Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έφηβοι μετανάστες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έφηβοι μετανάστες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

23 Οκτωβρίου 2011

Διακρίσεις - Ρατσισμός - Ξενοφοβία στο Ελληνικό Εκπαιδευτικό Σύστημα

Έρευνα που πραγματοποιήθηκε από την ΚΑΠΑ RESEARCH A.E.
για λογαριασμό της UNICEF

ΣΥΝΟΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Η ΕΡΕΥΝΑ ΣΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ
Η ΕΡΕΥΝΑ ΣΤΟΥΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥΣ
Η ΕΡΕΥΝΑ ΣΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ


Περίοδος διεξαγωγής: Η συλλογή των στοιχείων έγινε από 6 έως 13/03/2001

Περιοχή διεξαγωγής: Στα δύο μεγαλύτερα αστικά κέντρα της Ελλάδας, λεκανοπέδιο Αττικής και Πολεοδομικό Συγκρότημα Θεσσαλονίκης, όπου συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ποσοστό των αλλοδαπών που διαμένουν μόνιμα στη χώρα μας.

Πληθυσμός: Γονείς μαθητών που φοιτούν σε Δημοτικά, Γυμνάσια και Λύκεια. Δάσκαλοι και Καθηγητές, καθώς επίσης και μαθητές που φοιτούν στις τρεις τελευταίες τάξεις του Δημοτικού, σε Γυμνάσια και Λύκεια.

Δείγμα: 2343 συνεντεύξεις.

Τεχνική συλλογής πληροφοριών: Η συλλογή των στοιχείων έγινε με 2 τρόπους. Με την μέθοδο των συνεντεύξεων βάσει ηλεκτρονικού ερωτηματολογίου, με το ειδικό λογισμικό CTIS (Computer Telephone Interview System) και με την μέθοδο των προσωπικών συνεντεύξεων βάσει έντυπου ερωτηματολογίου, κατόπιν επίσκεψης των ερευνητών σε αντιπροσωπευτικά επιλεγμένα σχολεία. Για κάθε ένα από τα τρία κοινά (γονείς, εκπαιδευτικοί, μαθητές ) σχεδιάστηκε ειδικό ερωτηματολόγιο με κλειστές και ανοιχτές ερωτήσεις. Μέρος των ερωτηματολογίων ήταν κοινό ώστε να εξασφαλιστεί η συγκριτική ανάλυση των απόψεων και οι τυχόν διαφοροποιήσεις σε βασικές παραμέτρους. Για την συλλογή των στοιχείων της έρευνας εργάσθηκαν 93 ερευνητές ( 88 συνεντευκτές και 5 επόπτες/ ελεγκτές).

Μέθοδος δειγματοληψίας: Τυχαία πολυσταδιακή δειγματοληψία με χρήση quota ανάλογα με τα αντιπροσωπευτικά χαρακτηριστικά του κάθε κοινού.

Η ΚΑΠΑ RESEARCH Είναι μέλος της ESOMAR και του ΣΕΔΕΑ και τηρεί τους κώδικες δεοντολογίας για την διεξαγωγή και δημοσιοποίηση ερευνών κοινής γνώμης.


ΣΥΝΟΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Οι οικονομικές και γεωπολιτικές αλλαγές που συντελούνται στην Ευρώπη κατά την τελευταία δεκαετία δεν ήταν δυνατό να αφήσουν ανέπαφη τη χώρα μας. Η Ελλάδα που παραδοσιακά ήταν χώρα "εξαγωγής" μεταναστών μεταβλήθηκε σε χώρα "υποδοχής" όλων όσοι εγκατέλειψαν τις εστίες τους για να αναζητήσουν μια καλύτερη τύχη.

Τα πολυπολιτισμικά στοιχεία που προσέδιδαν στην ελληνική κοινωνία οι τσιγγάνοι και οι μουσουλμάνοι Έλληνες πολίτες, και αργότερα οι παλιννοστούντες, πολλαπλασιάστηκαν με την έλευση μεγάλου αριθμού οικονομικών μεταναστών από διάφορες χώρες που πλέον εργάζονται και ζουν μόνιμα στη χώρα μας.

Η εκπαίδευση ως η βασικότερη διαδικασία διαμόρφωσης του χαρακτήρα, των στάσεων και της συμπεριφοράς του ατόμου, είναι ίσως το καταλληλότερο εργαλείο διαχείρισης αυτής της νέας πολυπολιτισμικής πραγματικότητας της ελληνικής κοινωνίας.

Με την παρούσα έρευνα κοινής γνώμης επιχειρείται η καταγραφή των απόψεων, του βαθμού ανοχής και αποδοχής των μαθητών, των εκπαιδευτικών και των γονέων, ως προς τη διαφορετικότητα των αλλοδαπών μαθητών που φοιτούν στις ελληνικές σχολικές κοινότητες.

Οι μαθητές που προέρχονται από άλλες χώρες φοιτούν στη μεγάλη πλειοψηφία των σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ενώ η μεγαλύτερη συχνότητα φοίτησης αλλοδαπών μαθητών εμφανίζεται στο δημοτικό σχολείο.
Σε πολλές περιπτώσεις, τα σχολεία αποτελούν χώρο διακρίσεων εις βάρος των αλλοδαπών μαθητών, που γίνονται τόσο από τους υπόλοιπους μαθητές και τους γονείς όσο και από τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς και τις διευθύνσεις των σχολείων.
Υψηλά καταγράφονται τα ποσοστά ξενοφοβικής συμπεριφοράς και απόψεων που απέχουν κατά πολύ από τις έννοιες της ισότητας και του σεβασμού της διαφορετικότητας, σε όλα τα κοινά που συνθέτουν την εκπαιδευτική κοινότητα.
Οι φορείς κοινωνικοποίησης των μαθητών, δάσκαλοι, καθηγητές και γονείς, εμφανίζονται στις απαντήσεις τους πιο αρνητικοί τόσο απέναντι στην παρουσία των παιδιών των μεταναστών στα ελληνικά σχολεία, όσο και εν γένει απέναντι στην παρουσία των αλλοδαπών στη χώρα μας, σε σχέση με το υποκείμενο της κοινωνικοποίησης, τους μαθητές της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Ιδιαίτερα οι μαθητές του δημοτικού εμφανίζουν την καλύτερη γνώμη και συμπεριφορά απέναντι στους αλλοδαπούς συμμαθητές τους.
Σύμφωνα με τη συγκριτική ανάλυση των στοιχείων της έρευνας, η ξενοφοβική συμπεριφορά παρουσιάζει ισχυρή σχέση εξάρτησης με τις εξής μεταβλητές:

Το βαθμό Γνωριμίας / Συναναστροφής:
Όσο μεγαλύτερος είναι ο βαθμός προσέγγισης Ελλήνων και αλλοδαπών τόσο μειώνονται οι ξενοφοβικές αντιλήψεις. Το στοιχείο αυτό είναι ιδιαίτερα ορατό στους μαθητές του δημοτικού από τους οποίους όσοι συνυπάρχουν, στην τάξη, με αλλοδαπούς μαθητές εμφανίζουν πολύ μεγαλύτερα ποσοστά αποδοχής και ανεκτικότητας του "διαφορετικού" από εκείνους που πηγαίνουν στο ίδιο σχολείο με τα παιδιά των μεταναστών, και ακόμη μεγαλύτερα από όσους μαθητές δεν γνωρίζουν - και δεν συναναστρέφονται - παιδιά από άλλες χώρες.

