Μάθηση χωρίς σκέψη είναι χαμένος κόπος. Σκέψη χωρίς μάθηση είναι κίνδυνος. Κομφούκιος*
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
- Αρχική σελίδα
- Ταινίες
- Ντοκιμαντέρ
- Καλλιτεχνικά / Εκπαιδευτικά
- Οικολογία
- Φωτογραφία
- Δικαιώματα των Ζώων
- Περιβαλλοντική Εκπαίδευση
- Η ελληνική ως ξένη γλώσσα
- Δραματοθεραπεία
- Online Περιοδικά
- Διαδικτυακές διαλέξεις
- Εκπαιδευτικά Project
- Ψηφιακές Βιβλιοθήκες
- Μουσεία / Γκαλερί
- Street Art
- Εκθέσεις-Εκδηλώσεις
- Visual Research
- Απόψεις
- Κριτικοί Εκπαιδευτικοί Αναστοχασμοί
- BLOG 2
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παγκοσμιοποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παγκοσμιοποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
9 Οκτωβρίου 2012
5 Φεβρουαρίου 2012
Η ουτοπία της σκηνοθεσίας αρχαίου δράματος. Προοπτικές και αδιέξοδα μετά τον μοντερνισμό
Απαντώντας στην πρόκληση-πρόσκληση γνωστού θεατρικού κριτικού για διάλογο γύρω από τη σκηνοθεσία του αρχαίου δράματος και κριτική των τάσεων που διαπιστώνονται στο ελληνικό και παγκόσμιο θέατρο, απέστειλα προς την εφημερίδα Τα Νέα το ακόλουθο κείμενο. Επειδή ουδέποτε μέχρι σήμερα το κείμενο αυτό είδε το φως της δημοσιότητας, το καταθέτω προς ενημέρωση παντός ενδιαφερομένου, μαζί με το διαβιβαστικό έγγραφο προς τη διεύθυνση της εφημερίδας.
Αθήνα 8/ 3/2007
Κύριε Διευθυντά Επειδή θεωρώ ότι ο ρόλος και η αποστολή του επιστήμονα – πανεπιστημιακού δασκάλου δεν περιορίζεται μόνο στο επίπεδο της ακαδημαϊκής διδασκαλίας, της έρευνας και της συγγραφής, αλλά επεκτείνεται και στον ευρύτερα κοινωνικό χώρο,επειδή το θέατρο και ιδιαίτερα οι παραστάσεις αρχαίου δράματος μου έχουν προκαλέσει ποικιλότροπα και κατ’ επανάληψη την ανάγκη μιας γενικότερης τοποθέτησης, εξαιτίας του ύφους και ήθους, κάποιων απ’ αυτές,επειδή το άρθρο του κ. Κ. Γεωργουσόπουλου με τίτλο «Παραχαράξεις», που δημοσιεύθηκε στο φύλλο της εφημερίδας σας το Σαββατοκύριακο 7-8 Οκτωβρίου 2006 δίνει το έναυσμα για την ανάπτυξη ενός επιστημονικού διαλόγου, με αυστηρά κριτήρια και προϋποθέσεις,σας αποστέλλω ένα άρθρο σχετικού περιεχομένου που ετοίμασα, με τίτλο «Προοπτικές και αδιέξοδα μετά τον μοντερνισμό», στο οποίο παρουσιάζω τη σύγχρονη πραγματικότητα στη σκηνοθεσία αρχαίου δράματος ιδιαίτερα, με τα θετικά και τα αρνητικά της στοιχεία, επιτρέποντας στον αναγνώστη να προβεί σε μια σφαιρική αντιμετώπιση του θέματος.Με την πεποίθηση ότι το δημοκρατικό σας ήθος και η εγνωσμένη ευαισθησία του εντύπου που διευθύνετε θα εγγυηθούν την αποδοχή της πρότασής μουΔιατελώΜε εκτίμησηΘόδωρος Γραμματάς
Υ.Γ. Σε περίπτωση που υπάρξει ανταπόκριση, το συγκεκριμένο άρθρο θα μπορούσε να πλαισιωθεί και με δύο ακόμα που αναλύουν τη διαμόρφωση της κλασικής παράδοσης αλλά και τη δημιουργία του μοντερνισμού στη σκηνοθεσία.
Η ουτοπία της σκηνοθεσίας αρχαίου δράματος Προοπτικές και αδιέξοδα μετά τον μοντερνισμό
Αν το αρχαίο δράμα είναι «κλασικό», αυτό σημαίνει υποχρεωτικά τη διαχρονικότητα και παγκοσμιότητα της αναφοράς του, ως προς τις «ανθρώπινες συνθήκες» αλλά και την αντίστοιχη πρόσληψη, υποδοχή και αποδοχή του από το κοινό, όπου γης. Πώς όμως είναι δυνατό σε μια ανομοιογενή και πληθυσμιακά κατακερματισμένη πλατεία, με κάθε λογής και προέλευσης θεατών, που διαθέτουν διαφορετικές προσληπτικές ικανότητες, κοινωνική συνείδηση, μορφοπαιδευτικό επίπεδο, εθνο-φυλετικά χαρακτηριστικά, αισθητική εμπειρία, νοοτροπία και ψυχολογία, όπως είναι το κοινό σε μια σημερινή παράσταση σ’ ένα μεγάλο διεθνές φεστιβάλ θεάτρου (στην Επίδαυρο ή στις Συρακούσες), ή έστω σ’ ένα μεγάλο καλλιτεχνικό γεγονός, όπως αποτελεί η διεθνής πρεμιέρα μιας παράστασης αρχαίας τραγωδίας ή κωμωδίας, πώς είναι δυνατό να λειτουργήσουν ομοιότροπα τα βασικά ειδοποιά συστατικά της τραγωδίας και να επέλθει ως τελικό ζητούμενο η «κάθαρση» των θεατών μέσα από τον «φόβο» και τον «έλεο»; Γιατί, η αποστολή της τραγωδίας, η ψυχαναλυτική, ηθική, μεταφυσική και κοινωνιολογική λειτουργία της «κάθαρσης», προϋποθέτουν ένα ομοιογενές κοινό, το οποίο προσλαμβάνει τα σκηνικά μηνύματα και αντιδρά, λίγο-πολύ με παρόμοια συμπεριφορά, προκαλώντας την ανταπόκριση των προσδοκιών του, στις προκλήσεις και τα ερεθίσματα του παραστατικά εκφερόμενου λόγου των ηθοποιών. Αυτή η νέα πραγματικότητα, που διαμορφώνεται σε διεθνές επίπεδο, μέσα από ιστορικο-κοινωνικές καταστάσεις από φιλοσοφικο-ιδεολογικά σχήματα και από οικονομικο-πολιτισμικά δεδομένα και αντιστοιχεί σε έννοιες όπως «πολυπολιτισμικότητα» και «παγκοσμιοποίηση», «ταυτότητα» και «ετερότητα», «διακειμενικότητα» και «αποδομισμός», συγκροτεί μια καινοφανή κατάσταση που αντιπροσωπεύεται περιγραφικά από τον όρο «μεταμοντερνισμός», όσο ατελέσφορος και αφηρημένος κι αν θεωρηθεί.
Η κατάργηση του ενός και μοναδικού «μητροπολιτικού» κέντρου, από το οποίο εκπορεύεται η πολιτισμική και πολιτιστική «αξία» και η αυτονόμηση της επιμέρους καλλιτεχνικής δημιουργίας, με την ταυτόχρονη αποκατάσταση και ανάδειξη των «εθνικών» πολιτιστικών παραδόσεων, των εθνο-φυλετικών, μειονοτικών και όποιων άλλων ιδιαιτεροτήτων, έβαλε οριστικά τέλος στην παντοδυναμία και μονοκρατορία του ενός και μοναδικού κέντρου. Η θραυσματική, κατ’ αυτό τον τρόπο, δημιουργία, αναδείχνεται(τηρουμένων βέβαια των αναλογιών) σε αυτοδύναμη και ισότιμη έκφραση αξιών και μηνυμάτων, που αντιπροσωπεύουν το ίδιο νόημα, αλλά, τηρουμένων των αναλογιών, σε διαφορετικό πλαίσιο αναφοράς.
Απαραίτητος διαμεσολαβητικός παράγοντας στην επικοινωνία του θεατή με το θέαμα είναι ο σκηνοθέτης, ως γεφυροποιός που επιτρέπει την απρόσκοπτη μεταβίβαση των σκέψεων του συγγραφέα, στον τελικό αποδέκτη τους, το θεατή στη θεατρική αίθουσα. Με τη σημασία αυτή, μπορεί να υποστηριχθεί ότι η σκηνοθεσία δεν είναι παρά μια διαδικασία μορφοποίησης του τύπου «εικονική πραγματικότητα», μια απόπειρα δηλαδή ανασυγκρότησης ενός κόσμου που δεν υπάρχει πια, ενώ η γνώση μας γι’ αυτόν είναι θραυσματική, υποκειμενική και περιορισμένη. Ο σκηνοθέτης καλείται να γίνει μεσολαβητής, ώστε μέσα από τη συγκεκριμένη σκηνική εικονοποίηση του έργου, να επιτρέψει την απρόσκοπτη επικοινωνία του κοινού με τα μηνύματα που εκπορεύονται σκηνικά, καταλήγοντας, κάποτε, να γίνει συνδημιουργός του έργου και υποκαθιστώντας ακόμα και τον ίδιο το συγγραφέα. Όποια λοιπόν απόπειρα ερμηνείας του έργου κι αν επιχειρείται (ιδιαίτερα για ένα «κλασικό» κείμενο παλιότερης εποχής, για την οποία ελάχιστα θεατρικά «realia» διαθέτουμε), σε κάποιο βαθμό χαρακτηρίζεται από «ουτοπικά» συστατικά, τα οποία μπορούν να θεωρηθούν ακόμα και «αυθαίρετα», με τη βοήθεια των οποίων όμως ο συγκεκριμένος σκηνοθέτης επιχειρεί να καταστήσει «οικείο» στο θεατή το «φύσει ανοικείο» της αναπαριστώμενης δράσης. Αυτή η υποκειμενική (ούτως ή άλλως) αντιμετώπιση του δραματικού έργου διευρύνεται, όσο μεγεθύνεται η απόσταση μεταξύ του «χρόνου παραγωγής» και του «χρόνου πρόσληψης» του δραματικού κειμένου, η οποία καθιστά δυσπρόσιτη και δυσνόητη για τις δυνατότητες του σύγχρονου κοινού την πραγματικότητα εκείνης της απόμακρης εποχής. Στην προσπάθειά του να μειώσει την χρονική απόσταση και να συμβάλει στην επικοινωνία του θεατή με το θέαμα, ο σκηνοθέτης αξιοποιεί τον πλούτο των ιστορικών στοιχείων, των φιλολογικών ευρημάτων, των θεωρητικών δεδομένων, τη συσσωρευμένη γνώση και εμπειρία που η μακρόχρονη αρχαιολογία της γνώσης έχει προσκομίσει στη σύγχρονη (γι’ αυτόν αλλά και για το θεατή) έρευνα. Παράλληλα όμως, στηρίζεται στο προσωπικό του ταλέντο, στον ψυχισμό και την ιδεολογία του, που ως φίλτρα διηθούν το πρωτογενές υλικό του αρχαίου κειμένου και καθιστούν προσληπτή και αποδεκτή τη ζωντανή εκφορά του λόγου, τη σκηνική αναπαράσταση της δράσης και ευνοούν τη συμμετοχικότητα των θεατών, ως απαράβατη συνθήκη επικοινωνίας της αμφίδρομης σχέσης μεταξύ σκηνής και πλατείας.
Έχοντας υπόψη αυτές τις σκέψεις και τα δεδομένα, μπορούμε να αντιληφθούμε πώς συγκροτείται η αρχική «παράδοση» στη σκηνοθεσία του αρχαίου δράματος, μέσα από τη φιλοσοφία του γερμανικού ιδεαλισμού και τις απόψεις του Φρ. Νίτσε για τη γένεση της τραγωδίας, από τη φιλολογική ερμηνεία των δραματικών κειμένων που έκανε ο Βιλαμόβιτς, και από την παρουσία σκηνοθετών όπως ο Μax Reinhardt. Με τέτοια δεδομένα δομείται η έννοια του «κλασικού» στην παράσταση αρχαίου δράματος και επιβάλλεται ένας τρόπος υποκριτικής, σκηνογραφίας, ενδυματολογίας και γενικότερα σκηνικής απόδοσης της αρχαίας τραγωδίας και κωμωδίας, που όμως δεν αντιπροσωπεύουν παρά τα ιδεολογικά, φιλοσοφικά, αισθητικά και κοινωνικά δεδομένα της «εποχής πρόσληψης». Επειδή λοιπόν τα «μεγέθη» της τραγωδίας είναι μεγάλα, κατά πολύ έξω και πέρα από τα συνηθισμένα της οικείας ιστορικής πραγματικότητας, γι’ αυτό και η υποκριτική των ηθοποιών οφείλει να είναι ανάλογη, τονίζοντας τον όγκο και την υπερβολή των καταστάσεων και της αναπαριστώμενης δράσης, με χειρονομίες με κινήσεις, με εκφορά του λόγου κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υποβάλλεται η «θεώσα συνείδηση» των θεατών στην πλατεία και να συμπαρασύρρεται ομοιοπαθητικά στη διάσταση του αλλού / άλλοτε που διαδραματίζεται η υπόθεση του δραματικού κειμένου, καθιστώντας εφικτή την «κάθαρση» για το σύγχρονο θεατή, εξίσου όπως συνέβαινε και κατά την αρχαιότητα. Τον ίδιον στόχο επιδιώκουν και πραγματοποιούν η σκηνογραφία, ο σκηνικός διάκοσμος, η ενδυματολογία και γενικότερα όλοι οι δευτερογενείς κώδικες της παράστασης που πλαισιώνουν οπτικο-ακουστικά τη σκηνική δράση.
Αν στα προηγούμενα συνυπολογίσουμε τη γενικότερη αισθητική της εποχής, μια θεατρική αισθητική που βρισκόταν ανάμεσα στην κλασικιστική λιτότητα και τη ρομαντική υπερβολή, την υπάρχουσα εξοικείωση των θεατών με αντίστοιχα θεάματα έργων του νεότερου ευρωπαϊκού θεάτρου που σ’ ένα βαθμό αντλούσαν πρότυπα, θεματική και σημασιοδότηση από αντίστοιχα αρχαιοελληνικά αρχέτυπα ή θεατρικές φόρμες που καθιερώθηκαν από την Αναγέννηση και το Μπαρόκ και μετά (Alfieri, Racine, Shakespeare, Goethe, Hugo, Voltaire κ.α.), τότε μπορεί να γίνει αντιληπτό το πώς και το γιατί ο νεότερος κόσμος, με «ουτοπικό» σχεδόν τρόπο, συλλαμβάνει και μορφοποιεί σκηνικά το αρχαίο δράμα, δημιουργώντας την αρχική «άποψη» και την «κλασική» παράδοση πάνω στην οποία θα προβληθούν αντιθετικά, συνδυαστικά ή ανατρεπτικά όλες οι μεταγενέστερες σκηνοθετικές τάσεις. Αυτά είναι τα δεδομένα και οι συνθήκες, που συναπαρτίζουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα ενταχθεί, θα κατανοηθεί και τελικά θα αξιολογηθεί η «ελληνική» παράδοση στη σκηνοθεσία αρχαίου δράματος, αρχής γενομένης από τον Φώτο Πολίτη και το Δημήτρη Ροντήρη, το ζεύγος Σικελιανού και τον Λίνο Καρζή, μέχρι τον Αλέξη Μινωτή και τον Αλέξη Σολομό, που συνιστούν τον άξονα της «σχολής του Εθνικού». Με αυτά τα δεδομένα και τις προδιαγραφές διαμορφώνεται η αρχική «άποψη» για την ερμηνεία της αρχαίας τραγωδίας και κωμωδίας, που, ακόμα και με τον τρόπο που συγκροτείται, έχει κενά και ελλείψεις που μόνο με φαντασιακά, εικοτολογικά και υποκειμενικά στοιχεία, συμπληρώνονται από τους σκηνοθέτες, προβάλλοντας το «όραμα» ενός κόσμου που διατείνονται ότι είναι πραγματικός, ενώ στην ουσία δεν είναι παρά ουτοπικός.
Η ανάπτυξη της πολυπολιτισμικότητας στη σύγχρονη κοινωνία και η ουσιαστική και πολυδιάστατη επαφή της Δύσης με την Ανατολή, που ξεπέρασε τις στατικές και παραδοσιακές σχέσεις του τύπου «δάνειο» ή «επίδραση» του ενός κόσμου στον άλλο, δημιούργησε μια ολιστική και καθολική αντιμετώπιση του πολιτισμού ως ενιαίας δημιουργίας, ικανής να ανταποκριθεί στις προσδοκίες, τις ανάγκες και τα ενδιαφέροντα του σύγχρονου ανθρώπου, ανεξάρτητα από εθνο-φυλετική καταγωγή και ταξική προέλευση. Παράλληλα, η σύγχρονη θεωρία του πολιτισμού, της ερμηνείας των κειμένων, της ανθρώπινης συμπεριφοράς και της ψυχολογίας, δημιούργησαν καινούρια δεδομένα που επιτρέπουν την υποκειμενικότητα και τη διαφορετικότητα, ευνοούν την απομυθοποίηση και τον κριτικό διάλογο του παρόντος προς το παρελθόν, αμφισβητούν τα μέχρι σήμερα θεωρούμενα ως θέσφατα της ανθρώπινης διανόησης και του πολιτισμού και νομιμοποιούν κάθε «άλλο» λόγο, που συχνά έχει την αίσθηση του «αιρετικού» και του «ανατρεπτικού» για τις μέχρι τώρα καθιερωμένες αξίες.
