Μάθηση χωρίς σκέψη είναι χαμένος κόπος. Σκέψη χωρίς μάθηση είναι κίνδυνος. Κομφούκιος*
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
- Αρχική σελίδα
- Ταινίες
- Ντοκιμαντέρ
- Καλλιτεχνικά / Εκπαιδευτικά
- Οικολογία
- Φωτογραφία
- Δικαιώματα των Ζώων
- Περιβαλλοντική Εκπαίδευση
- Η ελληνική ως ξένη γλώσσα
- Δραματοθεραπεία
- Online Περιοδικά
- Διαδικτυακές διαλέξεις
- Εκπαιδευτικά Project
- Ψηφιακές Βιβλιοθήκες
- Μουσεία / Γκαλερί
- Street Art
- Εκθέσεις-Εκδηλώσεις
- Visual Research
- Απόψεις
- Κριτικοί Εκπαιδευτικοί Αναστοχασμοί
- BLOG 2
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορία της φωτογραφίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορία της φωτογραφίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
11 Απριλίου 2012
1 Μαρτίου 2012
Κώστας Μπαλάφας
«Απ' το χωριό μου κατέβηκα πρώτα στην Άρτα. Εκεί ο πατέρας μου, για να μη με στείλει μόνο στην Αθήνα, με παρέδωσε σ' ένα γνωστό μας δάσκαλο να με συνοδεύσει. Παράκληση του πατέρα μου ήταν να με βοηθήσει, ώσπου να βρω στην πλατεία Κουμουνδούρου την ταβέρνα ενός συγχωριανού μας, που ήταν θαυμάσιος άνθρωπος και καλός πατριώτης. Σ' αυτόν έβρισκαν απάγκιο πολλά χωριατόπαιδα απ' την Ήπειρο, που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα. Εκτός από ένα πιάτο φαγητό που τους έδινε, φρόντιζε να τους βρίσκει και δουλειά. Αυτό έγινε και μ' εμένα, καταλήγοντας να πιάσω δουλειά σε ένα ονομαστό τότε γαλακτοπωλείο-ζαχαροπλαστείο της οδού Πατησίων κοντά στον Άγιο Λουκά, με την επωνυμία "Δελφοί". Την ημέρα δουλειά, το βράδυ νυχτερινό σχολείο. Μέχρι το 1936, οπότε πήγα για σπουδές κοντά στην πατρίδα μου, στη Γαλακτοκομική Σχολή Ιωαννίνων. Μετά την ευδόκιμη αποφοίτηση -η φοίτηση ήταν διετής- συνέχισα για ένα χρόνο σπουδές γαλακτολογίας στην Ιταλία, όπου και έμαθα τα ιταλικά. Το 1939 επέστρεψα στα Ιωάννινα και διορίστηκα έκτακτος υπάλληλος στη Γαλακτοκομική Σχολή. Εκεί εργαζόμενο με βρήκε ο πόλεμος και η Κατοχή».
Η πρώτη επαφή του με τη φωτογραφία και τη φωτογραφική μηχανή, όπως διηγείται ο ίδιος πάντα, ήταν στα δεκατρία του χρόνια. Είχαν έρθει κάτι συγγενείς του αφεντικού απ' την Αμερική και αυτός, για να τους ευχαριστήσει, θέλησε να τους δείξει τα αξιοθέατα της Αττικής και τους πήγε κάποια μέρα στην Πάρνηθα. Μαζί τους οι ξένοι είχαν μια μικρή φωτογραφική μηχανή Μπράουν της Κόντακ, απλή και εύκολη στο χειρισμό, για να φωτογραφηθούν. Κάποιος έπρεπε να κρατάει τη μηχανή για να τραβήξει τις οικογενειακές τους φωτογραφίες κι αναγκάστηκε ο μαγαζάτορας να πάρει και τον νεαρό υπάλληλο του μαζί γι' αυτή τη δουλειά. «Όταν κατάλαβα ότι αυτό το μηχάνημα που κρατούσα στα χέρια μου μπορεί να αποτυπώσει σε εικόνα πάνω σε χαρτί ό,τι έχω ζωντανό μπροστά μου, μαγεύτηκα...»
Η πρωτόγνωρη εμπειρία εκείνης της ημέρας τον σημάδεψε: η απόκτηση μιας δικής του φωτογραφικής μηχανής έγινε, για τον έφηβο Κώστα Μπαλάφα, όνειρο μιας ολόκληρης ζωής. Όταν σπούδαζε στα Ιωάννινα, κατάφερε ν' αγοράσει μια Τζούνιορ Κόντακ πουλώντας και το ρολόι του για να συμπληρώσει το ποσό. Την εποχή που βρισκόταν στην Ιταλία, αντικατέστησε τη μηχανή του με μία Ρομπότ. Έγινε φίλος με κάποιον υπάλληλο ενός γειτονικού φωτογραφείου, καθόταν δίπλα του κι έτσι έμαθε και την τέχνη του σκοτεινού θαλάμου.
Με αυτή τη μηχανή, ο νεαρός τότε φωτογράφος έμελλε ν' απαθανατίσει την πορεία του ελληνικού στρατού προς το αλβανικό μέτωπο, την Κατοχή και τον ένοπλο αγώνα του ΕΛΑΣ στην Ήπειρο. Τα φιλμ ήταν δυσεύρετα, αλλά η τύχη βοηθάει τους τολμηρούς! Το Νοέμβρη του 1940, τα ελληνικά στρατεύματα κατέρριψαν κι έπεσε στην Καλούτσιανη Ιωαννίνων ένα από τα πρώτα ιταλικά βομβαρδιστικά. Στα σκορπισμένα συντρίμμια του αεροπλάνου βρέθηκε από τους χωρικούς και το περιμάζεψαν ένα σφραγισμένο μεταλλικό κουτί με πολλά μέτρα αεροπορικού φιλμ Ferrania Capelli. Γι' αυτούς ήταν άχρηστο, για τον ερασιτέχνη τότε φωτογράφο πολύτιμο. Το απέκτησε με αντίτιμο μερικές οκάδες καλαμποκάλευρου, περιζήτητο προϊόν για την περίοδο της Κατοχής.
Χρησιμοποιώντας αυτό το φιλμ στη μικρή του ιταλική Ρομπότ, ο Κώστας Μπαλάφας κατέγραψε πολλά από τα εγκλήματα των κατακτητών στην Ήπειρο και, αμέσως μετά, τη δραστηριότητα του αντάρτικου στην ίδια περιοχή. Δεν υπήρξε επαγγελματίας φωτορεπόρτερ, ούτε βρέθηκε τυχαία στο μέτωπο των πολεμικών επιχειρήσεων: ήταν αντάρτης-τυφεκιοφόρος και παράτολμος φωτογράφος.
Το παράτολμο του χαρακτήρα και των πράξεων του αποδείχτηκε περίτρανα, όταν απαθανάτιζε φοβερά εγκλήματα και σκηνές μπροστά στους Ιταλογερμανούς κατακτητές, με κίνδυνο την άμεση εκτέλεση του με συνοπτικές διαδικασίες, ή φωτογραφίζοντας ολόρθος τους διπλανούς συμπολεμιστές του την ώρα της μάχης. Αδιάψευστος μάρτυρας της παράτολμης ιδιοσυγκρασίας και εφευρετικότητας του είναι η φωτογράφιση των σωμάτων των πατριωτών Τόδουλου και Φαρίδη, που αιωρούνταν άψυχα ανάμεσα σε δύο πλατάνια στις όχθες της λίμνης των Ιωαννίνων τον Μάρτη του 1944.
Οι Γερμανοί κατακτητές άφηναν αλλά και υποχρέωναν το πλήθος να πλησιάσει την επιτηρούμενη από φρουρούς περιοχή, για λόγους παραδειγματισμού και εκφοβισμού. 0 Κώστας Μπαλάφας έκανε πρώτα μια πρόχειρη αυτοψία, υπολόγιζε τις αποστάσεις και ξαναγύριζε κρατώντας στην αγκαλιά του μια σακούλα με κρεμμύδια. Μέσα όμως είχε κρύψει τη φωτογραφική του μηχανή με ανοιχτή μια τρύπα μπροστά στο φακό. Περνώντας μπροστά απ' τους κρεμασμένους, και από ικανή απόσταση, απαθανάτισε το γεγονός, αφήνοντας έτσι στην ιστορία μία από τις πιο χαρακτηριστικές φωτογραφίες της Κατοχής.
