναδίπλωση της γνώσης προς τον εαυτό της. Αναφέρεται στις διαδικασίες που λαμβάνουν χώρο στην ενεργό μνήμη και περιλαμβάνουν την επίγνωση του ατόμου για τις γνωστικές του διαδικασίες. Επίσης είναι οι σκέψεις που αναφέρονται σε άλλες σκέψεις. Είναι η γνώση του ατόμου για τις γνωστικές του λειτουργίες. (cognition about cognition). Περιλαμβάνει 2 σύνολα ικανοτήτων: 1. Την ικανότητα να αντιλαμβανόμαστε πόσα και τι μπορούμε να μάθουμε. Γνώση της Δηλωτικής Σκέψης. 2. Την ικανότητα να ρυθμίζουμε, να ελέγχουμε και να συντονίζουμε τη γνωστική μας συμπεριφορά, επιβραδύνοντας π.χ. το διάβασμά μας στα δύσκολα, επιταχύνοντας στα εύκολα. Είναι η γνώση της διαδικαστικής Σκέψης» Εμ. Κολιάδη, "ΘΕΩΡΙΕΣ ΜΑΘΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ"
https://docs.google.com/document/d/1tOk--Hot_YYdZD-JcPS4sM6ulhinnYtFfoarNAOm53Q/edit?hl=el
https://docs.google.com/document/d/1tOk--Hot_YYdZD-JcPS4sM6ulhinnYtFfoarNAOm53Q/edit?hl=el
«Τα παιδιά ως φιλόσοφοι»- Αφορμή για κριτικό εκπαιδευτικό αναστοχασμό
Διαβάζοντας το βιβλίο "Τα παιδιά ως φιλόσοφοι" παρατηρώ ότι οι λέξεις στην εκπαίδευση είναι γεμάτες μύθους, στερεότυπα, παραποιήσεις, στρεβλώσεις, λανθασμένες παγιωμένες αντιλήψεις. Χρειάζεται λοιπόν ένας αναστοχασμός πάνω στην εκπαιδευτική γλώσσα. Ακολουθούν οι παρακάτω προσπάθειες αναστοχασμού με βάση τις απορίες που δημιουργεί το βιβλίο.
Πρέπει ο εκπαιδευτικός να προσπαθεί να καταστήσει το μάθημα ενδιαφέρον;
Αυτό είναι ένα ερώτημα-παγίδα που θέτει ο Dewey. Ο μαθητής είτε έχει ενδιαφέρον για το μάθημα είτε όχι. Δε μπορεί ο εκπαιδευτικός να το καταστήσει ενδιαφέρον. Πρέπει το παιδί το ίδιο να αισθανθεί ότι είναι ενδιαφέρον για τον εαυτό του. Ρίχνεται επομένως λανθασμένα η ευθύνη της επιτυχημένης διδασκαλίας στο εκπαιδευτικό από το αν θα καταφέρει να καταστήσει το μάθημα ενδιαφέρον.
Ποιες θεωρεί ο εκπαιδευτικός καλές ιδιότητες ενός μαθητή;
Θεωρείται κυρίως η υπακοή. Ο υπάκουος μαθητής είναι μια έννοια γεμάτη προκατάληψη. Πρέπει να επαναπροσδιοριστεί. Η ανάγκη για επιτυχημένη διδασκαλία συμβαίνει να απαιτεί τον υπάκουο μαθητή, διαφορετικά υπάρχει δυσκολία στη διδασκαλία. Ο εκπαιδευτικός θεωρεί ότι μεταδίδει γνώση. Μπορεί ο μαθητής ή μάλλον πρέπει να είναι υπάκουος στη γνώση; Ο Dewey θεωρεί ότι αυτό είναι ένα ψευδοερώτημα. Είναι η μαθησιακή ετοιμότητα σωστό να είναι επιθυμητή και, ακόμα περισσότερο, είναι εφικτή; Αυτό συνεπάγεται ότι ο εκπαιδευτικός πρέπει να επιβάλλει κάτι. Είναι, επομένως, ένα θέμα που αναδεικνύει μια σειρά από άλλα ζητήματα. Ο μαθητής, για παράδειγμα, πώς μπορεί να δέχεται τις ενέργειες του δασκάλου για μαθητική ετοιμότητα, χωρίς να υποστεί πίεση, χωρίς να νιώθει ότι του επιβάλλονται; Άρα, καταλήγουμε στο ότι είναι επιθυμητή η εσωτερική θέληση του μαθητή και όχι η πειθαρχία από εξωτερική επιβολή. Από εδώ προκύπτει η βασική διαφορά ενός φιλελεύθερου σχολείου με ένα συντηρητικό.