Η έννοια του «κλασικού» παύει πια να έχει την προγενέστερη αδιαπραγμάτευτη και αδιαμφισβήτητη αξία και νοηματοδοτείται με διαφορετικό τρόπο. Η δημιουργός συνείδηση του συγγραφέα, ως της μοναδικής πηγής εκπόρευσης του νοήματος του έργου και του αποκλειστικά υπεύθυνου για το αποτέλεσμα της παράστασης αμφισβητείται, ενώ το ίδιο το δραματικό κείμενο, ως αυτοδύναμη πηγή σημασίας, επιδέχεται τον κριτικό λόγο και τη δυνατότητα πολλαπλής ανάγνωσης, που νομιμοποιεί τη διαφορετική ερμηνεία. Το κέντρο βάρος μετατοπίζεται από το δημιουργό και το έργο του, στην προσλαμβάνουσα συνείδηση του θεατή. Αυτός, με τη δική του υποκειμενικότητα, αναδείχνεται ως το σημείο αναγωγής και αναφοράς του έργου, ως συγκεκριμένης πια σκηνικής παράστασης, προϊόν σύνθετης δημιουργικής επενέργειας περισσότερων παραγόντων κειμενικά και εξωκειμενικά εγγεγραμμένων σ’ αυτήν.
Κατ’ αυτό τον τρόπο, για πρώτη φορά στην ιστορία της σκηνοθεσίας και ιδιαίτερα της σκηνοθεσίας αρχαίου δράματος, δημιουργείται μια νέα πραγματικότητα, που διαφοροποιείται ποιοτικά από κάθε άλλη προγενέστερη. Σύμφωνα μ’ αυτήν, το κείμενο και ο λόγος του συγγραφέα, αποτελεούν μία, όχι πάντα, ούτε υποχρεωτικά την πιο σπουδαία, από τις παραμέτρους που οριοθετούν την παράσταση, όπως η σκηνοθεσία, η υποκριτική και οι άλλοι δευτερογενείς της κώδικες. Αυτή η «μεταμοντέρνα» συνθήκη, ανοίγει νέες διαστάσεις στη θεατρική έρευνα και δίνει καταπληκτικές προοπτικές στην τέχνη του θεάματος, επιτρέποντας στους σκηνοθέτες να υλοποιήσουν σκέψεις και οραματισμούς, που κατά το παρελθόν ήταν αδιανόητοι, αφού προσέκρουαν στα αδιάρρηκτα όρια του «θεμιτού» και του «δέοντος», διατηρώντας όμως θεωρητικά ανέπαφη την έννοια του «τραγικού» ως ποιοτικού και όχι ποσοτικού μεγέθους που (ως τέτοιο) ξεπερνά τα όρια του χώρου και του χρόνου και αποκτά διατάσεις παγκοσμιότητας, που βρίσκουν την αναφορικότητά τους ακόμα και σήμερα, κάτω από διαφορετικές συνθήκες και μέσα σε διαφορετικό πλαίσιο.
Αν, κατ’ επέκταση, σύμφωνα με τη γνώμη των υποστηρικτών αυτής της άποψης, το αρχαίο δράμα εξακολουθεί να είναι «κλασικό», «διαχρονικό» και «παγκόσμιο», οφείλει να ανταποκριθεί στις προσλαμβάνουσες του νέου ανομοιογενούς κοινού του. Γι αυτό, νομιμοποιείται η σύζευξη διαφορετικών ή ακόμα και αντιθετικών φορμαλιστικών στοιχείων, η μίξη ετερογενών πολιτιστικών παραδόσεων και η αξιοποίηση σύγχρονων θεωρητικών δεδομένων, με προέλευση τον αποδομισμό και την ψυχανάλυση, την «ταυτότητα» και την «ετερότητα» στην καλλιτεχνική δημιουργία.
Μια τέτοια αντιμετώπιση του αρχαίου δράματος οδηγεί με τη σειρά της σε μια «μετα-ιστορική» θεώρηση, που αποδεσμεύεται από την εξάρτησή της από κάθε ιστορική/πραγματολογική διάσταση του κειμένου προς την εποχή δημιουργίας του και ανάγεται σε επίπεδο καθολικής προσλαμβάνουσας συνείδησης. Επομένως η τραγωδία, μπορεί εξίσου να λειτουργήσει και για το σημερινό άνθρωπο σε οποιοδήποτε σημείο της γης, με οποιαδήποτε προσωπική ή συλλογική μορφοπαιδευτική εμπειρία, ανεξάρτητα από ειδικούς όρους και συνθήκες «υποδοχής», ενώ η κωμωδία να διασκεδάσει το σύγχρονο θεατή ερήμην των ιστορικά προσδιορισμένων γεγονότων και των προσώπων που ρητά αναφέρονται, ή υπαινίσσονται σ’ αυτά. Αυτή η «απο-ιστορικοποίηση», συνιστά συνθήκη του θεάτρου μετά τον «μοντερνισμό» στη σκηνοθεσία του αρχαίου δράματος, η οποία έχει πια αποδεσμευτεί από τη δημιουργική συνείδηση του συγγραφέα ως του μοναδικού παραγωγού μηνύματος, έχει εγκαταλείψει την ενδοκειμενική ανάλυση των συστατικών του περιεχομένου και έχει στραφεί προς το θεατή, ως τον απαραίτητο συνδημιουργό του μηνύματος, μέσα από τη διαδικασία σκηνικής μορφοποίησης του κειμένου, ως σύνθετου παραστατικού προϊόντος και όχι πια ως λογοτεχνικού αναγνώσματος.
Η αρχή έχει γίνει με την αμφισβήτηση της μονοκρατορίας του κειμένου, που οδηγεί σταδιακά στο «θάνατο του συγγραφέα». Οποιοδήποτε δραματικό έργο δεν είναι παρά μόνο το πρόσχημα, ο καμβάς, το έναυσμα, προκειμένου ο σκηνοθέτης να προβάλει τις δικές του απόψεις και (κατά την κρίση του) να φέρει σε επαφή το σύγχρονο θεατή με το «κλασικό» έργο μιας κατά πολύ ξεπερασμένης εποχής. Η αναγνώριση της αξίας του κειμένου, η διαπίστωση της «κλασικότητάς» του παραμένουν, αν και σχετικοποιούνται.. Αλλάζει όμως ο τρόπος αντιμετώπισης η προσέγγιση και η ερμηνεία τους. Ενώ κάποτε έννοιες όπως «σεβασμός» και «δέος», «υψηλά μηνύματα» και «πανανθρώπινο περιεχόμενο», αποτελούσαν τις δεσπόζουσες αρχές με βάση τις οποίες οι σκηνοθέτες προσέγγιζαν το αρχαίο ελληνικό δράμα, σήμερα πια κάτι τέτοιο δεν υφίσταται.Είχε βέβαια προηγηθεί η φάση του «μοντερνισμού», κατά την οποία οι σκηνοθέτες αρχαίου δράματος έλληνες και ξένοι, αναγνωρίζουν την έννοια του «κλασικού», ως ειδοποιού γνωρίσματος του αρχαίου δράματος και αποδέχονται το περιεχόμενό του.
Ενώ όμως διαπιστώνουν την αναγκαιότητα προσαρμογής στις νέες συνθήκες, παραμένουν πιστοί θιασώτες της αποκλειστικότητας στην ερμηνεία του κειμένου, στο αδιαμφισβήτητο της αξίας και της αναφορικότητας του στο σύγχρονο κόσμο, στην αναγκαιότητα τήρησης κάποιων αρχών και συνθηκών, προκειμένου ο λόγος των αρχαίων δραματικών συγγραφέων, να γίνει προσληπτός από το θεατή της μοντέρνας εποχής. Το λογοτεχνικό έργο παραμένει το αναντίρρητο σημείο αναφοράς της παράστασης, η μοναδική πηγή εκπόρευσης του νοήματος. Ο λόγος του συγγραφέα υπηρετείται πιστά και «αναδεικνύεται» ποικιλότροπα, ανάλογα με τις συγκεκριμένες επιλογές του σκηνοθέτη. Το αρχαίο δράμα αντιμετωπίζεται με σεβασμό, αλλά όχι πια με «δέος», ως ιστορικό-πολιτισμικό δημιούργημα που, για να διατηρήσει τη διαχρονικότητά του, οφείλει να ανανεωθεί μορφολογικά, προκειμένου να ανταποκριθεί στα σύγχρονα δεδομένα και τις συνθήκες πρόσληψής του από τους θεατές.
Σκηνοθέτες όπως ο Κ. Κουν, που βρίσκεται στην πρωτοπορία αυτής της «μοντέρνας» σκηνικής ερμηνείας της αρχαιοελληνικής τραγωδίας και κωμωδίας, καταργούν την τυποποιημένη υποκριτική των ηθοποιών και το «βέκιο» παίξιμο στην κινησιολογία, αξιοποιούν με διαφορετικό τρόπο την παρουσία του χορού, και ανανεώνουν την εικαστική και μουσική πλαισίωση της παράστασης, εισάγοντας νέα, σύγχρονα αισθητικά στοιχεία, πολύ πιο οικεία στο θεατή, από ότι τα υποτιθέμενα πιστά αρχαιοελληνικά ενδυματολογικά αντίγραφα. Προβαίνουν σε αναθεωρήσεις, των υποκριτικών κωδίκων, σε δομικές αναπροσαρμογές της δράσης, σε ανανέωση της εικαστικής πλαισίωσης και σε γενικότερο εκσυγχρονισμό του σκηνικού θεάματος, που όμως παραμένει μέσα στα πλαίσια μιας «αναπαλαίωσης» του αρχαιολογικής φύσης πολιτιστικού προϊόντος, μιας αναπροσαρμογής του στις απαιτήσεις, τις προσδοκίες και τα ενδιαφέροντα του σύγχρονου, «μοντέρνου» θεατή, χωρίς καμιά διάθεση ανατροπής και αμφισβήτησης των βασικών δομικών συστατικών που συνιστούν την ουσία και την αξία του αρχαίου δράματος. Το λογοτεχνικό κείμενο γίνεται ένα από τα πολλά επιμέρους συστατικά της παράστασης (χωρίς όμως ακόμα να χάνει την πρωτοκαθεδρία του σε σχέση με το σκηνικό αποτέλεσμα), που ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί κατά την κρίση του, στο όνομα πάντα του «εκσυγχρονισμού» και της «αναγνωστικής ανταπόκρισης» του κοινού στην πλατεία.
Σταδιακά όμως τα πράγματα εξελίσσονται και διαφοροποιούνται αισθητά. Το επίκεντρο του ενδιαφέροντος μετατοπίζεται από τη δημιουργική συνείδηση του συγγραφέα, στην προσλαμβάνουσα συνείδηση του θεατή. Και επειδή το κοινό είναι αυτό που καλά γνωρίζουμε, με το συγκεκριμένο μορφοπαιδευτικό του υπόβαθρο, με τις εποπτικές του προσλαμβάνουσες που έχουν διαμορφωθεί από την τηλεόραση και τη δυναμική της εικόνας μέσα στην κοινωνία του θεάματος, γι αυτό και η «μεταμοντέρνα» εκδοχή οδηγείται συχνά σε σκόπιμες εκζητήσεις και υπερβολές που καταλήγουν σε τηλεοπτικοποίηση ή και εκχυδαϊσμό του σκηνικού θεάματος, που τελικά υποβαθμίζει την έννοια «θέατρο» και την μετατρέπει σε «θέαμα» ευρείας κατανάλωσης. Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια η έννοια «τραγωδία» υφίσταται τις συνέπειες της αποδομητικής και εικονοκλαστικής νοοτροπίας που έχει καθιερωθεί γενικότερα. Η όποια «ανατροπή», ή «διαφορετικότητα» δε στοιχειοθετείται (ως όφειλε), με μια αντίστοιχη ανάγνωση του κειμένου, δηλαδή μια πρωτότυπη, ακόμα και ανατρεπτική ερμηνευτική συμβολή στην ανάλυση και κατανόηση κάποιων από τις βασικές παραμέτρους του (χαρακτήρες, συγκρούσεις, σχέσεις, δραματικές καταστάσεις, ιδεολογία).
Μια τέτοια ενέργεια θα τεκμηρίωνε (στη συνέχεια) την όποια πρωτότυπη, ευρηματική, ευφάνταστη, καινοτόμο, ακόμα και εικονοκλαστική απάντηση στα προκύπτοντα σκηνικά προβλήματα και κατά συνέπεια θα «απαιτούσε» την προέκταση της κλασικής «χωροταξικής ένταξης» («mise en scène») στη διάσταση της «άποψης», προς υλοποίηση του θεωρητικού πλαισίου και της κατ’ αυτό τον τρόπο δημιουργημένης «διαφορετικής» ερμηνείας του κειμένου. Αντίθετα καταφεύγει, συχνά, στην εύκολη λύση του εντυπωσιασμού και του εικαστικού εκμαυλισμού, μέσα στους οποίους η «τραγωδία» μοιραία χάνει το περιεχόμενό της, το λόγο ύπαρξης και την αιτιώδη σχέση της (ως σημαίνον) με το σημαινόμενό της (τις αξίες του αρχαιοελληνικού πολιτισμού), υπονομεύοντας και αλλοιώνοντας τελικά την αξία που (υποτίθεται) ότι αντιπροσωπεύει.
Το ίδιο όμως (τηρουμένων των αναλογιών) παρατηρείται και με τα έργα της αριστοφανικής κωμωδίας, η οποία στο όνομα του εύπεπτου, διασκεδαστικού, λαϊκού θεάματος, μετατρέπεται συχνά σε χυδαίο επιθεωρησιακό νούμερο, με αντίστοιχη γλωσσική, νοηματική και πολιτισμική καταβαράθρωση του περιεχομένου της.Δεν ήταν όμως πάντα έτσι. Όταν στα μέσα της δεκαετίας του ’70 και λίγο αργότερα στη δεκαετία του ’80 άνθρωποι του θεάτρου όπως ο Richard Schechner και ο Eugenio Barba, o Peter Brook και η Arianne Mnouschhkine, ο Tadashi Souzouki και ο Bob Wilson, ο Peter Stein και ο Lee Brouer, θεατρικά σχήματα όπως το La mama, το Bred and Papper και το Leaving Theatre κάτω από τις επιδράσεις της σημειολογίας και κοινωνιολογίας του θεάτρου, της θεατρικής ανθρωπολογίας και της ψυχανάλυσης, των πολιτισμικών σπουδών και της επικοινωνιολογίας, άρχισαν να αναπροσδιορίζουν το νόημα και το περιεχόμενο της θεατρικής παράστασης, να ξεφεύγουν από τα περιοριστικά όρια του «κλασικού» ακόμα και του «μοντέρνου» διεκδικώντας και προβάλλοντας νέα πρότυπα σκηνικής έκφρασης όπως ο πολλαπλασιασμός και αποπολλαπλασιασμός του θεατρικού ρόλου, η αποδόμηση του χώρου και του προσώπου, η σωματικότητα της υποκριτικής, η πολυεθνική παράσταση, η μίξη των υποκριτικών κωδίκων και η αξιοποίηση «διαφορετικών» θεατρικών χώρων, μια καινούρια προοπτική διαγράφηκε για το θέατρο και μια νέα αντιμετώπιση της αρχαίας τραγωδίας καθιερώθηκε διεθνώς. Το ανανεωτικό αυτό πνεύμα ήρθε σαρωτικά να διαγράψει κάθε μέχρι τότε νομιζόμενη «αξία» στη σκηνοθεσία και να προτείνει κάτι το διαφορετικό και το καινούριο, που έβρισκε ανταπόκριση στη συνείδηση του θεατρόφιλου κοινού. Υποκριτικοί κώδικες του θεάτρου Noh συνδέονται με τεχνικές του Stanislavsky και μπρεχικά στοιχεία εμπλουτίζουν τις καθιερωμένες τεχνικές του σωματικού θεάτρου. Μορφές έκφρασης όπως η performance και το χοροθέατρο, γίνονται εξίσου αποδεκτά όπως κλασικοί και παραδοσιακοί τρόποι σκηνικής ερμηνείας του έργου, είτε πρόκειται για αρχαίο δράμα, είτε για θέατρο του παραλόγου.