Εξάλλου, η φωτογράφιση του οπλοπολυβολητή αντάρτη την ώρα που έπεφτε με το όπλο στα χέρια, χτυπημένος σε γερμανική ενέδρα στα Γραμμενοχώρια, τον αναδεικνύει άφοβο στις μάχες, καταδεικνύει ότι σκοπός του ήταν να φωτογραφίσει πάση θυσία την Εθνική Αντίσταση στην Ήπειρο.
Το 1942 συνελήφθη και πέρασε στο Μεσολόγγι ιταλικό στρατοδικείο, όχι για κάποια σημαντική πράξη αντίστασης, αλλά από μια «απροσεξία», όπως λέει ο ίδιος: Από κάποιους Αλβανούς μαυραγορίτες είχε αγοράσει ένα ασφράγιστο τρανζίστορ. Απ' αυτό, κρυμμένος σ' ένα υπόγειο με φίλους του, άκουγαν καθημερινά τα νέα από το BBC. Δεν αρκέστηκαν σ' αυτό, βέβαια, και σιγά-σιγά άρχισαν να κυκλοφορούν ένα δελτίο με τα νέα που μεταδίδονταν. Κάτι τέτοιο, φυσικά, δεν μπορούσε να κρατηθεί μυστικό για πολύ καιρό. Μαθεύτηκε και τους έπιασαν. Το στρατοδικείο από κάποια σύμπτωση έδειξε επιείκεια και τους καταδίκασε μόνο σε τρεις μήνες φυλακή με αναστολή. Έτσι, αφέθηκαν ελεύθεροι.
Τότε ο Μπαλάφας ανέβηκε στο βουνό και κατατάχθηκε στον ΕΛΑΣ. Στο Ζαγόρι, στο Χάνι του Καμπέραγα, έχοντας πάντα μαζί τη φωτογραφική του μηχανή, συνάντησε το φίλο του Λέανδρο Βρανούση, εθνοσύμβουλο Ηπείρου στην Κυβέρνηση του Βουνού και μετέπειτα Διευθυντή του Κέντρου Έρευνας του Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών. Εντάχθηκε στο 85ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ με διοικητή τον γενναίο Γιώργο Καλλιανέση και υπήρξε μόνιμος συνοδοιπόρος σε ατελείωτες πορείες από περιοχή σε περιοχή με το φίλο του Λέανδρο.
Ο Βρανούσης, διακατεχόμενος από την ίδια ζέση με τον Μπαλάφα κρατούσε σημειωματάριο των γεγονότων που ο φίλος του αποτύπωνε με τη φωτογραφική του μηχανή. Το πολύτιμο μπλοκάκι με τις σημειώσεις του Βρανούση καταστράφηκε αργότερα από τον πατέρα του, όπως αφηγείται ο υπερήλικας πλέον φωτογράφος. Το ιστορικό φωτογραφικό υλικό του Μπαλάφα διασώθηκε κρυμμένο απ' το 1944 στο ξύλινο ταβάνι του σπιτιού της πατριώτισσας Ιουλίας Γοργόλη στα Γιάννενα. Ένα μέρος καταστράφηκε από την υγρασία, αλλά το υπόλοιπο έμεινε άθικτο και το παρέλαβε ο ίδιος, χωρίς κανέναν πλέον κίνδυνο το 1975. Φιλμ που δε θεωρούνταν επικίνδυνα ώστε να τα κρύψουν, όπως εκείνα με θέμα τη μαζική μεταφορά των Εβραίων από τα Γιάννενα σε γερμανικά στρατόπεδα, έπεσαν στα χέρια των αρχών ασφαλείας το 1944 και δυστυχώς εξαφανίστηκαν.
Η εποχή του πολέμου του '40, η Κατοχή και η συμμετοχή του Κώστα Μπαλάφα στο αντάρτικο αποτέλεσαν σταθμό στη ζωή του, χαράζοντας τη μετέπειτα πορεία του. Το αξιόλογο ιστορικό και καλλιτεχνικό του έργο. και ιδιαίτερα η φωτογραφική καταγραφή της Εθνικής Αντίστασης στην Ήπειρο, είναι ευτύχημα που ο ίδιος αποτύπωσε σ' ένα υπέροχο λεύκωμα-βιβλίο, εμπλουτισμένο με αυτού¬σιες δραματικές αφηγήσεις του ιδίου. Τόσο γι' αυτό, όσο και για τα υπόλοιπα λευκώματα-βιβλία του, αξίζει να γίνουν παρακάτω ξεχωριστές, λεπτομερείς αναφορές.
Από το 1945 μέχρι το 1951 εργάστηκε ως διερμηνέας, επειδή γνώριζε καλά την αγγλική γλώσσα, σε μία βρετανική ομάδα μηχανικών, που έκανε αποκαταστάσεις συγκοινωνιών μετά τον πόλεμο. Με τον τρόπο αυτό γύρισε σχεδόν όλη την Ελλάδα και γλίτωσε από το κυνηγητό και το δρόμο της εξορίας. Μάλιστα, από τη θέση του αυτή βοήθησε πάρα πολύ κόσμο, αφού οι συνθήκες που είχαν δημιουργηθεί κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου και μετά ήταν τραγικές.
Το 1948 η ομάδα των μηχανικών εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Εκεί ο Μπαλάφας μπόρεσε ν' ασχοληθεί παράλληλα με την τέχνη-επιστήμη που είχε σπουδάσει, τη γαλακτολογία, κάνοντας καλλιέργειες σ' ένα βιολογικό εργαστήρι στην οδό Σωκράτους. Η επιθυμία του να σταδιοδρομήσει μελετώντας τις κλινικές ιδιότητες του γάλακτος στο Γαλλικό Ινστιτούτο Παστέρ με υποτροφία δεν πραγματοποιήθηκε, λόγω των μη «εθνικοφρόνων» πολιτικών του πεποιθήσεων.
Το 1951 με κριτήριο τα προσόντα του, προσελήφθη από την αμερικανική εταιρεία Ebasco, η οποία πέρασε στην τότε νεοϊδρυθείσα ΔΕΗ, απ' όπου και συνταξιοδοτήθηκε ως προϊστάμενος του Τμήματος Ανατυπώσεων. Και σ' αυτό το πόστο ο ίδιος διέπρεψε, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει σε μια εκ βαθέων συνέντευξη του ο υφιστάμενος του τότε Παύλος Βρέλλης, ο μετέπειτα ιδρυτής του Μουσείου Ελληνικής Ιστορίας των κέρινων ομοιωμάτων στα Γιάννενα.
Σε ηλικία τριάντα οχτώ ετών παντρεύτηκε την καθηγήτρια Ευαγγελία Μαργαρίτου, μια εξαίρετη σύντροφο, η οποία αντιλήφθηκε νωρίς την αγάπη και το πάθος του για τη φωτογραφία και τα ατελείωτα φωτογραφικά οδοιπορικά. 0 συμβιβασμός της με τον τρόπο ζωής του παθιασμένου φωτογράφου ήταν ενσυνείδητος: ο περισσότερος ελεύθερος χρόνος του συντρόφου της αφιερωνόταν στο προσφιλές του αντικείμενο. Απέκτησαν δυο παιδιά, τη Στέλλα και τον Γιώργο, που και αυτά υποχρεωτικά συγκατατέθηκαν με την απουσία του πατέρα «κυνηγού» της φωτογραφίας, αν και πολλές φορές τον ακολουθούσαν στα μεγάλα οδοιπορικά του.
Εργαζόμενος στη ΔΕΗ, φωτογράφισε ορισμένα έργα, με αποκορύφωμα την κατασκευή του υδροηλεκτρικού φράγματος Κρεμαστών του Αχελώου, μ' όλες τις παρενέργειες και παραμέτρους του.
Ο νεοσύστατος τότε οργανισμός της ΔΕΗ τού έδωσε την ευκαιρία ν' ασχοληθεί με μιαν άλλη προσφιλή του δραστηριότητα, την κινηματογράφηση. Στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης το 1960, η ΔΕΗ έκανε πειραματικές τηλεοπτικές εκπομπές. Με τα μηχανήματα που χρησιμοποιήθηκαν τότε, συστήθηκε λίγο αργότερα το κρατικό κανάλι της ΕΙΡΤ. Το πρώτο ολοκληρωμένο φιλμ της ΔΕΗ γυρίστηκε στα 1960:
Ηταν τα πρώτα «Δωδώνεια» με πρωτεργάτη τον Κώστα Μπαλάφα, ο οποίος έκτοτε καθιερώθηκε και ως κάμεραμαν.