Το μορφωτικό επίπεδο:
Μόρφωση και ξενοφοβία είναι μεγέθη αντιστρόφως ανάλογα. Όπως προκύπτει από την έρευνα στο κοινό των γονέων, οι γονείς με ανώτερη / ανώτατη μόρφωση εμφανίζουν χαρακτηριστικά περιορισμένη ξενοφοβική συμπεριφορά από τους γονείς με στοιχειώδη μόρφωση.
Η διαφορά αυτή αντανακλάται και στα παιδιά τους: τα παιδιά γονέων με υψηλότερο επίπεδο μόρφωσης είναι εμφανώς πιο δεκτικά στη διαφορετικότητα από τα παιδιά γονέων με χαμηλό επίπεδο μόρφωσης.

Το φύλο:
Σημαντικές διαφοροποιήσεις ως προς την αποδοχή των αλλοδαπών μαθητών εμφανίζονται με βάση το φύλο των ερωτηθέντων στην έρευνα. Μητέρες και γυναίκες εκπαιδευτικοί φαίνεται να έχουν αντιλήψεις διακρίσεων σε μεγαλύτερο βαθμό από τους πατέρες και τους άντρες εκπαιδευτικούς. Ωστόσο, η διαφορά αυτή αντιστρέφεται στο μαθητικό κοινό, όπου οι μαθήτριες είναι πολύ περισσότερο δεκτικές έναντι των αλλοδαπών συμμαθητών τους, από τους μαθητές.

Την εκπαιδευτική βαθμίδα:
Οι γονείς των παιδιών του δημοτικού και οι δάσκαλοι είναι πιο ανήσυχοι και πιο επιρρεπείς στις διακρίσεις εις βάρος των αλλοδαπών μαθητών αλλά και των αλλοδαπών εν γένει, από τους γονείς των παιδιών των γυμνασίων και λυκείων και τους καθηγητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Εντούτοις, και στο σημείο αυτό, η διαφορά αντιστρέφεται στο μαθητικό κοινό όπου οι μαθητές του δημοτικού είναι πολύ περισσότερο ανοιχτοί στην πολυπολιτισμικότητα συγκριτικά με τους μαθητές των γυμνασίων και των λυκείων.

Ένα άλλο συμπέρασμα που προκύπτει από την έρευνα είναι το γεγονός ότι τα σχολεία λειτουργούν ως καθρέφτης της κοινωνίας στον οποίο προβάλλονται τα ξενοφοβικά στερεότυπα για τον " αλλοδαπό μετανάστη", στερεότυπα που, ωστόσο, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Παρά την ανησυχία γονέων και καθηγητών σχετικά με την παρουσία των αλλοδαπών μαθητών στα σχολεία, τα προβλήματα που δημιουργούν οι μαθητές αυτοί είναι, κατά την κρίση τους, περιορισμένα.
Ένα κοινό σημείο των τριών κοινών της έρευνας αφορά στη φύση των προβλημάτων που εκτιμάται ότι αντιμετωπίζουν ή προκαλούν οι αλλοδαποί μαθητές. Πρόκειται κυρίως για μαθησιακά προβλήματα, αλλά και προβλήματα ένταξης και συμπεριφοράς των αλλοδαπών μαθητών.
Αυτό το τελευταίο στοιχείο κάνει ακόμη πιο επιτακτικό το ρόλο της εκπαίδευσης στην καταπολέμηση των διακρίσεων και στην προσπάθεια αρμονικής ένταξης των αλλοδαπών μαθητών. Η εκπαίδευση δεν αφορά μόνο στους μαθητές αλλά και στους εκπαιδευτικούς, όπου οι ίδιοι εκτιμούν ότι δεν είναι επαρκώς καταρτισμένοι για να διδάξουν τους αλλοδαπούς μαθητές.
Την ανάγκη καλύτερης κατάρτισης των εκπαιδευτικών υπογραμμίζουν και οι γονείς που εκτιμούν ότι είναι το κλειδί για την καλύτερη ένταξη των αλλοδαπών μαθητών στις σχολικές κοινότητες, και δευτερευόντως η ευαισθητοποίηση γονέων και μαθητών στις έννοιες της ισότητας και του σεβασμού της διαφορετικότητας.
Τα παραπάνω συμπεράσματα καθίστανται ακόμη πιο σοβαρά αν αναλογιστούμε την ίδια γενική εκτίμηση γονέων και εκπαιδευτικών για την ολοένα και αυξανόμενη - κατά την επόμενη πενταετία - παρουσία αλλοδαπών μαθητών στα σχολεία της χώρας μας.