Έχει ο εκπαιδευτικός συνείδηση της σχολικής πραγματικότητας; Μπορεί να αντέξει εύκολα την κριτική;
Οι εκπαιδευτικοί δε μπορούμε να δεχτούμε την κριτική εύκολα. Είναι θέμα ψυχολογίας. Λειτουργούν οι μηχανισμοί άμυνας που βοηθάνε το άτομο, όταν βάλλεται ο ιδανικός εαυτός του, να περισώσει την εικόνα και το κύρος του από τις κατηγορίες των άλλων. Επειδή ακριβώς δε μπορεί ο καθηγητής να δεχτεί την κριτική εύκολα, διαμορφώνει μια αυστηρή στάση απέναντι στο μαθητή, πράγμα που τον απομακρύνει από αυτόν χωρίς να έχει συνείδηση της πραγματικότητας. Επομένως, οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί έχουν προκαταλήψεις και δε το γνωρίζουν. Χρειάζεται να γίνει ένας συλλογισμός για να επαναδιαπραγματεύσουν τις απόψεις τους πάνω στην εκπαιδευτική γλώσσα, καθώς επικρατούν προκαταλήψεις για τις έννοιες των λέξεων. Λάθος αρχικές εκτιμήσεις δημιουργούν συγκεκριμένα συναισθήματα και στη συνέχεια προκαταλήψεις. Η προκατάληψη συναισθημάτων σημαίνει ότι κάποιος έχει ψευδείς, μη αληθινές ερμηνείες για τα συναισθήματά του. Χρειάζεται να κάνουν οι εκπαιδευτικοί αυτοδιαχείριση συναισθημάτων, δηλαδή να τα κρίνουν, να τα αιτιολογήσουν, να προσέχουν τις ερμηνείες που δίνουν στα γεγονότα, γιατί τα συναισθήματά τους και οι απόψεις τους είναι μεστά από στρεβλώσεις, όπως και οι έννοιες που αφορούν την εκπαίδευση.
Σε ποια άλλα ζητήματα αναγνωρίζω ότι έχω προκαταλήψεις; Εγώ μπορώ να κάνω αυτοκριτική; Μπορώ να δεχτώ την κριτική από τους άλλους; Πώς διαμορφώνω την ψυχολογία των μαθητών και πόσο την καταλαβαίνω; Κάνω αγώνα να τις αποφύγω;
Αυτό που λείπει από τη διδασκαλία είναι η διδακτική αρχή της λογικότητας, μια αρχή δηλαδή που πρέπει να διέπει τη διδασκαλία και την οργάνωσή της και η οποία σημαίνει τη λογική διαχείριση των δεδομένων των παιδιών και των απαιτήσεων των γνωστικών αντικειμένων, τη λογική που απλά συνδέει τα συναισθήματα των παιδιών με το γνωστικό αντικείμενο. Να προτείνω τη λεπτή ισορροπία, τη λογική που συνδέει τα συναισθήματα των παιδιών με το αντικείμενο.
Joanna Haynes. Τα παιδιά ως φιλόσοφοι. Μάθηση μέσω έρευνας και διαλόγου στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Πρόλογος - Μετάφραση: Γιάννης Τζαβάρας. Αθήνα: Μεταίχμιο, 2009.
https://docs.google.com/document/d/13fbp_bKI1PCOtItP2XIISOFz70SLSlLNMjgNyEuCjlw/edit
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)