Τελικά γυρίστηκαν γύρω στις εξήντα ταινίες, που μαζί με το υπόλοιπο φωτογραφικό υλικό επί πολλά χρόνια φυλάσσονταν σε κάποιες γωνιές του φιλόξενου σπιτιού του φωτογράφου στο Χαλάνδρι.
Όπως για τη φωτογραφία, που χάρη σ' αυτόν αποτελεί πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτισμικής μας κληρονομιάς, έτσι και για τον κινηματογράφο, ο Μπαλάφας έχει κάνει σειρά διαλέξεων στους σπουδαστές της Ακαδημίας Δημιουργικής Φωτογραφίας Leica, η οποία προς τιμήν της έχει προβεί σε τρεις εξαίρετες εκδόσεις για τα παραπάνω θέματα.
πηγή
Nelly's (Έλλη Σουγιουλτζόγλου-Σεραϊδάρη) (1899-1998)
Η Νέλλη Σουγιουλτζόγλου-Σεραϊδάρη (23 Νοεμβρίου 1899 - 17 Αυγούστου 1998)[1] γνωστή ως Nelly's από την αγγλική υπογραφή της υπήρξε θεματολογικά πρωτοπόρος φωτογράφος με διεθνή αναγνώριση.Πρώτα χρόνια
Γεννήθηκε στο Αϊδίνι, αλλά έλαβε την πρώτη της μόρφωση στη Σμύρνη, όπου εγκαταστάθηκε η οικογένειά της μετά την καταστροφή του Αϊδινίου. Παρόλο που μετέβη στη Δρέσδη μαζί με τον αδελφό της για να σπουδάσει ζωγραφική, εντέλει την κέρδισε η φωτογραφία, στην οποία στράφηκε με δασκάλους τον Ούγκο Έρφουρτ διάσημο πορτρετίστα της Δρέσδης και τον Φραντς Φίλντερ[2].
Μετά την εγκατάσταση της οικογένειας στην Αθήνα του 1924, η Νέλλη Σουγιουλτζόγλου φτιάχνει το πρώτο της εργαστήριο επί της οδού Ερμού και ασχολείται με τη φωτογράφιση πορτρέτων και θεματικών ενοτήτων κατ' ιδίαν ή επί παραγγελία του ΥΠ.ΠΟ[3]. Πρόσφυγας ουσιαστικά η Ελληνίδα φωτογράφος απαθανάτισε με ζωντάνια πορτρέτα προσφύγων[4] αλλά και σημαντικών προσώπων της εποχής της, όπως ο Κωστής Παλαμάς και ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Ιδιαίτερη θέση στο έργο της κατέχουν οι γυμνές ή ημίγυμνες φωτογραφίσεις στην Ακρόπολη της Μόνα Πάεβα (Mona Paeva), πρώτης μπαλαρίνας της Opera Comique[5] οι οποίες προκάλεσαν σκάνδαλο στην κοινωνία του μεσοπολέμου, όταν δημοσιεύθηκαν το 1929, στο γαλλικό περιοδικό Illustration[6].
Στο εξωτερικό
Φωτογράφισε κατ' αποκλειστικότητα τις Δελφικές γιορτές του Σικελιανού και της Εύα Πάλμερ το 1930, ενώ το 1936 μετέβη στο Βερολίνο για να φωτογραφίσει τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Το ξέσπασμα του Β' Π.Π. τη βρήκε στις ΗΠΑ, όπου έμεινε αναγκαστικά σχεδόν 27 χρόνια από το 1939 μέχρι το 1966. «Η πόλη της Νέας Υόρκης έδωσε στη Nelly's» κατά την Κατερίνα Κοσκινά «και τη δυνατότητα να καταγράψει σημαντικές στιγμές από την οικοδόμησή της και να αποτυπώσει στιγμιότυπα από την κίνηση των δρόμων και των πλατειών της. Έτσι, με δύο σημαντικότατες φωτογραφικές σειρές, το "Easter Parade" και τους "Δρόμους", κατέπληξε το νέο δάσκαλό της και απέδειξε ότι εκτός από το να εκτελεί παραγγελίες είναι σε θέση να δώσει μια νέα δυνατότητα ανάγνωσης της αρχιτεκτονικής»[7].Επιστροφή στην Ελλάδα και θάνατος
Το 1966, επιστρέφοντας στην Ελλάδα, έμεινε με τον σύζυγό της Άγγελο Σεραϊδάρη στη Νέα Σμύρνη διαμορφώνοντας το διαμέρισμά της σε φωτογραφικό μουσείο. Το 1989 δημοσίευσε την αυτοβιογραφία της[8]. Δώρισε το μεγαλύτερο κομμάτι του έργου της στο Μουσείο Μπενάκη. Έχει τιμηθεί με το παράσημο του Ταξιάρχη του Φοίνικα, με βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών, ενώ εξέδωσε πολλά λευκώματα με φωτογραφίες της και παρουσίασε τα έργο της σε πολλές εκθέσεις. H πρωτοπόρος θεματολογικά για την εποχή της ζωγράφος πέθανε στην Αθήνα, στις 17 Αυγούστου του 1998.
H Nelly's με τις φωτογραφίες της έχτισε την προσωπική της μυθολογία, μία μυθολογία που ύμνησε τον άνθρωπο στην κομψότητα και στη χάρη της κίνησής του, το ελληνικό τοπίο, με τις έντονες φωτοσκιάσεις του. ΄Οταν ακουγόταν το κλικ από τη φωτογραφική της μηχανή, δεν ήταν αποκλειστικά και μόνον ένας μηχανικός ήχος. Eίχε προηγηθεί το καδράρισμα, το οποίο ήταν προϊόν αγάπης απέναντι στο φωτογραφιζόμενο πρόσωπο ή αντικείμενο. Οι φωτογραφίες της αποπειρώνται να αναδείξουν το βαθύτερο σκίρτημα του ανθρώπινου χαρακτήρα. ΄Eτσι, η πόζα δεν είναι κάτι το στατικό και ψυχρό, αλλά μία στάση που με τη ματιά της κερδίζει σε θέρμη, μία θέρμη που κατάγεται από τη διάθεση για ζωή.
Tα πρόσωπα της Nelly's κοιτάζουν το φακό με ευθύτητα και χωρίς δόλο. ΄Eχεις την αίσθηση ότι θέλουν να καταλύσουν τον ίδιο το θάνατο, που πάει δίπλα δίπλα με το πέρασμα του χρόνου, και να δικαιώσουν το ρήμα απαθανατίζω. Που σημαίνει ότι η Nelly's αφαιρεί τη φθορά υπέρ της αθανασίας.
ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ
Aπό τότε χρονολογείται η σχέση της με το γυμνό ανθρώπινο σώμα, που μετά την επιστροφή της στην Aθήνα, το 1925, θα γίνει το σημείο αναφοράς της. Kαι δεν θα βρει καλύτερο χώρο να υμνήσει την Ομορφιά, με όμικρον κεφαλαίο, από τον Iερό Bράχο της Aκροπόλεως. Tρεις καλλονές ψυχής και σώματος (έτσι τουλάχιστον μας φαίνονται στις φωτογραφίες), η Nικόλσκα, η Mόνα Πάιβα και η Mέρι Bίκμαν, θα μας μείνουν κληρονομιά: κληρονομιά σε μια εποχή που το σώμα εκπορνεύτηκε και η χάρη θυσιάζεται στην εμπορικότητα ενός εφήμερου στιλ.
H Aθήνα την οποία συναντά η Nelly's με τον ερχομό της είναι η Aθήνα της προσφυγιάς. Mε τη φωτογραφική μηχανή στο χέρι, ξαμολιέται στις συνοικίες και αποτυπώνει τους προσφυγικούς καημούς. Mικρασιάτισσα η ίδια, γνωρίζει από πρώτο χέρι τους Mικρασιάτες και έτσι μπορεί να καταλάβει καλύτερα τον πόνο τους.
Σε αντίστιξη, φωτογραφίζει την άλλη Aθήνα, την Aθήνα των αρχαίων μνημείων, με την προτροπή του γνωστού ως αθηναιογράφου Δημήτρη Kαμπούρογλου. H ματιά της έχει την εξής ιδιαιτερότητα: Δεν ανεβαίνει σε σκαλωσιά, με σκοπό να φωτογραφίσει από κοντά τα μνημεία, αλλά παίρνει ως κανόνα την ανθρώπινη κλίμακα. «΄Οταν πρωτοβγήκε η Zeiss 35 χιλιοστών, την παράγγειλα αμέσως με όλα της τα εξαρτήματα. Tότε μου ήρθε να φωτογραφίσω τις μετόπες του Παρθενώνα έτσι όπως τις βλέπει το ανθρώπινο μάτι», θυμόταν σε συνέντευξή της.