ΓΟΝΕΙΣ: ΒΑΣΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η πλειοψηφία των γονέων μαθητών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης εμφανίζουν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό στοιχεία ξενοφοβικής συμπεριφοράς και απόψεις που απέχουν πολύ των εννοιών της ισότητας και του σεβασμού της διαφορετικότητας στην ελληνική κοινωνία.
Το 51,7% δηλώνει ότι η παρουσία των μεταναστών στην ελληνική κοινωνία τους προκαλεί ανησυχία και το 16,2% των γονιών δηλώνει ότι η παρουσία των ξένων τους ενοχλεί. Αδιάφορο εμφανίζεται το 17,1% ενώ μόνο ο ένας περίπου στους 10 γονείς (11,6%) δηλώνει ότι η νέα αυτή πολυπολιτισμική πραγματικότητα του φαίνεται ενδιαφέρουσα
Μόνο ο ένας στους έξι γονείς θεωρεί ότι οι αλλοδαποί μετανάστες που ζουν μόνιμα στην χώρα μας πρέπει να μπορούν να παραμείνουν και να έχουν τα ίδια δικαιώματα με τους Έλληνες. Για το 7,1% οι αλλοδαποί που μένουν στην χώρα δεν θα πρέπει να έχουν τα ίδια δικαιώματα με τους Έλληνες. Το 62,3% πιστεύει ότι θα πρέπει να φύγουν όσοι δεν είναι αναγκαίοι ή νόμιμοι, ενώ το 11% τάσσεται υπέρ της άμεσης απέλασης δηλώνοντας ότι πρέπει να πάνε όλοι πίσω στην χώρα τους.
Οι ξενοφοβικές αντιλήψεις σχετικά με την παρουσία των μεταναστών που ζουν μόνιμα στην Ελλάδα, μεταφέρονται και στον τρόπο που οι γονείς αντιμετωπίζουν την φοίτηση αλλοδαπών μαθητών στα ελληνικά σχολεία. Η προβολή των στερεοτυπικών χαρακτηριστικών του "αλλοδαπού μετανάστη" - όπως αυτή κυριάρχησε στην χώρα μας την τελευταία δεκαετία στους μικρούς μαθητές από άλλες χώρες είναι προφανής. Η σχολική κοινότητα γίνεται αυτόματα αντιληπτή ως μια μικρή κοινωνία στην οποία μεταφέρονται αυτούσια τα χαρακτηριστικά της μεγάλης, συμπεριλαμβανόμενης και της απειλής από κάθε τι διαφορετικό.
Ως φυσιολογικό γεγονός σχολιάζουν την παρουσία των παιδιών των μεταναστών στα σχολεία της χώρας μας το 42,6% των γονέων, ενώ ως θετικό γεγονός κρίνεται από το 11%
Αντίθετη άποψη εκφράζει το 42% των γονέων. Για το 34% η παρουσία των ξένων θεωρείται μάλλον αρνητικό γεγονός ενώ το 8% πιστεύει ότι η συνύπαρξη αυτή συνιστά απειλή.
Μόνο οι 4 στους 10 γονείς πιστεύουν ότι τα παιδιά των αλλοδαπών στην Ελλάδα θα πρέπει να μπορούν να γράφονται σε οποιοδήποτε ελληνικό σχολείο.
Η πλειοψηφία των γονέων πιστεύει ότι θα πρέπει να γράφονται μόνο σε ειδικές τάξεις / τμήματα για αλλοδαπούς (29,2%) ή σε άλλα σχολεία που θα είναι ειδικά και μόνο για παιδιά αλλοδαπών.
Ο ένας στους δυο γονείς (50,5%) δηλώνει ότι θα τον ενοχλούσε εάν στο σχολείο που πηγαίνει το παιδί του φοιτούσε σημαντικός αριθμός αλλοδαπών μαθητών. Μάλλον δεν θα τους ενοχλούσε δηλώνει το 14,1%, ενώ σίγουρα δεν θα τον ενοχλούσε δηλώνει ο ένας στους τρεις (34,3%).
Το ποσοστό της ενόχλησης αυξάνεται όταν η ερώτηση αφορά στη φοίτηση αλλοδαπών μαθητών στην ίδια τάξη με το παιδί τους, και στην περίπτωση αυτή κυμαίνεται στο 54%.
Οι οχτώ στους δέκα γονείς που συμμετέχουν στην έρευνα (78,9%) δήλωσαν ότι ήδη στο σχολείο του παιδιού τους φοιτούν και παιδιά αλλοδαπών.
Παρά τη διάχυτη ανησυχία, στην ερώτηση "αν η παρουσία των παιδιών αυτών έχει δημιουργήσει κάποια προβλήματα στην σχολική κοινότητα" οι οχτώ στους δέκα γονείς απάντησαν αρνητικά (79,4%). Το 3,1% δήλωσε ότι δεν γνωρίζει και το 17,5% απάντησε καταφατικά.
Τα προβλήματα που σύμφωνα με τους συγκεκριμένους γονείς δημιουργούν στη σχολική κοινότητα οι αλλοδαποί μαθητές είναι -με σειρά συχνότητας αναφορών -τα εξής : φασαρίες, βία, επιθετικότητα (41%), καθυστερούν την πρόοδο των μαθημάτων, μαθησιακά προβλήματα (40,2%), κλοπές (10,3%), άλλη νοοτροπία, προβλήματα ένταξης (10,3%), υγιεινή, αρρώστιες (2,8%).
Οι ενέργειες που πρέπει να γίνουν για την καλύτερη ένταξη των αλλοδαπών μαθητών στην σχολική κοινότητα είναι, σύμφωνα με τους γονείς, κατά προτεραιότητα, η καλύτερη κατάρτιση των εκπαιδευτικών στο ζήτημα της εκπαίδευσης των αλλοδαπών μαθητών (31,4%) και η συχνότερη επαφή / συνεργασία δασκάλων με τους αλλοδαπούς γονείς (28,8%). Ακολουθούν οι ενέργειες ευαισθητοποίησης των γονέων (16,3%) και των παιδιών (13,9%).
Οι ενέργειες αυτές αποκτούν, για τους γονείς, ιδιαίτερη σημασία αφού το 83% πιστεύει ότι την επόμενη πενταετία ο αριθμός των αλλοδαπών μαθητών στα σχολεία της χώρας θα αυξηθεί.
Μόνο ο ένας στους τρεις γονείς (32,4%) θα συμφωνούσε εάν ένας αλλοδαπός μαθητής αριστεύσει στο σχολείο του να σηκώσει την Ελληνική σημαία στις εθνικές εορτές. Το 57% δηλώνει αντίθετο με μια τέτοια πράξη, το 5,5% αδιάφορο και 5,1% δεν παίρνει σαφή θέση.
Μικρότερες καταγράφονται οι αντιδράσεις των γονέων μπροστά στο ενδεχόμενο σύναψης στενών φιλικών σχέσεων των παιδιών τους με παιδιά άλλης εθνικότητας ή θρησκεύματος χωρίς ωστόσο να εμφανίζεται συνολική αποδοχή.
Ένας στους πέντε γονείς (21,1%) επιθυμεί σύναψη φιλικών σχέσεων του παιδιού του με παιδί άλλου θρησκεύματος, το 12,3% δεν επιθυμεί σχέσεις με παιδί άλλης εθνικότητας και το 7,7 δεν επιθυμεί φιλικές σχέσεις του παιδιού του με παιδί άλλου χρώματος.
Οι απόψεις και στάσεις των γονέων όσον αφορά στην παρουσία αλλοδαπών μαθητών στα ελληνικά σχολεία εμφανίζουν διαφοροποιήσεις που σχετίζονται κυρίως με το εκπαιδευτικό / μορφωτικό τους επίπεδο, την βαθμίδα εκπαίδευσης των παιδιών τους και το εάν τα παιδιά τους φοιτούν σε δημόσιο ή ιδιωτικό σχολείο.
Η ξενοφοβία -σύμφωνα με συγκριτική ανάλυση των στοιχείων της έρευνας- εμφανίζεται να είναι αντιστρόφως ανάλογη με το επίπεδο μόρφωσης των γονέων. Όσο αυξάνεται το εκπαιδευτικό επίπεδο των γονέων, τόσο μειώνονται και οι ξενοφοβικές αντιλήψεις.
Χαρακτηριστικό είναι ότι οι γονείς με στοιχειώδη μόρφωση ενοχλούνται από την ύπαρξη των μεταναστών στην Ελλάδα και θεωρούν απειλή την παρουσία των παιδιών τους στα ελληνικά σχολεία σε διπλάσιο ποσοστό απ’ ότι οι γονείς με ανώτερη μόρφωση (23,1% έναντι 6,3%).
Οι γονείς μαθητών δημοτικού εμφανίζονται να ανησυχούν και να ενοχλούνται περισσότερο από την παρουσία των αλλοδαπών μαθητών στα ελληνικά σχολεία απ’ ότι οι γονείς μαθητών λυκείου και γυμνασίου και να επιθυμούν λιγότερο το δικαίωμα των αλλοδαπών μαθητών να γράφονται σε οποιοδήποτε ελληνικό σχολείο.
Τέλος, σημαντικές διαφορές παρουσιάζονται μεταξύ των απόψεων γονέων μαθητών δημόσιων και ιδιωτικών σχολείων, όπου οι γονείς των μαθητών που φοιτούν σε ιδιωτικά σχολεία εμφανίζονται πιο ανήσυχοι και πιο αρνητικοί μπροστά στην νέα αυτή πολυπολιτισμική πραγματικότητα.
Επιστροφή στον αρχικό πίνακα


ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΙ: ΒΑΣΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Οι 9 περίπου στους 10 δασκάλους και καθηγητές που συμμετείχαν στην έρευνα (87,9%) διδάσκουν σε αλλοδαπούς μαθητές.
Αν και το 40,2% των εκπαιδευτικών δεν μπορούν να εκτιμήσουν συγκριτικά το ποσοστό αλλοδαπών μαθητών που φοιτούν στην Ελλάδα σε σχέση με τις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εντούτοις η γενική εκτίμηση είναι ότι τα σχολεία της χώρας μας θα είναι χώροι υποδοχής ολοένα και μεγαλύτερου αριθμού αλλοδαπών μαθητών: "Στην επόμενη πενταετία ο αριθμός των αλλοδαπών μαθητών στα σχολεία της χώρας μας θα αυξηθεί" απαντά το 83,1%.
Αυτοαξιολογώντας την εκπαιδευτική τους επάρκεια και δεξιότητες για τη διδασκαλία των αλλοδαπών μαθητών, οι εφτά στους δέκα δασκάλους και καθηγητές θεωρούν ότι οι Έλληνες εκπαιδευτικοί δεν είναι επαρκώς καταρτισμένοι για να διδάξουν τα παιδιά των αλλοδαπών, γεγονός αρκετά σοβαρό εάν αναλογιστούμε την παραπάνω εκτίμησή τους, ότι δηλαδή ο αριθμός των αλλοδαπών μαθητών θα αυξηθεί μέσα στην επόμενη πενταετία.
Το σχολείο, ένας από τους βασικούς χώρους κοινωνικοποίησης και διαμόρφωσης της προσωπικότητας των νεαρών ατόμων, εμφανίζεται σε πολλές περιπτώσεις να είναι ένας χώρος διακρίσεων. Ο ένας στους τρεις ερωτώμενους δασκάλους και καθηγητές απαντά ότι "από την εμπειρία του γίνονται διακρίσεις εις βάρος αλλοδαπών μαθητών στα ελληνικά σχολεία".
Το 33,9% των εκπαιδευτικών υπήρξε μάρτυρας συγκεκριμένου περιστατικού διάκρισης εις βάρος αλλοδαπού μαθητή που έγινε, σύμφωνα με τη σειρά συχνότητας αναφοράς, από: μαθητές ( ποσοστό 47,1% ), από γονείς (ποσοστό 37,4% ), από εξωσχολικούς παράγοντες (ποσοστό 12,5%), αλλά και από τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς (ποσοστό 10,9%) και τη διεύθυνση του σχολείου (ποσοστό 3,9 ).
Η συνήθης αντίδραση των εκπαιδευτικών όταν γίνονται μάρτυρες τέτοιων περιστατικών εκτιμάται πως είναι η επέμβαση υπέρ του θιγόμενου μαθητή (74%).
Μόνο το 38,1% των εκπαιδευτικών πιστεύει ότι τα παιδιά των αλλοδαπών θα πρέπει να μπορούν να γράφονται σε οποιοδήποτε ελληνικό σχολείο. Η πλειοψηφία πιστεύει ότι θα πρέπει να γράφονται σε τάξεις ειδικές για αλλοδαπούς ή να γράφονται σε άλλο σχολείο ειδικό, για αλλοδαπούς.
Ο ένας στους πέντε κρίνει δικαιολογημένη τη στάση ορισμένων γονέων οι οποίοι ζητούν την απομάκρυνση των αλλοδαπών μαθητών από το σχολείο που φοιτούν τα παιδιά τους. Ωστόσο, η πλειοψηφία των εκπαιδευτικών κρίνει τη στάση αυτή υπερβολική (44,4%) ή απαράδεκτη (33,8%).
Αν και οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί θεωρούν την παρουσία των παιδιών των αλλοδαπών στα σχολεία της χώρας μας ως φυσιολογικό γεγονός και το 11,1% ως θετικό γεγονός, εντούτοις το 26,7% κρίνει την παρουσία αυτή ως αρνητικό γεγονός, ενώ το 3,3% τη θεωρεί απειλή.
Στην ερώτηση " θα σας ενοχλούσε ή όχι αν στο σχολείο που διδάσκετε φοιτούσε σημαντικός αριθμός αλλοδαπών παιδιών", " όχι δεν θα με ενοχλούσε" απαντά το 67,9%. Ωστόσο τρεις στους δέκα εκπαιδευτικούς δηλώνουν ότι θα τους ενοχλούσε.
Το 75,5% του δείγματος εκτιμά ότι η παρουσία των αλλοδαπών παιδιών δεν δημιουργεί προβλήματα στη σχολική κοινότητα. Το 23,1% εκτιμά ότι δημιουργεί προβλήματα και τα οποία απαντώνται κυρίως στη συμπεριφορά των αλλοδαπών μαθητών. Γλωσσικά - μαθησιακά προβλήματα ( 33,3%), προβλήματα επιθετικότητας - βίας (30,0%), απειθαρχία- κακή συμπεριφορά ( 21,7%), δυσκολίες προσαρμογής - ένταξης (12,5%), κλοπές (6,7%), καθαριότητα - υγιεινή (1,7%), είναι τα είδη και η ιεράρχηση των προβλημάτων που αναφέρθηκαν.
Αν και οι τρεις στους τέσσερις εκπαιδευτικούς (75,7%) θεωρούν σωστό τα παιδιά άλλου θρησκεύματος να μπορούν να απέχουν της προσευχής και του μαθήματος των θρησκευτικών, ωστόσο ένα ποσοστό 14,1% θεωρεί το δικαίωμα στην αποχή αυτή, λάθος. Αδιάφορο για το θέμα αυτό δηλώνει το 6,5%.
Περίπου εννέα στους δέκα εκπαιδευτικούς (85,9%) εκτιμούν ότι η διδακτική ύλη δεν προάγει ξενοφοβική συμπεριφορά. Μόνο το 7,3% θεωρεί ότι στη διδακτική ύλη ενυπάρχουν στοιχεία ξενοφοβίας. Ζητώντας σε αυτό το μικρό ποσοστό να εντοπίσει τα μαθήματα με ξενοφοβικά στοιχεία, οι εκπαιδευτικοί ανέφεραν κυρίως την Ιστορία (5,3%) και την γλώσσα /νέα ελληνικά (1,3%).
Σε ό,τι αφορά στη συμμετοχή των αλλοδαπών γονέων στην εκπαίδευση των παιδιών τους, το 54,1% των ερωτηθέντων εκτιμά ότι οι αλλοδαποί γονείς δεν ενδιαφέρονται το ίδιο με τους Έλληνες γονείς για την πρόοδο των παιδιών τους. Κατά την άποψή τους, οι κύριες αιτίες αυτής της διαφοράς είναι η σκληρή εργασία των αλλοδαπών γονέων, καθώς και το γλωσσικό πρόβλημα που έχουν και οι ίδιοι οι αλλοδαποί γονείς, δυσχεραίνοντας έτσι την επικοινωνία τους με τους εκπαιδευτικούς.
Ωστόσο, ο ένας στους δέκα εκτιμά ότι οι αλλοδαποί γονείς είναι γενικά αδιάφοροι για τα παιδιά τους.
Στο ζήτημα της ελληνικής σημαίας, οι απόψεις των εκπαιδευτικών εμφανίζονται διχασμένες. Το 41,6% συμφωνεί να σηκώνει την ελληνική σημαία , στις εθνικές εορτές, αλλοδαπός μαθητής που αρίστευσε στο σχολείο του, ενώ διαφωνεί το 41,1%.
Το 44,7% των εκπαιδευτικών δηλώνουν πως η παρουσία των μεταναστών στην ελληνική κοινωνία τους ανησυχεί, το 8,0% δηλώνει ότι τους ενοχλεί, ενώ για το 18,3% η παρουσία των μεταναστών τους αφήνει αδιάφορους. Μόνο οι δύο στους δέκα (21,7%) δηλώνουν πως βρίσκουν ενδιαφέρουσα τη νέα πολυπολιτισμική πραγματικότητα που βιώνει η ελληνική κοινωνία.
Το 26,3% των δασκάλων και καθηγητών πιστεύει ότι οι αλλοδαποί που ζουν μόνιμα στη χώρα μας θα πρέπει να παραμείνουν και να έχουν τα ίδια δικαιώματα με τους Έλληνες. Για το 6%, οι αλλοδαποί δεν θα πρέπει να έχουν τα ίδια δικαιώματα με τους Έλληνες πολίτες. Για την πλειοψηφία ( 60%), θα πρέπει να φύγουν όσοι δεν είναι αναγκαίοι ή παράνομοι, ενώ ένα 2% τίθεται υπέρ της μαζικής απέλασης των μεταναστών.
Σύμφωνα με τη συγκριτική ανάλυση των στοιχείων της έρευνας, διαφοροποιήσεις εμφανίζονται στις απαντήσεις των εκπαιδευτικών ανάλογα με το φύλο και την ηλικία τους. Πιο επιρρεπείς στις διακρίσεις εμφανίζονται οι γυναίκες και οι νεαρότεροι σε ηλικία εκπαιδευτικοί.

Διαφοροποιήσεις εμφανίζουν και οι απαντήσεις δασκάλων πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και καθηγητών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, καθώς και των εκπαιδευτικών δημόσιας και ιδιωτικής εκπαίδευσης.