Εικαστικά στοιχεία, μουσική πλαισίωση, παραστατικά δεδομένα δια και πολυπολιτισμικής προέλευσης συνυπάρχουν άλλοτε παρατακτικά και άλλοτε συνδυαστικά, σ’ ένα διάλογο των πολιτισμών που παρ’ όλες τις όποιες επιφυλάξεις έχουν κατά καιρούς διατυπωθεί, ενοποιεί το χώρο και το χρόνο μέσα από την καλλιτεχνική έμπνευση και δημιουργία. Στην Ελλάδα, με αρκετή όπως πάντα καθυστέρηση και με τις σχετικές, κάποτε, στρεβλώσεις και παρανοήσεις που προκαλεί συχνά η ημιμάθεια και η απουσία κατάλληλης πνευματικής και καλλιτεχνικής υποδομής, οι «μεταμοντέρνες» αυτές απόψεις έγιναν δεκτές με αλαλαγμούς ανακούφισης, αφού θεωρήθηκε ότι ξεπερνιέται οριστικά η καταδυνάστευση της ισχυρής «κλασικής», έστω και «μοντέρνας» παράδοσης (στην οποία άλλωστε ελάχιστοι και για μικρό χρονικό διάστημα θήτευσαν), που «καταπίεζε» την ελεύθερη έκφραση των νέων δημιουργών, ενώ (κατ’ αυτό τον τρόπο) η χώρα προχωρούσε (όπως διατεινόταν οι φανατικοί θιασώτες αυτής της τάσης) στη φάση του εκσυγχρονισμού, του εξευρωπαϊσμού και της απαλλαγής της από τα ιδεολογικά κατάλοιπα του παρελθόντος.
Είναι γεγονός, ότι αρκετοί «νέοι» σκηνοθέτες, γνωρίζοντας άμεσα ή έμμεσα τις καινούριες αυτές τάσεις, θητεύοντας φανερά ή κρυφά σε ξένους δασκάλους από τη Δύση ή / και την Ανατολή, κατόρθωσαν να παρουσιάσουν θεάματα αξιόλογα, που προωθούν τη σχετική θεατρική έρευνα και προσθέτουν πολύτιμα στοιχεία στην, ούτως ή άλλως, πλούσια γηγενή εμπειρία της σκηνοθεσίας αρχαίου δράματος. Με παραστάσεις που είχαν την ευκαιρία να παρουσιάσουν σε επίσημους θεατρικούς χώρους, μπροστά σε πολυπληθή κοινά, έδωσαν εξαιρετικά δείγματα σύγχρονης ερμηνείας του αρχαίου δράματος και συνέβαλαν στον εμπλουτισμό και την προώθηση της πλούσιας και μακρόχρονης γηγενούς παράδοσης. Άλλοι όμως, άλλοτε από υπερβολική κρυψίνοια και τάση αυτοπροβολής, που γίνονται αποδεκτά μόνο από το κοινό των ημιμαθών ή αμαθών θεατών, άλλοτε από διάθεση πλειοδοσίας, προκειμένου να δηλωθεί κατηγορηματικά η προσωπική τους παρουσία στο χώρο και να σφραγιστεί με τη δική τους υπογραφή η κατατεθειμένη ερμηνευτική πρόταση και άλλοτε από προχειρότητα και σπουδή για τη συμμετοχή τους σε θεατρικά δρώμενα μιας τουριστικής κυρίως ατραξιόν και όχι πραγματικής καλλιτεχνικής αναζήτησης, υποβαθμίζουν το αποτέλεσμα και υπονομεύουν την αξία αυτού, που υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύουν.
Γινόμαστε λοιπόν μάρτυρες μιας αδίστακτης κακοποίησης των κλασικών κειμένων, μιας παρανοημένης αντιμετώπισης του αρχαίου δράματος και ενός πολιτισμικού εκμαυλισμού, οι αρνητικές συνέπειες των οποίων δεν έχουν ακόμα γίνει αντιληπτές από τους υπεύθυνους, οι οποίοι ανενδοίαστα παρέχουν κάθε είδους υποστήριξη (οικονομική ενίσχυση, επίσημους θεατρικούς χώρους, προβολή) σε άτομα καλλιτεχνικά «επικίνδυνα» για τη διαχείριση της πολιτιστικής / θεατρικής παράδοσης αλλά και για τη δημιουργία οποιασδήποτε καινούριας.
Κατ’ αυτό τον τρόπο, το «μεταμοντέρνο» και ό,τι αυτό ισχυρίζεται ότι αντιπροσωπεύει, από μια τάση ανανέωσης και ουσιαστικού εκσυγχρονισμού του θεάτρου, από μια απόπειρα αναπροσαρμογής του «κλασικού» στη σύγχρονη πραγματικότητα, καταλήγει να γίνει τέλμα που όχι μόνο σε ελληνικό αλλά και σε ευρύτερα παγκόσμιο επίπεδο, οδηγεί το θέατρο σε αδιέξοδο, υπονομεύοντας τελικά την αξία και την ειδοποιό διαφορά του από άλλες μορφές τέχνης και θεάματος: το λόγο, ως εικονοποίηση μιας κατάστασης που δραματοποιείται σκηνικά, προκειμένου να προσληφθεί από τους θεατές. Χωρίς καμιά a priori αρνητική συνυποδήλωση, η έννοια εξαιτίας της κακοποίησης που υφίσταται αφενός από την κακή χρήση και αφετέρου από τις ενδογενείς αδυναμίες και τα περιορισμένα της όρια (γιατί, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, όταν οι βασικές ανατροπές έχουν πραγματοποιηθεί, κάθε περαιτέρω δυνατότητα πρωτοτυπίας περιορίζεται ή εξοβελίζεται και η όποια «άποψη» μετατρέπεται σε «μανιέρα») καταλήγει να γίνει συνώνυμη του «κιτς» δαιμονοποιημένη από μια μερίδα θεατών, ή της «πανάκειας», θεσφατοποιημένη από κάποια άλλη. Για μια όμως ακόμα φορά, διαπιστώνεται ότι ενώ οι σκηνοθέτες του συγκεκριμένου ρεύματος αν και διατείνονται άμεσα ή έμμεσα ότι, για πρώτη φορά διέφυγαν από το δίλημμα της παράστασης ή αναπαράστασης του αρχαίου κόσμου, μέσα από τη σκηνική ερμηνεία του δράματος που επιχειρούν, εγκαταλείποντας κάθε συνειδητή πρόθεση (και τη συνεπαγόμενη απόπειρά τους) για «προσομοίωση» των συνθηκών της αρχαιότητας στα δεδομένα του σύγχρονου κόσμου, αφήνοντας επομένως κατά μέρος κάθε απόπειρα «κλασικής», ή ακόμα και «μοντέρνας» σκηνικής ερμηνείας του αρχαίου δράματος, τελικά οδηγούνται στο ίδιο αποτέλεσμα από διαφορετική οδό.
Για μια ακόμα φορά, η σκηνοθεσία αποκαλύπτει τον ουτοπικό χαρακτήρα της αφού και πάλι, μ’ αυτή την «μεταμοντέρνα» (ή όπως αλλιώς ονομαστεί) εκδοχή της, δεν αποτελεί παρά αποκύημα της φαντασίας του συγκεκριμένου καλλιτέχνη, προϊόν μιας αυθαίρετης και υποκειμενικής άποψης για τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να υπάρξει και να λειτουργήσει το «κλασικό» κείμενο σε μια εποχή που αρνείται την αξία της ίδιας της έννοιας. Ως τέτοια, η σύλληψη του αρχαιοελληνικού δράματος μέσα στις συνθήκες του σύγχρονου κόσμου μπορεί, ενδεχομένως, να διατηρεί την «κλασικότητά» της αφού μπορεί να αναγνωσθεί και να αποκωδικοποιηθεί ποικιλότροπα από την ατομική συνείδηση του επιμέρους θεατή. Αυτό όμως δεν έχει πια τίποτα να κάνει με τη μέχρι τώρα εικόνα που η ιστορία της σκηνοθεσίας είχε καθιερώσει για τα αρχετυπικά κείμενα και τις εμβληματικές παραστάσεις του αρχαίου δράματος. Πολύ περισσότερο, δεν έχει (συχνά) καμιά αναφορά στον πλούτο και το μεγαλείο του δραματικού κειμένου, τα οποία βάναυσα και ανενδοίαστα κακοποιεί σκηνικά, προς χάριν (δήθεν) της προσληψιμότητάς τους από το σύγχρονο θεατή.
Παρ’ όλη όμως την απαισιόδοξη αντιμετώπιση του θέματος, μια νότα αισιοδοξίας μπορεί να διαλάθει και μια νέα προοπτική ενός «μετα-μεταμοντερνισμού» μπορεί να στοιχειοθετηθεί, διαγράφοντας αινιγματικά το μυστικό της διαχρονικότητας και της παγκοσμιότητας του αρχαίου δράματος. Όπως συμβαίνει πάντα στην ταραγμένη εξελικτική πορεία του πολιτισμού, είτε με διαλεκτικό, είτε με άλλο υπερβατικό τρόπο, στο τέλος εγγράφεται πάντα μια νέα αρχή. Ας ελπίσουμε ότι αυτό συμβαίνει και στη σύγχρονη σκηνοθεσία του αρχαίου δράματος.
Η κατάργηση του ενός και μοναδικού «μητροπολιτικού» κέντρου, από το οποίο εκπορεύεται η πολιτισμική και πολιτιστική «αξία» και η αυτονόμηση της επιμέρους καλλιτεχνικής δημιουργίας, με την ταυτόχρονη αποκατάσταση και ανάδειξη των «εθνικών» πολιτιστικών παραδόσεων, των εθνο-φυλετικών, μειονοτικών και όποιων άλλων ιδιαιτεροτήτων, έβαλε οριστικά τέλος στην παντοδυναμία και μονοκρατορία του ενός και μοναδικού κέντρου. Η θραυσματική, κατ’ αυτό τον τρόπο, δημιουργία, αναδείχνεται(τηρουμένων βέβαια των αναλογιών) σε αυτοδύναμη και ισότιμη έκφραση αξιών και μηνυμάτων, που αντιπροσωπεύουν το ίδιο νόημα, αλλά, τηρουμένων των αναλογιών, σε διαφορετικό πλαίσιο αναφοράς.
Απαραίτητος διαμεσολαβητικός παράγοντας στην επικοινωνία του θεατή με το θέαμα είναι ο σκηνοθέτης, ως γεφυροποιός που επιτρέπει την απρόσκοπτη μεταβίβαση των σκέψεων του συγγραφέα, στον τελικό αποδέκτη τους, το θεατή στη θεατρική αίθουσα. Με τη σημασία αυτή, μπορεί να υποστηριχθεί ότι η σκηνοθεσία δεν είναι παρά μια διαδικασία μορφοποίησης του τύπου «εικονική πραγματικότητα», μια απόπειρα δηλαδή ανασυγκρότησης ενός κόσμου που δεν υπάρχει πια, ενώ η γνώση μας γι’ αυτόν είναι θραυσματική, υποκειμενική και περιορισμένη. Ο σκηνοθέτης καλείται να γίνει μεσολαβητής, ώστε μέσα από τη συγκεκριμένη σκηνική εικονοποίηση του έργου, να επιτρέψει την απρόσκοπτη επικοινωνία του κοινού με τα μηνύματα που εκπορεύονται σκηνικά, καταλήγοντας, κάποτε, να γίνει συνδημιουργός του έργου και υποκαθιστώντας ακόμα και τον ίδιο το συγγραφέα. Όποια λοιπόν απόπειρα ερμηνείας του έργου κι αν επιχειρείται (ιδιαίτερα για ένα «κλασικό» κείμενο παλιότερης εποχής, για την οποία ελάχιστα θεατρικά «realia» διαθέτουμε), σε κάποιο βαθμό χαρακτηρίζεται από «ουτοπικά» συστατικά, τα οποία μπορούν να θεωρηθούν ακόμα και «αυθαίρετα», με τη βοήθεια των οποίων όμως ο συγκεκριμένος σκηνοθέτης επιχειρεί να καταστήσει «οικείο» στο θεατή το «φύσει ανοικείο» της αναπαριστώμενης δράσης. Αυτή η υποκειμενική (ούτως ή άλλως) αντιμετώπιση του δραματικού έργου διευρύνεται, όσο μεγεθύνεται η απόσταση μεταξύ του «χρόνου παραγωγής» και του «χρόνου πρόσληψης» του δραματικού κειμένου, η οποία καθιστά δυσπρόσιτη και δυσνόητη για τις δυνατότητες του σύγχρονου κοινού την πραγματικότητα εκείνης της απόμακρης εποχής. Στην προσπάθειά του να μειώσει την χρονική απόσταση και να συμβάλει στην επικοινωνία του θεατή με το θέαμα, ο σκηνοθέτης αξιοποιεί τον πλούτο των ιστορικών στοιχείων, των φιλολογικών ευρημάτων, των θεωρητικών δεδομένων, τη συσσωρευμένη γνώση και εμπειρία που η μακρόχρονη αρχαιολογία της γνώσης έχει προσκομίσει στη σύγχρονη (γι’ αυτόν αλλά και για το θεατή) έρευνα. Παράλληλα όμως, στηρίζεται στο προσωπικό του ταλέντο, στον ψυχισμό και την ιδεολογία του, που ως φίλτρα διηθούν το πρωτογενές υλικό του αρχαίου κειμένου και καθιστούν προσληπτή και αποδεκτή τη ζωντανή εκφορά του λόγου, τη σκηνική αναπαράσταση της δράσης και ευνοούν τη συμμετοχικότητα των θεατών, ως απαράβατη συνθήκη επικοινωνίας της αμφίδρομης σχέσης μεταξύ σκηνής και πλατείας.
Έχοντας υπόψη αυτές τις σκέψεις και τα δεδομένα, μπορούμε να αντιληφθούμε πώς συγκροτείται η αρχική «παράδοση» στη σκηνοθεσία του αρχαίου δράματος, μέσα από τη φιλοσοφία του γερμανικού ιδεαλισμού και τις απόψεις του Φρ. Νίτσε για τη γένεση της τραγωδίας, από τη φιλολογική ερμηνεία των δραματικών κειμένων που έκανε ο Βιλαμόβιτς, και από την παρουσία σκηνοθετών όπως ο Μax Reinhardt. Με τέτοια δεδομένα δομείται η έννοια του «κλασικού» στην παράσταση αρχαίου δράματος και επιβάλλεται ένας τρόπος υποκριτικής, σκηνογραφίας, ενδυματολογίας και γενικότερα σκηνικής απόδοσης της αρχαίας τραγωδίας και κωμωδίας, που όμως δεν αντιπροσωπεύουν παρά τα ιδεολογικά, φιλοσοφικά, αισθητικά και κοινωνικά δεδομένα της «εποχής πρόσληψης». Επειδή λοιπόν τα «μεγέθη» της τραγωδίας είναι μεγάλα, κατά πολύ έξω και πέρα από τα συνηθισμένα της οικείας ιστορικής πραγματικότητας, γι’ αυτό και η υποκριτική των ηθοποιών οφείλει να είναι ανάλογη, τονίζοντας τον όγκο και την υπερβολή των καταστάσεων και της αναπαριστώμενης δράσης, με χειρονομίες με κινήσεις, με εκφορά του λόγου κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υποβάλλεται η «θεώσα συνείδηση» των θεατών στην πλατεία και να συμπαρασύρρεται ομοιοπαθητικά στη διάσταση του αλλού / άλλοτε που διαδραματίζεται η υπόθεση του δραματικού κειμένου, καθιστώντας εφικτή την «κάθαρση» για το σύγχρονο θεατή, εξίσου όπως συνέβαινε και κατά την αρχαιότητα. Τον ίδιον στόχο επιδιώκουν και πραγματοποιούν η σκηνογραφία, ο σκηνικός διάκοσμος, η ενδυματολογία και γενικότερα όλοι οι δευτερογενείς κώδικες της παράστασης που πλαισιώνουν οπτικο-ακουστικά τη σκηνική δράση.
Αν στα προηγούμενα συνυπολογίσουμε τη γενικότερη αισθητική της εποχής, μια θεατρική αισθητική που βρισκόταν ανάμεσα στην κλασικιστική λιτότητα και τη ρομαντική υπερβολή, την υπάρχουσα εξοικείωση των θεατών με αντίστοιχα θεάματα έργων του νεότερου ευρωπαϊκού θεάτρου που σ’ ένα βαθμό αντλούσαν πρότυπα, θεματική και σημασιοδότηση από αντίστοιχα αρχαιοελληνικά αρχέτυπα ή θεατρικές φόρμες που καθιερώθηκαν από την Αναγέννηση και το Μπαρόκ και μετά (Alfieri, Racine, Shakespeare, Goethe, Hugo, Voltaire κ.α.), τότε μπορεί να γίνει αντιληπτό το πώς και το γιατί ο νεότερος κόσμος, με «ουτοπικό» σχεδόν τρόπο, συλλαμβάνει και μορφοποιεί σκηνικά το αρχαίο δράμα, δημιουργώντας την αρχική «άποψη» και την «κλασική» παράδοση πάνω στην οποία θα προβληθούν αντιθετικά, συνδυαστικά ή ανατρεπτικά όλες οι μεταγενέστερες σκηνοθετικές τάσεις. Αυτά είναι τα δεδομένα και οι συνθήκες, που συναπαρτίζουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα ενταχθεί, θα κατανοηθεί και τελικά θα αξιολογηθεί η «ελληνική» παράδοση στη σκηνοθεσία αρχαίου δράματος, αρχής γενομένης από τον Φώτο Πολίτη και το Δημήτρη Ροντήρη, το ζεύγος Σικελιανού και τον Λίνο Καρζή, μέχρι τον Αλέξη Μινωτή και τον Αλέξη Σολομό, που συνιστούν τον άξονα της «σχολής του Εθνικού». Με αυτά τα δεδομένα και τις προδιαγραφές διαμορφώνεται η αρχική «άποψη» για την ερμηνεία της αρχαίας τραγωδίας και κωμωδίας, που, ακόμα και με τον τρόπο που συγκροτείται, έχει κενά και ελλείψεις που μόνο με φαντασιακά, εικοτολογικά και υποκειμενικά στοιχεία, συμπληρώνονται από τους σκηνοθέτες, προβάλλοντας το «όραμα» ενός κόσμου που διατείνονται ότι είναι πραγματικός, ενώ στην ουσία δεν είναι παρά ουτοπικός.