MΕ ΤΟΥΣ ΜΕΓΑΛΟΥΣ
H Nelly's κυκλοφορεί στους υψηλούς κύκλους και συνομιλεί με βασιλείς, πρωθυπουργούς, καλλιτέχνες. Θα μπορούσαν αυτοί να απουσιάζουν από τις φωτογραφικές της επιδόσεις; ΄Οχι βέβαια. Ο φακός της «συνομίλησε» με τα πρόσωπα του Eλευθερίου Bενιζέλου, της Πηνελόπης Δέλτα, του Kωστή Παλαμά, του Δημήτρη Mητρόπουλου, της Kατερίνας, της Bάσως Mανωλίδου, του Γιάννη Tσαρούχη (με παραδοσιακή φορεσιά και στιβάλια), του Mπρούνο Bάλτερ, του Φριτς Kράισλερ κ.ά.
Tο 1930 ο φακός της θα αποτυπώσει τις B Δελφικές Eορτές. H φωτογράφιση της ανατέθηκε, κατ' αποκλειστικότητα, από την Eύα και τον ΄Aγγελο Σικελιανό. Οι Eορτές δεν είναι η μοναδική εκτός Aθηνών έξοδός της. Bρίσκεται σε κάθε γωνιά της ελληνικής γης και φωτογραφίζει μια Eλλάδα που σήμερα τη γνωρίζουμε μόνον... από φωτογραφίες. Aνθρώπους του μόχθου γερμένους πάνω στη γη τους, κορίτσια της Σάμου, χωρικές της Hπείρου, τη Σπάρτη και τον Tαΰγετο, τους τσέλιγκες, το Nαύπλιο, τους γέρους της Tρίπολης, τα Σφακιά με τους υψηλόκορμους Kρητικούς.
Στο πλευρό της, ήδη από το 1929, βρίσκεται ο πιανίστας ΄Aγγελος Σεραϊδάρης (1901-1992), ο οποίος θα τη συντροφέψει σ' όλη τη ζωή της και θα μάθει δίπλα της τη φωτογραφική τέχνη. Kατά τη δεκαετία του '30 θα γίνει η επίσημη φωτογράφος του νεοσυσταθέντος Γραφείου Tύπου και Tουρισμού και θα διαμορφώσει μια πρώτη τουριστική εικόνα της χώρας μας στο εξωτερικό. Tο 1939 θα της ανατεθεί η διακόσμηση του ελληνικού περιπτέρου στην Παγκόσμια ΄Eκθεση της Nέας Yόρκης. ΄Eκτοτε, και επί είκοσι επτά συναπτά έτη, θα παραμείνει στη χώρα πέραν του Aτλαντικού. ΄Eνα χρόνο μετά, το περιοδικό «Life» θα δημοσιεύσει στο εξώφυλλο του τεύχους της 16ης Δεκεμβρίου του 1940 τη φωτογραφία μ' έναν εύζωνα να σαλπίζει μπροστά από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός.
ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ
Στην Aμερική ξεκινά μια νέα δημιουργική οδύσσεια για το ζεύγος Σεραϊδάρη. Στη γωνία Πέμπτης Λεωφόρου και Mάντισον θ' ανοίξει το καινούργιο της στούντιο και θα αποκτήσει νέους φίλους. Aνάμεσά τους ο καλλιτεχνικός διευθυντής του περιοδικού «Bazaar» Aλεξέι Mπρόντοβιτς. Σ' αυτόν χρωστάει δύο φωτογραφικές σειρές: το «Easter Parade» και τους «Δρόμους» της Nέας Yόρκης. H Nelly's θα συνδεθεί με την ελληνική ομογένεια και θα φωτογραφίσει τη ζωή των Eλλήνων μεταναστών, γνωστών ως «Mπρούκληδων».
Παράλληλα, θα πειραματιστεί στην έγχρωμη φωτογραφία, τεχνική που από τότε άκμαζε στην Aμερική των γιγαντιαίων διαστάσεων και της διαφήμισης. Aυτά τα χρόνια, μακριά από την πατρίδα, ήταν μια δεύτερη μαθητεία της Nelly's, μετά τις σπουδές της στη Γερμανία. Aνθρωπος με εξαιρετική ευφυΐα και μόνιμα ανήσυχη, θα ανακαλύψει και άλλους τρόπους φωτογράφισης και δεν θα πει όχι στη συνεργασία της με τα περιοδικά ευρείας κυκλοφορίας.
Στην Eλλάδα επιστρέφει οριστικά το 1996. Tο 1985 δωρίζει το σύνολο του φωτογραφικού της έργου στο Mουσείο Mπενάκη. Στα στερνά της τιμήθηκε με το παράσημο του Tαξιάρχη του Tάγματος του Φοίνικος (1995) και με το Bραβείο Γραμμάτων και Tεχνών της Aκαδημίας Aθηνών (1996).
ΕΙΠΑΝ ΚΑΙ ΕΓΡΑΨΑΝ ΓΙΑ ΤΗ NELLY'S
Eλευθέριος Bενιζέλος (υπογράφοντας τη φωτογραφία που η ίδια του είχε βγάλει): «Eις την καλλιτέχνιδα Kυρίαν Nέλλην».
Kωστής Παλαμάς (υπογράφοντας κι εκείνος τη φωτογραφία του): «Στην αγαπημένη μου Nέλλη, που τόσο καλλίτεχνα με τίμησε με τις ωραίες εικόνες της, βαθιά συγκινημένος ο ποιητής Kωστής Παλαμάς/ 29.2.1936».
Ο ίδιος, προφητικός (τρία χρόνια αργότερα): «H παλιά Aθήνα βρήκε τον άνθρωπό της... και δεν θα περάσει πολύς καιρός που τίποτε δε θα σώζεται απ' αυτή την περιοχή. Θα υπάρχει όμως κάτι το μοναδικό, για τον συλλέκτη, για τον άνθρωπο που αγαπά τα παλαιά, ωραία πράγματα -η εργασία της Nέλλης...».
Δημήτριος Kαμπούρογλου (1929): «Eις τα δημιουργήματα της Δίδος Nέλλης εκτελεσθέντα μετ' αριστοτεχνικής διαγνώσεως και διά φακού ενέχοντος, ως φαίνεται, μαγικάς ιδιότητας επαφίεται εφεξής ο λόγος, όπως ευγλωττότερον παντός άλλου αφηγηθούν το παρελθόν των και διαφημίσουν την καλλιτεχνικήν των γοητεία».
Γιάννης Tσαρούχης (1988): «Aπό την Nelly's έμαθα ότι στις 11 η ώρα το πρωί το πρόσωπο πρέπει να το φωτίζει ο ήλιος από αριστερά. ΄Eτσι έχουμε ένα φωτισμό όπως στις βυζαντινές εικόνες. Aπό τότε ακολουθώ πάντα αυτή τη συμβουλή και της είμαι ευγνώμων. Tο ένστικτό της και το ταλέντο της την οδηγούσε σε σκοτεινές εποχές να ανακαλύπτει πράγματα σοφά».
Διονύσης Φωτόπουλος: «΄Hταν η εποχή που δούλευα βοηθώντας τον Γιάννη Tσαρούχη να ετοιμάσει τα σκηνικά για το ''Σπίτι της Mπερνάντα ΄Aλμπα'' στο Eθνικό Θέατρο... Σε κάποια διακοπή για καφέ, χαζεύοντας ένα άλμπουμ που είχα τραβήξει από τις ακατάστατες βιβλιοθήκες, στάθηκα σε μια φωτογραφία, όπου ο Tσαρούχης, νεαρός ομορφονιός, κρατώντας μία πολύ ψηλή μπαστούνα, φορώντας κοστούμι της Σκύρου και με βλέμμα απόμακρο, πόζαρε με περισσή λεβεντιά και μεγαλοπρέπεια. Mε είδε που χαμογελούσα, πλησίασε και βλέποντας τη φωτογραφία του, γελώντας και αυτός, μου λέει: ''Δεν μοιάζω με τον Radames; M' έχει φωτογραφίσει η Nelly's στους Δελφούς το '30. Πόσα δεν έχω μάθει απ' αυτή τη γυναίκα...''. Kαι λέγοντας αυτά, μου έδωσε να δω όλη εκείνη τη σειρά φωτογραφιών από τις Δελφικές Eορτές, που αργότερα θα με ακολουθούσαν και θα μου χρησίμευαν ατελείωτες φορές στις μελέτες μου για το αρχαίο δράμα...».