Η παρουσία των αλλοδαπών μαθητών αντιμετωπίζεται ως μάλλον αρνητικό γεγονός περισσότερο από τους δασκάλους παρά από τους καθηγητές ( 30,7% έναντι 24%, αντίστοιχα ). Η διαφοροποίηση αυτή ισχύει και για το είδος της εκπαίδευσης: για τους εκπαιδευτικούς των δημοσίων σχολείων, η παρουσία των αλλοδαπών μαθητών εκτιμάται ως μάλλον αρνητική σε αντίθεση με τους εκπαιδευτικούς των ιδιωτικών σχολείων.
Οι εκπαιδευτικοί των δημοσίων σχολείων τίθενται σχετικά περισσότερο υπέρ της άποψης ότι τα παιδιά των αλλοδαπών θα πρέπει να γράφονται σε οποιοδήποτε ελληνικό σχολείο αλλά να βρίσκονται σε τάξη ειδική για αλλοδαπούς, ενώ οι εκπαιδευτικοί των ιδιωτικών σχολείων εκτιμούν ότι θα πρέπει να γράφονται σε οποιοδήποτε ελληνικό σχολείο.



ΜΑΘΗΤΕΣ: ΒΑΣΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Οι Έλληνες μαθητές εμφανίζονται ως η πιο ανοικτή και ανεκτική κοινωνική ομάδα στη διαφορετικότητα και στην πολυπολιτισμικότητα, που εισάγουν οι αλλοδαποί συμμαθητές τους στις σχολικές κοινότητες.
Το 71,8% των μαθητών εκφράζει θετική γνώμη για τους αλλοδαπούς συμμαθητές του.
Το 52,6% έχει φίλο κάποιο παιδί από άλλη χώρα, και το 48,3% θα επιθυμούσε να έχει στενότερες φιλικές σχέσεις με τους αλλοδαπούς συμμαθητές του.
Έξι στους δέκα (59,5%)δηλώνουν ότι δεν θα τους ενοχλούσε εάν στο σχολείο τους φοιτούσε σημαντικός αριθμός αλλοδαπών παιδιών, ενώ το 55,1% δεν θα το ενοχλούσε η φοίτηση, στην ίδια τάξη, αλλοδαπών μαθητών.
Εφτά στους δέκα θα μοιραζόντουσαν το ίδιο θρανίο με παιδιά άλλης εθνικότητας, άλλου θρησκεύματος ή άλλου χρώματος.
Το 46,2% των μαθητών πιστεύει ότι τα παιδιά από άλλες χώρες θα πρέπει να μπορούν να γράφονται σε οποιοδήποτε ελληνικό σχολείο. Το 24,5% πιστεύει ότι θα πρέπει να γράφονται σε ειδικές τάξεις για αλλοδαπούς, και το 20,6% ότι θα πρέπει να γράφονται σε ειδικό σχολείο μόνο για αλλοδαπούς.
Οι σημαντικότερες διαφοροποιήσεις στη στάση των ελλήνων μαθητών εμφανίζονται με βάση τη βαθμίδα εκπαίδευσης (πρωτοβάθμια / δευτεροβάθμια):

Οι μαθητές των δημοτικών σχολείων είναι οι περισσότερο ανοιχτοί στη σχέση με τους αλλοδαπούς συμμαθητές τους, συγκριτικά με τους μαθητές των γυμνασίων και των λυκείων.
Οι θετικές απαντήσεις των μαθητών των δημοτικών σχολείων ως προς την παρουσία των αλλοδαπών μαθητών στα σχολεία και τις τάξεις, αλλά και την επιθυμία σύναψης στενότερων φιλικών δεσμών με τα παιδιά αυτά, συγκεντρώνουν ποσοστά μεγαλύτερα έως και κατά είκοσι ποσοστιαίες μονάδες συγκριτικά με τις αντίστοιχες απαντήσεις των μαθητών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Ενδεικτικά:
Θετική γνώμη για τους αλλοδαπούς μαθητές εκφράζει το 88% των μαθητών του δημοτικού.
Το 75,6% δηλώνει ότι έχει φίλο αλλοδαπό.
Το 86,8% δέχεται να μοιραστεί το θρανίο του με παιδί άλλης εθνικότητας.
Το 60%πιστεύει ότι τα παιδιά από άλλες χώρες θα πρέπει να μπορούν να γράφονται σε οποιοδήποτε ελληνικό σχολείο.
Από το σύνολο των αποτελεσμάτων της έρευνας προκύπτει ότι όσο μεγαλύτερος είναι ο βαθμός προσέγγισης ελλήνων και αλλοδαπών μαθητών, τόσο μικραίνουν οι ξενοφοβικές αντιλήψεις. Έτσι λοιπόν, τα παιδιά που συνυπάρχουν, στην τάξη, με αλλοδαπούς μαθητές είναι πολύ περισσότερο ανοικτά στην πολυπολιτισμικότητα από ότι τα παιδιά που πηγαίνουν στο ίδιο σχολείο με αλλοδαπούς μαθητές, και ακόμη περισσότερο από εκείνα που δεν γνωρίζουν - και δεν συναναστρέφονται - παιδιά από άλλες χώρες.
Σημαντικές διαφοροποιήσεις σχετικά με την παρουσία και τη φοίτηση των αλλοδαπών μαθητών στα ελληνικά σχολεία εμφανίζονται επίσης ως προς το φύλο των ελλήνων μαθητών, καθώς και ως προς το μορφωτικό επίπεδο των γονέων τους:

Τα κορίτσια εμφανίζουν τα μεγαλύτερα ποσοστά ανεκτικότητας ως προς τους αλλοδαπούς μαθητές σε σχέση με τα αντίστοιχα ποσοστά που εμφανίζονται στις απαντήσεις των αγοριών.
Το ποσοστό των θετικών απαντήσεων των κοριτσιών σχετικά με τη θετική γνώμη, τη φιλική σχέση, την επιθυμία σύναψης στενότερων φιλικών δεσμών, την πολυάριθμη παρουσία - στα σχολεία και στις τάξεις - των αλλοδαπών μαθητών, εμφανίζεται έως και κατά δέκα ποσοστιαίες μονάδες μεγαλύτερο από το αντίστοιχο των αγοριών.
Το μορφωτικό επίπεδο των γονέων εμφανίζεται να επηρεάζει και το βαθμό ανεκτικότητας των παιδιών τους για τους αλλοδαπούς μαθητές. Μόρφωση και Ξενοφοβία παρουσιάζονται ως δύο μεγέθη αντιστρόφως ανάλογα. Κατά συνέπεια, τα παιδιά γονέων με ανώτερη / ανώτατη μόρφωση είναι χαρακτηριστικά πιο ανεκτικά στο "διαφορετικό" από τα παιδιά γονέων με στοιχειώδη μόρφωση.
Τέλος, οι Έλληνες μαθητές θα διαφωνούσαν να σηκώνει την ελληνική σημαία, στις εθνικές εορτές, αλλοδαπός συμμαθητής τους που αρίστευσε στο σχολείο του, σε ποσοστό 48,6%, έναντι του 34,1% που θα συμφωνούσε. Εξαίρεση αποτελούν οι μαθητές του δημοτικού όπου στην πλειοψηφία τους θα επικροτούσαν ένα τέτοιο ενδεχόμενο (52,1%).



Πολιτιστικά και Μειονοτικά Δικαιώματα
στη Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Παιδιού

Μπορούμε να ξεχωρίσουμε τα παρακάτω άρθρα της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού που συγκεκριμένα αναφέρονται σε πολιτιστικά και μειονοτικά δικαιώματα:

Άρθρο 2: Τα Συμβαλλόμενα Κράτη υποχρεούνται να σέβονται τα δικαιώματα, που αναφέρονται στην παρούσα Σύμβαση και να τα εγγυώνται σε κάθε παιδί που υπάγεται στη δικαιοδοσία τους, χωρίς καμία διάκριση φυλής, χρώματος, φύλου, γλώσσας, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων του παιδιού ή των γονέων του...... ή της εθνικής ή κοινωνικής καταγωγής τους,......