Η ανάπτυξη της πολυπολιτισμικότητας στη σύγχρονη κοινωνία και η ουσιαστική και πολυδιάστατη επαφή της Δύσης με την Ανατολή, που ξεπέρασε τις στατικές και παραδοσιακές σχέσεις του τύπου «δάνειο» ή «επίδραση» του ενός κόσμου στον άλλο, δημιούργησε μια ολιστική και καθολική αντιμετώπιση του πολιτισμού ως ενιαίας δημιουργίας, ικανής να ανταποκριθεί στις προσδοκίες, τις ανάγκες και τα ενδιαφέροντα του σύγχρονου ανθρώπου, ανεξάρτητα από εθνο-φυλετική καταγωγή και ταξική προέλευση. Παράλληλα, η σύγχρονη θεωρία του πολιτισμού, της ερμηνείας των κειμένων, της ανθρώπινης συμπεριφοράς και της ψυχολογίας, δημιούργησαν καινούρια δεδομένα που επιτρέπουν την υποκειμενικότητα και τη διαφορετικότητα, ευνοούν την απομυθοποίηση και τον κριτικό διάλογο του παρόντος προς το παρελθόν, αμφισβητούν τα μέχρι σήμερα θεωρούμενα ως θέσφατα της ανθρώπινης διανόησης και του πολιτισμού και νομιμοποιούν κάθε «άλλο» λόγο, που συχνά έχει την αίσθηση του «αιρετικού» και του «ανατρεπτικού» για τις μέχρι τώρα καθιερωμένες αξίες.
Η έννοια του «κλασικού» παύει πια να έχει την προγενέστερη αδιαπραγμάτευτη και αδιαμφισβήτητη αξία και νοηματοδοτείται με διαφορετικό τρόπο. Η δημιουργός συνείδηση του συγγραφέα, ως της μοναδικής πηγής εκπόρευσης του νοήματος του έργου και του αποκλειστικά υπεύθυνου για το αποτέλεσμα της παράστασης αμφισβητείται, ενώ το ίδιο το δραματικό κείμενο, ως αυτοδύναμη πηγή σημασίας, επιδέχεται τον κριτικό λόγο και τη δυνατότητα πολλαπλής ανάγνωσης, που νομιμοποιεί τη διαφορετική ερμηνεία. Το κέντρο βάρος μετατοπίζεται από το δημιουργό και το έργο του, στην προσλαμβάνουσα συνείδηση του θεατή. Αυτός, με τη δική του υποκειμενικότητα, αναδείχνεται ως το σημείο αναγωγής και αναφοράς του έργου, ως συγκεκριμένης πια σκηνικής παράστασης, προϊόν σύνθετης δημιουργικής επενέργειας περισσότερων παραγόντων κειμενικά και εξωκειμενικά εγγεγραμμένων σ’ αυτήν.
Κατ’ αυτό τον τρόπο, για πρώτη φορά στην ιστορία της σκηνοθεσίας και ιδιαίτερα της σκηνοθεσίας αρχαίου δράματος, δημιουργείται μια νέα πραγματικότητα, που διαφοροποιείται ποιοτικά από κάθε άλλη προγενέστερη. Σύμφωνα μ’ αυτήν, το κείμενο και ο λόγος του συγγραφέα, αποτελεούν μία, όχι πάντα, ούτε υποχρεωτικά την πιο σπουδαία, από τις παραμέτρους που οριοθετούν την παράσταση, όπως η σκηνοθεσία, η υποκριτική και οι άλλοι δευτερογενείς της κώδικες. Αυτή η «μεταμοντέρνα» συνθήκη, ανοίγει νέες διαστάσεις στη θεατρική έρευνα και δίνει καταπληκτικές προοπτικές στην τέχνη του θεάματος, επιτρέποντας στους σκηνοθέτες να υλοποιήσουν σκέψεις και οραματισμούς, που κατά το παρελθόν ήταν αδιανόητοι, αφού προσέκρουαν στα αδιάρρηκτα όρια του «θεμιτού» και του «δέοντος», διατηρώντας όμως θεωρητικά ανέπαφη την έννοια του «τραγικού» ως ποιοτικού και όχι ποσοτικού μεγέθους που (ως τέτοιο) ξεπερνά τα όρια του χώρου και του χρόνου και αποκτά διατάσεις παγκοσμιότητας, που βρίσκουν την αναφορικότητά τους ακόμα και σήμερα, κάτω από διαφορετικές συνθήκες και μέσα σε διαφορετικό πλαίσιο.
Αν, κατ’ επέκταση, σύμφωνα με τη γνώμη των υποστηρικτών αυτής της άποψης, το αρχαίο δράμα εξακολουθεί να είναι «κλασικό», «διαχρονικό» και «παγκόσμιο», οφείλει να ανταποκριθεί στις προσλαμβάνουσες του νέου ανομοιογενούς κοινού του. Γι αυτό, νομιμοποιείται η σύζευξη διαφορετικών ή ακόμα και αντιθετικών φορμαλιστικών στοιχείων, η μίξη ετερογενών πολιτιστικών παραδόσεων και η αξιοποίηση σύγχρονων θεωρητικών δεδομένων, με προέλευση τον αποδομισμό και την ψυχανάλυση, την «ταυτότητα» και την «ετερότητα» στην καλλιτεχνική δημιουργία.
Μια τέτοια αντιμετώπιση του αρχαίου δράματος οδηγεί με τη σειρά της σε μια «μετα-ιστορική» θεώρηση, που αποδεσμεύεται από την εξάρτησή της από κάθε ιστορική/πραγματολογική διάσταση του κειμένου προς την εποχή δημιουργίας του και ανάγεται σε επίπεδο καθολικής προσλαμβάνουσας συνείδησης. Επομένως η τραγωδία, μπορεί εξίσου να λειτουργήσει και για το σημερινό άνθρωπο σε οποιοδήποτε σημείο της γης, με οποιαδήποτε προσωπική ή συλλογική μορφοπαιδευτική εμπειρία, ανεξάρτητα από ειδικούς όρους και συνθήκες «υποδοχής», ενώ η κωμωδία να διασκεδάσει το σύγχρονο θεατή ερήμην των ιστορικά προσδιορισμένων γεγονότων και των προσώπων που ρητά αναφέρονται, ή υπαινίσσονται σ’ αυτά. Αυτή η «απο-ιστορικοποίηση», συνιστά συνθήκη του θεάτρου μετά τον «μοντερνισμό» στη σκηνοθεσία του αρχαίου δράματος, η οποία έχει πια αποδεσμευτεί από τη δημιουργική συνείδηση του συγγραφέα ως του μοναδικού παραγωγού μηνύματος, έχει εγκαταλείψει την ενδοκειμενική ανάλυση των συστατικών του περιεχομένου και έχει στραφεί προς το θεατή, ως τον απαραίτητο συνδημιουργό του μηνύματος, μέσα από τη διαδικασία σκηνικής μορφοποίησης του κειμένου, ως σύνθετου παραστατικού προϊόντος και όχι πια ως λογοτεχνικού αναγνώσματος.
Η αρχή έχει γίνει με την αμφισβήτηση της μονοκρατορίας του κειμένου, που οδηγεί σταδιακά στο «θάνατο του συγγραφέα». Οποιοδήποτε δραματικό έργο δεν είναι παρά μόνο το πρόσχημα, ο καμβάς, το έναυσμα, προκειμένου ο σκηνοθέτης να προβάλει τις δικές του απόψεις και (κατά την κρίση του) να φέρει σε επαφή το σύγχρονο θεατή με το «κλασικό» έργο μιας κατά πολύ ξεπερασμένης εποχής. Η αναγνώριση της αξίας του κειμένου, η διαπίστωση της «κλασικότητάς» του παραμένουν, αν και σχετικοποιούνται.. Αλλάζει όμως ο τρόπος αντιμετώπισης η προσέγγιση και η ερμηνεία τους. Ενώ κάποτε έννοιες όπως «σεβασμός» και «δέος», «υψηλά μηνύματα» και «πανανθρώπινο περιεχόμενο», αποτελούσαν τις δεσπόζουσες αρχές με βάση τις οποίες οι σκηνοθέτες προσέγγιζαν το αρχαίο ελληνικό δράμα, σήμερα πια κάτι τέτοιο δεν υφίσταται.Είχε βέβαια προηγηθεί η φάση του «μοντερνισμού», κατά την οποία οι σκηνοθέτες αρχαίου δράματος έλληνες και ξένοι, αναγνωρίζουν την έννοια του «κλασικού», ως ειδοποιού γνωρίσματος του αρχαίου δράματος και αποδέχονται το περιεχόμενό του.
Ενώ όμως διαπιστώνουν την αναγκαιότητα προσαρμογής στις νέες συνθήκες, παραμένουν πιστοί θιασώτες της αποκλειστικότητας στην ερμηνεία του κειμένου, στο αδιαμφισβήτητο της αξίας και της αναφορικότητας του στο σύγχρονο κόσμο, στην αναγκαιότητα τήρησης κάποιων αρχών και συνθηκών, προκειμένου ο λόγος των αρχαίων δραματικών συγγραφέων, να γίνει προσληπτός από το θεατή της μοντέρνας εποχής. Το λογοτεχνικό έργο παραμένει το αναντίρρητο σημείο αναφοράς της παράστασης, η μοναδική πηγή εκπόρευσης του νοήματος. Ο λόγος του συγγραφέα υπηρετείται πιστά και «αναδεικνύεται» ποικιλότροπα, ανάλογα με τις συγκεκριμένες επιλογές του σκηνοθέτη. Το αρχαίο δράμα αντιμετωπίζεται με σεβασμό, αλλά όχι πια με «δέος», ως ιστορικό-πολιτισμικό δημιούργημα που, για να διατηρήσει τη διαχρονικότητά του, οφείλει να ανανεωθεί μορφολογικά, προκειμένου να ανταποκριθεί στα σύγχρονα δεδομένα και τις συνθήκες πρόσληψής του από τους θεατές.
Σκηνοθέτες όπως ο Κ. Κουν, που βρίσκεται στην πρωτοπορία αυτής της «μοντέρνας» σκηνικής ερμηνείας της αρχαιοελληνικής τραγωδίας και κωμωδίας, καταργούν την τυποποιημένη υποκριτική των ηθοποιών και το «βέκιο» παίξιμο στην κινησιολογία, αξιοποιούν με διαφορετικό τρόπο την παρουσία του χορού, και ανανεώνουν την εικαστική και μουσική πλαισίωση της παράστασης, εισάγοντας νέα, σύγχρονα αισθητικά στοιχεία, πολύ πιο οικεία στο θεατή, από ότι τα υποτιθέμενα πιστά αρχαιοελληνικά ενδυματολογικά αντίγραφα. Προβαίνουν σε αναθεωρήσεις, των υποκριτικών κωδίκων, σε δομικές αναπροσαρμογές της δράσης, σε ανανέωση της εικαστικής πλαισίωσης και σε γενικότερο εκσυγχρονισμό του σκηνικού θεάματος, που όμως παραμένει μέσα στα πλαίσια μιας «αναπαλαίωσης» του αρχαιολογικής φύσης πολιτιστικού προϊόντος, μιας αναπροσαρμογής του στις απαιτήσεις, τις προσδοκίες και τα ενδιαφέροντα του σύγχρονου, «μοντέρνου» θεατή, χωρίς καμιά διάθεση ανατροπής και αμφισβήτησης των βασικών δομικών συστατικών που συνιστούν την ουσία και την αξία του αρχαίου δράματος. Το λογοτεχνικό κείμενο γίνεται ένα από τα πολλά επιμέρους συστατικά της παράστασης (χωρίς όμως ακόμα να χάνει την πρωτοκαθεδρία του σε σχέση με το σκηνικό αποτέλεσμα), που ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί κατά την κρίση του, στο όνομα πάντα του «εκσυγχρονισμού» και της «αναγνωστικής ανταπόκρισης» του κοινού στην πλατεία.
Σταδιακά όμως τα πράγματα εξελίσσονται και διαφοροποιούνται αισθητά. Το επίκεντρο του ενδιαφέροντος μετατοπίζεται από τη δημιουργική συνείδηση του συγγραφέα, στην προσλαμβάνουσα συνείδηση του θεατή. Και επειδή το κοινό είναι αυτό που καλά γνωρίζουμε, με το συγκεκριμένο μορφοπαιδευτικό του υπόβαθρο, με τις εποπτικές του προσλαμβάνουσες που έχουν διαμορφωθεί από την τηλεόραση και τη δυναμική της εικόνας μέσα στην κοινωνία του θεάματος, γι αυτό και η «μεταμοντέρνα» εκδοχή οδηγείται συχνά σε σκόπιμες εκζητήσεις και υπερβολές που καταλήγουν σε τηλεοπτικοποίηση ή και εκχυδαϊσμό του σκηνικού θεάματος, που τελικά υποβαθμίζει την έννοια «θέατρο» και την μετατρέπει σε «θέαμα» ευρείας κατανάλωσης. Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια η έννοια «τραγωδία» υφίσταται τις συνέπειες της αποδομητικής και εικονοκλαστικής νοοτροπίας που έχει καθιερωθεί γενικότερα. Η όποια «ανατροπή», ή «διαφορετικότητα» δε στοιχειοθετείται (ως όφειλε), με μια αντίστοιχη ανάγνωση του κειμένου, δηλαδή μια πρωτότυπη, ακόμα και ανατρεπτική ερμηνευτική συμβολή στην ανάλυση και κατανόηση κάποιων από τις βασικές παραμέτρους του (χαρακτήρες, συγκρούσεις, σχέσεις, δραματικές καταστάσεις, ιδεολογία).
Μια τέτοια ενέργεια θα τεκμηρίωνε (στη συνέχεια) την όποια πρωτότυπη, ευρηματική, ευφάνταστη, καινοτόμο, ακόμα και εικονοκλαστική απάντηση στα προκύπτοντα σκηνικά προβλήματα και κατά συνέπεια θα «απαιτούσε» την προέκταση της κλασικής «χωροταξικής ένταξης» («mise en scène») στη διάσταση της «άποψης», προς υλοποίηση του θεωρητικού πλαισίου και της κατ’ αυτό τον τρόπο δημιουργημένης «διαφορετικής» ερμηνείας του κειμένου. Αντίθετα καταφεύγει, συχνά, στην εύκολη λύση του εντυπωσιασμού και του εικαστικού εκμαυλισμού, μέσα στους οποίους η «τραγωδία» μοιραία χάνει το περιεχόμενό της, το λόγο ύπαρξης και την αιτιώδη σχέση της (ως σημαίνον) με το σημαινόμενό της (τις αξίες του αρχαιοελληνικού πολιτισμού), υπονομεύοντας και αλλοιώνοντας τελικά την αξία που (υποτίθεται) ότι αντιπροσωπεύει.
Το ίδιο όμως (τηρουμένων των αναλογιών) παρατηρείται και με τα έργα της αριστοφανικής κωμωδίας, η οποία στο όνομα του εύπεπτου, διασκεδαστικού, λαϊκού θεάματος, μετατρέπεται συχνά σε χυδαίο επιθεωρησιακό νούμερο, με αντίστοιχη γλωσσική, νοηματική και πολιτισμική καταβαράθρωση του περιεχομένου της.Δεν ήταν όμως πάντα έτσι. Όταν στα μέσα της δεκαετίας του ’70 και λίγο αργότερα στη δεκαετία του ’80 άνθρωποι του θεάτρου όπως ο Richard Schechner και ο Eugenio Barba, o Peter Brook και η Arianne Mnouschhkine, ο Tadashi Souzouki και ο Bob Wilson, ο Peter Stein και ο Lee Brouer, θεατρικά σχήματα όπως το La mama, το Bred and Papper και το Leaving Theatre κάτω από τις επιδράσεις της σημειολογίας και κοινωνιολογίας του θεάτρου, της θεατρικής ανθρωπολογίας και της ψυχανάλυσης, των πολιτισμικών σπουδών και της επικοινωνιολογίας, άρχισαν να αναπροσδιορίζουν το νόημα και το περιεχόμενο της θεατρικής παράστασης, να ξεφεύγουν από τα περιοριστικά όρια του «κλασικού» ακόμα και του «μοντέρνου» διεκδικώντας και προβάλλοντας νέα πρότυπα σκηνικής έκφρασης όπως ο πολλαπλασιασμός και αποπολλαπλασιασμός του θεατρικού ρόλου, η αποδόμηση του χώρου και του προσώπου, η σωματικότητα της υποκριτικής, η πολυεθνική παράσταση, η μίξη των υποκριτικών κωδίκων και η αξιοποίηση «διαφορετικών» θεατρικών χώρων, μια καινούρια προοπτική διαγράφηκε για το θέατρο και μια νέα αντιμετώπιση της αρχαίας τραγωδίας καθιερώθηκε διεθνώς. Το ανανεωτικό αυτό πνεύμα ήρθε σαρωτικά να διαγράψει κάθε μέχρι τότε νομιζόμενη «αξία» στη σκηνοθεσία και να προτείνει κάτι το διαφορετικό και το καινούριο, που έβρισκε ανταπόκριση στη συνείδηση του θεατρόφιλου κοινού. Υποκριτικοί κώδικες του θεάτρου Noh συνδέονται με τεχνικές του Stanislavsky και μπρεχικά στοιχεία εμπλουτίζουν τις καθιερωμένες τεχνικές του σωματικού θεάτρου. Μορφές έκφρασης όπως η performance και το χοροθέατρο, γίνονται εξίσου αποδεκτά όπως κλασικοί και παραδοσιακοί τρόποι σκηνικής ερμηνείας του έργου, είτε πρόκειται για αρχαίο δράμα, είτε για θέατρο του παραλόγου.