΄Aλκης Ξ. Ξανθάκης (ιστορικός φωτογραφίας): «H Nelly's πίστευε στην Eλλάδα. Eμπνεόταν από την Eλλάδα. Mια Eλλάδα που θεωρούσε άμεσα συνδεδεμένη με την αρχαιότητα. Kαι καμάρωνε γι' αυτήν την πίστη της. (Mια τέτοια θέση θα κινδύνευε σήμερα να κριθεί... υπερβολικά εθνικιστική). Οι φωτογραφίες της εκφράζουν την πίστη της αυτή. Iδιαίτερα τα τοπία και οι άνθρωποι της υπαίθρου. Δίνει σ' αυτά ένα χαρακτήρα επικό. Aκόμα και τα πιο πικρά θέματα, όπως οι πρόσφυγες, που είχαν κοινές ρίζες μ' αυτήν, γίνονται κίνητρο εξπρεσιονιστικής έκφρασης. Tο ''φαινόμενο Nelly's'', που αποτελεί υπόδειγμα ήθους και καλλιτεχνικής προσπάθειας. Πιστεύω ότι έχει όλα τα στοιχεία για να γίνει το ιδανικό πολλών νέων καλλιτεχνών ακόμη και σήμερα».
Βλέπε ακόμα:
Nelly's Αρχείο Μπενάκειου Μουσείου
χρονολόγιο από το άρθρο@artopos
Έκθεση Αθήνα-Νέα Υόρκη
Έλλη Σεραϊδάρη (Nelly's) (Αρχείο ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ)
Nelly's (1899-1998) 99 a.v. Ελληνίδα φωτογράφος
Διαδρομές στο βλέμμα: Σταθμοί στην Ιστορία της Φωτογραφίας
(29/6/1997 - 21/9/1997)
«Η NELLY’S KAI Η ΚΡΗΤΗ» στο Στιγμές
Nelly's φωτογραφίες
Nikos Panayotopoulos “On Greek Photography: Eurocentrism, Cultural Colonialism and the Construction of Mythic Classical Greece” στο Third Text, Volume 23 Issue 2, σελ.181-194, 2009.
Φωτογραφίες μιας Μικρασιάτισσας
Mona Paeva - Τα γυμνά της Ακρόπολης
Aπό την έκθεση με φωτογραφίες μοντάζ στην Αμερική
29 Φεβρουαρίου 2012
NELLY'S (ΕΛΛΗ ΣΟΥΓΙΟΥΛΤΖΟΓΛΟΥ- ΣΕΡΑΪΔΑΡΗ, 1899-1998) - ΕΚΠΟΜΠΗ "ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ"
Το συγκεκριμένο επεισόδιο της εκπομπής «ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ» είναι αφιερωμένο στη φωτογράφο ΕΛΛΗ ΣΕΡΑΪΔΑΡΗ (γεν. 1899-θαν. 1998), γνωστή από την καλλιτεχνική υπογραφή της ως NELLY'S. Η φωτογράφος μιλάει για την καταγωγή της από το Αϊδίνι της Μικράς Ασίας, την οικογένειά της, τα σχολικά της χρόνια και τις σπουδές της στη Γερμανία κοντά στον διάσημο φωτογράφο της εποχής ΟΥΓΚΟ ΕΡΦΟΥΡΤ. Αναφέρεται στο πρώτο της στούντιο της οδού Ερμού και στις φωτογραφίσεις σημαντικών προσώπων και θεμάτων της εποχής όπως της διάσημης χορεύτριας ΜΟΝΑ ΠΑΪΒΑ γυμνής στον Παρθενώνα, των Δελφικών Εορτών και της ΕΥΑΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΥ, του βασιλιά ΓΕΩΡΓΙΟΥ, του ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ και του ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ. Σχολιάζει επίσης την εμπειρία της από τη δουλειά της στην ελληνική ύπαιθρο, καθώς και το έργο της που αφορά στη συγκριτική παρουσίαση ρεαλιστικών πορτραίτων ανθρώπων και αγαλμάτων αρχαίων θεών ως απόδειξης της συνέχειας του ελληνισμού. Τέλος, αφηγείται τη γνωριμία και τη συνεργασία με το σύζυγό της ΑΓΓΕΛΟ ΣΕΡΑΪΔΑΡΗ εστιάζοντας στις φωτογραφίες που αποτύπωσε ο ίδιος στο Άγιο Όρος. Δείγματα του έργου της φωτογράφου προβάλλονται καθ' όλη τη διάρκεια της εκπομπής.
27 Φεβρουαρίου 2012
A Way Of Seeing:Helen Levitt, Street Photographer
"και όμως δεν υπάρχει καμία προσποίηση στις φωτογραφίες της είναι
σαν να φωτογραφίζει ένα παιδί είναι
φωτογραφίες μιά γυναίκας μιάς
εξαιρετικά ευαίσθητης και σπάνιας ενήλικης γυναίκας"
Helen Levitt και
οι φωτογραφίες της είναι ένα παράθυρο σε ένα κόσμο που εξαφανίστηκε για πάντα
από τις σπουδαιότερες φωτογράφους σκηνών δρόμου - the Street Photographer - του 20ου αιώνα σε
μία καριέρα που διήρκεσε εξήντα (60) χρόνια και
αποτύπωσε στα films της την καθημερινή ζωή των Αμερικανών πολιτών από το 1930 και μετά
ποτέ δεν ζήτησε τη δόξα και τη φήμη και δεν της άρεσε να μιλά για την ιδιωτική της ζωή αλλά
πάντα της άρεσε να φωτογραφίζει και
να γυρνά τους δρόμους της Νέας Υόρκης ιδιαιτέρα δε του Ισπανικού Χάρλεμ παρατηρώντας τα πάντα γύρω της έτσι
δημιούργησε μερικές από τις πιο ανεξίτηλες φωτογραφίες σκηνών και στιγμιοτύπων δρόμου της εποχής εκείνης
ήταν μιά εποχή που τα στιγμιότυπα του δρόμου δελέαζαν ακόμα τους ανθρώπους
"εκείνη την εποχή οι γειτονιές ήταν όμορφες γεμάτες
ζωή ήταν
λίγο πριν την έλευση της τηλεόρασης"λέει η ίδια και συνεχίζει
"οι γειτονιές ήταν πολύ δραστήριες τότε ακόμα
οι ηλικιωμένη συνήθιζαν να κάθονται
έξω από την πόρτα τους ήταν
ενδιαφέρον να φωτογραφίζεις εκεί"
ο James Agee που
το 1941 σκηνοθέτησε μαζί με την Levitt τα φιλμς The Quiet One και In the Street -όταν αυτή αποφασίζει να ασχοληθεί και με τον κινηματογράφο-λέει χαρακτηριστικά για το έργο της:
"ένα σημαντικότατο ποιητικό έργο γεμάτο λυρισμό αλλά παράλληλα με αδιάψευστα έντονο τρόπο"
η Helen Levitt γεννήθηκε το 1913 στο Brooklyn και
στα 16 της χρόνια εγκαταλείπει το σχολείο και δουλεύει τέσσερα χρόνια σαν βοηθός φωτογράφου στο Bronx αλλά σύντομα άρχισε να παίρνει τις δικές της φωτογραφίες ψάχνοντας άτομα με "κοινωνικό νόημα"όπως η ιδία λέει και
αποφασίζει να φωτογραφίζει τα άτομα και τα κινήματα της εργατικής τάξης
αργότερα κάνει μαθήματα φωτογραφίας στο Art Students League της Νέας Υόρκης και
εδώ γνωρίζει τον Cartier Bresson
επηρεασμένη κυρίως από τις φωτογραφίες του αποφασίζει να ασχοληθεί με τη φωτογραφία δρόμου συνειδητοποιώντας ότι η φωτογραφία θα μπορούσε να "είναι μιά μορφή τέχνης από μόνη της χωρίς να είναι απαραίτητα δεμένη με την κοινωνική δράση"και "αυτό με έκανε φιλόδοξη"εξομολογείται έτσι
το 1936 αγοράζει την πρώτη της μηχανή μιά
μεταχειρισμένη Leica
τo διάστημα 1938-9 μαθητεύει δίπλα στον Walker Evans δουλεύοντας ένα project σχετικό με τις αστικές συγκοινωνίες της Νέας Υόρκης