,Άρθρο 4: ...... Στην περίπτωση των οικονομικών κοινωνικών και πολιτιστικών δικαιωμάτων, παίρνουν τα μέτρα αυτά μέσα στα όρια των πόρων που διαθέτουν και, όπου είναι αναγκαίο, μέσα στα πλαίσια της διεθνούς συνεργασίας.

Άρθρο 5: Τα Συμβαλλόμενα Κράτη σέβονται την ευθύνη, το δικαίωμα και το καθήκον που έχουν οι γονείς ή, κατά περίπτωση, τα μέλη της διευρυμένης οικογένειας, όπως προβλέπεται από τα τοπικά έθιμα...... να του παράσχουν, κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται στην ανάπτυξη των ικανοτήτων του, τον προσανατολισμό και τις κατάλληλες συμβουλές για την άσκηση των δικαιωμάτων που του αναγνωρίζει η παρούσα Σύμβαση.

Άρθρο 8: Τα Συμβαλλόμενα Κράτη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να σέβονται το δικαίωμα του παιδιού για διατήρηση της ταυτότητάς του, συμπεριλαμβανομένων της ιθαγένειάς του, του ονόματός τους και των οικογενειακών σχέσεών του,.........

Άρθρο 14: Τα Συμβαλλόμενα Κράτη σέβονται το δικαίωμα του παιδιού για ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας.
....................................

Άρθρο 20: ......λαμβάνεται δεόντως υπόψη η ανάγκη μιας συνέχειας στην εκπαίδευση του παιδιού, καθώς και η εθνική, θρησκευτική, πολιτιστική και γλωσσολογική καταγωγή του. (το άρθρο αφορά στην παροχή φροντίδας σε παιδιά που έχουν αποστερηθεί του οικογενειακού τους περιβάλλοντος)

Άρθρο 29: ......η εκπαίδευση του παιδιού πρέπει να αποσκοπεί...... Στην ανάπτυξη του σεβασμού για τους γονείς του παιδιού, την ταυτότητά του, τη γλώσσα του και τις πολιτιστικές του αξίες...... Στην προετοιμασία του παιδιού για μια υπεύθυνη ζωή σε μία ελεύθερη κοινωνία μέσα σε πνεύμα κατανόησης, ειρήνης, ανοχής, ισότητας των φύλων και φιλίας ανάμεσα σε όλους τους λαούς και τις εθνικές και θρησκευτικές ομάδες και στα πρόσωπα αυτόχθονης καταγωγής.
.....................................

Άρθρο 30: Στα Κράτη όπου υπάρχουν εθνικές, θρησκευτικές γλωσσικές μειονότητες ή πρόσωπα αυτόχθονης καταγωγής, ένα παιδί αυτόχθονας ή που ανήκει σε μία από αυτές τις μειονότητες δεν μπορεί να στερηθεί το δικαίωμα να έχει τη δική του πολιτιστική ζωή, να πρεσβεύει και να ασκεί τη δική του θρησκεία ή να χρησιμοποιεί τη δική του γλώσσα από κοινού με τα άλλα μέλη της ομάδας του.

Άρθρο 31: ...... Τα Συμβαλλόμενα Κράτη σέβονται και προάγουν το δικαίωμα του παιδιού να συμμετέχει πλήρως στην πολιτιστική και καλλιτεχνική ζωή και ενθαρρύνουν την προσφορά κατάλληλων και ίσων ευκαιριών για πολιτιστικές, καλλιτεχνικές και ψυχαγωγικές δραστηριότητες και για δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου.

Η επιλογή των άρθρων της Σύμβασης έγινε από το Κέντρο Ερευνών Innocenti της UNICEF όπως αναφέρονται στην συνοπτική αναφορά του Παγκόσμιου Σεμιναρίου "CHILDREN AND FAMILIES OF ETHNIC MINORITIES, IMMIGRANTS AND INDIGENOUS PEOPLES" που έγινε στη Φλωρεντία της Ιταλίας και δημοσιεύθηκε το 1997.

Ολόκληρο το κείμενο της Σύμβασης

Η πλήρης έρευνα είναι διαθέσιμη στα γραφεία της UNICEF - Τηλέφωνο: 210 72 55 555

Η ενσωμάτωση των νέων μεταναστών στην Ελλάδα: τα ευρήματα μίας πρόσφατης μελέτης

Γράφει ο Γιάννης Κολοβός*

Μετά την ψήφιση του σχεδίου νόμου για την παροχή ιθαγένειας και δικαιώματος ψήφου στις τοπικές εκλογές στους νόμιμους μετανάστες και στους απογόνους τους, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ευρήματα μίας πρόσφατης μελέτης για την διαμόρφωση της εθνοτικής ταυτότητας και την ένταξη των εφήβων μεταναστών δεύτερης γενιάς στην χώρα μας. Η μελέτη διεξήχθη από τον Τομέα Ψυχολογίας του Τμήματος Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (1) και χρηματοδοτήθηκε εν μέρει από το Ινστιτούτο Μεταναστευτικής Πολιτικής (ΙΜΕΠΟ).


Οι ερευνητές μελέτησαν τους έφηβους μετανάστες δεύτερης γενιάς (δηλαδή εκείνους που γεννήθηκαν στην χώρα μας ή ήρθαν σε ηλικία μικρότερη ή ίση των 3,5 ετών) και τους σύγκριναν με έφηβους μετανάστες πρώτης γενιάς αλλά και με Έλληνες της ίδιας ηλικίας. Το σύνολο του δείγματος αποτελούνταν από 777 άτομα τα οποία φοιτούσαν στην Γ’ Γυμνασίου και στην Β’ Λυκείου. Εξ’ αιτίας «μεθοδολογικών προβληματισμών» και «πρακτικών περιορισμών» οι συγγραφείς αποφάσισαν να μην συμπεριλάβουν στο δείγμα μετανάστες μετεφηβικής ηλικίας. Αυτό περιορίζει – ενδεχομένως σημαντικά – το εύρος χρησιμότητας των ευρημάτων της μελέτης καθώς αυτά εστιάζονται σε μία πολύ συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα μεταναστών.

Επιπλέον, το γεγονός ότι για την επιλογή του δείγματος χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος της συμπτωματικής δειγματοληψίας εγκλείει σοβαρά μειονεκτήματα. Η μέθοδος αυτή χρησιμοποιείται συχνά στην ψυχολογική έρευνα αλλά το δείγμα που προκύπτει από αυτήν δεν έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με αυτά του γενικού ερευνώμενου πληθυσμού και γι’ αυτό ενέχει σημαντικό βαθμό μεροληψίας. Επομένως τα εξαγόμενα συμπεράσματα δεν πρέπει να γενικεύονται καθώς ισχύουν μόνο για πληθυσμούς που έχουν όμοια χαρακτηριστικά με εκείνα του δείγματος της έρευνας.