Εικαστικά στοιχεία, μουσική πλαισίωση, παραστατικά δεδομένα δια και πολυπολιτισμικής προέλευσης συνυπάρχουν άλλοτε παρατακτικά και άλλοτε συνδυαστικά, σ’ ένα διάλογο των πολιτισμών που παρ’ όλες τις όποιες επιφυλάξεις έχουν κατά καιρούς διατυπωθεί, ενοποιεί το χώρο και το χρόνο μέσα από την καλλιτεχνική έμπνευση και δημιουργία. Στην Ελλάδα, με αρκετή όπως πάντα καθυστέρηση και με τις σχετικές, κάποτε, στρεβλώσεις και παρανοήσεις που προκαλεί συχνά η ημιμάθεια και η απουσία κατάλληλης πνευματικής και καλλιτεχνικής υποδομής, οι «μεταμοντέρνες» αυτές απόψεις έγιναν δεκτές με αλαλαγμούς ανακούφισης, αφού θεωρήθηκε ότι ξεπερνιέται οριστικά η καταδυνάστευση της ισχυρής «κλασικής», έστω και «μοντέρνας» παράδοσης (στην οποία άλλωστε ελάχιστοι και για μικρό χρονικό διάστημα θήτευσαν), που «καταπίεζε» την ελεύθερη έκφραση των νέων δημιουργών, ενώ (κατ’ αυτό τον τρόπο) η χώρα προχωρούσε (όπως διατεινόταν οι φανατικοί θιασώτες αυτής της τάσης) στη φάση του εκσυγχρονισμού, του εξευρωπαϊσμού και της απαλλαγής της από τα ιδεολογικά κατάλοιπα του παρελθόντος.
Είναι γεγονός, ότι αρκετοί «νέοι» σκηνοθέτες, γνωρίζοντας άμεσα ή έμμεσα τις καινούριες αυτές τάσεις, θητεύοντας φανερά ή κρυφά σε ξένους δασκάλους από τη Δύση ή / και την Ανατολή, κατόρθωσαν να παρουσιάσουν θεάματα αξιόλογα, που προωθούν τη σχετική θεατρική έρευνα και προσθέτουν πολύτιμα στοιχεία στην, ούτως ή άλλως, πλούσια γηγενή εμπειρία της σκηνοθεσίας αρχαίου δράματος. Με παραστάσεις που είχαν την ευκαιρία να παρουσιάσουν σε επίσημους θεατρικούς χώρους, μπροστά σε πολυπληθή κοινά, έδωσαν εξαιρετικά δείγματα σύγχρονης ερμηνείας του αρχαίου δράματος και συνέβαλαν στον εμπλουτισμό και την προώθηση της πλούσιας και μακρόχρονης γηγενούς παράδοσης. Άλλοι όμως, άλλοτε από υπερβολική κρυψίνοια και τάση αυτοπροβολής, που γίνονται αποδεκτά μόνο από το κοινό των ημιμαθών ή αμαθών θεατών, άλλοτε από διάθεση πλειοδοσίας, προκειμένου να δηλωθεί κατηγορηματικά η προσωπική τους παρουσία στο χώρο και να σφραγιστεί με τη δική τους υπογραφή η κατατεθειμένη ερμηνευτική πρόταση και άλλοτε από προχειρότητα και σπουδή για τη συμμετοχή τους σε θεατρικά δρώμενα μιας τουριστικής κυρίως ατραξιόν και όχι πραγματικής καλλιτεχνικής αναζήτησης, υποβαθμίζουν το αποτέλεσμα και υπονομεύουν την αξία αυτού, που υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύουν.
Γινόμαστε λοιπόν μάρτυρες μιας αδίστακτης κακοποίησης των κλασικών κειμένων, μιας παρανοημένης αντιμετώπισης του αρχαίου δράματος και ενός πολιτισμικού εκμαυλισμού, οι αρνητικές συνέπειες των οποίων δεν έχουν ακόμα γίνει αντιληπτές από τους υπεύθυνους, οι οποίοι ανενδοίαστα παρέχουν κάθε είδους υποστήριξη (οικονομική ενίσχυση, επίσημους θεατρικούς χώρους, προβολή) σε άτομα καλλιτεχνικά «επικίνδυνα» για τη διαχείριση της πολιτιστικής / θεατρικής παράδοσης αλλά και για τη δημιουργία οποιασδήποτε καινούριας.
Κατ’ αυτό τον τρόπο, το «μεταμοντέρνο» και ό,τι αυτό ισχυρίζεται ότι αντιπροσωπεύει, από μια τάση ανανέωσης και ουσιαστικού εκσυγχρονισμού του θεάτρου, από μια απόπειρα αναπροσαρμογής του «κλασικού» στη σύγχρονη πραγματικότητα, καταλήγει να γίνει τέλμα που όχι μόνο σε ελληνικό αλλά και σε ευρύτερα παγκόσμιο επίπεδο, οδηγεί το θέατρο σε αδιέξοδο, υπονομεύοντας τελικά την αξία και την ειδοποιό διαφορά του από άλλες μορφές τέχνης και θεάματος: το λόγο, ως εικονοποίηση μιας κατάστασης που δραματοποιείται σκηνικά, προκειμένου να προσληφθεί από τους θεατές. Χωρίς καμιά a priori αρνητική συνυποδήλωση, η έννοια εξαιτίας της κακοποίησης που υφίσταται αφενός από την κακή χρήση και αφετέρου από τις ενδογενείς αδυναμίες και τα περιορισμένα της όρια (γιατί, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, όταν οι βασικές ανατροπές έχουν πραγματοποιηθεί, κάθε περαιτέρω δυνατότητα πρωτοτυπίας περιορίζεται ή εξοβελίζεται και η όποια «άποψη» μετατρέπεται σε «μανιέρα») καταλήγει να γίνει συνώνυμη του «κιτς» δαιμονοποιημένη από μια μερίδα θεατών, ή της «πανάκειας», θεσφατοποιημένη από κάποια άλλη. Για μια όμως ακόμα φορά, διαπιστώνεται ότι ενώ οι σκηνοθέτες του συγκεκριμένου ρεύματος αν και διατείνονται άμεσα ή έμμεσα ότι, για πρώτη φορά διέφυγαν από το δίλημμα της παράστασης ή αναπαράστασης του αρχαίου κόσμου, μέσα από τη σκηνική ερμηνεία του δράματος που επιχειρούν, εγκαταλείποντας κάθε συνειδητή πρόθεση (και τη συνεπαγόμενη απόπειρά τους) για «προσομοίωση» των συνθηκών της αρχαιότητας στα δεδομένα του σύγχρονου κόσμου, αφήνοντας επομένως κατά μέρος κάθε απόπειρα «κλασικής», ή ακόμα και «μοντέρνας» σκηνικής ερμηνείας του αρχαίου δράματος, τελικά οδηγούνται στο ίδιο αποτέλεσμα από διαφορετική οδό.
Για μια ακόμα φορά, η σκηνοθεσία αποκαλύπτει τον ουτοπικό χαρακτήρα της αφού και πάλι, μ’ αυτή την «μεταμοντέρνα» (ή όπως αλλιώς ονομαστεί) εκδοχή της, δεν αποτελεί παρά αποκύημα της φαντασίας του συγκεκριμένου καλλιτέχνη, προϊόν μιας αυθαίρετης και υποκειμενικής άποψης για τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να υπάρξει και να λειτουργήσει το «κλασικό» κείμενο σε μια εποχή που αρνείται την αξία της ίδιας της έννοιας. Ως τέτοια, η σύλληψη του αρχαιοελληνικού δράματος μέσα στις συνθήκες του σύγχρονου κόσμου μπορεί, ενδεχομένως, να διατηρεί την «κλασικότητά» της αφού μπορεί να αναγνωσθεί και να αποκωδικοποιηθεί ποικιλότροπα από την ατομική συνείδηση του επιμέρους θεατή. Αυτό όμως δεν έχει πια τίποτα να κάνει με τη μέχρι τώρα εικόνα που η ιστορία της σκηνοθεσίας είχε καθιερώσει για τα αρχετυπικά κείμενα και τις εμβληματικές παραστάσεις του αρχαίου δράματος. Πολύ περισσότερο, δεν έχει (συχνά) καμιά αναφορά στον πλούτο και το μεγαλείο του δραματικού κειμένου, τα οποία βάναυσα και ανενδοίαστα κακοποιεί σκηνικά, προς χάριν (δήθεν) της προσληψιμότητάς τους από το σύγχρονο θεατή.
Παρ’ όλη όμως την απαισιόδοξη αντιμετώπιση του θέματος, μια νότα αισιοδοξίας μπορεί να διαλάθει και μια νέα προοπτική ενός «μετα-μεταμοντερνισμού» μπορεί να στοιχειοθετηθεί, διαγράφοντας αινιγματικά το μυστικό της διαχρονικότητας και της παγκοσμιότητας του αρχαίου δράματος. Όπως συμβαίνει πάντα στην ταραγμένη εξελικτική πορεία του πολιτισμού, είτε με διαλεκτικό, είτε με άλλο υπερβατικό τρόπο, στο τέλος εγγράφεται πάντα μια νέα αρχή. Ας ελπίσουμε ότι αυτό συμβαίνει και στη σύγχρονη σκηνοθεσία του αρχαίου δράματος.
28 Ιανουαρίου 2012
25 Ιανουαρίου 2012
Το τέλος της πρώτης παγκοσμιοποίησης
Του Πάσχου Mανδραβέλη
Στην παγκόσμια συζήτηση για τη χρηματοπιστωτική κρίση λείπει ένας όρος που για είκοσι χρόνια φλόγιζε τις συζητήσεις για το διεθνές σύστημα. Η λέξη «παγκοσμιοποίηση». Είναι περίεργο, δε, διότι μπορεί η παγκοσμιοποίηση να μην ευθύνεται για τη δημιουργία της κρίσης, σ’ αυτήν όμως οφείλεται η ταχύτατη εξάπλωσή της. Ενα πρόβλημα με τα στεγαστικά δάνεια στις ΗΠΑ, έγινε δια των διασυνδέσεων των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, παγκόσμια τραπεζική κρίση, για να καταλήξει δημοσιονομική κρίση και μπορεί να γίνει κρίση της πραγματικής οικονομίας των προϊόντων που παράγει η... Κίνα. Η απουσία μπορεί να δείχνει ότι πήραμε το μάθημά μας από τη μεγάλη κρίση του ’29, όταν η αντίδραση ήταν ο περιορισμός της παγκοσμιοποίησης με εθνικές νομοθεσίες, με αποτέλεσμα ο κόσμος εκτός από τη βαθιά ύφεση να μπει σε εξοντωτικούς εμπορικούς πολέμους και τελικά στον αιματηρό Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Υπάρχουν όμως αναλογίες που να κάνουν θεμιτή τη σύγκριση όσων διαδραματίζονταν στον κόσμο στις αρχές του περασμένου αιώνα με όσα διαδραματίζονται σήμερα; Σύμφωνα με τον καθηγητή Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον, Χάρολντ Τζέιμς, η παγκοσμιοποίηση στο τέλος του 19ου αιώνα ήταν μεγαλύτερη από τη σημερινή. Ενας τρόπος για να μετρήσουμε τη διεθνή ολοκλήρωση, γράφει, «είναι να εξετάσουμε το μέγεθος των καθαρών κεφαλαιακών κινήσεων.
Αν μετρηθούν σε σχέση με το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ) οι εισαγωγές και εξαγωγές κεφαλαίου ήταν μεγαλύτερες από τις σημερινές: Μεταξύ του 1870 και 1890, η Αργεντινή εισήγαγε κεφάλαιο ισοδύναμο με το 18,7% του εθνικού εισοδήματος και η Αυστραλία με το 8,2%. Συγκρίνετε αυτά τα στοιχεία με τη δεκαετία του ’90, όταν τα αντίστοιχα νούμερα αυτών των δύο μεγάλων εισαγωγέων κεφαλαίου ήταν ένα γλίσχρο 2,2% και 4%. Η υπόθεση των εξαγωγών κεφαλαίου είναι ακόμη πιο δραματική. Την παραμονή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η Μεγάλη Βρετανία εξήγε το 7% του εθνικού της εισοδήματος. Καμιά χώρα στον κόσμο μετά το ’45 δεν προσέγγισε ποτέ ένα παρόμοιο επίπεδο, ούτε η Ιαπωνία ούτε η προ του 1989 Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας».
Στον τομέα του εμπορίου τα πράγματα ήταν ελάχιστα διαφορετικά. Το 1913 οι εξαγωγές της μεγάλης οικονομικής δύναμης της εποχής, που ήταν η Βρετανία, ήταν περίπου το 30% του ΑΕΠ, ποσοστό που έφτασαν κάποιες χώρες της Δύσης μετά τη δεκαετία του 1980· παρά την τεράστια βελτίωση των εμπορευματικών μεταφορών.
Η μετανάστευση είναι αδύνατον να μετρηθεί διότι στον 19ο αιώνα δεν υπήρχαν διαβατήρια, ούτε μεταναστευτικές πολιτικές και ούτε φυσικά μετρήσεις. Εκείνη την εποχή «πάνω απ’ όλα κινούνταν οι άνθρωποι», γράφει ο Χάρολντ Τζέιμς. «Δεν χρειάζονταν διαβατήρια. Σπάνια γίνονταν συζητήσεις για την υπηκοότητα.
«Οικουμενική εποχή»
Επιδιώκοντας την ελευθερία, την ασφάλεια και την ευημερία -τρεις αξίες που σχετίζονταν στενά- οι άνθρωποι της Ευρώπης και της Ασίας εγκατέλειπαν τις εστίες τους και συχνά έκαναν δύσκολα ταξίδια με τον σιδηρόδρομο ή το πλοίο, συχνά δε σαν τμήμα ανθρωπίνων μεταναστεύσεων γιγαντιαίων διαστάσεων. Ανάμεσα στο 1871 και στο 1915, 36 εκατομμύρια άνθρωποι εγκατέλειψαν την Ευρώπη». Από έναν πληθυσμό που το 1900 έφτανε δεν έφτανε τα 320 εκατομμύρια.
Ο κόσμος ζούσε την «οικουμενική εποχή». «Η αισιοδοξία της εποχής», σημειώνει ο Τζέιμς, «μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν μαρτυρία για τον διεθνισμό ή τον κοσμοπολιτισμό της. Μερικοί αναλυτές πίστευαν ότι η δυναμική της ολοκλήρωσης ήταν τόσο μεγάλη που δεν μπορούσε να αναχαιτιστεί με τίποτε - στην πραγματικότητα, καθιστούσε τον πόλεμο ανάμεσα στα μεγάλα ανεπτυγμένα βιομηχανικά κράτη αδύνατο.
Αυτή η ελκυστική αλλά τελικά απατηλή προϋπόθεση διατυπώθηκε με μεγάλη ευφυΐα από τον Βρετανό συγγραφέα Νόρμαν Εϊντζελ σε ένα βιβλίο που δημοσιεύτηκε το 1911 και διατέθηκε αμέσως (αυτός ήταν ο βαθμός της παγκόσμιας πνευματικής ολοκλήρωσης) σε δεκατέσσερις χώρες και οκτώ γλώσσες. Οι καπιταλιστές θεωρούσαν ότι η δική τους εκδοχή του διεθνισμού είχε εξαρτήσει τόσο πολύ τα κράτη από τις αγορές ομολόγων που δεν θα άντεχαν να προκαλέσουν οποιονδήποτε κλονισμό της εμπιστοσύνης στις επιχειρήσεις. Οι σοσιαλιστές πίστευαν ότι η ύπαρξη ενός διεθνούς προλεταριάτου με αυτοσυνείδηση θα μπορούσε να ματαιώσει τα σχέδια των μιλιταριστών.
Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος
Διαψεύσθηκαν και οι δύο. Τρία χρόνια μετά την έκδοση του «Great Illusion» ο κόσμος έμπαινε στον πιο μεγάλο και αιματηρό πόλεμο όλων των προηγούμενων εποχών. Οι Κέβιν Ο’ Ρουρκ και Τζέφρι Γουίλιαμσον στο βιβλίο τους «Παγκοσμιοποίηση και ιστορία» έγραψαν ότι «η ιστορία δείχνει ότι η παγκοσμιοποίηση μπορεί να φυτέψει τους σπόρους της ίδιας της της καταστροφής. Αυτοί οι σπόροι φυτεύτηκαν στη δεκαετία του 1870, βλάστησαν στη δεκαετία του 1880, μεγάλωσαν ορμητικά στην περίοδο της αλλαγής του αιώνα και άνθισαν στα σκοτεινά χρόνια ανάμεσα στους δύο παγκόσμιους πολέμους». Οι δύο συγγραφείς υποστηρίζουν ότι η μεγάλη ύφεση της δεκαετίας του ’30 δεν χρειαζόταν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για να εκδηλωθεί. Θα ερχόταν έτσι κι αλλιώς ως αποτέλεσμα των εσωτερικών αντιφάσεων του καπιταλισμού.