το 1938 ξεκινά επίσης να φωτογραφίζει τα σχέδια που αποτύπωναν τα παιδιά με κιμωλία στους τοίχους και τα πεζοδρόμια του Brooklyn και στη
συνέχεια αυτά τα ίδια τα παιδιά
αποτυπώνει τα θέματα της
με σεβασμό
με λυρισμό με
μιά ιδιαίτερα ανθρώπινη προσέγγιση με
αποτέλεσμα το 1940 μιά της φωτογραφία που παριστά τρία παιδιά με μάσκες την περίοδο τουHallowe'en να συμπεριληφθεί σε μιά ομαδική έκθεση του New York's Museum of Modern Art (MoMA)
κοιτάζοντάς τες μας έρχονται στο νου σκηνές από
θεατρικές σκηνικά όπου οι άνθρωποι ζούσαν και εργάζονταν στα πεζοδρόμια και έρχεται το1943 όπου ο Edward Steichen επιμελείται την πρώτη της προσωπική έκθεση πάλι στο New York's Museum of Modern Art (MoMA)
ένα χρόνο πριν την έλευση της τηλεόρασης και
παρατηρούμε την ζωή των μη προνομιούχων στις γειτονιές
του Lower East Side στο Manhattan
στο Yorkville και
στο Harlem
εδώ εκτίθεται και ένα από τα πιο γνωστά της έργα το "Bubbles" η ποίηση κρυμμένη στην πιο απλή ομορφιά
τέσσερα κορίτσια περπατώντας στο πεζοδρόμιο κοιτάζουν τις αιωρούμενες σαπουνόφουσκες
σε όλα της τα βιβλία που έχουν εκδοθεί υπάρχει πάντα ένας πολύ μικρός δικός της σχολιασμός ενώ υπάρχει πάντα ένα δοκίμιο από άλλο συγραφέα
"εάν ήταν εύκολο να μιλήσω για αυτά τα θέματα θα ήμουν συγγραφέας" λέει και συνεχίζει
"έκτοτε είμαι άναρθρη,εκφράζομαι μόνο με τις φωτογραφίες μου"
το 1970 η Helen Levitt εγκαταλείπει το α/μ film και ξεκινά να δουλεύει με το έγχρωμο χρηματοδοτούμενη από το Guggenheim Foundation
δυστυχώς τα περισσότερα αρνητικά από αυτήν την σειρά κλέβονται κατά την διάρκεια μιας διάρρηξης στο σπίτι της Helen Levitt και
έτσι σήμερα διασώζονται πολύ λίγες φωτογραφίες από την περίοδο αυτή
το 1965 εκδίδεται το πρώτο της λεύκωμα, με τίτλο “A way of seeing”που ήταν ένα κοινό σχέδιο με το συγραφέα και κριτικό του κινηματογράφου James Agee
τo 1987 κυκλοφορεί το
In The Street: chalk drawings and messages, New York City 1938–1948 το οποίο
θεωρείται ένα από τα 100 καλύτερα φωτογραφικά λευκώματα που εκδόθηκαν ποτέ
το 2001 κυκλοφορεί το "Crosstown"
το 2003 το Here And There
το 2005 κυκλοφορεί το τρίτο της λεύκωμα με τίτλο Slide Show: The Color Photographs of Helen Levitt όπου και
υπάρχουν ομαδοποιημένες έγχρωμες φωτογραφίες της από το 1960 και
ακολουθεί το 2008 η αναδρομή της που ονομάζεται απλά "Helen Levitt"
μικρό δείγμα από το έργο της
φωτογραφίες και μία λέξεις: A Way Of Seeing:Helen Levitt, Street Photographer14 Φεβρουαρίου 2012
16 Ιανουαρίου 2012
Η πλατεία Ομονοίας μέσα από την Ασπρόμαυρη Φωτογραφία 1833-1950
Το Αθηναϊκό σταυροδρόμι. H κοινωνική σύνθεση και οι χώροι συναθροίσεων των Αθηναίων στην πολύπαθη πλατεία. Του Γεωργίου M. Σαρηγιάννη Αναπλ. καθηγ. E.M. Πολυτεχνείου, από το ένθετο “7 ημέρες” της Καθημερινής, Ιανουάριος 1994.
Στο νεοκλασικής φιλοσοφίας σχέδιο, η περιοχή αποτελούσε το «κεντρικό» σημείο στο οποίο αντάμωναν οι τρεις μεγάλοι συνθετικοί άξονες: η οδός Αιόλου που οδηγούσε στην Ακρόπολη, η οδός Πειραιώς που οδηγούσε στον ιερό χώρο του Κεραμεικού και η οδός Σταδίου που οδηγούσε στο αρχαίο Στάδιο.
Ακαδημία, Βιβλιοθήκη και Επισκοπή γύρω από μια μνημειώδη πλατεία (πλατεία Μουσών) περίπου συμμετρική ενός άλλου συγκροτήματος πλατειών επί της Πειραιώς (σημερινή πλατεία Κουμουνδούρου), κλείνοντας ένα σχήμα, πιστό στη νεοκλασική αντίληψη της πολεοδομίας που ακολουθούσε τη συμμετρία, τη μνημειακότητα, την καθιέρωση αξόνων που συνέδεαν σημαντικά σημεία πλούσια σε αναφορές στην αρχαία ιστορία, αλλά και στο ιδεολογικό επιστέγασμα της τότε ανερχόμενης αστικής τάξης.
Με την ανακήρυξη των Αθηνών ως πρωτεύουσας του νεοσύστατου Βασιλείου, πολλοί πλούσιοι ομογενείς και φιλέλληνες άρχισαν να αγοράζουν οικόπεδα και κτήματα σ’ αυτήν. Μέρος τους(Παπαρρηγόπουλος, Ράινεκ, Φίνλεϊ, Ράλλης, Σούτσοι) κατευθύνθηκε στην περιοχή βόρεια από την Πλάκα σε επαφή με το τμήμα της εκείνο που εκατοικείτο από αρχοντικές οικογένειες Βυζαντινών (Μπενιζέλου, Χωματιανού – Λογοθέτη, Παλαιολόγου, Χαλκοκονδύλη) ή αρβανιτών «γκαγκαρέων» (Χαϊμαντά, Κόσκορου, Μπούκουρα) γύρω δηλαδή από τη σημερνή πλατεία Συντάγματος, ενώ άλλοι αγόρασαν κτήματα στις εξοχικές περιοχές των Πατησίων και της Κυψέλης (Μάλκομ, Κανάρης, Μ. Βόδας)….
και του Μεταξουργείου, τοπογραφικά ήταν σε κοίλωμα που συγκρατούσε τον αέρα, ήταν κοντά στα έλη του Κηφισού και το μικροκλίμα της δεν ήταν από το ευνοϊκότερα του αθηναϊκού τοπίου.
Σύμφωνα με το Σχέδιο των Κλεάνθη και Σάουμπερτ (1833), η σημερινή περιοχή πλατείας Ομονοίας προοριζόταν για το επίσημο κέντρο της Αθήνας, όπου σε μια διαδοχή πλατειών και λεωφόρων (από τις οποίες απέμεινε η πλατεία Δημαρχείου και η Οδός Αιόλου), είχαν προβλεφθεί τα Βασιλικά Ανάκτορα και μια σειρά διοικητικών κτιρίων.
Το σχέδιο, συμπληρωνόταν με έναν κάθετο στην Αιόλου άξονα, την οδό Ερμού, που συνέδεε τον Κεραμεικό με τη σημερινή Πλατεία Συντάγματος, όπου είχαν προβλεφθεί
Σχέδιο
Μετά, όμως, τη δημοσίευση του σχεδίου, έσπευσαν, κυρίως Φαναριώτες ευγενείς, να εγκατασταθούν γύρω από τον χώρο που προβλέπονταν τα Ανάκτορα, δηλαδή την πλατεία Ομονοίας (Πρίγκηψ Κατακουζηνός, Πρίγκηψ Καρατζάς, Σπαθάριος Βλαχούτσικος).
Και συνθετικά μεν το Σχέδιο Κλεάνθη και Σάουμπερτ ήταν άψογο, πλην όμως η προϋπάρχουσα πολεοδομική πραγματικότητα, η κοινωνική διαστρωμάτωση και το μικροκλίμα του αθηναϊκού χώρου, επεφύλασσαν διαφορετικές εξελίξεις.