Τα ευρήματα της μελέτης

Στην μελέτη διακρίνονται τέσσερις στρατηγικές επιπολιτισμού, δηλαδή στάσεων και συμπεριφορών του μεταναστευτικού πληθυσμού απέναντι στην καθημερινή επαφή με άτομα και ομάδες με διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρο. Συνοπτικά, οι στρατηγικές αυτές είναι:

(α) η περιθωριοποίηση, δηλαδή η απώλεια ταυτότητας της χώρας προέλευσης χωρίς την υποκατάστασή της από την ένταξη στην ευρύτερη κοινωνία

(β) ο διαχωρισμός, δηλαδή η απομάκρυνση από την ευρύτερη κοινωνία και η διατήρηση της εθνοτικής ταυτότητας της χώρας προέλευσης

(γ) η αφομοίωση, δηλαδή η ουσιαστική απώλεια των πολιτισμικών στοιχείων της χώρας προέλευσης και η αφομοίωση από την κυρίαρχη ομάδα, και

(δ) η εναρμόνιση, δηλαδή η συνύπαρξη πολιτισμικών στοιχείων τόσο της χώρας προέλευσης όσο και της χώρας υποδοχής

Σύμφωνα με την έρευνα οι έφηβοι μετανάστες υιοθετούν τις προαναφερθείσες στρατηγικές επιπολιτισμού στα παρακάτω ποσοστά:

Στρατηγικές επιπολιτισμού (%) 1η γενιά 2η γενιά ΣΥΝΟΛΟ
Περιθωριοποίηση 27,5 21,3 25
Διαχωρισμός 28,3 20,2 25
Αφομοίωση 20,3 34 25,9
Εναρμόνιση 23,9 24,5 24,1
Σύνολο 59,5 40,5 100


Από τα ευρήματα αυτά προκύπτει ότι το 55,8% των εφήβων μεταναστών 1ης γενιάς και το 41,5% των εφήβων μεταναστών 2ης γενιάς – δηλαδή το 50% του συνόλου – υιοθετούν στρατηγικές επιπολιτισμού που δεν οδηγούν σε ένταξή τους στην Ελληνική κοινωνία.

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα ευρήματα αναφορικά με τον εθνοτικό αυτοπροσδιορισμό των εφήβων μεταναστών. Ως εθνοτική ταυτότητα ορίζεται η «αίσθηση του ανήκειν σε μια εθνοτική ομάδα καθώς και [οι] αντιλήψεις, σκέψεις, συναισθήματα και συμπεριφορές που απορρέουν από τη συμμετοχή του ατόμου στην ομάδα αυτή» (σελ. 16).

Εθνοτικός αυτοπροσδιορισμός (%) Ελλάδα Χώρα προέλευσης Δεν απάντησαν ΣΥΝΟΛΟ
1η γενιά 13,3 60 26,7 47,5
2η γενιά 51,8 22,9 25,3 52,5
Σύνολο 33,5 40,5 25,9 100
Σύμφωνα με αυτά πολύ λίγοι έφηβοι μετανάστες 1ης γενιάς αυτοπροσδιορίζονται ως «Έλληνες» (το 13,3%) ενώ το ποσοστό αυτό φθάνει το 51,8% στους έφηβους μετανάστες 2ης γενιάς. Αν εστιάσουμε μόνο σε εκείνους που γεννήθηκαν στην χώρα μας, το ίδιο ποσοστό φθάνει το 60,8%. Αυτό, όμως, σημαίνει ότι μόλις οι μισοί έφηβοι μετανάστες που γεννήθηκαν στην χώρα μας ή που ήλθαν σε αυτήν σε πολύ μικρή ηλικία αυτοπροσδιορίζονται ως «Έλληνες». Συνολικά, μόνο ένας στους τρεις έφηβους μετανάστες (το 33,5%) θεωρεί τον εαυτό του ως «Έλληνα». Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι δεν φαίνεται να διερευνήθηκε το περιεχόμενο που δίνουν στην έννοια του «Έλληνα» οι έφηβοι μετανάστες και να συγκρίθηκε το περιεχόμενο αυτό με εκείνο που δίνουν οι Έλληνες συνομήλικοί τους. Είναι επομένως ένα ερώτημα το πώς αντιλαμβάνονται οι μετανάστες την «ελληνικότητα» και αν δίνουν στην έννοια του «Έλληνα» απλά ένα γεωγραφικό περιεχόμενο ή της αποδίδουν και κάποια άλλα πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Η διερεύνηση του σημείου αυτού θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη ώστε να γίνει αντιληπτό το περιεχόμενο που δίδεται από τους μετανάστες στην έννοια «Έλλην», ειδικά από εκείνους που αυτοπροσδιορίζονται ως τέτοιοι.

Επιπλέον, σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, το 14% εκείνων των εφήβων μεταναστών που αυτοπροσδιορίζονται ως «Έλληνες» υιοθετούν την στρατηγική της περιθωριοποίησης και το 16% την στρατηγική του διαχωρισμού. Δηλαδή, σχεδόν ένας στους τρεις έφηβους μετανάστες που αυτοπροσδιορίζονται ως «Έλληνες» – και επομένως δυνητικά θα μπορούσαν να ενσωματωθούν στην ελληνική κοινωνία – επιλέγουν στάσεις και συμπεριφορές που δεν συντελούν στην ενσωμάτωσή τους! Το εύρημα αυτό ταιριάζει και με την άποψη που εξέφρασε ένας εκ των ερευνητών, ο επίκουρος καθηγητής Διαπολιτισμικής Ψυχολογίας κ. Βασίλης Παυλόπουλος, ότι «το να δηλώνει κανείς Έλληνας δε συνεπάγεται αυτομάτως ότι είναι καλά προσαρμοσμένος στην ελληνική κοινωνία» (2).



Συμπεράσματα – σχολιασμός

Τα συμπεράσματα της έρευνας είναι σε κάποιο βαθμό αυτονόητα. Οι έφηβοι μετανάστες 2ης γενιάς – ιδίως όσοι έχουν γεννηθεί στην χώρα μας – αισθάνονται εγγύτερα στην ελληνική κοινωνία συγκριτικά με εκείνους της 1ης γενιάς, καθώς μαθαίνουν την ελληνική γλώσσα από πολύ μικρή ηλικία και εντάσσονται στις ελληνικές εκπαιδευτικές δομές από την αρχή της ζωής τους. Όμως, όπως τονίζουν και οι ίδιοι οι ερευνητές, «θα ήταν λάθος να αγνοήσουμε τις «μειοψηφίες» που προέκυψαν από τη συσχέτιση του εθνοτικού αυτοπροσδιορισμού με τη χώρα καταγωγής και τη γενιά μετανάστευσης. Δεν νιώθουν όλοι οι μετανάστες έφηβοι δεύτερης γενιάς ότι συνδέονται πρωτίστως με την ελληνική ταυτότητα» (σελ. 79). Βεβαίως, οι συγγραφείς σπεύδουν να υπογραμμίσουν ότι «η διατήρηση της εθνοτικής ταυτότητας από ορισμένους μετανάστες δεύτερης γενιάς δεν αποτελεί ένδειξη δυσκολιών προσαρμογής ή ψυχολογικών προβλημάτων, ούτε βεβαίως συνιστά κάποιας μορφής «απειλή» για την ελληνική κοινωνία» (σελ. 79).

Θα πρέπει, παρ’ όλ’ αυτά, να επισημανθεί ότι αυτό που είναι «μειοψηφία» για τους μετανάστες 2ης γενιάς αποτελεί «πλειοψηφία» για τους μετανάστες 1ης γενιάς. Το γεγονός αυτό, συνδυαζόμενο με το ότι οι έφηβοι μετανάστες 1ης γενιάς κατά πλειονότητα υιοθετούν στρατηγικές επιπολιτισμού που δεν συντελούν στην ομαλή ένταξή τους στην κοινωνία (περιθωριοποίηση, διαχωρισμός), σημαίνει ότι υπάρχει ένα σημαντικό θέμα αναφορικά με αυτούς. Αντίστοιχο θέμα, σε μικρότερη όμως έκταση, υπάρχει και για τους έφηβους μετανάστες 2ης γενιάς καθώς τέσσερις στους δέκα υιοθετούν αντίστοιχες στρατηγικές. Επομένως, τα πράγματα δεν είναι ούτε απλά, ούτε «ρόδινα» ακόμα και για τους έφηβους μετανάστες 2ης γενιάς. Πόσο μάλλον όταν τα ποσοστά στα οποία εντοπίζονται τέτοιες στάσεις και συμπεριφορές αφορούν το 40-50% του πληθυσμού τους!