Παράδοξο μεν και σχεδόν μαρξιστικό, αλλά το ίδιο αναφέρει και ο μεγάλος Αυστριακός οικονομολόγος Γιόζεφ Σουμπέτερ. Οπως αναφέρει ο Χάρολντ Τζέιμς «σε ένα άρθρο με τίτλο “Η αστάθεια του καπιταλισμού”, που δημοσιεύτηκε το 1928, στο υψηλότερο σημείο ευημερίας εκείνης της δεκαετίας, ο Σουμπέτερ αναφερόταν “στην τάση προς την αυτοκαταστροφή εξαιτίας εγγενών οικονομικών αιτιών ή προς την απώλεια της ίδιας του της δομής”. Σε μια εποχή που δεν φαινόταν να επίκειται ο κίνδυνος χρηματοπιστωτικής αναταραχής, υποστήριζε ότι “ο καπιταλισμός ενώ [είναι] οικονομικά σταθερός και μάλιστα η σταθερότητά του αυξάνεται, δημιουργεί, εξορθολογίζοντας την ανθρώπινη διανοητικότητα, μια νοοτροπία και ένα στυλ ζωής ασύμβατα με τις θεμελιώδεις συνθήκες του, κίνητρα και κοινωνικούς θεσμούς”».
Επίκαιρη προφητεία
Από το 2001 που πρωτοεκδόθηκε το βιβλίο του Χάρολντ Τζέιμς για την ιστορία της πρώτης παγκοσμιοποίησης ο συγγραφέας έβλεπε την Ευρώπη ως τον αδύναμο κρίκο της δεύτερης παγκοσμιοποίησης. Στα συμπεράσματα του βιβλίου του προφήτευε ότι στη Γηραιά Ηπειρο «υπάρχει ελάχιστη ευελιξία όσον αφορά τις προσδοκίες για το τι θα έπρεπε να κάνει το κράτος και μια έντονη τάση να τίθενται οι προτάσεις μεταρρύθμισης εκτός ορίων αποδεκτής πολιτικής συζήτησης. Αυτά τα κράτη βασίζονται στην αξιοπιστία τους -στην εμπιστοσύνη των αγορών- σε τέτοιο βαθμό που... όπου και όταν λάβουν χώρα οι κρίσεις θα...εμφανιστούν σαν τελείως άλυτα προβλήματα εντός των ορίων της υπάρχουσας πολιτικής τάξης πραγμάτων και των τρεχουσών πολιτικών προσδοκιών».
Η γέννηση της αντιπαγκοσμιοποίησης
Για τον Χάρολντ Τζέιμς η αντιπαγκοσμιοποίηση γεννιέται αμέσως μετά την πρώτη παγκοσμιοποίηση. «Καθώς ο ενιαίος διεθνής κόσμος εξελισσόταν παρήγε μια ανταπόκριση ή αντίδραση - κατ’ αρχάς μια ιδέα και μετά τη θεσμική ενσάρκωση της ιδέας. Η συνειδητοποίηση των συνεπειών μιας παγκόσμιας οικονομίας και μιας διεθνούς κοινωνίας προκάλεσε έναν ισχυρό εθνικισμό. Εθνικισμός σημαίνει τουλάχιστον δύο διακριτές διαδικασίες. Μία είναι η διαμόρφωση ταυτοτήτων και κοινής συμπεριφοράς ως αντίδραση σε εξωτερική απειλή ή στην ιδέα της απειλής. Αυτό το είδος της αντίδρασης μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε ξενοφοβία».
Κατά τον Τζέιμς «οι ροές εργασίας παραμένουν το πιο ελεγχόμενο τμήμα της παγκόσμιας οικονομίας... Η μετανάστευση είναι ο πιο ευάλωτος τομέας στην προστατευτική παρόρμηση. Σ’ αυτόν σημειώθηκε η αποφασιστική εχθρική στάση εναντίον του διεθνισμού κατά τη δεκαετία του 1920 και συνοδεύτηκε από μια σκλήρυνση των δυσάρεστων και επίσης κοντόφθαλμων εθνικιστικών επιχειρημάτων».
«Δεύτερον, υπάρχει μια διαδικασία δημιουργίας θεσμών, που αιτιολογείται βάσει της πρώτης αντίδρασης, με την οποία το έθνος - κράτος, η τυπική πολιτική κατασκευή του 19ου αιώνα, εξελίχθηκε σε αμυντικό μηχανισμό έναντι απειλών κατά της σταθερότητας, που έχουν εξωτερική προέλευση... Η αντίδραση κατά τη μεσοπολεμική περίοδο εναντίον της διεθνούς οικονομίας έχει τις ρίζες της στον 19ο αιώνα, και αυτές μπορούν να καταδειχθούν σε εκείνους ακριβώς τους τομείς που έπαιζαν κεντρικό ρόλο στην παγκόσμια διασύνδεση: στο εμπόριο, τη μετανάστευση και τις κινήσεις του κεφαλαίου. Ο σκοπός των καινούργιων δασμών που επιβλήθηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα συχνά εκφραζόταν με παραδοσιακούς όρους, όχι τόσο σαν κοινωνική όσο σαν εθνική άμυνα».
Ομοιογένεια
Η αντίληψη που κυριάρχησε στον κόσμο ήταν ότι οι χώρες χρειάζονταν όσο μεγαλύτερο ομοιογενή πληθυσμό μπορούσαν για την άμυνά τους (ή όπως θα λέγαμε πιο κυνικά: για τροφή στα κανόνια). Ο τρόπος διατήρησης ή και αύξησης του πληθυσμού ήταν διά της οικονομικής επέκτασης, δηλαδή διά των εξαγωγών. Οπως έγραφε ένας συγγραφέας της εποχής «θα εξάγουμε ή προϊόντα ή ανθρώπους».
Αυτό οδήγησε τα κράτη σε προστατευτικές πολιτικές (κυρίως σε ό, τι αφορά τα αγροτικά προϊόντα) και επιθετικές επιδοτήσεις σε ό, τι αφορά τις εξαγωγές. Με αποτέλεσμα τα αντίμετρα, για να καταλήξουμε στη μεγάλη ύφεση της δεκαετίας του ’30.
Διαβάστε
- Harold James «Το τέλος της παγκοσμιοποίησης. Μαθήματα από τη μεγάλη ύφεση», εκδ. Α. Α. Λιβάνη.
ι � � @. X:- �ύμφωνα με τον καθηγητή Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον, Χάρολντ Τζέιμς, η παγκοσμιοποίηση στο τέλος του 19ου αιώνα ήταν μεγαλύτερη από τη σημερινή. Ενας τρόπος για να μετρήσουμε τη διεθνή ολοκλήρωση, γράφει, «είναι να εξετάσουμε το μέγεθος των καθαρών κεφαλαιακών κινήσεων.Αν μετρηθούν σε σχέση με το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ) οι εισαγωγές και εξαγωγές κεφαλαίου ήταν μεγαλύτερες από τις σημερινές: Μεταξύ του 1870 και 1890, η Αργεντινή εισήγαγε κεφάλαιο ισοδύναμο με το 18,7% του εθνικού εισοδήματος και η Αυστραλία με το 8,2%. Συγκρίνετε αυτά τα στοιχεία με τη δεκαετία του ’90, όταν τα αντίστοιχα νούμερα αυτών των δύο μεγάλων εισαγωγέων κεφαλαίου ήταν ένα γλίσχρο 2,2% και 4%. Η υπόθεση των εξαγωγών κεφαλαίου είναι ακόμη πιο δραματική. Την παραμονή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η Μεγάλη Βρετανία εξήγε το 7% του εθνικού της εισοδήματος. Καμιά χώρα στον κόσμο μετά το ’45 δεν προσέγγισε ποτέ ένα παρόμοιο επίπεδο, ούτε η Ιαπωνία ούτε η προ του 1989 Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας».
Στον τομέα του εμπορίου τα πράγματα ήταν ελάχιστα διαφορετικά. Το 1913 οι εξαγωγές της μεγάλης οικονομικής δύναμης της εποχής, που ήταν η Βρετανία, ήταν περίπου το 30% του ΑΕΠ, ποσοστό που έφτασαν κάποιες χώρες της Δύσης μετά τη δεκαετία του 1980· παρά την τεράστια βελτίωση των εμπορευματικών μεταφορών.
Η μετανάστευση είναι αδύνατον να μετρηθεί διότι στον 19ο αιώνα δεν υπήρχαν διαβατήρια, ούτε μεταναστευτικές πολιτικές και ούτε φυσικά μετρήσεις. Εκείνη την εποχή «πάνω απ’ όλα κινούνταν οι άνθρωποι», γράφει ο Χάρολντ Τζέιμς. «Δεν χρειάζονταν διαβατήρια. Σπάνια γίνονταν συζητήσεις για την υπηκοότητα.
«Οικουμενική εποχή»
Επιδιώκοντας την ελευθερία, την ασφάλεια και την ευημερία -τρεις αξίες που σχετίζονταν στενά- οι άνθρωποι της Ευρώπης και της Ασίας εγκατέλειπαν τις εστίες τους και συχνά έκαναν δύσκολα ταξίδια με τον σιδηρόδρομο ή το πλοίο, συχνά δε σαν τμήμα ανθρωπίνων μεταναστεύσεων γιγαντιαίων διαστάσεων. Ανάμεσα στο 1871 και στο 1915, 36 εκατομμύρια άνθρωποι εγκατέλειψαν την Ευρώπη». Από έναν πληθυσμό που το 1900 έφτανε δεν έφτανε τα 320 εκατομμύρια.
Ο κόσμος ζούσε την «οικουμενική εποχή». «Η αισιοδοξία της εποχής», σημειώνει ο Τζέιμς, «μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν μαρτυρία για τον διεθνισμό ή τον κοσμοπολιτισμό της. Μερικοί αναλυτές πίστευαν ότι η δυναμική της ολοκλήρωσης ήταν τόσο μεγάλη που δεν μπορούσε να αναχαιτιστεί με τίποτε - στην πραγματικότητα, καθιστούσε τον πόλεμο ανάμεσα στα μεγάλα ανεπτυγμένα βιομηχανικά κράτη αδύνατο.
Αυτή η ελκυστική αλλά τελικά απατηλή προϋπόθεση διατυπώθηκε με μεγάλη ευφυΐα από τον Βρετανό συγγραφέα Νόρμαν Εϊντζελ σε ένα βιβλίο που δημοσιεύτηκε το 1911 και διατέθηκε αμέσως (αυτός ήταν ο βαθμός της παγκόσμιας πνευματικής ολοκλήρωσης) σε δεκατέσσερις χώρες και οκτώ γλώσσες. Οι καπιταλιστές θεωρούσαν ότι η δική τους εκδοχή του διεθνισμού είχε εξαρτήσει τόσο πολύ τα κράτη από τις αγορές ομολόγων που δεν θα άντεχαν να προκαλέσουν οποιονδήποτε κλονισμό της εμπιστοσύνης στις επιχειρήσεις. Οι σοσιαλιστές πίστευαν ότι η ύπαρξη ενός διεθνούς προλεταριάτου με αυτοσυνείδηση θα μπορούσε να ματαιώσει τα σχέδια των μιλιταριστών.
Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος
Διαψεύσθηκαν και οι δύο. Τρία χρόνια μετά την έκδοση του «Great Illusion» ο κόσμος έμπαινε στον πιο μεγάλο και αιματηρό πόλεμο όλων των προηγούμενων εποχών. Οι Κέβιν Ο’ Ρουρκ και Τζέφρι Γουίλιαμσον στο βιβλίο τους «Παγκοσμιοποίηση και ιστορία» έγραψαν ότι «η ιστορία δείχνει ότι η παγκοσμιοποίηση μπορεί να φυτέψει τους σπόρους της ίδιας της της καταστροφής. Αυτοί οι σπόροι φυτεύτηκαν στη δεκαετία του 1870, βλάστησαν στη δεκαετία του 1880, μεγάλωσαν ορμητικά στην περίοδο της αλλαγής του αιώνα και άνθισαν στα σκοτεινά χρόνια ανάμεσα στους δύο παγκόσμιους πολέμους». Οι δύο συγγραφείς υποστηρίζουν ότι η μεγάλη ύφεση της δεκαετίας του ’30 δεν χρειαζόταν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για να εκδηλωθεί. Θα ερχόταν έτσι κι αλλιώς ως αποτέλεσμα των εσωτερικών αντιφάσεων του καπιταλισμού.
Παράδοξο μεν και σχεδόν μαρξιστικό, αλλά το ίδιο αναφέρει και ο μεγάλος Αυστριακός οικονομολόγος Γιόζεφ Σουμπέτερ. Οπως αναφέρει ο Χάρολντ Τζέιμς «σε ένα άρθρο με τίτλο “Η αστάθεια του καπιταλισμού”, που δημοσιεύτηκε το 1928, στο υψηλότερο σημείο ευημερίας εκείνης της δεκαετίας, ο Σουμπέτερ αναφερόταν “στην τάση προς την αυτοκαταστροφή εξαιτίας εγγενών οικονομικών αιτιών ή προς την απώλεια της ίδιας του της δομής”. Σε μια εποχή που δεν φαινόταν να επίκειται ο κίνδυνος χρηματοπιστωτικής αναταραχής, υποστήριζε ότι “ο καπιταλισμός ενώ [είναι] οικονομικά σταθερός και μάλιστα η σταθερότητά του αυξάνεται, δημιουργεί, εξορθολογίζοντας την ανθρώπινη διανοητικότητα, μια νοοτροπία και ένα στυλ ζωής ασύμβατα με τις θεμελιώδεις συνθήκες του, κίνητρα και κοινωνικούς θεσμούς”».
Επίκαιρη προφητεία
Από το 2001 που πρωτοεκδόθηκε το βιβλίο του Χάρολντ Τζέιμς για την ιστορία της πρώτης παγκοσμιοποίησης ο συγγραφέας έβλεπε την Ευρώπη ως τον αδύναμο κρίκο της δεύτερης παγκοσμιοποίησης. Στα συμπεράσματα του βιβλίου του προφήτευε ότι στη Γηραιά Ηπειρο «υπάρχει ελάχιστη ευελιξία όσον αφορά τις προσδοκίες για το τι θα έπρεπε να κάνει το κράτος και μια έντονη τάση να τίθενται οι προτάσεις μεταρρύθμισης εκτός ορίων αποδεκτής πολιτικής συζήτησης. Αυτά τα κράτη βασίζονται στην αξιοπιστία τους -στην εμπιστοσύνη των αγορών- σε τέτοιο βαθμό που... όπου και όταν λάβουν χώρα οι κρίσεις θα...εμφανιστούν σαν τελείως άλυτα προβλήματα εντός των ορίων της υπάρχουσας πολιτικής τάξης πραγμάτων και των τρεχουσών πολιτικών προσδοκιών».
Η γέννηση της αντιπαγκοσμιοποίησης
Για τον Χάρολντ Τζέιμς η αντιπαγκοσμιοποίηση γεννιέται αμέσως μετά την πρώτη παγκοσμιοποίηση. «Καθώς ο ενιαίος διεθνής κόσμος εξελισσόταν παρήγε μια ανταπόκριση ή αντίδραση - κατ’ αρχάς μια ιδέα και μετά τη θεσμική ενσάρκωση της ιδέας. Η συνειδητοποίηση των συνεπειών μιας παγκόσμιας οικονομίας και μιας διεθνούς κοινωνίας προκάλεσε έναν ισχυρό εθνικισμό. Εθνικισμός σημαίνει τουλάχιστον δύο διακριτές διαδικασίες. Μία είναι η διαμόρφωση ταυτοτήτων και κοινής συμπεριφοράς ως αντίδραση σε εξωτερική απειλή ή στην ιδέα της απειλής. Αυτό το είδος της αντίδρασης μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε ξενοφοβία».
Κατά τον Τζέιμς «οι ροές εργασίας παραμένουν το πιο ελεγχόμενο τμήμα της παγκόσμιας οικονομίας... Η μετανάστευση είναι ο πιο ευάλωτος τομέας στην προστατευτική παρόρμηση. Σ’ αυτόν σημειώθηκε η αποφασιστική εχθρική στάση εναντίον του διεθνισμού κατά τη δεκαετία του 1920 και συνοδεύτηκε από μια σκλήρυνση των δυσάρεστων και επίσης κοντόφθαλμων εθνικιστικών επιχειρημάτων».