H περιοχή Ομονοίας γειτνίαζε με τις εργατικές συνοικίες του Ψυρρή
Ετσι, όταν ο πατέρας του Οθωνα, βασιλιάς της Βαυαρίας Λουδοβίκος, ήρθε στην Αθήνα για να επιμεληθεί της ανέγερσης των ανακτόρων μαζί με τον προσωπικό του αρχιτέκτονα Φρειδερίκο φον Γκέρτνερ απέρριψε αμέσως τη θέση της πλατείας Ομονοίας και επέλεξε την περιοχή της πλατείας Συντάγματος.
H παράδοση αναφέρει ότι τοποθετήθηκαν σε τέσσερα υποψήφια σημεία τεμάχια κρέατος επί υψηλών στύλων. Οποιο τεμάχιο αλλοιωνόταν βραδύτερα, ήταν φανερό ότι ήταν σε υγειινότερη περιοχή, με δροσερή θερμοκρασία, ελαφρούς ανέμους και ξηρό κλίμα και προφανώς η πλατεία Συντάγματος, κείμενη στο διάσελλο Λυκαβηττού – Ακροπόλεως, υψηλότερα από το ρεύμα του Ιλισού (ο οποίος έρρεε και δεν λίμναζε όπως ο Κηφισός) και σε γειτνίαση με τον ορεινό όγκο του Υμηττού, ήταν η πλεονεκτικότερη περιοχή.
Εκτός δε αυτών υπήρχαν εκεί αρκετά δημόσια κτήματα, ενώ η περιοχή Ομονοίας είχε ήδη υπερτιμηθεί εν όψει της προβλεπόμενης οικοδόμησης των ανακτόρων και της αθρόας ζήτησης οικοπέδων από τους Φαναριώτες ευγενείς.
Ιστορία
H ιστορία της πλατείας Ομονοίας, στα επόμενα εκατό χρόνια, είναι μια δραματική πάλη ανάμεσα στη μεγαλοαστική Αθήνα της πλατείας Συντάγματος και στις εργατικές περιοχές νότια και νοτιοδυτικά της Ομόνοιας.
Για πολλές δεκαετίες, μέχρι και τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ομόνοια κρατάει έναν μεσοαστικό χαρακτήρα, τα μεγάλα ξενοδοχεία της, ο «Μέγας Αλέξανδρος», το «Μπάγκειον», δίνουν έναν τόνο χαρακτηριστικό, αλλά στις παρόδους και στην οδό Αθηνάς κυριαρχούν τα κάθε λογής στέκια των επαρχιωτών του τύπου «Η Ωραία Θεσσαλία» ή «Η Ωραία Πελοπόννησος». Μεταβατικά στη Σταδίου κυριαρχεί το πολυτελέστατο «Μαζέστικ», ενώ από την πλατεία Κολοκοτρώνη και πέρα, το κλίμα αλλάζει άρδην με το «Ακροπόλη Παλλάς» και την κορυφαία κατάληξή του στη «Μεγάλη Βρετάννια».
Αντίστοιχα, στα εστιατόρια και στα καφενεία, υπήρχε μια νότα πολυτελούς κλίματος χαμηλά στη Σταδίου (εστιατόριο «Αβέρωφ»), αλλά όλη η περιοχή και η πλατεία ήταν γεμάτη από μεσοαστικά, όπως το παλιό «Νέον», τα «Ηνωμένα Βουστάσια», του «Ζαχαράτου – Καπερώνη», ο «Μέγας Αλέξανδρος», το «Ελληνικόν» και άλλα, έως τα μικροαστικότερα όπως «το Στέμμα» ή οι ψησταριές των παρόδων και το «Μέγα ζυθοπωλείον Ζαχαράτου» επί της πλατείας.
Καταστήματα
Και στα καταστήματα, το κλίμα άλλαξε βαθμιαία με τελευταία απομεινάρια πολυτελείας του «Χρυσικόπουλου» και κατάληξή τους του Λαμπρόπουλου σε μεσοαστικό επίπεδο, ενώ η πλατεία ήταν σε μια διαρκή πολιορκία από τα πέριξ που απευθύνονταν στον κόσμο της ενδοχώρας (Μεταξουργείο, Ψυρρή), στους επαρχιώτες που έφθαναν με το τρένο στους σταθμούς Πελοποννήσου και Λαρίσης ή με τα λεωφορεία στην Αγίου Κωνσταντίνου και στους κατοίκους των χωριών – προαστίων που οι συγκοινωνίες έφερναν στην Ομόνοια, όπως του Μενιδίου και των Λιοσίων ή και του Πειραιά και των συνοικιών του, μόλις έφθασε το αρχικά ατμοκίνητο και μετά ηλεκτροκίνητο τρένο Πειραιά – Αθήνας.
Μην ξεχνάμε ότι εγγύτατα στην πλατεία, ήταν και ο σταθμός Λαυρίου, που έφερνε τους Μεσογείτες και τους Μαρουσιώτες, και πάντα σε μίξη τα στρώματα, στην Αγίου Κωνσταντίνου το Βασιλικό Θέατρο και στο σταθμό Λαυρίου επιβάτες και για τα αρχοντικά της Κηφισιάς.
Σ’ όλη την εκατονταετία μέχρι το 1955, η πλατεία Ομονοίας ήταν πλατεία, χώρος για τους κατοίκους της Αθήνας, με όποια διαμόρφωση και αν είχε και είναι γνωστό ότι αρκετές φορές άλλαξε τη μορφή της, πότε επειδή κάποιος ρέκτης ή φιλοπρόοδος δήμαρχος ή υπουργός ήθελε να αφήσει το όνομά του σε ένα χώρο «ευρείας χρήσης» από πλατιά στρώματα και ευρεία εκλογική βάση και πότε γιατί οι ανάγκες μετατροπής της σε υπόγειο σταθμό του Ηλεκτρικού, έδιναν την ευκαιρία «εκσυγχρονισμού» της.
Στα τέλη του περασμένου αιώνα, η πλατεία ήταν ήδη διαμορφωμένη με συστάδες δένδρων (κυπαρίσσια και φοίνικες) και με εξέδρα μουσικής στο κέντρο της και στις αρχές του αιώνα ήταν πλέον κατάφυτη με παγκάκια και περιπατητές που αναπαύονταν από την τύρβη της αγοράς που πολιορκούσε την πλατεία σε απόσταση αναπνοής, τα Χαυτεία και η Αθηνάς ήταν πάντα προ των πυλών.
Σταθμός
Από το 1925 έως το 1930, η πλατεία ανασκάπτεται και κατασκευάζεται ο σταθμός του Ηλεκτρικού, που ήταν πριν στην οδό Αθηνάς. Η νέα μορφή της πλατείας δεν είναι πλέον κατάφυτη, αλλά εξακολουθεί να είναι πλατεία. Μαρμάρινα κιγκλιδώματα, περίπτερα και οι δύο, τότε, είσοδοι του ηλεκτρικού της δίνουν έναν αστικό τόνο, που είναι σε εντατική χρήση από τον κόσμο.
Επί Δημαρχίας Σπύρου Μερκούρη κατασκευάστηκαν (1930) και οι αεραγωγοί του υπογείου και του υποσταθμού της Ηλεκτρικής Εταιρείας με μορφή υψηλών κιόνων, ακαθορίστου ρυθμού, στη βάση των οποίων κάθονταν οι οκτώ από τις εννέα Μούσες από τσιμέντο (η ένατη, παρελείφθη λόγω συμμετρίας, σημειώνει ο Μπίρης), οι οποίες, όμως, αποξηλώθηκαν σύντομα, χαρακτηρισθείσες ως «κακόγουστες».
Δεκαετία του ’50
Η δεκαετία του ’50 είναι καθοριστική για όλη την Αθήνα και φυσικά και για την Ομόνοια. Είναι η εποχή που το κυρίαρχο σύνθημα του «εκσυγχρονισμού» οδεύοντας σε εντελώς λάθος δρόμο, καταστρέφει την ανθρώπινη διάσταση της πόλης.
Η προτεραιότητα δίδεται στο ιδιωτικό αυτοκίνητο και αυτή η πολιτική εκφράζεται σε μια τραγική αναζήτηση χώρου για οδόστρωμα έναντι οιουδήποτε τιμήματος.
Ξηλώνονται τα τραμ, πραγματοποιούνται και σχεδιάζονται διανοίξεις στην καρδιά της Πλάκας (Β. Ολγας μέχρι Αδριανού κ.ά.), που αποτρέπονται την τελευταία στιγμή έπειτα από την -επιτέλους- κατακραυγή του πνευματικού και μέρους του τεχνικού κόσμου, σχεδιάζεται η διάνοιξη της Κοραή μέχρι το Μοναστηράκι και η πόλη παραδίδεται στα χέρια των ευκαιριακών μικροεργολάβων που την μετατρέπουν χωρίς κεφάλαια, με την αντιπαροχή, σε τσιμεντούπολη.