Επιπλέον, τα προβλήματα στην κοινωνική συνοχή προκύπτουν ακόμα και από μικρές «νησίδες» περιθωριοποιημένων και διαχωρισμένων τμημάτων μίας κοινωνίας. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο στρατηγικός και γεωπολιτικός αναλυτής και διδάσκων στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο κ. Κωνσταντίνος Γρίβας «Στην πραγματικότητα, οι βίαιες και αποφασισμένες μειοψηφίες είναι αυτές που σέρνουν τις πλειοψηφίες στο ιστορικό γίγνεσθαι. Και γι’ αυτό δεν λέει τίποτε το αν σκεφτόμαστε ότι το 90 ή το 99% των Αλβανών στην Ελλάδα θα είναι ήσυχοι και παραγωγικοί πολίτες και θα απορροφηθούν από τους Έλληνες. Γιατί αν το 1% ή και το ένα τοις χιλίοις αποφασίσει να ακολουθήσει ακραία εθνικιστική πολιτική και αντιστοίχως αν το 1% των Ελλήνων ακολουθήσει επίσης ακραία εθνικιστική πολιτική, τότε θα βρεθούμε σε πολύ επικίνδυνες καταστάσεις» (3). Χρήσιμο θα ήταν λοιπόν μία επόμενη μελέτη να διερευνήσει κατά πόσον ο πληθυσμός των μεταναστών – και ιδίως η 2η γενιά – εμφορείται από ακραίες αντιλήψεις (πχ. κατά πόσον οι Αλβανοί μετανάστες υποστηρίζουν την δημιουργία της Μεγάλης Αλβανίας, κατά πόσον οι μουσουλμάνοι μετανάστες εμφορούνται από φονταμενταλιστικές ή αντι-δυτικές απόψεις κλπ). Έτσι θα μπορούμε να έχουμε μία χαρτογράφηση της έκτασης και της διασποράς ακραίων απόψεων στον μεταναστευτικό πληθυσμό.

Σημαντική, πάντως, είναι η παραδοχή των ερευνητών ότι «προβλεπτικοί παράγοντες της καλής κοινωνικοπολιτισμικής προσαρμογής είναι η γνώση του πολιτισμού, ο βαθμός της διαπολιτισμικής επαφής και οι θετικές στάσεις της έσω-ομάδας. Κοινό προβλεπτικό παράγοντα τόσο για την ψυχολογική όσο και για την κοινωνικοπολιτισμική προσαρμογή αποτελεί η εναρμόνιση, ως στρατηγική επιπολιτισμού, και η μικρή πολιτισμική απόσταση μεταξύ χώρας προέλευσης και χώρας υποδοχής (cultural distance)» (σελ. 14-15).

Με βάση τα προαναφερθέντα οι προοπτικές ομαλής ενσωμάτωσης του μεταναστευτικού πληθυσμού στην χώρα μας δεν είναι ευοίωνες. Κατά τις τέσσερις ευκαιρίες εκ των υστέρων νομιμοποίησης παρανόμων μεταναστών (1997, 2001, 2005 και 2007) δεν ελήφθη κάποια μέριμνα ώστε να επιλεγούν και να νομιμοποιηθούν μετανάστες που να έχουν γνώση του ελληνικού πολιτισμού, θετική στάση απέναντι στην χώρα μας και να προέρχονται από χώρες με μικρή πολιτισμική απόσταση από την Ελλάδα. Επιπλέον, καμμία κυβέρνηση κατά τα τελευταία 20 έτη δεν μερίμνησε προκειμένου να ανακτήσει τον έλεγχο του μεταναστευτικού φαινομένου, και ιδίως της παράνομης μετανάστευσης, με αποτέλεσμα οι στάσεις του φιλοξενούντος γηγενούς πληθυσμού να είναι ιδιαιτέρως αρνητικές απέναντι στους μετανάστες.

Πρόσφατη δημοσκόπηση της Kapa Research έδειξε ότι το 51,6% των Ελλήνων θεωρεί την παρουσία των μεταναστών στην χώρα ως «απειλή» ενώ ως ευκαιρία την αντιλαμβάνεται μόλις το 30,6%. Επιπλέον, το 79,3% των Ελλήνων θεωρεί ότι οι μετανάστες που ζουν στην χώρα μας είναι «πάρα πολλοί», το 65,3% των Ελλήνων αισθάνεται ότι «κινδυνεύει» και μόλις το 29,6% αισθάνονται «ασφαλείς» (4). Αξίζει να υπενθυμισθεί ότι μεγάλη έρευνα της ίδιας εταιρείας σε δείγμα 10.000 Ελλήνων, η οποία διεξήχθη προ διετίας, μέτρησε και τα αισθήματα συμπάθειας που δείχνουν οι Έλληνες για τις διάφορες εθνότητες που βρίσκονται στην χώρα. Σύμφωνα με τα ευρήματα, στην κλίμακα 1 ως 10 (όπου 1 σημαίνει «καμμία απολύτως συμπάθεια» και 10 σημαίνει «πολύ μεγάλη συμπάθεια»), οι Αλβανοί τοποθετούνται στο 3,51, οι Ρουμάνοι στο 4,18, οι Βούλγαροι στο 4,27, οι Ρώσοι στο 4,99, οι Κινέζοι και οι Πακιστανοί στο 5,25, οι Κούρδοι στο 5,39, οι Πολωνοί στο 5,43 και οι Φιλιππινέζοι στο 5,90 (5).

Υπό αυτές τις επικρατούσες συνθήκες, οι οποίες δεν πρόκειται να μεταβληθούν άμεσα, αποτελεί ευσεβή πόθο το να κάνουμε λόγο για ομαλή ενσωμάτωση των μεταναστευτικών πληθυσμών. Στην καλύτερη περίπτωση μπορούμε να ελπίζουμε σε μία ανεκτική συνύπαρξη, η οποία όμως θα είναι αρκετά εύθραυστη και θα επηρεάζεται από εξελίξεις στην εξωτερική πολιτική και από ιστορικές, πολιτισμικές και θρησκευτικές παραμέτρους. Γι’ αυτό και η «χαλάρωση» των όρων κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας και η παροχή δικαιώματος ψήφου στις τοπικές εκλογές στους μετανάστες η οποία ψηφίσθηκε από την Βουλή, όχι μόνον δεν θα διευκολύνει την επίλυση του μεταναστευτικού προβλήματος της Ελλάδας αλλά θα το περιπλέξει για το μέλλον.



ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

Μπεζεβέγκης Ηλίας, Παυλόπουλος Βασίλης και Γεωργαντή Κατερίνα «Εθνοτική ταυτότητα και ψυχοκοινωνική προσαρμογή: μια εμπειρική έρευνα σε εφήβους μετανάστες δεύτερης γενιάς», Τομέας Ψυχολογίας, Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών/Ινστιτούτο Μεταναστευτικής Πολιτικής (ΙΜΕΠΟ), Αθήνα, 2010
Ελευθεροτυπία 24/2/2010
Συνέντευξη του κ. Κωνσταντίνου Γρίβα στο τεύχος 12 (Ιούλιος-Αύγουστος 2008) του περιοδικού Patria
Αυγή 25/12/2009
Βήμα Ιδεών, τεύχος 8, Δεκέμβριος 2007
Ο Γιάννης Κολοβός είναι επικοινωνιολόγος και συγγραφέας του βιβλίου «Το τέλος μίας ουτοπίας: η κατάρρευση των πολυπολιτισμικών κοινωνιών στην Δυτική Ευρώπη», το οποίο κυκλοφόρησε το 2008 από τις Εκδόσεις Πελασγός.
back to top