«Δεύτερον, υπάρχει μια διαδικασία δημιουργίας θεσμών, που αιτιολογείται βάσει της πρώτης αντίδρασης, με την οποία το έθνος - κράτος, η τυπική πολιτική κατασκευή του 19ου αιώνα, εξελίχθηκε σε αμυντικό μηχανισμό έναντι απειλών κατά της σταθερότητας, που έχουν εξωτερική προέλευση... Η αντίδραση κατά τη μεσοπολεμική περίοδο εναντίον της διεθνούς οικονομίας έχει τις ρίζες της στον 19ο αιώνα, και αυτές μπορούν να καταδειχθούν σε εκείνους ακριβώς τους τομείς που έπαιζαν κεντρικό ρόλο στην παγκόσμια διασύνδεση: στο εμπόριο, τη μετανάστευση και τις κινήσεις του κεφαλαίου. Ο σκοπός των καινούργιων δασμών που επιβλήθηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα συχνά εκφραζόταν με παραδοσιακούς όρους, όχι τόσο σαν κοινωνική όσο σαν εθνική άμυνα».
Ομοιογένεια
Η αντίληψη που κυριάρχησε στον κόσμο ήταν ότι οι χώρες χρειάζονταν όσο μεγαλύτερο ομοιογενή πληθυσμό μπορούσαν για την άμυνά τους (ή όπως θα λέγαμε πιο κυνικά: για τροφή στα κανόνια). Ο τρόπος διατήρησης ή και αύξησης του πληθυσμού ήταν διά της οικονομικής επέκτασης, δηλαδή διά των εξαγωγών. Οπως έγραφε ένας συγγραφέας της εποχής «θα εξάγουμε ή προϊόντα ή ανθρώπους».
Αυτό οδήγησε τα κράτη σε προστατευτικές πολιτικές (κυρίως σε ό, τι αφορά τα αγροτικά προϊόντα) και επιθετικές επιδοτήσεις σε ό, τι αφορά τις εξαγωγές. Με αποτέλεσμα τα αντίμετρα, για να καταλήξουμε στη μεγάλη ύφεση της δεκαετίας του ’30.
Διαβάστε
- Harold James «Το τέλος της παγκοσμιοποίησης. Μαθήματα από τη μεγάλη ύφεση», εκδ. Α. Α. Λιβάνη.
πηγή
29 Δεκεμβρίου 2011
Κριτικάροντας μια κριτική στον Λένιν, του Louis Proyect (μετάφραση Κώστας Θεριανός)
Κριτικάροντας μια κριτική στον Λένιν
του Louis Proyect
Μετάφραση: Κώστας Θεριανός
Η συζήτηση για τον ιμπεριαλισμό είναι και πάλι επίκαιρη στο πλαίσιο της αριστεράς. Η ελληνική έκδοση του βιβλίου των Μηλιού και Σωτηρόπουλου έχει τροφοδοτήσει μια ενδιαφέρουσα συζήτηση για τον χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού, τον χαρακτήρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το κατά πόσο μπορεί μέσα στην Ε.Ε. να χαραχθεί μια διαφορετική οικονομική και κοινωνική πολιτική, την σημασία του έθνους κράτους, κ.λπ.
Δημοσιεύουμε, στο πλαίσιο αυτής της συζήτησης, ένα κείμενο του Louis Proyect, που ανακτήθηκε από την διεύθυνση http://louisproyect.wordpress.com/category/imperialismglobalization/ προκειμένου να συμβάλλουμε στην όλη συζήτηση.
Ο Palgrave-McMillan, ένας ακαδημαϊκός εκδοτικός οίκος, κυκλοφόρησε μια μελέτη με τίτλο Rethinking Imperialism στην τιμή των $95. Ως παρατηρητής των ειρωνειών των αντικαπιταλιστικών μανιφέστων με τέτοιες καπιταλιστικές τιμές, πρέπει να ευχαριστήσω τους συγγραφείς Γ. Μηλιό και Δ. Σωτηρόπουλο που το έβαλαν και στο διαδίκτυο.
Καθώς το βιβλίο αναφέρεται στην αντιπαράθεση για τον ιμπεριαλισμό στο πλαίσιο του σύγχρονου μαρξισμού, αισθάνθηκα την ανάγκη να το διαβάσω ολόκληρο και ιδιαίτερα από την στιγμή που κάνει κριτική στο βιβλίο του Λένιν για τον Ιμπεριαλισμό και στην Σχολή της Εξάρτησης του Monthly Review που περιλαμβάνει τους Andre Gunder Frank, Samir Amin και άλλους.
Θα αρχίσω παρατηρώντας ότι το βιβλίο μπήκε αργά στο παιχνίδι, καθώς για πρακτικούς λόγους η σχολή της εξάρτησης είναι νεκρή, καθώς η ακαδημαϊκή αριστερά αποφάνθηκε ότι οι Frank, Amin κ.λπ. δεν κατάλαβαν τον μαρξισμό. Οι νεώτεροι ακαδημαϊκοί μαρξιστές αποφάσισαν να παραβλέψουν την αντίληψη «μητρόπολης» και «περιφέρειας» και να δώσουν έμφαση στην κοινωνική τάξη. Κείμενο κλειδί αυτής της αντίληψης ήταν το άρθρο του Robert Brenner το 1977 στο περιοδικό New Left Review που συμπέρανε:
Από αυτή την οπτική, είναι αδύνατον να αποδεχθούμε ότι η θέση του Frank που υιοθετήθηκε από τον Wallerstein ότι η καπιταλιστική «ανάπτυξη υπό υπανάπτυξη» στις περιοχές που αποικιοποιήθηκαν από τους Ευρωπαίους από τον 16ο αιώνα – ειδικά την Καραϊβική, την Νότια Αμερική και την Αφρική και όπως επίσης και τις νότιες περιοχές της Βόρειας Αμερικής – είναι κατανοητή σαν άμεσο αποτέλεσμα της ενσωμάτωσης αυτών των περιοχών στην παγκόσμια αγορά, της υπαγωγής τους στο σύστημα της καπιταλιστικής συσσώρευσης σε παγκόσμια κλίμακα. Ο Frank εξήγησε την εμφάνιση της υπανάπτυξης κυρίως με όρους μεταφοράς του πλεονάσματος από την περιφέρεια στην μητρόπολη και με όρους εξαρτημένου εισαγωγέα των χωρών της περιφέρειας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας. Αυτοί οι μηχανισμοί συλλαμβάνουν όψεις της πραγματικότητας της υπανάπτυξης. Όμως εξηγούν ελάχιστα πράγματα για το τι συμβαίνει στις χώρες της περιφέρειας καθώς είναι αναγκαίο να γειωθούν στις κοινωνικές τάξεις και τις παραγωγικές δομές των χωρών αυτών.
Σε περιοδικά όπως το Latin American Perspectives η επίθεση στην αντίληψη μητρόπολης – περιφέρειας συνεχίζεται μαζί με επικλήσεις για επιστροφή στο μαρξισμό προκειμένου να δοθεί ένα τέλος στην χρήση τόσο συγχυσμένων εννοιών όπως η μητρόπολη και η περιφέρεια.
Τελευταία, ο παλιός μου φίλος Jim Blaut έγραψε The Eurocentric Model of the World, στο οποίο περιέχει μια πολιτική εξήγηση της επίθεσης στον Frank και την παρέα του:
Ο Robert Brenner είναι ένας από τους πιο γνωστούς Ευρωμαρξιστές ιστορικούς. Η επιρροή του οφείλεται στο γεγονός ότι έδωσε ένα κρίσιμο κομμάτι της θεωρίας του Ευρωμαρξισμού σε μια κρίσιμη στιγμή. Αμέσως μετά το τέλος του πολέμου του Βιετνάμ, η ριζοσπαστική σκέψη είχε στραφεί προς τον Τρίτο Κόσμο και τους αγώνες του επηρεασμένη έντονα από θεωρητικούς όπως οι Cabral, Fanon, Γκεβάρα, James, Μάο. Οι θεωρητικές αυτές προσεγγίσεις έτειναν να εκτοπίζουν την Ευρώπη από την νευραλγικής της θέση ως κέντρο των οικονομικών και κοινωνικών εξελίξεων. Οι Ευρωμαρξιστές, όμως, συνέχιζαν να πιστεύουν ότι η Ευρώπη θα παραμείνει το κέντρο των σημαντικότερων αλλαγών στην παγκόσμια ιστορία και ότι οι βασικές αλλαγές προς τον σοσιαλισμό θα γίνουν σε κάποια ή κάποιες από τις προηγμένες χώρες του ευρωπαϊκού καπιταλισμού και δεν θα φτάσουν στην γηραιά ήπειρο από κάποιες καθυστερημένες τριτοκοσμικές χώρες.
Οι Μηλιός και Σωτηρόπουλος (εφεξής Μ&Σ) είναι περισσότερο φιλόδοξοι από τον Brenner και τους οπαδούς του. Εντοπίζοντας τον Λένιν σαν την πηγή αυτής της θεωρητικής σύγχυσης ακολουθούν τον James T. Kirk για να πάνε «εκεί που κανένας άνθρωπος δεν έχει ξαναπάει». Παρά το ότι οι M&Σ έχουν το θάρρος να αμφισβητήσουν τον Λένιν, οφείλουμε να επισημάνουμε ότι ο μαρξισμός χρειάζεται περισσότερα πράγματα από την εικονομαχία. Και εδώ φυσικά δεν αρκεί να είσαι μόνο εικονοκλάστης. Πρέπει να έχεις και δίκιο.
Οι Μ&Σ ακολουθούν τον Αλτουσεριανό μαρξισμό και τον Νίκο Πουλατζά που είναι ο Έλληνας εκφραστής αυτού του ρεύματος. Στην δική μου περιορισμένη έκθεση σε αυτό το ρεύμα, όπως εκφράζεται στις Η.Π.Α. από το περιοδικό Rethinking Marxism του οποίου το πρώτο συνθετικό του τίτλου του έχουν χρησιμοποιήσει οι Μ&Σ στο βιβλίο τους, έχω διαβάσει ελάχιστα πράγματα που να με προκαλέσουν. Το κύριο παράπονο μου είναι η απουσία ιστορικής διάστασης, η οποία βέβαια δεν είναι τυχαία, δεδομένου ότι το όλο κίνημα στηρίζεται στον στρουκτουραλισμό.
Δεδομένης της επικέντρωσης του Αλτουσεριανού μαρξισμού στον «τρόπο παραγωγής», δεν πρέπει να εκπλήσσει το να δούμε τους Μ&Σ να ορίζουν τον ιμπεριαλισμό με βάση αυτή την έννοια. Για τους συγγραφείς, τα σωστά αναλυτικά εργαλεία προέρχονται από το Κεφάλαιο του Μαρξ και όχι από αμφισβητήσιμες πηγές που επικαλείται ο Λένιν, όπως το βιβλίο του Ρούντολφ Χίλφερντινγκ για τον ιμπεριαλισμό.
Η κρίσιμη διάκριση για τους Μ&Σ είναι η διάκριση ανάμεσα στην απόλυτη και την σχετική υπεραξία. Με απλά λόγια, η απόλυτη υπεραξία παράγεται από ανειδίκευτους εργάτες με τη χρήση απλών εργαλείων που εργάζονται πολλές ώρες ή με άλλα λόγια αυτό που συνέβαινε πριν από τη βιομηχανική επανάσταση. Η σχετική υπεραξία εμπλέκει μηχανές και δεξιότητες σαν αυτές που κυριάρχησαν μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση. Μια χώρα που κυριαρχείται από την απόλυτη υπεραξία τείνει να είναι το θύμα του ιμπεριαλισμού, ενώ εκείνες που χαρακτηρίζονται από την σχετική τελευταία τείνουν να είναι ο θύτης.
Οι Μ&Σ γράφουν:
Οι μετασχηματισμοί που περιγράψαμε, που εφαρμόζονται σε όλα τα κοινωνικά επίπεδα στους προηγμένους καπιταλιστικούς σχηματισμούς, διακρίνουν την μορφή της καπιταλιστικής κυριαρχίας ακόμη και στην πρώτη περίοδο μετά την βιομηχανική επανάσταση τον 10ο αιώνα (καπιταλισμός της απόλυτης υπεραξίας) από την μετέπειτα μορφή αυτής της κυριαρχίας (καπιταλισμός της σχετικής υπεραξίας). Αυτό που μετατράπηκε δεν είναι ο νόμος της συσσώρευσης του κεφαλαίου που αντιστοιχεί στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, αλλά οι συνθήκες και οι μορφές της εμφάνισης των καπιταλιστικών σχέσεων σε ιστορική προοπτική. Με άλλα λόγια, αυτό είναι ένα ζήτημα του ιστορικού μετασχηματισμού του συσχετισμού δύναμης και κατά συνέπεια των οργανωτικών μορφών της εξουσίας στους αναπτυγμένους καπιταλιστικούς σχηματισμούς.
Σε αυτό το τροποποιημένο κοινωνικό, πολιτικό, θεσμικό και διεθνές πλαίσιο, οι προϋποθέσεις που διαμορφώθηκαν οδήγησαν στην άνοδο του εθνικισμού σε όλες τις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού και στην εντατικοποίηση των ανταγωνισμών ανάμεσα τους στη διεθνή σκηνή, πάνω στις αγορές, τις αποικίες και την πολιτική επιρροή. Η εποχή του κλασικού ιμπεριαλισμού είναι έτσι το συγκεκριμένο ιστορικό αποτέλεσμα των ανταγωνισμών και αντιθέσεων που εμφανίσθηκαν κατά τη μετάβαση του αναπτυγμένου καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού στον καπιταλισμό της σχετικής υπεραξίας και όχι η έκφραση του μετασχηματισμού του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (από το στάδιο του ανταγωνιστικού στο στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού).
Όλα αυτά είναι καλά, αλλά εξηγούν ελάχιστα πως μια αναπτυγμένη χώρα πέρασε από την απόλυτη στην σχετική υπεραξία. Για παράδειγμα, για να πραγματοποιηθεί αυτό το πέρασμα στην Βρετανία εισήχθησαν μηχανές στην κλωστοϋφαντουργία την ίδια στιγμή που η Ινδία παρέμενε βυθισμένη στα χειροποίητα προϊόντα. Έτσι, μια τέτοια μελέτη περιλαμβάνει την εξέταση των σχέσεων των δύο χωρών, την σημασία της χρήσης στρατιωτικής δύναμης και άλλων μέσων εξαναγκασμού της Βρετανίας έναντι των Ινδιών που βρίσκονται στο επίκεντρο του ντεμοντέ κόσμου των Samir Amin και Andre Gunder Frank.
Το όγδοο κεφάλαιο του Rethinking Imperialism (Internationalization of Capital – Διεθνοποίηση του κεφαλαίου) είναι το κλειδί της ανάλυσης των Μ&Σ, δεδομένου ότι-σε αντίθεση με όλα τα υπόλοιπα – οι συγγραφείς κατεβαίνουν από τον αιθέριο κόσμο της θεωρίας στον κόσμο των οικονομικών δεδομένων. Είναι η μόνη θέση στο βιβλίο όπου θα βρείτε, για παράδειγμα, ένα πίνακα σχετικά με την κατανομή των άμεσων ξένων επενδύσεων ανά περιοχή, αυτό δηλαδή που βρίσκεται σχεδόν σε κάθε σελίδα στο βιβλίο του Λένιν.
Οι M&Σ αρχίζουν κατασκευάζοντας ένα επιχείρημα που το έχω ακούσει και στο παρελθόν: ότι η θεωρία του Λένιν και των διαδόχων του ξεκινούσε από είδος αριστοκρατίας της εργασίας, ακόμη και όταν ούτε ο Λένιν ούτε οι διάδοχοι του δεν χρησιμοποιούν αυτόν τον όρο. Γράφουν οι Μ&Σ:
Το μοντέλο μητρόπολη – περιφέρεια εξωραΐζει αποτελεσματικά τον καπιταλισμό της μητρόπολης. Ο εκμεταλλευτικός και παράλογος χαρακτήρας του συστήματος μπορεί να καταδικάζεται, όμως το βασικό πολιτικό συμπέρασμα που βγαίνει αναφορικά με την μητρόπολη είναι ίδιο με εκείνο της κυρίαρχης ιδεολογίας. Τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των λαϊκών μαζών της μητρόπολης συγκλίνουν με εκείνα των κυρίαρχων τάξεων των χωρών αυτών, καθώς οι εργαζόμενοι επωφελούνται από την εκμετάλλευση της περιφέρειας και το κοινωνικό σύστημα αναπτύσσεται και εξελίσσεται με τέτοιο τρόπο ώστε να αμβλύνονται οι συγκρούσεις στο εσωτερικό του.