Η Ομόνοια μετατρέπεται από πλατεία σε κυκλοφοριακό κόμβο και αφού αποξηλωθούν όλοι οι επ’ αυτής χώροι, περίπτερα, παγκάκια, μαρμάρινα ή μη πεζούλια και κιγκλιδώματα, διαμορφώνεται σε αμφιλεγόμενο κατασκεύασμα – κέντρο του κόμβου, αποκλείεται η πρόσβαση πεζών στη λεγόμενη πλέον «πλατεία» και υπογείως κατασκευάζεται μια άλλη πλατεία για δευτέρας κατηγορίας πολίτες, τους πεζούς.
Οι περίφημες κυλιόμενες κλίμακες, που όποτε λειτουργούσαν αποτελούσε είδηση, τα μικρομάγαζα της υπόγειας στάθμης που γρήγορα άρχισαν να χάνουν την αρχική αίγλη τους, η αποπνικτική ατμόσφαιρα του χώρου, είναι τώρα τα νέα δεδομένα που σε συνδυασμό με τις γενικότερες αλλαγές στον αθηναϊκό χώρο οριστικοποιούν επιτέλους στην Ομόνοια έναν χαρακτήρα που επί εκατόν είκοσι χρόνια προσπαθούσε να αποφύγει.
Το επίγειο μέρος της πέρασε από τότε πολλές αναμορφώσεις. Περιλάμβανε κατ’ αρχήν μια λίμνη με συντριβάνια και αρχικά το εναπομένον τμήμα μεταξύ λίμνης και οδοστρώματος βοτσαλοστρώθηκε με λευκά και πράσινα βότσαλα (τα πράσινα απεικόνιζαν μια φιδωτή φιγούρα γύρω από τη λίμνη).
Σύνθεση
Η όλη σύνθεση προκάλεσε καυστικά σχόλια και έδιδε τροφή στους γελοιογράφους, όπως ο Μποστ που απεικόνιζε μέσα στη λίμνη τη γοργόνα να ερωτά τον τροχονόμο αν ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος και να παίρνει τη φυσικότατη απάντηση «ζει και βασιλεύει και ωραιότατο πατσά μαγειρεύει», υπονοώντας το επί της πλατείας ομώνυμο πασίγνωστο εστιατόριο, ενώ άλλοι την αποκαλούσαν «δίσκο μνημοσύνου».
Τα συντριβάνια, ένα κατακόρυφο και ένα λοξό, έλεγαν ότι το μεν χρησίμευε ως ανεμοδείκτης, όταν το νερό έπεφτε επί της Σταδίου φύσαγε βορειοδυτικός, ενώ όταν κατάβρεχε τους περαστικούς της 3ης Σεπτεμβρίου, νοτιοανατολικός, το δε λοξό, είτε ότι «σημάδευε την Μόσχα» (ήταν η εποχή που ο Χρουστσόφ είχε απειλήσει ότι θα ρίξει πυραύλους στην Ακρόπολη), είτε ότι συμβόλιζε το (λοξό) μυαλό των αρχιτεκτόνων.
Ακόμη, εκ των υστέρων θυμήθηκαν ξανά την αναγκαιότητα ενός αεραγωγού, και η εσπευσμένη κατασκευή του εν είδει φουγάρου, ενέπνευσε τον ανεξάντλητο Μποστ να αναφωνεί μεταξύ των άλλων «υπέροχος πλατία με τον φωτιζμόν, δεικνίης εις τους ξένους τον πολιτιζμόν, οι κρότοι δε των καθιζήσεων, θα τακτοποιηθούν δια τεχνικών λύσεων».
Πριν παρέλθει δεκαετία, ανακατασκευάστηκε σε διάφορες μορφές, πλακοστρώθηκε πάλι ξηλώθηκε και φυτεύθηκε γκαζόν, διαλύθηκαν τα συντριβάνια και τοποθετήθηκαν επάλληλοι υαλοπίνακες ως έργον τέχνης, πάντα όμως το «άβατον» για τους πεζούς παρέμενε με αυξανόμενη αυστηρότητα, πλην των τουριστών που πλένουν τα πόδια τους στην λίμνη όταν έχει καύσωνα.
Ο χώρος σήμερα της «πλατείας» αποτελείται πλέον από τα πεζοδρόμια στις συμβολές των οδών που συγκλίνουν σ’ αυτήν όπου και εκτυλίσσεται όλη η ζωή της εις τον επίγειον κόσμον, (στον υπόγειο συνεχίζεται, βέβαια, ανάμεσα στους περαστικούς που βιάζονται είτε να κατέβουν στον Ηλεκτρικό, είτε να περάσουν ξαναβγαίνοντας στην επιφάνεια, και σε εκείνους που αποτελούν τους «θαμώνες» της, και που παραλλάσσουν με τις διάφορες ώρες του εικοσιτετραώρου).
Οταν κατεδαφίστηκε το τελευταίο απομεινάρι μιας άλλης εποχής, το θέατρο Κοτοπούλη, ως αίθουσες θεαμάτων παρέμειναν πλέον μόνον εκείνες που κατά τον Τσιφόρο «έπαιζαν με τάλλαρον εν, έργατα δύο, εν γκαγκστερικόν και το άλλο σεξουάλα διά να συμπληρώνεται και η μόρφωσις».
Kατάσταση
Σήμερα η Ομόνοια, έχει έναν δικό της χαρακτήρα, που παραλλάσει ανάλογα με την ώρα, αλλά που δεν μπορεί κανείς να τον κατατάξει μονοσήμαντα. Μπορεί να έχει χάσει ίσως ανεπιστρεπτί τη μεγαλοαστική πολυτέλεια (χωρίς καθόλου αυτό να είναι μομφή) αλλά δεν έχει χάσει αυτό που κέρδιζε σιγά-σιγά επί εκατόν είκοσι έτη: την πολυποίκιλη σύνθεση ολόκληρης της αθηναϊκής κοινωνίας που είναι παρούσα σχεδόν στο σύνολό της εκεί.
Αλλωστε, η θέση της στον αθηναϊκό χάρτη, μόνο σε μια τέτοια σύνθεση θα μπορούσε νομοτελειακά να οδηγήσει, η Ομόνοια είναι, όπως την χαρακτηρίζει ο Καιροφύλλας, ο «ομφαλός της Αθήνας», και είναι το σταυροδρόμι όλων σχεδόν των κοινωνικών ομάδων της. Το μόνο που της λείπει ασφυκτικά, είναι ο επίγειος χώρος.
Ποια περιοχή όμως της Αθήνας έχει πλέον χώρο για Ανθρώπους…;
Επιλογή βασικής βιβλιογραφίας:
1) Κ. H. Μπίρη: Αι Αθήναι από του 19ου εις τον 20όν αιώνα. Αθήναι 1961.
2) Μ. Σκαλτσά: Κοινωνική ζωή και δημόσιοι χώροι κοινωνικών συναθροίσεων στην Αθήνα του 19ου αιώνα. θεσσαλονίκη 1983.
3) θ. Παπαϊωάννου: Ενθύμιον Αθηνών. Αθήναι 1984 (2η έκδ. 1990).
4) Γ. Παπακώστα: φιλολογικά σαλόνια και καφενεία της Αθήνας. Αθήνα 1988.
5) Γ. Μ. Σαρηγιάννη: H νομοτέλεια της εξέλιξης του αττικού τοπίου. Στον κατάλογο της έκθεσης «Αττικό τοπίο» του ΥΠΠΟ, Αθήνα 1989.
6) Γ. Καιροφύλα: η σειρά για την Αθήνα από το 1830 ως σήμερα (H ρομαντική Αθήνα, H Αθήνα της Μπελ-Επόκ, H Αθήνα του Μεσοπολέμου, H Αθήνα του ’40 και της Κατοχής, H Αθήνα μετά τον Πόλεμο, H Αθήνα στην Δεκαετία του ’50, που εκδίδονται από το 1983 ως σήμερα από τις εκδόσεις «Φιλιππότη»).
7) Γ. Γκίκα: Ρούα Ρούχου. Αθήνα 1987.
8) Δ. Σκουζέ: H Αθήνα που έφυγε. τ. 1ος Αθήναι 1961, τ. 2ος 1967.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



.jpg)



.jpg)








.jpg)