Πόσο περίεργο είναι που οι M & Σ κατηγορούν τον Λένιν για ρεβιζιονισμό όταν μπορείτε να διαβάσετε σχετικά εδάφια στους Μαρξ και ο Ένγκελς. Το 1916, ο Λένιν στο δοκίμιο του Ιμπεριαλισμός και η διάσπαση του σοσιαλισμού παραθέτει κείμενα των Μαρξ και Ένγκελς, αυτών των δύο «αυθεντιών» του «τρόπου παραγωγής». Σε γράμμα του στον Μαρξ, στις 7 Οκτωβρίου 1858, ο Ένγκελς έγραφε: «… το αγγλικό προλεταριάτο πράγματι αστοποιείται όλο και πιο πολύ, έτσι ώστε το πιο αστικό από όλα τα έθνη να θέλει να έχει μια αστική αριστοκρατία και ένα αστικό προλεταριάτο, δίπλα σε αυτήν. Για ένα έθνος που εκμεταλλεύεται όλον τον κόσμο αυτό ως είναι ένα βαθμό δικαιολογημένο». Σε μια επιστολή του στον Sorge, με ημερομηνία 21 Σεπτεμβρίου 1872, ο Ένγκελς τον πληροφορεί ότι ο Hales εξασφάλισε στο Συμβούλιο της Διεθνούς ψήφο μομφής κατά του Μαρξ επισημαίνοντας ότι «οι Άγγλοι εργατικοί ηγέτες είχαν ξεπουληθεί». Ο Μαρξ έγραψε στον Sorge στις 4 Αυγούστου 1872: «Όσο για τους εργάτες των πόλεων εδώ [στην Αγγλία] είναι ότι όλο το πακέτο των ηγετών δεν μπήκε στο Κοινοβούλιο. Αυτός θα ήταν ο πιο σίγουρος τρόπος για να απαλλαγούμε από όλους αυτούς. Σε επιστολή του προς τον Μαρξ, με ημερομηνία 11 του Αυγούστου 1881, ο Ένγκελς μιλάει για «τα πολύ χειρότερα αγγλικά συνδικάτα που επιτρέπουν στον εαυτό τους να καθοδηγούνται από άνδρες που έχουν πουληθεί ή το καλύτερο που πληρώνονται από την αστική τάξη». Σε επιστολή προς τον Κάουτσκι, στις 12 Σεπτεμβρίου 1882, ο Ένγκελς γράφει: «Με ρωτάτε τι σκέπτονται οι Άγγλοι εργάτες για την αποικιακή πολιτική. Λοιπόν, ακριβώς το ίδιο που σκέφτονται για την πολιτική γενικά. Δεν υπάρχει κανένα κόμμα των εργαζομένων εδώ. Υπάρχουν μόνο Συντηρητικοί και Φιλελεύθεροι – Ριζοσπάστες και οι εργάτες μοιράζονται επιδεικτικά το μερίδιο της μονοπώλησης της παγκόσμιας αγοράς και των αποικιών από την Αγγλία». Στις 7 Δεκέμβρη του 1889, ο Ένγκελς έγραφε στον Sorge: «Το πιο αποκρουστικό πράγμα εδώ [στην Αγγλία] είναι ο αστικός σεβασμός που έχει αναπτυχθεί βαθιά μέσα στα κόκκαλα των εργατών… Ακόμη και ο Tom Mann, τον οποίο θεωρώ ως τον καλύτερο εδώ, να γευματίζει με τον Δήμαρχο Λόρδο. Αν κάποιος τον συγκρίνει με τον Γάλλο αμέσως καταλαβαίνει ότι η επανάσταση είναι καλή αλλά μετά από όλα τα άλλα». Σε μια επιστολή, με ημερομηνία 19η Απριλίου του 1890: «Όμως κάτω από την επιφάνεια, το κίνημα [της εργατικής τάξης στην Αγγλία] που είναι σε εξέλιξη, αγκαλιάζει όλο και μεγαλύτερα τμήματα κυρίως από τα χαμηλότερα στρώματα. Δεν είναι μακριά η μέρα που αυτή η τεράστια μάζα θα βρεθεί σε κίνηση». Στις 4 Μαρτίου 1891: «Η αποτυχία της καταρρέουσας Ένωσης Λιμενεργατών, τα «παλιά» συντηρητικά συνδικάτα, πλούσια και ως εκ τούτου δειλά, παραμένουν τα μόνα στο γήπεδο…». 14 Σεπτεμβρίου 1891: οι Συνδικαλιστικές Οργανώσεις του Newcastle των παλαιών συνδικαλιστών, αντίθετοι στο οκτάωρο νικήθηκαν και οι αστικές φυλλάδες αναγνωρίζουν την ήττα του αστικού εργατικού κόμματος (με πλάγια στο κείμενο του Ένγκελς).
Οι Μ&Σ θέτουν το επόμενο ερώτημα:
Πώς μπορεί να εξηγήσει κάποιος ότι το αναλογικό μερίδιο των διεθνών κινήσεων κεφαλαίων και του διεθνούς εμπορίου που διοχετεύεται προς τον Τρίτο Κόσμο παραμένει πάντα μικρό σε σύγκριση με τα αντίστοιχα μερίδια των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών; Αν ο στόχος του ιμπεριαλισμού, σύμφωνα με τον Λένιν, είναι η απόσπαση υπερκερδών, τότε πώς μπορεί κανείς να εξηγήσει το γεγονός ότι οι ΗΠΑ επενδύουν πολύ περισσότερο σε περιοχές όπως ο Καναδάς ή η Βρετανία από τη Νιγηρία και τις Φιλιππίνες; Επιπλέον, ισχυρίζονται ότι η «περιφέρεια» των χωρών που προσελκύουν τις περισσότερες άμεσες ξένες επενδύσεις είναι αυτές που χαρακτηρίζονται από «ταχεία οικονομική ανάπτυξη», όπως είναι σήμερα η Κίνα, η Ταϊβάν και η Νότια Κορέα τη δεκαετία του 1980.
Ίσως δεν έχουν εξετάσει τη δυνατότητα ότι «ταχεία οικονομική ανάπτυξη» και «περιφέρεια» δεν αλληλοαποκλείονται. Η χώρα που βίωσε την πιο «γρήγορη οικονομική ανάπτυξη» στην Κεντρική Αμερική στη δεκαετία του 1960 ήταν η Νικαράγουα του Σομόζα που εισήγαγε όρους παραγωγής «σχετικής υπεραξίας» σε ολόκληρη την ύπαιθρο. Οι αγρότες διώχθηκαν από τη γη τους προκειμένου να δουλέψουν σε εξαιρετικά προηγμένες φυτείες βαμβακιού που χρησιμοποιούσαν αεροπλάνα για τον ψεκασμό των καλλιεργειών και σε φάρμες βοοειδών. Αλλά αυτό το είδος της ανάπτυξης ήταν καταστροφική για την πλειοψηφία του πληθυσμού, ο οποίος τάχθηκε σύντομα ενάντια στην στηριγμένη από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δικτατορία.
Αυτό που λένε οι Μ&Σ για το «αγροτικό ζήτημα» δεν είναι καθόλου καθησυχαστικό:
Εμείς υποστηρίξαμε παραπάνω ότι η ικανότητα της αστικής τάξης των λιγότερο ανεπτυγμένων χωρών [λιγότερο αναπτυγμένων χωρών] να επεκτείνει την επιρροή της στους ανταγωνιστικούς (προ-καπιταλιστικούς) τρόπους παραγωγής προκειμένου να τους διαλύσει είναι η σημαντικότερη προϋπόθεση για την καπιταλιστική ανάπτυξη.
Σε κοινωνικούς σχηματισμούς όπου οι προκαπιταλιστικοί τρόποι παραγωγής συνεχίζουν να αναπαράγονται σε διευρυμένη κλίμακα, οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και η συσσώρευση κεφαλαίου περιορίζονται (ό,τι έχει περιγραφεί ως«δυϊσμός», κλπ., βλ. κεφάλαιο 2) ακόμη και αν στο επίπεδο της κοινωνίας και του κράτους συνολικά ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής είναι κυρίαρχος.
Από αυτόν τον ορισμό, χώρες όπως το Ελ Σαλβαδόρ, το Εκουαδόρ, η Κολομβία και η Ονδούρα θα έπρεπε να ήταν οι πρώτοι υποψήφιοι για μια «καπιταλιστική απογείωση», δεδομένου ότι σε όλες έχει εξαφανισθεί η οικιακή γεωργία με σκοπό την επιβίωση (αυτό που οι Μ&Σ αποκαλούν προκαπιταλιστική γεωργία). Όμως, δεν έχουν γίνει όπως η Κίνα, η Ταϊβάν και η Νότια Κορέα. Παραμένουν χώρες εξαγωγής αγροτικών προϊόντων μέσω των οποίων πλουτίζουν οι πλούσιοι ιδιοκτήτες φυτειών που ζουν στην χλιδή. Η εκμηχάνιση της αγροτικής παραγωγής δεν έχει κάνει τίποτα άλλο εκτός από την αύξηση του εφεδρικού στρατού των ανέργων, οι οποίοι ψάχνουν απεγνωσμένα να βρουν ένα δρόμο προς τις ΗΠΑ προκειμένου να πουλάνε τσίχλες στους δρόμους (ο «ανεπίσημος τομέας της οικονομίας») και τις κινήσεις ανταρτών που είναι αποφασισμένοι να σπάσουν τον κύκλο της εξάρτησης.
Όπως αναγνωρίζουν οι περισσότεροι, συμπεριλαμβανομένων των M & S, οι απόψεις του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό ήταν στενά συνδεδεμένα με αυτό που ονομάστηκε «εθνικό ζήτημα». Οι απόψεις τους στο ζήτημα αυτό, όπως εκτίθενται στο τέταρτο κεφάλαιο του βιβλίου τους, μάλλον ενοχλητικές. Με διάφορους τρόπους, η εχθρότητα τους απέναντι στον εθνικό αγώνα θυμίζει την Αυτοκρατορία των Hardt και Negri, όπου ο αγώνας για εθνική χειραφέτηση θεωρείται «δηλητηριώδες χάπι».
Οι Μ&Κ γράφουν:
Μέσα σε ένα έθνος-κράτος, το έθνος εκδηλώνεται ως μια ολοκληρωτική τάση: η ενσωμάτωση των πληθυσμών από το κράτος στο κύριο σώμα του έθνους και η διαφοροποίηση μέσω των αρνητικών διακρίσεων σε βάρος όποιου δεν έχει γίνει μέρος του έθνους που φτάνει, μερικές φορές, μέχρι το σημείο της απέλασης του από το κυρίως σώμα του έθνους.
Ιστορικά, η διαδικασία της πολιτικής διάρθρωσης ενός έθνους μέσα από την επίτευξη της ανεξαρτησίας γενικά περιγράφεται από την άποψη της «τάσης προς την ελευθερία»: χειραφέτηση από μια αυτοκρατορία ή μια πολυεθνική κρατική οντότητα (ενσωματώνοντας – για αυτούς που αναζητούν την εθνική ανεξαρτησία - εθνική υποδούλωση και καταπίεση). Η «τάση προς την ελευθερία» συχνά εκδηλώνεται μέσα από την αμετάκλητη απόφαση των μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού, που επιδιώκουν την ανεξαρτησία, να εφαρμοστεί η αρχή του «Ελευθερία ή Θάνατος», θυσιάζοντας τη ζωή τους για χάρη της εθνικής ολοκλήρωσης σε ένα ανεξάρτητο έθνος-κράτος.
Παραπέμποντας τον Πουλαντζά, οι Μ&Σ βρίσκουν ότι όλη η πάλη για αυτοπροσδιορισμό μπορεί να είναι δυνητικά επικίνδυνη και αντιδραστική:
Η εθνική ενότητα (...) ιστορικοποιεί ένα έδαφος και εδαφοποιεί την ιστορία [...]. Οι παραγόμενες περιχαράξεις από την διαδικασία διαμόρφωσης ενός λαού σε έθνος είναι τρομερές, επειδή είναι ολοκληρωτικά και κεφαλαιοποιούνται από το κράτος. Η γενοκτονία είναι η εξάλειψη των «ξένων σωμάτων» της εθνικής ιστορίας και του εδάφους: εξορίζονται πέρα από το χώρο και το χρόνο [...] Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου κλείνονται οι «εχθροί του έθνους», είναι μια σύγχρονη εφεύρεση που λειτουργούν προσθετικά στα σύνορα με όσους η εθνική τους ιστορικότητα εκκρεμεί.
Έτσι δεν πρέπει να αναρωτιέται κανείς γιατί η οπτική του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό πρέπει να γίνει στόχος επίθεσης, καθώς μπορεί να οδηγήσει σε στρατόπεδα συγκέντρωσης .
Ενάντια σε αυτή την δύσπεπτη οπτική, η λενινιστική παράδοση ήταν πάντα υπέρ της κατάκτησης της ανεξαρτησίας των καταπιεσμένων εθνών. Η υποστήριξη της θέσης ότι η ανεξαρτησία από τον αποικιακό ζυγό ανοίγει την πόρτα σε «τάσεις ολοκληρωτισμού» οδηγεί αναπόφευκτα σε εχθρική στάση απέναντι σε πρόσφατους αγώνες όπως του Ανατολικού Τιμόρ, των Παλαιστινίων ή των λαών μεγάλου μέρους της Αφρικής την δεκαετία του 1960. Ειλικρινά, δεν έχει σημασία ότι μια τοπική αστική τάξη έχει αντικαταστήσει τον άποικο. Η Κομιντέρν ευνοούσε τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα ακόμη και αν το αποτέλεσμά τους δεν μπορούσε να είναι εγγυημένο εκ των προτέρων. Το σύνθημα «Ελευθερία ή Θάνατος» για τον ινδονησιακό, τον Αιγυπτιακό ή τον λαό του Βιετνάμ ήταν κατανοητό, διότι ζούσαν σαν υποδεέστερος λαός υπό ξένη κυριαρχία. Καταλαβαίνουμε ότι ο Nasser στην Αίγυπτο προάσπιζε τα συμφέροντα της αστικής τάξης όταν κατέλαβε τη Διώρυγα του Σουέζ. Όμως, η θέση του μαρξισμού δεν μπορεί να είναι «να πέσει χολέρα και στα δύο σπίτια» όταν ισχυρά έθνη κράτη όπως η Βρετανία και η Γαλλία επιτίθενται σε ένα αδύναμο όπως η Αίγυπτος. Η υιοθέτηση μιας τέτοιας στάση μας βάζει εμμέσως με το μέρος των ιμπεριαλιστών. Μπορούν να ειπωθούν πολύ περισσότερα, αλλά θα ολοκληρώσω εδώ. Το άρθρο του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό γράφτηκε κατά την διάρκεια της μεγαλύτερης κρίσης που αντιμετώπισε ο μαρξισμός μέχρι εκείνη την εποχή στην ιστορία του. Σοσιαλιστές βουλευτές ψήφισαν υπέρ της αύξησης των πολεμικών δαπανών την στιγμή που η εργατική τάξη σφαγιάζονταν. Ο Λένιν δεν ενδιαφέρονταν να κατασκευάσει μια διαχρονική «θεωρία» του ιμπεριαλισμού. Ήθελε να δείξει τους δεσμούς του μονοπωλιακού καπιταλισμού και του πολέμου, μια σχέση που δυστυχώς απουσιάζει από το Rethinking imperialism. Αν υπάρχει κάτι που εξακολουθεί να ισχύει από το κείμενο του Λένιν είναι αυτό: ο ιμπεριαλισμός και ο πόλεμος είναι αξεχώριστοι. Τέλος, αν ο ιμπεριαλισμός δεν ανατραπεί τότε σίγουρα θα χαθεί από έναν πυρηνικό πόλεμο που παραμένει μια πιθανότητα, εφόσον το ιμπεριαλιστικό σύστημα υπάρχει.
Για μια καλή σύνοψη των στόχων που είχε ο Λένιν γράφοντας τον Ιμπεριαλισμό: το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού θα τελειώσω με τα λόγια του Neil Harding στο πάντα χρήσιμο βιβλίο του Lenin’s Political Thought:
Ο στόχος του Λένιν στο Ιμπεριαλισμός: το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού ήταν να παράσχει μια συνεκτική οικονομική ανάλυση για την σοσιαλιστική και επαναστατική στρατηγική σε διεθνές επίπεδο που είχε αρχίσει να αναπτύσσεται από τις πρώτες μέρες του πολέμου. Προσπάθησε συγκεκριμένα να αποδείξει ότι ο καπιταλισμός δεν ήταν απλώς σε παρακμή έχοντας εξαντλήσει τον προοδευτικό του ρόλο στην ιστορία. Είχε μετατραπεί, στην ιμπεριαλιστική του φάση, σε ένα παρασιτικό και καταπιεστικό σύστημα.
Αυτά ήταν, φυσικά, μακριά από ακαδημαϊκές μονάδες. Η ανησυχία του Λένιν δεν ήταν να κατασκευάσει μια αφηρημένη ιστοριογραφία της ανάπτυξης του καπιταλισμού. Ήταν να πείσει όλους εκείνους που αποκαλούσαν τους εαυτούς τους μαρξιστές ότι ο είχε φτάσει η ώρα για επαναστατική δράση που θα ανέτρεπε τον καπιταλισμό, καθώς η ανατροπή του είχε γίνει επιτακτική ανάγκη. Πρωταρχική του πρόθεση ήταν να τονίσει σε όλους τους λιπόψυχους - που επικαλούνταν το επιχείρημα ότι δεν είχαν ωριμάσει οι συνθήκες, ότι ο καπιταλισμός δεν είχε εξαντλήσει ακόμη το προοδευτικό δυναμικό του- ότι ο καπιταλισμός είχε εξαντληθεί. Σκοπός του ήταν να πείσει όλους τους λιπόψυχους που προσπαθούσαν να αποφύγουν την πραγματικότητα μιας επαναστατικής κατάστασης. Όλους τους υποστηρικτές της δυνατότητας μιας μεταπολεμικής ιμπεριαλιστικής ειρήνης, τους ονειροπόλους ειρηνιστές, τους φιλάνθρωπους που θεωρούσαν ότι η αναδιανομή του εισοδήματος θα ήταν η λύση για τον ιμπεριαλισμό. Όλους αυτούς ο Λένιν τους κοίταξε στο πρόσωπο, υποστηρίζοντας την επανάσταση.
πηγή
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)



